Ματθαίου ν. Δημητρίου, Αρ. Αγωγής: 8241/13, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A616 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 8241/13 Μεταξύ: XXXXX Ματθαίου Ενάγοντας και XXXXX Δημητρίου Εναγόμενη ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα κα Χ. Ηλιοφώτου για Α. Κλεάνθους Για εναγόμενη: κα Χ. Μιχαήλ για Βελάρη & Βελάρη ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, ο οποίος είναι δικηγόρος, αξιώνει από την εναγόμενη το ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. ως κατ' ισχυρισμό συμφωνηθείσα και/ή δίκαιη και/ή εύλογη αμοιβή για παρασχεθείσες και/ή προσφερθείσες υπηρεσίες προς την τελευταία κατ' εντολή και/ή βάση των οδηγιών της. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα. «
- Ο Ενάγοντας είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος διατηρώντας προς τούτο δικηγορικό γραφείο στην οδό XXXXX 7 στη Λευκωσία.
- Η Εναγόμενη είναι φυσικό πρόσωπο και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ήταν πελάτιδα του Ενάγοντα.
- Η Εναγόμενη κατά ή περί το Μάρτιο 2010 ανέθεσε στον Ενάγοντα τη ρύθμιση όλων των θεμάτων που πήγαζαν από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης της με τον τότε σύζυγο της XXXXX Δημητρίου, συμπεριλαμβανομένης της ρύθμισης των περιουσιακών τους σχέσεων και της λύσης του γάμου τους και περαιτέρω ανέλαβε την πληρωμή της αμοιβής του Ενάγοντα πλέον Φ.Π.Α.
- Οι παρασχεθείσες υπηρεσίες του Ενάγοντα αναφορικά με την πιο πάνω υπόθεση είναι οι ακόλουθες: Α. Λήψη οδηγιών, καταγραφή και μελέτη της υπόθεσης με την Εναγόμενη και επεξήγηση σ' αυτήν της νομικής πλευράς της υπόθεσης και όλων των σχετικών θεμάτων που πηγάζουν από τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης της με το σύζυγο της (διατροφή ιδίας και ανηλίκου τέκνου της, μέριμνα για το ανήλικο τέκνο της, διαζύγιο και περιουσιακές διαφορές). Β. Συναπόφαση με την Εναγόμενη για τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης. Γ. Τρεις
(3)μακράς διάρκειας συναντήσεις με την Εναγόμενη. Δ. Μελέτη της πολυσέλιδης συνταχθείσας συμφωνίας για λύση όλων των θεμάτων που πηγάζουν από τη λύση της έγγαμης συμβίωσης της με τον σύζυγο της και επεξήγηση στην Εναγόμενη των θεμάτων που περιγράφονται σε αυτή και της νομικής τους υπόστασης. Ε. Ανταλλαγή απόψεων με τον δικηγόρο του εν διαστάσει συζύγου της και κατάληξη στην τελική ρύθμιση των διαφορών των εν διαστάσει συζύγων. ΣΤ.Εμφάνιση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης διαζυγίου XXXXX/10. Z. Πληρωμή των σχετικών τελών και λήψη του σχετικού διατάγματος λύσης του γάμου της με τον εν διαστάσει σύζυγο της. H. Σύνταξη τριών
(3)επιστολών. 5. Βάσει των πιο πάνω ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €3.000.-, πλέον Φ.Π.Α. ως συμφωνηθείσα και/ή εύλογη και/ή δίκαιη αμοιβή για τις πιο πάνω περιγραφόμενες παρασχεθείσες και/ή προσφερθείσες υπηρεσίες του προς την Εναγομένη, ποσό το οποίο η Εναγόμενη αποδέχτηκε και ουδέποτε αμφισβήτησε. 6. O Ενάγοντας κάλεσε πολλές φορές την Εναγόμενη και περαιτέρω με επιστολές του ημερομηνίας 29.10.2013 και 10.12.2013 όπως εξοφλήσει την πιο πάνω αμοιβή του αλλά αυτή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να πράξει τούτο μέχρι σήμερα. 7. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγόμενη: Α) Ποσό €3.000.-, πλέον Φ.Π.Α. ως συμφωνηθείσα και/ή δίκαιη και/ή εύλογη αμοιβή του για παρασχεθείσες και/ή προσφερθείσες υπηρεσίες του κατ' εντολή και/ή βάσει οδηγιών της Εναγομένης, όπως λεπτομερώς περιγράφεται πιο πάνω. Β) Νόμιμο Τόκο Γ) Έξοδα και ΦΠΑ» Στην αντίπερα όχθη, με το δικό της δικόγραφο η εναγόμενη, αν και δέχεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδα του ενάγοντα, εντούτοις αρνείται ότι οφείλει να πληρώσει στον τελευταίο το ποσό που αυτός αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Είναι ειδικότερα, η δικογραφημένη εκδοχή της εναγόμενης, την οποία επίσης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια, η εξής: «1. Η Εναγόμενη παραδέχεται τις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης. 2. Η Εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. 3. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι:
- i)Κατά ή περί τον Μάρτιο 2010 τα μέρη προσέφυγαν σε δικηγορικό γραφείο άλλο από εκείνο του Ενάγοντα με στόχο την φιλική επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών εν όψει συναινετικής απόφασής τους να λύσουν την μεταξύ τους έγγαμη σχέση.
- ii)Αποτέλεσμα της πιο πάνω προσπάθειας ήταν η σύνταξη από το εν λόγω γραφείο σχετικής συμφωνίας με την οποία θα ερυθμίζετο το όλο ζήτημα. iii) Στη συνέχεια η Εναγόμενη αποτάθηκε στον Ενάγοντα για εφαρμογή των όσων είχαν ήδη συμφωνηθεί και την εκπροσώπησή της στο Δικαστήριο για την έκδοση του διαζυγίου για το οποίο δεν υπήρχε εκατέρωθεν ένσταση εφ' όσον η έγγαμη σχέση είχε ανεπανόρθωτα κλονισθεί. Πλην ως ανωτέρω η Εναγόμενη αρνείται την παρ. 3 της Ε/Α. 4. Η Εναγόμενη αρνείται την παρ. 4 εκτός από 0,τι γίνεται πιο κάτω ρητά παραδεκτό και προσθέτει τα εξής: α. Για την δικαστηριακή εργασία στην οποία ο Ενάγων κατά παραδοχή δικαιούται και για την οποία δεν υπήρξε ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή του, η Εναγόμενη κατ' επανάληψη ζήτησε από τον Ενάγοντα να προβεί σε ψήφιση της όπως προβλέπεται από τους σχετικούς Κανονισμούς αναλάβουσα να του καταβάλει τα ποσά που θα καθόριζε ο Πρωτοκολλητής, όπερ ο Ενάγων παρέλειψε να πράξει. β. Σε περίπτωση που οποιαδήποτε εργασία που περιγράφεται στην εν λόγω παρ. θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί σαν εξωδικαστηριακή, πράγμα που η Εναγόμενη αμφισβητεί, θα ήταν διατεθειμένη να του καταβάλει εύλογη αμοιβή ανάλογα με τον αναλωθέντα χρόνο η οποία όμως εν πάση περιπτώσει δεν θα μπορούσε να ανέλθει στα ποσά που ζητά ο Ενάγων τον οποίο και καλεί σε απόδειξη των ισχυρισμών του. 5. Η Εναγόμενη αρνείται την παρ. 5 της Ε/Α. 6. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι ο Ενάγων εζήτησε κατ' επανάληψη τα πιο πάνω ποσά. Πλην ως ανωτέρω η Εναγόμενη αρνείται την παρ. 6. της Ε/Α. 7. Η Εναγόμενη αρνείται την παρ. 7 της ΕΙΑ και επιφυλάσσει το δικαίωμα να καταθέσει στο Δικαστήριο (pay into Court) όποιο ποσό η ίδια θα κρίνει ότι θα αποτελούσε εύλογη αμοιβή για τις υπηρεσίες που ο Ενάγων έχει προσφέρει.» Σημειώνω εδώ ότι το δικηγορικό γραφείο που αναφέρεται στην υπεράσπιση ότι είχε συντάξει τη συμφωνία για την οποία η εναγόμενη αποτάθηκε στον ενάγοντα «.για εφαρμογή των όσων είχαν ήδη συμφωνηθεί και την εκπροσώπησή της στο Δικαστήριο για την έκδοση του διαζυγίου.», ήταν, όπως φάνηκε στην πορεία, το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη στην παρούσα αγωγή. Κατά την ακρόαση, μαρτυρία έδωσαν μόνο ο ενάγοντας και η εναγόμενη. Ο ενάγοντας επανέλαβε ουσιαστικά τις δικογραφημένες θέσεις του και προς επίρρωση των ισχυρισμών του κατέθεσε ως τεκμήρια, τη συμφωνία για την οποία η εναγόμενη είχε αποταθεί κοντά του για σκοπούς επεξήγησης και συμβουλής (Τεκ.1, 2 και 3), την αίτηση διαζυγίου 321/10 για την οποία ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη τον διόρισε να την εκπροσωπήσει (Τεκ.4), την επιστολή που έστειλε στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου στις 14/07/10 για να του αναφέρει ότι «.έχω εξουσιοδοτηθεί από την (εναγόμενη) να λάβω αντίγραφο τους εκδοθέντος στην πιο πάνω αίτηση διαζυγίου. Προς τούτο επισυνάπτω σχετικό διοριστήριο.» (Τεκ.5), αντίγραφο του εκδοθέντος διαζυγίου της εναγόμενης (Τεκ.6) και δύο επιστολές που έστειλε στην εναγόμενη στις 29/10/13 και 10/12/13 αντίστοιχα, με τις οποίες ανέφερε στην τελευταία ότι «.δεν έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα τα έξοδα μου για τις προσφερθείσες προς εσάς υπηρεσίες μου στις πιο πάνω υποθέσεις, οι οποίες χρονολογούνται από το 2010. Είμαι βέβαιος ότι εκτιμάτε τις υπηρεσίες που σας παρασχέθηκαν στις πιο πάνω υποθέσεις και πως θα εξοφλήσετε την οφειλή σας άμεσα και σε κάθε περίπτωση το αργότερο μέχρι την 15.11.2013.» (Τεκ.7 και 8). Σημειώνω εδώ ότι αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι το ποσό των €3000 που αξιώνει από την εναγόμενη ήταν αντικείμενο προφορικής συμφωνίας που είχε εκ των προτέρων συνάψει με την τελευταία, η οποία και του επιβεβαίωσε τη συμφωνία αυτή και μετά που έλαβε τις επίδικες υπηρεσίες - «.Η συμφωνία στην οποία αναφέρομαι έγινε στα πλαίσια της διαδικασίας ρύθμισης των περιουσιακών διαφορών με τη συμφωνία που είχε ετοιμαστεί και επιβεβαιώθηκε μετά την έκδοση του διαζυγίου.(ήταν) Προφορική συμφωνία.Θα ήμουν πολύ αφελής να μην έκανα οποιανδήποτε συμφωνία.Ήρθε πρώτα κοντά μου (η εναγόμενη) για τη συμφωνία που κατατέθηκε, για την οποία της εξηγήθηκε όλο το φάσμα του Οικογενειακού Δικαστηριακού Δικαίου, το οποίο γνωρίζω πάρα πολύ καλά, στη ρωσική και στην αγγλική γλώσσα, όπου ήτο δυνατό και μετά ακολούθησε η αίτηση διαζυγίου.Μετά που τέλειωσε η αίτηση διαζυγίου, εκτός από μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε ότι τέλειωσε η υπόθεση και επαναβεβαιώθηκε το ποσό που είχαμε συμφωνήσει σε προηγούμενο χρόνο για 3.000, δεν απάντησε σε οποιοδήποτε τηλεφώνημα εξού και κατέθεσα τις επιστολές.η αξίωσή μου είναι η συμφωνία που κάμαμε με προφορική συμφωνία.». Αντεξεταζόμενος τώρα ως προς την ακριβή φύση των υπηρεσιών που παρείχε στην εναγόμενη, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε τα εξής. Όσον αφορά τη «δικαστηριακή εργασία», ήτοι την εμπλοκή του στην αίτηση διαζυγίου που είχε καταχωρήσει ο πρώην άντρας της εναγόμενης, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη τον είχε διορίσει με σχετικό διοριστήριο (retainer) για να την εκπροσωπήσει στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης και συγκεκριμένα για να διασφαλίσει ότι η αίτηση θα αποπερατωνόταν ως είχε συμφωνηθεί με τον αντίδικο δικηγόρο, ήτοι το κ. Βελάρη, ήτοι με την έκδοση διαζυγίου και χωρίς να επιδικασθούν έξοδα εναντίον της. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, «.. . Η υπόθεση αυτή μου ανατέθηκε από την πελάτιδά σας. Αφού εξηγήσαμε τα πάντα σε δύο γλώσσες, που ανάφερα προηγουμένως, καταλήξαμε ότι έπρεπε να εμφανιστώ στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ώστε να διασφαλίσω το ότι δεν θα επιδικάζονταν εναντίον της έξοδα. Αυτές τις οδηγίες είχα από την κυρία. Εμφανίστηκα ενώπιον του (Δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου), ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης κατά την πρώτη δικάσιμο πριν να οριστεί για απόδειξη και ανέφερα ότι δεν θα είχα ένσταση, εξάλλου αυτές τις οδηγίες είχα, να εκδοθεί το διαζύγιο για λόγο που αφορά το πρόσωπο και των δύο διαδίκων, εφόσον η κάθε πλευρά θα επωμιζόταν τα έξοδά της. Επειδή η εμφάνιση από το γραφείο του κύριου Βελάρη αργούσε να γίνει, το δήλωσα προφορικά στον (Δικαστή) και αποχώρησα.Οπότε προχώρησε η υπόθεση σε απόδειξη αφού διασφαλίστηκε το θέμα της μη επιδίκασης εξόδων σε βάρος της Εναγόμενης στο Οικογενειακό Δικαστήριο Καθ΄ ης η Αίτηση και αποχώρησα και επανήλθα μετά για να παραλάβω το διαζύγιο, το οποίο έχω ακόμα στην κατοχή μου, και το οποίο ουδέποτε ήρθε να το παραλάβει.». Ο ενάγοντας απέρριψε υποβολή του τέθηκε ως προς το ότι η εναγόμενη δεν τον διόρισε ποτέ για να εμφανιστεί στην αίτηση διαζυγίου αλλά μόνο για να εξασφαλίσει το διάταγμα που είχε εκδοθεί και ισχυρίστηκε ότι αν και δεν υπάρχει πρακτικό στο οποίο να καταγράφεται η εμφάνιση που αυτός ισχυρίζεται ότι έκανε ενώπιον του Δικαστή του Οικογενειακού, εντούτοις το διοριστήριο που η τελευταία υπέγραψε προς όφελος του είναι κατατεθειμένο στο σχετικό φάκελο του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ενώ το γεγονός ότι κατάφερε να εξασφαλίσει το εκδοθέν διάταγμα καταδεικνύει ότι ήταν όντως δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να ενεργεί ως δικηγόρος της. Όσον αφορά την εξωδικαστηριακή του εργασία, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε τα εξής: «.Ξέρω ότι ήρθε κοντά μου (η εναγόμενη) μέσω μιας φίλης της, της οποίας προηγήθηκε η παροχή υπηρεσιών για έκδοση διαζυγίου.Ήρθε πρώτα κοντά μου για τη συμφωνία που κατατέθηκε, για την οποία εξηγήθηκε όλο το φάσμα του Οικογενειακού Δικαστηριακού Δικαίου, το οποίο γνωρίζω πάρα πολύ καλά, στη ρωσική και στην αγγλική γλώσσα, όπου ήτο δυνατό.Αν δείτε και το ένα Τεκμήριο φαίνεται και πότε στάληκε (η συμφωνία). Μου δόθηκε πρώτα στο χέρι και μετά μου στάληκε με email νομίζω 21/4/10, γίναν παρατηρήσεις, είχα δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κύριο Βελάρη, τις οποίες μου ζήτησε η ίδια η Εναγόμενη για παρατηρήσεις επί της συμφωνίας, τις οποίες ο κύριος Βελάρης δεν αποδέχτηκε και μετά έμεινε για να αποφασίσει τι θα κάμει. Νομίζω τελικά την υπόγραψε, όχι όμως στην παρουσία μου.Μετά που τέλειωσε αφού κάμαμε τις δύο τουλάχιστον συναντήσεις τις τρίωρες, για τον λόγο που ανέφερα προηγουμένως, τις οποίες ο κύριος Βελάρης δεν αποδέχτηκε είχε έντονες θέσεις λόγω της σχέσης του με τον πελάτη του, φιλική σχέση, δεν μπορώ να πω τίποτε άλλο, και μετά, από ό,τι φάνηκε εκ των υστέρων η ίδια πήγε από μόνη και υπόγραψε τη συμφωνία..Η κλίμακα της συμφωνίας είναι τέτοια που ασφαλώς και θα μπουν οι ώρες που θυσίασα για να εξηγήσουμε αυτή τη συμφωνία στα ρωσικά, διότι γνωρίζω ρωσικά και αγγλικά, τουλάχιστον 10 ώρες, τουλάχιστον σε τρεις συναντήσεις, διότι η πελάτισσά σας γνώριζε καθόλου ή ελάχιστα ελληνικά όταν ήρθε κοντά μου το 2010. Αν δείτε και τα ποσά της συμφωνίας θα αντιληφθείτε τι λέω.» Η εκδοχή τώρα που προώθησε κατά την ακρόαση η εναγόμενη, η ουσία της οποίας εκδοχής έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), ήταν η εξής: Κατά το 2010, o έγγαμος βίος μου με τον πρώην σύζυγο μου άρχισε να κλονίζεται με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στην από κοινού απόφαση για τη λύση του γάμου μας. Για τον σκοπό αυτό, κατά τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2009, αποταθήκαμε στον δικηγόρο Κώστα Βελάρη, τον οποίο γνωρίζαμε από κοινού με τον πρώην σύζυγο μου και με τον οποίο οι τρείς μας συναποφασίσαμε την κατάρτιση μιας έγγραφης συμφωνίας που να διευθετεί όλα τα παρεμφερή με τη λύση του γάμου μας θέματα. Μετά από διάφορες συναντήσεις και επικοινωνία μεταξύ των τριών μας, ο κ. Κώστας Βελάρης συνέταξε στα αγγλικά την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία, την οποία σημειώνω ότι τροποποίησε τρείς φορές και στη συνέχεια μας παρέδωσε το τελικό κείμενο για δική μας μελέτη πριν την υπογραφή του.Εγώ, όταν παρέλαβα το κείμενο της έγγραφης συμφωνίας, θέλησα να έχω μια δεύτερη ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το εν λόγω έγγραφο και έτσι αποτάθηκα στον Ενάγοντα της παρούσης αγωγής, δηλαδή το δικηγόρο Χριστάκη Ματθαίου τον οποίο μου συνέστησε μια φίλη μου. Με τον Ενάγοντα είχα συνολικά τρείς συναντήσεις στο γραφείο του, διάρκειας περίπου μιας ώρας η πρώτη και μεταξύ μισής ώρας σαράντα λεπτών, οι δύο επόμενες. Κατά τη διάρκεια αυτών των συναντήσεων επεξήγησα στον Ενάγοντα τα δεδομένα και την πρόοδο της υπόθεσης μου και του ζήτησα όπως μου δώσει τη νομική συμβουλή του για το έγγραφο που ήδη συνέταξε ο κ. Βελάρης. Ο Ενάγοντας εξέτασε και μελέτησε την έγγραφη συμφωνία και μου ανέφερε ότι δεν ενέχει οποιεσδήποτε νομικές παγίδες που εγώ δεν αντιλήφθηκα και ότι εάν συμφωνώ με το περιεχόμενο του και το επιθυμώ μπορώ να την υπογράψω. Κατά τις συναντήσεις μας αυτές, ο Ενάγοντας δεν έκανε οποιανδήποτε αναφορά στο ύψος της αμοιβής του αλλά ούτε και κάναμε οποιαδήποτε ειδική συμφωνία είτε έγγραφη είτε προφορική ως προς το ύψος της αμοιβής που θα ελάμβανε για την νομική αυτή του συμβουλή. Αφού έλαβα τη συμβουλή του Ενάγοντα, εγώ με δική μου βούληση υπέγραψα το εν λόγω έγγραφο στις 5/05/2010 και οι οποιεσδήποτε υπηρεσίες του Ενάγοντα προς εμένα τελείωσαν. Να αναφέρω επίσης ότι ο Ενάγοντας ούτε στην Αίτηση διαζυγίου που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Οικογενειακών Διαφορών εμπλάκηκε καθότι η συγκεκριμένη αίτηση με αριθμό XXXXX/10 καταχωρήθηκε στις 4/05/2010 από το δικηγορικό γραφείο του κ. Βελάρη εκ μέρους του πρώην συζύγου μου. Εγώ δεν καταχώρησα εμφάνιση αλλά ούτε και εκπροσωπήθηκα από κανένα δικηγόρο στην εν λόγω διαδικασία καθότι υπήρξε η μεταξύ μας προγενέστερη διευθέτηση των θεμάτων που άπτονταν του διαζυγίου.Με το πέρας της υπογραφής της έγγραφης συμφωνίας μεταξύ εμένα και του συζύγου μου ενημέρωσα τηλεφωνικά τον Ενάγοντα ότι υπέγραψα τη συμφωνία και τον ρώτησα πόσα του οφείλω για τις υπηρεσίες του καθώς και πότε να διευθετήσουμε συνάντηση για να τον πληρώσω. Εκείνος μου απάντησε «Εσύ δεν μου χρωστάς τίποτα, ο άντρας σου πρέπει να πληρώσει αφού αυτός καταχώρησε την αίτηση διαζυγίου στο δικαστήριο». Εγώ δεν είπα τίποτε περισσότερο και ανέμενα την έκδοση του διαζυγίου καθότι o Ενάγοντας μου άφησε την εντύπωση ότι είτε οποιαδήποτε έξοδα θα πληρώνονταν από τον πρώην σύζυγο μου. είτε ότι σε αντίθετη περίπτωση ο Ενάγοντας θα με ενημέρωνε σχετικά και θα μου απέστελλε κάποιο σχετικό τιμολόγιο εάν εγώ θα ήμουν τελικά, αυτή που θα πλήρωνε την αμοιβή του. Το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου σχετικά με το διαζύγιο μου εκδόθηκε στις 15.06.2010 και εμένα μου το έφερε προσωπικά ο πρώην άντρας μου στο σπίτι. Ο Ενάγοντας δεν επικοινώνησε καθόλου μαζί μου εκείνη την περίοδο με σκοπό να αναζητήσει οποιανδήποτε αμοιβή, παρά μόνο τρεισήμισι χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2013 δηλαδή, όπου μου απέστειλε μία επιστολή στην οποία μου ζητούσε να διευθετήσω άμεσα τα έξοδα για τις υπηρεσίες του στην Αίτηση διαζυγίου XXXXX/10. Εγώ τότε για πρώτη φορά από το 2010 αντιλήφθηκα ότι ο Ενάγοντας έχει κάποια χρηματική αξίωση από εμένα αλλά δεν ήξερα ακριβώς το ποσό καθότι αυτό δεν αναφερόταν στην επιστολή η οποία επιπλέον δεν συνοδευόταν από κάποιο τιμολόγιο. Ένεκα αυτού εγώ συμπέρανα ότι κάποιο τιμολόγιο θα ακολουθήσει την επιστολή. Αντί αυτού, ο Ενάγοντας, δέκα μέρες αργότερα, στις 20/12/13 δηλαδή, καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον μου, στην οποία για πρώτη φορά είδα ότι η αξίωση του Ενάγοντα για τις προαναφερθείσες υπηρεσίες ανέρχεται στο ποσό των €3.000-, ποσό το οποίο θεώρησα και εξακολουθώ να θεωρώ ως υπέρογκο και δυσανάλογο των υπηρεσιών μου παρασχέθηκαν από τον Ενάγοντα. Καταληκτικά αναφέρω ότι εγώ ουδέποτε αρνήθηκα να πληρώσω στον Ενάγοντα ένα εύλογο και ανάλογο προς τις υπηρεσίες του ποσό, οι οποίες υπηρεσίες όπως προανέφερα συνοψίζονται στη συζήτηση της υπόθεσης μου μαζί του καθώς και στην μελέτη της έγγραφης συμφωνίας με τον πρώην σύζυγο μου. Επιπλέον, εγώ ουδέποτε έκαμα κάποια ρητή συμφωνία με τον Ενάγοντα σχετικά με την αμοιβή του και ο ίδιος o Ενάγοντας ουδέποτε μου απέστειλε σχετικό τιμολόγιο στο οποίο εμφαίνεται η εργασία του και η αντίστοιχη χρέωση του και τελικώς ουδέποτε με ενημέρωσε εκ των προτέρων ότι οι χρεώσεις του θα ήταν τέτοιες ούτως ώστε να συμποσούνται στο ποσό των €3.000, γεγονός που αν γνώριζα εκ των προτέρων, δεν θα ζητούσα τις υπηρεσίες του Ενάγοντα εξ αρχής. Εξ όσων με συμβούλευσαν οι δικηγόροι μου ένα εύλογο ποσό ως αμοιβή στον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε είναι το ποσό των €550- τα οποίο βρίσκεται στη διάθεση του Ενάγοντα οποιαδήποτε στιγμή το αποδεχθεί.» Αντεξεταζόμενη η εναγόμενη απέρριψε υποβολή που της έγινε ότι υπέγραψε προς όφελος του ενάγοντα διοριστήριο για να την εκπροσωπήσει στην αίτηση διαζυγίου όσο και ότι συμφώνησε μαζί του τελευταίου όπως τον πληρώσει το ποσό των €3000 ή οποιοδήποτε ποσό. Αντιθέτως, ισχυρίστηκε η εναγόμενη, «.η φίλη μου η Ουκρανίδα μου συνέστησε να έρτω κοντά του, που της έκανε κάποιες υπηρεσίες για το διαζύγιο, παρουσιάστηκε, το ποσό που τη χρέωσε ήταν €650 για ολόκληρο το θέμα. Γι' αυτό εγώ θεωρούσα ότι εν θα είναι εν συζητούσαμε € 3.000 καθόλου. Αν θα άκουσα έτσι ποσό δεν θα ζήτησα υπηρεσίες από τον κύριο Ματθαίου. Εν συζητήσαμε τέτοιο ποσό. Εν συζητήσαμε καθόλου ποσό. Εν πήρα ποτέ κανένα τιμολόγιο με τις περιγραφές για τις υπηρεσίες του κύριου Ματθαίου. Ζήτησα του πότε να συναντηθούμε για να του πληρώσω. Είπε μου "Εσύ δεν μου χρωστάς τίποτα, να πληρώσει ο άντρας σου, επειδή αυτός υπέβαλε την αίτηση του διαζυγίου". Αυτό που μου είπε. Και από τον τότε καιρό εν άκουσα τίποτε από τον κύριο Ματθαίου μέχρι έστειλε μου αυτήν την επιστολή ότι του χρωστώ κάτι.Εγώ δεν άλλαξα το τηλέφωνο μου ποτέ, τις διευθύνσεις, αφού τελευταία φορά που μιλούσαμε στο τηλέφωνο με τον κύριο Ματθαίο ήδη μετακόμισα από ένα σπίτι στο άλλο, που αγοράστηκε κατά τη συμφωνία του διαζυγίου μου. Γι' αυτό εγώ δεν χάθηκα ποτέ από την Κύπρο και από κανέναν.μετά που πήρα επιστολή από τον κύριο Ματθαίου, πήγα να πάρω μια γνώμη από το γραφείο του κύριου Βελάρη, γιατί μπορεί να συμβεί αυτό, αφού μετά τα γεγονότα που έγιναν εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς γίνεται. Επειδή εγώ δεν ζήτησα από τον κύριο Ματθαίο να με εκπροσωπεύει ούτε στο Δικαστήριο και πήγα, πραγματικά πήγα να πιάσω μια γνώμη νομική για τη συμβουλή που πήγα για το δικηγορικό γραφείο του κύριου Βελάρη. εγώ δεν καταλάβαινα τι γίνεται ακριβώς μετά από τόσα χρόνια, που ήδη εγώ ήμουν χωρισμένη και έπιασα και το διάταγμα Δικαστηρίου, δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί μετά από τόσα χρόνια, επειδή τόσα χρόνια εν επικοινώνησε μαζί μου κανένας. Γι' αυτό και πήγα στο γραφείο του κύριου XXXXX Βελάρη να πιάσω μια συμβουλή τι θα κάνω.» Καταλήγοντας, η εναγόμενη ισχυρίστηκε τα εξής αναφορικά με τις συναντήσεις που είχε με τον ενάγοντα και τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι επρόκειτο για πολύωρες συναντήσεις λόγω και του ότι έπρεπε να της εξηγεί τη συμφωνία και στα ρωσικά: «Εν ήταν πολλές ώρες.δεν κράτησε 3 ώρες η κάθε συνάντηση. Εγώ άφησα τη συμφωνία του κύριου Ματθαίου και έφυγα. Βεβαίως, ο κύριος Ματθαίου έκανε τη δουλειά του, διάβασε, εν λέω όχι και ποτέ εγώ αρνήθηκα να τον πληρώσω. Ο κύριος Ματθαίου απλά ήθελε πιστεύω να μιλήσει τη γλώσσα, επειδή του αρέσει να μιλά μαζί μου ρωσικά. Εν ξέρω, εγώ μπορούσα να μιλώ αγγλικά. Αλλά εντάξει, αποφασίσαμε και οι δύο ότι είναι εύκολο για εμάς και τους δύο να μιλούμε ρωσικά. Εγώ εν βλέπω με αυτό το πράμα κάτι που... Είπε μάλιστα ο κύριος Ματθαίου ότι η σύζυγός του είναι από την Ουκρανία και γνωρίζει πολύ καλά τη γλώσσα τη ρωσική.» Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές τελικές αγορεύσεις. Η πλευρά του ενάγοντα προσέγγισε την υπόθεση κυρίως από τη σκοπιά της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των πραγματικών γεγονότων και υποστήριξε ότι από τη μαρτυρία του ενάγοντα, την οποία μαρτυρία κάλεσε το Δικαστήριο να την κρίνει ως αξιόπιστη, προκύπτει ως γεγονός ότι ο ενάγοντας παρείχε στην εναγόμενη τις επίδικες υπηρεσίες στα πλαίσια «ύπαρξης προφορικής συμφωνίας για την αμοιβή του και το ύψος της όπως αξιώνεται με την παρούσα αγωγή». Η πλευρά της εναγόμενης από την άλλη, προσέγγισε το θέμα τόσο από την πραγματική όσο και από τη νομική του σκοπιά. Ήταν η θέση της συνηγόρου της εναγόμενης ότι λαμβανόμενων υπόψη των σχετικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ. 59 και της περί Δικηγόρων Νομοθεσίας, ήτοι του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ. 2 και τους σχετικούς Κανονισμούς που ήταν σε ισχύ από το 1954 μέχρι και σήμερα, περιλαμβανομένων και των Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών του 1985 (ΚΔΠ 118/2008), οι οποίοι καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν το 2018 με τους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών ΚΔΠ 171/2018, "... είτε δικαστηριακές είναι οι υπηρεσίες που προσφέρονται είτε όχι, ένας δικηγόρος υποχρεούται να χρεώνει τον πελάτη του σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στους κανονισμούς που ισχύουν ανά καιρούς εκτός και εάν έχει γίνει οποιαδήποτε συμφωνία με τον πελάτη η οποία ωστόσο θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο διοριστήριο έγγραφο ή σε οποιανδήποτε άλλη έντυπη μορφή.» Με γνώμονα το πιο πάνω νομικό πλαίσιο, η συνήγορος υποστήριξε ότι ο ενάγοντας δεν μπορεί να ζητά να πληρωθεί δικηγορική αμοιβή στη βάση μιας κατ' ισχυρισμό προφορικής συμφωνίας, ιδιαίτερα όταν αυτή η κατ' ισχυρισμό συμφωνία δεν επιβεβαιώνεται ούτε και από οποιοδήποτε έγγραφο ως κανονικά και εύλογα θ' αναμενόταν, ήτοι είτε από το διοριστήριο που υποτίθεται ότι υπέγραψε προς όφελος του η εναγόμενη ή από κάποιο σχετικό τιμολόγιο ή έστω από κάποια σχετική αναφορά στις επιστολές που έστειλε ο ενάγοντας στην εναγόμενη απαιτώντας να πληρωθεί για τις υπηρεσίες του. Συνεπώς, καταλήγει η συνήγορος, ο ενάγοντας δεν δικαιολογείται ούτε πραγματικά αλλά ούτε και νομικά να ζητά να πληρωθεί στη βάση της συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι είχε συνάψει με την εναγόμενη αλλά αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψη ότι «αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η εναγόμενη αποτάθηκε στον ενάγοντα για λήψη νομικής συμβουλής σε σχέση με την ήδη ετοιμασθείσα συμφωνία Τεκμήριο 1, η οποία έγινε από το δικηγορικό γραφείο Βελάρης και Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε στα πλαίσια της διευθέτησης των οικογενειακών διαφορών μεταξύ της εναγόμενης και του πρώην συζύγου της», ο Ενάγοντας δικαιούται και θα πρέπει να πληρωθεί μόνο για τις τρεις συναντήσεις που είχε με την εναγόμενη σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία, οι οποίες διήρκεσαν, η κάθε μια, 30 λεπτά με μια ώρα. Σημειώνω εδώ ότι αν και η συνήγορος της εναγόμενης παραπέμπει στην αγόρευση της στους διάφορους δικηγορικούς Κανονισμούς που κατ' εκείνη πρέπει να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντα έστω για τις υπηρεσίες που η πλευρά της εναγόμενης δέχεται να πληρώσει, εντούτοις δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε σχετική εισήγηση και περιορίζεται απλά να υποστηρίξει ότι το ποσό των € 3.000 πλέον Φ.Π.Α. που αξιώνει ο ενάγοντας δεν αποτελεί εύλογη και δίκαιη αμοιβή. Η επί του προκειμένου βέβαια θέση της εναγόμενης έχει ήδη τεθεί από την ίδια την τελευταία μέσω της μαρτυρίας της, όπου εκεί γίνεται αναφορά στο ποσό των €550. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Θα πρέπει κατ' αρχή ν' αναφέρω ότι λίγες μέρες πριν να καταθέσουν οι συνήγοροι τις τελικές τους αγορεύσεις και να επιφυλαχθεί η παρούσα απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ v. ΛΟΪΖΙΔΟΥ κ.α., Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 187/2015, 21/10/2021, με την οποία κρίθηκε ότι δεν νομιμοποιείται ένας δικηγόρος να καταχωρεί αγωγή με την οποία να αξιώνει να πληρωθεί εύλογη και δίκαιη αμοιβή για δικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε σε κάποιο πελάτη του δυνάμει σχετικού διοριστήριου (retainer). Σε μια τέτοια περίπτωση, κατέληξε το Ανώτατο Δικαστήριο, όπου δηλαδή αξιώνεται αμοιβή για παροχή δικαστηριακών υπηρεσιών δυνάμει διοριστηρίου, ο δικηγόρος, για να υπολογίσει και να πληρωθεί την αμοιβή του είναι υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη διαδικασία της Δ.57, ήτοι να αποταθεί στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή για σκοπούς ψήφισης της αμοιβής του. Ο λόγος που αναφέρομαι στην πιο πάνω απόφαση, η οποία φαίνεται να διέλαθε της προσοχής αμφότερων των συνηγόρων, είναι διότι μέρος των εδώ επίδικων υπηρεσιών για τις οποίες ο ενάγοντας αξιώνει να πληρωθεί δικηγορική αμοιβή από την εναγόμενη, συνιστούν υπηρεσίες οι οποίες κατ' εκείνον προσφέρθηκαν στα πλαίσια εκπροσώπησης της εναγόμενης σε δικαστική διαδικασία και δη, ως είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα, δυνάμει σχετικού διοριστήριου που υπεγράφη προς όφελος του. Στην υπεράσπιση, σημειώνω, θίγεται μεν το θέμα ρητά, ήτοι ότι ο ενάγοντας όφειλε να προβεί σε ψήφιση της αμοιβής του σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε, όμως καμία αναφορά δεν έγινε από πλευράς εναγόμενης στην υπόθεση Ιωαννίδης ανωτέρω. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι αν ήθελε κριθεί ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ύπαρξης συγκεκριμένης συμφωνίας με την εναγόμενη, η οποία συμφωνία φέρεται να καλύπτει όλες τις δικηγορικές υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό προσφέρθηκαν στην τελευταία, ήτοι και τις δικαστηριακές αλλά και τις εξωδικαστηριακές, τότε πολύ πιθανόν η Ιωαννίδης να μην εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού στην Ιωαννίδης δεν υπήρχε κάποια συμφωνία και το ερώτημα ήταν αν μπορεί το Δικαστήριο να υπολογίσει ποια είναι η εύλογη και δίκαιη αμοιβή που δικαιούται ο δικηγόρος για τις δικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε. Την ίδια στιγμή βέβαια, αν ήθελε φανεί ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ύπαρξης συμφωνίας με την εναγόμενη για πληρωμή σε εκείνον του ποσού των €3.000 σε σχέση με τις δικαστηριακές αλλά και με τις εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που κατ' ισχυρισμό της προσέφερε, τότε, εφόσον το όλο θέμα θα πρέπει να περιστραφεί γύρω από το ποια είναι η εύλογη και δίκαιη αμοιβή που δικαιούται ο ενάγοντας να λάβει, με οροφή βέβαια τις €3000, οι κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές υπηρεσίες του ενάγοντα, είτε αυτές περιορίζονται στη λήψη του διατάγματος διαζυγίου είτε καλύπτουν και την εμφάνιση ενώπιον Δικαστή, δεν θα μπορούν, κατ' εφαρμογή της Ιωαννίδης, να συμπεριληφθούν στο ποσό που το Δικαστήριο δυνατό να επιδικάσει προς όφελος του ενάγοντα ως εύλογη και δίκαιη αμοιβή. Το πρώτο λοιπόν ερώτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το αν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για πληρωμή στον ενάγοντα €3.000 ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι υπήρχε. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι θέση του ενάγοντα ήταν ότι αυτή η κατ' ισχυρισμό συμφωνία με την εναγόμενη έγινε κατά την ανάθεση των επίδικων υπηρεσιών και επιβεβαιώθηκε και μετά την ολοκλήρωσή τους. Επί αυτού του ζητήματος λοιπόν σημειώνω τα εξής. Αν και αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προσέγγισαν το συγκεκριμένο ζήτημα ως θέμα καθαρά σχετιζόμενο με την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, εντούτοις κανένας τους δεν ασχολήθηκε με το τι ακριβώς είναι που προβάλλετο στο δικόγραφο του ενάγοντα, ήτοι στην έκθεση απαίτησης, ολόκληρο το κείμενο της οποίας έχω παραθέσει αυτούσιο πιο πάνω. Απλή όμως ανάγνωση της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντα είναι αρκετή για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πουθενά δεν αναφέρεται εκεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί σύναψης συμφωνίας με την εναγόμενη για παροχή οποιωνδήποτε υπηρεσιών έναντι του ποσού των € 3.000, ως ήταν και ο σχετικός ισχυρισμός που προωθήθηκε κατά την ακρόαση από πλευράς ενάγοντα. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. EUROGAL SURVEYS LTD ν. D TRADE INTERANIONAL LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, 17/10/2014): «Σύμφωνα όμως με τους ορθούς δικογραφικούς κανόνες και τις επιταγές της Δ.19 θ.22 και Δ.19 θ.20,.(και).Όπως περαιτέρω εξηγείται στον Bullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 57, όπου η αγωγή βασίζεται στη ρήξη συμβολαίου ή συμφωνίας, τόσο οι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας, όσο και αν η συμφωνία έγινε γραπτώς ή μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς, θα πρέπει να αναφέρονται. Ιδιαίτερα πρέπει η απαίτηση να δείχνει με τις αναγκαίες λεπτομέρειες ότι διαρρήχθηκε το συμβόλαιο και με ποιο τρόπο ώστε να καταλήξει ο ενάγων στο μέρος εκείνο του δικογράφου του όπου επιδιώκει τις ανάλογες θεραπείες. Επίσης στο Annual Practice 1970, σελ. 262, αναγράφεται ότι όπου η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία, τα ονόματα των μετεχόντων σ΄ αυτή και η αντιπαροχή. Και περαιτέρω σε εξυπακουόμενα συμβόλαια ή συμφωνίες όταν αυτά συνάγονται από διαβουλεύσεις, συναντήσεις ή γενικές περιστάσεις είναι αρκετή η ένθεση του ισχυρισμού ότι έγινε το συμβόλαιο ή η συμφωνία και η συναγωγή του γενικά από έγγραφα. Έπεται ότι οι εφεσίβλητοι ως ενάγοντες δεν επιτέλεσαν ορθά το καθήκον τους για την εξαρχής καταγραφή ορθής δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης που περιέχετο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε με το έντυπο της Δ.2 θ.6..» (έμφαση δική μου) Με άλλα λόγια η έκθεση απαίτησης του ενάγοντα ουδέποτε υποστήριζε ή κάλυπτε τον ισχυρισμό που ο τελευταίος προώθησε κατά την ακρόαση, ότι δηλαδή συμφώνησε με την εναγόμενη να πληρωθεί €3.000 ως αντιπαροχή για την παροχή των υπηρεσιών του ως δικηγόρος. Αντιθέτως, το μόνο που προκύπτει από την έκθεση απαίτησης είναι ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας συμφώνησε με την εναγόμενη να της παρέχει υπηρεσίες έναντι αμοιβής, ισχυρισμό τον οποίο η εναγόμενη ούτως ή άλλως αποδέχτηκε τόσο με το δικόγραφο της όσο και κατά τη μαρτυρία της - «.βεβαίως ο κύριος Ματθαίου έκανε τη δουλειά του, διάβασε, εν λέω όχι και ποτέ εγώ αρνήθηκα να τον πληρώσω ... αλλά ένα εύλογο ποσό για τις υπηρεσίες που έκανε». Επιχείρησε βέβαια ο ενάγοντας να εισάξει με το δικόγραφο της Απάντησης τον ισχυρισμό ότι «.οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει για την αμοιβή του ενάγοντα που καθορίστηκε στο ποσό των €3000 πλέον ΦΠΑ». Το δικόγραφο της Απάντησης όμως, «.ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης.» (βλ. Eurogal ανωτέρω). Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Alikhani Borna, ως Διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Hossein Alikhani ν. Γεώργιου Προδρόμου και άλλης
(2012)1 ΑΑΔ 657, «Η Απάντηση («reply»), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης.» Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ του και εναγόμενης για πληρωμή στον πρώτο €3.000 δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί ως μη καλυπτόμενος από τα δικόγραφα. Εύρημα μου επομένως καθίσταται αυτό που είναι ούτως ή άλλως παραδεκτό από την εναγόμενη, ήτοι ότι αυτή ζήτησε και ο ενάγοντας αποδέχτηκε, όπως της παρασχεθούν από τον τελευταίο οι δικηγορικές του υπηρεσίες, όχι χαριστικά αλλά έναντι αμοιβής, η οποία και θα ήταν ανάλογη των υπηρεσιών που θα προσφέρονταν. Υπό το φως του πιο πάνω ευρήματος μου και λαμβανομένης υπόψη της παραδοχής από πλευράς εναγόμενης ότι ο ενάγοντας δικαιούται να πληρωθεί κάποιο εύλογο και δίκαιο ποσό για τις υπηρεσίες που παρείχε στην τελευταία, το ερώτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι το ποιες ακριβώς υπηρεσίες είναι που παρασχέθηκαν στην εναγόμενη και ποια η εύλογη και δίκαιη αμοιβή που δικαιούται να πληρωθεί ο ενάγοντας σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές. Αναφορικά με αυτό το ζήτημα σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχή, όπως ήδη ανέφερα, εφόσον το θέμα πλέον περιστρέφεται γύρω από το ποια είναι η εύλογη και δίκαιη αμοιβή που δικαιούται ο ενάγοντας για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγόμενη, το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής να υπολογίσει και να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό εκπροσώπηση της εναγόμενης στη δικαστική διαδικασία της αίτησης διαζυγίου 321/2010 (βλ. Ιωαννίδης ανωτέρω). Γι' αυτές τις κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές υπηρεσίες, ο ενάγοντας έπρεπε, εφόσον ο ισχυρισμός του είναι ότι είχε υπογραφτεί προς όφελος του σχετικό διοριστήριο, να αποταθεί στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή για ψήφιση της σχετικής αμοιβής του, όπου εκεί θα κριθεί και το κατά πόσο η δικαστηριακή εργασία που προσέφερε περιορίστηκε τελικά στη λήψη του δικαστικού διατάγματος ή επεκτάθηκε και σε εμφάνιση ενώπιον Δικαστή. Όσον αφορά τώρα τις κατ' ισχυρισμό εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε ο ενάγοντας στην εναγόμενη, είναι υπενθυμίζω παραδεκτό από πλευράς της τελευταίας ότι οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούσαν σε τρεις συναντήσεις για σκοπούς «λήψης νομικής συμβουλής σε σχέση με την ήδη ετοιμασθείσα συμφωνία», η οποία συμφωνία αφορούσε, ως αναφέρεται και στην υπεράσπιση, τη φιλική επίλυση των περιουσιακών διαφορών της εναγόμενης με τον πρώην σύζυγο της. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η εν λόγω συμφωνία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και 2 και είναι κοινώς αποδεκτή, είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και αφορά, ως εκεί αναφέρεται, σε περιουσία συνολικής αξίας πέραν του €1.500.000 καθώς επίσης και στη διατροφή που θα λάμβανε η εναγόμενη από τον πρώην σύζυγο της. Σημειώνω επίσης ότι από τους όρους της εν λόγω συμφωνίας, φαίνεται ότι η εναγόμενη θα συμφωνούσε όπως λάβει αφ' ενός κινητή και ακίνητη περιουσία περί τις €600.000 πλέον διατροφή €500 μηνιαίως και όπως αποποιηθεί αφ' ετέρου οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τυχόν είχε σε σχέση με την υπόλοιπη περιουσία που αναφέρετο στη συμφωνία, η συνολική αξία της οποίας, όπως ανέφερα, υπερέβαινε το €1.500.
- Με άλλα λόγια, και επί τούτου προβαίνω σε ανάλογο εύρημα, η συμφωνία για την οποία είναι παραδεκτό ότι ζητήθηκε και δόθηκε η νομική συμβουλή του ενάγοντα και για την οποία έγιναν οι τρεις συναντήσεις μεταξύ των διαδίκων, αφορούσε σε περιουσία συνολικής αξίας πέραν του €1.500.000 και δυνάμει των όσων εκεί αναφέρονταν, η εναγόμενη, αν συμφωνούσε, θα αποποιείτο των δικαιωμάτων της για το 60% της περιουσίας αυτής, θα αποποιείτο δηλαδή περιουσίας πέραν των €900.
- Κατά την ακρόαση τώρα, οι διάδικοι καταπιάστηκαν έντονα με τον χρόνο που φέρονται να διήρκεσαν οι παραδεκτές συναντήσεις του ενάγοντα με την εναγόμενη. Ο πρώτος δε ισχυρίστηκε ότι ο συνολικός χρόνος που ανάλωσε για τον συγκεκριμένο σκοπό ήταν τουλάχιστον 10 ώρες ενώ η δεύτερη ισχυρίστηκε ότι δεν αναλώθηκε χρόνος περισσότερο των τριών ωρών συνολικά. Η ενασχόληση όμως με την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων για το συγκεκριμένο θέμα είναι θεωρώ ουσιαστικά δευτερεύουσας αν όχι άνευ σημασίας εφόσον ο χρόνος που διήρκεσαν οι παραδεκτές συναντήσεις του ενάγοντα με την εναγόμενη για σκοπούς «λήψης νομικής συμβουλής σε σχέση με την ήδη ετοιμασθείσα συμφωνία», δεν έχει την καθοριστική σημασία που οι διάδικοι θεώρησαν ότι έχει σε σχέση με τον υπολογισμό του ποια δυνατό να είναι η εύλογη και δίκαιη αμοιβή του ενάγοντα. Εξηγώ. Για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους ως προς το ποια θα ήταν η εύλογη και δίκαιη αμοιβή που θα δικαιούτο ο ενάγοντας για τις συγκεκριμένες υπηρεσίες του, αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν, είτε ρητά είτε έμμεσα, τους σχετικούς δικηγορικούς Κανονισμούς που ίσχυαν τον τότε καιρό, ήτοι τους Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς ΚΔΠ 118/
- Ο λόγος που αναφέρομαι σε ρητή και έμμεση παραπομπή είναι διότι η πλευρά της εναγόμενης επικαλέστηκε στην αγόρευσή της ρητά τους εν λόγω κανονισμούς ενώ ο ενάγοντας υπέδειξε κατά τη μαρτυρία του την αξία και τη σοβαρότητα της συμφωνίας, οι οποίοι είναι παράγοντες που σύμφωνα με τους συγκεκριμένους Κανονισμούς, λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων παραγόντων για σκοπούς υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής. Επικαλούμενη λοιπόν η πλευρά της εναγόμενης τους συγκεκριμένους Κανονισμούς, υποστήριξε ότι εφόσον ο ενάγοντας δικαιούται και θα πρέπει να πληρωθεί μόνο για τις τρεις συναντήσεις που είχε με την εναγόμενη, οι οποίες διήρκεσαν, η κάθε μια, 30 λεπτά με μια ώρα, τότε «. ένα εύλογο ποσό ως αμοιβή στον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε είναι το ποσό των €550.». Αυτό που προφανώς έχει κατά νου η πλευρά της εναγόμενης, η οποία να σημειωθεί δεν διευκρινίζει πώς κατέληξε στο συγκεκριμένο ποσό, είναι ότι σύμφωνα με τον Κ.13, το ελάχιστο ποσό που έπρεπε τότε να χρεώσει ένας δικηγόρος για χρόνο που αναλώθηκε σε συναντήσεις/συνεντεύξεις με τον πελάτη του, ήταν €31 για χρόνο λιγότερο της μισής ώρας, €53 για χρόνο μισής ώρας και €104 για χρόνο μίας ώρας. Με κάθε σεβασμό όμως προς τους δικηγόρους της εναγόμενης, ο πιο πάνω συλλογισμός, αν και προβάλλει εκ πρώτης όψεως λογικός, παραγνωρίζει μια σημαντική πτυχή του όλου θέματος. Η πλευρά της εναγόμενης επικαλέστηκε ως βάση για τον ανωτέρω συλλογισμό της την υποχρέωση που οι συγκεκριμένοι κανονισμοί και ειδικότερα ο Κ.4 επέβαλλαν τότε σε δικηγόρο για «..να αμείβεται ανάλογα με την υπηρεσία που παρέχει, αλλά υποχρεούται...όπως αξιώνει το ελάχιστο όριο αμοιβής για την υπηρεσία που παρέχεται από αυτόν όπως αυτή καθορίζεται από τους παρόντες κανονισμούς.». Ο συλλογισμός όμως της πλευράς της εναγόμενης δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη αυτό που είναι κοινώς αποδεκτό, ήτοι ότι οι συναντήσεις με τον ενάγοντα αφορούσαν και αποσκοπούσαν σε λήψη νομικής συμβουλής σε σχέση με μια συμφωνία η οποία είχε ως αντικείμενο περιουσία αξίας πέραν του €1.5000.00 και με την οποία αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, αν συμφωνούσε, θα «έχανε» ουσιαστικά το 60% της εν λόγω περιουσίας, δηλαδή €900.
- Έχοντας όμως και αυτό το δεδομένο κατά νου, «ενεργοποιούνται» οι πρόνοιες του Κ. 12 των Κανονισμών στους οποίους η ίδια η πλευρά της εναγόμενης παραπέμπει, όπου εκεί αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι, «.για τον καθορισμό αμοιβής ανάλογης με τις παρεχόμενες υπηρεσίες του, ο δικηγόρος οφείλει να λαμβάνει υπόψη ανεξάρτητα με οποιανδήποτε διάταξη των παρόντων κανονισμών.(α) το πολύπλοκο της υπόθεσης, (β) τα νομικά σημεία τα οποία εγείρονται.(γ) την πείρα και εξειδικευμένη γνώση του δικηγόρου και την εργασία και ευθύνη η οποία απαιτείται από αυτόν, (δ) τον αριθμό, όγκο και σπουδαιότητα των εγγράφων τα οποία ο δικηγόρος πρέπει να συντάξει ή να μελετήσει.(η) την φύση, την αξία και την σπουδαιότητα του αντικειμένου της υπόθεσης, (θ) τη σημασία της υπόθεσης και του αποτελέσματος της για τον πελάτη.». (έμφαση δική μου). Κοντολογίς, ναι μεν στους συγκεκριμένους κανονισμούς προνοείται στον Κ.13 η ελάχιστη αμοιβή που έπρεπε τότε να χρεώσει ένας δικηγόρος σε σχέση με κάποια συνάντηση που είχε με τον πελάτη του, αναλόγως του χρόνου που διήρκεσε η εν λόγω συνάντηση, όμως, δυνάμει του Κ. 12, οι πρόνοιες του οποίου εφαρμόζονταν «.ανεξάρτητα με οποιανδήποτε διάταξη των παρόντων κανονισμών.», η δικηγορική χρέωση σε σχέση με τα όσα συζητήθηκαν κατά τη συνάντηση δεν έπρεπε να περιοριζόταν μόνο σ' αυτό καθ' αυτό το γεγονός της διενέργειας της συνάντησης, αλλά έπρεπε να καλύπτει και ν' αντικατοπτρίζει και τη φύση των όσων συζητήθηκαν, ανεξαρτήτως της χρονικής διάρκειας της συζήτησης. Θεωρώ περιττό εδώ να επισημάνω ότι εφόσον οι υπηρεσίες που παρέχει ένας δικηγόρος συνιστούν επαγγελματικής φύσης υπηρεσίες, αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την επαγγελματική ευθύνη που ένας δικηγόρος έχει απέναντι στον πελάτη του. Με άλλα λόγια δηλαδή, ο υπολογισμός της αμοιβής ενός δικηγόρου για παροχή εξωδικαστηριακών υπηρεσιών όπως είναι π.χ η παροχή νομικής συμβουλής σε σχέση με μια συμφωνία, δεν μπορεί να μην γίνεται με γνώμονα και το ύψος της ευθύνης που ο δικηγόρος αναλαμβάνει απέναντι στον πελάτη του σε περίπτωση που ο τελευταίος υποστεί κάποια οικονομική ζημιά συνεπεία των δικηγορικών υπηρεσιών - συμβουλών που παρασχέθηκαν. Όπως άλλωστε αναφέρεται και στον Κ.12, κατά τον υπολογισμό της χρέωσης του, ο δικηγόρος όφειλε τότε να λαμβάνει υπόψη και «.την εργασία και ευθύνη η οποία απαιτείται από αυτόν.(και την).σπουδαιότητα των εγγράφων τα οποία ο δικηγόρος πρέπει να συντάξει ή να μελετήσει.(και) την φύση, την αξία και την σπουδαιότητα του αντικειμένου της υπόθεσης.(και) τη σημασία της υπόθεσης και του αποτελέσματος της για τον πελάτη.». Στρεφόμενος λοιπόν στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο ενάγοντας, δίνοντας στην εναγόμενη τη νομική του συμβουλή για τη συγκεκριμένη συμφωνία, που είναι παραδεκτό ότι την έδωσε, αναλάμβανε ουσιαστικά επαγγελματική ευθύνη απέναντι της τελευταίας, αν όχι σε ύψος €1.500.000 που ήταν η συνολική αξία της συμφωνίας, τουλάχιστο σε ύψος €900.000, που ήταν το ποσό που η τελευταία θα «έχανε» αν αποδεχόταν τη συμφωνία. Με τούτο κατά νου, καμία ουσιαστική σημασία δεν έχει αν ο ενάγοντας ανάλωσε 3 ή 10 ώρες στο σύνολο για να δώσει τη νομική του συμβουλή σε σχέση με τη συγκεκριμένη συμφωνία αφού ασχέτως των δυνατοτήτων του κάθε δικηγόρου και ασχέτως του αν κάποιος δικηγόρος χρειάστηκε 10 ώρες για να δώσει μια νομική συμβουλή για την οποία άλλος δικηγόρος θα χρειαζόταν μόνο 3 ώρες, η «ευθύνη η οποία απαιτείται από αυτόν», η «σπουδαιότητα των εγγράφων τα οποία πρέπει να μελετήσει», η «φύση, αξία και σπουδαιότητα του αντικειμένου της υπόθεσης» και η «σημασία της υπόθεσης και του αποτελέσματος της για τον πελάτη» παραμένουν το ίδιο, όποιος δικηγόρος και αν ανάλαβε να δώσει τη συγκεκριμένη συμβουλή. Επισημαίνω εδώ ότι αν και οι Κανονισμοί του 1985 καταργήθηκαν το 2018 και αντικαταστάθηκαν με τους περί Επίλυσης Διαφορών που προκύπτουν από Παροχή Υπηρεσιών των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών ΚΔΠ 171/2018, εντούτοις το μόνο που έχει σήμερα αφαιρεθεί είναι η υποχρέωση του δικηγόρου να χρεώνει ελάχιστο ποσό ως αμοιβή. Όλοι οι άλλοι παράγοντες που προηγουμένως επιβάλλετο να λαμβάνονται υπόψη κατά τη δικηγορική χρέωση δυνάμει του τότε Κ.12 εξακολουθούν και τώρα να υφίστανται (βλ. νέο Κ. 10). Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, καθώς επίσης και το ότι με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας έθεσε ως «οροφή» για την αμοιβή του το ποσό των €3000, το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το ποσό αυτό είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, ως ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι είναι; Επί του ερωτήματος αυτού αναφέρω τα εξής. Στους Κανονισμούς που παρέπεμψε το Δικαστήριο η πλευρά της εναγόμενης δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόνοια αναφορικά με τη χρέωση για μελέτη μιας συμφωνίας και την παροχή σχετικής νομικής συμβουλής. Υπάρχει όμως πρόνοια για τον υπολογισμό της αμοιβής όταν ο δικηγόρος καλείται να καταρτίσει μία σύμβαση και σύμφωνα με τη μαθηματική φόρμουλα που προνοείται στην παρ. 1(ιγ) του Παραρτήματος Α των κανονισμών αναφορικά με την κατάρτιση σύμβασης η αξία της οποίας υπερέβαινε τις €170.860, η ελάχιστη αμοιβή που κάποιος δικηγόρος έπρεπε τότε να χρεώσει για να καταρτίσει σύμβαση της αξίας της σύμβασης που η εναγόμενη ζήτησε από τον ενάγοντα να μελετήσει και να συμβουλέψει, ήτοι €1.500.000, δεν έπρεπε να ήταν χαμηλότερη από €7.000 περίπου. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια ο ενάγοντας δεν κατάρτισε τη συγκεκριμένη σύμβαση. Μια εύλογη αμοιβή επομένως για την επίδικη εργασία δεν θα μπορούσε να υπερβαίνει τις €
- Η επί του προκειμένου όμως εργασία του ενάγοντα δεν περιορίστηκε σε απλή μελέτη και συμβουλή επί της συμφωνίας. Αντιθέτως, ως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας στο δικόγραφο του αλλά και κατά τη μαρτυρία του, ισχυρισμός ο οποίος δεν αντικρούστηκε από πλευράς της εναγόμενης και καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, είχε και μια πιο ενεργή εμπλοκή στο όλο θέμα αφού μετά που μελέτησε τη συμφωνία και προτού δώσει τη νομική του συμβουλή και αναλάβει έτσι και την ανάλογη ευθύνη απέναντι στην εναγόμενη πελάτιδα του, προέβη και σε συζητήσεις με τον «αντίδικο» δικηγόρο για σκοπούς προώθησης των συμφερόντων της τελευταίας - «.γίναν παρατηρήσεις, είχα δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κύριο Βελάρη, . για παρατηρήσεις επί της συμφωνίας, τις οποίες ο κύριος Βελάρης δεν αποδέχτηκε.». Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το ποσό των €3000 που τέθηκε ως οροφή για την επίδικη απαίτηση δεν προβάλλει να είναι παράλογο ούτε και άδικο. Όμως εδώ δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και το εξής σημαντικό. Το ποσό των €3000 που αξιώνει με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας ως εύλογη και δίκαια αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγόμενη, το οποίο όπως είπα συνιστά και την οροφή της επίδικης απαίτησης, υπολογίστηκε από τον τελευταίο με γνώμονα τόσο τις εξωδικαστηριακές του υπηρεσίες σε σχέση με τη συμφωνία της εναγόμενης όσο με και τις κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές του υπηρεσίες σε σχέση με την αίτηση διαζυγίου της τελευταίας. Όπως όμως ανέφερα πιο πάνω, ο ενάγοντας δεν μπορεί να διεκδικήσει με την παρούσα αγωγή και την αμοιβή του για τις κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές του υπηρεσίες αλλά θα πρέπει για το σκοπό αυτό να αποταθεί στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή με τη διαδικασία της ψήφισης. Αυτό σημαίνει ότι στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, για τον υπολογισμό της εύλογης και δίκαιης αμοιβής που δικαιούται ο ενάγοντας να λάβει σε σχέση μόνο με τις εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγόμενη, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η οροφή των €3000 αλλά και το ότι στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται και το ποσό που ο ενάγοντας δικαιούται να διεκδικήσει μέσω της διαδικασίας της ψήφισης ως αμοιβή για τις κατ' ισχυρισμό δικαστηριακές υπηρεσίες που προσέφερε. Των πιο πάνω λεχθέντων, υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι έλαβε οδηγίες για να διασφαλίσει τα συμφέροντα της εναγόμενης στα πλαίσια της αίτησης διαζυγίου 321/10, ότι προέβη σε μία εμφάνιση ενώπιον Δικαστηρίου για σκοπούς της εν λόγω αίτησης και ότι εξασφάλισε μέσω του αρμόδιου Πρωτοκολλητή, αντίγραφο του διαζυγίου της εναγόμενης. Στη βάση αυτών του των ισχυρισμών, και με γνώμονα τις πρόνοιες του Κ.90 των περί Γαμικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών (409/1936)[1] και του πίνακα εξόδων και τελών του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 5) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2008 που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν ο ενάγοντας προχωρήσει με τη διαδικασία της ψήφισης, θα μπορεί ενδεχομένως να επιχειρήσει να διεκδικήσει ως αμοιβή σε σχέση με τις δικαστηριακές υπηρεσίες που αυτός ισχυρίζεται ότι παρείχε, μέχρι και €400 πλέον ΦΠΑ 15% και τόκο. Το αν βέβαια θα λάβει τέτοια αμοιβή είναι θέμα για τον Πρωτοκολλητή να αποφασίσει. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης συνεπώς, ως αυτές έχουν εξηγηθεί ανωτέρω, το ποσό που κρίνεται εύλογο και δίκαιο να λάβει ο ενάγοντας ως αμοιβή για τις επίδικες εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που παρείχε στην εναγόμενη, ήτοι για μελέτη και παροχή νομικής συμβουλής σε σχέση με συμφωνία η αξία της οποίας υπερέβαινε το €1.500.000 και για τρεις συναντήσεις με την εναγόμενη και τηλεφωνικές συζητήσεις με τον αντίδικο δικηγόρο σε σχέση με τη συγκεκριμένη συμφωνία και τη συμβουλή του, είναι θεωρώ, το ποσό των €2500 πλέον ΦΠΑ. Κρίνω συνεπώς ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση του εναντίον της εναγόμενης, μόνο όμως σε σχέση με ποσό €2500 πλέον ΦΠΑ. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι τα όσα προβάλλονται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης περί κατ' ισχυρισμό παρανομίας από πλευράς ενάγοντα λόγω μη έκδοσης τιμολογίου με απώτερο σκοπό την αποφυγή καταβολής από μέρους του ΦΠΑ στο κράτος δεν βρίσκουν κανένα έρεισμα στη δικογραφία και συνεπώς θα αγνοηθούν (βλ. μεταξύ άλλων ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ ΑΚΙΝΗΤΑ ΛΤΔ ν. ΕΛΛΗ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2009, 30/9/2014, ECLI:CY:AD:2014:A731) Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενης για ποσό €2500 πλέον ΦΠΑ πλέον νόμιμο τόκο. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη των προνοιών της Δ.57 Θ.3 και των λεχθέντων στην Ιωαννίδης ανωτέρω, ο ενάγοντας δικαιούται να λάβει τα έξοδα του ως επιτυχόντας διάδικος έστω και αν είναι ο ίδιος δικηγόρος. Εκτός λοιπόν αν τίθεται οποιοδήποτε θέμα πληρωμής στο Δικαστήριο, τα έξοδα της υπόθεσης, κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
- In divorce and matrimonial causes advocates shall be entitled to charge and be allowed costs at the rates set forth in Μέρος ΙΙ από το εκάστοτε εν ισχύι Παράρτημα Β του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού για πολιτικές αγωγές μεταξύ δέκα και πενήντα χιλιάδες ευρώ, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, proceedings in the first instance being treated as if they were matters before the District Court. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο