Παπακόκκινου κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 332/20, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A615 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 332/20 Μεταξύ:
- *** Π. Παπακόκκινου (προσωπικά) εκ Λευκωσίας
- *** Π. Παπακόκκινου ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιωσάσης Βερεγγάριας Παπακόκκινου και Εκτελεστής της διαθήκης της, τέως εκ Λευκωσίας Εναγουσών και
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ)
- ΑΛΤΑΜΙΡΑ ASSET MANAGEMENT (CYPRUS) LTD Εναγομένων Αίτηση υπό Εναγουσών ημερ. 7.2.20 για Ενδιάμεσα Απαγορευτικά Διατάγματα Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγουσες: κα Α. Παπακόκκινου προσωπικά και για Αλέκα Παπακόκκινου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενες: κ. Ν. Γεωργίου, για Καλλής και Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγουσες με την ως άνω αίτηση τους αιτούνται έξι ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα στο επίκεντρο των οποίων ευρίσκεται η διαδικασία πώλησης και ή πλειστηριασμού πέντε ακινήτων τους, ήτοι τριών τεμαχίων στην Πάφο και δύο στον Πεδουλά, όλων ενυπόθηκων με τις Υ.XXXXX, Υ. XXXXX, Υ. XXXXX, Υ. XXXXX και Υ. XXXXX. Στην υποστηριζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 1 αναφέρει μεταξύ άλλων: - Ότι μεταξύ των ετών 2005 έως 2012 οι Ενάγουσες υπέγραψαν επτά συμφωνίες δανείων με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου με προεκτυπωμένους όρους και σχεδόν πανομοιότυπες (Τεκμήριο 1). - Ότι οι Εναγόμενες αυθαίρετα και παράνομα ενεπλάκησαν στις υποθέσεις. - Ότι στις αρχές του 2015 όταν η ίδια είχε κληθεί στα γραφεία των Εναγομένων είχε ζητήσει τις δανειακές συμβάσεις πλην όμως εκείνες αρνήθηκαν να τις δώσουν. - Ότι αργότερα από τις 27.3.19 και εντεύθεν βρήκε μόνη της τις συμβάσεις. - Ότι οι Εναγόμενες ήθελαν να προχωρήσουν με εκποιήσεις χωρίς να υπάρχει απόφαση Δικαστηρίου ή διαιτητή. - Ότι η ίδια είχε άγνοια πολλών από τους όρους των συμβάσεων λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει από την υπογραφή τους και της μη κατοχής τους. - Ότι με τον εντοπισμό των συμβάσεων προέκυψε ξεκάθαρα ότι εφαρμογή έχουν οι όροι τους και όχι ο Ν.9/65οπότε είναι απαραίτητη η δικαστική ή η διαιτητική απόφαση. - Ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση διαταγμάτων. - Ότι η Σ.Π.Ε. και οι «αντίδικοι» είναι υπέρμετρα εξασφαλισμένοι με περιουσία εκατομμυρίων, έχουν εισπράξει τεράστια ποσά (€1.200.000), ένα από τα δάνεια είναι εξοφλημένο ενώ τα υπόλοιπα τα χρέωναν με υπέρογκα ποσά και παράνομες χρεώσεις. - Ότι στις 14.3.19 είχε καταχωρίσει ξανά αγωγή υπ' αρ.74./19 με παρόμοια αίτηση για διατάγματα (Τεκμήριο 6) καθώς και εκτιμήσεις (Τεκμήριο 5). - Ότι στις 14.1.20 έστειλε επιστολή στην Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 4). - Ότι δεν γνωρίζει πώς προέκυψε το συνολικό ποσό, ούτε έλαβε καταστάσεις λογαριασμών. - Ότι οι επιφυλασσόμενες τιμές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. - Ότι διευθυντικό στέλεχος της Εναγομένης 2 είναι συγγενής πρώτου βαθμού με πρόσωπο που έχει κτηματομεσιτική εταιρεία και για αυτό κωλύεται. - Ότι θα πρέπει να της δοθεί χρόνος για να πωλήσει και ρευστοποιήσει ακίνητη περιουσία και να προβεί σε πλήρη εξόφληση όλων, όμως των νομίμως οφειλόμενων, αφού της δοθούν καταστάσεις και έλεγχος λογαριασμών. Ας σημειωθεί πως η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει και διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια 1-
- Ένσταση Οι Εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας 20 λόγους προς απόρριψη της αίτησης. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι καθιερωμένες προϋποθέσεις, ότι δεν υπάρχει πλήρης αποκάλυψη γεγονότων, ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας, ότι παρατηρείται υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, ότι οι πλειστηριασμοί για τα αιτητικά 1, 2 και 3 απέτυχαν και η Εναγόμενη 1 αγόρασε τα ακίνητα στην αγοραία αξία τους με συνέπεια τα αιτητικά να έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου, ότι η Ειδοποίηση Ι για τα αιτητικά 4 και 5 δεν δύναται να εφεσιβληθεί και ότι η διαδικασία έχει ακολουθηθεί ορθά. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο πρώην λειτουργός της Εναγομένης 1 και νυν υπάλληλος της Εναγομένης 2 κ. Ανδρέου παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης και περαιτέρω μεταξύ άλλων αναφέρει ότι τους ίδιους ισχυρισμούς προέβαλαν σε παρόμοια αίτηση στην αγωγή υπ' αρ.74./19 εναντίον της Σ.Ε.ΔΙ. ΠΕ.Σ. ΛΤΔ (πρώην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ), η οποία αίτηση αποσκοπούσε στην ακύρωση εκποιήσεων βάσει των υποθηκών Υ. XXXXX, Υ. XXXXX και Υ. XXXXX (δηλαδή των ακινήτων που αναφέρονται στα αιτητικά 1, 2 και 3 της παρούσας), ότι υπήρχαν πέντε δανειακές συμβάσεις, ότι έγιναν πολλές συναντήσεις με προσπάθειες διευθέτησης αλλά χωρίς αποτέλεσμα, ότι έλαβαν αντίγραφα καταστάσεων οι Ενάγουσες, ότι τα τρία πρώτα ακίνητα τα αγόρασε η Εναγόμενη 1 δίδοντας ενημέρωση για τη διάθεση του προϊόντος και τέλος ότι τα όσα επανέλαβε η Ενάγουσα 1 στην παρούσα τα είχε απαντήσει ο ίδιος με την ένσταση και ένορκη δήλωση του στην προηγούμενη αγωγή υπ' αρ.74./19 των Εναγουσών (Τεκμήριο Δ). Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις. Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ.Ε7/18, ημερ. 21.3.19). Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Όπως έχει αναφερθεί η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ.71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή. Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκριση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. ............... Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου η θεραπεία των αποζημιώσεων δεν μπορεί να κριθεί επαρκής εντάσσεται και η περίπτωση όπου γίνεται επίκληση παραβίασης δικαιωμάτων, ιδίως όπου η επικαλούμενη ζημιά ή βλάβη συνεχίζεται, με απρόβλεπτες προεκτάσεις». Εξέταση Προϋποθέσεων Στην παρούσα περίπτωση, εξ όσων δύναται να συναχθεί από τη 12σέλιδη οπισθογράφηση στο κλητήριο οι Ενάγουσες με την αγωγή τους εγείρουν ζητήματα: Α. Ακύρωσης των διαδικασιών πώλησης, των ειδοποιήσεων για πώληση και των αγορών στις οποίες προέβη η Εναγόμενη 2 μετά την αποτυχία του πλειστηριασμού για τρία ακίνητα. Β. Παράδοσης καταστάσεων λογαριασμού. Γ. Δήλωσης ότι και οι πέντε δανειακές συμβάσεις συνήφθησαν στη Λευκωσία με τη Σ.Π.Ε. Στροβόλου. Δ. Ακύρωσης των υποθηκών. Ε. Αποζημίωσης για παράβαση συμβάσεων και ή θεσμίων καθηκόντων του Ν.9/65 και ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ασφαλώς μεταξύ των πιο πάνω υπάρχουν αναγνωρισμένες στο Νόμο αιτίες αγωγής, για τις οποίες εάν επιτύχουν οι Ενάγουσες θα δικαιούνται σε θεραπεία. Αυτό λοιπόν το οποίο θα πρέπει να τύχει εξέτασης είναι το κατά πόσον έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ή ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας σε σχέση με κάποια από αυτές τις αιτίες ή βάσεις αγωγής. Σε σχέση με το ποιος είναι ο αντισυμβαλλόμενος των Εναγουσών το ζήτημα καλύπτεται από νομοθεσία και σχετικές δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα (Τεκμήριο Στ στην ένσταση). Η Σ.Π.Ε. Στροβόλου μετατράπηκε σε Σ.Π.Ε. Στροβόλου Λτδ, ακολούθως συγχωνεύτηκε με τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ η οποία αρχικά μετονομάστηκε το 2017 σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και αργότερα κατά το 2018 σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (Σ.Ε.ΔΙ.ΠΕ.Σ Λτδ). Συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ορατής πιθανότητας επιτυχίας σε μια τέτοια βάση. Σε σχέση με την αξίωση για ακύρωση ειδοποιήσεων ή διαδικασιών πώλησης είναι αρκετό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της *** Παπακοκκίνου, Πολ. Αίτ. Αρ.110/2019, ημερ. 18.2.20 για να καταδειχθεί ότι δεν διαφαίνεται τέτοια πιθανότητα. Είχαν λεχθεί συγκεκριμένα τα εξής: «Το άρθρο 44Γ
(3), όπως έχει τροποποιηθεί από το Νόμο 87(Ι)/2018, παρέχει το δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης. Οι λόγοι που μπορεί να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης καθορίζονται εξαντλητικά στο εν λόγω άρθρο. Ένας από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) είναι η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη. Όπως δε αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μυλωνάς ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. Ε176/2019, ημερομηνίας 10.12.2019, η αναστολή της ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» δεν είναι θεραπεία που μπορεί να χορηγηθεί στην αγωγή ή στην αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται στα πλαίσια της αγωγής. Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε, ήτοι με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο.» Σε σχέση με την αξίωση για παράδοση καταστάσεων αρκεί να λεχθεί πως η ίδια η Ενάγουσα 1 δέχεται ότι παρέλαβε τέτοιες καταστάσεις, πράγμα το οποίο επεξηγεί και ο κ. Ανδρέου στη δική του ένορκη δήλωση. Συνεπώς δεν τίθεται οποιοδήποτε θέμα συζητήσιμης υπόθεσης για το ζήτημα αυτό. Ως προς την ακύρωση των αγορών, οι οποίες έγιναν μετά την αποτυχία των πλειστηριασμών για τα τρία ακίνητα θα πρέπει να λεχθεί ότι επίσης δεν διακρίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενόψει των προνοιών του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/65. Ειδικότερα εκεί προνοείται ότι σε περίπτωση που ο δανειστής δεν πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο εντός έξι μηνών από την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πρώτου πλειστηριασμού τότε έχει την επιλογή να αγοράσει το ακίνητο στην αγοραία αξία του είτε βάσει της τελευταίας εκτίμησης η οποία είχε γίνει είτε βάσει νέας εκτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 44Δ. Από τις ειδοποιήσεις τις οποίες οι Ενάγουσες επισυνάπτουν ως Τεκμήριο 2 διαφαίνεται ότι τα ενυπόθηκα βάσει των υποθηκών Υ. XXXXX, Υ. XXXXX και Υ. XXXXX, ήτοι τα τεμάχια XXXXX, XXXXX και XXXXX τα αγόρασε με την πιο πάνω διαδικασία η Εναγόμενη 1 μεταξύ 29.10.19 έως 18.12.19, δηλαδή έξι μήνες τουλάχιστον μετά τον ανεπιτυχή πρώτο πλειστηριασμό της 26ης Μαρτίου 2019 έναντι €171.500, €245.000 και €351.500 αντίστοιχα. Αυτή η διαπίστωση καθιστά όντως τα αιτητικά 1, 2 και 3 της αίτησης ως άνευ αντικειμένου. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση X.M.S. Canteen Ltd κ.ά. ν. Cyprus Airports (F&B) Ltd
(2015)1(Γ) Α.Α.Δ.2092 είναι θεμελιωμένη αρχή του δικαίου μας ότι τα δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω αλλά ούτε και αναλώνουν τον χρόνο τους σε ακαδημαϊκές ασκήσεις οι οποίες δεν θα έχουν οποιοδήποτε όφελος για τον διάδικο που επιδιώκει συγκεκριμένη θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας του. Σημειώνεται δε ότι στις 22.3.19 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε απορρίψει παρόμοιας φύσης αίτηση στα πλαίσια της αγωγής υπ' αρ.74./19 την οποία είχαν καταχωρίσει οι Ενάγουσες εναντίον της Εναγόμενης
- Ουσιαστικά λοιπόν παραμένουν οι αξιώσεις για ακύρωση των υποθηκών και για παράβαση συμβάσεων ή θεσμίων καθηκόντων του Ν.9/
- Ξεκινώντας από το τελευταίο, δηλαδή τον ισχυρισμό για παράβαση του Ν.9/65, πρέπει απλά να λεχθεί πως οι διατάξεις του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου δεν έχουν ως προαπαιτούμενο είτε τη δικαστική είτε τη διαιτητική διαδικασία. Η κύρια βάση της εκποίησης βάσει του Μέρους VIA είναι η εκάστοτε υποθήκη. Όπως και το προηγούμενο Μέρος VI του Νόμου, έτσι και το επόμενο, το Μέρος VIA φέρει τον τίτλο «Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου». Η διαφορά είναι ότι σε αυτή την περίπτωση η πώληση γίνεται (όχι από το Κτηματολόγιο) αλλά από τον ενυπόθηκο δανειστή, χωρίς όμως να απαιτείται απόφαση είτε διαιτητή είτε δικαστηρίου. Εξετάζοντας δε τα όσα αναφέρουν οι Ενάγουσες δεν διαπιστώνεται να υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά για κάποια παράβαση των προνοιών του Ν.9/65 η οποία θα συνιστούσε έρεισμα για συζητήσιμη υπόθεση οποιασδήποτε τέτοιας βάσης αγωγής. Αλλά και όσον αφορά τις αξιώσεις για ακύρωση των υποθηκών ή αποζημιώσεις για παράβαση συμβάσεων οι Ενάγουσες και πάλι δεν παραθέτουν κάτι συγκεκριμένο, το οποίο θα μπορούσε σε ένα τελικό στάδιο (εάν γίνει δεκτό) να οδηγήσει σε ακύρωση ή διαπίστωση παράβασης των συμβάσεων δανείων. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι αμφισβητούν τα ακριβή υπόλοιπα (χωρίς όμως να προβάλλουν κάτι ειδικό και εξειδικευμένο). Εξ ου και ζητούν να τους δοθεί χρόνος για να πωλήσουν και ρευστοποιήσουν οι ίδιες κάποιαν ακίνητη ιδιοκτησία τους και να εξοφλήσουν πλήρως όλα τα «νομίμως» οφειλόμενα ποσά. Όμως ένας τέτοιος γενικός και χωρίς οποιαδήποτε υποστηρικτικά στοιχεία ισχυρισμός δεν είναι αφ' εαυτού ικανός να δημιουργήσει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Προς μια τέτοια κατεύθυνση θα απαιτείτο έστω και κάποια ένδειξη για κάτι συγκεκριμένο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και να καταδειχθεί ότι δικαιολογείται στο τέλος η αφαίρεση κάποιας χρέωσης, αυτό δεν στοιχειοθετεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης για ακύρωση των υποθηκών. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω δεν συμφωνώ ότι έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε οποιαδήποτε αιτία αγωγής από τις προαναφερθείσες. Παρέλκει δε η εξέταση άλλου ζητήματος και δη της τρίτης προϋπόθεσης ή του ισοζυγίου της ευχέρειας. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €1.000 προς όφελος της Εναγομένης και εις βάρος της Ενάγουσας, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο