← Κύπρος

Παντελή ν. TIPISTAR CORPORATION LTD κ.α., Αγωγή: 2892/20, 25/11/2021

Παντελή ν. TIPISTAR CORPORATION LTD κ.α., Αγωγή: 2892/20, 25/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A613 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Αγωγή: 2892/20 Μεταξύ: *** Παντελή Ενάγοντα και

  1. TIPISTAR CORPORATION LTD
  2. GORDIAN HOLDINGS LIMITED
  3. Διευθυντή Επαρχιακού Γραφείου Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων Αίτηση υπό Ενάγοντος ημερ. 17.2.21 για καταχώριση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Μαυροκώστας, για Κ. Μαυροκώστας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 1: κα Κ. Πατσαλίδου, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Σ. Κόκκινος, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων αιτείται άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης («σ.έ.δ.) σε σχέση με την αίτηση του ημερ. 13.10.20, με την οποία είχε ζητήσει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αναστολής πλειστηριασμού και μη αποξένωσης περιουσίας. Εξηγεί στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ότι επιθυμεί να αναφερθεί σε γεγονότα τα οποία συνέβησαν μετά την καταχώριση της αίτησης του και να επισυνάψει έγγραφα τα οποία είτε δεν κατείχε τότε είτε δεν υπήρχαν ακόμα αλλά είναι ουσιώδη για την υπόθεση. Η Εναγόμενη 1 προέβαλε πέντε λόγους ένστασης προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι τα προτεινόμενα συνιστούν εξ ακοής ή άσχετη ή αχρείαστη μαρτυρία, ότι συνιστούν ανεπίτρεπτη αλλοίωση του πλαισίου γεγονότων και της βάσης αγωγής από παράβαση σύμβασης σε δόλο ή απάτη, ότι υπάρχει καθυστέρηση και ότι υπάρχει κατάχρηση και κακοπιστία. Η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρισε υποστηρίζουσα ένορκη δήλωση, προβάλλοντας ότι τα γεγονότα εμφαίνονται στον φάκελο. Η Εναγόμενη 2 δεν καταχώρισε ένσταση αφήνοντας το θέμα στην ευχέρεια του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Όσον αφορά το αίτημα για σ.έ.δ. η νομολογία με βάση τον σχετικό κανονισμό είναι γνωστή. Η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4

(2), η οποία έχει ως εξής: «4
(2)Το Δικαστήριο η Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Η εν λόγω πρόνοια σε συνδυασμό με τη ρύθμιση ότι η ακρόαση αίτησης διεξάγεται πλέον στη βάση των γεγονότων της αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων διατηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης (βάσει της Δ.39) αποσκοπεί στην εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων δια του περιορισμού της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας σε αιτήσεις. Θεσπίζοντας τον εν λόγω κανονισμό το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος δικαστηρίου, θέτοντας ουσιαστικά ένα κριτήριο, ήτοι αυτό της ύπαρξης "καλού λόγου" (βλ. Αναφορικά με αίτηση Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1 A 510). Δεν μπορεί βεβαίως εκ προοιμίου να εξαχθεί συμπέρασμα ότι σκοπός ήταν να απαγορευθεί η απάντηση σε ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, αφού μάλλον στο αντίθετο απέβλεπε η ρύθμιση. Η πιο πάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται από τα όσα σχετικά με τον πιο πάνω κανονισμό αναφέρθηκαν στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα,
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». (έμφαση δοθείσα) Στην παρούσα περίπτωση με το τροποποιημένο στις 26.11.20 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων διεκδικεί διατάγματα ειδικής εκτέλεσης αγοραπωλητηρίου (για κατάστημα) ημερ. 20.1.20, διαγραφής δύο υποθηκών και αποζημιώσεις συνεπεία της δράσης των Εναγομένων, μεταξύ άλλων και συγκεκριμένο ποσό για δόλο και ή απάτη. Με την κυρίως αίτηση του ημερ. 13.10.20 ζήτησε την αναστολή της διαδικασίας πλειστηριασμού του καταστήματος, ο οποίος είχε προγραμματιστεί για τις 5.11.20, καθώς και την απαγόρευση αποξένωσης του μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Στη συνοδεύουσα την αρχική ένορκη δήλωση του είχε υποστηρίξει ότι: - Είχε αρχικά αγοράσει το κατάστημα με αγοραπωλητήριο ημερ. 23.11.95 από την Ιερά Μονή Κύκκου έναντι ποσού Λ.Κ.60.000, καταβάλλοντας ως προκαταβολή το ποσό των Λ.Κ.40.000 αλλά δεν το είχε καταθέσει στο Κτηματολόγιο διότι πίστευε ότι δεν θα είχε οποιοδήποτε πρόβλημα. - Σε μεταγενέστερες προσπάθειες του για μεταβίβαση τον καθησύχαζαν από την πλευρά της πωλήτριας να μην ανησυχεί και δεν θα πλήρωνε τόκους. - Περί το 2000 συμφώνησαν προφορικά με την πωλήτρια ότι θα του χαριζόταν και το υπόλοιπο του τιμήματος (Λ.Κ.20.000). - Περί το 2007 όμως πληροφορήθηκε ότι ολόκληρο το ακίνητο είχε πωληθεί στην Εναγόμενη 1 και έλαβε βεβαίωση της ημερ. 8.8.07 ότι δεσμεύετο έναντι της αρχικής πωλήτριας πως θα προχωρούσε η ίδια στην έκδοση χωριστών τίτλων (Τεκμήριο 4). - Ακολούθησαν διάφορα γεγονότα τα οποία περιλαμβάνουν τον τερματισμό της σύμβασης εκ μέρους του με επιστολή ημερ. 21.12.10 (Τεκμήριο 10), τις περαιτέρω προσπάθειες για διευθέτηση, την ενοικίαση του καταστήματος από τον ίδο σε τρίτες εταιρείες (η τελευταία εκ των οποίων το κατέχει μέχρι σήμερα), και εν τέλει την καταχώριση αγωγής από τον ίδιο κατά το 2015 (Τεκμήριο 24), στα πλαίσια της οποίας υπήρξε διευθέτηση στις 20.1.20 με την υπογραφή νέου αγοραπωλητηρίου με την Εναγόμενη 1, το οποίο αυτή τη φορά το κατέθεσε στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ11./20 (Τεκμήρια 25 και 26). - Στις 28.9.20 όμως και ενώ η ενοικιάστρια εταιρεία προέβαινε σε εργασίες ανακαίνισης του καταστήματος ο Ενάγων (μέσω του υιού του) αντιλήφθηκε επί της προθήκης του καταστήματος θυροκολληθείσα Ειδοποίηση Πλειστηριασμού-Δελτίο Α βάσει της οποίας επτά υποστατικά στο επίδικο τεμάχιο (μεταξύ των οποίων και το αγορασθέν από τον Ενάγοντα) θα πωλούντο από την Εναγόμενη στις 5.11.20 (Τεκμήριο 28) για χρέη της Εναγομένης 1, βάσει των υποθηκών. - Η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε να εξαιρέσει το επίδικο κατάστημα από τον πλειστηριασμό (Τεκμήριο 29). - Παρά το ότι ο ίδιος είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο εντούτοις δεν έχει (δεόντως) ειδοποιηθεί για τον πλειστηριασμό με αποτέλεσμα να είναι άκυρη η διαδικασία. Τα νέα γεγονότα τα οποία επιθυμεί να προσθέσει ο Ενάγων με την προτεινόμενη σ.έ.δ. είναι:
  1. Ότι στις 13.10.20 καταχώρισε και έφεση εναντίον του πλειστηριασμού.
  2. Ότι σε σχετική επικοινωνία της με τον υιό του, η Εναγόμενη 2 ισχυρίστηκε ότι ουδέν εγνώριζε για την ύπαρξη του ως ιδιοκτήτη και κατόχου του ακινήτου, αφού ουδέποτε η ίδια είχε ενημερωθεί σχετικά.
  3. Ότι μετά από νομική συμβουλή που έλαβε ενδεχομένως η Εναγόμενη 1 να είναι ένοχη δόλου και ή απάτης και ή παράβασης του άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα για υποθήκευση περιουσίας η οποία ανήκει σε άλλο πρόσωπο, αφού φαίνεται να παρέλειψε να ενημερώσει την Εναγόμενη 2 πριν τη σύναψη των υποθηκών του 2011 για την ύπαρξη του (Ενάγοντος).
  4. Ότι στις 22.10.20 προέβη σε σχετική καταγγελία εναντίον της Εναγομένης 1 στο ΤΑΕ Λευκωσίας και να επισυνάψει αντίγραφο της ως Τεκμήριο
  5. Ότι η παράλειψη της Εναγομένης 1 φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από την Εναγόμενη 2 και συγκεκριμένα με την ένσταση της στην αίτηση έφεση του
  6. Ότι ο επιλαμβανόμενος την καταγγελία αστυφύλακας τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να προωθήσει την υπόθεση.
  7. Ότι στις 5.11.20 καταχώρισε ιδιωτική ποινική υπόθεση για διάφορα αδικήματα αλλά όχι για το άρθρο 303Α για το οποίο δεν επιτράπηκε διότι δεν υπήρχε συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέως για ιδιωτική ποινική για το συγκεκριμένο (Τεκμήρια 4 και 5).
  8. Ότι ο ίδιος καλείται τώρα να αποφασίσει εάν θα διακόψει την ιδιωτική ποινική υπόθεση ούτως ώστε να προωθηθεί η διερεύνηση της καταγγελίας του από την Αστυνομία.
  9. Ότι ενόψει των εξελίξεων ακολούθησε τροποποίηση του κλητηρίου στις 17.12.21 (προφανώς εννοεί άλλη ημερομηνία, ίσως τις 26.11.20 όπου πράγματι υπήρξε τροποποίηση). Έχω εξετάσει την αίτηση, την ένορκη δήλωση και τα όσα αναφέρουν τα μέρη στις αγορεύσεις τους σε συνδυασμό με την προτεινόμενη σ.έ.δ. και ειδικότερα τα πιο πάνω εννέα γεγονότα τα οποία επιθυμεί να προσθέσει ο Ενάγων. Δεν συμφωνώ όμως ότι υπάρχει καλός λόγος ή γενικότερα ότι με βάση τη νομολογία συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συμπερίληψη τους υπό μορφή ένορκης δήλωσης, για λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Αυτό το οποίο επιδιώκει ο Ενάγων είναι να ανακόψει τον πλειστηριασμό υπό την ιδιότητα του ως αγοραστής από το 1995 αλλά και ως πρόσωπο το οποίο έχει καταθέσει μεταγενέστερο αγοραπωλητήριο. Τα σχετικά με αυτό το θέμα γεγονότα τα έχει παραθέσει εκτενώς στην αρχική του ένορκη δήλωση. Ακόμα και η αξίωση αποζημιώσεων βάσει δόλου έχει ήδη προστεθεί στο τροποποιηθέν κλητήριο ένταλμα, έστω και αν δεν έχει καταχωριστεί ακόμα η έκθεση απαίτησης. Ειδικότερα όσον αφορά το γεγονός της καταχώρησης έφεσης από τον ίδιο στις 13.10.20 είναι προφανές πως αυτό ήταν εις γνώσιν του ότι θα γινόταν αφού την ίδια μέρα καταχώρισε και την αίτηση του για τα διατάγματα. Για δικούς του λόγους επέλεξε τότε να μην το αναφέρει στην αρχική του ένορκη δήλωση αλλά εν πάση περιπτώσει δεν είναι κάτι το οποίο είναι αναγκαίο στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης για διατάγματα. Περαιτέρω το εάν γνώριζε ή όχι η Εναγόμενη 2 για την ύπαρξη του Ενάγοντος καθώς και την όποια ιδιότητα του ή σχέση του με το κατάστημα δεν είναι επίσης κάτι αναγκαίο στα πλαίσια της αίτησης. Το ουσιώδες θα είναι εάν ο ίδιος έχει πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή του στη βάση τυχόν δικαιωμάτων που απέκτησε είτε έναντι της αγοράστριας του ακινήτου Εναγομένης 1 είτε έναντι της αγοράστριας των πιστώσεων, Εναγομένης
  10. Το ότι δεν τον ειδοποίησαν για τον πλειστηριασμό συνάγεται ήδη από την αρχική δήλωση του και αν υπάρχουν συνέπειες από τη μη συμπερίληψη του στους ενδιαφερόμενους δεν εξαρτάται από τη νομική άποψη συνηγόρου ο οποίος απλά αναφέρει ότι «ενδεχομένως» η Εναγόμενη 1 να είναι ένοχη αστικού ή ποινικού αδικήματος. Η θέση του ότι η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε το ακίνητο κατά το 2011 χωρίς να της ανήκει είναι εκ των πραγμάτων ακατανόητη δεδομένων των προνοιών του Ν.9/65 και των όσων ο ίδιος παραθέτει για την αγορά του τεμαχίου από την ίδια. Όλα τα υπόλοιπα ζητήματα τα οποία προτείνει ο Ενάγων αφορούν την καταγγελία του στην Αστυνομία, τη διερεύνηση ή όχι του παραπόνου του, τις απόψεις του Γενικού Εισαγγελέως ή των δικηγόρων του και γενικά ζητήματα σχετικά με την πιθανή ύπαρξη ποινικής ευθύνης. Είναι όμως και αυτά ζητήματα τα οποία είναι άσχετα και αχρείαστα σε μια αστική διαδικασία αυτής της φύσης στην οποία εκείνο που εξετάζεται είναι η υπάρχουσα μαρτυρία και όχι οι απόψεις οποιουδήποτε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €600 συν Φ.Π.Α. προς όφελος της Εναγομένης 1 και εις βάρος του Ενάγοντος. Καμιά διαταγή εξόδων σε σχέση με την Εναγόμενη
  11. Η κυρίως αίτηση ημερομηνίας 13.10.20 ορίζεται για ακρόαση στις 10.3.22 και ώρα 8:45 π.μ. με γραπτές αγορεύσεις. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.