← Κύπρος

Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ν. Αρμαμέντου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8400/12, 18/11/2021

Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd ν. Αρμαμέντου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8400/12, 18/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A610 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8400/12 Μεταξύ Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, από τη Λευκωσία Εναγόντων ‑και‑

  1. XXXXX Βγενόπουλου, από την Αθήνα
  2. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  3. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  4. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  5. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  6. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  7. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  8. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  9. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  10. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  11. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι Εναγομένων Και δια τροποποιήσεως ημερομηνίας 29/4/2013 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(Ι)/2013(ενεργώντας μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, XXXXX Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία) Εναγόντων ‑και‑
  12. XXXXX Βγενόπουλου, από την Αθήνα
  13. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  14. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  15. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  16. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  17. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  18. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  19. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  20. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  21. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  22. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι
  23. Marfin Investment Group Holdings S.A. Εναγομένων Και δια τροποποιήσεως ημερομηνίας 8/9/2015 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(Ι)/2013(ενεργώντας μέσω του Ειδικού Διαχειριστή Κρίς Παύλου, από τη Λευκωσία) Εναγόντων ‑και‑
  24. XXXXX Βγενόπουλου, από την Αθήνα
  25. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  26. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  27. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  28. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  29. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  30. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  31. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  32. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  33. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  34. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι
  35. Marfin Investment Group Holdings S.A. Εναγομένων Και δια τροποποιήσεως ημερομηνίας 13/2/2020 Μεταξύ: Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(Ι)/2013 Eναγόντων ‑και‑
  36. XXXXX Αρμαμέντου, από την Αθήνα, υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της κληρονομίας περιουσίας του αποβιώσαντος Εναγόμενου 1, XXXXX Βγενόπουλου από την Αθήνα
  37. XXXXX Μπουλούτα, από την Αθήνα
  38. XXXXX Μάγειρα, από την Αθήνα
  39. XXXXX Χιλιαδάκη, από την Αθήνα
  40. XXXXX Στυλιανίδη, από τη Λευκωσία
  41. XXXXX Κουννή, από τη Λευκωσία
  42. XXXXX Λυσάνδρου, από τη Λευκωσία
  43. XXXXX Μυλωνά, από τη Λευκωσία
  44. XXXXX Θεοχαράκη, από την Αθήνα
  45. XXXXX Φόρου, από την Αθήνα
  46. XXXXX Ba' alaway, από το Ντουμπάι
  47. Marfin Investment Group Holdings S.A. Εναγομένων Αναφορικά με την Αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 26/2/2015 για Παραμερισμό Επίδοσης της Αίτησης Παρακοής ημερομηνίας 15/1/2015 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.11.2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους 2 και 3/Αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς και Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δ. Αραούζος για Χρύσης Δημητριάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. [Στενοτυπημένα πρακτικά λαμβάνονται από την κα Δ. Εγκωμίτη] ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΕ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 26/2/2015 Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής έχει καταχωρηθεί πλειάδα αιτήσεων, πλείστες εκ των οποίων έχουν δικαστεί από διάφορα δικαστήρια με διαφορετικές συνθέσεις, μεταξύ των οποίων είναι και η υπό κρίση αίτηση, την οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν στις 26.2.2015 και με αυτή ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το μονομερές διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.2015, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για την επίδοση στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση σε αυτούς της αίτησης παρακοής που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 στις 15.1.
  48. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 Αιτητές με την υπό κρίση αίτηση ζητούν επίσης παραμερισμό της ίδιας της επίδοσης της αίτησης παρακοής ως παράτυπης και/ή αντικανονικής και/ή ως μη διενεργηθείσας δεόντως και/ή ως μη διενεργηθείσας με την ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης. Το μονομερές διάταγμα επίδοσης της αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας εκδόθηκε στη βάση της αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 15.1.2015, ενώ η ίδια η αίτηση παρακοής αφορά το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2013, το οποίο κατέστη απόλυτο μετά από ακρόαση στις 23.5.
  49. Το διάταγμα και η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2 και 3 στην Ελλάδα στη βάση άδειας του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 22.5.
  50. Στις 31.1.2017 το Δικαστήριο με απόφαση του απέρριψε την αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 17.7.2014 με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της αγωγής και του διατάγματος επίδοσης της αγωγής και του ενδιάμεσου διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας λόγω, μεταξύ άλλων, έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την επίδικη διαφορά με βάση τις πρόνοιες του ΕΚ44/2001, o οποίος εν τω μεταξύ έχει αντικατασταθεί από τον ΕΕ1215/12 ημερομηνίας 12.12.2012, o οποίος έχει ρητή πρόνοια, σχετικό είναι το άρθρο 66

(2)του ΕΕ1215/12, ότι ο ΕΚ44/2001 συνεχίζει να διέπει τις αποφάσεις που εκδίδονται σε αγωγές που ασκήθηκαν τα δημόσια έγγραφα που εκδόθηκαν ή καταγράφηκαν και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίθηκαν ή συνήφθησαν πριν από τις 15.1.2015 και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού αυτού. Το Δικαστήριο με την απόφαση του 13.1.2017 έκρινε πως με βάση τις πρόνοιες του ΕΚ44/2001 και τα γεγονότα που είχε ενώπιον του, είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει επί της ουσίας της διαφοράς. Μετά που το ενδιάμεσο διάταγμα κατέστη απόλυτο στις 23.5.2014, οι Ενάγοντες προώθησαν στην Ελλάδα κατά των Εναγομένων διαδικασία αναγνώρισης του ενδιάμεσου διατάγματος και εξασφάλισαν απόφαση με την οποία το διάταγμα κηρύχθηκε στην Ελλάδα εκτελεστό, απόφαση η οποία επικυρώθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στις 16.2.
  1. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν όπως έχει αναφερθεί αίτηση παρακοής στις 15.1.2015, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της τότε Ειδικής Διαχειρίστριας των Εναγόντων, στην οποία δίδονται λεπτομέρειες του τι καταλογίζεται σε βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 που συνιστά, κατά τη θέση της, καταφρόνηση του ενδιάμεσου διατάγματος. Μετά την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής στη βάση, όπως έχει αναφερθεί, διατάγματος για επίδοση της εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 23.1.2015, στις 20.2.2015 παραδόθηκαν από Έλληνα δικαστικό επιδότη στη διεύθυνση Λεωφόρος XXXXX 67 στη XXXXX στην Ελλάδα διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και η αίτηση παρακοής. Στις 26.2.2015 οι Εναγόμενοι 2 και 3 ‑ Αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, η οποία στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Παπουή, ίδιας ημερομηνίας, με την οποία ζητούν: «
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερές εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2015, με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες «για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 15.1.2015 με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει ίδιας ημερομηνίας» στους Αιτητές και άλλους.
  3. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η επίδοση στους Αιτητές της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 15.1.2015 ως παράτυπη και/ή ως αντικανονική και/ή ως μη διενεργηθείσα δεόντως και/ή ως διενεργηθείσα με τη μη ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης». Οι Καθ' ων η Αίτηση ‑ Ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στις 15.6.2015 παραθέτοντας 7 συνολικούς λόγους ένσταση, η οποία στηρίζεται «σε γεγονότα που φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων προς υποστήριξη όλων των προηγούμενων ενδιάμεσων διαδικασιών». Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με τους συνήγορους των δύο πλευρών να έχουν καταχωρήσει, η κάθε πλευρά τη θέση της, γραπτώς, αλλά και με σύντομες προφορικές αγορεύσεις. Και οι δύο συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους αναφέρονται στη βασική αρχή ότι η υπακοή στα διατάγματα του Δικαστηρίου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του Κράτους Δικαίου παραπέμποντας σχετικά σε νομολογία, υποστηρίζοντας ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τις διατάξεις του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/1960, το οποίο είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, αναφέρουν ότι σύμφωνα με τη Δ.48 Θ8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Η εμβέλεια της Δ.48 Θ8
(4)καλύπτει όλο το φάσμα των διαταγμάτων που εκδίδονται μετά από μονομερή αίτηση. Επομένως δεν συμφωνούν με τη θέση των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση ότι το μέσο προσβολής της άδειας που παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο στις 23.1.2015 δια της αίτησης για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής, είναι ακατάλληλο και δεν προσφέρεται καθ' ότι αποτελεί συγκαλυμμένη έφεση και/ή καλείται το Δικαστήριο να αναθεωρήσει την προηγούμενη απόφαση του ημερομηνίας 23.1.
  1. Είναι η βασική θέση των συνηγόρων των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, ότι η νομική βάση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό και/ή για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής, ήταν εσφαλμένη και δεν μπορούσε να υποστηρίξει την αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση ‑ Εναγόντων. Ο πυρήνας του επιχειρήματος τους αυτού βρίσκει έρεισμα στο γεγονός ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα, αφού με αυτή επιδιώκεται η καταδίκη και η τιμωρία του Καθ' ου η Αίτηση. Με αναφορά στη νομολογία, υποστηρίζουν ότι παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος Δικαστηρίου, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Πρόκειται για οιονεί ποινική διαδικασία γι' αυτό και το μέτρο απόδειξης της είναι εκείνο που εφαρμόζεται τις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας και των συστατικών της στοιχείων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αφού στηρίζουν την πιο πάνω θέση τους σε νομολογία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, υποστηρίζουν ότι η έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 23.1.2015 ήταν αντικανονική και δεν έπρεπε να επιτραπεί, αφού o ίδιος ο ΕΚ1393/07 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στις Χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστικών και Εξωδικαστικών Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις και σε παρεμφερή ευρωπαϊκή νομολογία, δεν καλύπτει αιτήσεις παρακοής που λόγω της ποινικής τους φύσης δεν αφορούν αστικό ή εμπορικό ζήτημα και συνεπώς ο ΕΚ1393/07 δεν τυγχάνει εφαρμογής και ανατρέπεται το όλο νομικό υπόβαθρο της αίτησης των Αιτητών ‑ Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 15.1.2015 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 23.1.
  2. Αφού οι συνήγοροι των Αιτητών αποδίδονται στη δικής τους ερμηνεία της φράσης «αστικό ή εμπορικό ζήτημα» όπως αυτή συναντάται στην ΕΚ1393/07, είναι η θέση τους ότι με δεδομένο ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα, αφού με αυτή επιδιώκεται και απειλείται η καταδίκη και τιμωρία των Αιτητών με φυλάκιση και χρηματική ποινή, η νομική βάση της αίτησης που στηρίχτηκε στον ΕΚ1393/07, ήταν εσφαλμένη και δεν μπορούσε να στηρίξει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής στους Εναγόμενους 2 και 3 ‑ Αιτητές, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η αίτηση παρακοής καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 8400/
  3. Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι εφόσον η διαδικασία της αίτησης παρακοής είναι οιονεί ποινική και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι καταχωρήθηκε στο πλαίσιο Πολιτικού Δικαστηρίου, ότι ούτε ο ΕΚ1393/07, αλλά ούτε και ο ΕΚ44/2001 εφαρμόζονται, και συνεπώς λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2015 και λανθασμένα επιτράπηκε η επίδοση εκτός δικαιοδοσία και η υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέραν του πιο πάνω βασικού λόγου ένστασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, θεωρούν ότι η νομική βάση της αίτησης ημερομηνίας 15.1.2015 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2015, πάσχει και για ένα πρόσθετο λόγο και συγκεκριμένα από την παράλειψη συμπερίληψης στη νομική βάση της αίτησης, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε, της Δ.42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είναι η θέση τους παραβάλλοντας σχετικά το λεκτικό της Δ.42Α, ότι η αίτηση παρακοής θα πρέπει να επιδίδεται προσωπικά στον Καθ' ων η Αίτηση, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει ότι η επίδοση μπορεί να γίνει με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή με υποκατάστατη επίδοση. Είναι η θέση τους ότι, εφόσον στη νομική βάση της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση ‑ Εναγόντων ημερομηνίας 15.1.2015 δεν περιλαμβάνεται η Δ.42Α, τότε το διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2015 θα πρέπει να παραμεριστεί, αφού δεν υπήρχε το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για την εξέταση της αίτησης ημερομηνίας 15.1.2015, καθώς, υποστηρίζουν, ότι η παράλειψη αυτή αφορά άκυρη διαδικασία και όχι απλά παράτυπη διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να διασωθεί με βάση την τροποποίηση της Δ.64 μέσω του σχετικού Κανονισμού του
  4. Είναι ειδικότερα η θέση τους ότι, το Εφετείο έχει επισημάνει ότι το άρθρο 42 του Ν14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας, ενώ η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο και έτσι η επίκληση του άρθρου 42 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της αίτησης. Η παράλειψη αναφοράς στη Δ.42Α, είναι συναφώς η θέση τους, αν ακόμα μπορεί να θεωρηθεί ως παρατυπία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.64, παραμένει το ουσιώδες ερώτημα κατά πόσο αυτή δύναται να θεραπευτεί. Παραθέτοντας νομολογία ισχυρίζονται ότι από τη στιγμή που κανένα απολύτως διορθωτικό μέτρο δεν λήφθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση ‑ Εναγόντων, παρόλο που το ζήτημα εγέρθηκε από το 2015, ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο μπορούσε να ασκήσει την αυτεπάγγελτη του εξουσία να θεραπεύσει την παρατυπία, κάτι τέτοιο δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση. Επομένως έχουν τη θέση ότι το Δικαστήριο, το οποίο με βάση τη νομολογία μπορεί να ασκήσει αυτεπάγγελτα την εξουσία του και να θεραπεύσει μία παρατυπία νοουμένου ότι τέτοια εξουσία ασκείται εφόσον δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, σαφώς στην προκειμένη περίπτωση τυχόν θεραπεία της παρατυπίας δημιουργεί δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Αιτητών, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα να γίνει εισαγωγή της ορθής νομικής βάσης και κατ' επέκταση παροχή δυνατότητας και ευκαιρίας στους Καθ' ων η Αίτηση ‑ Ενάγοντες να προωθήσουν την αίτηση παρακοής, η οποία εκκρεμεί εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών από το 2015, επηρεάζοντας έτσι σίγουρα ακόμα περισσότερο δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Επομένως είναι η θέση των συνηγόρων των Αιτητών ότι στην προκειμένη περίπτωση η φύση της παρατυπίας η οποία ισοδυναμεί με απουσία δικαιοδοτικού όρου, είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να τη θεραπεύσει αυτεπάγγελτα, κατάληξη η οποία θα πρέπει να οδηγήσει άνευ άλλου σε επιτυχία της αίτησης. Περαιτέρω, προωθούν και τη θέση ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει το επίδικο διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης παρακοής, αφού απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, είναι όπως εξαντληθεί η δυνατότητα για επίδοση δια της κανονικής οδού και μόνο εφόσον αυτό δεν καταστεί δυνατό μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο η υποκατάστατη επίδοση, προϋπόθεση την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να ικανοποιήσουν, αφού καμία μαρτυρία επί τούτου δεν προσφέρθηκε για να αναφερθούν οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν εκ μέρους τους για διενέργεια προσωπικής επίδοσης στους Αιτητές και ότι εξάντλησαν όλους τους πρακτικούς τρόπους για τη διενέργεια μιας τέτοιας επίδοσης. Παραπέμπουν σχετικά σε νομολογία και είναι η θέση τους ότι απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης της κυρίας Αντωνιάδου, που είναι το υπόβαθρο της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 15.1.2015, καταδεικνύει ότι αυτή δεν κάνει καμία αναφορά για να καταδείξει την εξάντληση όλων των τρόπων και μεθόδων ως προς την προσωπική επίδοση στους Αιτητές, ως οι Καθ' ων η Αίτηση όφειλαν να πράξουν. Επισημαίνουν τέλος, ότι η όλη διαδικασία παρακοής διατάγματος είναι αυστηρής φύσης και όλα τα δικονομικά εχέγγυα πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα, εφόσον αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας μπορεί να είναι ποινή στερητικής της ελευθερίας των ατόμων και/ή μεσεγγύηση της περιουσίας τους. Είναι επομένως καταληκτικά η θέση τους ότι, η ένσταση που έχει καταχωρηθεί εκ πλευράς των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί παντελώς, καθώς δεν βασίζεται σε οποιαδήποτε γεγονότα αφού δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, ενώ η αναφορά ότι στηρίζεται σε γεγονότα και/ή Τεκμήρια που αναφέρονται σε «ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων προς υποστήριξη των προηγούμενων ενδιάμεσων διαδικασιών» θα πρέπει να αγνοηθούν, αφού στην παρούσα διαδικασία έχουν καταχωρηθεί πάρα πολλές αιτήσεις και πάρα πολλές ενστάσεις, οι οποίες συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις και επομένως το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καμία υποχρέωση να ανατρέξει στη σωρεία των ενόρκων δηλώσεων που υπάρχουν στον φάκελο του Δικαστηρίου ως γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση. Οι συνήγοροι των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, με τη δική τους αγόρευση προβαίνουν σε μία σύντομη ιστορική αναδρομή των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 15.1.2015 και της αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε διάταγμα ημερομηνίας 23.1.2015, με το οποίο χορηγήθηκε μονομερώς άδεια στους Ενάγοντες για την επίδοση στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση σε αυτούς της αίτησης παρακοής. Αναφέρουν επίσης ειδικά ότι με την υπό κρίση αίτηση οι Εναγόμενοι 2 και 3 ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το μονομερές διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.2015, αλλά και παραμερισμό της ίδιας της επίδοσης της αίτησης παρακοής ως παράτυπης και/ή αντικανονικής και ως μη διενεργηθείσας δεόντως και χωρίς την ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης. Αναφέρονται στο ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2013, το οποίο κατέστη απόλυτο μετά από ακρόαση στις 23.5.2014, αναφέρουν ότι το εν λόγω διάταγμα όπως και η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκαν στους Εναγόμενους 2 και 3 στην Ελλάδα στη βάση άδειας του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 22.5.2013 και ότι το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 31.1.2017 απέρριψε την αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 17.7.2014 με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της αγωγής και του διατάγματος επίδοσης της αγωγής και του ενδιάμεσου διατάγματος εκτός δικαιοδοσίας λόγω μεταξύ άλλων έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά των διαδίκων με βάση τις πρόνοιες του ΕΚ44/
  5. Όπως επίσης αναφέρουν οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, προωθήθηκαν στην Ελλάδα από τους ίδιους κατά των Εναγομένων 2 και 3 διαδικασίες αναγνώρισης του διατάγματος όπως οριστικοποιήθηκε στις 23.5.2014, το οποίο αρχικά κηρύχθηκε στην Ελλάδα εκτελεστό από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, του οποίου η απόφαση επικυρώθηκε στις 16.2.2017 από το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στο οποίο οι Εναγόμενοι προσέφυγαν για να εφεσιβάλουν την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως οι Ενάγοντες αναφέρονται στην αίτηση παρακοής που καταχωρήθηκε στις 15.1.2015, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κυρίας Α. Αντωνιάδου, τότε Ειδικής Διαχειρίστριας των Εναγόντων ημερομηνίας 15.1.2015, στην παράγραφο 10 της οποίας δίδονται λεπτομέρειες τι καταλογίζεται σε βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3 που συνιστά, πάντοτε σύμφωνα με τη θέση τους, περιφρόνηση του ενδιάμεσου διατάγματος. Σημειώνουν επίσης, ότι τόσο κατά την καταχώρηση της αίτησης παρακοής, όσο και σήμερα, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να παραλείπουν να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους ως αναφέρονται στο ενδιάμεσο διάταγμα και αναφέρουν επίσης ότι καταχώρησαν ένσταση στην υπό εκδίκαση αίτηση, στην οποία προβάλλονται 7 λόγοι ένστασης. Η πρώτη τους θέση είναι ότι εφόσον η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.1.2017 επιβεβαίωσε την ορθότητα της δικαιοδοσίας, δεν χρειαζόταν να εξασφαλιστεί εκ νέου άδεια για επίδοση της αίτησης παρακοής. Δηλαδή ότι το επίδικο διάταγμα το οποίο προσπαθούν οι Εναγόμενοι 2 και 3, μεταξύ άλλων, να ακυρώσουν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, εκδόθηκε εκ του περισσού. Με αναφορά σε νομολογία αναφέρουν ότι έχει οριστικοποιηθεί η αρχή ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στις διαδικασίες που βασίζονται στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  6. Αναφέρουν επίσης ότι στο Κυπριακό Δίκαιο υπάρχουν δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, συγκεκριμένα η ποινική καταφρόνηση και η αστική καταφρόνηση. Η ποινική καταφρόνηση διέπεται από το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί ότι όποιος απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα, είναι ένοχος πλημμελήματος, και υπόκειται σε φυλάκιση δύο ετών, εκτός όταν ρητά καθορίζεται άλλη ποινή ή διαδικασία συναφώς με την απείθεια αυτή. Η δε αστική καταφρόνηση διέπεται από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν80 (I)/
  7. Με αναφορά στη νομολογία και ειδικότερα στην υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009)2 Α.Α.Δ. 634, αναφέρουν επίσης ότι όπως έχει νομολογηθεί, οι δύο δικαιοδοσίες, δηλαδή αυτή για αστική απείθεια και αυτή για ποινική απείθεια, μπορούν να συνυπάρχουν. Σε ό,τι αφορά την αστική καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου, οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση στην επίσης εμπεριστατωμένη τους αγόρευση, έχουν τη θέση ότι η εξουσία και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιβάλλει ποινή και/ή τιμωρία σε περιπτώσεις του είδους, απορρέει από το άρθρο 42 του Ν14/60, το οποίο είναι δικαιοδοτικό άρθρο. Η διαδικασία που προνοεί για την επιβολή ποινής και/ή τιμωρίας από Πολιτικό Δικαστήριο σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε περίπτωση παρακοής διατάγματος, προνοείται στη Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ,το λεκτικό της οποίας παραθέτουν. Όπως αναφέρουν, ούτε το άρθρο 42 του Ν14/60, ούτε και η Δ.42Α προνοούν για δικονομική δυνατότητα εξασφάλισης άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης παρακοής, πράγμα το οποίο μπορεί να οδηγήσει στην υπόθεση ότι δεν απαιτείται μία τέτοια προηγούμενη άδεια, οπόταν και όλες οι αιτιάσεις των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών καθίστανται άνευ αντικειμένου. Αν όμως από την άλλη, απαιτείται η εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας μιας αίτησης παρακοής, και εφόσον η διαδικασία αυτή διέπεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τότε μία τέτοια άδεια επίδοσης, στην απουσία ειδικού Θεσμού, θα πρέπει να επιτυγχάνεται είτε με βάση τη Δ.6 είτε με βάση τους υπόλοιπους Θεσμούς στους οποίους βασίζεται η υπό κρίση αίτηση. Αναφέρουν επίσης αγγλική νομολογία, σύμφωνα με την οποία το Αγγλικό Εφετείο κατέληξε ότι παρόλο που δεν υπήρχε ρητή πρόνοια για επίδοση αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας, θα έπρεπε να είναι δυνατή η επίδοση τέτοιας διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας, για τον λόγο ότι τέτοια επίδοση θα διευκόλυνε ως θέμα αρχής την εφαρμογή στην Αγγλία ενός διατάγματος που εκδόθηκε από αγγλικό δικαστήριο σε διαδικασία εναντίον διαδίκων που βρισκόντουσαν δεόντως ενώπιον του και επί των οποίων είχε δικαιοδοσία. Διαφορετικά τα απαγορευτικά ή προστακτικά διατάγματα που εκδίδονται από δικαστήρια θα εκδίδοντο μάταια, κάτι που νομικά δεν μπορεί να υφίσταται καθ' ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικαστήρια δεν εκδίδουν προστακτικά/απαγορευτικά διατάγματα εις μάτην και έχουν υποχρέωση να βλέπουν ότι οι εντολές τους τυγχάνουν συμμόρφωσης και εκεί που οι Θεσμοί δεν προνοούν κάτι ρητώς, πρέπει να διαβάζονται με σκοπό να εξυπηρετείται η απονομή της Δικαιοσύνης. Προωθούν επίσης τη θέση ότι και η εμβέλεια του άρθρου 22
(5)του ΕΚ44/2001 τυγχάνει εφαρμογής στη βάση της οποίας προνοείται ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ένα διάταγμα ή μία απόφαση, έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε ζητήματα που αφορούν την αναγκαστική του εκτέλεση. Όπως περαιτέρω αναφέρουν οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, στην Κύπρο, παρόλο που αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2004, μέχρι σήμερα δεν έχει θεσπιστεί ειδικός Θεσμός Πολιτικής Δικονομίας που να είναι αντίστοιχος προς τον αγγλικό που να επιτρέπει κατ' εφαρμογή του ΕΚ44/2001 (τώρα ΕΚ1215/12) την χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου επίδοση μιας διαδικασίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οποία το Δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία. Αντίθετα στην Κύπρο υπάρχει μόνο η Δ.6, η οποία προνοεί ειδικά για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είτε του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του ανάλογα με την περίπτωση. Δηλαδή δεν έχει θεσπιστεί ειδική πρόνοια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας άλλου τύπου διαδικασιών, όπως για παράδειγμα μιας αίτησης παρακοής. Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, ότι εφόσον ένα Δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, έχει και την παρεπόμενη (incidental) δικαιοδοσία, να επιληφθεί και αίτησης για παρακοή ενός διατάγματος χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκ νέου λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης παρακοής. Αναφέρουν σχετικά την υπόθεση DAR AL ARKAN REAL ESTATE DEVELOPMENT, η οποία ακολουθήθηκε στην DEUTSCHE BANK AG v SEBASTIAN HOLDINGS Inc and another (No 2)
(2017)1 W.L.R. 3056. Είναι συνεπώς η θέση τους ότι, εφόσον η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κρίθηκε στην απόφαση του επί της δικαιοδοσίας, δεν χρειαζόταν να επιβεβαιωθεί με άλλη αίτηση για λήψη άδειας επίδοσης της αίτησης παρακοής, γι' αυτό και θεωρούν ότι η συζήτηση του κατά πόσο έπρεπε να περιληφθούν στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης επίδοσης της αίτησης παρακοής η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ακαδημαϊκή και άνευ αντικειμένου. Αναφέρουν επίσης ότι, στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση των Ζολώτα κ.α. Πολιτική Έφεση αριθμό 381/17 ημερομηνίας 9.7.2019, προκύπτει ότι η επίδοση στην Ελλάδα της αίτησης παρακοής ορθά έγινε κατ' εφαρμογή των προνοιών του ΕΚ1393/07, διότι πρόκειται για διαδικασία που ασκείται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αστικής του δικαιοδοσίας. Είναι καταληκτικά η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, ότι ορθά έχει γίνει η επίδοση της αίτησης παρακοής και ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι η διαδικασία της αίτησης παρακοής είναι οιονεί ποινική, δεν παύει από το να πρέπει να εκδικαστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της πολιτικής του δικαιοδοσίας με βάση το άρθρο 22
(5)του ΕΚ44/2001. Διαφωνούν επίσης ότι υπάρχει δικονομικό έλλειμμα, επειδή στην αίτηση για να εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν αναφέρονται ως δικαιοδοτικές βάσεις η Δ.42Α ή το άρθρο 42 του Ν14/60, αφού η Δ.42Α
(2)δεν προνοεί για εξασφάλιση προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου προκειμένου να γίνει επίδοση σε έναν Καθ' ου η Αίτηση που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60, επιμένοντας ότι το δικαιοδοτικό άρθρο είναι το άρθρο 22
(5)του ΕΚ44/2001, το οποίο επίσης δεν αναφέρει ότι θα πρέπει να εξασφαλίζεται άδεια προτού επιχειρηθεί η επίδοση μιας αίτησης παρακοής σε άλλο κράτος μέλος. Αναφέρουν επίσης, ότι αν και οι ίδιοι δεν συμμερίζονται ότι ισχύει αυτό το επιχείρημα από πλευράς Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, ακόμα και στην περίπτωση που η μονομερής αίτηση επίδοσης της αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας θα έπρεπε να βασίζεται στη Δ.42Α ή στο άρθρο 42 ή/και στο άρθρο 22
(5)ή σε οποιοδήποτε από αυτά, αυτή η παράλειψη είναι απλή παρατυπία, η οποία είναι θεραπεύσιμη με βάση τη Δ.64. Αφού όπως και το Εφετείο έχει αναφέρει, στην υπόθεση KOZA MICHAEL DAVID κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολιτική Έφεση Αρ. 208/2012, ημερομηνίας 24.11.2017: Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αμέσως στη προβληθείσα από τους εφεσείοντες θέση, στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε λανθασμένα τη Δ.64 των Θεσμών. Αυτό με βάση τα λεχθέντα στην Πεγιώτη ν Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601 ότι διάδικος αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία. Όπως έπραξαν οι εφεσίβλητοι στην προκειμένη περίπτωση, οι οποίοι δεν ενεργοποίησαν τη δικαιοδοτική λειτουργία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρατυπίας, ούτε στήριξαν την ένσταση τους στη Δ.16, θ.9. Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής:..» Άρα, υποστηρίζουν ότι ακόμα και αν δεν έχει υποβληθεί αίτημα για διόρθωση, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει διακριτική ευχέρεια με βάση τη Δ.64 να χορηγήσει διορθωτική θεραπεία για άρση της. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι δεν έχει γίνει προσωπική επίδοση στους Εναγόμενους 2 και 3, αφού όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κυρίας Στάλως Παπουή, η αίτηση παρακοής παραδόθηκε μαζί με τη μονομερή αίτηση επίδοσης της αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας και το μονομερές διάταγμα επίδοσης στη διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως 67 Νέα Ερυθραία 14671 Ελλάδα, που ήταν η διεύθυνση των Εναγομένων 12 στους οποίους εργάζονταν οι Εναγόμενοι 2 και 3, έχουν καταρχήν τη θέση ότι κατά το Ελληνικό Δίκαιο επίδοση ενός εγγράφου «που παραδίδεται στα χέρια του διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστήριου ή σε έναν από τους συνέταιρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, εφόσον έχουν συνείδηση των πράξεων τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του παραλήπτη της επίδοσης», συνιστά νομότυπη επίδοση αν o ίδιος ο παραλήπτης δεν βρεθεί στο εν λόγω κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο και παραπέμπουν σχετικά στο άρθρο 129 παράγραφος 1 του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Επίσης, πάντα σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο, και είναι αυτό που έχει σημασία, είναι η θέση τους, προσωπική θεωρείται η επίδοση και όταν το έγγραφο επιδίδεται σε κάποιον αντίκλητο στον Εισαγγελέα στα λεγόμενα πρόσωπα έμμεσης επίδοσης ή όταν η επίδοση γίνεται με θυροκόλληση. Πέραν της θέσης τους ότι η επίδοση που έγινε είναι προσωπική, θεωρούν ότι είναι πρόωρο να εξεταστεί τώρα και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, κατά πόσο η επίδοση στους Εναγόμενους 2 και 3 ήταν ή όχι προσωπική, αφού κατά την άποψη τους αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της διαδικασίας της ίδιας της αίτησης παρακοής. Παρά τη θέση τους αυτή, προβάλλουν περαιτέρω τη θέση ότι, εν πάση περιπτώσει ακόμα και εάν ήθελε αποφασιστεί ότι η επίδοση που έγινε κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί στους Εναγόμενους 2 και 3 στην παρούσα υπόθεση δεν θεωρείται προσωπική επίδοση, η Δ.42Α
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι η θέση τους, ότι δεν προϋποθέτει ότι πρέπει να προηγηθεί οποιαδήποτε ανεπιτυχής προσπάθεια προσωπικής επίδοσης στον Καθ' ου η Αίτηση προτού το Δικαστήριο διατάξει εναλλακτικό τρόπο επίδοσης. Έχουν συνεπώς τη θέση ότι το σχετικό επιχείρημα των Εναγομένων 2 και 3 αναφορικά με την ερμηνεία της Δ.42Α
(2)προκύπτει σαφώς εάν η εν λόγω Διαταγή αντιπαραβληθεί με τη Δ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στην οποία προνοείται ρητά ότι το Δικαστήριο έχει εναλλακτική ευχέρεια να διατάξει επίδοση με εναλλακτικό τρόπο εκτός από προσωπική, μόνο αν ήθελε φανεί ότι «λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στον θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής». Τέλος, σε ό,τι αφορά το επιχείρημα των δικηγόρων των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, ότι η υπό κρίση αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί καθόλου υπόψη από το Δικαστήριο, γιατί δεν στηρίζεται σε ένορκη δήλωση και δεν μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του οτιδήποτε άλλο περιέχεται στον φάκελο και δη προηγούμενες ένορκες δηλώσεις, είναι η θέση τους ότι αυτό είναι αδιανόητο, δηλαδή από τη μία οι Εναγόμενοι να στηρίζονται σε άλλα έγγραφα και αιτήσεις που υπάρχουν στον φάκελο για να στηρίζουν τα επιχειρήματα τους για την αντικανονικότητα της έκδοσης του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και της επίδοσης του, αλλά οι Ενάγοντες να μην μπορούν να παραπέμψουν σ' αυτά. Είναι συνεπώς η θέση τους ότι κανένα από τα επιχειρήματα των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών δεν ευσταθούν και καλούν το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση με έξοδα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών μετά που αντάλλαξαν τις γραπτές τους αγορεύσεις, ζήτησαν από το Δικαστήριο χρόνο για να προβούν σε προφορικές διευκρινίσεις σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση. Αγορεύοντας προφορικά στο Δικαστήριο ο κύριος Χαβιαράς υποστήριξε όλα όσα στη γραπτή του αγόρευση αναφέρει, καλώντας το Δικαστήριο να αποδεχθεί την αίτηση και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και τις θεραπείες. Αντίθετα, ο κύριος Αραούζος, με σαφής αναφορές στη γραπτή του αγόρευση υποστήριξε την ακριβώς αντίθετη θέση ζητώντας απόρριψη της αίτησης. Έχοντας παραθέσει την αίτηση με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, τους λόγους ένστασης, τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τόσο τις γραπτές, όσο και τις προφορικές διευκρινίσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τους διάφορους λόγους που προβάλλονται, όμως και το νομικό πλαίσιο που διέπει την αίτηση. Αποτελεί κοινή θέση των συνηγόρων και των δύο πλευρών, όπως έχει και επανειλημμένα αναφερθεί στη νομολογία, ότι στο Κυπριακό Δίκαιο υπάρχουν δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου και ειδικότερα την ποινική καταφρόνηση που διέπεται από το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο 154, και την αστική καταφρόνηση που διέπεται από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν80 (I)/2002. Σε ό,τι αφορά το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Krashias Shoe Factory v. Adidas 1989, 1Α.Α.Δ. (Ε) 750: «Το άρθρο 42 του Ν14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων.......... ούτε ο τρόπος επίκλησης, ούτε το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας για τιμωρία για ανυπακοή, ρυθμίζονται από το άρθρο 42. .................. Και στην περίπτωση του άρθρου 42, η άσκηση της δικαιοδοσίας αφήνεται να ρυθμιστεί με διαδικαστικό διακανονισμό από την εξουσία που έχει αρμοδιότητα στο θέμα, τη δικαστική εξουσία.......... Αν γινόταν δεκτή η θέση των εφεσίβλητων ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Ν14/60 δεν διέπεται από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τότε το θέμα της παρακοής διατάγματος θα μπορούσε να αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μόνο με κλητήριο ένταλμα που αποτελεί τον καθιερωμένο τρόπο για την άσκηση αστικής διαδικασίας ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου.......... Καταλήγουμε ότι οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής». Σύμφωνα με την υπόθεση Ελισάβετ Θεοφάνους v. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.
(2009), 2 Α.Α.Δ. 634, οι δύο δικαιοδοσίες σε σχέση με την καταφρόνηση Δικαστηρίου, είτε δηλαδή ποινική, είτε πολιτική, μπορούν να συνυπάρχουν. Η δικαιοδοσία σε σχέση με την αστική καταφρόνηση, είναι χωριστή από την ποινική δικαιοδοσία, οιουδήποτε αλλού Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, λέχθηκαν τα ακολούθα: «Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου, είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ' ου η αίτηση που ταυτίζονται με τις κυρώσεις Ποινικού Δικαστηρίου». Το άρθρο 42 του νόμου 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 80(I)/2002, προνοεί ότι κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία να τιμωρεί για παρακοή διατάγματος, όχι μόνο τους διαδίκους σε διαδικασία, αλλά και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα είχε παροτρύνει ή συνεργήσει στην παρακοή του διατάγματος. Από όλα τα πιο πάνω, εξάγεται ότι η εξουσία και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιβάλλει ποινή και/ή τιμωρία σε περιπτώσεις αστικής καταφρόνησης διαταγμάτων Δικαστηρίου, απορρέει από το άρθρο 42 του Ν14/60, το οποίο είναι δικαιοδοτικό άρθρο, στην ουσία είναι η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τη διαδικασία για την επιβολή ποινής και/ή τιμωρίας, από πολιτικό Δικαστήριο σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε περίπτωση παρακοής διατάγματος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δόθηκε άδεια στους Ενάγοντες‑Αιτητές στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 15.1.2015, ημερομηνίας 23.1.2015 για την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση της αίτησης παρακοής διατάγματος με την ένορκη δήλωση που τη στηρίζει στους Εναγόμενους 2 και 3 (που αφορά η υπό κρίση αίτηση) στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα άρθρα 1 - 7 και/ή τα άρθρα 14 και/ή 15 του ΕΚ1393/2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη‑Μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) σε συγκεκριμένες διευθύνσεις των Εναγομένων 2 και 3 που αναγράφονταν στο διάταγμα, είναι ο πυρήνας της παρούσας αίτησης. Τα ακολούθα θέματα θα πρέπει να απαντηθούν από το Δικαστήριο στη βάση των πιο πάνω νομικών προνοιών και της νομολογίας με βάση και τα επιχειρήματα των διαδίκων.
  1. Δεδομένου του ότι ο ΕΚ1393/2007 αναφέρεται συγκεκριμένα σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ενώ η διαδικασία παρακοής διατάγματος στα πλαίσια πολιτικής δικαιοδοσίας είναι οιονεί ποινικού χαρακτήρα (δεν μας ενδιαφέρει η ποινική καταφρόνηση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση), μπορεί να τύχει εφαρμογής ο εν λόγω Κανονισμός;
  2. Το γεγονός ότι στην αίτηση ημερομηνίας 15.1.2015 για έκδοση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αίτησης παρακοής, δεν αναφέρεται ως νομική βάση, ούτε το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ούτε και η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί αυτό το γεγονός ουσιαστική παράλειψη εκ πλευράς Εναγόντων η οποία μάλιστα δεν μπορεί να θεραπευτεί ως η θέση των Εναγομένων‑Αιτητών;
  3. Εφόσον δεν υπάρχει ξεχωριστή ειδική νομοθετική πρόνοια για δικονομική δυνατότητα για εξασφάλιση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αίτησης παρακοής, στη βάση ποιου κανονισμού ή ποιας νομοθετικής ρύθμισης θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αίτηση, αν υπάρχει τέτοια εξουσία/δικαιοδοσία στο Δικαστήριο. Ξεκινώντας από το βασικό θέμα, αυτό δηλαδή της εφαρμογής του κανονισμού ΕΚ1393/2007, είναι η θέση των Αιτητών ότι η αίτηση παρακοής δεν αφορά αστικό ή εμπορικό ζήτημα, όπως η έννοια της φράσης «civil and commercial matters» για την οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 1 του ΕΚ1393/2007, που ταυτίζεται με την έννοια που δίδεται και στον κανονισμό ΕΚ44/2001, όπου αναφέρονται τα ακολούθα: «This Regulation shall apply in civil and commercial matters whatever the nature of the court or tribunal. It shall not extend in, particular, to revenue, customs or administrative matters.» Καθ' ότι είναι δεδομένο ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση, έχει ποινικό χαρακτήρα αφού με αυτή επιδιώκεται και απειλείται η καταδίκη και η τιμωρία των Αιτητών με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Είναι ειδικότερα η θέση των Αιτητών ότι, η νομική βάση της αίτησης που στηρίχθηκε στον ΕΚ1393/2007 και οδήγησε στο διάταγμα για επίδοση στο εξωτερικό και υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης παρακοής, ήταν εσφαλμένη και δεν μπορούσε να υποστηρίξει την αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση και τούτο ανεξάρτητα από το ότι η αίτηση παρακοής καταχωρήθηκε στο πλαίσιο της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Αντίθετη βεβαίως είναι η θέση των συνηγόρων των Αιτητών, οι οποίοι θεωρούν ότι με βάση τόσο τον ΕΚ1393/2007, όσο και με βάση το άρθρο 22
(5)του ΕΚ44/2001, στη βάση του οποίου το Δικαστήριο που εκδίδει ένα διάταγμα ή μία απόφαση έχει αποκλειστική δικαιοδοσία σε ζητήματα που αφορούν την αναγκαστική του εκτέλεση. Είναι η θέση μου ότι, ανεξάρτητα του χαρακτήρα της διαδικασίας της αίτησης παρακοής, σε αστικές υποθέσεις που είναι οιονεί ποινικός, το γεγονός ότι μιλούμε για αστική καταφρόνηση διατάγματος Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής που εμπίπτει σαφέστατα εντός του ορισμού «civil and commercial matters» του ΕΚ1393/2007 καλύπτει πλήρως την παρούσα υπόθεση, αφού η ερμηνεία της φράσης «αστικές και εμπορικές υποθέσεις» θα πρέπει τόσο να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τους στόχους και το σύστημα της σύμβασης, αλλά και με τις γενικές αρχές που απορρέουν από το σύνολο των εθνικών συστημάτων δικαίου. Επομένως η ομπρέλα της αστικής υπόθεσης, της αγωγής δηλαδή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, κατά την άποψη μου καλύπτει και όλες τις διαδικασίες που μπορούν να γίνουν στο πλαίσιο της, ανεξαρτήτως του ότι κάποιες από αυτές, στην παρούσα περίπτωση η αίτηση παρακοής, έχει οιονεί ποινικό χαρακτήρα. Ακόμα ένα επιχείρημα που κατά την άποψη μου ενισχύει την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου, είναι ότι στα διάφορα συγγράμματα και αποφάσεις που αναφέρονται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 2 και 3 - Αιτητών, αναφορικά με τις εξαιρέσεις του ΕΚ1393/2007, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 που αφορά το πεδίο εφαρμογής του, και αναφέρονται συγκεκριμένα θέματα πού δεν εφαρμόζεται ο συγκεκριμένος Κανονισμός, πρώτα από όλα δεν περιλαμβάνεται η αίτηση παρακοής στις ρητές εξαιρέσεις οι οποίες είναι «φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις ή όταν πρόκειται για την ευθύνη του κράτους για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας. Οι υποθέσεις στις οποίες αναφέρονται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, θεωρώ ότι δεν αποτελούν καλά παραδείγματα για τα γεγονότα και τη φύση της παρούσας αίτησης που αφορά επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αίτησης παρακοής, καθ' ότι στην παρούσα περίπτωση η όλη φύση της υπόθεσης, δηλαδή της αγωγής 8400/12 είναι αστικής φύσης και το γεγονός ότι μία ενδιάμεση διαδικασία στα πλαίσια αυτής είναι οιονεί δικαστική, δεν μπορεί να μετατρέψει την ουσιαστική φύση της διαδικασίας, που στη δική μας περίπτωση ήταν και παραμένει πολιτική. Επομένως, ο πρώτος λόγος που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2 και 3 - Αιτητές, και αφορά τη μη εφαρμογή του ΕΚ1393/2007, δια της παρούσης απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τη θέση ότι δεν υπάρχει νομοθετική ή δικονομική πρόνοια που να προνοεί για την επίδοση αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας, αναφέρω τα ακολούθα: Έχοντας αναφέρει την αυτόδηλη αναγκαιότητα συμμόρφωσης με τα δικαστικά διατάγματα και αποφάσεις στα πλαίσια μιας ευνομούμενης πολιτείας και ενός κράτους δικαίου, και ειδικότερα τις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο παραβαίνει ένα διάταγμα του Δικαστηρίου και βρίσκεται στο εξωτερικό, είναι κατά την άποψη μου εντελώς άτοπο να αναφερθεί και/ή να προωθείται ως λόγος ένστασης η μη ύπαρξη καλυπτικού νομικού πλαισίου, με την έννοια ειδικής πρόνοιας δικονομικής. Όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί, η συμμόρφωση με τα διατάγματα του Δικαστηρίου είναι εκ των ων ουκ άνευ και τα δικαστήρια δεν εκδίδουν διατάγματα για τα οποία δεν μπορούν να εγγυηθούν και/ή να εξασφαλίσουν την εκτέλεση τους. Αυτό είναι κάτι, που αφορά τη ρίζα έκδοσης ενός διατάγματος και δεν θα είχε καμία απολύτως νομική σημασία η έκδοση ενός διατάγματος Δικαστηρίου, του οποίου δεν μπορεί να τύχει εγγύησης η πιστή εφαρμογή και/ή εκτέλεση του. Με βάση την αγγλική νομολογία, επιτρέπεται η επίδοση αίτησης παρακοής σε πρόσωπα που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις VIS Trading Co Ltd v. Nazarov
(2016)4W.L.R. 1, η Touton Far East Pte Ltd v. Shri Lal Mahal Ltd, Mr Prem Garg, Mrs Anita Garg, Mr Devasish Garg, Mr Harnarain Aggarwal, Mr Anil Nair, Mr Ganesh Gulati
(2017)EWHC 621 (comm), αλλά και η απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Dar Al Arkan Real Estate Development Co and another v. Refai and others
(2015)1 W.L.R. 135. Συγκεκριμένα στην τελευταία υπόθεση, δηλαδή στην Dar Al Arkan Real Estate Development Co and another v. Refai and others
(2015)1 W.L.R. 135, όπου το ζητούμενο ήταν κατά πόσο θεσμός που προνοούσε για τη δυνατότητα επίκλησης του σε Καθ' ου η Αίτηση που βρισκόταν εκτός δικαιοδοσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου και αφορούσε committal order, μπορούσε να έχει εφαρμογή για επίδοση σε πρόσωπο εκτός δικαιοδοσίας, ότι παρόλο που δεν υπήρχε ειδική πρόνοια στον σχετικό Θεσμό, θα έπρεπε να είναι δυνατή η επίδοση τέτοιας διαδικασίας εκτός δικαιοδοσίας, για τον λόγο ότι τέτοια επίδοση θα διευκόλυνε ως θέμα αρχής την εφαρμογή στην Αγγλία ενός διατάγματος που εκδόθηκε από αγγλικό δικαστήριο σε διαδικασία εναντίον διαδίκων που βρίσκονταν δεόντως ενώπιον του και επί των οποίων είχε δικαιοδοσία. Πόσο μάλλον στη δική μας περίπτωση, που η αίτηση για την οποία μιλούμε είναι αίτηση παρακοής για διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, μπορεί επίσης να τεθεί ότι το άρθρο 22
(5)του ΕΚ 44/2001 με τίτλο «Αποκλειστική Διεθνή Δικαιοδοσία» προνοείται ότι «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν: ... 5 σε θέματα αναγκαστικής εκτέλεσης αποφάσεων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους του τόπου εκτέλεσης.». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση αριθμός 113/2012 ημερομηνίας 4.3.2014 στην υπόθεση VΚC Quality Investments Ltd v. Sahmmusi Deein Alabi Shitta Bey, υιοθετώντας τα όσα είχαν αναφέρει στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α. Πολιτική Έφεση αριθμός Ε23/13 ημερομηνίας 13.9.2013, που αφορούσε τον ΕΚ 1393/2007, ανάφερε τα ακολούθα «... δεν θα επαναλάβουμε τα όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω απόφαση, αλλά θα περιοριστούμε να σημειώσουμε ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός υπερισχύει των Εθνικών Προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης. ... είναι κοινή διαπίστωση ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας χρήζουν εκσυγχρονισμού, όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί.». Στην υπόθεση Integral Petroleum SA v. Petrogat FZE and another 2019, 1 W.L.R. 574 έχει αναφερθεί ότι στις περιπτώσεις που το άρθρο 24
(5)του ΕΚ 1215/12, που είναι το διάδοχο άρθρο του άρθρου 22
(5)του ΕΚ 44/2001, εφαρμοζόταν σε διαδικασίες καταφρόνησης διατάγματος Δικαστηρίου, η απάντηση ήταν καταφατική και λέχθηκε ότι με το δεδομένο ότι αυτό εφαρμόζεται μόνο σε άτομα που βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε περίπτωση προσώπου κατά του οποίου στρέφεται η διαδικασία παρακοής, o οποίος όμως βρίσκεται εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί βάση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, με βάση τους θεσμούς που επιτρέπουν την επίδοση, μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Είναι γνωστό ότι με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στην Κύπρο υπάρχει μόνο η Δ.6, που προνοεί ειδικά για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, είτε του κλητηρίου εντάλματος είτε της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, δεν έχει θεσπιστεί καμία άλλη πρόνοια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αλλού τύπου διαδικασιών, όπως για παράδειγμα αίτησης παρακοής. Επομένως με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, και με όπλο τη Δ.6, το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία να δώσει άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και αίτησης παρακοής, αν και αυτό δεν προνοείται ρητά στην εν λόγω Διαταγή. Αναφέρω ότι εν πάση περιπτώσει στην υπόθεση Dar Al Arkan Real Estate Development ανωτέρω που ακολουθήθηκε στην Deutsche Bank AG v. Sebastian Holdings Inc and another (No 2)
(2017)1 W.L.R. 3056, διατυπώθηκε η αρχή ότι εφόσον ένα Δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, έχει και την παρεπόμενη δικαιοδοσία (incidental jurisdiction) να επιληφθεί και αίτησης κατά του Εναγόμενου για παρακοή ενός διατάγματος χωρίς να παρίσταται ανάγκη για εκ νέου λήψη άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σε αυτό της αίτησης παρακοής. Επομένως είναι η θέση μου, ενόψει των ανωτέρω, ότι ορθά εκδόθηκε το διάταγμα για άδεια επίδοσης της αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης της αίτησης παρακοής εκτός δικαιοδοσίας, γιατί το Δικαστήριο με τους μηχανισμούς που διαθέτει το νομικό μας σύστημα, έπρεπε να βρει τρόπο να επιτρέψει την επίδοση αυτή, καθ' ότι αφορά όπως έχει ήδη αναφερθεί, την εφαρμογή και εκτέλεση ενός διατάγματος, το οποίο το ίδιο έχει εκδώσει και είναι το μόνο που έχει την ευθύνη να διαπιστώσει την εκτέλεση του. Το θέμα του κατά πόσο θα έπρεπε να εισαχθεί στη νομική βάση της αίτησης παρακοής η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, κατά την άποψη μου, δεν αποτελεί λόγο ενασχόλησης του Δικαστηρίου, εφόσον στη νομική βάση της αίτησης είχε συμπεριληφθεί η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι το Δικαστήριο έδωσε την άδεια για έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση χωρίς προηγουμένως να ικανοποιηθεί ότι έχουν γίνει προσπάθειες επίδοσης προσωπικής, οι οποίες δεν καρποφόρησαν, αναφέρω ότι το επιχείρημα αυτό είναι καθαρά ακαδημαϊκό, εφόσον είναι δεδομένο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας και δεν υπήρχε νόημα να ζητηθεί διάταγμα για επίδοση της αίτησης εκτός δικαιοδοσίας και ακολούθως αφού γίνουν προσπάθειες για προσωπική επίδοση, οι οποίες δεν πετύχαιναν, να τίθετο το θέμα υποκατάστατης επίδοσης, εφόσον το γεγονός και μόνο του ότι οι Εναγόμενοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας, είναι αρκετό για να καταδείξει ότι θα πρέπει να καταβληθούν με την εξασφάλιση της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, όλων των πιθανών προσπαθειών για την επίδοση της αίτησης. Η θέση του κυρίου Χαβιαρά ότι δεν έγινε προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στους Εναγόμενους Αιτητές 2 και 3, και αυτό είναι κάτι που έχει καταλυτικές συνέπειες σε ό,τι αφορά την αίτηση παρακοής, είναι κάτι που θα απασχολήσει το Δικαστήριο όταν θα εκδικάζει την ίδια την αίτηση της παρακοής και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα των συνηγόρων των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών, ότι η ένσταση που έχουν καταχωρήσει δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και/ή είναι άκυρη εφόσον δεν στηρίζεται σε συγκεκριμένη ένορκη δήλωση, αλλά αναφέρει τα ακολούθα: «Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση φαίνονται στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων προς υποστήριξη όλων των προηγούμενων ενδιάμεσων διαδικασιών, περιλαμβανομένης της ένορκης δήλωσης της Άντρης Αντωνιάδου ημερομηνίας 15.1.2015 που υποστήριξε την αίτηση των Εναγόντων, ίδιας ημερομηνίας, για την τιμωρία των Εναγομένων 1, 2 και 3 λόγω παράβασης του ενδιάμεσου διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.5.2013 που κατέστη απόλυτο στις 23.5.2014, καθώς επίσης της ένορκης δήλωσης της Άντρης Αντωνιάδου, επίσης ημερομηνίας 15.1.2015, προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων ίδιας ημερομηνίας για λήψη άδειας επίδοσης της προηγούμενης αίτησης στους Εναγόμενους 1, 2 και 3.» Κατά την άποψη μου δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα, εφόσον οι ένορκες δηλώσεις στις οποίες γίνεται ειδική αναφορά, αποτελούν μέρος του δικαστικού φακέλου, είναι ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο μπορεί να προστρέξει σε αυτές. Η θέση των Εναγομένων 2 και 3‑Αιτητών ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής έχει καταχωρηθεί πλειάδα αιτήσεων και ενστάσεων, όλες εκ των οποίων συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις και άρα δεν είναι ορθό να παραπέμπεται το Δικαστήριο σε σωρεία εγγράφων που αποτελούν μαρτυρία, κατά την άποψη μου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, αφού υπάρχει ειδική αναφορά στο σώμα της ένστασης στις δύο ένορκες δηλώσεις της Άντρης Αντωνιάδου, ημερομηνίας 15.1.2015 και οι δύο, στις οποίες οι Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση στηρίζονται στα πλαίσια της υπό κρίση ένστασης και στις οποίες παραπέμπουν το Δικαστήριο. Άρα, και αυτός ο λόγος ένστασης είναι καταδικασμένος σε αποτυχία και απορρίπτεται. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση, ότι με την παρούσα αίτηση το τι ουσιαστικά επιδιώκουν οι Εναγόμενοι 2 και 3 ‑ Αιτητές είναι αναθεώρηση του διατάγματος που έχει ήδη εκδοθεί από το Δικαστήριο, από το ίδιο Δικαστήριο που το έχει εκδώσει, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη, καθ' ότι είναι γνωστό ότι διατάγματα που εκδίδονται από Πρωτόδικα Δικαστήρια, μπορούν μέσω της διαδικασίας ακρόασης αίτησης για ακύρωση τους να τύχουν επανεξέτασης από το Δικαστήριο που τα εξέδωσε, χωρίς αυτό να θεωρείται αναθεώρηση σε επίπεδο έφεσης της διαδικασίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Καταληκτικά είναι η θέση μου από όλα τα πιο πάνω, ότι εφόσον το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να εξασφαλίσει την πιστή εφαρμογή του διατάγματος, που το ίδιο εξέδωσε, και ακολούθως κατέστη απόλυτο, και του οποίου μάλιστα η εκτέλεση αναγνωρίστηκε και στην Ελλάδα, τότε θα έπρεπε να βρεθεί ο τρόπος για επίδοση της αίτησης παρακοής σε διάδικο που βρίσκεται έκτος δικαιοδοσίας. Επομένως ο ΕΚ 1393/2007, αλλά και ο ΕΚ 44/2001 που έχει αντικατασταθεί με τον ΕΚ 1215/12, σε συνδυασμό με τη ρητή διάταξη της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του νομικού μας συστήματος, παρείχαν στο Δικαστήριο τη σαφή δικονομική ευχέρεια να αποφασίσει και να εγκρίνει την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή την υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αίτησης παρακοής σε Εναγόμενους που βρίσκονται εντός της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ότι η διαδικασία της αίτησης παρακοής είναι οιονεί ποινική, ουδόλως μεταβάλλει ή αλλάζει το γεγονός ότι αυτή καταχωρήθηκε στα πλαίσια μιας αστικής υπόθεσης και συγκεκριμένα της αγωγής 8400/12, η οποία εμπίπτει σαφώς εντός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού ΕΚ 1393/2007, δηλαδή πρόκειται για «civil or commercial matter». Τέλος, ας μην ξεχνούμε και την αυτεπάγγελτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να θεραπεύει και να διασώζει δικονομικό μέτρο που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ αυτό θα θεωρείτο άκυρο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι το όπλο που δίδει αυτή την εξουσία, δηλαδή η Δ.64, δεν είναι πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδης παραλείψεις και ελαττώματα που δεν συνδέονται με τους θεσμούς, την υπόθεση που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και με προεξάρχον κριτήριο για την αστική τη διακριτική ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας, να μην οδηγείται σε πασιφανή αδικία η άλλη πλευρά. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση CMA Holdings Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση αριθμός 265/14 ημερομηνίας 21.12.2018, Φαλέκκος v. Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) 2543, αλλά και την υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους που προβάλλονται στην αίτηση δεν ευσταθεί, ούτως ώστε να ακυρωθεί ή να παραμεριστεί το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 25.1.2015 μεταξύ άλλων στους Εναγόμενους 2 και 3 ‑ Αιτητές. Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και απορρίπτεται. Κρίνοντας ότι δεν υπάρχει λόγος παρέκκλισης από τον βασικό κανόνα που αφορά τα έξοδα, που είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ‑ Αιτητών. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) ...................................... Στ. Χριστοδουλίδου ‑ Μέσσιου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.