← Κύπρος

Φυρίλλα ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 78/18, 14/9/2021

Φυρίλλα ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 78/18, 14/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A597 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 78/18 Μεταξύ: XXXXX Φυρίλλα Ενάγοντα και

  1. XXXXX Ιωάννου
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας διά μέσου του Υπουργείου Παιδείας
  3. Πανεπιστημίου Κύπρου Εναγομένων ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντας: Ο ίδιος αυτοπροσώπως Για εναγόμενη 1: κ. Κ. Καντούνας Για εναγόμενο
  4. κα Μ. Κοτσώνη Για εναγόμενο 3 κα Α.Χρίστου ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδοχή που αυτοπροσώπως προωθεί ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή είναι εν συντομία η εξής. Στις 11/01/18 και περί ώρα 01:00 το πρωί, ενώ κοιμόταν στο σπίτι του με τη σύζυγό του και τα τέσσερα παιδιά τους, ξύπνησαν ξαφνικά από κάποιο θόρυβο που ακούστηκε έξω από το σπίτι τους. Αφού πλησίασε αθόρυβα το παράθυρο του υπνοδωματίου τους, ο ενάγοντας, ως ισχυρίστηκε, διαπίστωσε ότι «.οι θόρυβοι προκαλούνταν από άγνωστο πρόσωπο το οποίο είχε εισέλθει εντός της αυλής της οικίας μου σε άγνωστο για εμένα χρόνο και το οποίο εκείνην τη στιγμή κατευθυνόταν προς την πίσω βεράντα της κουζίνας της οικίας μου. Μετά τη διαπίστωση που αναφέρω παραπάνω, διά κραυγών εκφόβισα το άγνωστο πρόσωπο το οποίο εκμεταλλευόμενο το κόστος διέφυγε. Συγκεκριμένα του φώναξα επανειλημμένα ότι έχω καλέσει Αστυνομία για να τον συλλάβει». Σημειώνω εδώ ότι αντεξεταζόμενος επί της πιο πάνω θέσης του, ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο μόνος λόγος που δεν βγήκε έξω από το σπίτι για να αντιμετωπίσει το άγνωστο πρόσωπο που διαπίστωσε ότι βρισκόταν εκεί ήταν διότι η εκπαίδευση που έχει τύχει ως Αντισυνταγματάρχης της Εθνικής Φρουράς ήταν για να σκοτώνει και όχι για να ακινητοποιεί πρόσωπα. Συνεπώς, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, το μόνο που έκρινε ορθό να πράξει ήταν να εκφοβήσει τον άγνωστο δράστη με δυνατές φωνές, τακτική η οποία, όπως τελικά αποδείχτηκε, ήταν επιτυχής. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, «.μετά την αποχώρηση του άγνωστου προσώπου διενέργησα έλεγχο και διαπίστωσα ότι το άγνωστο πρόσωπο είχε εισέλθει παράνομα εντός της μικρής εξωτερικής βοηθητικής αποθήκης της οικίας μου και είχε ανοίξει μικρό ξύλινο φωριαμό στον οποίο κατά την άποψή μου λογικά προσπάθησε και είχε πρόθεση να τοποθετήσει τους χάρτινους φακέλους. Λόγω αιφνιδιασμού του το άγνωστο πρόσωπο εγκατέλειψε τους χάρτινους φακέλους στο πάτωμα εντός της μικρής εξωτερικής βοηθητικής αποθήκης της οικίας του ισογείου. Μετά από έλεγχο διαπίστωσα ότι το περιεχόμενο των χάρτινων φακέλων αποτελείτο από γραπτά, μελέτες, εργασίες και έγγραφα με προσωπικά στοιχεία φοιτητών του Εναγόμενου 3, οι οποίοι φοιτούσαν κατά τα έτη 2010 2013... και των οποίων καθηγήτρια ήταν η Εναγόμενη 1 υπό την ιδιότητά της ως υπάλληλος των Εναγομένων 2 και 3». Σημειώνω εδώ ότι στην πορεία της υπόθεσης διαφάνηκε ότι η εναγόμενη 1 είναι κουνιάδα του ενάγοντα, ήταν δηλαδή παντρεμένη με τον αποβιώσαντα σήμερα αδελφό του τελευταίου. Θέση του ενάγοντα είναι ότι επειδή τα έγγραφα που αφέθηκαν εντός του ευρύτερου χώρου της οικίας του περιείχαν προσωπικά δεδομένα τρίτων, καθώς επίσης και εμπιστευτικής φύσης πληροφορίες, αυτός αναστατώθηκε έντονα και ένιωσε σοβαρά εκτεθειμένος αφού δεν ήξερε πώς έπρεπε να χειριστεί το γεγονός ότι περιήλθαν σε γνώση του τέτοια δεδομένα. Λόγω τούτου αλλά και επειδή στο παρελθόν, ως ισχυρίζεται, είχαν διαρρεύσει ξανά παρόμοια έγγραφα προς το άτομο του, ήτοι έγγραφα τα οποία η εναγόμενη 1, ως υπάλληλος των εναγομένων 2 και 3, ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον να τα διατηρεί σε ασφαλή φύλαξη, καταχώρησε την παρούσα αγωγή λίγες ώρες μετά το κατ' ισχυρισμό περιστατικό της 11/01/18 αφού αντιλήφθηκε ότι κανένας εκ των εναγομένων δεν φαίνεται να έμαθε από τα προηγούμενα λάθη του. Είναι ειδικότερα ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι τρία χρόνια πριν και συγκεκριμένα στις 03/08/15 και περί τις 15:30, κάποια γυναίκα άγνωστη προς τον ίδιο είχε επισκεφθεί τη μία εκ των δύο αποθηκών που βρισκόταν στο υπόγειο της οικοδομής όπου είναι η κατοικία του, η οποία αποθήκη χρησιμοποιείτο τότε από την εναγόμενη 1 και τη δική της οικογένεια οι οποίοι διέμεναν στην ίδια οικοδομή, στον όροφο πάνω από τον όροφο του ενάγοντα. Η άγνωστη λοιπόν αυτή γυναίκα που εισήλθε στην αποθήκη της εναγόμενης 1, εγκατέλειψε στη συνέχεια, σύμφωνα με τον ενάγοντα, μια μαύρη νάιλον σακούλα στο δημόσιο πεζοδρόμιο μπροστά από σπίτι του, η οποία σακούλα εκ πρώτης όψεως φαινόταν να περιείχε σκουπίδια. Δύο με τρεις μέρες αργότερα όμως, όταν η σακούλα σκίστηκε λόγω φθοράς και το περιεχόμενό της σκορπίστηκε στον δρόμο και στο πεζοδρόμιο, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, αποφάσισε να ερευνήσει το περιεχόμενο της σακούλας οπόταν και διαπίστωσε ότι «.η σακούλα περιείχε γραπτά, εργασίες και έγγραφα με προσωπικά δεδομένα φοιτητών...στα οποία αναγραφόταν μεταξύ άλλων το ονοματεπώνυμο, αριθμός ταυτότητας και η βαθμολογία.». Αντιλαμβανόμενος πλέον ότι τα έγγραφα αφορούσαν φοιτητές του εναγόμενου Πανεπιστημίου και των οποίων καθηγήτρια ήταν η εναγόμενη 1, τα μάζεψε και προσπάθησε να επικοινωνήσει με την τελευταία για να της τα παραδώσει. Επειδή όμως οι σχέσεις του με αυτή και την οικογένεια της δεν ήταν καθόλου καλές, απέφυγε να επικοινωνήσει ευθέως μαζί της και της άφησε διάφορα σημειώματα στο γραμματοκιβώτιό της οικίας της χωρίς όμως η τελευταία να ανταποκριθεί ποτέ. Σημειώνω εδώ ότι κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας δέχτηκε ότι ενδεχομένως η εναγόμενη να είχε εγκαταλείψει την οικία της από το καλοκαίρι του 2014 αν και δήλωσε ότι λόγω των κακών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ τους, δεν γνώριζε οποιεσδήποτε περαιτέρω πληροφορίες για το θέμα αυτό. Επειδή λοιπόν η εναγόμενη 1, ως ο ενάγοντας ισχυρίζεται, δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις του να προσέλθει να παραλάβει τα συγκεκριμένα έγγραφα, και επειδή ένιωθε να είναι ο ίδιος πλέον σοβαρά εκτεθειμένος σε προσωπικά δεδομένα τρίτων, θεώρησε καθήκον του όπως διασφαλίσει τόσο τα δικαιώματα αυτών των τρίτων προσώπων όσο και τα δικά του δικαιώματα. Για το λόγο αυτό προσπάθησε με διάφορους τρόπους να ενημερώσει τους εναγόμενους 2 και 3, ήτοι τους κατ' εκείνον εργοδότες της εναγόμενης 1 και υπεύθυνους για τη γενικότερη φύλαξη και ασφάλεια των συγκεκριμένων εγγράφων και του περιεχομένου τους και εν τέλει, μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερε να παραδώσει τα έγγραφα στον πρύτανη του Πανεπιστημίου. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, όταν το 2018 παρόμοια έγγραφα με αυτά του 2015 διέρρευσαν και βρέθηκαν για ακόμα μία φορά ενώπιον του και στο χώρο της οικίας του και χωρίς ο ίδιος να ευθύνεται για τούτο, αποφάσισε ότι έπρεπε πλέον να λάβει ο ίδιος μέτρα για να διαφυλάξει τόσο τα έγγραφα και τα πρόσωπα στα οποία αυτά αφορούσαν όσο και τον ίδιο τον εαυτό του. Επικοινώνησε λοιπόν με το Λ. Μιλτιάδους, φίλο του και διευθυντή της XXXXX, στην οποία Οργάνωση ανήκει το XXXXX, και ζήτησε όπως του επιτραπεί να αποθηκεύσει τα έγγραφα στο θωρακισμένο δωμάτιο που υπάρχει εκεί για σκοπούς φύλαξης ων όπλων και πυρομαχικών. Το αίτημα του εγκρίθηκε από τη Διοίκηση του XXXXX, υπό τον όρο όμως ότι αν τα έγγραφα θα φυλάσσονταν για περισσότερο από δύο μήνες τότε θα έπρεπε να καταβληθεί στο σκοπευτήριο το ποσό των €400 ευρώ. Αφού λοιπόν καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 11/1/18, ο ενάγοντας σφράγισε τους χάρτινους φακέλους που εντόπισε τα ξημερώματα εκείνης της μέρας με τα συγκεκριμένα έγγραφα, υπογράφοντας μάλιστα και το κάθε φάκελο για σκοπούς ασφάλειας, και ακολούθως τους φύλαξε στο θωρακισμένο δωμάτιο του σκοπευτηρίου στις 12/1/
  5. Εν τελεί, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, εφόσον κανένας εκ των εναγομένων δεν ενδιαφέρθηκε να παραλάβει τα συγκεκριμένα έγγραφα και να τον απαλλάξει από το καθήκον που ανέλαβε για τη φύλαξή τους, αυτά χρειάστηκε να φυλαχθούν στο σκοπευτήριο μέχρι και τις 11/04/2021, όταν και χρειάστηκε να αποκαλυφθούν για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Λόγω τούτου όμως, το σκοπευτήριο χρέωσε τον ενάγοντα το συμφωνημένο ποσό των €400 και το οποίο ποσό, αν και ο τελευταίος δεν το έχει ακόμη πληρώσει, εντούτοις αναγνωρίζει ότι αυτό θα πρέπει να πληρωθεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ενάγοντας, ο οποίος θεωρεί ότι όλοι οι εναγόμενοι επέδειξαν αμέλεια και παρέβηκαν τα θέσμια καθήκοντα τους αναφορικά με την υποχρέωση τους να φυλάττουν με ασφάλεια τα έγγραφα που διέρρευσαν αλλά και το περιεχόμενό τους, ισχυρίζεται ότι υπέστη ψυχική ταλαιπωρία και οδύνη καθώς επίσης και ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του σε κοινωνική και ιδιωτική ζωή αφού εκτέθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα σε προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων χωρίς να μπορεί να γνωρίζει τι πρέπει να κάμει. Την ίδια στιγμή δε, βρέθηκε και να οφείλει να πληρώσει το ποσό των €400 ευρώ στο σκοπευτήριο Λεμεσού. Είναι επομένως η θέση του ενάγοντα, ο οποίος κατά την ογκώδη μαρτυρία του κατέθεσε ως τεκμήρια τόσο τα επίμαχα γραπτά τα οποία φαίνονται να αφορούν σε διάφορες χρονιές μέχρι το 2015 (Τεκ. 8, 8α, 8β και 8γ) όσο και την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των διαδίκων (Τεκ. 2 - 7), ότι ο κάθε εναγόμενος ξεχωριστά, αλλά και όλοι μαζί σωρευτικά, θα πρέπει να του καταβάλουν και το ποσό των €400 αλλά και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για τις βλάβες που του έχουν προκληθεί. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η οποία διεξήχθη στη βάση ένορκης γραπτής μαρτυρίας λόγω του ότι η επίδικη διαφορά δεν υπερβαίνει τις €3000, την εκδοχή του ενάγοντα την υποστήριξαν με την ένορκη γραπτή μαρτυρία τους η σύζυγος του τελευταίου, M. Μιχαήλ, ο κατά καιρούς επισκέπτης Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο και υπάλληλος στην Εθνική Φρουρά, Κ. Δελημάτσης και ο διευθυντής του XXXXX Λ. Μιλτιάδους. Η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων έχει ήδη συνοψιστεί στην ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο την 01/07/2021 από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Η σύζυγος του ενάγοντα επαναλαμβάνει τα όσα ισχυρίζεται και ο τελευταίος, αναφέροντας όμως παράλληλα ότι τα όσα περιέχονται στη δική της μαρτυρία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα όσα της είπε ο σύζυγος της εφόσον η ίδια δεν ήταν παρούσα στα ουσιώδη γεγονότα που αυτός ισχυρίζεται. Ο Δελημάτσης από την άλλη περιορίζεται στη μαρτυρία του να αναφέρει απλά το πώς εκείνος φυλάττει τα γραπτά των δικών του φοιτητών ενώ ο Μιλτιάδους αναφέρει ότι την 12/01/18 επικοινώνησε μαζί του ο ενάγοντας για να του ζητήσει να φυλάξει 4 χάρτινους φακέλους στο θωρακισμένο δωμάτιο που φυλάσσονται τα πυρομαχικά του XXXXX και ότι το αίτημα αυτό εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του XXXXXX με όρο όπως πληρωθεί το ποσό των €400 σε περίπτωση που η φύλαξη θα διαρκούσε περισσότερο από 2 μήνες. Σύμφωνα με το Μιλτιάδους, οι 4 φάκελοι που του παρέδωσε ο ενάγοντας και τους οποίους φύλαξε μέχρι και τις 11/04/21, ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος της φύλαξης τους κλειστοί και σφραγισμένοι και ο ίδιος στη μαρτυρία του δεν κάμνει καμία αναφορά ως προς το τι περιείχαν οι εν λόγω φακέλοι.» Η εκδοχή τώρα που προωθήθηκε από πλευράς ενός εκάστου των εναγομένων έχει ως εξής. Η εναγόμενη 1, η οποία δέχεται ότι εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και ότι κατά διαστήματα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ισχυρίζεται ότι αυτή και ο αποβιώσαντας πλέον σύζυγός της, ο αδελφός του ενάγοντα δηλαδή, διέμεναν μέχρι το 2015 σε κατοικία που βρισκόταν στην ίδια οικοδομή με την κατοικία του ενάγοντα αλλά στον όροφο πάνω από αυτή. Αν και στις δύο αυτές κατοικίες αναλογούσε από μία ξεχωριστή αποθήκη στο ισόγειο της οικοδομής εντούτοις στη δική της αποθήκη πρόσβαση είχε και ο ενάγοντας διότι εκεί υπήρχε εσωτερική πλαϊνή είσοδος που οδηγούσε στο δωμάτιο που διέμενε η οικιακή βοηθός του. Σύμφωνα με την εναγόμενη 1, αν και κατά καιρούς και μέχρι την 01/11/15 φύλασσε στην αποθήκη της διάφορα γραπτά, εργασίες και μελέτες των φοιτητών της, εντούτοις σταμάτησε να το πράττει αυτό όταν διαπίστωσε την 01/11/15 ότι κάποιος είχε διαρρήξει την αποθήκη αφαιρώντας τις πόρτες και τα παράθυρα της. Αν και δεν γνώριζε ποιος ήταν ο διαρρήκτης, επειδή γνώριζε τότε ότι ο ενάγοντας είχε πρόσβαση στην αποθήκη της και ότι οι μεταξύ τους σχέσεις δεν ήταν καθόλου καλές, μάλιστα δε στο παρελθόν ο τελευταίος είχε επιχειρήσει να της προκαλέσει και σοβαρό πρόβλημα στην εργασία της, τον κατονόμασε εκείνον ως ένα εκ των πιθανών δραστών όταν κατήγγειλε τη διάρρηξη στην αστυνομία. Αν και παρά ταύτα οι έρευνες της αστυνομίας δεν οδήγησαν ποτέ στον ενάγοντα ως το δράστη της διάρρηξης, εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρούσα αγωγή ο τελευταίος παρουσιάζεται να κατέχει το 2018 έγγραφα των φοιτητών της που αφορούν στην περίοδο μέχρι το 2015, είναι για την ίδια προφανές ότι όχι μόνο ήταν ο ενάγοντας που εισήλθε το 2015 στην αποθήκη της αλλά και ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα που επικαλείται σήμερα ο τελευταίος, αυτός τα έπιασε κατά τη διάρρηξη του 2015 με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για να της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα, όπως της δημιουργούσε στο παρελθόν αλλά και τις άλλες 17 δικαστικές διαδικασίες που έχει καταχωρήσει εναντίον της (βλ. παρ. 10 Ε/Δ εναγόμενης 1). Αν μη τι άλλο, ισχυρίζεται η εναγόμενη 1, εφόσον η ίδια είχε εγκαταλείψει την οικία και την αποθήκη της από τον Νοέμβριο του 2015, δεν μπορεί να σταθεί στη λογική ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το 2018 εντοπίστηκαν στο συγκεκριμένο χώρο που αυτός ισχυρίζεται, έγγραφα των φοιτητών της που αφορούσαν στην περίοδο
  6. Κατά την εναγόμενη 1, λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αλλά και ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου του ενάγοντα, είναι άγνωστο το πρόσωπο που δήθεν διέρρευσε προς εκείνον τα συγκεκριμένα έγγραφα και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η δήθεν διαρροή, είναι ασύνδετες με την ίδια ή οποιοδήποτε εκ των άλλων εναγόμενων, συνεπάγεται έκδηλα ότι η παρούσα αγωγή είναι και ανυπόστατη αλλά και αποκλειστικά κατασκεύασμα της φαντασίας του ενάγοντα, του οποίου τα κίνητρα είναι σαφώς αλλότρια. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2, η υπεράσπιση που προβλήθηκε εκ μέρους του εν λόγω εναγόμενου είναι ουσιαστικά αμιγώς νομική και περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι τίποτα από τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας δεν μπορεί να δικαιολογήσει, είτε νομικά είτε πραγματικά, την ύπαρξη οποιασδήποτε ευθύνης σε σχέση με τις βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο τελευταίος. Σημειώνω εδώ ότι η πλευρά του εναγόμενου 2 δήλωσε ότι δεν θα προσέφερε μαρτυρία για σκοπούς της ακρόασης εφόσον κατά την εν λόγω πλευρά, η υπεράσπισή της και τα θέματα που εγείρονται εναντίον της τουλάχιστο, συνιστούν αμιγώς νομικά θέματα για τα οποία θα αναπτυχθεί σχετική νομική επιχειρηματολογία κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Η πλευρά του εναγόμενου 3 τώρα, η οποία επίσης πρόβαλε τη θέση ότι η αγωγή στερείται κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος στον βαθμό που στρέφεται εναντίον της, ισχυρίστηκε, τόσο με το δικόγραφο της όσο και μέσω της ένορκης γραπτής μαρτυρίας του προϊσταμένου υπηρεσίας σπουδών και φοιτητικής μέριμνας M. Μενελάου, και τα εξής. Η εναγόμενη 1 όντως εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ως επισκέπτρια καθηγήτρια (Τεκ.1), όμως ήταν αποκλειστικά δική της η ευθύνη να καταστρέψει τα γραπτά που τέθηκαν υπό τη φύλαξη της όταν αυτά δεν χρειάζονταν πλέον να φυλάσσονται. Συνεπώς, όταν ο ενάγοντας το 2015 ενημέρωσε το Πανεπιστήμιο ότι είχαν περιέλθει στην κατοχή του γραπτά που είχαν τεθεί στη φύλαξη της εναγόμενης 1, όχι μόνο υπήρξε άμεσα θετική ανταπόκριση από πλευράς Πανεπιστημίου αλλά και κλήθηκε ο ενάγοντας να παραδώσει άμεσα στο Πανεπιστήμιο τα συγκεκριμένα γραπτά, τα οποία ακολούθως παραδόθηκαν στην εναγόμενη 1 με ρητές οδηγίες να τα καταστρέψει. Μέχρι και τις 05/01/2021 που ο ενάγοντας καταχώρησε την Ε/Δ αποκάλυψης του στην παρούσα αγωγή, με την οποία απεκάλυψε για πρώτη φορά ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα που κανονικά έπρεπε να είχαν καταστραφεί το 2015 από την εναγόμενη 1, το Πανεπιστήμιο τελούσε υπό πλήρη άγνοια για το θέμα αυτό. Ζητήθηκε ως εκ τούτου άμεσα και γραπτώς από τον ενάγοντα στις 11/5/2021 όπως επιστρέψει τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του (Τεκ.3), όμως ο τελευταίος, παρά το ότι προειδοποιήθηκε πλήρως ότι αυτά περιείχαν προσωπικά δεδομένα φοιτητών του Πανεπιστημίου, όχι μόνο δεν τα επέστρεψε αλλά προχώρησε και τα κατέθεσε ως Τεκμήρια κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, εφόσον η υπόθεση ενέπιπτε στη διαδικασία ταχείας εκδίκασης της νέας Δ.30, η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της προαναφερόμενης ένορκης γραπτής μαρτυρίας, ενώ κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο ενάγοντας αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών από τον δικηγόρο της εναγόμενης 1, η οποία ήταν και η μόνη πλευρά που ζήτησε τέτοια αντεξέταση. Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του ενάγοντα, ο τελευταίος, καθώς επίσης και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων, προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Στο παρόν στάδιο περιορίζομαι να αναφέρω ότι κοινή συνισταμένη όλων των αγορεύσεων που έγιναν από πλευράς εναγομένων ήταν ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως μη αποκαλύπτουσα οποιαδήποτε καλή ή έγκυρη ή βάσιμη αιτία αγωγής αλλά και ως στερούμενη κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος. Αυτό κατά τους εναγόμενους, αν μη τι άλλο διότι τίποτα από όσα ισχυρίστηκε ο ενάγοντας επί πραγματικού επιπέδου δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ευθύνη που αυτός αποδίδει σε οποιοδήποτε εκ των εναγομένων. Αντίθετη βεβαίως ήταν η θέση του ενάγοντα, ο οποίος στη δική του αγόρευση, με αναφορά μεταξύ άλλων και σε νομολογία που αφορά σε θέματα αμέλειας προστασίας και παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων, υποστήριξε ότι στη βάση των ισχυρισμών του οι οποίοι θα πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι, έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο κάθε Εναγόμενος, αλλά και όλοι μαζί, ενήργησαν με τέτοια αμέλεια και παραβίαση των θέσμιων καθηκόντων τους, που του προκάλεσαν τις βλάβες για τις οποίες αξιώνει να αποζημιωθεί. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα και τον ενάγοντα ενώ κατέθετε κατά την αντεξέταση του και έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Επαναλαμβάνω καταρχήν αυτό που αναφέρθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο την 01/07/21, ήτοι ότι: «.Επισημαίνω κατ' αρχή αυτό που ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ήτοι ότι οι βασικοί κανόνες απόδειξης, όπως είναι π.χ. ο κανόνας ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015), δεν ατονούν επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Αυτό γιατί το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης και ούτε πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Αντιθέτως, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά στην ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω και ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι ο ισχυρισμός είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020).» Θα πρέπει εδώ τα προσθέσω ότι τα όσα αναφέρω πιο πάνω αναφορικά με το θέμα της αντεξέτασης ή μη ενός μάρτυρα, συμπλέουν και με τα όσα πρόσφατα λέχθηκαν στην υπόθεση ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ v. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 287/13, 16/6/2021, όπου εκεί λέχθηκε ότι «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας.» Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, υπενθυμίζω πρώτα αυτό που επεσήμανε και ο αδελφός Δικαστής που εξέδωσε στις 21/06/19 άλλη ενδιάμεση απόφαση στην παρούσα αγωγή με την οποία είχε απορρίψει αίτημα για διαγραφή της, ήτοι ότι η αγωγή εδράζεται στη βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας και της παραβίασης θέσμιων καθηκόντων καθώς επίσης και στη βάση κατ' ισχυρισμό παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων από εκούσιες ή ακούσιες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων. Με άλλα λόγια, για να τίθεται θέμα ευθύνης οποιουδήποτε εκ των εναγομένων στη βάση των αιτών αγωγής που προβάλλει και προωθεί ο ενάγοντας, θα πρέπει να αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι κάποια πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα από μέρους των πρώτων, η οποία δύναται να θεωρηθεί ή να αναχθεί, είτε σε αμέλεια, είτε σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος, είτε σε παραβίαση κάποιου συνταγματικού δικαιώματος του ενάγοντα. Για τους λόγους όμως που θα προχωρήσω να εξηγήσω, κρίνω ότι στη βάση των όσων ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνιστούν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, τίποτα τέτοιο δεν αποδεικνύεται. Σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, το περιστατικό που έγινε το 2018, το οποίο ουσιαστικά είναι και το επίδικο για σκοπούς της παρούσας αγωγής περιστατικό, αφορά αποκλειστικά στις πράξεις και παραλείψεις ενός άγνωστου προσώπου, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του ενάγοντα, όχι μόνο δεν συνδέεται με οποιονδήποτε εκ των εναγομένων, αλλά και διέπραττε και ποινικό αδίκημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Μάλιστα δε, είναι συνεπεία της διάπραξης αυτού του κατ' ισχυρισμό ποινικού αδικήματος από το εν λόγω άγνωστο πρόσωπο που σύμφωνα με τον ενάγοντα φέρεται να παραβιάστηκε το συνταγματικά κατοχυρωμένο άσυλο της ιδιωτικής προσωπικής και οικογενειακής ζωής και κατοικίας του τελευταίου. Αυτό γιατί ως ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται, η διαρροή των εγγράφων για την οποία ο τελευταίος παραπονείται ότι έγινε προς το άτομο του, έγινε όταν «.το άγνωστο πρόσωπο είχε εισέλθει παράνομα εντός της μικρής εξωτερικής βοηθητικής αποθήκης της οικίας μου και είχε ανοίξει μικρό ξύλινο φωριαμό στον οποίο κατά την άποψή μου λογικά προσπάθησε και είχε πρόθεση να τοποθετήσει τους χάρτινους φακέλους. Λόγω αιφνιδιασμού του το άγνωστο πρόσωπο εγκατέλειψε τους χάρτινους φακέλους στο πάτωμα εντός της μικρής εξωτερικής βοηθητικής αποθήκης της οικίας του ισογείου.» Με άλλα λόγια, από το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά πρωτίστως από τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο ίδιος ο ενάγοντας στο δικόγραφο και τη μαρτυρία του, ο «άμεσος δράστης» της κατ' ισχυρισμό παραβίασης των προαναφερόμενων συνταγματικών δικαιωμάτων του τελευταίου δεν προκύπτει να έχει κάποια σχέση ή να συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο με οποιονδήποτε εκ των εναγομένων. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να αποδοθεί στους τελευταίους ευθύνη για τις όποιες πράξεις και παραλείψεις, και δη τις αξιόποινες πράξεις και παραλείψεις ενός άγνωστου και ασύνδετου με αυτούς προσώπου; Κατά την κρίση μου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη και το γεγονός ότι το εν λόγω άγνωστο πρόσωπο, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, φέρεται να είχε στην κατοχή του έγγραφα που κανονικά έπρεπε να ήταν στη φύλαξη των εναγομένων και ιδιαίτερα της εναγόμενης 1, καμία σημασία δεν έχει αφού οι αξιόποινες ενέργειες του άγνωστου αυτού, προσώπου, οι οποίες παρουσιάζονται να είναι και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του ενάγοντα, ούτε συνδέθηκαν αλλά ούτε και παρουσιάζονται να συνδέονται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη της εναγόμενης 1 ή των άλλων εναγομένων. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι τον ισχυρισμό της εναγόμενης 1 ότι το 2015 κατήγγειλε τη διάρρηξη της αποθήκης στην οποία φύλασσε τότε έγγραφα με το ίδιο περιεχόμενο με τα έγγραφα για τα οποία ο ενάγοντας παραπονείται σήμερα ότι εκτέθηκε στα πλαίσια διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος από άγνωστο πρόσωπο, ο τελευταίος το δέχτηκε ευθέως. Στον βαθμό λοιπόν που η παρούσα αγωγή αφορά σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων, αυτή, ακόμη και αν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ήθελαν κριθούν ως πλήρως αξιόπιστοι, δεν μπορεί να επιτύχει σε σχέση με κανέναν εναγόμενο. Καμία ανάγκη δεν υπάρχει συνεπώς για περαιτέρω ενασχόληση με την εξέταση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σε σχέση με αυτήν την πτυχή της αγωγής, εφόσον αυτή ήταν και είναι εξ' αρχής καταδικασμένη σε απόρριψη (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019) Προχωρώ τώρα να εξετάσω τις άλλες πτυχές της αγωγής. Όπως ανέφερα πιο πάνω, ο ενάγοντας αποδίδει σε κάθε εναγόμενο παράλειψη να φροντίσει όπως μη διαρρεύσουν εμπιστευτικά έγγραφα και δη έγγραφα που περιέχουν προσωπικά δεδομένα τρίτων προσώπων. Το γεγονός βεβαίως ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία παραπονείται ο ενάγοντας δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι, δηλαδή κατεστραμμένα ή στη φύλαξη των εμπλεκόμενων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και καθηγητών, ήτοι των εναγομένων, αποδεικνύεται από το ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται σήμερα στην κατοχή του ενάγοντα ο οποίος τα έχει καταθέσει ως τεκμήρια στη διαδικασία. Αυτό όμως δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε συμπέρασμα αμέλειας ή παράβασης θέσμιων καθηκόντων από πλευράς εναγομένων αφού για την εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί τόσο το επί του προκειμένου καθήκον φύλαξης που φέρονται να έχουν οι εναγόμενοι όσο και ότι όντως οι τελευταίοι παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για ασφαλή φύλαξη ή καταστροφή των εγγράφων. Για να έχει όμως κάποιο ουσιαστικό νόημα μια τέτοια συζήτηση, η οποία σαφώς επιβάλλει όπως αξιολογηθεί η προσκομισθείσα μαρτυρία, θα πρέπει πρώτα απ' όλα να καταδειχθεί από πλευράς ενάγοντα το απαιτούμενο locus standing που τον νομιμοποιεί να καταχωρεί και να προωθεί ο ίδιος προσωπικά ένα τέτοιο θέμα. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να αποδειχθεί από πλευράς ενάγοντα ότι η ενασχόληση με το νομικό θέμα της ευθύνης ενός εκάστου των εναγομένων για την ασφαλή φύλαξη φοιτητικών γραπτών και εργασιών, συνιστά θέμα το οποίο αφορά και επηρεάζει τον ίδιο προσωπικά και δη σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον νομιμοποιεί να καταχωρεί και να προωθεί ο ίδιος προς εξέταση ένα τέτοιο θέμα. Όμως, από τα όσα ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται, κρίνω και πάλι ότι τίποτα τέτοιο δεν καταδεικνύεται. Εξηγώ. Σύμφωνα με τον ίδιο τον ενάγοντα, τόσο κατά το περιστατικό του 2015 όσο και κατά το περιστατικό του 2018, κανένα πρόσωπο, ή τουλάχιστο κανένα συνδεδεμένο με τους εναγόμενους πρόσωπο δεν τον εξανάγκασε, άμεσα ή έμμεσα, να εκτεθεί ή να αποκτήσει κατοχή των επίμαχων εγγράφων. Αντιθέτως, ως ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται, αυτός ήταν αποκλειστικά και αυτόβουλα που αποφάσισε να θέσει σε γνώση και σε κατοχή του τα επίμαχα έγγραφα και το περιεχόμενο τους, ήτοι όταν αποφάσισε από μόνος του, αρχικά το 2015 να ερευνήσει και να περισυλλέξει το περιεχόμενο μιας άγνωστης μαύρης σακούλας σκουπιδιών που αφέθηκε στο δημόσιο πεζοδρόμιο μπροστά στην οικία του από μια άγνωστη γυναίκα, και αργότερα το 2018, να ερευνήσει και να περισυλλέξει και πάλι το περιεχόμενο κάποιων χάρτινων φακέλων που κάποιος άγνωστος διαρρήκτης φέρεται να εγκατέλειψε στην οικία του κατά την αξιόποινή αυτή πράξη. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι για το περιστατικό του 2018 τουλάχιστον, ο ίδιος ενάγοντας φέρεται να γνώριζε και τον τρόπο με τον οποίο εύκολα θα μπορούσε να αποφύγει να βρεθεί στην κατάσταση για την οποία παραπονείται σήμερα ότι βρέθηκε, ήτοι με το να καλέσει απλά την Αστυνομία, η οποία και θα περισυνέλλεγε τα έγγραφα, αν μη τι άλλο στα πλαίσια της διερεύνησης της κατ' ισχυρισμό παράνομης πράξης του άγνωστου προσώπου. Παρά ταύτα, ως ο ίδιος ο ενάγοντας ισχυρίζεται, «.θεώρησα ότι δεν έπρεπε να προβώ σε καταγγελία στην Αστυνομία αφού δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το άγνωστο πρόσωπο.... αντί για καταγγελία στην Αστυνομία θεώρησα ορθότερο να προχωρήσω την παρούσα αγωγή» (βλέπε παράγραφο 30 γραπτής μαρτυρίας Ενάγοντα). Κοντολογίς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ίδιου του ενάγοντα, ακόμη και αμέλεια ή άλλη μορφής επιλήψιμης συμπεριφοράς να είχαν επιδείξει οι εναγόμενοι κατά τη φύλαξη των επίμαχων γραπτών, αυτός, όχι μόνο δεν υποχρεώθηκε από κανέναν, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα να εκτεθεί στα επίμαχα έγγραφα και τις πληροφορίες που εκεί αναφέρονται, αλλά αντιθέτως, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ενώ γνώριζε και αντιλήφθηκε από τη πρώτη στιγμή ότι επρόκειτο για έγγραφα που δεν έπρεπε να περιέλθουν σε κατοχή ή σε γνώση του, αποφάσισε από μόνος του και αποκλειστικά για τους δικούς του λόγους, να καταστήσει τον εαυτό του και κάτοχο αλλά και γνώστη του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, ενώ θα μπορούσε εύκολα να αποφύγει μια τέτοια εξέλιξη, που θα ήταν άλλωστε και το λογικά αναμενόμενο να πράξει. Πώς λοιπόν θα μπορούσε κάτω από αυτές τις συνθήκες να εξεταστεί από οποιαδήποτε σκοπιά το θέμα ευθύνης του οποιουδήποτε εκ των εναγομένων, όταν ουσιαστικά είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που αποφάσισε από μόνος του να θέσει, και εν τέλει έθεσε τον εαυτό του στην κατάσταση στην οποία παραπονείται σήμερα ότι τέθηκε; Συνεπώς ακόμη και ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι το 2015 κάποια άγνωστη γυναίκα πέταξε στο δημόσιο πεζοδρόμιο μια μαύρη σακούλα με γραπτά φοιτητών τα οποία έπρεπε να φυλάσσονταν ή να είχαν καταστραφεί από τους εναγόμενους, και ότι 3 χρόνια αργότερα, το 2018 δηλαδή, κάποιος άγνωστος άνδρας προσπάθησε να διαρρήξει την οικία του για να τοποθετήσει σε αυτήν κάποιους χάρτινους φακέλους που περιείχαν γραπτά που φέρεται να φυλάσσονταν μαζί με τα γραπτά που «πετάχτηκαν» το 2015 ενώ έπρεπε να είχαν από τότε καταστραφεί ή φυλαχτεί, η ενασχόληση με θέματα ευθύνης των εναγομένων καθίσταται ακαδημαϊκής σημασίας και σε κάθε περίπτωση εκτός των νόμιμων συμφερόντων που δικαιούται να προωθεί ο ενάγοντας προσωπικά. Αυτό γιατί αν δεν ήταν αποκλειστικά για τις συνειδητές και αυτόβουλές αποφάσεις και ενέργειες του τελευταίου, η φερόμενη διαρροή δεν θα του προκαλούσε καμία βλάβη, αν όντως του προκλήθηκε κάποια βλάβη και το λέω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και ότι τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί που να υποδηλοί ότι ο ενάγοντας βρέθηκε αντιμέτωπος με οποιασδήποτε ποινικές κυρώσεις ή συνέπειες για το γεγονός ότι τα επίμαχα γραπτά και πληροφορίες περιήλθαν στη κατοχή και στη γνώση του. Στο σημείο αυτό επισημαίνω και ότι δεν έχω παραγνωρίσει τη μαρτυρία των προσώπων που κατέθεσαν προς υποστήριξη της εκδοχής του ενάγοντα. Όπως όμως ανέφερα και πιο πάνω, η εν λόγω μαρτυρία είναι άνευ ουσιαστικής σημασίας αφού η μεν σύζυγος του ενάγοντα απλά επανέλαβε ουσιαστικά τι της είπε ο τελευταίος διότι η ίδια δεν ενεπλάκηκε προσωπικά σε κανένα από τα επίδικα περιστατικά, ο δε Δελημάτσης περιορίστηκε απλά να αναφέρει ποια είναι η δική του πρακτική ως καθηγητής, χωρίς ωστόσο να προσκομισθεί οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι η εν λόγω πρακτική είναι η ορθή πρακτική ή ότι οι εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε εξ αυτών ενέργησαν με οποιονδήποτε λανθασμένο τρόπο στην προκειμένη περίπτωση. Όσον αφορά δε τη μαρτυρία του Μιλτιάδους, όπως έχω ήδη αναφέρει, η μαρτυρία αυτή περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας φύλαξε κάποιους φακέλους στο σκοπευτήριο έναντι του ποσού των €400, όμως ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει λεπτομέρειες ως προς το τι περιείχαν οι φάκελοι αυτοί, αφού από την αρχή μέχρι και το τέλος της κατ' ισχυρισμό φύλαξης τους, ήταν σφραγισμένοι. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και υπό το φως της μαρτυρίας των εν λόγω προσώπων, η ουσία του πράγματος παραμένει να είναι ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα, κανένας εκ των εναγομένων δεν μπορεί να συνδεθεί με τα περιστατικά του 2018 και του 2015 ή την όποια βλάβη ισχυρίζεται ο πρώτος ότι έπαθε συνεπεία της έκθεσής του στα επίμαχα γραπτά. Και να έπαθε όμως κάποια βλάβη ο ενάγοντας ως ισχυρίζεται ότι έπαθε, η βλάβη αυτή, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς παρουσιάζεται να προκλήθηκε αποκλειστικά συνεπεία των δικών του πράξεων και παραλείψεων και όχι συνεπεία κάποιας πράξης ή παράλειψης των εναγομένων. Άλλωστε, και στα δύο κατ' ισχυρισμό περιστατικά διαρροής, ο ενάγοντας είχε, ως προκύπτει από τη δική του μαρτυρία, κάθε δυνατότητα και επιλογή να μην εκτεθεί στα έγγραφα και να καλέσει την Αστυνομία για να τα περισυλλέξει και παρά ταύτα δεν το έπραξε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, όσο αξιόπιστοι και αν ήθελαν κριθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα, η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει από όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθεί και η διαπίστωση αυτή είναι αρκετή για να σφραγίσει από αυτό το στάδιο την τύχη της. Η αγωγή συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ ενός εκάστου των εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.