Y.EMMANUEL ENGINEERING LIMITED ν. Ματθαίου, Αρ. Αγωγής: 3248/13, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A617 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3248/13 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων Δικαστηρίου ημερ.14/01/14, 30/10/14 και 04/12/20 Μεταξύ: Y.EMMANUEL ENGINEERING LIMITED Ενάγουσα και XXXXX Ματθαίου Εναγόμενο; ------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα κ. Γ. Καζαντζής Για εναγόμενο: κ. Δ. Παυλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά σε αξίωση ποσού €23.833 ως κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο λογαριασμού και/ή συμφωνίας και/ή χρεωστικό υπόλοιπο σε σχέση με πωληθέντα και παραδοθεντα εμπορεύματα και/ή υπηρεσίες, προβάλλει εκ της ανταλλαγείσας δικογραφίας να είναι απλή, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς. Αυτό γιατί σύμφωνα με τα δικόγραφα των διαδίκων, είναι παραδεκτό ότι μέχρι και τις 19/05/12 υπήρχε μεταξύ των μερών μια εμπορική συνεργασία στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος αγόραζε από την ενάγουσα γκάζια ως πελάτης της έναντι της ανάλογης χρέωσης, ότι μέχρι και τις 19/05/12 ο εναγόμενος είχε δημιουργήσει οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ενάγουσα και ότι κατ' εκείνη την ημερομηνία, ήτοι στις 19/05/12, ο εναγόμενος κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €10.000 σε σχέση με αυτές τις οικονομικές του υποχρεώσεις (βλ. παρ. 4 και 6 Υπεράσπισης). Η εκ της δικογραφίας διαφωνία των μερών τώρα, η οποία ήταν και η διαφωνία για την οποία η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, συνίστατο στο ότι η μεν ενάγουσα, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δραστηριοποιείτο στον τομέα πώλησης γκαζιών υπό την ονομασία M&M Pitsiakkos Ltd, ισχυρίζεται ότι όταν ο εναγόμενος της κατέβαλε το ποσό των €10.000 στις 19/05/12, η συνολική οφειλή του τελευταίου προς αυτήν ανέρχετο στις €33.833 και επομένως παρέμεινε να της οφείλεται έκτοτε το ποσό των €23.833 που είναι και το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ο δε εναγόμενος από την άλλη, ισχυρίζεται με το δικόγραφο του ότι όταν κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €10.000 στις 19/05/12, αυτός «.εξόφλησε πλήρως οποιαδήποτε υποχρέωση είχε στην ενάγουσα.» και συνεπώς κανέναν ποσό δεν παρέμεινε να οφείλει στην τελευταία. Σημειώνω εδώ ότι μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, τους οποίους ισχυρισμούς ο εναγόμενος απορρίπτει κατηγορηματικά με την υπεράσπιση του, είναι ότι το ποσό των €10.000 που είχε καταβληθεί από τον εναγόμενο στις 19/05/12, είχε καταβληθεί στα πλαίσια συμφωνίας που είχαν κάμει οι διάδικοι, με την οποία συμφωνία ο εναγόμενος είχε αναγνωρίσει ότι όφειλε μέχρι τότε στην ενάγουσα συνολικά €33.833 και είχε υποσχεθεί ότι θα εξοφλούσε την εν λόγω οφειλή του καταβάλλοντας το πόσο των €10.000 την ίδια μέρα και το υπόλοιπο ποσό των €23.833 μέχρι τις 30/11/12 το αργότερο. Με γνώμονα λοιπόν τα θέματα που κατέστησαν επίδικα μέσω της ανταλλαγείσας δικογραφίας, η πλευρά των εναγόντων κάλεσε κατά την ακρόαση προς υποστήριξη της εκδοχής της έναν μάρτυρα, τον Μ. Πίτσιακκο (ΜΕ1), ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής της ενάγουσας και ο οποίος κατέθεσε την ουσία της μαρτυρίας του υπό τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α). Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι ο ίδιος είχε άμεση και προσωπική εμπλοκή σε όλες τις δοσοληψίες με τον εναγόμενο και ότι στις 19/05/12, η συνολική οφειλή του τελευταίου προς την ενάγουσα ανερχόταν στο ποσό των € 33.833,
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήρια κατά την ακρόαση την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η ενάγουσα από την αρχή της συνεργασίας των μερών μέχρι και τις 31/05/12 που η συνεργασία αυτή σταμάτησε (Τεκ. 8), καθώς επίσης και 905 τιμολόγια (Τεκ. 7), τα οποία, σύμφωνα με τον ΜΕ1, αφορούσαν στις διάφορες αγορές γκαζιού που έκαμνε ο εναγόμενος από τις 02/01/06 που άρχισε η συνεργασία των μερών και τα οποία αποτελούν ουσιαστικά τις χρεώσεις που καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού. Σημειώνω εδώ ότι η εν λόγω κατάσταση φαίνεται να ξεκινά στις 31/12/05 με μηδενικό υπόλοιπο και να καταλήγει στις 31/05/12 με οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €23.883, 09 συνεπεία πίστωσης που είχε γίνει σε σχέση με πληρωμή μετρητών ύψους €10.
- Κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι επειδή στις 19/05/12 η συνολική οφειλή του εναγόμενου, την οποία ο τελευταίος αναγνώριζε και αποδεχόταν, ανερχόταν στις €33.833, και επειδή είχαν ήδη επιστραφεί ως ακάλυπτες τρεις επιταγές που είχε δώσει ο εναγόμενος έναντι των οφειλών του συνολικού ποσού €4,786.91 (Τεκ. 5), συμφώνησε με τον εναγόμενο γραπτώς, όπως ο τελευταίος καταβάλει την ίδια μέρα το ποσό των €10.000 και του επιστραφούν οι τρεις πρωτότυπες ακάλυπτες επιταγές και όπως του δοθεί παράταση χρόνου μέχρι τις 30/11/10 για εξόφληση του υπόλοιπου ποσού της οφειλής του, ήτοι του ποσού των €323.
- Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο μάρτυρας κατέθεσε το Τεκ.4, το οποίο φέρει τίτλο «Συμφωνητικό έγγραφο», είναι χαρτοσημασμένο από τον Έφορο Χαρτοσήμων και παρουσιάζεται να είναι υπογραμμένο από τον ΜΕ1, τον εναγόμενο και δύο μάρτυρες και να περιέχει όλα όσα ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι συμφωνήθηκαν με τον εναγόμενο. Ήταν παρά ταύτα εξ' αρχής η θέση του ΜΕ1, την οποία επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του, ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στη συμφωνία να υπογράφουν ως μάρτυρες μπορούν να γνωρίζουν ή να πουν με βεβαιότητα κατά πόσο την εν λόγω συμφωνία την υπέγραψε όντως ο ίδιος ο εναγόμενος, αφού στην πραγματικότητα, η φερόμενη υπογραφή του εναγόμενου δεν τέθηκε ούτε στην παρουσία του αλλά ούτε και στην παρουσία των προσώπων που υπογράφουν ως μάρτυρες. Όπως ισχυρίστηκε κατά μαρτυρία του ο ΜΕ1, αφού είχε συμφωνήσει προφορικά με τον εναγόμενο τα όσα αναφέρονται στο Τεκ.4, αποτάθηκε σε κάποιο δικηγόρο ο οποίος έναντι αμοιβής συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας έδωσε το έγγραφο στο γιο του εναγόμενου ώστε να το υπογράψει ο τελευταίος και σε κάποιο κατοπινό στάδιο, ο γιος του εναγόμενου επέστρεψε το έγγραφο στο μάρτυρα, το οποίο έφερε πλέον υπογραφή στο πεδίο που έπρεπε να τεθεί η υπογραφή του εναγόμενου, και του παρέδωσε και το συμφωνηθέν ποσό των €10.
- Ο μάρτυρας τότε, ενεργώντας στα πλαίσια των όσων θεωρούσε ότι είχαν πλέον συμφωνηθεί και γραπτώς με τον εναγόμενο, έδωσε στο γιο του τελευταίου τις τρεις πρωτότυπες ακάλυπτες επιταγές, οι οποίες αναφέρονταν ρητά στο έγγραφο, και αφού υπέγραψε και εκείνος το έγγραφο, το έδωσε σε δύο άλλα πρόσωπα να το υπογράψουν ως μάρτυρες. Παρά όμως το ότι δεν ήταν σε θέση ν' αποδείξει με θετική μαρτυρία ότι είναι όντως ο ίδιος ο εναγόμενος που υπέγραψε το Τεκ.4, εντούτοις, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, όπως και τότε έτσι και τώρα, θεωρεί ότι εφόσον στην πραγματικότητα έγιναν όλα ως παρουσιάζονται να είχαν συμφωνηθεί με το Τεκ.4, δηλαδή και καταβλήθηκαν αδιαμαρτύρητα οι €10.000 έναντι των οφειλών του εναγόμενου προς την ενάγουσα αλλά και παραλήφθηκαν εκ μέρους του τελευταίου οι τρεις επιταγές που είχαν δοθεί έναντι των οφειλών του και οι οποίες είχαν επιστραφεί ως ακάλυπτες, αν δεν είναι όντως ο εναγόμενος που υπέγραψε το Τεκ.4, τότε σίγουρα αυτός είχε εξουσιοδοτήσει και συγκατατεθεί όπως το έγγραφο υπογραφτεί εκ μέρους του. Σε κάθε όμως περίπτωση, ισχυρίστηκε ο ΜΕ 1, η ουσία της υπόθεσης είναι ότι η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον εναγόμενο γκάζια της συνολικής αξίας που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκ.8 και στα σχετικά τιμολόγια Τεκ.7 και οι πληρωμές που έκαμε ο τελευταίος ουδέποτε εξόφλησαν τις οφειλές του άλλα άφησαν να οφείλεται ακόμη το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Σημειώνω εδώ ότι, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα του υποδείχθηκαν διάφορα τιμολόγια από το Τεκ. 7 και του υπεβλήθη ότι δεν ήταν υπογραμμένα από τον εναγόμενο. Θέση του ΜΕ1 ήταν ότι αρκετές φορές τα τιμολόγια παραλαμβάνονταν από υπαλλήλους του εναγόμενου οι οποίοι υπέγραφαν στην παρουσία του ιδίου, του μάρτυρα δηλαδή, και προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού, ο μάρτυρας κατονόμασε διάφορους υπαλλήλους του εναγόμενου τους οποίους γνώριζε ο ίδιος και των οποίων τις υπογραφές, ως ήταν ο ισχυρισμός του, αναγνώριζε σε διάφορα τιμολόγια εφόσον είναι στην παρουσία του που υπέγραφαν. Στην αντιπέρα όχθη η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε προς υποστήριξη της δικής της δικογραφημένης εκδοχής έναν μάρτυρα, τον ίδιο τον εναγόμενο. Ο τελευταίος κατά τη μαρτυρία του αρνήθηκε ότι όφειλε ποτέ στην ενάγουσα οποιαδήποτε χρήματα, ισχυριζόμενος ότι για όλες τις αγορές που έκαμνε, πλήρωνε πάντοτε σε μετρητά μόλις εκδιδόταν και του παραδιδόταν το σχετικό τιμολόγιο. Αρνήθηκε επίσης ο εναγόμενος ότι αναγνώρισε στις 19/05/12 ή ποτέ την ύπαρξη οποιουδήποτε οφειλόμενου υπόλοιπου ως η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίζεται ενώ όσον αφορά το Τεκ.4, ο ισχυρισμός του ήταν ότι για το συγκεκριμένο έγγραφο τον ενημέρωσε ο γιος του πολύ μετά της 19/05/12, οπόταν και διαπίστωσε ότι ο ΜΕ1, όχι μόνο είχε παραπλανήσει το γιο του ως προς την ύπαρξη οφειλόμενου υπόλοιπου αλλά και τον ανάγκασε να του καταβάλει το ποσό των €10.000 εκβιάζοντας τον. Υποδείχθηκε στον εναγόμενο κατά την αντεξέτασή του ότι η θέση του ότι στις 19/05/12 δεν όφειλε οτιδήποτε στους ενάγοντες και ότι το ποσό των €10.000 δεν καταβλήθηκε έναντι τέτοιων οφειλών αλλά κατόπιν δόλου και παραπλάνησης δεν σύνηδε με το δικόγραφο της Υπεράσπισης όπου εκεί προβάλλετο ρητά και ξεκάθαρα ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω πληρωμή ήταν προς εξόφληση των μέχρι τότε οφειλών του. Θέση του εναγόμενου ήταν ότι το δικόγραφο της υπεράσπισης είναι λάθος και ότι η πραγματικότητα είναι αυτή που ισχυρίστηκε εκείνος κατά την προφορική του μαρτυρία, στην οποία και επέμεινε κατηγορηματικά. Ακολούθως, στη βάση της παραδοχής του εναγόμενου ότι όντως αγόραζε γκάζια από την ενάγουσα και ότι για τις εν λόγω αγορές όντως εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια από την ενάγουσα, υποδείχθηκαν στον μάρτυρα τα 905 τιμολόγια που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 7 και του ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί της ορθότητας και της ακρίβειας τους, Ο εναγόμενος απέρριψε σωρευτικά όλα τα τιμολόγια ισχυριζόμενος ότι αυτά παρουσιάζονται να έχουν εκδοθεί με το πλήρες όνομα του, δηλαδή Μ. Ματθαίου, τη στιγμή όμως που όλα τα τιμολόγια που του παρέδιδε η ενάγουσα και τα οποία αυτός πλήρωνε σε μετρητά εκδίδονταν με το επίθετο του μόνο, δηλαδή Ματθαίου και αυτό γιατί κανένας δεν ήξερε ότι το όνομα του ήταν XXXXX. Ήταν με άλλα λόγια ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ναι μεν παραλάμβανε τιμολόγια από την ενάγουσα σε σχέση με τις αγορές γκαζιού που έκαμνε, όμως ουδέποτε παρέλαβε ποτέ τα τιμολόγια που περιέχονται στο Τεκμήριο 7, τα οποία σε κάθε περίπτωση δεν φέρουν ούτε και την υπογραφή του. Του ζητήθηκε συναφώς από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα όπως παρουσιάσει τα τιμολόγια που εκείνος ισχυρίζεται ότι παραλάμβανε έναντι της υπογραφής του και τα οποία ως ισχυρίζεται εξοφλούσε στη συνέχεια, όμως ο εναγόμενος δήλωσε αδυναμία να το πράξει, ισχυριζόμενος ότι τα τιμολόγια αυτά είχαν προ πολλού παραδοθεί στον λογιστή του ο οποίος έχει πλέον αποβιώσει και οποίος, από ό,τι έχει πληροφορηθεί, έπαυσε να φυλάττει τα εν λόγω τιμολόγια στο αρχείο του λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε. Σημειώνω εδώ, ότι στο εναγόμενο τέθηκε προς σχολιασμό και η θέση που είχε προβάλει ο ΜΕ1 ως προς το ότι αρκετά από τα τιμολόγια του Τεκ.7 υπογράφονταν από υπαλλήλους του κατά την παράδοση των γκαζιών και δη από τους συγκεκριμένους υπαλλήλους που ο ΜΕ1 είχε κατονομάσει κατά τη μαρτυρία του. Αν και ο εναγόμενος δεν απέρριψε το ενδεχόμενο κάποια τιμολόγια να είχαν υπογραφεί από τους συγκεκριμένους ή από άλλους υπαλλήλους του, επανέλαβε τη θέση του ότι όλα τα τιμολόγια που του είχε παραδώσει η ενάγουσα τα είχε εξοφλήσει πλήρως και ότι ούτε στις 19/05/12 αλλά ούτε και σήμερα οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην τελευταία. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τόσο γραπτώς όσο και προφορικά, ειδική αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος περιορίζομαι ν' αναφέρω ότι και οι δύο συνήγοροι προσέγγισαν την υπόθεση ως υπόθεση που βασίζεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, υποστηρίζοντας ο καθένας τους το αξιόπιστο της εκδοχής του δικού τους πελάτη έναντι του αναξιόπιστου της εκδοχής του αντίδικου του. Κατά τον κ. Παυλίδη, η πραγματική αλλά και νομική εκθεμελίωση της κατ' ισχυρισμό γραπτής συμφωνίας των διαδίκων είναι αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της αγωγής, ενώ κατά τον κ. Καζαντζή, ακόμη και αν το Τεκ.4 ήθελε αγνοηθεί, εφόσον η αξίωση της ενάγουσας ήταν και είναι για οφειλή που προέκυψε στα πλαίσια πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων, η οποία αξίωση έχει πλήρως τεκμηριωθεί από τις αναντίλεκτες καταστάσεις λογαριασμού και τα τιμολόγια που παρουσίασε ο ΜΕ1, η αγωγή θα πρέπει να επιτύχει. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Θα συμφωνήσω κατ' αρχή με αμφότερους τους συνήγορους ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία θα πρέπει να εξεταστεί με βάση το ρητό πλαίσιο που καθόρισε η ανταλλαγείσα δικογραφία και το οποίο πλαίσιο, όπως ανέφερα και στην εισαγωγή της απόφασής μου, φέρει τον εναγόμενο να παραδέχεται ότι είχε εμπορική συνεργασία με την ενάγουσα μέχρι και τις 19/05/12, ήτοι ότι αγόραζε από αυτήν γκάζια ως πελάτης της έναντι της ανάλογης χρέωσης, και ότι μέχρι τις 19/05/12, ο εναγόμενος είχε οικονομικές υποχρεώσεις απέναντι στην ενάγουσα και κατέβαλε σε σχέση με τις υποχρεώσεις αυτές κατ' εκείνη την ημερομηνία ποσό €10.
- Το ερώτημα λοιπόν που εκ της δικογραφίας παρέμενε να εξεταστεί με βάση τη προσκομισθείσα μαρτυρία, ήταν αν η παραδεκτή πληρωμή που έγινε από πλευράς εναγόμενου στις 19/05/12 ύψους €10.000, συνιστούσε πληρωμή έναντι μιας μεγαλύτερης οφειλής ως ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι ήταν ή πληρωμή προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών που είχαν ως τότε δημιουργηθεί. Επισημαίνω εδώ ότι από το δικόγραφο του εναγόμενου αναδύεται η θέση ότι η εν λόγω πληρωμή δεν έγινε στα πλαίσια μιας συμφωνίας για εξόφληση κάποιας μεγαλύτερης οφειλής αλλά επειδή αυτό ήταν και το μόνο ποσό που ο τελευταίος όφειλε να πληρώσει τότε στην ενάγουσα. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν σημειώνω τα εξής. Σε αντίθεση με τον εναγόμενο, η εκδοχή που προώθησε ο ΜΕ1 κατά την ακρόαση, δεν ήταν μόνο σε πλήρη αρμονία με το δικόγραφο της ενάγουσας αλλά είχε και συνοχή και λογικοφάνεια και αληθοφάνεια. Εξηγώ. Κατά πρώτο, η κατάσταση λογαριασμού Τεκ.8, η οποία να σημειωθεί δεν έτυχε οποιασδήποτε συγκεκριμένης ή ρητής αμφισβήτησης από πλευράς υπεράσπισης σε σχέση με οποιανδήποτε χρεοπίστωση εκεί καταγράφεται, καθώς επίσης και τα 905 τιμολόγια που παρουσίασε ο ΜΕ1, τα οποία, πλην της απόρριψης τους από τον εναγόμενο για το σωρευτικό λόγο που ήδη ανέφερα πιο πάνω επίσης δεν έτυχαν οποιασδήποτε ρητής ή συγκεκριμένης αμφισβήτησης αναφορικά με το περιεχόμενο τους, αντικατοπτρίζουν πλήρως αυτό που ήταν εκ της δικογραφίας παραδεκτό, ήτοι ότι οι διάδικοι είχαν μια εμπορική συνεργασία τουλάχιστο μέχρι τις 19/05/12, ότι μέχρι εκείνη την ημερομηνία υπήρχαν οφειλές από πλευράς εναγόμενου ύψους €10.000 τουλάχιστο και ότι κατά η περί την εν λόγω ημερομηνία καταβλήθηκε από πλευράς εναγόμενου το ποσό των €10.000 σε σχέση με τις εν λόγω οφειλές του. Κατά δεύτερο, οι αδιαμφισβήτητες καταγραφές που παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού να αφορούν, πρώτα σε πίστωση και ύστερα σε χρέωση του συνολικού ποσού των €4,786.91 λόγω επιστροφής ως ατίμητων, τριών συγκεκριμένων επιταγών (30/12/11, 17/02/12 κα 26/04/12), συνάδουν και με τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι στις 19/05/12 η ενάγουσα κατείχε τρεις επιταγές που της είχαν δοθεί από πλευράς εναγόμενου σε σχέση με τις οφειλές του και οι οποίες είχαν επιστραφεί ως ακάλυπτες αλλά και με το Τεκ.5, που ως ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε, είναι τα αντίγραφα των συγκεκριμένων τριών επιταγών. Κατά τρίτο, από μαθηματικής τουλάχιστο σκοπιάς, δεν εντοπίζεται και ούτε βέβαια τέθηκε οποιοδήποτε θέμα, είτε με τις προσθαφαιρέσεις που γίνονται στην κατάσταση Τεκ.8 είτε με το ότι η εν λόγω κατάσταση περιέχει όλα τα ποσά των τιμολογίων του Τεκ.
- Κατά τέταρτο, έστω και αν ο εναγόμενος αμφισβήτησε κατά σωρευτικό τρόπο τα τιμολόγια του Τεκ.7 στη βάση του ονόματος και της υπογραφής που αυτά φέρουν εντούτοις όχι μόνο δεν αμφισβήτησε αλλά αντίθετα δέχτηκε, ότι η θέση του ΜΕ1 ότι πολλά από τα εν λόγω τιμολόγια υπογράφονταν από τους υπαλλήλους του και δη τους συγκεκριμένους υπαλλήλους που κατονόμασε ο μάρτυρας, ενδεχομένως να είναι ορθή. Τούτου λεχθέντος, επισημαίνω εδώ ότι και το ότι αρκετά από τα τιμολόγια του Τεκ.7 παρουσιάζονται να έχουν εκδοθεί στο όνομα που ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται ως ορθό, ήτοι στο όνομα «Ματθαίου» ή «Ματθαίος», κάτι το οποίο όμως ο τελευταίος απέφυγε να σχολιάσει. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ούτε η αδυναμία του εναγόμενου να παρουσιάσει τα κατ' εκείνον ορθά τιμολόγια της ενάγουσας, η οποία αδυναμία, σε κάθε περίπτωση, όπως και αν ήθελε ιδωθεί, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Αυτό γιατί είναι ο ίδιος ο εναγόμενος που κατέστησε επίδικο το θέμα των τιμολογίων της ενάγουσας με την υπεράσπιση που καταχώρησε πριν από 8 και πλέον χρόνια, ήτοι το Φεβρουάριο του 2013 και το λιγότερο επομένως που θα αναμένετο από εκείνον ήταν ότι θα είχε στην κατοχή του εκείνα τα έγγραφα που έδιναν πραγματικό έρεισμα στα όσα γεγονότα αυτός ισχυρίστηκε εξ' αρχής με το δικόγραφο του και τα οποία γεγονότα μάλιστα, ήταν τότε πρόσφατα. Η διαπίστωση αυτή σφραγίζει και την τύχη της δικογραφημένης θέσης του εναγόμενου περί δυσμενούς επηρεασμού του συνεπεία καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έστω και αν τελικά η θέση αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση. Τέλος, η εκδοχή που προώθησε ο εναγόμενος κατά την ακρόαση, ήτοι ότι κανένα ποσό δεν όφειλε στην ενάγουσα στις 19/05/12 και ότι η πληρωμή που έγινε από μέρους του κατ' εκείνη την ημερομηνία ύψους €10.000, ήταν συνεπεία δόλου και παραπλάνησης του γιου του, όχι μόνο δεν συνάδει αλλά είναι και εκ διαμέτρου αντίθετη με το ίδιο το δικόγραφο της υπεράσπισης όπου εκεί ρητά αναφέρεται ότι το ποσό των €10.000 καταβλήθηκε συνειδητά και αυτόβουλα από πλευράς εναγόμενου ώστε αυτός να εξοφλήσει «.πλήρως οποιαδήποτε υποχρέωση είχε στην ενάγουσα.» μέχρι εκείνη την ημέρα. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 του υποδείχτηκε μία απόδειξη που ο τελευταίος φέρεται να εξέδωσε προς τον εναγόμενο στις 27/05/12 σε σχέση με κάποια πληρωμή που έκαμε τότε ο τελευταίος ύψους €79,70 (Τεκ.9) και η οποία όμως δεν περιλαμβάνετο στην κατάσταση λογαριασμού. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι εξέδωσε ποτέ οποιαδήποτε τέτοια απόδειξη και ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για πλαστογραφία. Τελικά η πλευρά του εναγόμενου δεν προώθησε το θέμα περαιτέρω και ούτε ασχολήθηκε με το να αποδείξει είτε τη γνησιότητα της εν λόγω απόδειξης είτε τη σύνδεση της με κάποιο τιμολόγιο, έστω προς επίρρωση του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι πλήρωνε κάθε τιμολόγιο μόλις αυτό του παραδιδόταν. Παρέμεινε δηλαδή το συγκεκριμένο τεκμήριο μετέωρο και ασύνδετο με τα επίδικα γεγονότα με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να του δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Παρά ταύτα όμως, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ότι ο ισχυρισμός που επιχειρήθηκε να προωθηθεί μέσω του εν λόγω τεκμηρίου, ήτοι ότι ο εναγόμενος πλήρωνε μέχρι και τις 27/05/12, είναι πλήρως αντίθετος με την εκδοχή που ο τελευταίος προώθησε με τη μαρτυρία του, ήτοι ότι στις 19/05/12, ήτοι 8 μέρες πριν την φερόμενη έκδοση του Τεκ.9, αυτός κανένα ποσό δεν όφειλε να πληρώσει στην ενάγουσα. Με άλλα λόγια, ενώ η μαρτυρία του ΜΕ1 παρουσιάζεται να είναι σε πλήρη συμφωνία και αρμονία με το ρητό πλαίσιο που καθόρισε η ανταλλαγείσα δικογραφία αλλά και εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο να ικανοποιεί, σε βαθμό συνοχής και εγγενούς αξιοπιστίας, το αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας που απαιτείται να ικανοποιηθεί ώστε να πετύχει η αξίωση της ενάγουσας, η εκδοχή του εναγόμενου ήταν διάχυτη από υπεκφυγές, ασάφειες και αοριστίες, σε βαθμό μάλιστα που ούτε με το δικόγραφο της υπεράσπισης σύνηδε αλλά ούτε και με τη γραμμή που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του ΜΕ
- Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι θα συμφωνήσω με τον κ. Καζαντζή ως προς το ότι ο εναγόμενος ουσιαστικά «ταμπουρώθηκε πίσω από το Τεκμήριο 4» και την αδυναμία του ΜΕ1 να αποδείξει ότι η υπογραφή που φέρει το εν λόγω έγγραφο είναι δική του, παραγνωρίζοντας όμως τόσο το ότι είναι ο ίδιος ο ΜΕ1 που εντίμως και ειλικρινά «αφαίρεσε» από την αρχή και από μόνος του την όποια σημασία δυνατό να είχε το εν λόγω έγγραφο για την αξίωση της ενάγουσας όσο και ότι η ουσία της υπόθεσης της τελευταίας δεν αφορούσε το εν λόγω έγγραφο αλλά το ότι στα πλαίσια της επίδικης συνεργασίας, δημιουργήθηκαν μέχρι και τις 19/05/12 οφειλές από πλευράς εναγόμενου συνολικού ύψους €33.833, οι οποίες μειώθηκαν μόνο κατά €10.000 όταν και έγινε η παραδεκτή σχετική πληρωμή κατ' εκείνη την ημερομηνία. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Από τη στιγμή λοιπόν που στο σύνολο της η υπόλοιπη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα, η οποία μαρτυρία δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης, καταδεικνύει ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι στις 19/05/12 ο εναγόμενος όφειλε, συνεπεία των αγορών γκαζιού που είχε ως τότε κάμει, ποσό πέραν των €10.000 και ότι πληρώνοντας €10.000, ο τελευταίος παρέμεινε έκτοτε να οφείλει το αξιούμενο ποσό των €23.833, το Τεκ.4 καθίσταται ουσιαστικά άνευ σημασίας. Αυτό γιατί ακόμη και αν δίνετο στο συγκεκριμένο έγγραφο κάποια βαρύτητα, που δεν θα του δοθεί συνεπεία των όσων ο ΜΕ1 ανέφερε, το έγγραφο αυτό θα συνιστούσε απλά μια πρόσθετη επιβεβαίωση των όσων ήδη προκύπτουν από την υπόλοιπη μαρτυρία της ενάγουσας, η οποία και έμεινε ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς απορρίπτω τα όσα προώθησε κατά την ακρόαση ο εναγόμενος με τη μαρτυρία του καθώς επίσης και το δικογραφημένο ισχυρισμό του τελευταίου περί εξόφλησης και αποδέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αξιόπιστη. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας βρίσκω ότι στις 19/05/12 ο εναγόμενος όφειλε στην ενάγουσα ποσό ύψους €33.833 συνεπεία αγορών γκαζιού που είχε κάμει ως τότε και ότι έναντι της εν λόγω οφειλής του, ο τελευταίος κατέβαλε μόνο το ποσό των €10.000 στις 19/05/12, με αποτέλεσμα να παραμείνει έκτοτε να οφείλει το ποσό των €23.
- Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €23.833, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής εφόσον ο αξιούμενος τόκος του 9% βασίζετο στα όσα παρουσιάζονταν να είχαν συμφωνηθεί με το Τεκ.4, το οποίο όμως έγγραφο έχει απορριφθεί για τους λόγους που έχω εξηγήσει. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου τα έξοδα της αγωγής ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ αν υπάρχει. ( Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο