Αριστείδου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αγωγής: 3933/13, 15/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A602 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3933/13 Μεταξύ: XXXXX Αριστείδου Ενάγοντας και Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενος ------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 05/03/21 για χορήγηση άδειας για εκδίκαση προδικαστικού ένστασης) Ημερομηνία: 15 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο- αιτητή: κα Π. Χαραλάμπους Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κ. Χ. Χριστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (EX TEMPORE) Το δικογραφικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα αγωγή είχα την ευκαιρία να το συνοψίσω πρόσφατα σε ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στην αγωγή στις 05/10/
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 1 - 5 της απόφασής μου. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 19/06/13 και σύμφωνα με την Ε/Α, η εκδοχή του ενάγοντα είναι εν συντομία η εξής: Κατά ή περί την 23/03/2004 και περί ώρα 23:00, ενώ ο ενάγοντας υπηρετούσε ως υπολοχαγός της Εθνικής Φρουράς και διοικητής του δεύτερου λόχου στο XXXXX Τ.Π που έδρευε στον XXXXX, με καθήκοντα αξιωματούχου υπηρεσίας διανυκτερεύσεως για τη συγκεκριμένη ημέρα, δέχτηκε απρόκλητα και παράνομα επίθεση με γροθιές και κλωτσιές από τρεις κληρωτούς στρατιώτες του στρατοπέδου του με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες. Αμέσως μετά την επίθεση ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στο αγροτικό νοσοκομείο XXXXX και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου εισήχθη στο χειρουργείο και παρέμεινε εκεί μέχρι την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 24/03/2004 όταν και του χορηγήθηκε εξιτήριο και αναρρωτική άδεια μέχρι τις 25/03/
- Σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα, από την εν λόγω επίθεση αυτός υπέστη σωματικές βλάβες για τις οποίες παραθέτει συγκεκριμένες λεπτομέρειες στην Ε/Α του αλλά και παρουσίασε και ψυχολογικά προβλήματα, «.συνιστάμενα κυρίως σε δυσκολία προσαρμογής σε εκτέλεση υπηρεσίας με οπλίτες.». Λόγω τούτου, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, εξετάστηκε από ψυχίατρο του ΓΕΕΦ στις 28/04/2004 και 07/06/06 οπόταν και διαγνώστηκε με «.ψυχοτραυματικό στρες, συμπτώματα αυπνίας, απομόνωσης και διαταραχή» καθώς επίσης και με «.υπολειμματικά στοιχεία με αγχώδεις εκδηλώσεις και συναισθηματική φόρτιση που σχετίζονται με το ανωτέρω επεισόδιο του ξυλοδαρμού του». Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα ότι για τα θέματα αυτά της ψυχικής υγείας του, το Υπουργείο Άμυνας τον παρέπεμψε, κατόπιν εισήγησης του ΓΕΕΦ, σε ιατροσυμβούλιο ώστε να εξεταστεί τόσο η κατάσταση της υγείας του όσο και η ικανότητα του να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Ακολούθως, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, το εν λόγω ιατροσυμβούλιο τον έκρινε, λανθασμένα κατ' εκείνον, ως ανίκανο να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και στη βάση αυτής της κρίσης του ιατροσυμβουλίου, το Υπουργείο Άμυνας αποφάσισε στις 26/05/2008 όπως του επιβάλει πρόωρη και υποχρεωτική αφυπηρέτηση για λόγους υγείας από 31/07/
- Επειδή την απόφαση αυτή του Υπουργείου Άμυνας ο ενάγοντας τη θεώρησε εσφαλμένη, την προσέβαλε με την προσφυγή XXXXX/08, στα πλαίσια της οποίας πέτυχε στις 28/11/2011 να εκδοθεί σχετική ακυρωτική απόφαση οπόταν και επέστρεψε κανονικά στην υπηρεσία του τον Ιανουάριο του
- Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ενάγοντας θεωρεί ότι ο εναγόμενος, τον οποίον ενάγει «... υπό την ιδιότητα ως εκ του νόμου υπεύθυνος για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων ή και εκπροσώπων ή και υπαλλήλων της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή ενάγεται δυνάμει του Άρθρου 13 του Κεφ.148...», φέρει ευθύνη για «.το ανωτέρω επεισόδιο και για την βλάβη και/ή ζημιά που υπέστη λόγω αμέλειας και/ή παραβίασης των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον Νόμο και/ή από τη σχέση του τόσο με τον Ενάγοντα όσο και με τους στρατιώτες που του επιτέθηκαν και του προκάλεσαν τους ανωτέρω τραυματισμούς και σωματικές και ψυχικές βλάβες.». Είναι συγκεκριμένα η θέση του ενάγοντα, η οποία εξειδικεύεται στην υφιστάμενη Ε/Α σε χωριστή παράγραφο με τίτλο «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου Υποχρεώσεων», ότι ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει για την επιθετική συμπεριφορά των εμπλεκόμενων στρατιωτών η οποία εκδηλώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη θητεία τους, δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ώστε να παρασχεθεί στον ενάγοντα η αναγκαία ασφάλεια στον χώρο εργασίας του και/ή για να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι κίνδυνοι που ελλόχευε η εν λόγω συμπεριφορά με αποτέλεσμα αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, να υποστεί «.πόνο ταλαιπωρία, ψυχολογικά προβλήματα, αυπνίες και να νιώθει έντονα αισθήματα ντροπής, φόβου και ανασφάλειας..». Για το λόγο αυτό ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντα με την ειδική οπισθογράφηση της αγωγής, αξιώνει από τον εναγόμενο γενικές αποζημιώσεις για σωματικές και/ή ψυχικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, πραγματικά έξοδα καθώς επίσης και νόμιμο τόκο από «.23/3/2004 ημερομηνίας γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος.»., Την Υπεράσπιση της η πλευρά του εναγόμενου την καταχώρησε στις 02/04/2014 και σε αυτήν προβάλλεται πρωτίστως προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα που προωθεί ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή έχει παραγραφεί «καθότι έχει περάσει η εκ του Νόμου καθορισμένη προθεσμία των 3 χρόνων». Άνευ βλάβης όμως της ένστασης αυτής και επί της ουσίας της υπόθεσης, η πλευρά του εναγόμενου δέχεται ότι ο ενάγοντας υπέστη ξυλοδαρμό στις 23/03/04 από κάποιους κληρωτούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στη μονάδα που ήταν τότε τοποθετημένος, ότι λόγω της επίθεσης παρουσίασε ψυχολογικά προβλήματα «συνιστάμενα κυρίως σε δυσκολία προσαρμογής σε εκτέλεση υπηρεσίας με οπλίτες.», ότι κατόπιν σχετικών ιατρικών αξιολογήσεων αυτός κρίθηκε στις 27/03/08 ως ανίκανος να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα οπόταν και αποφασίστηκε η πρόωρη υποχρεωτική αφυπηρέτηση του από τις 31/07/08 και ότι η εν λόγω απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε στα πλαίσια σχετικής προσφυγής που καταχώρησε ο ενάγοντας. Αρνείται παρά ταύτα η πλευρά του εναγόμενου ότι ευθύνεται με οποιονδήποτε τρόπο για τον ξυλοδαρμό του ενάγοντα ή τις κατ' ισχυρισμό συνέπειες που ο εν λόγω ξυλοδαρμός επέφερε στον τελευταίο και ισχυρίζεται ότι αν ευθύνεται κάποιος να αποζημιώσει τον ενάγοντα αυτοί είναι αποκλειστικά οι στρατιώτες που του επιτέθηκαν, οι οποίοι στις 27/7/2004 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από το στρατιωτικό Δικαστήριο κατόπιν δίωξης τους γι' αυτό ακριβώς το περιστατικό. Σημειώνω εδώ ότι στην Υπεράσπιση της η πλευρά του εναγόμενου παραθέτει διάφορες λεπτομέρειες αναφορικά με τις διαδικασίες που φέρονται να έγιναν από τις 28/04/2004 μέχρι και τις 19/08/2013 για σκοπούς αξιολόγησης της εξέλιξης της υγείας του ενάγοντα και της ικανότητας του να εκτελεί τα καθήκοντα του, και αναφέρει μεταξύ άλλων και ότι ο τελευταίος κρίθηκε ως άριστος και πολύ καλός στις εκθέσεις ικανότητας και τα σημειώματα αποδόσεως που καταρτίστηκαν σε σχέση με την εργασία του κατά την περίοδο 24/01/12 έως 04/03/13, ήτοι μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστήριου και την επανατοποθέτηση του στην υπηρεσία. Η τελευταία επανεξέταση, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, έχει ζητηθεί να γίνει από τις 19/08/13, πλην όμως μέχρι την καταχώρηση της Υπεράσπισης στις 02/04/14 δεν είχε εκδοθεί ακόμα οποιαδήποτε απόφαση από το ιατροσυμβούλιο. Στους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου ο ενάγοντας έκρινε αναγκαίο να απαντήσει οπόταν στις 06/05/14 καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία επικεντρώνεται ουσιαστικά στην προδικαστική ένσταση που ηγέρθη περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που προωθεί με την παρούσα αγωγή. Οι επί του προκειμένου λοιπόν ισχυρισμοί που προβάλλει ο ενάγοντας με το δικόγραφο της Απάντησης περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά στην ουσια σε θέμα πραγματικό, ήτοι στο ότι κατ' εκείνον δεν τίθεται θέμα παραγραφής εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στον πιο κατάλληλο για τούτο χρόνο και αυτό, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αφ' ενός διότι «.προκειμένου να έχει αποκρυσταλλωμένη και/ή οριστική εικόνα τόσο της υγείας του όσο και της οικονομικής και επαγγελματικής του κατάστασης, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής δικαιολογημένα ανέμενε (ο ενάγοντας), αρχικά την έκβαση της προσφυγής του με αρ. XXXXX/08 και εν συνεχεία κατόπιν επιτυχίας της προσφυγής του την έκβαση της διαδικασίας επανεξέτασης η οποία παρά την επιστροφή του Ενάγοντα στην εργασία του, μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά αντίθετα ο Εναγόμενος συνεχίζει να τον παραπέμπει σε ιατροσυμβούλια προς εξέταση, επικαλούμενος ότι η κατάσταση της υγείας του διαφοροποιείται...», και αφ' ετέρου διότι «. κατά ή περί την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής έλαβε για πρώτη φορά (ο ενάγοντας) έγγραφα που καταδεικνύουν και/ή αποκαλύπτουν τις αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή τις παραβιάσεις θεσμού καθηκόντως του Εναγόμενου, τις οποίες μέχρι τότε αγνοούσε.». Κατά τον ενάγοντα, το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρουσιάστηκε τόσο με την υπεράσπιση του όσο και προηγουμένως να θεωρεί ότι η υγεία του ενάγοντα διαφοροποιείτο και δεν ήταν ποτέ σταθερή, τον εμποδίζει από του να εγείρει και να προωθεί οποιοδήποτε θέμα παραγραφής. Ο δεύτερος άξονας της Απάντησης του ενάγοντα εδράζεται επί ζητήματος κυρίως νομικού και συγκεκριμένα στη θέση ότι «Το αγώγιμο δικαίωμα του (ενάγοντα) δεν εδράζεται μόνο επί του αστικού αδικήματος της αμέλειας και/ή η βάση της αγωγής του δεν είναι μόνο το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά και η παραβίαση θέσμιου καθήκοντος...» και στη θέση ότι «.Το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί και/ή σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής και μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της η οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια περί παραγραφής τελούσε υπό αναστολή και/ή με σχετικά νομοθετήματα επεκτάθηκε ο χρόνος της παραγραφής». Με την ολοκλήρωση τις δικογραφίας στις 06/05/14 και ακολούθως των διάφορων προδικαστικών διαδικασιών με βάση την τότε εν ισχύ Δ.30, η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 09/03/
- Για τους λόγους όμως που καταγράφονται στα πρακτικά η ακρόαση δεν κατέστη δυνατό να λάβει χώρα κατ' εκείνη την ημερομηνία οπόταν και αναβλήθηκε για τις 16/10/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, η πλευρά του ενάγοντα εξέφρασε την πρόθεση να τροποποιήσει την Ε/Α της οπόταν η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 01/12/
- Αν και την προτιθέμενη αυτή αίτηση η πλευρά του ενάγοντα δεν την καταχώρησε μέχρι την 01/12/15 εντούτοις, επειδή κατά τις επόμενες δύο εμφανίσεις δήλωσε ότι εξακολουθούσε να έχει την πρόθεση αυτή και ζήτησε όπως της δοθεί και ο ανάλογος χρόνος, η υπόθεση επαναορίζετο μέχρι και τις 03/03/16 για οδηγίες. Στις 03/03/16 όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δήλωσε ότι δεν θα προέβαινε τελικά σε τροποποίηση της Ε/Α οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε γι' ακρόαση στις 18/10/
- Παρά ταύτα, μέχρι και τις 22/02/21 δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει η ακρόαση αφού κατά καιρούς υποβλήθηκαν και εγκρίθηκαν διάφορα αιτήματα αναβολής, τα οποία οφείλονταν είτε σε από κοινού προσπάθειες που γίνονταν για διευθέτηση είτε σε κωλύματα που παρουσιάστηκαν με το πρόγραμμα των δικηγόρων και του Δικαστηρίου. Λίγες μέρες πριν την ημερομηνία ακρόασης της 22/01/21, η πλευρά του ενάγοντα αιτήθηκε αναβολή δηλώνοντας ότι θεωρούσε αναγκαίο να τροποποιήσει την Ε/Α της πριν την έναρξη της ακρόασης. Η πλευρά του εναγόμενου δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, δήλωσε όμως και εκείνη την πρόθεση της πλέον να προβεί σε αίτηση για να εκδικαστεί προδικαστικά η δικογραφημένη ένσταση της περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που προωθεί εναντίον της ο ενάγοντας οπόταν και το Δικαστήριο έδωσε σε αμφότερους τους διαδίκους χρόνο μέχρι τις 23/03/21 για να καταχωρήσουν τις αιτήσεις που δήλωσαν ότι θα καταχωρούσαν. Μέχρι τις 05/03/21 όμως, μόνο η πλευρά του εναγόμενου καταχώρησε την αίτηση που δήλωσε ότι θα καταχωρήσει, ήτοι αίτηση για να δοθεί άδεια όπως εκδικαστεί προδικαστικά το θέμα της παραγραφής. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ήτοι στις 18/03/21, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση τροποποίησης της Ε/Α του, η οποία αίτηση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ορίστηκε την ίδια μέρα που είχε οριστεί η αγωγή αλλά και η αίτηση του εναγόμενου, ήτοι στις 23/03/
- Στη συνέχεια έλαβαν χώρα διάφορες εμφανίσεις για σκοπούς των δύο αιτήσεων, κατά τις οποίες και οι δύο πλευρές δήλωναν διαφωνία ως προς το ποια αίτηση θα έπρεπε να δικαστεί πρώτα. Τελικά όμως, στις 10/06/21 αμφότεροι οι συνήγοροι ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως εκδικαστεί πρώτα η αίτηση του ενάγοντα για τροποποίηση και ακολούθως η αίτηση για προδικαστική εκδίκαση της παραγραφής του εναγόμενου οπόταν και δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης στην πρώτη αίτηση.». Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι αποκλειστικά το κατά πόσο θα πρέπει ή όχι να δοθεί άδεια δυνάμει της Δ.27 για να εκδικαστεί προδικαστικά η ένσταση που εγείρει στην υπεράσπισή της η εναγόμενη ως προς το ότι το αγώγιμο δικαίωμα που προωθεί ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή έχει παραγραφεί, «καθότι έχει περάσει εκ του Νόμου καθορισμένη προθεσμία των τριών χρόνων». Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς του ενάγοντα, η ουσία της οποίας είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που σύμφωνα με τη νομολογία περιβάλλουν και διέπουν τη χορήγηση άδειας δυνάμει της Δ.
- Αυτό κατά τον ενάγοντα αφ' ενός γιατί δεν υπάρχει προς το παρόν εκείνο το απαιτούμενο υπόβαθρο που να δικαιολογεί να δοθεί η αιτούμενη άδεια και αφ' ετέρου γιατί η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με τέτοια υπέρμετρη καθυστέρηση, που σύμφωνα με τη σχετική Νομολογία, δεν επιτρέπεται πλέον η προδικαστική εκδίκαση οποιουδήποτε σημείου (βλ. ΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ κ.α ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, 24/2/2016) Αντίθετη βεβαίως είναι η θέση της πλευράς του εναγόμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του οποίου υποστήριξε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 ώστε να δοθεί άδεια για να δικαστεί προδικαστικά το θέμα που εγείρεται στην υπεράσπιση περί παραγραφής. Κατά τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνήγορων, οι οποίες ήταν σε τέτοιο βαθμό βοηθητικές ώστε να επιτρέψουν στο Δικαστήριο να εκδώσει άμεσα και από έδρας την απόφασή του, αμφότεροι οι τελευταίοι με παρέπεμψαν τόσο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων. Σε ερώτηση όμως του Δικαστηρίου κατά πόσο οι πρωτόδικες και εφετειακές αυτές αποφάσεις είχαν ασχοληθεί με το ζήτημα χορήγησης άδειας δυνάμει της Δ.27 όταν το θέμα που ζητείται να δικαστεί προδικαστικά είναι αυτό της παραγραφής, η απάντηση ήταν αρνητική. Επισημαίνω εδώ ότι με τις γραπτές τους παραστάσεις, αμφότερες οι πλευρές επικεντρώθηκαν μόνο στις γενικές αρχές της Δ.27 και δεν φαίνεται να τους απασχόλησε το ζήτημα και υπό αυτή τη συγκεκριμένη σκοπιά. Όμως, ως έχει νομολογηθεί στη υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, ECLI:CY:AD:2018:A297, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018 : «.Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα. Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» (έμφαση δική μου) Δράττομαι εδώ του χαρακτηρισμού που γίνεται στη Malak για το θέμα της παραγραφής ως «.ζήτημα .δικαιοδοτικό.(το οποίο είναι).ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση.» και αναφέρω ότι είχα την ευκαιρία πρόσφατα, στην υπόθεση Μηνά ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 842/18, 30/7/2021, να εξετάσω το θέμα χορήγησης άδειας δυνάμει της Δ.27 για προδικαστική εκδίκαση ένστασης ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και είχα αναφέρει τα εξής: «Η Δ.27 επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση έχει δύο πτυχές. Η μία αφορά στις περιπτώσεις όπου εγείρεται από τη δικογραφία κάποιο νομικό σημείο, το οποίο, αν δικαστεί προδικαστικά και επιτύχει, θα αποπερατώσει πλήρως την αγωγή και χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προχωρήσει η υπόθεση σε πλήρη ακρόαση επί της ουσίας της (Δ.27 Θ.1), ενώ η άλλη πτυχή, αφορά στις περιπτώσεις όπου ζητείται η διαγραφή ενός δικογράφου στη βάση του ότι αυτό δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε καλή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή διότι είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό (Δ.27 Θ.3). Στην υπό κρίση περίπτωση, η εναγόμενη δεν ζήτησε τη διαγραφή της αγωγής στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής και ότι η φερόμενη ως επίδικη διαφορά, εκφεύγει της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά παραδόξως επέλεξε να περιορίσει το αίτημα της δυνάμει της Δ.27, αποκλειστικά στο να λάβει άδεια να δικαστεί προδικαστικά το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει ή όχι καθ' ύλη δικαιοδοσία. Ο λόγος που λέω παραδόξως, είναι διότι το θέμα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου, εκ της φύσης του, όχι μόνο δεν απαιτεί να ληφθεί άδεια για να εκδικαστεί προδικαστικά αλλά ούτε και χρειάζεται να γίνει επίκληση των προνοιών της Δ.27 ώστε να εξεταστεί και αυτό γιατί πρόκειται για θέμα που μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση, καθώς και θέμα που επιβάλλεται νομολογιακά όπως εξετάζεται προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. μεταξύ άλλων Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 ΑΑΔ 1424, Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435, Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625, Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Μάλιστα δε, στην Markides, όπου πρωτόδικα το θέμα της δικαιοδοσίας ηγέρθη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι «.Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε θεώρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου χωρίς να προηγηθεί αίτηση για το σκοπό αυτό βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» Έκρινα σκόπιμο να επισημάνω τα πιο πάνω, διότι η επιλογή της εναγόμενης να ακολουθήσει τη διαδικασία της Δ.27 Θ.1 και να μην θέσει απευθείας το θέμα της δικαιοδοσίας προς εκδίκαση, οδήγησε αμφότερες τις πλευρές να καταπιαστούν με την ύπαρξη ή μη παραδεκτού υπόβαθρου γεγονότων. Τα γεγονότα όμως που προσμετρούν τόσο στον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσο και του αγώγιμου δικαιώματος στο οποίο βασίζεται η απαίτηση, είναι τα γεγονότα που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα και τα οποία προκύπτουν ιδιαιτέρως από την Έκθεση Απαίτησης (βλ. Takis P Markides Ltd ανωτέρω, GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480), και ως είναι νομολογημένο, η βάση επί της οποίας εδράζεται μία αγωγή, είναι αυτή που διατυπώνεται στην οπισθογράφηση της απαίτησης, η οποία συνιστά και τον «πυρήνα» της αγωγής (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389). Το δικόγραφο της Απάντησης βέβαια, έστω και αν αυτό καταχωρείται προαιρετικά, δεν αγνοείται, εφόσον δεν είναι υποδεέστερο της Έκθεσης Απαίτησης δικόγραφο αλλά δικόγραφο το οποίο δεσμεύει τον ενάγοντα αφού ουσιαστικά «ολοκληρώνει» την δικογραφημένη εκδοχή που συνθέτει την απαίτηση του. Το κρίσιμο βέβαια ερώτημα δεν είναι το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος αλλά το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση του ενάγοντα ως αυτή προβάλλεται μέσω των δικογράφων του - «does the Court have jurisdiction to entertain the claim» (βλ. Πετράκη ανωτέρω) Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2020:A386, ECLI:CY:AD:2020:A386, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 280/2013, 16/11/2020, όπου εκεί το θέμα της δικαιοδοσίας είχε εγερθεί στα πλαίσια της Δ.27, και το «παράπονο» του εφεσείοντα ήταν μεταξύ άλλων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα χωρίς να έχει ενώπιον του παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ή έστω αποκρυσταλλωμένο το σύνολο της σχετικής μαρτυρίας. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς, ότι σ' εκείνη την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, το επίδικο δικαιοδοτικό ερώτημα περιστράφηκε γύρω από το διαχωρισμό της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού και του Διοικητικού Δικαστηρίου. Λέχθηκαν λοιπόν τα εξής: «.Στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ, 420, επαναλαμβάνεται η πάγια ερμηνεία του Άρθρου 146 του Συντάγματος με βάση την οποία το πολιτικό Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται μόνον από τον ακυρωτικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (και από την τροποποίηση του Συντάγματος του Διοικητικού Δικαστηρίου) στο οποίον εναποτίθεται η αποκλειστική δικαιοδοσία ακύρωσης. Μόνο με την ακύρωση της διοικητικής πράξης θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης και με αυτό ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, δύναται να επιδιωχθούν θεραπείες αποζημιώσεως από Πολιτικό Δικαστήριο (Βλ. Takis P.Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Γ ΑΑΔ, 1424). Οπότε, κυρίαρχο και πρωτεύον να απαντηθεί είναι το τι υφή και τι περιεχόμενο έχει η πράξη ή οι πράξεις που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του εφεσείοντα. Για αυτό το σκοπό έχουμε εγκύψει στην έκθεση απαίτησης η οποία θεμελιώνει ή όχι τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Βλ. «Sevegep» Ltd ν. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1E ΑΑΔ, 729) και Παναγή ν. Γεν.Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 ΑΑΔ 1107).. Ο εφεσείων.Με την έφεση παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε κοινό πλαίσιο γεγονότων ώστε να εξετάσει το εγερθέν θέμα προδικαστικά, δηλαδή πριν την ακρόαση. Παραβλέπει όμως, η πλευρά του εφεσείοντα, πως τα θεμελιωτικά γεγονότα της αξίωσης είναι η έκθεση απαίτησης που τα θέτει και είναι στη βάση αυτή που κρίνεται η δικαιοδοσία. Όπως ελέχθη στην Κούρου ν. Κόνου, ECLI:CY:AD:2014:A764, ECLI:CY:AD:2014:A764, ECLI:CY:AD:2014:A764, Πολιτική Έφεση 325/09, ημερ. 10.10.2014, «η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από την έκθεση απαίτησης και από τα όποια αποδεκτά γεγονότα (Δέστε, Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ ν. Ανδρέα Σιακαλλή
(2001)1 ΑΑΔ, 1324, Σαφαρίνο Λτδ ν. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ, 1059 και Μουρτζής ν. Global Cruises
(1992)1 ΑΑΔ, 1160)». Τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα, όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία, είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» (έμφαση δική μου) Με άλλα λόγια, έστω και εάν η εναγόμενη επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία της Δ.27 για να εξεταστεί το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει ή όχι καθ' ύλη δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα τους ισχυρισμούς που σύμφωνα με τη δικογραφία του ενάγοντα, συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμά του. Βεβαίως, συνεπεία της επιλογής να χρησιμοποιηθεί η Δ.27 Θ.1, δεν παρέχεται στο παρόν στάδιο το πεδίο για να εξεταστεί η ουσία του δικαιοδοτικού θέματος που εγείρεται. Ως εκ τούτου, αν και αμφότερες οι πλευρές επεκτάθηκαν στις αγορεύσεις τους και στο κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο τελικά έχει ή δεν έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία, εφόσον το έπραξαν αυτό μόνο ώστε να καταλήξουν στο αν δικαιολογείται ή όχι η εξέταση του θέματος προδικαστικά, τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας αίτησης θα εξεταστούν, αναγκαστικά αλλά και για ευνόητους λόγους, κατ' ανάλογα περιορισμένο τρόπο. όμως, όπως ανέφερα και ανωτέρω, το θέμα της δικαιοδοσίας συνιστά θέμα δημόσιας τάξης και ως εκ της φύσης του αυτής, επιβάλλεται να δικαστεί προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα για τούτο, και η όποια τυχόν καθυστέρηση έχει επιδειχθεί στην έγερση του, είναι άνευ σημασίας (βλ. CY.E.M.S. ανωτέρω)» Υπό το φως λοιπόν των όσων αναφέρονται στη Malak ανωτέρω αναφορικά με το πώς αντικρίζεται η Δ.27 όταν το ζήτημα που ζητείται να εκδικαστεί προδικαστικά είναι αυτό της παραγραφής[1], θεωρώ ότι τα όσα σχετικά με την εν λόγω Διάταξη ανέφερα στη Μηνά εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο και στην υπό κρίση περίπτωση, αφού το εγειρόμενο θέμα της παραγραφής άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ως τέτοιο επιβάλλεται να εξετάζεται πριν από οτιδήποτε άλλο, τουλάχιστο για σκοπούς εξοικονόμησης δικαστικού και δικηγορικού χρόνου αλλά και αποφυγής αχρείαστης δημιουργίας εξόδων. Άλλωστε, εφόσον το θέμα άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αυτό μπορεί, αν πλέον ικανοποιείται και το αρ. 20 του Ν.66(Ι)/2012, που στην προκειμένη περίπτωση ικανοποιείται εφόσον το ζήτημα εγείρεται στα δικόγραφα, να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη των πιο πάνω αλλά και των όσων αναφέρονται στην ανταλλαγείσα δικογραφία καθώς επίσης και το ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται η διαγραφή οποιουδήποτε δικογράφου δυνάμει της Δ.27Θ.3, θεωρώ ότι εφόσον η δικαιοδοτική φύση του ζητήματος της παραγραφής επιβάλλει όπως αυτό επιχειρηθεί να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο, το πραγματικό ερώτημα που θα πρέπει να απασχολήσει δεν είναι το κατά πόσο παρέχεται ή όχι το πεδίο για να δοθεί άδεια δυνάμει της Δ.27 ώστε να εξεταστεί προδικαστικά το συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά το κατά πόσο μπορεί, στο συγκεκριμένο στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, ήτοι πριν την προσκόμιση της μαρτυρίας, να εξαχθεί από τα δικόγραφα οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα για παραγραφή της αξίωσης. Η απάντηση όμως στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί μόνο αν επιχειρηθεί να εξεταστεί η ουσία της ένστασης της εναγόμενης και είναι ακριβώς στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας που θα εξεταστούν και θα αξιολογηθούν και τα όσα προβάλλονται από πλευράς ενάγοντα αναφορικά με το κατά πόσο παρέχεται στο παρόν στάδιο, εκ της δικογραφίας και προδικαστικά δηλαδή, εκείνο το αναγκαίο πεδίο για την εξαγωγή οποιουδήποτε ασφαλούς συμπεράσματος περί παραγραφής. Και σίγουρα, αν κατά την προσπάθεια εξέτασης της ουσίας της ένστασης της εναγόμενης ήθελε φανεί ότι τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να αποφασιστεί τελεσίδικα το θέμα θα πρέπει να αποκρυσταλλωθούν πρώτα με μαρτυρία, ήτοι ως υποστηρίζει η πλευρά του ενάγοντα ότι θα πρέπει να γίνει, τότε σαφώς και το θέμα της παραγραφής θ' αφεθεί να αποφασιστεί στο τέλος, όπως έγινε και στην αγωγή 1986/12 στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Χριστάκη. Το να χρησιμοποιηθεί όμως η Δ.27 ως εμπόδιο στο να επιχειρηθεί να εξεταστεί προδικαστικά το θέμα της παραγραφής δεν είναι θεωρώ κάτι το οποίο δικαιολογείται από τη νομολογία, η οποία αντίθετα επιβάλλει όπως το θέμα επιχειρηθεί να εξεταστεί προδικαστικά. Αν μη τι άλλο, είναι στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας του ζητήματος που θα «καθοριστούν» και τα νομικά/νομοθετικά πλαίσια εντός των οποίων οι δύο πλευρές θα αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους ως προς το αν δύναται ή όχι να αποφασιστεί από τώρα το ζήτημα της παραραφής ή αν θα πρέπει να παραμείνει ν' αποφασιστεί στο τέλος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, εφόσον η εναγόμενη έχει επιλέξει να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου για να εξεταστεί στο παρόν στάδιο το θέμα της παραγραφής που εγείρει με τα δικόγραφα της, θα δώσω την αιτούμενη άδεια και θα προχωρήσω να ορίσω ημερομηνία γι' αγορεύσεις. Επαναλαμβάνω όμως και επισημαίνω ότι είναι καθ' αυτή την προδικαστική εξέταση της ουσίας του συγκεκριμένου ζητήματος που θα εξεταστούν και τα όσα εγείρονται από πλευράς ενάγοντα αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί ή όχι το συγκεκριμένο ζήτημα της παραγραφής να αποφασιστεί από αυτό το προδικαστικό στάδιο. ( Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο