← Κύπρος

ΛΑΡΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ν. Κοινοπραξία Κυριακίδης Φεραίος Κυριακίδης και Συνεργάτες κ.α., Γεν. Αίτηση: 20/21, 26/11/2021

ΛΑΡΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ ν. Κοινοπραξία Κυριακίδης Φεραίος Κυριακίδης και Συνεργάτες κ.α., Γεν. Αίτηση: 20/21, 26/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A614 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 20/21 Αναφορικά με τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και Αναφορικά με την Κοινοπραξία Κυριακίδης Φεραίος Κυριακίδης και Συνεργάτες και Αναφορικά με την Αίτηση μεταξύ των: ΛΑΡΔΗΣ & ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΙ Αιτητών και

  1. Κοινοπραξία Κυριακίδης Φεραίος Κυριακίδης και Συνεργάτες
  2. Χ. ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ
  3. *** Κυριακίδης
  4. N.E. ARISTODEMOU ELECTROMECHANICAL ENGINEERING CONSULTANTS
  5. G. RODITIS & PARTNERS Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Αιτητή: κ. Θ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης 1: Καμιά εμφάνιση Για Καθ' ου 2: κ. Χ. Φεραίος, αρχιτέκτων, παρών Για Καθ' ου 3: κ. Α. Τσάρκατζιης, για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων 4 και 5: κ. Χ. Χρυσάνθου, για Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο ως άνω συνεταιρισμός Λαρδής και Συνεταίροι αιτείται σειρά δέκα διαταγμάτων, στο επίκεντρο των οποίων ευρίσκεται το αίτημα για παραπομπή της προβαλλόμενης διαφοράς σε διαιτησία. Συνιστά κοινό υπόβαθρο μεταξύ όλων πως ο Αιτών και οι Καθ' ων 2 έως 5 υπήρξαν μέλη της Καθ' ης 1 κοινοπραξίας, η οποία κατά το 1992 ανέλαβε κατόπιν διεθνούς διαγωνισμού και ανάθεσης τη μελέτη και επίβλεψη του προς ανέγερση τότε Νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Τα μέλη της κοινοπραξίας υπέγραψαν μεταξύ τους και σχετική σύμβαση, την οποίαν ο υποστηρίζων την αίτηση ενόρκως δηλών (κ. Λαρδής) επισυνάπτει ως Τεκμήριο
  6. Οι επιμέρους αμοιβές για τα μέλη της κοινοπραξίας, ήτοι τους αρχιτέκτοντες, τους πολιτικούς μηχανικούς και τους επιμετρητές είχαν συμπεριληφθεί τόσο στην προσφορά όσο και στην επιστολή ανάθεσης ημερ. 31.3.92 (Τεκμήριο 3 αίτησης). Όπως αναφέρει ο κ. Λαρδής, κατά την πορεία εκτέλεσης του έργου προέκυψαν διαφορές τόσο μεταξύ Δημοκρατίας-Κοινοπραξίας όσο και μεταξύ των ίδιων των μελών της κοινοπραξίας. Οι διαφορές της Δημοκρατίας με την Κοινοπραξία οδηγήθηκαν σε διαιτησία κατά το 2005 και οι διαφορές μεταξύ των μελών της αφέθηκαν προς επίλυση μετά το πέρας της. Η διαιτητική απόφαση φέρει ημερομηνία 21.12.18 (Τεκμήριο 6 στην αίτηση), αν και παραδόθηκε στις αρχές του
  7. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι δέχονται πως ακολούθησε συμφωνία ημερ. 9.4.19 μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας για την επαναδραστηριοποίηση του τραπεζικού λογαριασμού της κοινοπραξίας, την κατάθεση σε αυτόν των αναμενόμενων τότε χρημάτων βάσει της διαιτητικής απόφασης, καθώς και τη ρύθμιση του διαμοιρασμού και των πληρωμών στα μέλη της (Τεκμήριο 10 στην αίτηση). Παρότι υπήρξαν προκαταβολικές πληρωμές, εντούτοις προέκυψαν και διάφορες συζητήσεις καθ' όσον αφορά την οριστική κατανομή των ποσών, (οι οποίες καταγράφονται στις §§29 και 30 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή). Ακολούθησε και αλληλογραφία μεταξύ κάποιων μελών κατά το Καλοκαίρι του 2020 (Τεκμήρια 14, 15 και 19-23) ενώ μεσολάβησε και συνάντηση των μελών στις 10.11.20, η οποία κατά τον Αιτητή έληξε χωρίς αποτέλεσμα, οπότε απέστειλε μέσω των συνηγόρων του σχετική Ειδοποίηση για Διορισμό Διαιτητή, επικαλούμενος ότι τα μέλη της Κοινοπραξίας αδυνατούν να καταλήξουν σε συμφωνία για το τι οφείλεται σε έκαστο μέλος, στηριζόμενος σε άρθρα του Κεφ.4, καθώς και άρθρα της αρχικής συμφωνίας της κοινοπραξίας, ήτοι εκείνης του 1992 (Τεκμήριο 17 στην αίτηση). Παρελθούσης της προθεσμίας που είχε ταχθεί καταχωρίστηκε η υπό εκδίκαση πρωτογενής αίτηση. Ενστάσεις Η Καθ' ης 1 κοινοπραξία δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία. Ο Καθ' ου 2 εκπροσωπήθηκε από τον κ. Φεραίο, χωρίς να καταχωρίσει γραπτή ένσταση επί του προβλεπόμενου τύπου. Παρέδωσε όμως κατά το στάδιο των αγορεύσεων ένορκη δήλωση του, η οποία έγινε δεκτή ως αντικατοπτρίζουσα τις θέσεις του συνεταιρισμού. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά τη ριζική διαφωνία ως προς τα γεγονότα τα οποία προέβαλε ο Αιτητής, η θέση του κ. Φεραίου είναι όπως το Δικαστήριο «παραπέμψει το θέμα σε διαιτησία στο ΕΤΕΚ» για να διαλευκανθούν όλες οι εκδοχές. Ο Καθ' ου 3 καταχώρισε γραπτή ένσταση προβάλλοντας εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι ο όρος της αρχικής συμφωνίας είναι ανεφάρμοστος και ή ανενεργής, τα μέρη με τη συμφωνία ημερ. 9.4.19 έχουν επιλύσει όλες τις διαφορές τους, τα μέρη καθόρισαν τον τρόπο διαμοιρασμού των χρημάτων, στη νέα συμφωνία δεν υπάρχει όρος για παραπομπή, ο Αιτητής κωλύεται καθότι έλαβε ανεπιφύλακτα την αμοιβή που του αναλογούσε και οποιαδήποτε διαφωνία ή αξίωση θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από Διαιτητή. Στην υποστηρικτική της ένστασης ένορκη δήλωση του ο Καθ' ου 3 αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Αιτητής λάμβανε τις αμοιβές του αδιαμαρτύρητα, ότι υπήρξαν κάποιες συζητήσεις αλλά αποφασίστηκε όπως οι εισπράξεις κατατεθούν σε κοινό λογαριασμό της κοινοπραξίας, ότι εν τέλει υπεγράφη η συμφωνία ημερ. 9.4.19, ότι ο διαμοιρασμός δεν έγινε εν αγνοία του κ. Λαρδή αλλά ήταν πλήρως ενήμερος, ότι δεν απαιτείτο η σύμφωνη γνώμη όλων για πληρωμές, ότι στις 30.11.20 έγιναν μεταφορές χρημάτων προς όλα τα μέρη της κοινοπραξίας (Τεκμήριο 31), ότι και ο Αιτητής έλαβε ποσόν €61.624, ότι για αυτές τις πληρωμές υπήρχε η απαιτούμενη πλειοψηφία, ότι κανένα μέλος δεν ήγειρε οποιοδήποτε ζήτημα και τέλος ότι μια διαφορά των €21.000 οφείλεται σε διαφορές του Αιτητή με τον Καθ' ου
  8. Οι Καθ' ων 4 και 5 υιοθέτησαν την ένσταση και αγόρευση του Καθ' ου
  9. Νομική Πτυχή Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι ο Αιτητής συνεταιρισμός στηρίζει το αίτημα του στο άρθρο Κ της Σύμβασης της Κοινοπραξίας του 1992 το οποίο έχει ως εξής: «ARBITRATION
  10. The Members shall make every attempt to resolve in an amicable way all differences concerning the interpretation of this Agreement and the execution of the work. Any dispute or disagreement which cannot be resolved by the Members and any controversy, claim, dispute otherwise arising out of or in connection with this Agreement shall finally be settled under the Arbitration Laws of the Cyprus Republic.
  11. The award in any Arbitration proceedings shall be final and binding upon the Members in dispute under arbitration.» Ας σημειωθεί ότι στο άρθρο J προνοείται πως η εν λόγω σύμβαση θα παραμένει σε ισχύ μέχρις ότου όλες οι υποχρεώσεις της Κονοπραξίας θα διεκπεραιωθούν και όλοι οι λογαριασμοί με τον πελάτη και μεταξύ των μελών θα έχουν διευθετηθεί («... shall remain in force until . all accounts with the Client and among the Members have been settled.») Από νομικής πλευράς ο Αιτητής βασίζεται στο άρθρο 3 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 το οποίο προνοεί ότι το συνυποσχετικό (διαιτησίας) είναι ανέκκλητο και έχει την ισχύ δικαστικού διατάγματος εάν επιτραπεί από το δικαστήριο. Επικαλείται ως προσομοιάζουσα με την παρούσα την υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd

(1994)1 Α.Α.Δ.815, στην οποία κρίθηκε πως ο μεταγενέστερος διακανονισμός ορισμένων από τις διαφορές δεν είχε υπερφαλαγγίσει την αρχική συμφωνία και ούτε είχε καταστήσει ανενεργό τη ρήτρα διαιτησίας. Η εισήγηση του Αιτητή είναι πως και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει ισχυρισμός ότι μεταγενέστερη συμφωνία, η οποία είχε ως σκοπό τον διακανονισμό ορισμένων από τις μεταξύ των μερών διαφορές δεν είχε υπερφαλαγγίσει την αρχική συμφωνία και ούτε είχε καταστήσει ανενεργό τη ρήτρα διαιτησίας. Στην παρούσα περίπτωση η μεταγενέστερη συμφωνία ημερ. 9.4.19 είχε ως εξής: «συμφωνία Τα πιο κάτω μέλη τα οποία αποτελούν την Κοινοπραξία Κυριακίδης Φεραίος Κυριακίδης συμφωνούν σήμερα 9 Απριλίου 2019 τα εξής:
  1. Ο τραπεζικός λογαριασμός της Κοινοπραξίας στην Τράπεζα Κύπρου θα επαναδραστηριοποιηθεί άμεσα.
  2. Δικαίωμα υπογραφής στον τραπεζικό λογαριασμό θα έχουν οι Κυριάκος Κυριακίδης και Χάρης Φεραίος (οποιοσδήποτε από τους δύο). 3, Για να εκδοθεί οποιαδήποτε επιταγή ή για να γίνει οποιαδήποτε μεταφορά χρημάτων ή πληρωμή θα χρειάζεται η συμφωνία τουλάχιστον τριών από τα πέντε μέλη που υπογράφουν την συμφωνία αυτή.
  3. Τα χρήματα που θα κατατεθούν στον λογαριασμό αυτό σαν αποτέλεσμα της διαιτησίας μεταξύ της Κοινοπραξίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας θα διαμοιραστούν στα μέλη της κοινοπραξίας μόνον εφ' όσον υπάρξει συμφωνία επί του ποσού που θα καταβληθεί στο κάθε μέλος ξεχωριστά για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας.» (υπογραμμίσεις, του κειμένου) Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό το οποίο οδήγησε στη σύναψη της συμφωνίας αυτής ήταν η έκδοση της διαιτητικής απόφασης ημερ, 21.12.18 αλλά και ο επικείμενος (επιθυμητός από όλους) διαμοιρασμός του επιδικασθέντος προς όφελος της κοινοπραξίας ποσού, ήτοι των €729.724 συν Φ.Π.Α. και τόκο 3,5% από 10.1.
  4. Για να γίνουν αντιληπτά τα ζητήματα τα οποία ρύθμισε η συμφωνία θα πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο της. Το πρώτο ζήτημα ασφαλώς ήταν η αναβίωση του τραπεζικού λογαριασμού και του καθορισμού των υπογραφέων σε αυτόν. Αυτό λύθηκε με τη ρύθμιση ότι θα επαναδραστηριοποιείτο άμεσα ο (παλαιός) τραπεζικός λογαριασμός για τον οποίο θα είχε δικαίωμα υπογραφής είτε ο κ. Φεραίος είτε ο κ. Κυριακίδης (Καθ' ων 2 και 3). Το δεύτερο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί αφορούσε τις συναλλαγές, δηλαδή τις πληρωμές τις οποίες θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ο κάθε υπογραφέας από τους πιο πάνω. Ασφαλώς το δικαίωμα υπογραφής δεν σήμαινε και ανεξέλεγκτο δικαίωμα πληρωμών κατά το δοκούν. Απαιτείτο σύμφωνη γνώμη τουλάχιστον τριών από τα πέντε υπογράψαντα τη συμφωνία μέλη της κοινοπραξίας. Δηλαδή κάθε ένας από τους δύο υπογραφείς μπορούσε να εκδώσει επιταγή ή να δώσει οδηγίες εμβάσματος νοουμένου όμως ότι υπήρχε σχετική συγκατάθεση (απόφαση) τριών από τα μέλη. Αλλά όμως και αυτό υπέκειτο σε κάποιον όρο ο οποίος σχετίζεται με το τελευταίο ζήτημα το οποίο επέλυσε η συμφωνία πλην όμως και το σημαντικότερο. Αυτός ήταν ο όρος 4 ο οποίος προέβλεπε πως το επιδικασθέν βάσει της διαιτησίας ποσό θα διαμοιραζόταν στα μέλη μόνον εάν υπήρχε συμφωνία επί του ποσού το οποίο θα κατεβάλλετο - στο κάθε μέλος ξεχωριστά - για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας. Πέραν όμως του περιεχόμενου της συμφωνίας το ουσιωδέστερο για την παρούσα εξέταση είναι ο λόγος και οι συνθήκες υπογραφής της, αφού ευλόγως θα ανέμενε κάποιος ότι τα ζητήματα διαμοιρασμού της αμοιβής θα είχαν διευθετηθεί εξαρχής, ήτοι κατά τη σύσταση της κοινοπραξίας. Όντως είχε υπάρξει τέτοια διευθέτηση από το
  5. Όπως αναφέρει και ο κ. Λαρδής ο ολικός καταμερισμός των αμοιβών για τον κάθε σύμβουλο περιέχεται στην προσφορά την οποία είχε υποβάλει η κοινοπραξία, καθώς και στην επιστολή ανάθεσης από το Υπουργείο Υγείας ημερ. 31.3.92 (Τεκμήριο 3) τον οποίον καταμερισμό παραθέτει (§4). Παράλληλα όμως, εξηγεί ο κ. Λαρδής, πως από πολύ πιο παλιά, κατά τη διάρκεια μελέτης του έργου υπήρχαν πιθανότητες για διαφορές στα ποσά και είχε αμοιβαία συμφωνηθεί να εξεταστούν μετά το πέρας του έργου ενώ μεταγενέστερα είχε συμφωνηθεί όπως οι διαφορές διευθετηθούν μετά το πέρας της διαιτησίας μεταξύ Δημοκρατίας-Κοινοπραξίας (§7). Όπως αναφέρει, πίστευε ότι θα επικρατούσε η λογική με το πέρας της διαιτησίας (§Β). Υπήρξε δυσφορία η οποία μετακύλησε χρονικά τις όποιες απαιτήσεις, να γίνουν στο τέλος, όταν το τελικό ποσό από το Κράτος προς την Κοινοπραξία θα καθίστατο γνωστό και τελεσίδικο (§11). Μάλιστα με την έκδοση της διαιτητικής απόφασης βρέθηκαν και άλλα οικονομικά θέματα τα οποία ήταν προηγουμένως άγνωστα, όπως αμοιβές για τις οποίες δεν έλαβαν μερίδιο οι πολιτικοί μηχανικοί δηλαδή ο αιτών συνεταιρισμός (§18). Το επόμενο ερώτημα είναι τι έπραξαν τα μέλη της κοινοπραξίας (έχοντας τις διαφορές που αναφέρει ο κ. Λαρδής) μετά την έκδοση της απόφασης, την οποία παρέλαβαν στις αρχές του
  6. Η άποψη του Δικαστηρίου είναι πως εκ του αποτελέσματος συνάγεται πως είχαν εφαρμόσει το άρθρο Κ.1 της αρχικής τους συμφωνίας αφού κατέληξαν σε συμφωνία την οποία υπέγραψαν όλοι («. resolve in an amicable way all differences .»). Με άλλα λόγια, ο Αιτητής σε εκείνο το στάδιο, έχοντας υπόψιν όλα όσα έχουν προαναφερθεί, καθώς και την διαιτητική απόφαση δεν θεώρησε ότι έπρεπε να υπάρξει παραπομπή σε διαιτησία. Υπήρχαν διαφορές, απαιτήσεις και διαφωνίες αλλά όλοι συμφώνησαν σε κάποιο τρόπο επίλυσης, τον οποίο κατέγραψαν στη νέα συμφωνία τους ημερ. 9.4.
  7. Είναι προφανές ότι ο κ. Λαρδής σφάλλει στη θέση του ότι η νέα συμφωνία προβλέπει πως κανένα ποσό δεν θα πληρωθεί εκτός εάν υπάρχει σύμφωνη γνώμη από όλα τα μέλη της κοινοπραξίας (§27). Η συμφωνία έχει παρατεθεί αυτούσια προηγουμένως. Εν ολίγοις αυτό το οποίο προνοεί είναι πως για να γίνει πληρωμή απαιτείται να συμφωνούν τρία εκ των πέντε μελών και πως ο διαμοιρασμός θα γίνει μόνον εάν υπάρξει συμφωνία σε σχέση με όλα («για όλα») τα μέλη για το ποσόν («επί του ποσού») το οποίο δικαιούται το κάθε μέλος. Σε αντίθετη περίπτωση θα ήταν παράλογο ή ακατανόητο από τη μια να απαιτείται ομόφωνη απόφαση και από την άλλη με συμφωνία τριών μελών να γίνονται πληρωμές. Ας σημειωθεί πως εν τέλει τα τέσσερα από τα πέντε μέλη της κοινοπραξίας, (δηλαδή εκτός του Αιτητή), όντως συμφώνησαν σε συγκεκριμένα ποσά για όλα τα μέλη και πως με επιστολές των δυο υπογραφέων του λογαριασμού τα ποσά στις 30.11.20 έχουν διαμοιραστεί και στα πέντε μέλη (Τεκμήριο 31). Είναι ηλίου φαεινότερο πως σε αντίθεση με τη νομολογία την οποία επικαλέστηκε ο Αιτητής, στην παρούσα περίπτωση η μεταγενέστερη συμφωνία δεν είχε (ως αναφέρεται στην αγόρευση) σκοπό διακανονισμού ορισμένων από τις μεταξύ των μερών διαφορές αλλά αποσκοπούσε και μάλιστα τελικά επέφερε λύση στο σύνολο των διαφορών. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά, δηλαδή το ότι μετά την υπογραφή, εφαρμογή και υλοποίηση της δεν παρέμεινε κάποια εκκρεμότητα. Θα μπορούσε δε να λεχθεί πως κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, ήτοι στις αρχές του 2019, όλα τα μέλη επέλεξαν αντί του διαιτητή την επίλυση των διαφορών τους από την πλειοψηφία των ίδιων των μελών. Έχω τη γνώμη πως ακριβώς το πιο πάνω στοιχείο ισοδυναμεί με παραίτηση του αιτούντος από την αρχική ρήτρα διαιτησίας (waiver by election). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, §1025: «In the law of contract, 'waiver' sometimes refers to a variation of a contract supported by consideration8; or it may refer to the act of an innocent contracting party to affirm the contract after serious breach9; or it may describe the election of the innocent party to abandon all rights in respect of a breach of contract
  8. However, in contract it is most commonly used to describe the process whereby one party unequivocally11, but without consideration12, grants a concession or forbearance to the other party by not insisting upon the precise mode of performance provided for in the contract, whether before or after any breach of the term waived
  9. A waiver by estoppel or forbearance in this sense is to be distinguished from a variation: a variation is supported by consideration and cannot be retracted unilaterally14; but a waiver or forbearance is without consideration and may prima facie be retracted unilaterally. The validity of a waiver by estoppel or forbearance at common law has been considered in two main contexts:
(1)whether certain oral agreements altering the manner of performance of contracts required by the rules originating in the Statute of Frauds
(1677)to be evidenced in writing may take effect notwithstanding that oral variations of such contracts are ineffective,·
(2)whether a party who has waived a particular term of, or claim under, the contract (either at the request of the other or not) may go back on his concession and insist on performance in accordance with the exact terms of the contract.» (έμφαση δοθείσα) Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή. (Υπ.) ............. Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.