I. SOTERIOU DEVELOPERS LTD ν. GORDIAN HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 2302/21, 22/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A611 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2302/21 Μεταξύ: I. SOTERIOU DEVELOPERS LTD Ενάγουσας και GORDIAN HOLDINGS LTD Εναγομένης Αίτηση υπό Ενάγουσας ημερ. 13.10.20 για Ενδιάμεσα Απαγορευτικά Διατάγματα Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγουσα: κα Α. Ιακώβου, για Μ. Ιακώβου και Συνεργάτες Για Εναγόμενη: κα E. Πεύκου, για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση δύο ενδιάμεσων διαταγμάτων, ήτοι ενός το οποίο να εμποδίζει και ή απαγορεύει και ή αναστέλλει την πώληση στις 24.11.21 διά δημοσίου πλειστηριασμού των τεμαχίων 412, 413, 422 (εφεξής τα «ακίνητα») και δευτέρου το οποίο να εμποδίζει και ή απαγορεύει την έκδοση και αποστολή οποιασδήποτε άλλης ειδοποίησης σε σχέση με την πώληση των εν λόγω ακινήτων. Στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο εκ των κυριότερων μετόχων και διευθυντικό στέλεχος της κ. Σωτηρίου αναφέρεται μεταξύ άλλων στο ιστορικό της Ενάγουσας, στην ενασχόληση της με την ανέγερση διαμερισμάτων και κατοικιών, στα έργα τα οποία εκτελούντο κατά το 2013 στην Ανθούπολη και στον Στρόβολο, στη διακοπή των εργασιών τους λόγω τερματισμού της χρηματοδότησης από τη Λαϊκή για έξι έργα και από την Τράπεζα Κύπρου για δύο έργα με αποτέλεσμα τον τερματισμό πληρωμών από τους αγοραστές διαμερισμάτων ενώ απαιτούντο ακόμα €2.000.000 για τη συμπλήρωση των 42 διαμερισμάτων. Περαιτέρω εξηγεί ότι η Ενάγουσα προ του 2013 είχε αγοράσει οκτώ ακίνητα με πρόθεση την αξιοποίηση τους. Τα οκτώ αυτά ακίνητα, ένα άλλο τεμάχιο στη Δευτερά, δυο ακίνητα στον Πύργο, καθώς και η προσωπική του κατοικία υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των δανείων. Τα τρία επίδικα συνεχόμενα οικόπεδα, είχαν αγοραστεί έναντι ποσού €2.500.000 ενώ τα υπόλοιπα πέντε έναντι ποσών συμποσούμενων σε €1.135.
- Προσθέτει επίσης ότι κατά τον Μάρτιο του 2013 η Ενάγουσα όφειλε στη Λαϊκή το συνολικό ποσό των €2.429.160 και στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των €1.411.
- Η Ενάγουσα βρέθηκε σε πολύ μεγάλα αδιέξοδα. Ήταν υποχρεωμένη να αποπερατώσει τις εργασίες και να εκδώσει τίτλους για τα διαμερίσματα πράγμα το οποίο κατόρθωσε με υπεράνθρωπες προσπάθειες μέχρι το τέλος του 2017 με οικονομικές ενισχύσεις άλλων, με αποτέλεσμα να παραμείνει χωρίς κεφάλαια και να τερματίσει παντελώς τις εργασίες της. Η αξία των 42 διαμερισμάτων είναι πέραν των €5.000.
- Οι αγοραστές τής οφείλουν περί τις €700.
- Με τα χρήματα που εισέπραξε κατά τα έτη 2013-2017 αποπλήρωσε τις δαπάνες για τη συμπλήρωση των εργασιών. Όμως η Ενάγουσα υπέστη πελώριες ζημιές λόγω της αύξησης των εργατικών και της αξίας των υλικών. Από την έκδοση των τίτλων το 2017 αγωνίζονται όπως η Τράπεζα Κύπρου επιτρέψει τις μεταβιβάσεις και λάβει το κάθε υπόλοιπο το οποίο οφείλουν. Πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα διότι απαιτούσε την πλήρη εξόφληση, συνεχίζοντας να χρεώνει. Σε δύο αγωγές που είχε καταχωρίσει το 2015 η Τράπεζα Κύπρου απαιτούσε συνολικά ποσά ύψους €4.553.569, δηλαδή €700.000 περισσότερα από ό,τι ήταν το χρέος κατά το 2013, ενώ το 2019 πώλησε τις πιστωτικές διευκολύνσεις στη νυν Εναγόμενη (Gordian) και πλέον η Ενάγουσα δεν είχε κανένα λογαριασμό και καμιά υποχρέωση στην Τράπεζα Κύπρου. Η Gordian άρχισε να αποστέλλει ειδοποιήσεις βάσει του Ν.9/
- Σε συναντήσεις που έγιναν περί τον Μάρτιο του 2020 η Ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ήδη είχαν πωληθεί τα τεμάχια 472, 489, 492 και ένα εκ των δύο ακινήτων στον Πύργο, ενώ λίγο αργότερα πωλήθηκαν και τα τεμάχια 215 και
- Ευρισκόμενη υπό πίεση η Ενάγουσα πρότεινε στην Gordian να της παραχωρήσει τα τεμάχια 412, 413, 422, 215, 216 και 472 προς πλήρη διευθέτηση. Η Gordian όμως ζητούσε και το ποσό των €75.000 σε μετρητά. Έγιναν αντιπροτάσεις για σταδιακή πληρωμή του ποσού. Σε αυτό το στάδιο η Gordian τους είπε πως δεν είχε εξαγοράσει όλες τις οφειλές από την Τράπεζα Κύπρου και ότι για όσες παρέμεναν η τράπεζα διατηρούσε τις ίδιες υποθήκες προς όφελος της τις οποίες δεν ήταν διατεθειμένη να αποσύρει. Δηλαδή η Gordian θα ελάμβανε όλη σχεδόν την περιουσία και η υπόλοιπη θα παρέμενε υποθηκευμένη στην Τράπεζα Κύπρου για τις υποτιθέμενες οφειλές, πράγμα που ήταν εμπαιγμός. Ζήτησαν εξηγήσεις ως προς τα χρέη που είχε εξαγοράσει η Gordian αλλά από τον Μάρτιο του 2020 που έγινε η τελευταία συνάντηση αναμένουν ακόμα την πληροφόρηση. Πώλησαν τα πέντε (από τα οκτώ) ακίνητα συν το ένα στον Πύργο, των οποίων η αξία υπερβαίνει τα €1.200.
- Τα επίδικα είναι τρία συνεχόμενα μεγάλα οικόπεδα στον Στρόβολο των οποίων η αντικειμενική αξία δεν είναι χαμηλότερη των €2.600.000 (ενώ στο ένα υπάρχει κατοικία) και η Gordian καθόρισε επιφυλαχθείσα τιμή το ποσό των €1.100.000, που με βάση τον Νόμο μπορεί να κατέλθει στο 80% (€800.0000) ή και στο 50% (€550.000), πράγμα που θα επιτρέψει στην Gordian να τα αποκτήσει έναντι πινακίου φακής και ίσως να εξηγεί το γιατί τα άφησε τελευταία ενώ παράλληλα θα εισπράξει και τις €700.000 των εγκλωβισμένων αγοραστών των διαμερισμάτων. Είναι τέλος η θέση του πως η πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων δεν επιτρέπεται όταν το ύψος τους είναι μεγαλύτερο του €1.000.
- Η δε Ενάγουσα είναι «μικρή επιχείρηση» λαμβανομένου υπόψιν ότι, η πώληση έγινε το 2019 όταν είχε αδρανοποιηθεί εντελώς η Ενάγουσα. Άρα η Gordian δεν μπορούσε να αποκτήσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις αυτές. Ένσταση Η Εναγόμενη προέβαλε 16 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι πάσχει η νομική βάση της αίτησης, δεν πληρούνται οι καθιερωμένες προϋποθέσεις, η αίτηση είναι κακόπιστη, παραπλανείται το δικαστήριο, υπάρχει κώλυμα αμφισβήτησης των συμφωνιών ή των υποθηκών, το μόνο επίδικο είναι το ύψος της οφειλής, η εξαγορά των δανείων είναι νόμιμη, το δικαστήριο δεν διακιούται να εξετάσει τη νομιμότητα της εξαγοράς, με τις υποθήκες παραχωρήθηκε δικαίωμα πώλησης, η διαδικασία εκποίησης είναι νομότυπη, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Εναγομένης και τέλος ότι δεν αποσείεται το απαιτούμενο βάρος απόδειξης με την αίτηση και την ένορκη δήλωση. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο πρώην υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου και νυν υπάλληλος της Εναγομένης κ. Αδάμου αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφερόμενος μεταξύ άλλων στο ιστορικό των δανείων από τη Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήρια 1, 2), στη σύναψη των υποθηκών Υ.XXXXX και Υ. XXXXX (Τεκμήριο 3), στον τερματισμό των συμφωνιών κατά το 2014 (Τεκμήριο 4), στην έγερση των αγωγών κατά το 2015 (Τεκμήρια 5, 6), στην εκχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων και των δύο πιο πάνω υποθηκών βάσει και σχετικού διατάγματος (Τεκμήρια 7, 8), σε συνάντηση στις 28.2.20 προς διερεύνηση διευθέτησης (όπου και ενημερώθηκε η Ενάγουσα για την εκχώρηση όλων των πιστώσεων και την πώληση τριών ακινήτων το 2019, την αγορά από την Εναγόμενη τριών άλλων ακινήτων (λόγω μη επιτυχίας του πλειστηριασμού), στην ενημέρωση της Ενάγουσας για τη διάθεση του προϊόντος των πωλήσεων, σε σχετική πρόταση της Ενάγουσας ημερ. 23.3.20 για διευθέτηση (Τεκμήριο 7 της Ενάγουσας), σε νεότερη συνάντηση στις αρχές Ιουνίου του 2020 και τέλος στην ενεργοποίηση της διαδικασίας εκποίησης όταν πλέον η Ενάγουσα δεν επανήλθε όπως είχε δηλώσει κατά την εν λόγω τελευταία συνάντηση. Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως έχει αναφερθεί η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή. Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. ............... Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Εξέταση Προϋποθέσεων Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνεται από τη γενική οπισθογράφηση ότι η Ενάγουσα αξιώνει: - Δήλωση ότι η εξαγορά των δανείων είναι άκυρη. - Δήλωση ότι ως αποτέλεσμα της ακυρότητας δεν νομιμοποιείται η Εναγόμενη να διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό. - Δήλωση ότι οι Ειδοποιήσεις Τύπου Θ, Ι και ΙΑ δεν έχουν νομική αξία και ούτε δίδουν στην Εναγόμενη δικαιώματα. - Δήλωση ότι η απόφαση για εκποίηση συνιστά καταχρηστική ενέργεια. - Δήλωση ότι η κατάσταση λογαριασμού που επέδωσε η Εναγόμενη δεν πληροί τις προϋποθέσεις και περαιτέρω ότι το αναφερόμενο υπόλοιπο είναι διογκωμένο. - Διάταγμα αποκάλυψης των δανείων τα οποία εξαγόρασε και των υποθηκών που απέκτησε η Εναγόμενη. - Διάταγμα παροχής πλήρων, αναλυτικών και αιτιολογημένων λογαριασμών των χρεών, καθώς και των ποσών που κατέβαλε για την εξαγορά. Συνοψίζοντας, παρατηρείται ότι η Ενάγουσα θα εγείρει αφενός ζήτημα ακυρότητας της εξαγοράς των δανείων, η οποία ακυρότητα επιφέρει συνέπειες ως προς τη νομιμότητα των αξιώσεων, των ειδοποιήσεων, των εκποιήσεων και αφετέρου ζήτημα σε σχέση με το ύψος των οφειλόμενων ποσών. Αυτά είναι τα ζητήματα τα οποία προβάλλει η Ενάγουσα και στην ένορκη δήλωση της, (με προεξάρχον πάντα ζήτημα αυτό της αγοράς των πιστώσεων και της νομιμότητας της πράξης αυτής). Αναμφίβολα και τα δύο συνιστούν αναγνωρισμένες στον Νόμο αιτίες αγωγής και σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση, για τα οποία, εάν εν τέλει δικαιωθεί, η Ενάγουσα θα δικαιούται σε θεραπεία υπό μορφή αναγνωριστικών δηλώσεων. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι η Ενάγουσα στα πλαίσια της αίτησης δεν αμφισβητεί τα τεκμήρια και στοιχεία τα οποία παρέθεσε η Εναγόμενη. Αντιθέτως μάλιστα, πλείστα στοιχεία επιβεβαιώνονται και από τις αναφορές της Ενάγουσας με πρώτη την παραδοχή ότι κατά τον Μάρτιο του 2013 οι υποχρεώσεις της προς τη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου ήταν περί τα €3.800.
- Το Τεκμήριο 4 της Εναγομένης αποτελείται αφενός από την επιστολή τερματισμού ημερ. 15.1.14 για τους επτά λογαριασμούς που είχαν προέλθει από τη Λαϊκή για συνολικό χρέος €2.435.394 συν τόκους και αφετέρου από τέσσερις επιστολές τερματισμού ημερ. 23.1.14 για τους τέσσερις λογαριασμούς δανείων της Τράπεζας Κύπρου για συνολικό χρέος €1.445.392 συν τόκους. Για τα τελευταία αυτά δάνεια καταχωρίστηκε η αγωγή υπ' αρ.158./15 (Τεκμήριο 5) και για τα πρώτα της Λαϊκής η αγωγή υπ' αρ.230./15 (Τεκμήριο 6). Όλοι αυτοί οι 11 λογαριασμοί (συν ακόμα δύο) είχαν συμπεριληφθεί στο επικυρωθέν από το Δικαστήριο στις 23.5.19 Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου, της Gordian Holdings και των μετόχων τους, ως φαίνεται από τις επισυνημμένες στο διάταγμα καταστάσεις (Τεκμήριο 7 της ένστασης). Το Τεκμήριο 8 της ένστασης φαίνεται να είναι η Ειδοποίηση ημερ. 31.5.19, στην οποία αναφέρεται ο κ. Αδάμου και την οποία απέστειλε η Gordian βάσει του άρθρου 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Ν.169(Ι)/15 ενημερώνοντας την Ενάγουσα για τη μεταφορά τόσο των 13 ως άνω πιστωτικών διευκολύνσεων (Appendix 1) όσο και όλων των εξασφαλίσεων (Appendix 2). Αξίζει να σημειωθεί πως μεταξύ των εξασφαλίσεων είναι και 23 συνολικά υποθήκες οι οποίες κατά τα αναφερόμενα στην κατάσταση είχαν συσταθεί μεταξύ των ετών 2004 και 2012 και ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι δύο υποθήκες στις οποίες αφορά η εδώ εκδικαζόμενη αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεν φαίνεται να έχει προοπτικές επιτυχίας η θέση της Ενάγουσας ότι δεν έχουν πωληθεί όλες οι οφειλές που είχαν προς τις Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή. Όπως εξάλλου και η ίδια η Ενάγουσα αναφέρει, στις δύο αγωγές η Gordian διαδέχθηκε την Τράπεζα Κύπρου (§13 στην έ/δ της αίτησης). Φαίνεται πως αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο τροποποιήθηκαν τα κλητήρια εντάλματα στις δύο αγωγές στις 5.12.19 και στις 23.1.20 με την υποκατάσταση από την Gordian. Ούτε βέβαια, στα πλαίσια πάντα της αίτησης, ευσταθεί η θέση ότι δεν είχε ενημερωθεί για τη μεταφορά των δανείων στην Gordian. Η ίδια η Ενάγουσα μέσω του κ. Σωτηρίου αναφέρεται σε συζητήσεις με την Gordian τόσο για τα θέματα της μεταφοράς όσο και για τις οφειλές. Άλλωστε η ίδια η Ενάγουσα έχει επισυνάψει στο Τεκμήριο 6 τις δύο ειδοποιήσεις ημερ. 30.9.19 με βάση τις οποίες έγινε η υποκατάσταση της Τράπεζας Κύπρου από την Gordian στις δύο αγωγές του 2015, ενώ δέχεται ότι ακολούθησαν και οι Ειδοποιήσεις Τύπου Θ, Ι και ΙΑ από την Gordian επίσης. Αυτό μας φέρνει στην πρώτη βάση αγωγής, την οποία επιθυμεί να προωθήσει η Ενάγουσα με την αγωγή της. Δεχόμενη ότι όντως υπάρχουν χρέη προβάλλει πως βάσει του Ν.169(Ι)/15 δεν ήταν επιτρεπτή η εκχώρηση ή η μεταφορά τους στην Gordian επειδή τα οφειλόμενα υπόλοιπα υπερέβαιναν το ποσό του €1.000.000 και επειδή η ίδια (η Ενάγουσα) είναι μικρή επιχείρηση (με λιγότερους από 50 εργαζόμενους και κύκλο εργασιών μικρότερο από €10.000.000 ετησίως). Η εισήγηση αυτή ισοδυναμεί με τη θέση ότι ο Ν.169(Ι)/15θεσπίστηκε με στόχο να καλύψει την πώληση των μικρών δανείων κάτω του €1.000.000 φυσικών προσώπων και μικρών επιχειρήσεων και όχι των μεγαλύτερων χρεών. Με όλο τον σεβασμό όμως δεν είναι αυτό το νόημα των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Δεν συνάγεται ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να μπορούν να πωληθούν μόνο δάνεια κάτω του €1.000.000 ή μόνο δάνεια των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, δηλαδή να εξαιρούνται τα μεγάλα δάνεια. Χωρίς ιδιαίτερη ανάλυση, αυτό το οποίο προκύπτει, είναι ότι με το εδ.
(1)είχαν όντως τεθεί κάποια "όρια" πλην όμως ακολουθούσε και το εδ.
(2)το οποίο ρύθμιζε ειδικά τα μεγάλα δάνεια. Το ότι πρόκειται για "όρια" προκύπτει με βεβαιότητα λόγω του χαρακτηρισμού τους ως τέτοιων από το αρχικό κείμενο του Νόμου, δηλαδή πριν την τροποποίηση από τον Ν.86
(1)/18 όπου το παλαιό εδ.
(2)προέβλεπε: «
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.» Παρατηρείται λοιπόν, ότι με τον αρχικό Νόμο δεν απαγορεύετο η πώληση πιστώσεων οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια του εδ.
(1), αλλά απλά έπρεπε να ακολουθούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και
- Το ερώτημα είναι αν απαγορεύτηκαν τέτοιες πωλήσεις μετά την τροποποίηση του
- Δεν εξάγεται τέτοια απαγόρευση όμως από το κείμενο του εδ.
(2)όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά το αντίθετο. Το εδ.
(1)τόσον στην παρ. (α) όσο και στην παρ. (β), αναφέρεται ήδη σε Α.Π.Ι και αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραπέμψει μόνο αυτές τις περιπτώσεις στα άρθρα 18 και 19, τότε πολύ απλά θα αναφερόταν σε αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις του εδ.
(1), με τα όρια. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά διατήρησε τη φράση "Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις...". Η φράση αυτή σημαίνει ότι άσχετα και ανεξάρτητα από όσα προνοούνται στο εδ.
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις διέπονται από τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Επιβεβαίωση αποτελούν οι πρόνοιες του εδ.
(3)το οποίο περιέχει τις μόνες εξαιρέσεις (για κατοίκους, εργασίες, επενδύσεις, ιδιοκτησίες ή δίκαιο ξένης χώρας). Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως και με τις πρόνοιες του άρθρου 18, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε "πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων" κάποιου Α.Π.Ι. χωρίς δηλαδή να θέτει όρια σε ποσά ή μεγέθη επιχειρήσεων. Βασικά αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως με τον αρχικό νόμο προνοείτο όπως τα άρθρα 18 και 19 εφαρμόζονται μόνο για δάνεια πέραν του €1.000.000 ενώ με την τροποποίηση ο νομοθέτης απαίτησε όπως τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται για όλα τα δάνεια ανεξαρτήτως των προνοιών του εδ.
(1), δηλαδή ανεξαρτήτως ύψους πιστωτικών διευκολύνσεων ή μεγέθους επιχειρήσεων. Η θέση της Ενάγουσας ότι δεν είχε ενημερωθεί για το προϊόν των πωλήσεων ακινήτων που έγιναν ήδη δεν έχει επίσης προοπτικές επιτυχίας, δεδομένου ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί ενόρκως οι σχετικές ειδοποιήσεις προς την ίδια. Πρόκειται για σχετικά έγγραφα του Τεκμηρίου 9 στην ένσταση απευθυνόμενα στην ίδια. Διαφαίνεται δε από αυτά πως προηγήθηκαν τέσσερις διαθέσεις ακινήτων από τις οποίες έχει εισπραχθεί το συνολικό ποσόν των €498.200 (207.000+191.600+95.500+4.100), από το οποίο αφαιρούνται και κάποια ποσά για φόρους και έξοδα. Ούτε επίσης διαφαίνεται βασιμότητα στους ισχυρισμούς περί κατάχρησης ή μη διαπραγμάτευσης. Η Εναγόμενη παραθέτει και επιβεβαιώνει τις συναντήσεις παραπέμποντας μάλιστα σε αλληλογραφία την οποία επεσύναψε η Ενάγουσα (π.χ. Τεκμήριο 7). Υπήρξαν συναντήσεις κατά τον Μάρτιο και τον Ιούνιο του 2020 αλλά είναι κοινό Έδαφος πως δεν υπήρξε συνέχεια. Η δε ύπαρξη του διατάγματος επικύρωσης διακανονισμού, οι ειδοποιήσεις για την πώληση των πιστώσεων και κυρίως οι δύο αγωγές εκβαραθρώνουν την εισήγηση ότι παρέμειναν κάποια χρέη στην Τράπεζα Κύπρου. Άλλωστε πλέον υπάρχει και η σχετική ένορκη τοποθέτηση του κ. Αδάμου εκ μέρους της Εναγομένης ότι πωλήθηκαν όλες οι πιστώσεις (§23). Η άλλη βασική αιτία αγωγής αφορά το ύψος των οφειλόμενων ποσών. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι η Ενάγουσα παραπονείται μεν αλλά χωρίς να προβάλλει κάτι συγκεκριμένο για ποσά τα οποία δεν θα έπρεπε να χρεωθούν. Αντιθέτως, ακόμα και εάν ληφθεί υπόψιν το ποσό των €3.800.000 που η ίδια δέχεται ότι ήταν οφειλόμενο στις 31.12.13, είναι λογικό πως τόσο κατά τον τερματισμό όσο και κατά την έγερση των αγωγών, κατά το 2015, είχαν προστεθεί τόκοι. Δεν εγείρεται όμως κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα ούτως ώστε να τίθεται θέμα εκτίμησης της πιθανότητας επιτυχίας ως προς μια τέτοια πτυχή. Το ουσιώδες βέβαια είναι ότι ακόμα και το παραδεκτό ποσό των €3.800.000 να ληφθεί υπόψιν και με δεδομένο ότι δεν υπήρξαν πληρωμές από την Ενάγουσα (κατά την περίοδο 2013-2021) είναι εμφανές πως η αφαίρεση των εισπραχθέντων €498.200 συν το εισπραχθησόμενο από αγοραστές ποσό των €700.000 και πάλι αφήνει ένα σοβαρό υπόλοιπο ύψους €2.701.800 (3.800.000-1.198.200). Αν βέβαια συνυπολογιστούν και οι τόκοι για οκτώ έτη εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι το ποσόν θα είναι μεγαλύτερο, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία θα ληφθεί υπόψιν χαμηλότερο επιτόκιο (π.χ. το συμβατικό 4,5% το οποίο παραθέτει η Ενάγουσα στην §8 της ένορκης της δήλωσης). Παραπονείται η Ενάγουσα για την επιφυλαχθείσα τιμή των €1.100.000 για τα επίμαχα συνεχόμενα οικόπεδα. Ισχυρίζεται ότι η αντικειμενική αξία τους δεν είναι χαμηλότερη των €2.600.000. Ας σημειωθεί και εδώ πως δεν αμφισβητείται η θέση της Εναγομένης ότι ο πρώτος πλειστηριασμός, στις 8.6.21 υπήρξε ανεπιτυχής με επιφυλαχθείσα τιμή το ποσό των €1.300.000. Ούτε αμφισβητήθηκε το ότι η Εναγόμενη είχε επιδώσει την Ειδοποίηση Τύπου ΙΒ, ότι η Ενάγουσα δεν άσκησε το δικαίωμα για διορισμό δικού της εκτιμητή και ότι συνεπεία αυτού η Εναγόμενη διόρισε και τον δεύτερο εκτιμητή βάσει του άρθρου 44Δ του Νόμου. Οι υπολογισθείσες αγοραίες αξίες ήταν €1.156.000 και €1.215.000 και ως επιφυλαχθείσα τιμή είχε καθοριστεί κατά τον πρώτο πλειστηριασμό (8.6.21) το ποσό των €1.300.000, δηλαδή το 110% του μέσου όρου των εκτιμήσεων, πράγμα το οποίο ήταν σε πλήρη συμμόρφωση με το άρθρο 44Ε του Νόμου που απαιτεί όπως κατά τον αρχικό πλειστηριασμό εφαρμόζεται επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης όχι μικρότερη του 80% της αγοραίας αξίας. Όσον αφορά τις περαιτέρω αιτιάσεις της Ενάγουσας το ζήτημα καλύπτεται από το εδ.
(4)του άρθρου 44Ε (ως έχει τροποποιηθεί το 2020) το οποίο προνοεί πως για την περίοδο των έξι μηνών από την ολοκλήρωση του πρώτου πλειστηριασμού καθορίζεται τιμή και πάλι όχι μικρότερη του 80% της αγοραίας αξίας και μόνο για την περίοδο των μεταγενέστερων τριών μηνών υπάρχει πρόνοια για τιμή όχι μικρότερη του 50%. Συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα σε αυτό το στάδιο εφαρμογής τιμής χαμηλότερης του 80% στις 24.11.21. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω δεν συμφωνώ ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε οποιαδήποτε αιτία αγωγής από τις προαναφερθείσες. Παρέλκει δε η εξέταση άλλου ζητήματος και δη της τρίτης προϋπόθεσης ή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 προς όφελος της Εναγομένης και εις βάρος της Ενάγουσας, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο