← Κύπρος

ΠΟΛΕΜΙΤΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3229/2011, 23/11/2021

ΠΟΛΕΜΙΤΗ ν. ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3229/2011, 23/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A612 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3229/2011 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΠΟΛΕΜΙΤΗ Ενάγοντος v. XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγόμενης Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Η κα Χρ. Ερωτοκρίτου για Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: Ο κ. Κενδέας Σέργη μαζί με κα Θ. Θωμά για Κενδέας Α. Σέργη Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εκδίκαση αγωγή ο ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές και υλικές βλάβες, που κατ' ισχυρισμό υπέστη, συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη σε διασταύρωση της Λ.Αθαλάσσας με την οδό Σουλίου στον Στρόβολο της Λευκωσίας στις 15.06.2009. Επιρρίπτει την ευθύνη για την πρόκληση του στην εναγόμενη, η οποία ασφαλώς με την υπεράσπισή της την αρνείται, όπως και την έκταση των βλαβών και ζημιών τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων. Κατά την ακροαματική διαδικασία ακούστηκε μαρτυρία τόσο ως προς το ζήτημα της ευθύνης όσο και ως προς το ζήτημα των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος στην Έκθεση Απαιτήσεως ότι στις 15.06.2009 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά μοτοσικλέτα κατά μήκος της Λ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση προς την Λ. Στροβόλου ενώ η εναγόμενη οδηγούσε αυτοκίνητο επί της οδού Σουλίου. Η τελευταία εκτέλεσε δεξιόστροφη είσοδο στην Λ. Αθαλάσσας αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων και απορρεόντων καθηκόντων της, με αποτέλεσμα να διακόψει την πορεία του επί της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας και να συγκρουστούν με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές. Ο ενάγων παραθέτει λεπτομέρειες τόσο της αμέλειας της εναγόμενης όσο και των βλαβών και/ή ζημιών τις οποίες υπέστη και τις οποίες αξιώνει από την εναγόμενη. Η εναγόμενη στην Υπεράσπισή της, πλην του γεγονότος ότι στις 15.06.2009 επεσυνέβη, το δυστύχημα αρνείται την οποιαδήποτε αποδιδόμενη σ' αυτήν αμέλεια και τον τρόπο και/ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα κατά την περιγραφή που κάμνει ο ενάγων. Ισχυρίζεται ότι το επίδικο δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική αμέλεια και/ή εις την μέγιστο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια και/ή κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του ενάγοντος, ως οι δικογραφημένες λεπτομέρειες αμελείας του που παραθέτει στην Έκθεση Υπεράσπισής της. Η εναγόμενη αρνείται τις λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων σωματικών βλαβών, εξετάσεις και θεραπείες τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη ή στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Διαζευκτικά, ισχυρίζεται ότι οι σωματικές βλάβες του εάν ήθελε αποδειχθούν ως και οι ισχυριζόμενες θεραπείες, οφείλονται σε προϋπάρχουσα κατάσταση και σε κάθε περίπτωση οι σωματικές βλάβες του ενάγοντος ήταν μικρότερες από την ισχυριζόμενη έκταση τους. Περαιτέρω, αρνείται ότι συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος παρέμεινε στον ενάγοντα οποιαδήποτε σωματική βλάβη και/ή ανικανότητα όπως επίσης και τις λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών του ενάγοντος και διαζευκτικά αναφέρει ότι και αν υπέστη ζημιές αυτές ήταν πολύ μικρότερες από αυτές που ισχυρίζεται, καλώντας τον σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές στις σύντομες αλλά περιεκτικές αγορεύσεις τους με παρέπεμψαν εκτός από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως η κάθε πλευρά την αντιλήφθηκε και ερμηνεύει και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Έγινε παραπομπή και από τις δύο πλευρές σε σχετικές αποφάσεις του Εφετείου ή και πρωτόδικες σε σχέση τόσο με το ζήτημα της ευθύνης όσο και αυτό των αποζημιώσεων. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και έχω κατά νου τις εισηγήσεις τους. Όπου χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021). Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας όπως και κατά τη διάρκεια της δηλώθηκε από τους διαδίκους ως παραδεκτό γεγονός επί πλήρους ευθύνης το συνολικό ποσό των €6.919,50σ. ως ειδικές ζημιές , ποσό το οποίο αφορά τα πιο κάτω κονδύλια τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 13 της Έκθεσης Απαιτήσεως: 13(
  1. i)€4.595,80.- ως έξοδα ζημιάς μοτοσικλέτας 13(
  2. ii)€60,00.- μεταφοράς μοτοσικλέτας 13(iii) €149,50.- έξοδα εκτίμησης 13(vii) και 13(viii) €2.114,20.- ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ιατρική έκθεση 13(
  3. iv)αφορούσε ποσό για τα έξοδα της εξασφάλισης της αστυνομικής έκθεσης το οποίο εγκαταλείφθηκε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας 13(
  4. v)αφορούσε ποσό ως αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης της μοτοσικλέτας το οποίο επίσης εγκαταλείφθηκε. Το κονδύλι της παρ. 13(
  5. vi)που αφορούσε την απώλεια εργασίας για 4 μήνες, τελικά δεν προωθήθηκε από τον ενάγοντα αφού δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία και ως εκ τούτου θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Επομένως, επί πλήρους ευθύνης όλες οι ειδικές ζημιές του ενάγοντος ανέρχονται στη βάση των πιο πάνω στο ποσό των €6.919,50σ. Για την πλευρά του ενάγοντος κατάθεσε ο ίδιος και παρουσίασε ακόμα τρεις
(3)μάρτυρες (ΜΕ). Η εναγόμενη κατάθεσε η ίδια και παρουσίασε ακόμα δύο
(2)μάρτυρες (ΜΥ). Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά είκοσι δύο
(22)έγγραφα ως τεκμήρια. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας στη συνέχεια θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτά. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ: Η εκδοχή του ενάγοντος σε σχέση με τις συνθήκες του δυστυχήματος ανάφερε αρχικά ότι καθ' όν χρόνο κινείτο με την μοτοσικλέτα του στη δεξιά εκ των δύο λωρίδων της Λ. Αθαλάσσας με πορεία προς την Λ. Στροβόλου στο ύψος της αριστερής παρόδου της οδού Σουλίου, η εναγόμενη εξήλθε χωρίς τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα από την εν λόγω πάροδο και του απέκοψε την πορεία. Όταν κατά την αντεξέταση του, τού υποδείχθηκε ότι δεν υπάρχουν δύο λωρίδες κυκλοφορίας στην Λ. Αθαλάσσας με πορεία προς την Λ. Στροβόλου στο σημείο που επεσυνέβη το δυστύχημα, ανασκεύασε την αρχική του θέση και πρόβαλε την διαφοροποιημένη εκδοχή ότι καθ' ον χρόνο κινείτο με τη μοτοσικλέτα του στην Λ. Αθαλάσσας με πορεία προς την Λ. Στροβόλου, η εναγόμενη εξήλθε από την αριστερή πάροδο της οδού Σουλίου χωρίς τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα και για να την αποφύγει έκανε ελιγμό προς τα δεξιά, κινήθηκε πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα, πάτησε τα φρένα του και μετά έπεσε από τη μοτοσικλέτα και σύρθηκε τόσο αυτός όσο και η μοτοσικλέτα του προς το όχημα της εναγόμενης. Η εκδοχή της εναγόμενης σε σχέση με το δυστύχημα ήταν ότι, φτάνοντας στο ΑΛΤ της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας σταμάτησε για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή στην Λ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση προς την Λ. Ακροπόλεως. Απέναντι από την οδό Σουλίου υπάρχει διάκενο ανάμεσα σε δύο ζωγραφιστές νησίδες που επιτρέπει στα οχήματα ως η πορεία της, αυτά δηλαδή που εξέρχονται από την οδό Σουλίου, να πραγματοποιήσουν δεξιά στροφή. Ενώ έλεγχε το δρόμο, όχημα που ερχόταν από τα δεξιά της σταμάτησε και την άφησε να προχωρήσει. Αφού έλεγξε ξανά την κίνηση στην Λ. Αθαλάσσας εκκίνησε με προσοχή και προχώρησε στο διάκενο ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες που χωρίζει τις δύο εξ' αντιθέτου λωρίδες της Λ. Αθαλάσσας όπου νόμιμα έθεσε το όχημα της σε αναμονή μέχρι να ελευθερωθεί ο δρόμος από αριστερά της για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή και να κατευθυνθεί προς την Λ. Ακροπόλεως. Αφού ο δρόμος από αριστερά της ελευθερώθηκε, μόλις εκκίνησε το όχημα της και ενώ δεν είχε διανύσει πέραν από 20 - 30εκ. άκουσε ένα κτύπημα στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος της και ακολούθως ένα δεύτερο και αμέσως ακινητοποίησε το όχημα της. Για πρώτη φορά είχε αντιληφθεί τη μοτοσικλέτα όταν κτύπησε στο όχημα της. Κατέβηκε από το όχημα και είδε τον μοτοσικλετιστή και την μοτοσικλέτα του στην άσφαλτο. Ο Αστ. Ι. Χαπάσιης (Μ.Ε.1), ήταν ο εξεταστής του δυστυχήματος. Κατέθεσε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμ. 1), όπως και το συμμετρικό σχέδιο (Τεκμ.2), τα οποία ετοίμασε ο ίδιος. Και τα δύο σχεδιαγράμματα, μετρήσεις, πορείες, τελικές θέσεις οχημάτων και γενικά τα ευρετήρια επί των εν λόγω τεκμηρίων δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους διαδίκους. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει σε άλλο σημείο της απόφασης μου στη ζωγραφιστή νησίδα που έχει σημειωθεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας του με κίτρινο χρώμα στο Τεκμ. 2. Ο Μ.Ε.1 κατά την κυρίως εξέταση του περιέγραψε τη σκηνή και τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τη στιγμή του δυστυχήματος όπως αποτυπώθηκαν στα σχεδιαγραφήματα του ως ακολούθως τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν και καθίστανται ευρήματα μου:
(1)ότι η απόσταση μεταξύ του Χ και Χ1 επί του Τεκμ. 2 είναι 4,70μ.,
(2)ότι η ορατότητα από το σημείο του ΑΛΤ της οδού Σουλίου προς τα δεξιά ως η πορεία της μοτοσικλέτας και αντιστρόφως ως η πορεία της μοτοσικλέτας προς το ΑΛΤ της οδού Σουλίου είναι 25μ.,
(3)ότι καθ' όλη την πορεία του οχήματος από το σημείο ΑΛΤ της οδού Σουλίου προς την τελική θέση του οχήματος της εναγόμενης που σημειώνεται ως Α1 επί του σχεδιαγραφήματος (Τεκμ. 2), η ορατότητα προς τα δεξιά και αντιστρόφως συνεχίζει να είναι 25μ. και δεν διαφοροποιείται,
(4)ότι το σημείο Χ και Χ1 συνάδουν με τα ίχνη που βρήκε στη σκηνή
(5)ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε οι πορείες των εμπλεκόμενων οχημάτων όπως έχουν τοποθετηθεί στα Τεκμ. 1 και 2 τα οποία ετοίμασε,
(6)ότι οι πορείες επίσης επί του σχεδιαγραφήματος δικαιολογούνται με βάση τα ευρήματα στην σκηνή και τις καταθέσεις. Η άποψη που αποκόμισα από την παρουσία του ΜΕ1 στο εδώλιο είναι πτωχή. Αδικαιολόγητα δεν ήταν ευθύς και δεν απαντούσε με άμεσο και πηγαίο τρόπο, δεν ήταν ακριβής στις τοποθετήσεις του και ενίοτε φάνηκε ότι είχε επιλεκτική μνήμη. Ο μάρτυρας δεν μου προκάλεσε εντύπωση ανεξάρτητου μάρτυρα ως όφειλε να είναι. Το έργο του αστυνομικού εξεταστή ενός δυστυχήματος αρχίζει και τελειώνει στη σκηνή του δυστυχήματος όπου οφείλει να αποτυπώσει τις ορθές παρατηρήσεις και μετρήσεις στο σχεδιαγράφημα του. Είμαι αναγκασμένος να σχολιάσω ειδικά σημεία της μαρτυρίας του από τα οποία αποκόμισα την πιο πάνω εντύπωση αν και τα σχεδιαγραφήματα του (Τεκμ. 1 και 2) και ό,τι αποτυπώθηκαν σε αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που επικρατούσε στη σκηνή του δυστυχήματος και τα αποδέχομαι. Υπήρξαν όμως και σημεία ανεξήγητα μελανά στην προφορική του μαρτυρία τα οποία μου προκάλεσαν την πιο πάνω εντύπωση. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του από τη δικηγόρο του ενάγοντος προσπάθησε να παρουσιάσει το διάκενο το οποίο υπάρχει απέναντι από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου και διαχωρίζει τις δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας της Λ. Αθαλάσσας για να βοηθά τα οχήματα που εξέρχονται από την οδό Σουλίου και θέλουν να πραγματοποιήσουν δεξιά στροφή να εισέλθουν σε αυτή με ασφάλεια και να συνεχίσουν τη πορεία τους επί της Λ. Αθαλάσσας προς την Λ. Ακροπόλεως, ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας, την οποία όπως ισχυρίστηκε μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οχήματα που είχαν την ίδια πορεία με τον ενάγοντα για να κατευθυνθούν δεξιά. Ήταν φανερός ο σκοπός του να παρουσιάσει ότι το σημείο συγκρούσεως Χ1 δεν ήταν επί του διάκενου των δύο εξ αντιθέτου λωρίδων της Λ. Αθαλάσσας παρόλη την αποτύπωση του στο σχεδιαγράφημα που ο ίδιος ετοίμασε και όπου νόμιμα βρισκόταν η εναγόμενη και δεν επιτρεπόταν διακίνηση οχημάτων ως η πορεία του ενάγοντος κάτι που καταδείκνυε την ευθύνη του ενάγοντα όπως θα καταδειχθεί και στη συνέχεια. Υποστήριξε αρχικά ότι υπήρχε δεύτερη "φανταστική" λωρίδα που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα οχήματα που κατευθύνονταν στην Λ. Στροβόλου ως η πορεία του ενάγοντος και είχαν πρόθεση να στρίψουν δεξιά μετά την δεύτερη ζωγραφιστή νησίδα όπου υπάρχουν φώτα τροχαίας. Ανέφερε συγκεκριμένα: α) ότι η Λ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση προς την Λ. Στροβόλου αποτελείται μετά από την ορθογώνια ζωγραφιστή νησίδα που βρίσκεται δεξιά, όταν άτομο βρίσκεται στο ΑΛΤ της οδού Σουλίου, από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, β) ότι απέναντι από την οδό Σουλίου δημιουργούνται δύο λωρίδες κυκλοφορίας για τα οχήματα που κινούνται ως η πορεία του ενάγοντος προς την Λ. Στροβόλου, γ) ότι το ορθογώνιο κουτί που φαίνεται στο Τεκμ. 2 εντός του οποίου βρίσκεται ο αριθμός Β1, συμβολίζει ζωγραφιστή νησίδα στο δρόμο και ότι μετά το κουτί αυτό ξεκινά κανονική δεύτερη λωρίδα για τα οχήματα που κινούνται προς την Λ. Στροβόλου, δ) άθροισε το πλάτος των δύο λωρίδων ως η πορεία του ενάγοντος που κατευθύνονται προς την Λ. Στροβόλου στα 8μ. και 75εκ. παραγνωρίζοντας τη ζωγραφιστή νησίδα και το διάκενο. ε) το Χ1 σημείο σύγκρουσης είναι μέσα στη δεύτερη λωρίδα τη μεσαία που είναι στην Λ. Αθαλάσσας την οποία χρησιμοποιούν τα οχήματα που μπορούν και πρέπει να πηγαίνουν δεξιά, δηλαδή ως η πορεία του ενάγοντος, στ) σε αναφορά στα Τεκμ. 1 και 2 τα οποία ο ίδιος ετοίμασε, όταν του υποδείχθηκε να προσδιορίσει τι συμβολίζει το παραλληλόγραμμο, το οποίο σημειώθηκε από το Δικαστήριο με κίτρινο χρώμα επί του Τεκμ. 2, ήταν φανερή η αρχική του προσπάθεια να μη του δώσει οποιαδήποτε σημασία αναφέροντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Αν ήταν οτιδήποτε θα το σημείωνα και με γράμμα και ονομασία. Ο δρόμος εκεί δεν υπάρχει οτιδήποτε κάτι ως αυτό. Μπορεί να μπήκε κατά λάθος. Έχω ορκιστεί να πω την αλήθεια, αν υπήρχε οτιδήποτε σας βεβαιώνω θα το ονομάτιζα δεν θα το αμελούσα». Στη συνέχεια για το ίδιο ζήτημα και σε υποβολή ότι αποτελεί ζωγραφιστή νησίδα το παραλληλόγραμμο που σημειώθηκε με κίτρινο χρώμα στο Τεκμ. 2, απάντησε χωρίς περιστροφές «Δεν υπάρχει ζωγραφιστή νησίδα» «Τότε δεν υπήρχε κάτι». Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμ. 1 (το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής) που ο ίδιος ετοίμασε και η επίδικη ζωγραφιστή απεικόνιση με διαγώνιες γραμμές, διαφοροποιήθηκε απαντώντας ότι: «ο δρόμος εκεί εκείνη την χρονιά, μιλούμε για το 2009 ήταν κάπως παράξενα διαμορφωμένος έχουμε κάνει παράπονα να διορθωθεί» και εν συνεχεία δέχτηκε τελικά ότι υπήρχε η ζωγραφιστή νησίδα, πλην όμως κατά την άποψη του τη χρησιμοποιούσαν τα αυτοκίνητα που ήθελαν να στρίψουν δεξιά, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο δρόμος δεν ήταν σωστά διαμορφωμένος. Στο τέλος αναγκάστηκε να παραδεχτεί το αυτονόητο, ότι δηλαδή «από την στιγμή που την σημείωσα (εννοούσε την ζωγραφιστή νησίδα) ναι το έχω παραδεχτεί ότι υπάρχει». Ανατρέχοντας στη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντος ως προς το ζήτημα της ύπαρξης της νησίδας και της χρήσης της, διαπιστώνεται η παραδοχή του ότι το άνοιγμα που υπάρχει ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες κυκλοφορίας όπως φαίνονται στο Τεκμ. 2, επιτρέπει μόνο στα οχήματα που εξέρχονται από την οδό Σουλίου να κινηθούν δεξιόστροφα και δεν επιτρέπεται να κινηθούν οχήματα ως η πορεία του. Επισημαίνω ότι ο Μ.Ε.1 δεν κρίνεται γενικά αναξιόπιστος μάρτυρας. Ως προς τα πιο πάνω σημεία της όμως η μαρτυρία του ελέγχεται ως μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα και δεν γίνεται αποδεκτή (για το ζήτημα της αποδοχής μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλου (βλ. Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου v. Δημήτρη Παπαχρυσοστόμου, ως διαχειριστής της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 1360). Ο ενάγων παραδέχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε με 40 Χ.Α.Ω. και ότι η ορατότητα ως η πορεία του προς την πάροδο της οδού Σουλίου και αντιστρόφως είναι 20-25μ. Στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Α), ισχυρίστηκε ότι συνεπεία του τραυματισμού του και της εγκεφαλικής διάσεισης που υπέστη δεν ήταν σε θέση ακόμα και στις 04.08.2009 να περιγράψει στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία τις συνθήκες και/ή τον τρόπο κάτω από τον οποίο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και ισχυρίστηκε ότι άρχισε να θυμάται τις συνθήκες του δυστυχήματος μετά την πάροδο 6 - 7 μηνών. Είναι σημαντικό, ως προς τον ισχυρισμό του αυτό οι αναφορές στο Τεκμ. 11 δηλαδή την Έκθεση Νοσηλείας Ασθενούς του Γ.Ν. Λ/σίας, το οποίο κατατέθηκε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου του, στο οποίο φαίνεται ότι κατά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο κατά την 15.06.2009 υπήρξε σύντομη περιτραυματική αμνησία όπως φαίνεται στα κλινικά ευρήματα εισαγωγής, η οποία σε κάθε περίπτωση κατά την έξοδο του, δύο μέρες αργότερα στις 18.06.2009, όπως φαίνεται κάτω από τον τίτλο «πορεία - έκβαση» ήταν ομαλή και στην διάγνωση εξόδου δεν υπάρχει αναφορά για περιτραυματική αμνησία. Επίσης αυτό επιβεβαιώνεται και από τη δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου όπου αναφέρονται οι οδηγίες που δόθηκαν στον ενάγοντα κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο να μεταφερθεί αμέσως στο ΤΑΕΠ, αν αντιλαμβανόταν απώλεια συνειδήσεως ή σύγχυση. Επομένως είναι ξεκάθαρο ότι αν υπήρχε περιτραυματική αμνησία - σύγχυση κατά την έξοδο ή θα καταγραφόταν στο Τεκμ. 11 εξιτήριο ή θα παρέμενε στο νοσοκομείο και δεν θα εξερχόταν και σίγουρα δεν θα του δίνονταν οδηγίες αν αντιλαμβανόταν σύγχυση να επιστρέψει στο νοσοκομείο. Η επιλεκτική αμνησία του ενάγοντος καταρρίπτεται και από το Τεκμ.6 του δικού του ιατρού του Δρος XXXXX Σιμόπουλου με ημερομηνία 28.12.2009, ο οποίος τον εξέτασε στις 20.06.2009, πέντε δηλαδή ημέρες μετά το ατύχημα στο σπίτι του. Ο Δρ Σιμόπουλος ο οποίος στην 2η σελίδα του πιστοποιητικού του που αναφέρονται τα ευρήματα του δεν αναφέρει πουθενά ότι κατά την 20.06.2009 που τον εξέτασε συνέχιζε να υπάρχει η ισχυριζόμενη περιτραυματική αμνησία. Προκαλεί επίσης απορία το γεγονός ότι ο ενάγων ισχυρίζεται περιτραυματική αμνησία μετά από κτύπημα στο κεφάλι για περίοδο 6 - 8 μηνών από το ατύχημα και όμως δεν εξετάστηκε γι' αυτό το σύμπτωμα του και ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία από κανένα νευρολόγο για πρόβλημα στην κεφαλή και ούτε υποβλήθηκε σε οποιαδήποτε ακτινοδιαγνωστική εξέταση της κεφαλής για ένα τόσο σοβαρό ισχυριζόμενο και παρατεταμένο πρόβλημα υγείας. Ούτε κατά την παραμονή του στο Γ.Ν. Λευκωσίας αλλά ούτε και κατά την παρακολούθηση του από τον Δρα Σιμόπουλο. Ακόμα και όταν αργότερα, όπως ισχυρίζεται, επανήλθε η μνήμη του ουδέποτε έδωσε οποιανδήποτε συμπληρωματική κατάθεση για να αναφερθεί στον τρόπο και τις συνθήκες που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Οι αναφορές του και οι δικαιολογίες του γι' αυτή του την παράλειψη, όταν ρωτήθηκε σχετικά, δεν μπορεί παρά να αποδοθούν σε εκ των υστέρων σκέψεις του. Θα συμφωνήσω δε με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης ότι ο ισχυρισμός του για παρατεταμένη περιτραυματική αμνησία είχε μόνο τον πονηρό σκοπό να αποφύγει να δώσει κατάθεση την δεδομένη στιγμή για τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος και να αποφύγει την επιβεβαίωση ή όχι τη δεδομένη στιγμή του σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος που ετοιμάστηκε από την αστυνομία το οποίο καταδείκνυε ξεκάθαρα την ευθύνη του ως αναφέρεται στην κατάθεση του ΜΕ 1 (Τεκμ. 4). Στην αρχή της αντεξέτασης του προσπάθησε να παρουσιάσει και αυτός όπως και ο ΜΕ 1, το διάκενο απέναντι από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας την οποία μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν οχήματα που είχαν την ίδια πορεία μαζί του. Και αυτά αποσκοπώντας στο να καταδείξει αποκοπή της πορείας του από την εναγόμενη στη δεύτερη κατ' ισχυρισμό του λωρίδα κυκλοφορίας. Στη συνέχεια όμως αναγκάστηκε να παραδεχτεί, ανασκευάζοντας και αυτός την αρχική του θέση, ότι δεν δικαιούται κάποιος που είχε την πορεία του να χρησιμοποιεί το διάκενο που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες όπως φαίνονται στο Τεκμ.
  1. Ήταν φανερή η αρχική προσπάθεια και του ενάγοντος να αλλοιώσει τη σημασία του διάκενου παρουσιάζοντάς το ως δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας. Η μαρτυρία του ενάγοντος ελέγχεται όμως και ως προς τούτο. Όταν έγινε πλέον αντιληπτό ότι δεν μπορεί να προβάλλει τον ισχυρισμό περί αποκοπής της πορείας του εντός λωρίδας κυκλοφορίας όπου θα μπορούσε να διακινείται, πρόβαλε τον ισχυρισμό ως η παρ. 11 και 12 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), ότι μόλις πέρασε το ανήφορο είδε ένα αυτοκίνητο να βγαίνει από την πάροδο της οδού Σουλίου με δεξιά κλίση ως η πορεία του και να μπλοκάρει την αριστερή λωρίδα του δρόμου ως η πορεία του, ενστικτωδώς έστριψε το τιμόνι του δεξιά για να το αποφύγει και αμέσως ευθυγράμμισε την μοτοσικλέτα του και εφάρμοσε τα φρένα του, έχασε όμως τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του η οποία έγειρε στην άσφαλτο ενώ το όχημα αυτό εξακολουθούσε να προχωρά, οπότε και επήλθε η σύγκρουση. Όταν είδε το αυτοκίνητο για πρώτη φορά ενώ ήταν σε κίνηση και εξερχόταν της παρόδου ήταν μακριά σε απόσταση 20 - 25μ. Ο ισχυρισμός αυτός αν και επιτράπηκε η εισαγωγή του στη μαρτυρία ότι δηλαδή προέβη σε ελιγμό δεξιά όταν αντιλήφθηκε το όχημα της εναγόμενης δεν δικογραφείται. Επομένως έστω και αν παρείσφρησε στη μαρτυρία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εξάλλου και αν ακόμα γινόταν δεκτός θα ερχόταν σε αντίθεση με άλλη εκδοχή επί του ίδιου θέματος και θα καθιστούσε τη μαρτυρία ούτως ή άλλως απορριπτέα. Σε σχέση με το ίδιο ζήτημα της πορείας των οχημάτων, όπως αυτές σημειώθηκαν στα Τεκμ. 1 και 2, μπορεί ο ΜΕ 1 να ανέφερε ότι αυτές του υποδείχθηκαν από την ενάγουσα και τη φίλη της, όμως δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή ότι ο ίδιος ο ΜΕ 1 κατά την αντεξέτασή του ανάφερε σε σχετική ερώτηση ότι μέχρι την ημέρα που έδινε μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκαν από οποιονδήποτε οι σημειούμενες πορείες επί του Τεκμ.
  2. Όταν επίσης ρωτήθηκε εάν οι σημειούμενες πορείες επί του Τεκμ. 2 δικαιολογούνται από τα ευρήματα του, απάντησε, και αυτό είναι σημαντικό «Δικαιολογούνται βάση των ευρημάτων και των καταθέσεων» και ότι επίσης βάση των ευρημάτων στη σκηνή του δυστυχήματος υποδεικνυόταν ότι η πορεία του ενάγοντος ήταν η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος και αυτό υποδηλώνει ότι οδηγούσε παρανόμως πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα. Επομένως, η θέση του ενάγοντος αναιρείται από την πιο πάνω θέση του ΜΕ 1 καθιστώντας την θεμελιακή αντίφαση στη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του ενάγοντος ως προς το ζήτημα αυτό. Θα πρέπει δε να επισημανθεί ότι ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος ουδέποτε τέθηκε στον ΜΕ 1 για να τοποθετηθεί ως εξεταστής του δυστυχήματος και εάν δικαιολογείτο από τα ευρήματα επί της σκηνής του δυστυχήματος ότι ο ενάγων προέβη σε απότομο ελιγμό προς τα δεξιά για να αποφύγει την επικείμενη σύγκρουση με το όχημα της εναγόμενης, γεγονός που αποστέρησε την εναγόμενη από του να υποβάλει μια σειρά από τέτοιες ερωτήσεις στον εν λόγω μάρτυρα, αφού το συγκεκριμένο θέμα δεν το κατέστησε επίδικο έγκαιρα. Μάλιστα ο εξεταστής του δυστυχήματος είχε ένα λόγο παραπάνω να δώσει την δική του θέση επί ενός τέτοιου ισχυρισμού. Ως προς το ζήτημα αυτό δεν επιτρέπεται στον ενάγοντα να ζητά να μην γίνει δεκτή η μαρτυρία του δικού του μάρτυρα, σχετική είναι η υπόθεση Νικολάου v. Στυλιανού, κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1727, 1735 όπου υπεδείχθη ότι κάθε διάδικος δεσμεύεται από την μαρτυρία των δικών του μαρτύρων και δεν δικαιούται να τους αμφισβητεί. Βεβαίως δεν παραγνωρίζεται η αρχή, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα The Modern Law Evidence, Arian Keane, 5η έκδοση, σελ. 164, υπό τον τίτλο Unfavourable Witnesses, ότι τέτοιος μάρτυρας δεν είναι εχθρικός και συνεπώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του, αλλά μπορεί να προσκομιστεί άλλη μαρτυρία επί των θεμάτων εκείνων που ο μάρτυρας δεν έφθασε στο ύψος των αναμενόμενων περιστάσεων από τον ενάγοντα (come up to proof). Με αναφορά στην παλιά υπόθεση Ewer v. Ambrose
(1825)3 B & C 746, ο συγγραφέας αναφέρει ότι δεν μπορεί ο διάδικος να προσκομίσει γενική μαρτυρία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν πρέπει να γίνει πιστευτός, δικαιούται όμως να τον αντικρούσει (contradict) με άλλη μαρτυρία. Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα οποιαδήποτε άλλη αντικρουστική μαρτυρία. Αυτό καταδεικνύει ότι ο ισχυρισμός περί ελιγμού ήταν εκ των υστέρων σκέψη του ενάγοντος αφού απέτυχε να προωθήσει ισχυρισμό περί δεύτερης λωρίδας κυκλοφορίας κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία ο Μ.Ε.1. Τα ακλόνητα ευρήματα της σκηνής, όπως τα μήκους 6μ ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας του, τα γδαρσίματα στην άσφαλτο από την μοτοσικλέτα του αλλά και το αδιαμφισβήτητο σημείο σύγκρουσης όπως και οι τελικές θέσεις των οχημάτων που όλα αυτά αρχίζουν από την ζωγραφιστή νησίδα και καταλήγουν στο διάκενο μεταξύ των δύο ζωγραφιστών νησίδων, όπου απαγορευόταν η χρήση τους από τον ενάγοντα, δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής του νέου αυτού ισχυρισμού και απορρίπτεται Όμως, η δεύτερη αυτή εκδοχή του ενάγοντος περί ελιγμού στα δεξιά για να δικαιολογήσει τη θέση του πάνω στη ζωγραφιστή νησίδα και στο απαγορευμένο διάκενο για οχήματα της πορείας του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι προσπερνούσε προπορευόμενα του οχήματα αντικανονικά από δεξιά και επί σημείου που απαγορευόταν το προσπέρασμα, αφού υπήρχε η ζωγραφιστή νησίδα και πλησίαζε σε συμβολή δρόμων, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Δεν χρειάζεται δε εμπειρογνωμοσύνη για να αποδειχθεί αυτό. Αρκεί ο υπολογισμός της ταχύτητας με τις αποστάσεις όπως φανέρωσε η μαρτυρία και τον οποίο εισηγούνται οι συνήγοροι της εναγόμενης και τον οποίο βρίσκω ορθό και τούτο γιατί ο ενάγων δέχτηκε ότι κινείτο πριν το δυστύχημα με 40ΧΑΩ δηλαδή με 11,11μ το δευτερόλεπτο, όπως ήταν και στη συνέχεια η μαρτυρία του κ. Αγαθαγγέλου (ΜΥ2). Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ανάφερε ότι είδε την ενάγουσα να εξέρχεται από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου από απόσταση 20 - 25μ, τότε την απόσταση αυτή πριν την σύγκρουση την διένυσε σε 2,2 δευτερόλεπτα. Ακόμα και σε 2,2 δευτερόλεπτα που είναι η καλύτερη περίπτωση για τον ενάγοντα αφού αυτός στην γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), αναφέρει ότι όλα έγιναν μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, παρόλο που στην συνέχεια προσπάθησε κατά την αντεξέτασή του να το ανασκευάσει και ότι επρόκειτο για σχήμα λόγου η αναφορά του για κλάσματα δευτερολέπτου, πώς είναι δυνατόν σε αυτό το ουσιαστικά μηδενικό χρόνο: (α) να είδε το όχημα της ενάγουσας δηλ. τον κίνδυνο, να σκέφτηκε (thinking distance), (β) να προέβη σε ελιγμό προς τα δεξιά, (γ) να ευθυγράμμισε τη μοτοσικλέτα του και (δ) να πάτησε τα φρένα του κινήσεις που ήταν αδύνατο να λάβουν χώρα στον πιο πάνω χρόνο. Μάλιστα, κατά την αντεξέτασή του όταν πιέστηκε και ερωτήθηκε να πει στο Δικαστήριο πόση απόσταση διένυσε μετά τον ελιγμό όταν ευθυγράμμισε τη μοτοσικλέτα του και μέχρι να πατήσει τα φρένα, εντέχνως δεν απάντησε αναφέροντας «τα πράγματα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν μπορώ εγώ να μετρήσω την απόσταση, δεν ξέρω πραγματικά, δεν αντιλαμβάνομαι τι περιμένετε από εμένα να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα». Συμφώνησε όμως με τα σημεία Χ, Χ1 και τα ίχνη τροχοπέδησης επί του σχεδιαγραφήματος. Σχολιάζοντας δε την παρ. 13 της γραπτής του δήλωσης όπου ο ενάγων αφήνει την εντύπωση ότι είδε την εναγόμενη να βρίσκεται στο ΑΛΤ της οδού Σουλίου, εντούτοις κατά την αντεξέτασή του και αφού προηγουμένως είχε σημειώσει με κόκκινο χρώμα επί του Τεκμ. 2 τη θέση που είδε για πρώτη φορά την εναγόμενη, δέχτηκε ότι δεν την είδε να είναι στο ΑΛΤ της οδού Σουλίου αλλά βρισκόταν όπως είπε σε κίνηση και πιο μπροστά επί του σημείου Χ όπως το σημείωσε με κόκκινο χρώμα επί του Τεκμ. 2 και ο ίδιος ήταν σε απόσταση 20 - 25μ. Πρόκειται εν τέλει για ισχυρισμό που δεν μπορεί να γίνει δεκτός υπό οποιανδήποτε σκοπιά και αν αυτός ειδωθεί. Γι' αυτό και απορρίπτεται. Ως τελικό συμπέρασμα και εύρημα μου για την οδική συμπεριφορά του ενάγοντος προκύπτει ότι αυτός αντί να αναμένει τα προπορευόμενα του οχήματα επιχείρησε να τα προσπεράσει, βαίνοντας επί απαγορευμένης νησίδας, χωρίς να έχει πλήρη εποπτεία του δρόμου ως προς την πορεία του, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια τη δική του και των άλλων οδηγών που χρησιμοποιούσαν εκείνη τη στιγμή στο συγκεκριμένο σημείο και ασφαλώς αυτή της εναγόμενης. Βρίσκω ότι ο ενάγων (ΜΕ2), όπως τον αντιλήφθηκαν κατά τη διάρκεια της διά ζώσης μαρτυρίας του, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ελέγχεται ποικιλοτρόπως ως προς τις περιγραφές που έκαμνε καθώς δεν απαντούσε με ευθύτητα, με άμεσο και πηγαίο τρόπο, είχε επιλεκτική μνήμη και περιέπεσε σε σοβαρές και ουσιώδεις αντιφάσεις ως καταγράφηκαν πιο πάνω και για τούτο δεν γίνεται αποδεκτή ως αληθινή και αξιόπιστη. Τελικά δεν κρίνεται ικανή να με οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα ως προς τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα για τούτο και απορρίπτεται. Η εναγόμενη σε σχέση με τις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα αφού αναγνώρισε την υπογραφή της επί του Τεκμ. 1 και επί της γραπτής κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία (Τεκμ.3), ανέφερε ότι η ίδια οδηγούσε το όχημα της επί της οδού Σουλίου με κατεύθυνση προς την Λ. Αθαλάσσας με συνοδηγό την φίλη της XXXXX. Φθάνοντας στο ΑΛΤ της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας, σταμάτησε το όχημα της πριν από το ΑΛΤ της πορείας της και βρισκόταν σε στάση αναμονής για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή στην Λ. Αθαλάσσας. Καθ' ον χρόνο βρισκόταν σε αναμονή στο ΑΛΤ της πορείας της, έμπροσθεν της επί της Λ. Αθαλάσσας κινήθηκαν αρκετά οχήματα. Ανάφερε ότι το σημείο της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας, η Λ. Αθαλάσσας αποτελείται από δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας μία για κάθε κατεύθυνση. Απέναντι από την οδό Σουλίου, υπάρχει διάκενο ανάμεσα σε δύο ζωγραφιστές νησίδες που επιτρέπει στα οχήματα ως η πορεία που ακολουθούσε, δηλαδή αυτά που εξέρχονται από την οδό Σουλίου να πραγματοποιήσουν δεξιά στροφή για να εισέλθουν στην Λ. Αθαλάσσας και να κατευθυνθούν προς την Λ. Ακροπόλεως (προς τα φώτα «Καλησπέρα»). Καθώς ανέμενε στο ΑΛΤ της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας για να εισέλθει με ασφάλεια σ' αυτή με δεξιά στροφή, όχημα που ερχόταν από τα δεξιά της, σταμάτησε και την άφησε να μπει στην Λ. Αθαλάσσας. Πίσω του οχήματος που σταμάτησε είχαν σταματήσει και άλλα οχήματα. Αφού ήλεγξε ξανά την κίνηση στην Λ. Αθαλάσσας εκκίνησε και προχώρησε στο διάκενο ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες που χωρίζει τις δύο εξ αντιθέτου λωρίδες της Λ. Αθαλάσσας, όπου νόμιμα έθεσε το όχημα της σε αναμονή μέχρι να ελευθερωθεί ο δρόμος από τα αριστερά της για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή και να κατευθυνθεί προς την Λ. Ακροπόλεως. Αφού ο δρόμος από τα αριστερά της ελευθερώθηκε, δηλαδή δεν έρχονταν οχήματα, μόλις εκκίνησε άκουσε ένα κτύπημα στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος της και ακολούθως ένα δεύτερο και αμέσως ακινητοποίησε το όχημα της. Αμέσως κατέβηκε από το όχημα της τόσο εκείνη όσο και η συνοδηγός της και είδαν κάτω στην άσφαλτο ένα μοτοσικλετιστή και την μοτοσικλέτα του να βρίσκεται σφηνωμένη στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος της. Τα οχήματα τους μετά τη σύγκρουση δεν μετακινήθηκαν μέχρι που στο μέρος του δυστυχήματος ήρθε αστυνομικός της Τροχαίας Λευκωσίας. Στην παρουσία της ο αστυνομικός της Τροχαίας ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, με το οποίο συμφώνησε και το υπέγραψε. Στη σκηνή επίσης κατέφθασε ασθενοφόρο το οποίο παρέλαβε τον μοτοσικλετιστή. Ανέφερε ότι όταν εκκίνησε για να εξέλθει από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου, μετά που της έδωσε προτεραιότητα όχημα που ερχόταν από δεξιά της, έλεγξε την τροχαία κίνηση στα δεξιά της και δεν είδε να έρχεται οποιαδήποτε μοτοσικλέτα. Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε τη μοτοσικλέτα όταν αυτή κτύπησε στο όχημα της. Το όχημα το οποίο της έδωσε προτεραιότητα για να εισέλθει στην Λ. Αθαλάσσας μετά που εξήλθε από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου και κινήθηκε προς το διάκενο, ανάμεσα στις δύο νησίδες που χωρίζουν τις δύο εξ αντιθέτου λωρίδες κυκλοφορίας της Λ. Αθαλάσσας, συνέχισε την πορεία του και δεν ήταν δυνατός ο εντοπισμός του μετά το δυστύχημα. Η εναγόμενη αρνήθηκε τον ισχυρισμό του ενάγοντος που αναφέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως του, ότι την ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρει η εναγόμενη για τον λόγο ότι απέκοψε απότομα και ξαφνικά την πορεία της μοτοσικλέτας και επανέλαβε ότι ουδεμία ευθύνη φέρει για το δυστύχημα. Η αντεξέταση της εναγόμενης υπήρξε έντονη, επίμονη και μακρά. Εντούτοις παρέμεινε σταθερή στη θέση της χωρίς να περιπέσει σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση σε σχέση με τα όσα ανάφερε στην κυρίως εξέταση της επαναλαμβάνοντας την εκδοχή της. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν πόσο μπορούσε να δει στα δεξιά της, δέχτηκε όμως ότι υπήρχε περιορισμένη ορατότητα λόγω υψομετρικής διαφοράς σε κάποιο σημείο του δρόμου και όταν της υποβλήθηκε ότι στα δεξιά της έβλεπε μόνο 25μ. απάντησε ότι δεν μπορεί ούτε να συμφωνήσει ούτε να διαφωνήσει. Επανέλαβε τη θέση της ότι μπήκε και προχώρησε σιγά - σιγά βλέποντας μπροστά της μέχρι που έφτασε και έθεσε το όχημα της σε αναμονή στο διάκενο. Στη συνέχεια έλεγξε το δρόμο από αριστερά της για να μπορέσει να εισέλθει με δεξιά στροφή στην λωρίδα κυκλοφορίας στην Λ. Αθαλάσσας που οδηγεί προς την Λ. Ακροπόλεως και αφού ο δρόμος ελευθερώθηκε τότε εκκίνησε και αμέσως έγινε το δυστύχημα. Όταν ρωτήθηκε πώς γνωρίζει ότι ο ενάγων οδηγούσε στη ζωγραφιστή νησίδα αφού δεν τον είδε πριν το δυστύχημα, απάντησε ότι αν ο ενάγοντας οδηγούσε κανονικά στην λωρίδα του λόγω της πολλής κίνησης και λόγω του ότι όχημα εκ δεξιών της, την άφησε να εισέλθει στην Λ. Αθαλάσσας και πίσω του υπήρχαν άλλα οχήματα που σταμάτησαν και αυτά, και αν ο ενάγων ήταν στην λωρίδα του θα τον έβλεπε αφού κατά την έξοδο της από την οδό Σουλίου είχε ελέγξει προηγουμένως δεξιά της για να κινηθεί με ασφάλεια και δεν υπήρχε μοτοσικλέτα. Είναι δε γεγονός ότι κατά την αντεξέταση της μάρτυρος παρατηρήθηκε το ακόλουθο "παράδοξο", όπως ορθά χαρακτηρίστηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της εναγόμενης, ότι δηλαδή η θέση του ενάγοντος μετά την εγκατάλειψη της πρώτης προβαλλόμενης εκδοχής του, ότι υπήρξε δεύτερη λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του, ήταν ότι ενώ βρισκόταν κανονικά στην λωρίδα κυκλοφορίας του η εναγόμενη εξήλθε από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου με αποτέλεσμα να του αποκόψει την πορεία του, αναγκάζοντας τον να κάνει ελιγμό προς τα δεξιά και να βρεθεί πάνω στην ζωγραφιστή νησίδα, υποβλήθηκαν στην εναγόμενη μια σειρά από ερωτήσεις όπως ότι κατά την στιγμή που εισήλθε στο διάκενο που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες δεν έλεγξε δεξιά το δρόμο, δηλαδή τη ζωγραφιστή νησίδα που βρισκόταν δεξιά της, διότι αν το έλεγχε όπως της υποβλήθηκε, θα έβλεπε τη μοτοσικλέτα. Πράγματι συνιστά μια τρίτη εκδοχή για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα εκ μέρους του ενάγοντος και παραδοχή εκ μέρους του ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν βρισκόταν στην λωρίδα του αλλά ότι προσπερνούσε προπορευόμενα οχήματα του από τη δεξιά πλευρά, κάνοντας χρήση της ζωγραφιστής νησίδας. Αλλά και σε αυτή την ερώτηση η εναγόμενη ήταν σταθερή στην απάντηση της, ότι δηλαδή δεν είδε μοτοσικλέτα πριν να γίνει η σύγκρουση στο όχημα της. Έγινε επίσης προσπάθεια από πλευράς του ενάγοντος να υποβληθεί στην εναγόμενη ότι εκ της θέσεως της, όταν βρισκόταν σε αναμονή στο διάκενο ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες, ότι είχε μπλοκάρει από το πλάτος 5,20μ της λωρίδας κυκλοφορίας της Λ. Αθαλάσσας που οδηγεί προς την Λ. Στροβόλου, κατά 20 - 30 εκ. με σκοπό να καταδειχτεί η ισχυριζόμενη αποκοπή πορείας. Η απάντηση της εναγόμενης δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης της «Αν μπλοκαρίστηκε η πρώτη λωρίδα πώς τα άλλα αυτοκίνητα θα περνούσαν; Το αυτοκίνητο ήταν στο διάκενο, τα αυτοκίνητα μπορούσαν να περάσουν. Η μοτοσικλέτα όπως ερχόταν, γιατί λέει η κυρία (η δικηγόρος του ενάγοντα) δεν ερχόταν από την ζωγραφιστή νησίδα, δεν μπορούσε να περάσει που την λωρίδα κανονικά;» Σύμφωνη με τις πιο πάνω θέσεις της ήταν φυσιολογική η άρνησή της σε υποβολή ότι η μοτοσικλέτα κινείτο στην λωρίδα της και όταν βγήκε απότομα μέσα στον δρόμο αναγκάστηκε να πάει δεξιά για να την αποφύγει, με την οποία διαφώνησε και διαφώνησε επίσης με τη θέση ότι την είδε ο ενάγων μοτοσικλετιστής από τα 25μ. και ξεκίνησε να πατά φρένα για να την αποφύγει και η ίδια δεν πήρε χαμπάρι απαντώντας «Διαφωνώ γιατί αν ήταν στην λωρίδα όπως λέει πως θα με άφηνε ο άνθρωπος από τα δεξιά μου να μπω ο οποίος είχε και άλλα οχήματα πίσω του; Αν υπήρχε μοτοσικλέτα δεν θα με άφηνε ο άνθρωπος που με άφησε». Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι εισήλθε από την οδό Σουλίου χωρίς να ελέγξει με επάρκεια και ικανοποιητικά ότι δεν υπήρχε άλλη τροχαία κίνηση ερχόμενη από τα φώτα «Καλησπέρα» προς τα φώτα της Αστυνομίας Στροβόλου. Η εναγόμενη (ΜΥ 1), μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος και κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν αποπειράθηκε ούτε για μια στιγμή να προσφύγει στην υπερβολή ή στο ψεύδος με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της. Απαντούσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πηγαίο τρόπο χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις για τον τρόπο που η ίδια αντιλήφθηκε ότι επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα παρά την έντονη, επίμονη και μακρά αντεξέταση που υπέστη. Η φυγή και η μη ανεύρεση του οχήματος και του οδηγού που της έδωσε την ευκαιρία να εισέλθει στην Λεωφ. Αθαλάσσας, δεν μειώνει καθόλου την αξιοπιστία της εναγόμενης εφόσον υπό τις συνθήκες που επεσυνέβη το δυστύχημα δεν ήταν καθόλου παράδοξο το όχημα αυτό, εφόσον του δόθηκε η ευκαιρία να φύγει από τα αριστερά του οχήματος της εναγόμενης να το έκαμε, με ενδεχόμενο μάλιστα να μην αντιλήφθηκε καν τη σύγκρουση που επακολούθησε. Η μαρτυρία της εναγόμενης κρίνεται ως πηγαία και αληθινή και συνάμα αξιόπιστη. Προκύπτει καθαρά από αυτή ο τρόπος που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, αφού παρέμεινε σταθερή από την αρχή μέχρι το τέλος της μαρτυρίας της. Μικρές ενδεχομένως αντιφάσεις στη μαρτυρία της όπως τονίζει και η νομολογία (βλ. Γεωργίου v. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ σελ.515) όπου λέχθηκε ότι μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία σε υποθέσεις που εξελίσσονται ανεπάντεχα, είναι αναμενόμενες και αναπόφευκτες. Πρόκειται, άλλωστε για αποσπασματικές αναφορές σε επουσιώδη γεγονότα, που δεν επιδρούν και να επηρεάζουν το βασικό άξονα της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Τέτοια μαρτυρία ενισχύει τη δύναμη της μαρτυρίας, γιατί καταδεικνύουν ότι αυτή δεν την προσχεδίασε, ήταν πηγαία και στην παρούσα περίπτωση επιπλέον δικαιολογείται και από το γεγονός ότι παρήλθαν έντεκα
(11)χρόνια από το επίδικο δυστύχημα. Το γνήσιο της μαρτυρίας της επιβεβαιώνεται τόσο από τα αντικειμενικά ευρήματα της σκηνής όπως αποτυπώνονται στα Τεκμ. 1 και 2 όπως και από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα και αναλυτή τροχαίων ατυχημάτων κ. XXXXX Αγαθαγγέλου (ΜΥ2), στη μαρτυρία του οποίου θα γίνει αναφορά στη συνέχεια. Ο κ. XXXXX Αγαθαγγέλου (ΜΥ2), κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με την ανάλυση και αναπαράσταση τροχαίων δυστυχημάτων και τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν. Είχε στο μεταξύ καταθέσει ως Τεκμ. 12 -20 σειρά πιστοποιητικών και διπλωμάτων που απέκτησε σε σχέση με την εκπαίδευση του και αναφερθεί στη μακρόχρονη πρακτική του. Ο κ. Αγαθαγγέλου κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας για να απαντήσει βασικά μόνο στο ερώτημα εάν ο ενάγων κατά την στιγμή που η εναγόμενη εκκινούσε από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας της. Εξήγησε ότι για να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα χρειαζόταν τα εξής απλά στοιχεία: (α) την ορατότητα της εναγόμενης όταν βρισκόταν στο ΑΛΤ της οδού Σουλίου προς τα δεξιά της από όπου και ερχόταν ο μοτοσικλετιστής, (β) την ταχύτητα της μοτοσικλέτας πριν το ατύχημα, (γ) την απόσταση των ιχνών τροχοπέδησης και την απόσταση από το Χ μέχρι το Χ1 όπως φαίνεται στο σχεδιαγράφημα του εξεταστή του δυστυχήματος (Τεκμ. 2) και (δ) την απόσταση σκέψεως (thinking distance) του μοτοσικλετιστή. Εξήγησε τη μελέτη στην οποία προέβη ως ακολούθως: Παίρνοντας ως δεδομένα τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία παρέμειναν αναμφισβήτητα κατάληξε στα συμπεράσματα του όπως τα καταγράφει στη Γραπτή Δήλωση του (Έγγραφο 3) ως ακολούθως «Παίρνω στην συγκεκριμένη περίπτωση το 1.5 δευτερόλεπτο ως χρόνο αντίδρασης του οδηγού της μοτοσικλέτας. Όταν έχουμε ταχύτητα 40 ΧΑΩ διαιρούμε / 3,6 μέτρα το δευτερόλεπτο και καταλήγουμε ότι η μοτοσικλέτα πριν το δυστύχημα κινείτο με 11,11 μέτρα το δευτερόλεπτο. Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο αντίδρασης που χρειάζεται ο μοτοσικλετιστής, δηλαδή τα 1.5 δευτερόλεπτα τα οποία πολλαπλασιάζουμε με 11,11m μέτρα το δευτερόλεπτο που κινείτο η μοτοσικλέτα, μας δίνει την απόσταση σκέψεως του οδηγού (thinking distance), που ήταν 16,67 μέτρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εάν στα 16,67m που αποτελεί την απόσταση σκέψεως του μοτοσικλετιστή προσθέσουμε το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης που είναι 6m όπως και την απόσταση από το Χ μέχρι το Χ1 που είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος με την μοτοσικλέτα 4,70m, θα καταλήξουμε ότι κατά τον χρόνο που το όχημα KQN 230 βρισκόταν στην τελική του θέση, ήτοι στο Α1 ως το σχεδιάγραμμα, βρισκόταν σε απόσταση 27,37m, δηλαδή εκτός του πεδίου ορατότητας της οδηγού του οχήματος. Εάν λάβουμε υπόψη ότι στην τελική θέση του οχήματος Α1, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα, η ορατότητα πάλι δεξιά και αντιστρόφως είναι 25m, όπως ο ΜΕ 1 εξεταστής του δυστυχήματος ανάφερε, τότε η μοτοσικλέτα όταν το όχημα εκκινούσε από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόσταση από 27,37m γιατί θα πρέπει να λάβει κάποιος υπόψη και τον οποιοδήποτε χρόνο χρειάστηκε το όχημα να διανύσει την απόσταση από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου μέχρι την τελική του θέση που φαίνεται με το σημείο Α1 επί του σχεδιαγράμματος». Κατά την αντεξέτασή του ο ΜΥ2 διευκρίνισε ότι δεν προέβη σε αναπαράσταση του δυστυχήματος παρά μόνο εργάστηκε για να απαντήσει το συγκεκριμένο ερώτημα που του τέθηκε, δηλαδή εάν ο ενάγων ενέπιπτε στο πεδίο ορατότητας της εναγόμενης καθ' όν χρόνο εκκινούσε από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου. Για τον σκοπό αυτό είχε στην κατοχή του όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούσε να εργαστεί και να καταλήξει σε συμπέρασμα. Η προσπάθεια της ευπαίδευτης συνηγόρου του ενάγοντος κατά την αντεξέταση του ΜΥ2 να αμφισβητηθούν οι παράμετροι που έλαβε υπόψη του ως δεδομένα για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, κρίνω ότι απέτυχε καθότι όλα τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη πλην της απόστασης σκέψεως (thinking distance) η οποία δεν αμφισβητήθηκε από τη δικηγόρο του ενάγοντα κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την μαρτυρία που δόθηκε από την πλευρά του ενάγοντος και επομένως δεν θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Η εισήγηση επίσης της κας Ερωτοκρίτου ότι στους υπολογισμούς του ΜΥ2 δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η απόσταση των 4,70μ. από το Χ έως το Χ1 γιατί, ως ισχυρίστηκε, κατά την απόσταση αυτή η μοτοσικλέτα πήγαινε ακυβέρνητη και είναι άσχετη η απόσταση αυτή, δεν μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης εφόσον ήταν από τη θέση Χ1 την τελική δηλαδή θέση του οχήματος της εναγόμενης που γίνεται αντίστροφα η μέτρηση προς την πορεία που ερχόταν ο ενάγοντας για να βρεθεί η ορατότητα. Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων με μαρτυρία που προσέφερε στο Δικαστήριο καθόρισε, και δεν αμφισβητήθηκε από την εναγόμενη, ότι καθ' όλη την πορεία της εναγόμενης από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου μέχρι το Α1 δεξιά και αντιστρόφως η ορατότητα ήταν και παρέμενε 25μ. Ούτε η υποβολή στον ΜΥ2 ότι η απόσταση από το Χ έως το Χ1 που η μοτοσικλέτα ήταν ακυβέρνητη αποτελεί χρόνο αντίδρασης του οδηγού μπορεί να τύχει θετικής αντίκρισης και δέχομαι προς τούτο την απάντηση που έδωσε ο ΜΥ2, ότι ο χρόνος αντίδρασης του μοτοσικλετιστή καθορίζεται από την έναρξη των ιχνών τροχοπέδησης του και στην συγκεκριμένη περίπτωση από το πάτημα των φρένων του. Παρόμοια αντικρίζεται και η θέση της πλευράς του ενάγοντος ότι όταν αυτός αντιλήφθηκε την είσοδο του οχήματος της εναγόμενης στο δρόμο βρισκόταν 22,37μ πριν από το Χ και μάλιστα υπέβαλε στον μάρτυρα ότι το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης σε πλήρη αντίθεση με το ευρετήριο του Τεκμ. 2 και την όλη μαρτυρία που προηγήθηκε από την πλευρά του ενάγοντος ότι το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων είναι το Χ1. Επομένως, καταλήγω ότι είναι ορθή τη θέση του ΜΥ2, ότι η αρχή της οποιασδήποτε μέτρησης είναι το σημείο Χ1 και όχι το Χ γιατί εκεί βρισκόταν η εναγόμενη. Στη βάση όλων των πιο πάνω αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ2 η οποία προέρχεται από ειδικό ως προς το ζήτημα που κλήθηκε να καταθέσει. Ο μάρτυρας στάθηκε σταθερός και πειστικός με τις απαντήσεις του καταδεικνύοντας τις ειδικές γνώσεις που διαθέτει ως προς το αντικείμενο για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει. Κρίνω ότι η μαρτυρία του μπορεί να σταθεί βοηθητική για να καταλήξω στα ορθά συμπεράσματα μου ως προς το ζήτημα της ευθύνης και για τούτο γίνεται αποδεκτή. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΕ ΑΥΤΗ: Κανονισμός 58
(2)(δ) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς του 1984, ΚΔΠ 66/84, διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)- κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- (α).. (β).. (γ).. (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιονδήποτε δρόμο ή με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής διοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας.» Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του κανονισμού 2 των ως άνω Κανονισμών: «σήμα τροχαίας» σημαίνει «σημαίνει οιονδήποτε αντικείμενον η μέσον (μονίμως τοποθετημένον ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν, προς μετάδοσιν εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ωρισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένον επί του οδοστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων». Περαιτέρω ο Κανονισμός 58
(4)α) των ίδιων κανονισμών προνοεί ότι: «
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει- (α) Να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό». Στο σύγγραμμα Π. Αρτέμη και Α. Ερωτοκρίτου, Υποθέσεις Οδικής Αμέλειας (Λευκωσία 1996) στη σελ. 1073 γίνεται αναφορά στη σημασία των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών στον προσδιορισμό της αμελούς οδήγησης ως ακολούθως: «Η θεσμοθέτηση κανονισμών σχετικά με τον ορθό τρόπο οδήγησης όχι μόνο δεν καταργεί την νομολογία του κοινοδικαίου για τον τρόπο οδήγησης του λογικού συνετού οδηγού αλλά μάλλον την επιβεβαιώνει. Οι κανονισμοί οδήγησης αποτελούν επιπρόσθετο αυτοτελές κριτήριο για την ύπαρξη ή όχι αμέλειας αφού έχουν ως βάση την ασφαλή οδήγηση ώστε να μην προκαλείται ζημιά σε άλλους που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Έτσι η παράβαση κανονισμών μπορεί τις περισσότερες φορές να αποτελεί εκ πρώτης όψης μαρτυρία για την ύπαρξη αμέλειας». Στην υπόθεση Ευστράτιος Δημητρίου v. Γιαννάκης Ζήνωνος
(2006)1 Α.Α.Δ. 559, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η οδήγηση του οχήματος που προσπερνούσε, στη δεξιά πλευρά του δρόμου, συνιστούσε από μόνη της αμέλεια και συγκεκριμένα ανάφερε τα ακόλουθα: «Δεν συμφωνούμε με τη συλλογιστική του εφεσείοντα. Το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, προσπερνούσε το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Λάμπρου, είναι λογικό και αναμενόμενο υπό τις περιστάσεις. Είναι παραδεκτό, αλλά και φανερό και από το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, ότι οδηγούσε σαφώς στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, με μεγαλύτερη ταχύτητα από αυτή του προπορευόμενου οχήματος. Αυτό σημαίνει ότι προσπερνούσε. Συνεπώς, ο εφεσείων ορθά βρέθηκε, σε κάποιο ποσοστό που δεν καθορίζεται στην πρωτόδικη απόφαση, ένοχος αμέλειας. Προσπερνούσε το άλλο όχημα αφ' ενός, χωρίς να είναι βέβαιος ότι ήταν ασφαλές να το πράξει και από την άλλη, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε ένδειξη για την πρόθεσή του αυτή....... Όμως, η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι ο εφεσείων προσπερνούσε ήταν εκ του περισσού. Από τη στιγμή που οδηγούσε στη δεξιά πλευρά του δρόμου, ενώ υπήρχε στη σκηνή και άλλο αυτοκίνητο, παρέβαινε την αρχή ότι κάθε οδηγός θα πρέπει να οδηγεί το όχημά του στην άκρα αριστερή πλευρά του δρόμου». Στην υπόθεση Karaolis and another v. Charalambous
(1976)1 C.L.R. 310, ο εναγόμενος - εφεσείοντας προσπερνώντας σειρά αυτοκινήτων που ήταν ακίνητα στην εξωτερική λωρίδα του δρόμου λόγω συμφόρησης της τροχαίας συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εναγόμενου 3 που εισερχόταν αργά στον κύριο δρόμο από πάροδο στα αριστερά και μετά κτύπησε μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων σε αντίθετη κατεύθυνση στον κύριο δρόμο, την Λ. Στασίνου στην Λευκωσία. Το εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εναγόμενος 1 βρέθηκε αποκλειστικά υπεύθυνος γιατί προσπερνούσε σε άσπρη συνεχή γραμμή σειρά οχημάτων οδηγώντας έτσι στην λανθασμένη πλευρά του δρόμου (queue jumping), θεωρώντας πως ο εναγόμενος 3 θα έπρεπε να αναμένεται να προβλέψει την ενέργεια του εναγόμενου 1. Στην υπόθεση H.L. Motoworks (Willesday) Ltd v. Alwahbi,
(1977)R.T.R 276 αποδόθηκε αποκλειστική ευθύνη στο μοτοσικλετιστή που προσπέρασε δύο σταματημένα οχήματα που βρίσκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και ο ίδιος κρατούσε την δεξιά πλευρά του δρόμου που χωριζόταν με άσπρη γραμμή ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου που ξεπρόβαλε από την πάροδο προχώρησε σιγά σιγά με προσοχή. Στην υπόθεση Petrou v. Socratous and another,
(1988)1 C.L.R. 595, ο εφεσίβλητος - ενάγοντας περίμενε σε πάροδο για να βρει ευκαιρία για να εισέλθει στην Λ. Στροβόλου με πρόθεση να στρίψει δεξιά, η λεωφόρος εκείνη την στιγμή είχε πυκνή τροχαία κίνηση και από τις δύο κατευθύνσεις. Σε κάποιο στάδιο ένα από τα αυτοκίνητα στην ουρά προς Λευκωσία σταμάτησε για να επιτρέψει στον ενάγοντα να εισέλθει στον κύριο δρόμο. Το ίδιο έκανε και άλλο αυτοκίνητο στην ουρά αυτοκινήτων στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο ενάγοντας προχώρησε σιγά για να εισέλθει στην λεωφόρο. Την ίδια στιγμή όμως ο εφεσείοντας - εναγόμενος μοτοσικλετιστής που προσπερνούσε από τα δεξιά την ουρά των σταματημένων αυτοκινήτων προς Λευκωσία συγκρούστηκε με τον ενάγοντα. Το εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η ευθύνη καταμερίστηκε κατά 70% στο μοτοσικλετιστή που προσπερνούσε από τα δεξιά την ουρά σταματημένων αυτοκινήτων και το 30% στον οδηγό του αυτοκινήτου που εξερχόταν από την πάροδο στον κύριο δρόμο. (Σημειώνεται ότι στην υπόθεση αυτή δεν υπήρχε άσπρη συνεχής διαχωριστική γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα με την οποία απαγορευόταν το προσπέρασμα). Στην υπόθεση Παύλου v. Σάββα, κ.ά.,
(1989), το εφετείο καταμέρισε την ευθύνη κατά 1/3 στον οδηγό του οχήματος που εξήλθε από την πάροδο και θα πραγματοποιούσε δεξιά στροφή και κατά 2/3 στον οδηγό του αυτοκινήτου που οδηγούσε στον κύριο δρόμο και προσπερνούσε από τα δεξιά σταματημένα οχήματα (σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε άσπρη συνεχής διαχωριστική γραμμή ή ζωγραφιστή νησίδα με την οποία απαγορευόταν το προσπέρασμα). Τα γεγονότα της υπόθεσης Βίκη v. Νεοφύτου 1 Α.Α.Δ. 1990 σελ. 335, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος διαφέρουν κατά πολύ από τα γεγονότα της παρούσας τόσο σε σχέση με το τι επιχειρούσε να κάνει ο εφεσείοντας όσο και η κατάσταση στη σκηνή αν και οι αρχές που αναφέρονται σ' αυτή όπως και στην Χρίστου v. Χρίστου
(2015)1(Β) ΑΑΔ 1527 διαχρονικά εφαρμόζονται από τα Δικαστήρια μας. Διεξήλθα επίσης με προσοχή τις υπόλοιπες αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε η ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντος ως προς το ζήτημα της ευθύνης και του επιμερισμού της. Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας καταλήγω και καθίστανται ευρήματα μου ότι η εναγόμενη φτάνοντας στο ΑΛΤ της συμβολής της οδού Σουλίου με την Λ. Αθαλάσσας σταμάτησε και βρισκόταν σε στάση αναμονής για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή στην Λ. Αθαλάσσας για να κατευθυνθεί προς την Λ. Ακροπόλεως. Όχημα που ερχόταν εκ δεξιών της, σταμάτησε και της έδωσε προτεραιότητα να μπει στην Λ. Αθαλάσσας. Η εναγόμενη προσεκτικά και σιγά σιγά εκκίνησε και προχώρησε και έθεσε το όχημα της σε νόμιμη αναμονή στο διάκενο που βρίσκεται ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες στο συγκεκριμένο σημείο απέναντι από την συμβολή που χωρίζει τις δύο εξ' αντιθέτου λωρίδες της Λ. Αθαλάσσας, μέχρι να ελευθερωθεί ο δρόμος από αριστερά της για να εισέλθει με ασφάλεια με δεξιά στροφή στην λωρίδα της Λ. Αθαλάσσας με κατεύθυνση προς την Λ. Ακροπόλεως. Από το σημείο εκκίνησης της εναγόμενης, από το ΑΛΤ της οδού Σουλίου μέχρι που έθεσε το όχημα της νόμιμα σε αναμονή στο διάκενο ανάμεσα στις δύο ζωγραφιστές νησίδες, ο ενάγων δεν βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας της. Και αυτό δικαιολογεί το γεγονός ότι η εναγόμενη πριν τη σύγκρουση δεν είδε τον ενάγοντα. Αφού αριστερά της ο δρόμος ελευθερώθηκε δηλαδή δεν έρχονταν οχήματα μόλις αυτή εκκίνησε, η μοτοσικλέτα του ενάγοντος συγκρούστηκε στο όχημα της. Θα πρέπει δε ως προς την απόδοση της ευθύνης για το δυστύχημα να ληφθεί σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε εντός του διάκενου, όπου η εναγόμενη δικαιούτο να βρίσκεται εκείνη τη στιγμή ενώ ο ενάγων παράνομα το χρησιμοποιούσε, για τούτο και η σχετική κατηγορία που του απαγγέλθηκε. Πρόκειται για σοβαρό παράγοντα ο οποίος επιδρά στον επιμερισμό της ευθύνης. Εδώ ακριβώς όμως είναι που εντοπίζω και συντρέχουσα ευθύνη της εναγόμενης, η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας ανέμενε να ελευθερωθεί η λωρίδα που θα χρησιμοποιούσε κοιτάζοντας προς τούτο στα αριστερά της. Όφειλε να είχε κοιτάξει ξανά στα δεξιά της πριν θέσει σε κίνηση το όχημα της, ο ενδεχόμενος κίνδυνος από τα δεξιά της ήταν πιθανός λόγω της προτεραιότητας που της δόθηκε για να εισέλθει στο διάκενο, έστω και αν κάποιος παράνομα χρησιμοποιούσε την απαγορευμένη λωρίδα κυκλοφορίας και το διάκενο. Είναι δε γι' αυτό που δεν αντιλήφθηκε καθόλου στο σημείο το ελαύνον όχημα του ενάγοντος το οποίο έστω και για το ελάχιστο χρονικό διάστημα θα πρέπει να βρισκόταν εντός της ορατότητας της των 25μ. και θα έπρεπε να είχε γίνει αντιληπτό και να μη προχωρήσει. Σύμφωνα με τη νομολογία μας αλλά και όπως είναι και λογικό η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων. Παίρνοντας λοιπόν καθοδήγηση από τις αποφάσεις αυτές οδηγούμαι σε συμπέρασμα ότι στην προκείμενη περίπτωση οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί ευθύνονται με συντρέχουσα αμέλεια. Στη βάση επομένως της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον και μετά την πιο πάνω αξιολόγηση και τα ευρήματα μου σε σχέση με το ζήτημα της ευθύνης, επιμερίζω την ευθύνη και στους δύο οδηγούς των ενεχόμενων οχημάτων σε ποσοστό 75% στον ενάγοντα οδηγό της μοτοσικλέτας και σε ποσοστό 25% στην εναγόμενη οδηγό του αυτοκινήτου. Επομένως, βρίσκω ότι οι ενεχόμενοι οδηγοί είναι υπόλογοι συντρέχουσας αμέλειας για το επίδικο δυστύχημα κατά το ως άνω ποσοστό ο καθένας τους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Ο ενάγων (ΜΕ 2), ως προς αυτή την πτυχή της υπόθεσης κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, απαντούσε στις υποβαλλόμενες ερωτήσεις με διστακτικότητα, με ασάφεια και ήταν φανερό ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσει την φύση και έκταση των τραυμάτων που υπέστη στο επίδικο δυστύχημα. Απαντούσε αόριστα και με γενικότητες περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν μου προκάλεσε εντύπωση μάρτυρος στη μαρτυρία του οποίου θα μπορούσαν να βασιστώ για να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα. Η μαρτυρία του έπασχε από συνοχή, πειστικότητα και λογικότητα. Ήταν προφανής η προσπάθεια του να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο και με έντονη τη διάθεση να αποδώσει μια υπερβολική διάσταση για τα τραύματα τα οποία υπέστη και τα επακόλουθα τους με σκοπό την επαύξηση τυχόν αποζημιώσεων. Προσπάθησε να παρουσιάσει μια συγκεχυμένη και ομιχλώδη κατάσταση στο Δικαστήριο, μια εικόνα ανθρώπου ο οποίος υποφέρει και ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα συνεπεία του τραυματισμού του στο επίδικο δυστύχημα, η οποία όμως δεν δικαιολογείται ούτε από τη φύση των τραυμάτων τα οποία υπέστη αλλά ούτε από την μαρτυρία ως προς τη θεραπεία που αναζήτησε έκτοτε και μέχρι σήμερα με σκοπό να αντιμετωπίσει τα όποια προβλήματα υγείας ισχυρίστηκε ότι αντιμετωπίζει και τα οποία προήλθαν από το επίδικο δυστύχημα. Στη συνέχεια της ανάλυσης μου θα καταδειχθεί γιατί αποκόμισα την ως άνω εντύπωση. Ο ενάγων στην μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι μετά το δυστύχημα μεταφέρθηκε στο Γ. Ν. Λευκωσίας όπου υπέφερε με πόνους χαμηλά στην μέση στο αριστερό γόνατο, στην λεκάνη, στον αυχένα και είχε ίλιγγο και πονοκέφαλο. Παρέμεινε για τρείς μέρες και έλαβε εξιτήριο με οδηγίες ανάπαυσης. Στην συνέχεια επειδή δεν αισθανόταν καλά τον επισκέφθηκε και τον εξέτασε στο σπίτι του ο Δρ Σιμόπουλος στις 20.06.
  1. Του συνταγογράφησε φάρμακα, του συνέστησε κολάρο για τον αυχένα και ανάπαυση. Επειδή δεν είδε βελτίωση ο Δρ Σιμόπουλος του συνέστησε ακτινογραφίες θώρακος. Επειδή και πάλι δεν βελτιωνόταν η κατάσταση του τον παρέπεμψε για μαγνητική τομογραφία στην λεκάνη, ισχίο και αριστερό γόνατο. Κατάθεσε την έκθεση μαγνητικής τομογραφίας λεκάνης και ισχίων ως Τεκμ. 7 και την έκθεση μαγνητικής τομογραφίας αριστερού γόνατος ως Τεκμ.
  2. Ισχυρίστηκε ότι μετά από μελέτη των μαγνητικών τομογραφιών ο Δρ Σιμόπουλος τον ενημέρωσε ότι υπέστη κάταγμα μιας πλευράς, κάταγμα στην λεκάνη χαμηλά στη μέση και μερική ρήξη μηνίσκου στο αριστερό γόνατο. Ανέφερε ότι παρέμεινε με άδεια ασθενείας για 4 μήνες και ότι υπέφερε με πόνους και χρειαζόταν τη βοήθεια της συζύγου του για τις καθημερινές του δραστηριότητες. Ο Δρ Σιμόπουλος τον παρέπεμψε για φυσικοθεραπεία τρείς μήνες μετά το δυστύχημα τις οποίες και έκανε. Τέσσερις μήνες μετά τον τραυματισμό του επέστρεψε στην εργασία του η οποία περιορίστηκε σε γραφειακά καθήκοντα. Εξακολουθεί να έχει ενοχλήσεις και πόνο στη μέση, στο αριστερό γόνατο και στην λεκάνη, οι οποίοι γίνονται πιο έντονοι με τις αλλαγές του καιρού ή μετά από κούραση. Ανέφερε ότι το 2014 επισκέφθηκε το νευρολόγο Δρα Παντζαρή για μια μοναδική φορά για πόνο που είχε χαμηλά στην περιοχή των γλουτών ο οποίος του συνταγογράφησε φάρμακα. Μετά από τη φαρμακευτική αυτή αγωγή τα συμπτώματα του βελτιώθηκαν. Ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας του σήμερα είναι πολύ καλύτερη με κυριότερο πρόβλημα τις ενοχλήσεις που έχει στη δεξιά πλευρά της λεκάνης και στο αριστερό του γόνατο, δηλαδή πόνο και δυσκαμψία στις αλλαγές του καιρού και φυσική κόπωση. Σε αντίθεση με τη μέση και την περιοχή της λεκάνης η κατάσταση στο γόνατο δε βελτιώνεται. Προς το παρόν διαχειρίζεται την κατάσταση στο γόνατο με φάρμακα και ανάπαυση αλλά κάποια στιγμή η επέμβαση στο γόνατο θα είναι αναπόφευκτη. Κατά την αντεξέτασή του ρωτήθηκε πόσες φορές εξετάστηκε από τον Δρα Σιμόπουλο και απάντησε ότι δεν θυμόταν και στην επιμονή στο ίδιο θέμα ανέφερε πάνω από τρείς αλλά όχι πάνω από δέκα. Ισχυρίστηκε ότι έχει αποδείξεις από τις επισκέψεις του στον ιατρό, πλην όμως όταν ρωτήθηκε αν τις έχει μαζί του ισχυρίστηκε ότι τις έχουν οι δικηγόροι του. Ποτέ όμως δεν κατατέθηκαν τέτοιες αποδείξεις στο Δικαστήριο. Ρωτήθηκε επανειλημμένα πότε επισκέφτηκε τελευταία φορά για εξέταση τον Δρα Σιμόπουλο και πάλι απάντησε ότι δεν θυμόταν. Του έγινε υπενθύμιση ότι επέστρεψε στην εργασία του τέσσερις μήνες μετά, άρα υποθετικά η θεραπεία του είχε τελειώσει για να απαντήσει ότι ναι μεν επέστρεψε στην εργασία του αλλά δεν είπε ότι ήταν καλά και σε κάθε περίπτωση δεν θυμόταν εάν μετά τους τέσσερις μήνες επισκέφτηκε τον Δρα Σιμόπουλο. Ο ενάγων ρωτήθηκε πόσες φορές επισκέφτηκε τον Δρα Παντζαρή και απάντησε ότι νομίζει ήταν δύο φορές αλλά δεν θυμόταν εάν εξετάστηκε και τις δύο φορές. Όταν του υποδείχθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Παντζαρή (Τεκμ. 9), στο οποίο αναγράφεται ότι τον εξέτασε μόνο μια φορά στις 03.07.2014 και ότι την 01.08.2014 απλώς του προσκόμισε δύο παλιές μαγνητικές τομογραφίες, απάντησε «να καλέσετε τον ιατρό». Παραδέχτηκε ότι από το 2014 μέχρι το 2020 δεν εξετάστηκε ξανά από τον Δρα Παντζαρή. Δέχτηκε ακόμα ότι από την 01.12.2009 μέχρι την ακροαματική διαδικασία δεν τον εξέτασε ξανά ούτε ο Δρ Σιμόπουλος. Όταν του υποβλήθηκε ότι το γεγονός και μόνο ότι από τον Δεκέμβριο του 2009 και μέχρι την ακρόαση δεν χρειάστηκε τις υπηρεσίες οποιουδήποτε γιατρού πλην μιας φοράς το 2014, του Δρος Παντζαρή, σημαίνει ότι ήταν απολύτως καλά και ότι τα τραύματα του αποθεραπεύτηκαν, ισχυρίστηκε ότι το 2010 απέκτησε δίδυμα, ξεκίνησε να κτίζει το σπίτι του και ότι αδυνατούσε οικονομικά να ψάχνει το θέμα και ότι πάντα υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει. Συνέχισε λέγοντας ότι καταπίεζε τον εαυτό του και έδινε προτεραιότητα σε άλλα θέματα και όχι στην υγεία του. Ο εκ των υστέρων αυτός ισχυρισμός κρίνω ότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ο ενάγων, την εικόνα ενός ανθρώπου ο οποίος υποφέρει και ταλαιπωρείται μέχρι σήμερα συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος. Για το είδος και τη σοβαρότητα των τραυμάτων του παρέπεμψε στους θεράποντες ιατρούς του. Όταν του υποβλήθηκε ότι υπέρβαλλε ως προς τη σοβαρότητα των τραυμάτων του με σκοπό να επαυξήσει τις αποζημιώσεις που διεκδικεί, παρέπεμψε στη σύζυγο του η οποία τον φρόντιζε την οποία όμως δεν την κάλεσε ως μάρτυρα. Του υποβλήθηκε ότι δεν μπορεί να είναι αληθής ο ισχυρισμός του ότι δεν μπορεί να ξαπλώσει στην δεξιά πλευρά του σώματος του καθότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα αναζητούσε τα τελευταία 11 χρόνια ιατρική θεραπεία, κάτι που δεν έκανε και αντί άλλης απάντησης ανέφερε τη φράση «τα μωρά τα ξέχασες; » Όταν του υποβλήθηκε ότι μέχρι σήμερα αν και έχουν παρέλθει 11 χρόνια δεν χρειάστηκε καμία χειρουργική επέμβαση στο γόνατο και ούτε θα χρειαστεί στο μέλλον, απάντησε ότι αυτή ήταν η άποψη του συνηγόρου. Ο Δρ XXXXX Σιμόπουλος (ΜΕ3), κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού του πιστοποιητικού (Τεκμ. 6), το οποίο εξέδωσε στις 28.12.
  3. Ο μάρτυρας αναγνώρισε εκθέσεις μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμ. 7 και 8) και ανέφερε ότι εξέτασε για πρώτη φορά τον ενάγοντα στο σπίτι του στις 20.06.2009 δηλαδή 5 ημέρες μετά το ατύχημα. Του συνέστησε θεραπεία με αυχενικό κολάρο, αντιφλεγμονώδη φάρμακα, αλοιφές και παυσίπονα και έγινε καθαρισμός επί των εκτεταμένων εκδορών. Η ανάρρωση ήταν επώδυνη με κλινοστατισμό και χρήση φαρμάκων. Μετακινήθηκε από το κρεβάτι με τροχοκάθισμα δύο περίπου εβδομάδες μετά το δυστύχημα το οποίο χρησιμοποίησε για τέσσερις εβδομάδες. Στις δέκα εβδομάδες μετά το δυστύχημα παραπέμφθηκε για φυσικοθεραπεία. Παρέμεινε εκτός εργασίας για περίοδο τεσσάρων μηνών. Κατά την τελευταία εξέταση του ενάγοντος την 01.12.2009 ο ενάγων παραπονείτο για έντονα συμπτώματα πόνου και δυσκαμψία του δεξιού ισχίου και αριστερού γόνατος, το εύρος κίνησης του δεξιού ισχίου και αριστερού γόνατος ήταν περιορισμένο. Στο γόνατο υπήρχε προσθιοπλάγια αστάθεια. Ως κυριότερους τραυματισμούς του ενάγοντος παραθέτει: (α) κρανιοεγκεφαλική κάκωση με απώλεια συνείδησης που προκάλεσε περιοδικούς πονοκεφάλους και ζάλη, (β) διάστρεμμα του αυχένα ισχυριζόμενος ότι επιταχύνει την εκφυλιστική διαδικασία στα μαλακά μόρια και τους δίσκους, (γ) κάταγμα λεκάνης και διάστρεμμα του δεξιού ισχίου που κατέλειπε δυσκαμψία στις κινήσεις των αρθρώσεων χωρίς να αναμένεται αναπηρία, (δ) ρήξη δεξιού πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και ρήξη του έσω μηνίσκου που θα καταλήξει σε χειρουργική θεραπεία και αποχή από την εργασία του για τέσσερις μήνες. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασης του όταν ρωτήθηκε για το είδος του κατάγματος της λεκάνης στο ηβικό και στο ιερό οστού ανέφερε ότι τα κατάγματα αυτά ήταν ρωγμώδη και αμετατόπιστα και έτυχαν απλής συντηρητικής θεραπείας χωρίς να χρειαστούν κάποιου είδους χειρουργική επέμβαση. Ανέφερε επίσης ότι ο κλινοστατισμός διήρκησε μόνο 2 εβδομάδες. Ισχυρίστηκε ότι από τις ακτινογραφίες που είχε στην κατοχή του (οι οποίες σημειώνω ότι ουδέποτε κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και ούτε παρουσιάστηκαν κατά την ιατρική εξέταση του ενάγοντος από τον ιατρό της επιλογής της εναγόμενης Δρα Ηλία Γεωργίου), διαπίστωσε και κάταγμα της 10ης πλευράς πλέον των δύο καταγμάτων της λεκάνης τα οποία δεν ήταν εμφανή από τις απλές ακτινογραφίες και διαπιστώθηκαν με μαγνητική τομογραφία (Τεκμ. 7 και 8). Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατόπιν διενέργειας του MRI (Τεκμ. 8), ο ενάγων διαγνώστηκε με ρήξη αριστερού πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και ρήξη του έσω μηνίσκου του αριστερού γόνατος. Διαπίστωσε κλινικά λόγω της ρήξης του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου αστάθεια του γόνατος. Όσον αφορά την ρήξη του μηνίσκου η ρήξη προκαλούσε πόνο στον ενάγοντα αλλά όχι εμπλοκή στην κίνηση του γόνατος σε κάμψη και στροφή. Ανέφερε ότι η ρήξη του χιαστού αποκαθίσταται με αντικατάσταση του συνδέσμου με μόσχευμα και για τον μηνίσκο γίνεται αφαίρεση του ασταθούς μέρους του μηνίσκου, δηλαδή μερική μηνισκεκτομή. Οι επεμβάσεις αυτές είναι ρουτίνας αλλά χρειάζεται περίοδος ανάρρωσης τριών μηνών. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι δεν διέγνωσε κρανιοεγκεφαλική κάκωση/περιτραυματική αμνησία αλλά κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό από τα λεγόμενα του ασθενούς και από το εξιτήριο που δόθηκε από το νοσοκομείο. Ανέφερε ότι περιτραυματική αμνησία σημαίνει ότι ο άρρωστος δεν μπορεί να θυμηθεί τα γεγονότα αμέσως πριν ή και λίγο μετά την κάκωση. Ο Δρ Σιμόπουλος (ΜΕ3), κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι κατά την συγγραφή του πιστοποιητικού του (Τεκμ. 6), είχε στην κατοχή του το εξιτήριο του Γ.Ν. Λευκωσίας. Όταν όμως του υποδείχθηκε το περιεχόμενο του Τεκμ. 10, το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε ως δικό του σημείωμα, ανάφερε ότι δεν θυμόταν αν βρισκόταν στην κατοχή του το Τεκμ.
  4. Ανέφερε ότι μετά την 01.12.2009 και μια επανεξέταση που έκανε ένα χρόνο αργότερα το 2010 μέχρι σήμερα αν και παρήλθαν δέκα χρόνια ο ενάγων δεν επανήλθε για οποιαδήποτε εξέταση ή επανεξέταση. Ο μάρτυς συμφώνησε ότι δεν ήταν ο πρώτος θεράπων ιατρός και ότι ο ίδιος όταν εξέτασε τον ενάγοντα πέντε ημέρες ακριβώς μετά το δυστύχημα δεν μπορούσε να διαπιστώσει κλινικά την κρανιοεγκεφαλική κάκωση και την αναφερθείσα στο εξιτήριο του νοσοκομείου περιτραυματική αμνησία αφού ο ενάγων δεν έφερε κλινικά συμπτώματα. Επιβεβαίωσε ότι όλοι οι τραυματισμοί του ενάγοντος έτυχαν μόνο συντηρητικής θεραπείας και δεν υπήρξε η αναγκαιότητα οποιασδήποτε χειρουργικής επέμβασης μέχρι σήμερα. Εκτός από τις πρώτες ακτινοδιαγνωστικές εξετάσεις στις 29.06.2009 (οι οποίες σημειώνω επίσης ότι ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο) και τις μαγνητικές τομογραφίες (Τεκμ. 7 και 8), ουδέποτε υπήρξε αναγκαιότητα άλλης ακτινολογικής εξέτασης. Συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι τα ρωγμώδη κατάγματα που είχε ο ενάγων χωρίς μετατόπιση στην λεκάνη και στο ιερό οστού αποτελούν την αθωότερη και απλούστερη μορφή οστικού τραυματισμού και ότι η μοναδική θεραπεία στην οποία υπόκεινται είναι η απλή ανάπαυση και η λήψη αναλγητικών και παυσίπονων. Συμφώνησε επίσης με την θέση της υπεράσπισης ότι τα ρωγμώδη κατάγματα χωρίς μετατόπιση δεν προκαλούν κανένα κατάλοιπο και ούτε δικαιολογείται τέτοιο. Ανέφερε ακόμα ότι η ρήξη στον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο ήταν σχεδόν πλήρης ρήξη παραπέμποντας και στο Τεκμ.
  5. Όταν του υποδείχθηκε ότι στο Τεκμ. 8 αναγράφεται «απώλεια συνέχειας κάποιων ινών, εύρημα συμβατό με ικανού πάχους μερική ρήξη αυτού» απομονώνοντας εντέχνως την φράση «ικανού πάχους ρήξη» είπε ότι σημαίνει μεγάλη ρήξη παραγνωρίζοντας φυσικά την φράση στο Τεκμ. 8 «απώλεια συνέχειας κάποιων ινών... μερική ρήξη» ισχυριζόμενος μάλιστα ότι διαπίστωσε και αστάθεια του γόνατος. Ήταν η θέση του στο ιατρικό του πιστοποιητικό το οποίο συνέταξε στις 28.12.2009 δηλαδή έντεκα χρόνια πριν, ότι η ρήξη του δεξιού πρόσθιου χιαστού συνδέσμου θα καταλήξει σε χειρουργική επέμβαση. Όταν του υποβλήθηκε το γεγονός ότι ο ενάγων για έντεκα χρόνια από τον τραυματισμό του δεν χρειάστηκε οποιαδήποτε θεραπεία και ούτε οποιαδήποτε ιατρική περίθαλψη στο αριστερό γόνατο και αυτό αποτελεί την απόλυτη ένδειξη ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση σε αυτό, επικαλέστηκε τον καλό σωματότυπο του ενάγοντος και ότι αυτός διατηρείται λόγω της γυμναστικής ενώ παραδέχτηκε ότι δεν έχει καμία εικόνα για την κατάσταση του ενάγοντος τα τελευταία έντεκα χρόνια. Του υποβλήθηκε ότι κατά την 17.10.2012 σε εξέταση του ενάγοντος από ιατρό της επιλογής της εναγόμενης στα πλαίσια της αγωγής, ότι δεν διαπιστώθηκε καμία αστάθεια στο γόνατο ανασκευάζοντας απάντησε «δεν έχω γνώμη». Εντέλει δέχτηκε ότι η γνώμη του περί μελλοντικής αναγκαιότητας χειρουργικής επέμβασης στο γόνατο ήταν γνώμη που είχε την δεδομένη στιγμή κατά την συγγραφή του πιστοποιητικού του στις 28.12.2009 και όχι κατά τον χρόνο που έδιδε μαρτυρία αφού δεν τον εξέτασε τα τελευταία 11 χρόνια. Δέχτηκε επίσης ότι ο τραυματισμός στον χιαστό και στον μηνίσκο δεν αποκαθίσταται πάντα με χειρουργική επέμβαση. Δέχτηκε επίσης κατά την αντεξέτασή του ότι η ιατρική του άποψη στο ιατρικό του πιστοποιητικό ημερ. 28.12,2009 ότι το διάστρεμμα αυχένα μελλοντικά επιταχύνει την εκφυλιστική διαδικασία στα μαλακά μόρια και τους δίσκους δεν ισχύει απόλυτα και σε κάθε περίπτωση δεν γνωρίζει εάν αυτό επήλθε ουσιαστικά ή όχι στον ενάγοντα αφού τα τελευταία έντεκα χρόνια δεν τον έχει εξετάσει. Ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων υπέστη και ρωγμώδη κάταγμα της δέκατης πλευράς δεξιά, το οποίο διαπίστωσε από ακτινογραφίες που ελήφθησαν στο νοσοκομείο αφού είναι ακτινολογικό εύρημα. Και αυτά σε πλήρη αντίφαση με το τι καταγράφεται στο Τεκμ. 11, εξιτήριο από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ότι δεν υπάρχουν κατάγματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε στην κατοχή του ακτινογραφία στην οποία φαινόταν το κάταγμα (η οποία σημειώνω και πάλι ότι ουδέποτε κατατέθηκε στο Δικαστήριο αν και αμφισβητήθηκε το εν λόγω κάταγμα έντονα από την πλευρά της υπεράσπισης και από τον μάρτυρα της Δρα Γεωργίου (ΜΥ3). Παραδέχτηκε ότι ο ίδιος δεν είναι ακτινολόγος και ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε ακτινολογική έκθεση για να την καταθέσει. Ήταν η θέση του ότι σε κάθε περίπτωση το εν λόγω κάταγμα δεν ήταν σοβαρό. Εν κατακλείδι ο μάρτυρας δέχτηκε ότι οι όποιες αναφορές του στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμ. 6), αφορούν διαπιστώσεις του τη δεδομένη στιγμή που συνέγραφε το πιστοποιητικό και δεν είχε οποιαδήποτε άποψη από τον χρόνο που παρήλθε από τον χρόνο συγγραφής του πιστοποιητικού του και μέχρι την ημέρα που κατέθετε για την πορεία υγείας του ενάγοντος αφού δεν τον εξέτασε ξανά έκτοτε. Τέλος, ανέφερε ότι χορήγησε στον ενάγοντα άδεια ασθενείας τεσσάρων μηνών και ότι δεν χρειάστηκε άλλη. Σε τελική υποβολή ότι ο ενάγων για έντεκα χρόνια πλην μιας φοράς το 2014 δεν έτυχε καμίας ιατρικής περίθαλψης από ιατρό για τα συγκεκριμένα τραύματα του, δεν έλαβε καμία θεραπεία και αυτό σημαίνει ότι ήταν καλά και δεν είχε κανένα πρόβλημα και ότι είχε αποθεραπευτεί από τα τραύματα του και ότι πλήρως, απάντησε καταληκτικά «δεν έχω γνώμη για τούτο». Ο Δρ XXXXX Παντζαρής (ΜΕ4), υιοθέτησε το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού το οποίο εξέδωσε την 01.09.2018 (Τεκμ. 9). Ο ΜΕ 4 εξέτασε για μία και μοναδική φορά τον ενάγοντα στις 03.07.2014 και την 01.08.2014 του προσκόμισε δύο μαγνητικές τομογραφίες του
  6. Κατά την 03.07.2014 που παραπονέθηκε για πόνο στην δεξιά βουβωνική και δεξιά γλουτιαία χώρα και κατά την νευρολογική εξέταση παρουσίαζε μόνο πόνο στην προσαγωγή του δεξιού μηρού στην άρθρωση του ισχίου. Του προσκόμισε ακτινογραφίες του 2013 λεκάνης και δεξιού ισχίου στις οποίες εκθέσεις περιγράφονταν μικρό ρωγμώδες κάταγμα στην δεξιά πλευρά του ηβικού οστού, οιδηματώδη στοιχεία στο εγγύς κείμενο χτενίτη μυ, μικρής έκτασης οίδημα. Τα δε ευρήματα των μαγνητικών τομογραφιών του 2013 δικαιολογούσαν τα συμπτώματα για τα οποία παραπονείτο ο ασθενής. Ανέφερε ότι τα αντικειμενικά ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας που έγιναν το 2013, τέσσερα χρόνια μετά το ατύχημα, τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν πιθανότατα και η αιτία του πόνου του ενάγοντος. Αυτά δε δείχνουν μια μακροχρόνια κατάσταση πόνου και ταλαιπωρίας για τον ασθενή με αφετηρία το
  7. Χορήγησε στον ασθενή φάρμακα για να καταστείλει τον νευροπαθητικό πόνο για τρείς μήνες και να τον επαναξιολογήσει. Δεν ξέρει όμως για πόσο καιρό τα πήρε αφού δεν τον είδε ξανά. Ο ΜΕ 4 επανέλαβε κατά την αντεξέτασή του ότι τον ενάγοντα ουσιαστικά τον εξέτασε μόνο μια φορά στις 03.07.2014 την δε 01.08.2014 του προσκόμισε δύο μαγνητικές τομογραφίες χωρίς εξέταση και έκτοτε δεν τον ξαναείδε. Ρωτήθηκε εάν το γεγονός ότι ο ενάγων δεν αποτάθηκε ποτέ ξανά σε οποιονδήποτε ιατρό είτε της ειδικότητας του είτε άλλης για αντιμετώπιση του ισχυριζόμενου εκ μέρους του χρόνιου νευροπαθητικού πόνου σημαίνει ότι είναι απολύτως καλά και απάντησε ότι και αυτό είναι ένα σενάριο το οποίο δεν μπορεί να αμφισβητήσει αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει εφόσον δεν τον έχει ξαναδεί. Ο μάρτυρας δέχτηκε επίσης ότι ο πόνος είναι υποκειμενικό ενόχλημα και υπάρχει μεγάλο εύρος στον ασθενή να ξεγελάσει τον ιατρό δηλώνοντας υποκειμενικά συμπτώματα χωρίς να υπάρχει αντικειμενικά τίποτε. Όταν ρωτήθηκε εάν έχει μαζί του τις μαγνητικές τομογραφίες που ανάφερε στην κυρίως εξέταση του, του έτους 2013, απάντησε ότι δεν τις είχε. Ρωτήθηκε εάν είναι σίγουρος ότι αυτές οι μαγνητικές τομογραφίες που του προσκόμισε ο ενάγων την 01.08.2014 είναι πράγματι του 2013 και όχι κάποιας άλλης ημερομηνίας, απάντησε ότι αποκλείεται να κάνει λάθος γιατί είναι καταγεγραμμένο στα στοιχεία του φακέλου του. Όταν στη συνέχεια της αντεξέτασης τού τέθηκε η μαγνητική τομογραφία με ημερομηνία 04.07.2009 (Τεκμ. 7), και ρωτήθηκε εάν είναι αυτή η έκθεση μαγνητικής τομογραφίας που είδε και όχι του έτους 2013, όπως προηγουμένως κατ' επανάληψη ανάφερε, απάντησε ότι δεν μπορεί να αποκλείσει να έχει κάνει τυπογραφικό λάθος. Όταν ρωτήθηκε εάν εκ του λάθους αυτού πρόκυπτε άμεσα και λανθασμένη διάγνωση εκ μέρους του, χωρίς να στηρίζεται σε κανένα επιστημονικό δεδομένο, ανάφερε ότι εάν οι μαγνητικές τομογραφίες που είδε δεν είναι του 2013 αλλά του 2009 θα πρέπει να ανησυχεί περισσότερο γιατί αν και εφόσον κάνει μαγνητική τομογραφία σήμερα και δεν έχει τίποτα και εξακολουθεί να έχει τον πόνο σημαίνει ότι έχει αναπτύξει το κλασσικό σύνδρομο τοπικού περιοχικού πόνου - αλγοδυστροφίας, το οποίο θα κάνει τον ασθενή να υποφέρει χειρότερα. Ανασκευάζοντας εκ νέου την θέση του, ανάφερε ότι δεν συσχετίζει τα ευρήματα του μαγνητικού τομογράφου με τον νευροπαθητικό πόνο σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ανάφερε προηγουμένως στην κυρίως εξέταση του ότι τα αντικειμενικά ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας του 2013 τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν πιθανότατα και η αιτία του πόνου του ενάγοντος. Δέχτηκε επίσης τη θέση της υπεράσπισης ότι εάν η μαγνητική τομογραφία δεν έγινε το 2013 αλλά το 2009, από το 2009 μέχρι το 2014 που τον εξέτασε θα μπορούσε, εάν πράγματι υπήρχε ο συγκεκριμένος υποκειμενικός πόνος να οφείλεται σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Αλλά πάλι επανήλθε συσχετίζοντας αυτή τη φορά τον πόνο με το ιστορικό του ενάγοντος. Επιβεβαίωσε ότι από την λήψη του ιστορικού, ο ενάγων μετά την αρχική του θεραπεία δεν επισκέφθηκε κανένα άλλο συνάδελφο του ούτε λάμβανε φάρμακα. Όταν για πρώτη φορά πήγε σ' αυτόν ήταν γιατί είχε αυτό το ενόχλημα. Ο ίδιος ανάφερε ότι είναι καθαρά υποκειμενικό του ασθενή - ενάγοντος αν του είχε περάσει εντελώς ο μετατραυματικός πόνος μετά το τροχαίο ή όχι ή αν τον συνήθισε και ξαφνικά τον ενόχλησε. Παραδέχτηκε ότι στην έκθεση του (Τεκμ. 9), σε πλήρη αντίφαση με τα όσα ανάφερε προφορικά στο Δικαστήριο δεν καταγράφει ότι υπέστη κανένα σύνδρομο ο ενάγων. Σε αντίφαση πάλι με τα όσα ανάφερε προηγουμένως, είπε τα εξής «είπα ότι θα μπορούσε ένας τέτοιος ασθενής να αναπτύξει αυτό το σύνδρομο. Ο συγκεκριμένος ασθενής σήμερα μπορεί να μην έχει τίποτα. Δεν γνωρίζω. Έχω να τον δω από το 2014 και μακάρι να μεν πονεί». Επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο εάν ο ενάγων πήρε τη φαρμακευτική αγωγή που του εισηγήθηκε ή όχι. Εν κατακλείδι ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει ποια είναι η κατάσταση του ασθενή μετά την μια και μοναδική φορά που τον είδε το 2014, δεν γνωρίζει αν έχει πόνο σήμερα που μπορεί και να μην έχει και επαναλαμβάνοντας ανάφερε ότι τα όσα ανάφερε ήταν θεωρητικά το τι μπορεί να συμβεί σε ένα ασθενή που είχε ένα τέτοιο δυστύχημα. Ο Δρ Ηλίας Γεωργίου (ΜΥ3), κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας ορθοπεδικός χειρουργός για την πλευρά της υπεράσπισης (η εμπειρογνωμοσύνη του μάρτυρα αυτού δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντος) όπως δηλώθηκε. Κατάθεσε και υιοθέτησε το ιατρικό του πιστοποιητικό από την εξέταση του ενάγοντος με ημερομηνία 08.11.2012 ως Τεκμ.
  8. Στο εν λόγω πιστοποιητικό παραθέτει λεπτομερώς τα ευρήματα του από την εξέταση του ενάγοντος στην οποία προέβη και κατέληξε στα συμπεράσματα του όπου συμφωνεί ότι ο ενάγων υπέστη δύο ρωγμώδη γραμμοειδή μικρά κατάγματα χωρίς μετατόπιση ένα στο δεξιό ηβισχιακό κλάδο της λεκάνης και ένα στην δεξιά πτέρυγα του ιερού οστού, όπως άλλωστε αναφέρονται και στη μαγνητική τομογραφία λεκάνης και ισχίου (Τεκμ. 7), η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Συμπληρώνοντας, ανέφερε ότι η μορφή των εν λόγω καταγμάτων ως ρωγμώδη αποτελούν την απλούστερη και αθωότερη μορφή οστικού τραυματισμού από τα 25 και πλέον είδη καταγμάτων τα οποία υπάρχουν, είναι άριστης πρόγνωσης και δεν δικαιολογεί οποιοδήποτε λειτουργικό κατάλοιπο, χρειάζεται δε μόνο απλή ανάπαυση. Αναφορικά με την ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου ανέφερε ότι αυτή δεν ήταν ολική και παραπέμποντας στη μαγνητική τομογραφία αριστερού γόνατος (Τεκμ. 8), υπέδειξε ότι αφορούσε μόνο μέρος «απώλειας συνέχειας κάποιων ινών του συνδέσμου από τα εκατομμύρια από τα οποία αποτελείται». Ο μάρτυρας δέχτηκε ότι ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση - διάσειση χωρίς βαθμό σοβαρότητας και χωρίς οποιοδήποτε ενδοκρανιακό τραυματισμό. Ανέφερε ότι η θεραπεία του ενάγοντος ήταν απλή, συντηρητική και συνίστατο σε ανάπαυση κατά την πρώτη μετατραυματική περίοδο και ακολούθως σταδιακή κινητοποίηση του. Δεν υποβλήθηκε σε οποιασδήποτε μορφής χειρουργική επέμβαση στο αριστερό γόνατο. Κατά την εξέταση του δεν διαπίστωσε να υπάρχει οποιαδήποτε συνδεσμική αστάθεια του γόνατος και τούτο συνάδει με το γεγονός ότι ο τραυματισμός του χιαστού αφορούσε μόνο κάποιες ίνες του και όχι ολική ρήξη. Η πάροδος τριάμισι χρόνων από το ατύχημα μέχρι την εξέταση του, χωρίς να παρουσιάσει οποιασδήποτε ένδειξη χειρουργικής μορφής θεραπείας, τα ακτινολογικά ευρήματα και τα κλινικά δικά του ευρήματα, όπως παρουσιάζονται στην έκθεση του, στηρίζουν τη διάγνωση του ότι δεν υφίστανται τέτοια ένδειξη - αναγκαιότητα. Τα κλινική ευρήματα του ως παρουσιάζονται στην έκθεση του (Τεκμ. 22), στηρίζουν τη γνώμη του για πλήρη λειτουργική αποκατάσταση του ενάγοντος και την απουσία οποιασδήποτε μορφής λειτουργικής αναπηρίας. Όπως αναφέρεται στην σελ. 4 της έκθεσης του (Τεκμ. 22), και όπως ανάφερε και κατά την προφορική του μαρτυρία στην κυρίως εξέταση από ακτινογραφία που του προσκόμισε ο ενάγων κατά την εξέταση του, δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε κάταγμα στην 10η πλευρά δεξιά. Εξέφρασε την άποψη ότι από το γεγονός ότι ο ενάγων για έντεκα χρόνια από τον τραυματισμό του δεν επισκέφτηκε κανένα ιατρό, δεν έτυχε οποιασδήποτε θεραπείας ή φαρμακευτικής αγωγής, αποτελεί την απόλυτη ένδειξη ότι ο ενάγων δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα από την αποθεραπεία του. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τον Δρα Σιμόπουλο ότι το διάστρεμμα του αυχένα επιταχύνει την εκφυλιστική διαδικασία στα μαλακά μόρια και τους δίσκους. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας δέχτηκε, όπως ήταν και η θέση του στην κυρίως εξέταση ότι ο ενάγων υπέστη δύο μικρά ρωγμώδη κατάγματα στην περιοχή της λεκάνης, είχε υποστεί μερική ρήξη χιαστού και μηνίσκου στο αριστερό γόνατο όπως την περιέγραψε στην κυρίως εξέταση του και δεν δέχτηκε το κάταγμα της δέκατης πλευράς. Όλα αυτά κατά τον ίδιο αντιμετωπίζονται με αναλγητικά φάρμακα. Ανέφερε ότι τα ρωγμώδη κατάγματα του ενάγοντος δεν ήταν σοβαρά αυτό δεν σημαίνει ότι ο ενάγων δεν είχε πόνο πλην όμως γι' αυτό ένα κάταγμα είναι σοβαρό όταν είναι μετατοπισμένο ή συντριπτικό και χρειάζεται χειρουργική ανάταξη και σταθεροποίηση. Τα άλλα δεν χαρακτηρίζονται ως σοβαρά, χρειαζόταν απλή ανάπαυση. Του υποβλήθηκε ότι στην έκθεση της η ακτινοδιαγνώστης XXXXX Χατζηκωστή (Τεκμ. 8), όταν αναφέρεται σε απώλεια συνέχειας κάποιων ινών, εύρημα συμβατό με ικανού πάχους μερική ρήξη αυτού ότι δεν σημαίνει μικρή ρήξη, ο ΜΥ 3 εξήγησε ότι η φράση ικανού πάχους είναι αδόκιμος όρος και έρχεται σε πλήρη αντίφαση με το απώλεια συνέχειας κάποιων ινών που σημαίνει λίγες όπως και με την φράση μερική ρήξη στο ίδιο πιστοποιητικό. Όταν του υποβλήθηκε γιατί αυτή τη θέση περί αδόκιμου όρου δεν την αποτύπωσε στο ιατρικό του πιστοποιητικό; Απάντησε ως εξής :«για τον απλούστατο λόγο ότι κλινικά δεν διαπίστωσα αστάθεια το οποίο γράφω στα ευρήματα μου. Αν ήταν πολλές οι ίνες και ικανού πάχους ρήξη θα υπήρχε κάποιου βαθμού αστάθεια». Όσον αφορά τον έσω μηνίσκο απάντησε ευθαρσώς σε σχετική ερώτηση ότι δεν ήταν σοβαρός και αυτό καταδεικνύεται από την απουσία υγρού κατά την εξέταση του η οποία διαπιστώνεται και κλινικά και ακτινολογικά αλλά και από το γεγονός ότι από το ιστορικό δεν υπήρξαν οι λεγόμενες εμπλοκές δηλαδή δεν μπλόκαρε το γόνατο για να μείνει κλειδωμένο. Μετά την αρχική θεραπεία που έτυχε ο ενάγων και μέχρι την εξέταση του από τον ίδιο, όπως ήταν το ιστορικό που έλαβε, δεν υπήρξαν περίοδοι έντονου πόνου που να καθιστούν την ιατρική εξέταση του ενάγοντος όσο αφορά τον χιαστό και τον μηνίσκο αλλά και για τα άλλα τραύματα του επιβεβλημένη. Κατά την εξέταση του δεν προέβη σε νέα μαγνητική τομογραφία για το γόνατο του ενάγοντος. Αλλά από το ιστορικό που έλαβε από τον ενάγοντα διαπίστωσε ότι για τριάμισι χρόνια ο ενάγων δεν επισκέφθηκε οποιοδήποτε ιατρό για το γόνατο του για οποιοδήποτε λόγο και ούτε έλαβε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή. Επανέλαβε ότι δεν γνωρίζει για τα ισχυριζόμενα προβλήματα του ενάγοντος για νευρικό πόνο που προέρχεται από την λειτουργία των νεύρων για αρθρίτιδα και για χρόνια προβλήματα της πλάτης, διαπιστώσεις που είχαν γίνει όταν ο ενάγων επισκέφθηκε τον Δρα Κατσαρή το 2014 αφού η εξέταση του ιδίου έγινε το 2012, εντούτοις επεσήμανε ότι η γενική και αόριστη έκφραση «προβλήματα στην περιοχή της λεκάνης» δεν είναι διάγνωση. Σε κάθε περίπτωση από την στιγμή που τα δύο ρωγμώδη κατάγματα στην περιοχή της λεκάνης επουλώθηκαν δεν δικαιολογούνται πόνοι. Έγινε προσπάθεια από την πλευρά της δικηγόρου του ενάγοντος να υποβληθεί στον μάρτυρα ότι ο ενάγων επισκέφτηκε γιατρό το 2014 τον Δρα Παντζαρή θέλοντας να παρουσιάσει την εικόνα ότι ο ενάγων αναζήτησε ξανά ιατρική φροντίδα, μετά την αρχική του θεραπεία αμέσως μετά τον τραυματισμό και ότι ο ΜΥ 3 ψεύδεται ουσιαστικά όταν αναφέρει ότι ο ενάγων δεν αναζήτησε ξανά θεραπεία. Ο μάρτυρας απάντησε άμεσα ότι ο ίδιος τον είδε το 2012 πριν από το 2014 άρα δεν γνωρίζει τι είδους, ποιας μορφής, ποιας συχνότητας ενοχλήσεις είχε ο ενάγων από το 2012 μέχρι το 2014 για να αναγκαστεί όπως του τέθηκε να δει ιατρό το 2014 και ποια ήταν η διάγνωση του εν λόγω ιατρού το
  9. Επίσης πρόσθεσε ότι δεν αναιρεί τα όσα έχει αναφέρει πρώτον γιατί τα δύο ρωγμώδη κατάγματα δεν υπάγονται στην ειδικότητα του νευρολόγου που ήταν ο Δρ Παντζαρής και δεύτερον από την στιγμή που τα ρωγμώδη κατάγματα επουλώθηκαν όπως και ο Δρ Σιμόπουλος επιβεβαιώνει ότι τα εν λόγω κατάγματα δεν δικαιολογούσαν πόνο. Συμφώνησε ότι οι πλείστες περιπτώσεις περιτραυματικής αμνησίας έχουν ιστορικό και ο άλλος τρόπος να την εντοπίσεις είναι κάποιος που έμεινε αναίσθητος να φτάσει στον ιατρό ή στο νοσοκομείο και ακόμη να είναι αναίσθητος. Επίσης ανάφερε σε σχετική ερώτηση ότι όταν ένας γιατρός λέει χωρίς σαφή εικόνα κατάγματος σε σχέση με την φράση χωρίς εικόνα κατάγματος σημαίνει ότι αυτός που το έγραψε δεν μπορούσε να έχει απόλυτα σαφή γνώμη. Ο ακτινολόγος όμως που προέβη στην ακτινολογική εξέταση θα έπρεπε να έχει σαφή γνώμη, έκθεση του οποίου δεν υπάρχει - αναφερόμενος στο Τεκμ.
  10. Επεξήγησε ότι στις απλές ακτινογραφίες είναι δυνατό ένα μικρό ρωγμώδες τριχοειδές κάταγμα να μην φαίνεται. Όμως στην αξονική τομογραφία που έγινε στο Γ.Ν. Λευκωσίας που είναι η καλύτερη ακτινολογική μέθοδος απεικόνισης οστών και εντοπίζεται ότι έγινε από το Τεκμ. 11, θα έπρεπε να φαίνεται. Όμως δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το ισχυριζόμενο εκ μέρους του ενάγοντος κάταγμα της δέκατης πλευράς. Ο ίδιος επειδή δεν είχε την έκθεση του ακτινολόγου αναγκάστηκε να δει ο ίδιος το ακτινολογικό υλικό και δεν διαπίστωσε κάταγμα της δέκατης πλευράς γι' αυτό διαφωνεί πλήρως με τον Δρα Σιμόπουλο και την αναφορά του ότι υπάρχει κάταγμα δέκατης πλευράς. Τέλος, σε υποβολή ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την υπόθεση της εναγόμενης διαφώνησε και ανέφερε ότι τα όσα αναφέρει τα τεκμηριώνει και ουδέποτε εκμεταλλεύεται τον ανθρώπινο πόνο. Βρίσκω ότι στη βάση της πιο πάνω εκτεθείσας ιατρικής μαρτυρίας ο ενάγων συνεπεία του επίδικου δυστυχήματος υπέστη: (α) δύο μικρά ρωγμώδη χωρίς μετατόπιση κατάγματα, ένα στον δεξιό ηβισχιακό κλάδο της λεκάνης και ένα στη δεξιά πτέρυγα του ιερού οστού, (β) κρανιοεγκεφαλική κάκωση - περιτραυματική αμνησία χωρίς βαθμό σοβαρότητας ή οποιοδήποτε ενδοκρανιακό τραυματισμό η οποία σίγουρα κατά την έξοδο του από το Γενικό Νοσοκομείο όπως φαίνεται στο Τεκμ. 11 εξέλειπε και (γ) η θεραπεία ήταν απλή, συντηρητική με απλή ανάπαυση και λήψη αναλγητικών και παυσίπονων. Δεν χρειάστηκε ποτέ οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, (δ) ο ενάγων με την επιστροφή του στην εργασία του τέσσερις μήνες μετά το δυστύχημα δεν έλαβε ξανά και ούτε υπάρχει μαρτυρία για άλλη αναρρωτική άδεια, ή άδεια απουσίας από την εργασία του, (ε) δεν έτυχε άλλης ιατρικής περίθαλψης, θεραπείας, φαρμακευτικής αγωγής, φυσικοθεραπείας ή άλλης ακτινοδιαγνωστικής εξέτασης για τα επίδικα τραύματα, πλην ως ο ίδιος ισχυρίζεται μιας επίσκεψης στις 03.07.2014 στον νευρολόγο Δρα Παντζαρή, (στ) μέχρι την αποπεράτωση της ακρόασης δεν χρειάστηκε να υποβληθεί σε οποιαδήποτε χειρουργική ή άλλη επέμβαση συνεπεία των ισχυριζόμενων καταλοίπων συνεπεία του τραυματισμού του στο δυστύχημα. Οι διαφορές ως προς την προσαχθείσα ιατρική μαρτυρία εντοπίζονται στα ακόλουθα: α) στο κατά πόσο η ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου του αριστερού γόνατος ήταν σχεδόν πλήρης ή μερική και κατά πόσο για σκοπούς πόνου και ταλαιπωρίας μόνο όπως η ίδια η δικηγόρος του ενάγοντος δήλωσε αφού δεν δικογραφείται κάτι διαφορετικό θα χρειαστεί στο μέλλον ο ενάγων χειρουργική θεραπεία όσο αφορά τον πρόσθιο χιαστό σύνδεσμο και τον έσω μηνίσκο, β) στο κατά πόσο υπήρξε κάταγμα της δέκατης πλευράς δεξιά και γ) το κατά πόσο το διάστρεμμα του αυχένα επιταχύνει την εκφυλιστική διαδικασία στα μαλακά μόρια και τους δίσκους του αυχένα. Για τα πιο πάνω η μαρτυρία του Δρα Σιμόπουλου (ΜΕ3), ότι η ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου του αριστερού γόνατος του ενάγοντος ήταν σχεδόν πλήρης καταρρίπτεται: (α) από το ίδιο το Τεκμ. 8 έκθεση μαγνητικής τομογραφίας αριστερού γόνατος με ημερομηνία 30.07.2009, που κατάθεσε ο ενάγων στο οποίο αναφέρεται «... με απώλεια συνέχειας κάποιων ινών του, εύρημα συμβατό με ικανού πάχους μερική ρήξη αυτού», (β) από το γεγονός ότι εάν ήταν σχεδόν πλήρης η ρήξη του χιαστού συνδέσμου θα υπήρχε αστάθεια του γόνατος και τέτοιο εύρημα δεν υπήρχε ούτε καν στις 17.10.2012 που εξετάστηκε από τον ιατρό της επιλογής της εναγόμενης Δρα Γεωργίου και η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντος αλλά ούτε και το εύρημα του Δρα Γεωργίου. Επίσης καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός του Δρα Σιμόπουλου ότι η ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και η ρήξη του έσω μηνίσκου θα καταλήξει σε χειρουργική θεραπεία από την ίδια την μαρτυρία του Δρα Σιμόπουλου στην αντεξέτασή του ο οποίος ανασκευάζοντας προηγούμενες θέσεις του, που αναφέρονται στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμ. 6), αλλά και στην κυρίως εξέταση του, δέχτηκε ότι τα περί μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων ήταν γνώμη που είχε τη δεδομένη στιγμή κατά την συγγραφή του πιστοποιητικού του και όχι κατά τον χρόνο που έδινε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αφού δεν τον εξέτασε τα τελευταία 11 χρόνια και δεν έχει άποψη για την σημερινή κατάσταση του ενάγοντος. Επιπλέον, ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται και από το γεγονός ότι αν και έχουν παρέλθει 11 χρόνια από τον τραυματισμό, ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξε αναγκαιότητα να λάβει καμία αναρρωτική άδεια, ή άδεια απουσίας από την εργασία του δεν έτυχε ιατρικής περίθαλψης, θεραπείας, φαρμακευτικής αγωγής, φυσικοθεραπείας ή άλλης ακτινοδιαγνωστικής εξέτασης για τα επίδικα τραύματα, πλην, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, μιας επίσκεψης στις 03.07.2014 στον νευρολόγο Δρα Παντζαρή. Μέχρι την αποπεράτωση της ακρόασης δεν χρειάστηκε να υποβληθεί σε οποιανδήποτε χειρουργική ή άλλη επέμβαση συνεπεία των ισχυριζόμενων τραυμάτων του. Επίσης αν και υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των εμπειρογνωμόνων γιατρών των δύο πλευρών αναφορικά με το περιεχόμενο της μαγνητικής τομογραφίας αριστερού γόνατος (Τεκμ.8), σχετικά με τη φράση «με απώλεια συνέχειας κάποιων ινών του, εύρημα συμβατό με ικανού πάχους μερική ρήξη αυτού», ο ενάγων που είχε και το βάρος απόδειξης της υπόθεσης του δεν παρουσίασε αυτόν ο οποίος συνέταξε το εν λόγω έγγραφο ενώπιον του Δικαστηρίου για να δώσει τις αναμενόμενες εξηγήσεις χωρίς να δώσει καμία δικαιολογία προς τούτο. Τα ίδια πιο πάνω ισχύουν και για τον ισχυρισμό του Δρα Σιμόπουλου όσον αφορά την θέση του επί του Τεκμ. 6 για επιτάχυνση της εκφυλιστικής διαδικασίας των μαλακών μορίων και των δίσκων του αυχένα, θέση η οποία αφορούσε όπως ο ίδιος ανάφερε κατά την συγγραφή του ιατρικού του πιστοποιητικού στις 28.12.2009 και δεν ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσει κατά την ακροαματική διαδικασία αφού δεν εξέτασε τον ενάγοντα τα τελευταία 11 χρόνια και ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε άλλη ακτινοδιαγνωστική εξέταση επιβεβαίωσης του ισχυρισμού αυτού. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Δρος Σιμόπουλου περί ύπαρξης ρωγμώδους κατάγματος της δέκατης πλευράς δεξιά, τον οποίο όπως ισχυρίστηκε επιβεβαίωσε από ακτινογραφίες που λήφθηκαν στο νοσοκομείο και ότι είναι ακτινολογικό εύρημα, καταρρίπτεται πάλι από το Τεκμ. 11, έκθεση νοσηλείας ασθενούς στο νοσοκομείο, το περιεχόμενο της οποίας έγινε αποδεκτό και στην οποία δεν υπάρχει καμία αναφορά περί ύπαρξης κατάγματος δέκατης πλευράς. Επίσης, ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε στην κατοχή του σχετική ακτινογραφία, όχι έκθεση που επιβεβαίωνε, όπως ισχυρίστηκε, το κάταγμα, ουδέποτε την κατάθεσε στο Δικαστήριο αν και αμφισβητήθηκε έντονα το εν λόγω κάταγμα από την υπεράσπιση και ούτε υποδείχτηκε από την πλευρά του ενάγοντος κατά την αντεξέτασή του Δρα Γεωργίου, όταν και ο ίδιος αμφισβήτησε την ύπαρξη του εν λόγω κατάγματος για να τοποθετηθεί. Άλλωστε, στο τέλος, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε δεν είναι ακτινολόγος και ούτε έχει στην κατοχή του την ακτινολογική έκθεση. Οι ισχυρισμοί του Δρα Σιμόπουλου περί μελλοντικών καταλοίπων των επίδικων τραυματισμών του ενάγοντος κατέρρευσαν πλήρως όταν κατά την αντεξέτασή του και μάλιστα στην τελική υποβολή από τον δικηγόρο της εναγόμενης ότι ο ενάγων εκ του γεγονότος ότι μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από τον τραυματισμό του και την επιστροφή του στην εργασία το γεγονός ότι δεν έτυχε καμίας ιατρικής περίθαλψης και καμίας θεραπείας αυτό δεικνύει ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας και είχε αποθεραπευτεί πλήρως από τα τραύματα του, απάντησε καταληκτικά «δεν έχω γνώμη για τούτο». Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι και απορρίπτω τη μαρτυρία του Δρος Σιμόπουλου όσον αφορά τους αμφισβητούμενους τραυματισμούς, κατάλοιπα και μελλοντικές χειρουργικές επεμβάσεις. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Δρος Παντζαρή (ΜΕ4), κρίνω ότι αυτός υπέρβαλλε εαυτόν στην προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντος και να καταδείξει ότι ο ενάγων, συνεπεία των τραυμάτων που υπέστη από το επίδικο δυστύχημα, χρειάστηκε μια φορά και μόνο στα 11 χρόνια από τον τραυματισμό του να τον εξετάσει παραπονούμενος για πόνο στην δεξιά βουβωνική και δεξιά γλουτιαία χώρα. Προσπάθησε να συνδέσει τον εν λόγω πόνο με τα δήθεν αντικειμενικά ευρήματα μαγνητικής τομογραφίας που έγινε το 2013 για να δείξει πρόσφατο με την εξέταση του ακτινοδιαγνωστικό υλικό, ενώ τέτοιο ακτινοδιαγνωστικό υλικό όπως προέκυψε από την αντεξέτασή του δεν υπήρξε ποτέ και ανασκευάζοντας, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμ. 7, ισχυρίστηκε ότι ήταν λάθος του η αναφορά και ότι πρόκειται για ακτινοδιαγνωστικό υλικό του 2009 ακριβώς μετά το δυστύχημα. Ισχυρίστηκε ότι χορήγησε στον ενάγοντα φάρμακο για να καταστείλει τον λεγόμενο νευροπαθητικό πόνο αλλά δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο ενάγων έλαβε αυτό το φάρμακο αφού δεν προσήλθε ξανά για να τον επαναξιολογήσει. Η αναφορά του περί συνδρόμου βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της ιατρικής του έκθεσης (Τεκμ. 9), στην οποία καμία αναφορά δεν υπάρχει. Εν κατακλείδι μάλιστα ανάφερε, αναιρώντας όσα είπε προηγουμένως, ότι θεωρητικά ένας ασθενής μπορεί να αναπτύξει αυτό το σύνδρομο και ο ενάγων μπορεί να μην έχει τίποτε σήμερα και δεν είναι σε θέση να γνωρίζει περί αυτού καθότι δεν τον ξαναείδε πλην τη μοναδική φορά στις 03.07.
  11. Κρίνω ότι η μαρτυρία του Δρος Παντζαρή ήταν περιορισμένης αξίας μέχρι μηδαμινής για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Εξετάζοντας τώρα τη μαρτυρία του Δρος Γεωργίου, κρίνω ότι αυτή ήταν συγκροτημένη, χωρίς υπερβολές και αφορισμούς και ήταν ο ιατρός -εμπειρογνώμονας ο οποίος εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, που θα επιτρέψουν σε αυτό να καταλήξει σε δικαστική κρίση (βλ. Pouris & another v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 170 και Fhilippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R.). Παρά την έντονη αντεξέταση του Δρος Γεωργίου από την ευπαίδευτη δικηγόρο του ενάγοντος, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, αντίθετα του δόθηκε η ευκαιρία με πολλή λεπτομέρεια να αναφερθεί στα ευρήματα του και να επεξηγήσει με απλά και κατανοητά λόγια τη δική του επιστημονική άποψη. Ήταν τέτοια η αμεσότητα των απαντήσεων του μάρτυρος επί των ερωτήσεων που δεν άφησε περιθώριο στην πλευρά του ενάγοντος να του υποβάλει στο τέλος των απαντήσεων του οποιαδήποτε διαφορετική θέση από αυτή την οποία εξέφραζε ο μάρτυρας παρά μόνο γενικές και αόριστες υποβολές στο τέλος της αντεξέτασής του. Ο ΜΥ 3, αφού παρέθεσε με λεπτομέρεια στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμ. 22), τα ευρήματα του από την εξέταση του ενάγοντος στην οποία προέβη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων υπέστη ένεκα του επίδικου δυστυχήματος: (α) δύο μικρά ρωγμώδη κατάγματα, ένα στην δεξιά πτέρυγα του ιερού οστού και στο δεξιό ηβισχιακό κλάδο της λεκάνης που αποτελούν την απλούστερη και αθωότερη μορφή οστικού τραυματισμού, είναι άριστης πρόγνωσης και δεν δικαιολογούν κανένα λειτουργικό κατάλοιπο, η δε θεραπεία τους είναι συντηρητική με απλή ανάπαυση, (β) μερική ρήξη του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου η οποία αφορούσε κάποιες ίνες του συνδέσμου και ρήξη του έσω μηνίσκου όπως επιβεβαιώνεται από το Τεκμ. 8, η οποία έτυχε συντηρητικής θεραπείας και δεν χρειάστηκε οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση, (γ) κάκωση κεφαλής - διάσειση χωρίς βαθμό σοβαρότητας και χωρίς οποιοδήποτε ενδοκρανιακό τραυματισμό. Κατά την εξέταση του τα κλινικά ευρήματα στηρίζουν κατά την γνώμη του πλήρη λειτουργική αποκατάσταση και την απουσία οποιασδήποτε μορφής λειτουργικής αναπηρίας. Από δε την κλινική και ακτινολογική εξέταση δεν υπήρξε οποιαδήποτε ένδειξη μελλοντικής χειρουργικής μορφής θεραπείας. Η ορθότητα της διάγνωσης του ΜΥ 3 η οποία καταγράφηκε στην ιατρική του έκθεση (Τεκμ. 22), επιβεβαιώθηκε από την εξέλιξη της υγείας του ενάγοντος τα τελευταία 11 χρόνια από το δυστύχημα ο οποίος δεν χρειάστηκε έκτοτε ποτέ, μετά την αρχική θεραπεία και την επιστροφή του στην εργασία, να λάβει καμία αναρρωτική άδεια, ή άδεια απουσίας από την εργασία του δεν έτυχε ξανά ιατρικής περίθαλψης, θεραπείας, φαρμακευτικής αγωγής, φυσικοθεραπείας ή άλλης ακτινοδιαγνωστικής εξέτασης για τα επίδικα τραύματα κάτι που αποτελεί την απόλυτη ένδειξη της πλήρης αποθεραπείας του ενάγοντος χωρίς λειτουργικά ή άλλα κατάλοιπα. Γι' αυτούς τους λόγους η ιατρική μαρτυρία του ΜΥ 3 και τα συμπεράσματα του όπως καταγράφηκαν πιο πάνω και συμπεριλαμβάνονται στην Έκθεσή του (Τεκμ. 22), καθίστανται και δικά μου ευρήματα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΠΟΥ ΔΙΕΠΕΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του στο επίδικο δυστύχημα. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi,
(1982)1 C.L.R. 789: «Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης». Στην υπόθεση Μαυροπετρή v. Γεωργίου Λουκά,
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74-75, έχει λεχθεί ότι είναι σταθερή η πιο φιλελεύθερη αντίκριση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και στις αγωνίες της ανικανότητας. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά τον χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές (βλ. Fysko v. Γεωργίου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1029, A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους,
(2004)1 Α.Α.Δ. 41). Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.ά v. Καραολή,
(1998)1 Α.Α.Δ. 445, επισημαίνεται ότι οι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Όπως δε τονίστηκε στην απόφαση Χ. Φωτίου v. Στ. Νεοφύτου κ.α.,
(2005)1 Α.Α.Δ., 1511: «Τα Δικαστήρια κατά τον καθορισμό τους ύψους των γενικών αποζημιώσεων αντλούν καθοδήγηση και λαμβάνουν υπόψη το ύψος των αποζημιώσεων που έχουν επιδικασθεί σε προηγούμενες υποθέσεις, εφόσον βέβαια υπάρχει κάποια αναλογία στην έκταση των κακώσεων και τα επακόλουθα τους, πάντοτε όμως και υπό το φως των αλλαγών τόσο της αγοραστικής αξίας του χρήματος όσο και των εξελίξεων της νομολογίας, σε συνάρτηση με όποιους άλλους παράγοντες επιδρούν στην περίπτωση». Η τάση που ακολουθείται από τα Δικαστήρια μας σε περίπτωση οικονομικών κρίσεων είναι η μείωση των αποζημιώσεων. Μία από τις επιπτώσεις της πανδημίας που περνούμε τώρα είναι και η οικονομική διάσταση. Πρωτόδικα Δικαστήρια αντλώντας δικαστική γνώση από τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν στην χώρα μας το 2013 και μετά και ακολουθώντας την νομολογία ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να αντανακλούν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας κατά την περίοδο που δίνονται όπως αυτό έχει εκφραστεί στην υπόθεση Αριστείδου v. Σιαηλή
(1998)1 Α.Α.Δ. 617, έχουν εκδώσει αποφάσεις με τις οποίες προχώρησαν σε αναπροσαρμογή των ποσών τα οποία δόθηκαν. Είναι γνωστό ότι οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, εκφράζουν καθοδήγηση και το μέτρο του λογικού, αλλά χρειάζεται ταυτόχρονα και η προσαρμογή τους, γιατί η κάθε υπόθεση έχει τα δικά της συγκεκριμένα γεγονότα και περιστατικά. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι και οι αλλοδαπές αποφάσεις οι οποίες χρησιμοποιούνται πολλές φορές από την Κυπριακή δικαιοσύνη για το ίδιο σκοπό, χρειάζονται να προσαρμόζονται στην Κυπριακή πραγματικότητα (βλ. Πολυκάρπου κ.ά. v. Αδάμου,
(1988)1 Α.Α.Δ. 727). Είναι η εισήγηση της πλευράς της εναγόμενης ότι, λαμβάνοντας υπόψη τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγων, επί πλήρους ευθύνης, το ποσό το οποίο θα δικαιούταν είναι €9.000,00 ποσό το οποίο ανταποκρίνεται ως αποζημίωση για τις σωματικές του βλάβες, ενώ η εισήγηση της άλλης πλευράς είναι πέραν του επταπλάσιου του ως άνω ποσού. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με παρέπεμψαν σε σειρά πρωτόδικων κατά βάση αποφάσεων οι οποίες κατά την εισήγηση τους προσφέρουν καθοδήγηση για καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτές μία προς μία. Η κάθε μια κρίθηκε στη βάση των δικών της γεγονότων. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα κρίνω ότι το ποσό των €15.000,00 θα ήταν μια δίκαιη αποζημίωση για τον ενάγοντα ως γενικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγων δικαιούται επί πλήρους ευθύνης τα πιο κάτω ποσά: Α. €15.000,00- ως γενικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από 06.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Β. €6.919,50σ. (λέγε €7.000,00) ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής ήτοι από 06.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως. Επομένως σε ποσοστό 25% δικαιούται απόφασης για το ποσό των €5.500,00 πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής, ήτοι την 06.05.2011 μέχρι εξοφλήσεως για ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, ποσό για το οποίο εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγόμενης. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Επιδικάζονται έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα εξόδων. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.