ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ), Συνενωμένες αγωγές: 1208/2013, 1209/2013, 1210/2013, 1211/2013, 3/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A606 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές: 1208/2013 1209/2013 1210/2013 1211/2013 Αρ. Αγωγής 1208/2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ) Εναγομένων Αρ. Αγωγής 1209/2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Ενάγουσα και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 18/10/2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΜΙΛΤΙΑΔΟΥΣ Ενάγουσα και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ) Εναγομένων Αρ. Αγωγής 1210/2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Ενάγοντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 18/10/2013 Αρ. Αγωγής 1210/2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ), εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αρ. Αγωγής 1211/ 2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΣΤΑΣΟΥΛΗΣ Ενάγοντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 18/10/2013 Αρ. Αγωγής 1211/ 2013 ΜΕΤΑΞΥ XXXXX ΣΤΑΣΟΥΛΗΣ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙΚΗΣΕΩΣ) Εναγομένων Ημερομηνία: 3 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες (σε όλες τις συνενωμένες αγωγές): κα Μ. Δαμιανού μαζί με κα Α. Χατζηχαραλάμπους για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για τους Εναγόμενους (σε όλες τις συνενωμένες αγωγές): κα M. Δρυμιώτου. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικογραφημένες θέσεις: Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/1/
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού διατάγματος, διατάχθηκε η συνεκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων με οδηγό την αγωγή υπ' αριθμό 1208/
- Αντικείμενο όλων των αγωγών είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων για αποζημιώσεις στη βάση παράβασης συμβάσεων παροχής υπηρεσιών που συνάφθηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων. Αξιώνεται επίσης η έκδοση δηλωτικής απόφασης ότι ο τερματισμός έκαστης συμφωνίας είναι παράνομος. Κρίνω σκόπιμο στο στάδιο αυτό να συνοψίσω τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων. Στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε σε έκαστη αγωγή προβάλλονται πανομοιότυπες θέσεις. Δικογραφείται ότι καταρτίστηκαν μεταξύ των Εναγόντων και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως έγγραφες συμφωνίες παροχής υπηρεσιών στο πλαίσιο των οποίων οι Ενάγοντες σε όλες τις αγωγές πλην της αγωγής 1209/2013 θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως Τεχνικοί. Στην αγωγή 1209/2013 η Ενάγουσα θα παρείχε τις υπηρεσίες της ως Πολιτικός Μηχανικός. Όλες οι συμφωνίες είχαν καθορισμένη χρονική διάρκεια, ήτοι 36 μήνες, με δικαίωμα παράτασης της διάρκειας αυτής. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι κατά ή περί τις 2/10/2012 υπάλληλοι και/ή στελέχη του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ενημέρωσαν τους Ενάγοντες τηλεφωνικώς ότι θα έπρεπε να δεχτούν αποκοπή του μισθού τους και σε περίπτωση άρνησης τους η συμφωνία παροχής υπηρεσιών θα τερματιζόταν. Οι Ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν μείωση στο μισθό τους και ακολούθως, οι Εναγόμενοι με επιστολή ημερομηνίας 19/10/2012 ενημέρωσαν τους Ενάγοντες για τερματισμό των συμφωνιών παροχής υπηρεσιών λόγω μείωσης του κύκλου εργασιών. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι ο πραγματικός λόγος τερματισμού των επίδικων συμφωνιών είναι η άρνηση τους να δεχτούν μείωση της συμφωνηθείσας αμοιβής. Αναφέρεται επίσης ότι δυνάμει ρητού όρου των επίδικων συμφωνιών οι Ενάγοντες δεν θα είχαν καμία αποκοπή και/ή ωφέλημα από τη συμφωνηθείσα αμοιβή τους και συνεπώς, οι υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως παράνομα και αντισυμβατικά επέβαλαν στους Ενάγοντες ότι θα έπρεπε να αποδεχτούν αποκοπή στον μισθό τους με την απειλή του τερματισμού των επίδικων συμφωνιών. Περαιτέρω, είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι με βάση τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι ουδέποτε τερμάτισαν νομότυπα τις επίδικες συμφωνίες. Δικογραφείται ότι ως αποτέλεσμα των ενεργειών των Εναγομένων οι Ενάγοντες έχουν υποστεί ζημιά ίση με την απώλεια μισθών για την υπόλοιπη χρονική περίοδο από τον τερματισμό μέχρι τη λήξη έκαστης συμφωνίας. Δικογραφείται επίσης συγκεκριμένο ποσό σε κάθε μία από τις πιο πάνω αγωγές ανάλογα με τους όρους έκαστης συμφωνίας και είναι αυτό το ποσό που αξιώνεται ως αποζημίωση σε έκαστη αγωγή. Συγκεκριμένα, στην αγωγή 1208/2013 αξιώνεται το ποσό των €18.000, στην αγωγή 1209/2013 το ποσό των €40.999,92, στην αγωγή 1210/2013 το ποσό των €17.744,94 και στην αγωγή 1211/2013 το ποσό των €17.444,
- Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησαν αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων πλην του γεγονότος της κατάρτισης των επίδικων συμφωνιών. Δικογραφείται ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως συνεπεία της εξαιρετικά δύσκολης κατάστασης που διήλθε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Κυπριακή Δημοκρατίας και της συνακόλουθης μείωσης των σχετικών κονδυλίων και του κύκλου εργασιών των οικιστικών προγραμμάτων για τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία είχε προχωρήσει σε συμφωνίες παροχής υπηρεσιών αποφάσισε να επιδιώξει με κοινή συμφωνία τη μείωση των απολαβών των ατόμων με τα οποία υπεγράφησαν συμφωνίες παροχής υπηρεσιών ως μία προσπάθεια να μην διακοπεί καμία από τις εν λόγω συμφωνίες. Δικογραφείται ότι μέσα σε αυτά τα πλαίσια προτάθηκε και στους Ενάγοντες μείωση των απολαβών τους την οποία δεν αποδέκτηκαν. Κατόπιν τούτου, όπως δικογραφείται, το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως προχώρησε σε τερματισμό των επίδικων συμφωνιών αποστέλλοντας σχετικές επιστολές. Περαιτέρω, είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι δυνάμει ρητού όρου των επίδικων συμφωνιών το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως είχε το δικαίωμα κατ' απόλυτη κρίση με γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός να τερματίσει τις επίδικες συμφωνίες. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης αναφέροντας ότι δεν υπήρχε μείωση του κύκλου εργασιών των οικιστικών προγραμμάτων και ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως δεν επιδίωξε την κοινή συμφωνία για μείωση των απολαβών αλλά την επέβαλλε στους Ενάγοντες ως η μοναδική τους επιλογή χωρίς να κληθούν οι Ενάγοντες σε διαπραγμάτευση του θέματος. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι στις επίδικες συμφωνίες καθορίζονται ρητά οι περιπτώσεις στις οποίες το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως έχει το δικαίωμα να τερματίσει τις συμφωνίες και οποιοσδήποτε γενικός όρος περί τερματισμού της επίδικης συμφωνίας χωρίς εύλογο λόγο είναι παράνομος και καταχρηστικός. Παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκε εκ συμφώνου έγγραφο με παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο Χ) και κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους 30 Τεκμήρια τα οποία συνοδεύτηκαν με έγγραφο το οποίο απαριθμούσε τα τεκμήρια που κατατέθηκαν μαζί με σύντομη περιγραφή έκαστου εγγράφου (Έγγραφο ΧΙ). Μετά τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων δηλώθηκε από τους συνήγορους των διαδίκων ότι δεν θα προσκομιστεί οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία από οποιαδήποτε πλευρά και ως εκ τούτου, οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε μεταγενέστερη ημερομηνία σε αγορεύσεις χωρίς να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε προφορική μαρτυρία. Δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Οι Ενάγοντες στις αγωγές 1208/2013 και 1210/2013 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τεχνικοί και κατάγονται από τη Λευκωσία. Η Ενάγουσα στην αγωγή 1209/2013 είναι Πολιτικός Μηχανικός και κατάγεται από τη Λεμεσό και ο Ενάγων στην αγωγή 1211/2013 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο τεχνικός και κατάγεται από τη Λεμεσό. (β) Ο Εναγόμενος σε όλες τις αγωγές είναι η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργούσης δια του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. (γ) Στις 31/8/2010 μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργούσης δια του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και των Εναγόντων στις αγωγές 1208/2013, 1210/2013 και 1211/2013 υπεγράφη έγγραφη συμφωνία παραχώρησης υπηρεσιών Τεχνικού και στις 27/12/2010 μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ενεργούσης δια του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και της Ενάγουσας στην αγωγή 1209/2013 υπεγράφη έγγραφη συμφωνία παραχώρησης υπηρεσιών Πολιτικού Μηχανικού. (δ) Η περίοδος παραχώρησης των υπηρεσιών όλων των Εναγόντων καθορίστηκε σε 36 μήνες. Σε ότι αφορά τις αμοιβές των Εναγόντων αυτές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (Δ.1) Του Ενάγοντα στην αγωγή 1208/2013 καθορίστηκε με βάση την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 31/08/2010 στο ποσό των €72.000,00 πλέον Φ.Π.Α. χωρίς κανένα άλλο ωφέλημα και/ή αποκοπή. (Δ.2) Της Ενάγουσας στην αγωγή 1209/2013 καθορίστηκε με βάση την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 27/12/2010 στο ποσό των €123.000,00 πλέον Φ.Π.Α. χωρίς κανένα άλλο ωφέλημα και/ή αποκοπή. (Δ.3) Του Ενάγοντα στην αγωγή 1210/2013 καθορίστηκε με βάση την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 31/08/2010 στο ποσό των €70.980,00 πλέον Φ.Π.Α. χωρίς κανένα άλλο ωφέλημα και/ή αποκοπή. (Δ.4) Του Ενάγοντα στην αγωγή 1211/2013 καθορίστηκε με βάση την έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 31/08/2010 στο ποσό των €69.780,00 πλέον Φ.Π.Α. χωρίς κανένα άλλο ωφέλημα και/ή αποκοπή. (ε) Οι όροι παροχής των υπηρεσιών των Εναγόντων καθορίζονται εξαντλητικά στις έγγραφες συμφωνίες ημερομηνίας 31/08/2010 και 27/12/2010 ανάλογα. (στ) Η περίοδος παροχής των υπηρεσιών των Εναγόντων δυνάμει των έγγραφων συμφωνιών ημερομηνίας 31/08/2010 και 27/12/2010 δύνατο να παραταθεί μέχρι 6 μήνες. (ζ) Η απασχόληση των Εναγόντων στους Εναγόμενους εμπίπτει στην κατηγορία των αυτοτελώς εργαζόμενων προσώπων σύμφωνα με τον Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο. (η) Οι μεταξύ των διαδίκων υπογραφείσες συμφωνίες ημερομηνίας 31/08/2010 και 27/12/2010 αντίστοιχα, δεν δημιούργησαν μεταξύ των διαδίκων δημοσιοϋπαλληλική σχέση. (θ) Με επιστολή ημερομηνίας 19/10/2012, η Ανώτερη Διευθύντρια του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ως εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας τερμάτισε τις έγγραφες συμφωνίες ημερομηνίας 31/08/2010 και 27/12/2010 που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων με ισχύ από 19/11/
- (ι) Στους Ενάγοντες έχει καταβληθεί οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχούσε στην εργασία που είχαν εκτελέσει μέχρι τις 19/11/
- Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Σε ότι αφορά τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, θα γίνει αναφορά στο περιεχόμενο αυτών όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια. Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία ρητά δηλώνονται ως τέτοια, είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση.[1] Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων.[2] Περαιτέρω, ως είναι νομολογημένο[3], η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά ένα παραδεκτό τρόπο απόδειξης ισχυρισμών και όταν ένας ισχυρισμός γίνεται παραδεκτός στα δικόγραφα, αυτός παύει να συνιστά αμφισβητούμενο και επίδικο θέμα για την υπόθεση και δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με την προσκόμιση μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: (α) Πριν τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών είχε γίνει προσπάθεια εκ μέρους των Εναγομένων για μείωση των απολαβών των Εναγόντων πλην όμως οι Ενάγοντες δεν αποδέχθηκαν οποιαδήποτε μείωση στις απολαβές τους. Για τα πιο πάνω προβαίνω επίσης σε ανάλογα ευρήματα. Νομική Πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Όπως έχει νομολογηθεί[4], η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στις υπό κρίση υποθέσεις το βάρος απόδειξης φέρουν οι Ενάγοντες, οι οποίοι οφείλουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, επισημάνθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί[5], μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες. Τέτοια ερμηνεία εναπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και σχετίζεται με την κοινή πρόθεση των μερών όπως αυτή προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου της συμφωνίας.[6] Η πρόθεση των μερών ως προς το περιεχόμενο, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση, εξάγεται από τη γλωσσική αποτύπωση της συμφωνίας[7] και το κριτήριο ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στον μέσο λογικό άνθρωπο.[8] Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε σχετικά πρόσφατα στην υπόθεση Τσιακλίδη ν. Φωτιάδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 388/2012, 18/7/2019 τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ορθά προσεγγίστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως θέμα νομικό, το οποίο εναπόκειτο στο ίδιο να αποφασίσει, (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας κ.ά
(2012)1 ΑΑΔ 1633 και Λάμπρου ν Παράσχου κ.ά
(1993)1 ΑΑΔ 397). Όπως υπογραμμίζεται σε πρόσφατη απόφαση μας, επαναλαμβάνοντας την πάγια νομολογία επί του θέματος, βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου μιας σύμβασης αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και των όρων της. Η διακρίβωση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιήθηκαν και εν τέλει της πρόθεσης των μερών που απορρέει από το έγγραφο, πρέπει να διενεργείται μέσα από τη συνολική ερμηνεία του εγγράφου και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά, έτσι ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενοι κίνδυνοι από το νόημα που αποδίδεται στους όρους της και που δυνατό να μην αντικατοπτρίζουν, αντικειμενικά ιδωμένοι, τον σκοπό της συναλλαγής και την πραγματική πρόθεση των μερών (xxx Παντελή-Βουζούνη κ.ά ν xxx Αποστόλου, ECLI:CY:AD:2019:A138, ECLI:CY:AD:2019:A138, Πολιτική Έφεση Αρ. 457/2012, ημερ.10.4.2019).» Περαιτέρω, στην Σιαπίτης ν. Κυμίσης, Πολιτική Έφεση Αρ. 281/2012, 16/10/2018 αναφέρθηκε ότι: «Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ' ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd.
(2010)1 (A) AAΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd.
(2008)1 (A) AAΔ 669). Το έργο του Δικαστηρίου είναι η διαπίστωση της έννοιας της σύμβασης και οποιουδήποτε όρου αυτής (με βάση την αντικειμενική θεωρία των συμβάσεων και το τι μεταδίδεται στο μέσο λογικό άνθρωπο) στο πλαίσιο του όλου κειμένου και έχοντας υπόψη το υπόβαθρο και τα δεδομένα της περίπτωσης, αλλά όχι με βάση τις υποθέσεις του Δικαστή σ' όσον αφορά στις επιδιώξεις των μερών (βλ. σύγγραμμα Πολύβιου Πολυβίου: «Το δίκαιο των Συμβάσεων,» Τόμος Β, σελ. 479). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στη συνέχεια στην υπόθεση Αντωνία Σόλωνος Ποιηταρίδη ν. Anopa Investments Ltd, Πολ. Εφ. 260/11, ημ. 25/5/18.» Καθίσταται λοιπόν σαφές από τις καλά εμπεδωμένες νομολογιακές αρχές που διέπουν την ερμηνεία συμβάσεων ότι οδηγός για την ερμηνεία των συμβατικών όρων και της πρόθεσης των συμβαλλομένων αποτελεί το κείμενο τους. Το ερμηνευτικό δε έργο του Δικαστηρίου, περιορίζεται στους γραπτούς όρους της συμφωνίας και στη συνήθη σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας και δεν επεκτείνεται σε εξωγενείς παράγοντες, εκτός αν το κείμενο της συμφωνίας είναι ασαφές αναφορικά με τις προθέσεις των μερών, οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται δεκτή η εισαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας προς άρση των αμφιβολιών ως προς τις προθέσεις των συμβαλλομένων.[9] Περαιτέρω, για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. [10] Σε ότι αφορά την επιλογή των συμβατικών όρων από τους συμβαλλόμενους, είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω τις θέσεις που έχουν προβληθεί από αμφότερους τους διαδίκους. Η βασική θέση που προωθήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων ως αυτή αναδύεται τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις τους όσο επίσης και από το κείμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων τους είναι ότι από τη στιγμή που αναφέρεται ρητά στις επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ότι οι απολαβές των Εναγόντων δεν θα υπόκειντο σε μείωση ο επακόλουθος τερματισμός των συμβάσεων λόγω της άρνησης των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση είναι παράνομος και αντισυμβατικός. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τόσο τις σχετικές δικογραφημένες αναφορές όσο και τη σχετική αναφορά στο κείμενο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων. Στις παραγράφους 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρίστηκε στην Αγωγή 1208/2013 το περιεχόμενο των οποίων επαναλαμβάνεται και στις λοιπές αγωγές με μόνη διαφορά την ημερομηνία κατάρτισης της συμφωνίας στην αγωγή 1209/2013 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο πραγματικός λόγος του τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας είναι η άρνηση του Ενάγοντα για μείωση της συμφωνηθείσας αμοιβής του όπως τον είχα[11] πληροφορήσει τηλεφωνικώς. Δυνάμει ρητού όρου της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, ο Ενάγοντας δεν θα είχε καμία αποκοπή και/ή ωφέλημα από τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Συνεπώς, οι υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως παράνομα και αντισυμβατικά και/ή χωρίς εξουσιοδότηση επέβαλαν στον Ενάγοντα ότι θα έπρεπε να αποδεχτεί αποκοπή στο μισθό του με την απειλή τερματισμού της Σύμβασης Παροχής Υπηρεσιών ημερ. 31/08/
- Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι τερμάτισαν νομότυπα την εν λόγω Συμφωνία.» Περαιτέρω, στις σελίδες 10, 11 και 13 της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων γίνονται οι ακόλουθες αναφορές: «Λόγω της άρνησης των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση στις απολαβές τους, η Υπηρεσία κατ΄ επίκληση του όρου 5.
- των Συμβάσεων τερμάτισε τις Συμβάσεις δίδοντας ένα μήνα προειδοποίηση ως προνοεί ο όρος 5.
- Οι Ενάγοντες καταχώρησαν στην συνέχεια τις Αγωγές, αφού είναι η θέση τους ότι η Υπηρεσία δεν νομιμοποιείται να τερματίσει τις επίδικες Συμβάσεις λόγω άρνησης των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση στις απολαβές τους, αφ' ης στιγμής ο όρος 3.
- ρητώς αναφέρει ότι οι απολαβές τους δεν θα υπόκειντο σε μείωση, και κατ' επέκταση μία τέτοια μείωση στις απολαβές αποτελούσε παράβαση ουσιώδη όρου των Συμβάσεων.» Και στη σελίδα 13: «Είναι η θέση των Εναγόντων ότι από τη στιγμή που ρητώς αναφέρεται στις Συμβάσεις ότι οι απολαβές τους δεν θα υπόκειντο σε μείωση, ο επακόλουθος τερματισμός των Συμβάσεων λόγω άρνησης των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση είναι παράνομος και αντισυμβατικός». Καθίσταται λοιπόν σαφές από τις πιο πάνω αναφορές ότι η θέση περί παράνομου και αντισυμβατικού τερματισμού έχει ως πραγματική της βάση ότι ο λόγος του τερματισμού ήταν η άρνηση των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση των απολαβών τους. Δεν προσκομίστηκε όμως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε τέτοιο εύρημα, ήτοι ότι ο λόγος του τερματισμού ήταν πράγματι η άρνηση των Εναγόντων να αποδεχτούν μείωση στις απολαβές τους και συνεπώς, οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει αυτό το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου στη συνέχεια οικοδομήθηκε το επιχείρημα περί αντισυμβατικού τερματισμού. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 (επιστολές τερματισμού των επίδικων συμφωνιών) το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του, προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο τερματίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες παροχής υπηρεσιών ήταν η μείωση του κύκλου εργασιών του Προγράμματος Αναδόμησης/Επιδιόρθωσης/Ενίσχυσης των κτιρίων των Κυβερνητικών Οικισμών. Περαιτέρω, το γεγονός ότι είναι δικογραφικά παραδεκτό από μέρους των Εναγομένων ότι πριν τον επίδικο τερματισμό των συμφωνιών είχε γίνει προσπάθεια μείωσης των απολαβών των Εναγόντων και ότι οι Ενάγοντες αρνήθηκαν οποιαδήποτε μείωση καθώς και ότι κατόπιν αυτής της προσπάθειας τερματίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες δεν διαφοροποιεί τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ως αυτά τέθηκαν ανωτέρω, ειδικότερα λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5 που κατατέθηκε από κοινού και του λόγου τερματισμού που εκεί αναφέρεται, ήτοι η μείωση του κύκλου εργασιών του πιο πάνω Προγράμματος. Συνεπώς, η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι ήταν άλλος ο πραγματικός λόγος τερματισμού από αυτόν που ουσιαστικά καταγράφηκε στις επιστολές τερματισμού (Τεκμήριο 5) όχι μόνο δεν στοιχειοθετήθηκε αλλά καταρρίπτεται από την έγγραφη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 5). Ούτε υποδείχθηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε άλλο Τεκμήριο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει τη δικογραφημένη αυτή θέση των Εναγόντων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σφραγίζουν την τύχη όλων των αγωγών που δεν είναι άλλη από την απόρριψη τους αφού καθίσταται σαφές ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το πραγματικό υπόβαθρο της κατ' ισχυρισμό παράβασης εκ μέρους των Εναγομένων. Ανεξάρτητα όμως από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου κρίνω σκόπιμο να εξετάσω στη συνέχεια τη βασική αυτή θέση των Εναγόντων ωσάν να είχε στοιχειοθετηθεί το πραγματικό υπόβαθρο της κατ' ισχυρισμό παράβασης εκ μέρους των Εναγομένων. Προς υποστήριξη της θέσης περί αντισυμβατικού τερματισμού οι Ενάγοντες επικαλούνται τις πρόνοιες του όρου 3.
- σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του όρου 5.
- των επίδικων συμφωνιών. Το περιεχόμενο των πιο πάνω όρων είναι ταυτόσημο σε όλες τις επίδικες συμφωνίες και το μόνο που διαφοροποιείται στον όρο 3.
- είναι το ύψος της αμοιβής έκαστου ενάγοντα. Παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το περιεχόμενο των εν λόγω όρων όπως αυτό αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1 (συμφωνία παροχής υπηρεσιών σε σχέση με την Ενάγουσα στην αγωγή 1209/2013): «3.
- Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι η συνολική αμοιβή του Αναδόχου ανέρχεται στο ποσό των €123.000,00 (εκατόν είκοσι τρεις χιλιάδες Ευρώ) πλέον ΦΠΑ, το οποίο θα πληρωθεί στον Ανάδοχο, χωρίς κανένα άλλο ωφέλημα και/ή αποκοπή. 5.
- Επιφυλαττομένου του δικαιώματος της Ενδιαφερόμενης Υπηρεσίας να τερματίσει και/ή καταγγείλει την παρούσα Συμφωνία λόγω παραβάσεως της από τον Ανάδοχο, η Ενδιαφερόμενη Υπηρεσία δικαιούνται εν πάση περιπτώσει κατ' απόλυτη κρίση με γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία.» Ο όρος 3.
- των επίδικων συμφωνιών και πιο συγκεκριμένα η λέξη «αποκοπή» που εκεί αναφέρεται δεν έχει την έννοια που οι Ενάγοντες προσπάθησαν να αποδώσουν σε αυτόν. Αυτό το οποίο ουσιαστικά προσπάθησαν τα μέρη να καταστήσουν σαφές στον εν λόγω όρο χρησιμοποιώντας τη λέξη αυτή, ίσως εκ του περισσού, ήταν ότι το ποσό που εκεί αναφέρεται θα ήταν το καθαρό (net) ποσό της αμοιβής έκαστου ενάγοντα χωρίς οποιαδήποτε αποκοπή όπως για παράδειγμα αποκοπή ποσού το οποίο αντιστοιχεί σε Φόρο Εισοδήματος ή την αναγκαία συνεισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με την έννοια ότι τέτοιες αποκοπές δεν θα γίνονταν από τους Εναγόμενους. Η πιο πάνω ερμηνεία υποστηρίζεται άλλωστε και από τον όρο 3.
- που εμπεριέχεται στο ίδιο Κεφάλαιο με τίτλο «Αμοιβή» όπου ρητά καταγράφεται ότι οι Ενάγοντες θα ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν τα οποιαδήποτε ποσά αντιστοιχούσαν στον Φόρο Εισοδήματος, τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, την εκ του Νόμου αναγκαία συνεισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και την οποιαδήποτε άλλη αναγκαία συνεισφορά ως αυτοτελώς εργαζόμενα άτομα. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, όπως προκύπτει από μία απλή ανάγνωση του όρου 5.
- των επίδικων συμφωνιών, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι οι Εναγόμενοι θα είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες οποτεδήποτε χωρίς να χρειάζεται να υπάρχει ή να επικαλεστούν οποιοδήποτε λόγο για τέτοιο τερματισμό με μοναδική υποχρέωση έναντι των Εναγόντων να δώσουν γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός. Αντίστοιχο δικαίωμα συμφωνήθηκε να έχουν και οι Ενάγοντες οι οποίοι είχαν επίσης δικαίωμα να τερματίσουν οποτεδήποτε τις επίδικες συμφωνίες χωρίς και πάλι να χρειάζεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να επικαλεστούν οποιοδήποτε λόγο με μοναδική επίσης υποχρέωση να δώσουν στους Εναγόμενους γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός. Συγκεκριμένα, ο όρος 5.
- των επίδικων συμφωνιών προνοεί τα ακόλουθα: «5.
- Ο Ανάδοχος δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση ενός μηνός προς την Ενδιαφερόμενη Υπηρεσία, να τερματίσει την παρούσα Συμφωνία.» Καθίσταται λοιπόν σαφές από τους πιο πάνω όρους (όροι 5.
- και 5.4.) ως αυτοί είναι διατυπωμένοι, ότι έδιδαν σε αμφότερα τα μέρη δικαίωμα να τερματίσουν οποτεδήποτε τις επίδικες συμφωνίες παροχής υπηρεσιών χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος και χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να επικαλεστούν οποιοδήποτε λόγο τερματισμού ή να δικαιολογήσουν την απόφασή τους αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Η μοναδική υποχρέωση που συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ήταν η παροχή γραπτής ειδοποίησης ενός μηνός για την πρόθεση τους να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες. Συνεπώς, ακόμα και αν αποδεικνύετο εκ μέρους των Εναγόντων ότι ο πραγματικός λόγος τερματισμού ήταν αυτός που επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες, η γενικότητα με την οποία είναι διατυπωμένοι οι ανωτέρω αναφερόμενοι όροι σε σχέση με το δικαίωμα τερματισμού δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών καθιστώντας τέτοιο τερματισμό αντίθετο με τις ρηθείσες πρόνοιες των επίδικων συμβάσεων. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν να έχουν τη δυνατότητα να τερματίσουν τις επίδικες συμφωνίες οποτεδήποτε χωρίς να είναι αναγκαίο να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για να πράξουν κάτι τέτοιο και χωρίς να είναι υποχρεωμένοι να προβάλουν οποιοδήποτε λόγο τερματισμού, η προβολή οποιουδήποτε τέτοιου λόγου ή η ύπαρξη οποιουδήποτε λόγου παρά την μη ύπαρξη συμβατικής υποχρέωσης είτε προβολής είτε ύπαρξης τέτοιου δεν δύναται να καταστήσει αντισυμβατικό τον τερματισμό δυνάμει του περιεχομένου των ρηθέντων όρων. Ο όρος 3.
- των επίδικων συμφωνιών στον οποίο αναφέρθηκαν οι Ενάγοντες δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει ή περιορίζει με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση του δικαιώματος τερματισμού που ρητά καθορίστηκε για αμφότερα τα μέση στους επίμαχους όρους (5.
- και 5.4.) καθιστώντας τον επίδικο τερματισμό παράνομο και αντισυμβατικό αφού εάν η πρόθεση των μερών ήταν να περιορίσουν με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα αυτό τότε θα αναμενόταν, εύλογα και λογικά, μία τέτοια πρόθεση να αποτυπωνόταν στις ρηθείσες συμφωνίες. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο επίδικος τερματισμός των συμφωνιών δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έλαβε χώρα κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών ακόμα και στην περίπτωση που είχε στοιχειοθετηθεί εκ μέρους των Εναγόντων ότι ο λόγος για τον οποίο τερματίστηκαν οι επίδικες συμφωνίες ήταν αυτός που οι ίδιοι επικαλέστηκαν. Περαιτέρω, είναι αξιοσημείωτο και το γεγονός ότι στην απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης προβλήθηκε για πρώτη φορά γενικά και αόριστα η θέση ότι οποιοσδήποτε γενικός όρος περί τερματισμού των επίδικων συμφωνιών χωρίς εύλογο λόγο είναι παράνομος και καταχρηστικός. Δεν δικογραφήθηκαν όμως οποιαδήποτε γεγονότα προς στοιχειοθέτηση της κατ' ισχυρισμό παρανομίας ή καταχρηστικότητας ως επιβάλλουν οι σχετικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Δ.19 Θ. 13). Πέραν της γενικότητας με την οποία δικογραφήθηκε η θέση αυτή εξαιτίας και μόνο της οποίας δεν θα μπορούσε να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο, καθίσταται ταυτόχρονα σαφές από το γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων ότι δεν προωθήθηκε αυτή η θέση. Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση ότι ο όρος 5.
- των επίδικων συμφωνιών είναι παράνομος και καταχρηστικός τη στιγμή μάλιστα που το ίδιο γενικό δικαίωμα τερματισμού δόθηκε και στους Ενάγοντες (όρος 5.4.). Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρχε παράβαση των επίδικων συμβάσεων τότε και σε αυτήν την περίπτωση, για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια, οι Ενάγοντες δεν θα δικαιούνταν τα ποσά που αξιώνουν και τα οποία αφορούν ουσιαστικά το υπόλοιπο της αμοιβής τους μέχρι τη λήξη των επίδικων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών. Και εξηγώ: Όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων, κατά γενικό κανόνα, αυτές, εκ πρώτης όψεως, αντιπροσωπεύουν το ποσό το οποίο ο ενάγων θα κέρδιζε αν η εργοδοσία του συνεχιζόταν σύμφωνα με τη σύμβαση, μείον οποιοδήποτε ποσό κέρδισε ή θα έπρεπε εύλογα να κερδίσει από τυχόν άλλη εργασία την οποία εξασφάλισε επιτελώντας το καθήκον του για μείωση της ζημιάς που υπέστη.[12] Όσον αφορά την περίοδο υπολογισμού του υπολοίπου της εργοδοσίας των εναγόντων όπως επισημαίνεται στην αγγλική υπόθεση Gunton v. Richmond L.B.C.
(1980)3 All E.R. 577, η ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι θα έφθανε στο τέλος της η εργοδοσία πρέπει να διακριβώνεται θεωρώντας ότι ο εργοδότης θα ασκούσε οποιοδήποτε δικαίωμα είχε να τερματίσει τη σύμβαση κατά το πλέον επωφελή γι' αυτόν τρόπο. Δηλαδή, τερματίζοντας τη σύμβαση κατά τη συντομότερη ημερομηνία κατά την οποία δικαιωματικά θα μπορούσε να το πράξει. Έτσι, αν για παράδειγμα ένας εργοδότης είχε το δικαίωμα να απολύσει ένα εργοδοτούμενο του δίδοντας όχι λιγότερη από ενός μηνός προειδοποίηση, τότε σε περίπτωση που παράτυπα επιχειρεί να τον απολύσει συνοπτικά τότε η απόλυση είναι άκυρη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ύψους ίσου με ενός μηνός αμοιβή και τίποτε περισσότερο, υποκείμενη δε σε μείωση λόγω άλλης εργοδοσίας. Στο Σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS, 30th edn. παρα. 39-194, σελ. 1142 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "If the defendant has a right to terminate the contract before the expiry of the term, damages for the wrongful dismissal should be assessed only up to the earliest time at which the defendant could validly have terminated the contract. Thus, if the contract expressly provides that it is terminable upon, e.g. a month's notice, the damages will ordinarily be a months' wages. In Gunton v. Richmond L.B.C. it was held that where a dismissal was wrongful by reason of a failure to comply with a contractually binding dismissal procedure, the damages were to be assessed only up to the expiry of the contractually due notice of one month notionally served on the day when the proper disciplinary procedure, if followed, could have been concluded." Περαιτέρω, στην υπόθεση Addis vs Gramophone Co Ltd All ER Reprints [1908-10] η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι σε περίπτωση σύμβασης εργοδότησης η οποία περιείχε πρόνοια ότι μπορούσε να τερματιστεί με 6 μήνες προειδοποίηση, η μοναδική ζημιά που έχει υποστεί ο Ενάγοντας ήταν οι μισθοί του για τους 6 μήνες προειδοποίηση και τίποτε περισσότερο. Στην εν λόγω υπόθεση είχε μεν δοθεί η σχετική προειδοποίηση πλην όμως ο ενάγων είχε απομακρυνθεί από τα καθήκοντα του πριν την πάροδο των 6 αυτών μηνών. Περαιτέρω αποφασίστηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνει χώρα ο τερματισμός, δεν έχει οποιαδήποτε σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις και δεν επηρεάζει το ποσό των αποζημιώσεων. Παραθέτω τα πιο κάτω αποσπάσματα: «LORD LOREBURN LC: The plaintiff was employed by the defendants as manager of their business at Calcutta at 15 pounds per week as salary, and a commission on the trade done. He could be dismissed by six months' notice. In October 1905, the defendants gave him six months' notice, but at the same time they appointed Mr Gilpin to act as his successor, and took steps to prevent the plaintiff from acting any longer as manager. To my mind, it signifies nothing in the present case whether the claim is to be treated as for wrongful dismissal or not. In any case there was a breach of contract in not allowing the plaintiff to discharge his duties as manager, and the damages are exactly the same in either view. They are, in my opinion, the salary to which the plaintiff was entitled for the six months between October 1905, and April 1906, together with the commission which the jury think he would have earned had he been allowed to manage the business himself. I cannot agree that the manner of dismissal affects these damages. Such considerations have never been allowed to influence damages in this kind of case... If there be a dismissal without notice the employer must pay an indemnity; but, that indemnity cannot include compensation either for the injured feelings of the servant or for the lose he may sustain from the fact that his having been dismissed of itself makes it more difficult for him to obtain fresh employment.» LORD ATKINSON: I entirely concur in the judgment of the Lord Chancellor. The rights of the plaintiff are, in my opinion, clear. He had been illegally dismissed from his employment. He could have been legally dismissed by the six months' notice which he in fact received, but the defendants did not wait for the expiration of that period. The damages which he sustained by this illegal dismissal were (i) the wages for the six months during which his former notice would have been current; (ii) the profits or commission which would in all reasonable probability have been earned by him during the six months, had he continued in the employment; and possibly (iii) damages in respect of the time which might reasonably elapse before he could obtain other employment» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Καθίσταται λοιπόν σαφές από την πιο πάνω νομική ανάλυση ότι ενόψει του ότι οι επίδικες συμφωνίες ήταν καθορισμένης διάρκειας δίδοντας στους εναγόμενους δικαίωμα τερματισμού πριν τη λήξη της καθορισμένης αυτής διάρκειας με γραπτή προειδοποίηση ενός μηνός στους Ενάγοντες και ενόψει του ότι δόθηκε στους Ενάγοντες η σχετική προειδοποίηση του ενός
(1)μηνός ως προνοούσαν οι σχετικές συμφωνίες κατά τη διάρκεια της οποίας συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους μέχρι και τον τερματισμό των υπηρεσιών τους κατά τη λήξη της προειδοποίησης που τους δόθηκε, σε περίπτωση που κρινόταν ότι ο τερματισμός έλαβε χώρα κατά παράβαση των επίδικων συμφωνιών, το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στα ποσά που αξιώνουν και ότι απέτυχαν να αποδείξουν ότι έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Κατάληξη: Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες σε όλες τις συνενωμένες αγωγές έχουν αποτύχει να αποδείξουν την υπόθεση τους στον απαιτούμενο βαθμό εναντίον των Εναγομένων. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών 1208/2013, 1209/2013, 1210/2013 και 1211/2013. Έκαστη αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα έκαστης αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα σε έκαστη αγωγή ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος συνένωσης των αγωγών και εντεύθεν, θα υπολογίζεται ένα κονδύλι εξόδων, το οποίο θα κατανέμεται εξίσου στις τέσσερις αγωγές. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018 [2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015, Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009. [3] STARGEL CO LTD ν. LUTKIN κ.α., Πολιτική έφεση ΑΡ. 407/2011, 21/6/2018 και Χρίστου ν. Khoreva
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1874 [4] Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507 [5] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [6] Southfields Industries Ltd v ETKO Ltd
(1997)1 AAΔ 1720, Frederickou Schools Co Ltd κ.α ν Aquac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527. [7] ΧΠΘ Αλεξάνδρου ν Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 Α.Α.Δ 630. [8] Αντρέας Ζήνωνος κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1Β Α.Α.Δ. 927, Θεολόγου κ.α ν Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407 [9] Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Ltd v Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 2335, Θεολόγου κ.α ν Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ 407, Σταύρου Γεωργίου ν Meridian Hotels Ltd
(2002)1 A.A.Δ 2059, Alpan Furnishings ν Δημάδη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ 170, Πολύφημος Hotels Ltd v Μούτση
(2000)1 Α.Α.Δ 1809, Αλεξάνδρου v. Κωμοδρόμου κ.ά.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 576 [10] Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407, Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Zωής
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240. [11] Προφανώς εννοείται «όπως τον είχαν». [12] Mc Gregor on Damages 18th Ed παρ. 28-002, σελ. 1043: «The measure of damages for wrongful dismissal is prima facie the amount that the claimant would have earned had the employment continued according to contract subject to a deduction in respect of any amount accruing from any other employment which the claimant, in minimizing damages, either had obtained or should reasonably have obtained» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο