← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΟΥ ν. A.S EXCLUSIVE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2252/2020, 15/11/2021

ΑΝΔΡΕΟΥ ν. A.S EXCLUSIVE LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2252/2020, 15/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A581 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2252/2020 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ Ενάγουσα και

  1. A.S EXCLUSIVE LIMITED
  2. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26/8/2020 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Κ. Μάμαντος Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Γεωργιάδης για Τηλέμαχος & Μιλτιάδης Γεωργιάδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα - Αιτήτρια (στο εξής «η Αιτήτρια») αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένως το ποσό των €50.000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής που δεν ετιμήθηκε. Περαιτέρω αξιώνει την επιδίκαση τόκου προς 6% από 27/6/2018 μέχρι εξόφλησης, νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. Η Αίτηση Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η Αιτήτρια, καταχώρησε την παρούσα δια κλήσεως αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») ως ακολούθως: (Α) Προσωρινό διάταγμα απαγορεύον αμέσως στον Καθ' ου η Αίτηση 2 και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί εκ μέρους του από την επίδοση του σε αυτόν να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, δωρίσει, υποθηκεύσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσει το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φύλλο/Σχέδιο: 30/52, Τμήμα: 0, Τεμάχιο: XXXXX, στο χωριό Πέρα της Επαρχίας Λευκωσίας μέχρι εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Προσωρινό Διάταγμα δια του οποίου να απαγορεύεται αμέσως στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, στους αντιπροσώπους και υπηρέτες αυτών από την επίδοση του σε αυτούς από του να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή να δωρίσουν και/ή να ενεχυριάσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή επιτρέψουν την μείωση της αξίας οποιονδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων, τα οποία αυτοί κατέχουν και/ή διαχειρίζονται και/ή διατηρούν όφελος εις αυτά στην Κύπρο και/ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα κατά τρόπο που η κινητή και η ακίνητη περιουσία τους να καταστεί ολιγότερη των €50.000 πλέον τόκο 6% και/ή το αντίστοιχο ποσό σε ξένο νόμισμα μέχρι την ακρόαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Γ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2, τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος διατάγματος από αυτούς ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους της Αιτήτριας, Ένορκη Δήλωση με την οποία να παραθέτουν πληροφορίες που αυτοί οφείλουν να αποκαλύψουν δυνάμει του παρόντος Διατάγματος και στην οποία να επισυνάπτονται όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις εν λόγω πληροφορίες: i. Λεπτομερή λογαριασμό και πλήρη δικαιολογητικά έγγραφα/τιμολόγια, αποδείξεις, συμφωνίες, παραστατικά, τραπεζικά εμβάσματα, καταθέσεις λογαριασμών, ομόλογα, αξιόγραφα και φορολογικά έγγραφα από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, τους διευθυντές και αντιπροσώπους αυτών ως προς όλες τις δικαιοπραξίες, συμφωνίες, πράξεις πωλήσεις, συναλλαγές, δωρεές, πληρωμές, έξοδα δαπάνες, μεταβιβάσεις, αποκτήσεις, αγορές, ενοικιάσεις και γενικά για όλη την κίνηση της περιουσίας και όλων των περιουσιακών στοιχείων και επιχειρήσεων τους, από τις 27/6/2018 ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας και/ή από την ημέρα την οποία ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο. ii. Όπως οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αποκαλύψουν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους, την κινητή και ακίνητη περιουσία τους που αυτοί κατέχουν στην Κύπρο και το εξωτερικό, είτε εξ ολοκλήρου επ' ονόματι τους ή από κοινού με άλλους, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού και του υπογράφοντος αυτόν, το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός, τις κινήσεις του λογαριασμού από τις 27/6/2018 ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας και/ή από την ημέρα ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης μέχρι την ημέρα της αποκάλυψης. iii. Όπως οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αποκαλύψουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και το εξωτερικό που αυτοί είναι ιδιοκτήτες και/ή έχουν στην κατοχή τους, συμπεριλαμβανομένου κινητής και/ή ακίνητης ιδιοκτησίας. iv. Όπως οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αποκαλύψουν οποιεσδήποτε συμφωνίες έχουν συνάψει και/ή ήταν σε ισχύ σε σχέση οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες και/ή φυσικά πρόσωπα τα οποία κατέχουν από τις 27/6/2018 ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας και/ή από την ημερομηνία την οποία ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο και εντεύθεν. v. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. vi. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Η Νομική Βάση της Αίτησης Η αίτηση της Αιτήτριας εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, 2, 5, 13, 19, 20, 28 Κ. 1 - 15, Δ.39 Κ. 1 - 21, Δ.48 Κ. 1 - 9 και Δ.64 Κ. 1 - 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν. 14/1960), άρθρα 2, 21, 22, 29, 30, 31, 32, 34, 48, 52 και 68, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), άρθρα 2, 4, 5, 7, 8 και 9, στον περί Εταιρειών Νόμο (Κεφ. 113), άρθρα 2, 16, 33 και 33Α, στον περί Συμβάσεων Νόμο (Κεφ. 149), άρθρα 2, 10 - 18, 23, 37, 39, 78 - 81 και 82 - 105, στον περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμο του 2010 (Ν. 106(Ι)/2010, άρθρα 2, 3, 4, 5, 8, 10, 14, 29 και 30, στην Κυπριακή και Αγγλική Νομολογία στο Κοινοδίκαιο και στο Δίκαιο της Επιείκειας, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία επισυνάπτονται 11 Τεκμήρια. Σε αυτήν αναφέρονται, σε σύνοψη, τα ακόλουθα σε σχέση με τα ουσιώδη, για τους σκοπούς της αίτησης, γεγονότα: Ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι πρώτος εξάδελφος του συζύγου της και διατηρούσαν με αυτόν καλές σχέσεις και επικοινωνία. Γνώριζαν από πληροφόρηση της οποίας έτυχαν από τον ίδιο ότι ετύγχανε να είναι διευθυντής ομίλου επιχειρήσεων που ασχολούνται με επενδυτικά κεφάλαια. Περί την άνοιξη του 2018 τους ανέφερε ότι υπήρχε μια πολύ υποσχόμενη επενδυτική ευκαιρία με αυξημένες πιθανότητες κέρδους αλλά ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να διαθέσει χρήματα για οικονομικούς λόγους. Πρότεινε στην Αιτήτρια να του δώσει το επίδικο ποσό με την μορφή δανείου, με τόκο και δέσμευση επιστροφής του ποσού εντός ενός έτους. Αν και επιφυλακτική αρχικά, εν τέλει, η Αιτήτρια δάνεισε το ποσό των €50.000 στην Καθ' ης η αίτηση 1, κατ' υπόδειξη του Καθ' ου η αίτηση
  3. Στις 27/6/2018 η Αιτήτρια παρέδωσε το ποσό των €50.000 στην Καθ' ης η αίτηση 1 και υπεγράφη συμφωνία μεταξύ τους βάσει της οποίας η Καθ' ης η αίτηση 1 θα επέστρεφε το ποσό εντός 12 μηνών με τόκο προς 6% ετησίως. Την ίδια ημέρα υπεγράφη εγγυητήριο έγγραφο από τον Καθ' ου η αίτηση 2 με το οποίο εγγυόταν ο ίδιος προσωπικά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση
  4. Τον Ιούλιο του 2019, αφού παρήλθαν οι 12 μήνες αποτάθηκε στον Καθ' ου η αίτηση 2 ούτως ώστε να διευθετήσει την αποπληρωμή. Αρχικά ο Καθ' ου η αίτηση 2 ζητούσε από την Αιτήτρια να κάνει υπομονή αλλά αργότερα παραδέχτηκε ότι η επένδυση απέτυχε και δεν είχε ούτε ο ίδιος ούτε η Καθ' ης η αίτηση 1 την δυνατότητα να αποπληρώσουν το χρέος τους. Ο Καθ' η αίτηση 2 ζήτησε περαιτέρω χρόνο για την αποπληρωμή, χρόνος ο οποίος του δόθηκε αρχικά, αλλά παρά τις οχλήσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση δεν εξόφλησαν την οφειλή τους. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση 2 ανέφερε στην Αιτήτρια ότι είναι ιδιοκτήτης ακινήτου στα Πέρα Ορεινής το οποίο είναι υποθηκευμένο (το ακίνητο για το οποίο ζητείται το Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης). Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 προέβη σε αποξενώσεις για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του προς τους πιστωτές του, περιλαμβανομένης και της πρώην συζύγου του. Στις αποξενώσεις αυτές περιλαμβανόταν και η πώληση ακινήτου στην Πάφο περί τον Αύγουστο του 2019 έναντι του ποσού των €65.
  5. Η Αιτήτρια αναφέρεται περαιτέρω στις διάφορες οχλήσεις της ίδιας και του συζύγου της προς τον Καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος παραδέχθηκε την οφειλή και επισυνάπτει ως Τεκμήρια τις μεταξύ τους συνομιλίες μέσω μηνυμάτων. Η Αιτήτρια αποτάθηκε σε δικηγόρο περί τα μέσα Ιουλίου 2020 ο οποίος απέστειλε επιστολές τερματισμού της συμφωνίας ημερομηνίας 27/6/
  6. Οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή του δικηγόρου τους ισχυρίστηκαν ότι το κεφάλαιο του δανείου αποπληρώθηκε και δεν προτίθεντο να καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό γιατί αυτό θα ήταν παράνομο. Ενόψει του ισχυρισμού αυτού η Αιτήτρια, δια μέσω του δικηγόρου της, ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση να παρουσιάσουν τις σχετικές αποδείξεις, πράγμα το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση δεν έπραξαν. Τέλος, η Αιτήτρια αναφέρει ότι οι συγκεκριμένες επιστολές του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση συγκρούονται με την παραδοχή της οφειλής του Καθ' ου η αίτηση 2 μέσω γραπτών μηνυμάτων. Η Ένσταση Με την ένσταση τους, ημερομηνίας 20/11/2020, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 προβάλλουν 8 συγκεκριμένους λόγους ένστασης, ως ακολούθως:
  7. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και/ή παρουσίασε στο Δικαστήριο λανθασμένα και/ή απέκρυψε σχετικά γεγονότα και/ή ενέργησε κακόπιστα και/ή η αίτηση για την έκδοση του Διατάγματος είναι καταχρηστική.
  8. Δεν υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων της Αιτήτριας.
  9. Δεν υπάρχει πιθανότητα να εμποδιστεί η Αιτήτρια στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί υπέρ της καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση είναι φερέγγυοι.
  10. Σε περίπτωση που απορριφθεί η Αίτηση, ουδέν πρόβλημα απονομής της δικαιοσύνης θα δημιουργηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
  11. Το αιτούμενο Διάταγμα (Β) είναι αόριστο, ασαφές και δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη περιουσία.
  12. Η έκδοση του Διατάγματος (Γ) παραβιάζει το δικαίωμα των προσωπικών δεδομένων και/ή το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής των Καθ' ων η αίτηση και τρίτων προσώπων και/ή το τραπεζικό απόρρητο.
  13. Το αιτούμενο Διάταγμα (Γ) καμία νομική βάση έχει.
  14. Χωρίς βλάβη των παραπάνω, επιπρόσθετα και/ή διαδοχικά, η Αιτήτρια απέτυχε να αποσείσει το βάρος ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της. Η Νομική Βάση της Ένστασης Η ένσταση βασίζεται στον άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48 Κ. 2, 4 και 13 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 15 και 23 του Συντάγματος, στον περί Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018 στον Κανονισμό 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στο άρθρο 29 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 66(Ι)/1997και στη Νομολογία. Η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 Στην ένορκη δήλωση του, ο Καθ' ου η αίτηση 2, επισυνάπτει 6 Τεκμήρια και αναφέρει, συνοπτικά, τα ακόλουθα σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα: Είναι ένας εκ των μετόχων και διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση 1 η οποία ασχολείται με επενδύσεις σε κινητή και ακίνητη περιουσία. Κατέχει δε και μετοχές σε άλλες εταιρείες που ασχολούνται με το εμπόριο, την ανάπτυξη γης και την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 και ο σύζυγος της Αιτήτριας, συνεργάζονταν, μέσω Εταιρειών τους. Είχε ενημερώσει την Αιτήτρια και τον σύζυγο της για την οικονομική στενότητα της Καθ' ης η αίτηση 1 και η Αιτήτρια συμφώνησε να τον δανείσει με τόκο προς 36% ετησίως. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 αποδέχθηκε και υπογράφτηκε η συμφωνία παρά το ύψος του προτεινόμενου τόκου. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 και ο έτερος διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση 1 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Καθ' ης η αίτηση
  15. Κατέβαλε το συνολικό ποσό των €50.000 στην Αιτήτρια αλλά δεν επέμενε να λαμβάνει αποδείξεις λόγω στην στενής τους σχέσης. Η ίδια ζητούσε μετρητά και δεν ήθελε να εκδίδει αποδείξεις για φορολογικούς λόγους. Αναφέρει ότι κατέβαλε στις 7/9/2019 το ποσό των €15.000 και προς τούτο παραπέμπει σε σχετικό μήνυμα το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο. Αναφέρει περαιτέρω ότι πριν την 7/9/2019 κατέβαλε €21.000 σε μηνιαίες δόσεις των €1.500 τα οποία εισπράχθηκαν από την Αιτήτρια ως τόκοι ενώ έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως πληρωμές έναντι του κεφαλαίου και συνεπώς το υπόλοιπο κατά την 7/9/2019 θα έπρεπε να ήταν €14.000 αντί €35.
  16. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020 κατέβαλε €9.000 και μέχρι το τέλος Απριλίου ακόμα €5.
  17. Αναφέρεται περαιτέρω στην μεταξύ του συνεργασία με την Αιτήτρια και τον σύζυγο της και ότι κατέβαλε διάφορα περιλαμβανομένου ποσού ύψους €140.000 για την χρηματοδότηση εταιρείας καλλυντικών. Τα μεταξύ τους προβλήματα ξεκίνησαν όταν σταμάτησε να χρηματοδοτεί την εταιρεία καλλυντικών. Η Αιτήτρια και ο σύζυγος της αρνήθηκαν να τον αποζημιώσουν και αξίωναν τόκους για την επίδικη συμφωνία. Ισχυρίζεται ότι έπεσε θύμα της Αιτήτριας και του συζύγου της. Αναφέρει περαιτέρω ότι προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία για ζητήματα που αφορούν πλαστογραφία. Παραδέχεται την λήψη των επιστολών Τεκμήρια 6, 8, 9 και 10 της Ε/Δ της Αιτήτριας και ότι είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου στα Πέρα Ορεινής. Σημειώνει τα ότι τα εισοδήματα του είναι πιο χαμηλά λόγω της πανδημίας και επισυνάπτει κατάσταση αποδοχών Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Το κανονικό του μηνιαίο εισόδημα ανέρχεται περίπου στις €2.
  18. Έχει και άλλα εισοδήματα από μερίσματα. Η αξία του ακινήτου που αφορά η παρούσα αίτηση είναι πολύ μεγαλύτερη από το ποσό που εξασφαλίζεται με την Υποθήκη. Διαδικασία Διαδικαστικά, μεσολάβησε αίτηση για άδεια καταχώρησης Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερ. 12/2/2021 η οποία, κατόπιν ακρόασης της, απορρίφθηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις μέσω των οποίων επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί και είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Αναφορά σε αυτό θα γίνει κατωτέρω εάν τούτο κριθεί σκόπιμο. Ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, με την αγόρευση του, δήλωσε ότι ο 7ος λόγος ένστασης εγκαταλείπεται. Σημειώνεται περαιτέρω ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν επεδίωξε να αντεξετάσει επί της ένορκης δήλωσης της άλλης. Συνεπώς το Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης θα βασιστεί, πέραν από το περιεχόμενο του φακέλου, στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα προσωρινά Διατάγματα πηγάζει από τις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και το δικαιοδοτικό πλαίσιο έκδοσης τους τίθεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «32.-

(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.» Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έτυχαν ενδελεχούς ερμηνείας και ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Παραπέμπω προς τούτο στην Odysseos v Pieris Estates
(1982)1 ΑΑΔ 557 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: Σε σχέση με την 1η προϋπόθεση: «There is no reason in principle or on authority to interpret "a serious question to be tried at the hearing" in the context of the proviso to s.32(l) - Law 14/60, as requiring anything beyond the disclosure of an arguable case on the strength of the pleadings, as the House of Lords suggested in Ethicon, supra.» Για την 2η προϋπόθεση: «"a probability that the plaintiff is entitled to relief" - relates to something other than the complexion of the pleaded case of the applicant, and that could not be, in the context of this statutory provision, anything other than the evidential strength of the case of the plaintiff.» Τέλος, για την 3η προϋπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο συνέδεσε αυτήν με το ζήτημα της επάρκειας των αποζημιώσεων: «Lastly, it must be made to appear for the Court to grant an interlocutory injunction, that, without it, it will be difficult or impossible to do complete justice at a later stage. It is clear that the question of the adequacy of the remedy of damages, in the light of the facts of the case, comes into play.» Πέραν όμως της συνδρομής των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων, στην ίδια απόφαση, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή, καθοδηγητική, για τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.α. ν Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση αρ. Ε7/2018, απόφαση ημερομηνίας 21 Μαρτίου 2019 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» Συνεπώς, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο ενεργεί με γνώμονα τα ιδιαίτερα περιστατικά της εκάστοτε υπόθεσης στοχεύοντας στην απονομή της δικαιοσύνης αλλά και στην κατά το δυνατό εξάλειψη του κινδύνου της αδικίας που θα προκληθεί σε περίπτωση που φανεί ότι λανθασμένα δόθηκε το Διάταγμα. Περαιτέρω, έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι το Δικαστήριο, στο πλαίσιο εξέτασης αιτήσεων όπως η παρούσα, πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα τα οποία άπτονται της ουσίας της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Συγκεκριμένα, στην Γρηγορίου ν Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Η πιο πάνω αρχή επιβεβαιώθηκε και στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.α. ν Πέτρος Σιακόλας κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε143/2015, απόφαση ημερομηνίας 23 Μαρτίου 2017: «Ορθή είναι η κοινή θέση ότι σ΄αυτό το στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας πέραν του ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας (Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma. St Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015, Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209).» Ούτε και πρέπει να αφήνεται οποιαδήποτε σκιά ότι το Δικαστήριο έχει αποφασίσει την ουσία της διαφοράς ή έστω ουσιώδη πτυχή της ( βλ. Milton Investment Co Ltd κ.α. ν Dryden Group Ltd
(2014)1(A) ΑΑΔ 731, Zondrvan Group Ltd v Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση αρ. Ε64/2015, ημερομηνίας 20 Ιουλίου 2021). Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές σε σχέση με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων, όπως αυτές προκύπτουν από την Νομολογία, το Δικαστήριο εξετάζοντας αιτήσεις της φύσεως της παρούσας, πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: Για να πληρείται η πρώτη προϋπόθεση περί ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, πρέπει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) στη βάση των δικογράφων. Σχετικά με την δεύτερη προϋπόθεση το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι, βάσει της ενώπιον του μαρτυρίας, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, χωρίς να αποφασίζει την διαφορά επί της ουσίας της. Για την πλήρωση της τρίτης προϋπόθεσης, το Δικαστήριο εξετάζει την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων αλλά δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Στην Κυρίσαββα κ.α. ν Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245 λέχθηκε ότι: «Όμως, η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231).» Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 317 επαναβεβαιώθηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών.» Ούτε και είναι απαραίτητο να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Εκείνο που εξετάζεται είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[1]. Τέλος, ως ανωτέρω αναπτύχθηκε, εάν κρίνει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο, υπό τις περιστάσεις, να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «5.
(1)Κάθε Δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Βάσει της ισχύουσας Νομολογίας, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 για ύπαρξη καλής βάσης αγωγής και για την παρεμπόδιση του Ενάγοντα να ικανοποιήσει την δικαστική απόφαση που πιθανό να εκδοθεί υπέρ του, αποτελούν κριτήρια τα οποία συναρτώνται με αυτά που προβλέπονται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Β ΑΑΔ 785, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 Α ΑΑΔ 280, Κυτάλα κ.α. ν Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α ΑΑΔ 253, Τσιολάκκης κ.α. ν Στυλιανίδη
(1992)1 Β ΑΑΔ 782). Συνεπώς, το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εξετάζεται σε συνδυασμό με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 (βλ. Larticon Co. v. Detergenta Developmens Ltd
(2004)1B ΑΑΔ 1121). Πέραν του Απαγορευτικού Διατάγματος υπό την παράγραφο Α της αίτηση, η Αιτήτρια αξιώνει, βάσει της παραγράφου Β της αίτησης, την έκδοση Διατάγματος παγοποίησης (Mareva) ως επίσης και υποβοηθητικά Διατάγματα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων βάσει της παραγράφου Γ της αίτησης και των υποπαραγράφων αυτής. Για σκοπούς έκδοσης αυτής της φύσης Διαταγμάτων είναι απαραίτητο να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960[2]. Στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ
(2003)1 Α ΑΑΔ 121 λέχθηκε ότι παρά την ευρεία εξουσία που παρέχει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, η εξουσία έκδοσης Διατάγματος δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής είναι εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία έκδοσης σχετικού Διατάγματος πρέπει να ασκείται με φειδώ: «Παρότι όμως το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 παρέχει, εντός των εκεί ρητώς προσδιορισθέντων ορίων, ευρεία διακριτική εξουσία για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, και παρότι η άσκηση αυτής της εξουσίας πρέπει να διατηρείται ελαστική, ελεύθερη από τυπικούς κανόνες, υπόκειται εντούτοις σε αρχές που αποβλέπουν σε διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η στέρηση, μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί με τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρυσμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή. Είναι κατά την άποψή μας προφανές ότι η παρούσα δεν ήταν μια τέτοια εξαιρετική περίτπωση. Όπως υποδείξαμε πρόσφατα στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 11261, ημερ. 13 Νοεμβρίου 2002, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο συμβαλλόμενος μπορεί για την εξασφάλισή του να μεριμνήσει εκ των προτέρων. Αυτό εν προκειμένω έπραξε και η εφεσείουσα. Και δεν θα πρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του εναγομένου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. Επομένως δεν εδικαιολογείτο ούτως ή άλλως η έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος. Δεν χρειάζεται λοιπόν να επεκταθούμε.» Εξέταση της αίτησης Λόγος Ένστασης 1 - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια Κρίνω ορθό, προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης και των προϋποθέσεων για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων να εξετάσω την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση με την οποία ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και παρουσίασε λανθασμένα και/ή απέκρυψε σχετικά γεγονότα και ότι ενήργησε κακόπιστα και καταχρηστικά. Είναι εδραιωμένο ότι η υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη αποτελεί αξίωμα του Δικαίου της Επιείκειας (Maxim of Equity) σύμφωνα με το οποίο «He who seeks equity must come with clean hands». Παράβαση του από διάδικο οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος του. Καθοδηγητική σε σχέση με την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων είναι απόφαση στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A. G. κ.α. ν Adeona Holdings Limited Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 2015 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953,
  1. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης.» Ο κύριος ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση είναι ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια εφόσον από το Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της προκύπτει ότι το εκάστοτε υπόλοιπο θα έφερε τόκο προς 36% αντί 6% ως η Αιτήτρια ισχυρίζεται με σκοπό να αποκρύψει τον πραγματικό τόκο και ότι, βάσει των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, προκύπτει το ποινικό αδίκημα της τοκογλυφίας. Η Αιτήτρια, με την υπό κρίση αίτηση, δεν αποτάθηκε μονομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Αντίθετα, η αίτηση της καταχωρήθηκε εξ αρχής δια κλήσεως. Σύμφωνα με τα πιο πάνω και την σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη απαιτείται στις περιπτώσεις όπου διάδικος αποτείνεται στο Δικαστήριο μονομερώς ενώ στην προκειμένη, η Αιτήτρια δεν επεδίωξε να εξασφαλίσει Διάταγμα εναντίον των Καθ' ων η αίτηση μονομερώς αλλά δια κλήσεως και συνεπώς, δεν ευσταθεί η εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Ως εκ των ανωτέρω, ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 και του άρθρου 5 του Κεφ. 6 Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, για σκοπούς εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα. Με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, η Αιτήτρια αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 το ποσό των €50.000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή ανάληψης υποχρέωσης πληρωμής που δεν ετιμήθηκε. Περαιτέρω αξιώνει την επιδίκαση τόκου προς 6% από 27/6/2018 μέχρι εξόφλησης, νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. Με την Έκθεση Απαίτησης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι παραχώρησε στην Καθ' ης η αίτηση 1 το ποσό των €50.0000 και η Καθ' ης η αίτηση 1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό πλέον τόκο προς 6% ετησίως εντός 12 μηνών από 27/6/
  2. Την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Καθ' ης η αίτηση 1 εγγυήθηκε γραπτώς ο Καθ' ου η αίτηση
  3. Μέχρι σήμερα δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Αιτήτριας. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Υπεράσπιση την 29/9/
  4. Με την Υπεράσπιση τους παραδέχονται τον δανεισμό ποσού εκ €50.
  5. Ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι αποπλήρωσαν το κεφάλαιο, όχι όμως τους τόκους καθότι αμφισβητούν την νομιμότητα της συμφωνίας. Στην βάση συνεπώς των πιο πάνω και με γνώμονα τα δικόγραφα, το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση στην βάση του δικογράφου της να κριθεί ως επιπόλαιο ή ενοχλητικό, καταλήγω ότι καταδεικνύεται η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και συνεπώς πληρείται η προϋπόθεση της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας Στρεφόμενος τώρα στην δεύτερη προϋπόθεση, σύμφωνα με την απόφαση στην Κυτάλα κ.α. ν Χρυσάνθου κ.α. (ανωτέρω): «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585 παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success».» Δεν θα υπεισέλθω σε αυτό το στάδιο στην εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών επί της ουσίας τους. Παρά την ύπαρξη μιας καταγραφής μπροστά από τον αριθμό 6 στο Τεκμήριο 2, το κατά πόσο συμφωνήθηκε ποσοστό τόκου εκ 6% ή 36% και κατ' επέκταση το κατά πόσο το έγγραφο που καταρτίστηκε είναι παράνομο είναι θέματα τα οποία θα κριθούν κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Το ζητούμενο για να πληρείται η 2η προϋπόθεση είναι να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του δικαιώματος και όχι η απόδειξη του[3]. Υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις κατά την εκτίμηση μου. Χωρίς να προβαίνω σε επί της ουσίας αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτει το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου αλλά και με συγκεκριμένη αναφορά στο Τεκμήριο 2 - Συμφωνία ημερομηνίας 27/6/2018 και στο Τεκμήριο 3 - Εγγυητήριο, που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Αιτήτρια στην αξιούμενη θεραπεία. Συνεπώς, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, κρίνω ότι πληρείται η απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι. Συγκεκριμένα, για την Καθ' ης η αίτηση 2, παραπέμπει στο γεγονός ότι από την σύσταση της το 2018 μέχρι σήμερα δεν καταχώρησε Εκθέσεις Οικονομικής Κατάστασης στον Έφορο Εταιρειών. Σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση 2, επισυνάπτει ανταλλαγές μηνυμάτων μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και της ίδιας αλλά και του συζύγου της από τις οποίες προκύπτει, ως ισχυρίζεται, ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 πρόβαλλε την οικονομική του δυσπραγία για την μη εξόφληση του χρέους του προς την Αιτήτρια. Περαιτέρω, αναφέρει ότι προέβη σε αποξενώσεις για αποφυγή των πιστωτών του, περιλαμβανομένης της πρώην συζύγου του. Αναφέρει περαιτέρω, ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι ιδιοκτήτης ακινήτου στο χωριό Πέρα το οποίο εκτιμάται από το Κτηματολόγιο στις €153.600 και είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €60.600 περίπου. Η ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου γίνεται παραδεκτή από τον Καθ' ου η αίτηση
  2. Σε αντιδιαστολή με τα πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι είναι φερέγγυοι. Επισυνάπτουν ως Τεκμήριο ΣΤ Κατάσταση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων από την οποία, ως αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση 2, προκύπτει ότι ο μέσος όρος των μηνιαίων εισοδημάτων του μεταξύ 1/1/2020 και 31/8/2020 ήταν €1.
  3. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση 2 αναφέρει ότι έχει και άλλα εισοδήματα τα οποία προέρχονται από μερίσματα από κέρδη των εταιρειών του. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση 2 απορρίπτει ότι προέβη σε αποξένωση ακινήτου και επισυνάπτει τίτλο ιδιοκτησίας στον οποίο φαίνεται ότι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η πρώην σύζυγος του. Για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης πρέπει να διερευνάται το κατά πόσο, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι επαρκής, ως θεραπεία. Με την παρούσα αγωγή, η αξίωση της Αιτήτριας εναντίον των Καθ' ων η αίτηση είναι καθαρά χρηματική αφού αξιώνεται η επιδίκαση του ποσού των €50.000 πλέον τόκο προς 6% εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Συνεπώς, η αξίωση της Αιτήτριας είναι χρηματική, αποτιμάται σε χρήμα και η επιδίκαση προς όφελος της Αιτήτριας, εάν επιτύχει με την αγωγή της, του αξιούμενου ποσού, είναι καταφανώς επαρκής εφόσον η φύση της ζημιάς που η Αιτήτρια, κατ' ισχυρισμό, υπέστη είναι καθαρά χρηματική. Το ζήτημα της επάρκειας των αποζημιώσεων όμως πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση και με την φερεγγυότητα του Εναγόμενου[4]. Στην Ανδρέου Αντώνης v. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)
(2008)1 ΑΑΔ 626 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν δίδεται καμμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του.» Επιπρόσθετα, στην Marketrends (Capital Market) Ltd v Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759 λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση το αντικείμενο του προσωρινού διατάγματος δεν ήταν το αντικείμενο της αγωγής παρόλον που συνδέετο άμεσα με το χρέος. Η παλαιότερη αντίληψη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν προσφερόταν δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος διότι δεν ίσχυε το άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, έχει υποκατασταθεί από την αντίληψη ότι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχει ευρύτητα που παρέχει τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων έξω από τα όρια του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Πρόκειται ωστόσο για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Κλασικό παράδειγμα της εξαίρεσης που έχουμε υπόψη αποτελούν περιπτώσεις διαταγμάτων mareva, εκεί όπου προκύπτει κίνδυνος απομάκρυνσης των περιουσιακών του στοιχείων του χρεώστη από τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, ιδίως όταν και ο ίδιος ο χρεώστης βρίσκεται εκτός. Δεν θέλουμε να πούμε ότι αυτές οι περιπτώσεις εξαντλούν τις δυνατότητες. Δεν χρειάζεται όμως να προβούμε σε εξαντλητική αναφορά.» Στην προκειμένη, η Αιτήτρια στηρίζει, κατά κύριο λόγο, τον ισχυρισμό της περί αφερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση 1 στο γεγονός ότι το ποσό που αφορά η αγωγή παραχωρήθηκε καθότι δεν είχε η ίδια η εταιρεία την οικονομική δυνατότητα και ότι δεν έχει καταχωρήσει τις Εκθέσεις στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών. Για τον Καθ' ου η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η αφερεγγυότητά του προκύπτει από το γεγονός ότι παραδέχεται την οικονομική του αδυναμία μέσω των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων. Δεν παρουσιάζονται οποιεσδήποτε έρευνες σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία των Καθ' ων η αίτηση. Το τι όμως προκύπτει αναντίλεκτα είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι ιδιοκτήτης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία, έστω και υποθηκευμένη, καλύπτει το αξιούμενο χρέος, περαιτέρω, σύμφωνα με τις ασφαλιστέες αποδοχές του, ο Καθ' ου η αίτηση έχει εισοδήματα μέσω των οποίων θα μπορεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής να ικανοποιήσει την εναντίον του απόφαση. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ούτε πρόθεση αποξένωσης έχει αποδειχθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη μου ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 και συγκεκριμένα δεν καταδεικνύεται ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της, χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν παρίσταται η ανάγκη άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με το κατά πόσο η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων είναι εύλογη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις[5]. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............................................ Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v Σκυροποιία «ΛΕΩΝΙΚ» Λίμιτεδ
(2001)1Β ΑΑΔ 785: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί.» [2] Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. v. Joseph P. Lasala κ.α.
(2207)1Α 162: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια στο άρθρο 32 υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια διατάγματα δεν εκδίδονται εκτός αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία και ότι εκτός αν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.» [3] T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corpoeration
(2002)1 ΑΑΔ 1802 [4] «Διατάγματα - Injunctions» Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη
(2016), σελ. 132: «Δηλαδή, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την καταχώρηση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη.» [5] Σταυράκης κ.α. ν Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση αρ. Ε68/2013, απόφαση ημερομηνίας 24 Μαρτίου 2015: «Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 και τις σχετικές αρχές της νομολογίας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον προηγουμένως κρίνει ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν τηρείτο η τρίτη προϋπόθεση, το θέμα θα έπρεπε να είχε λήξει εκεί, χωρίς να παρίστατο ανάγκη να επικαλεστεί τη διακριτική του ευχέρεια για τη μη έκδοσή του (CommerzbankAuslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27.2.2015, σ.16).» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.