← Κύπρος

ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας του θανόντος Γ. Αριστείδου, Αρ. Αγωγής: 6222/14, 14/9/2021

ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ν. ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας του θανόντος Γ. Αριστείδου, Αρ. Αγωγής: 6222/14, 14/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A598 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 6222/14 Μεταξύ: XXXXX Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ενάγουσα και XXXXX ΜΑΤΘΑΙΟΥ, ως διαχειριστής της περιουσίας του θανόντος XXXXX Γ. Αριστείδου Εναγόμενος -------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Μ. Χατζηδάκης για Ανδρέας Γ. Δανός & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου για Μ. Μούρο ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει από την περιουσία του αποβιώσαντα αδελφού της το ποσό των 10.000ΛΚ ή €17.086 «.δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή γραμματίου ή αξιογράφου. ημερ. κατά ή περί την 30.04.1987.ή και δυνάμει δανείου.». Η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας είναι ότι στις 30/04/87, ο αποβιώσαντας υπέγραψε και εκτέλεσε προς όφελος της «.γραμμάτιο συνήθους τύπου ή γραμμάτιο ή ομόλογο ή χρεωστικό ομόλογο ή γραπτή αναγνώρισης χρέους ή αξιόγραφο.» το οποίο αφορούσε στο ποσό των 10.000ΛΚ (€17.086) που αυτή τον είχε δανείσει τότε. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α, στο επίδικο έγγραφο που κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας υπέγραψε ο αποβιώσαντας στις 30/04/87, αναφερόταν ότι το χρέος του τελευταίου θα έφερε τόκο 9% από την 01/06/1987, ήτοι από την ημερομηνία που το εν λόγω χρέος θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο, θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους 200ΛΚ έκαστη από 01/06/87 και ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε πληρωμής, τότε ολόκληρο το ποσό θα καθίστατο άμεσα πληρωτέο. Επειδή όμως ο αποβιώσαντας δεν εκπλήρωσε καμία εκ των επί του προκειμένου υποχρεώσεων του απέναντι της, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτή καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 29/10/14, ήτοι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα στις 16/01/13, αξιώνοντας το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό από την περιουσία πλέον του τελευταίου. Η υπεράσπιση που καταχώρησε ο διαχειριστής εκ μέρους της εναγόμενης περιουσίας του αποβιώσαντα περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την προσωπική άγνοια του ιδίου του διαχειριστή σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιους του δικογραφημένους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν ως η υπεράσπιση της περιουσίας του αποβιώσαντα: «

  1. Ο Εναγόμενος αγνοεί και συνεπώς αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών της.
  2. Ο Εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 6, 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης στο σύνολο του και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών της.
  3. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα και/ή άνευ βλάβης των ανωτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω τα ακόλουθα: Α. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει αν το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε από τον αποβιώσαντα αφού ο τελευταίος δεν είναι στη ζωή για να επιβεβαιώσει την υπογραφή του, ούτε αν ο αποβιώσας έλαβε από την Ενάγουσα το ποσό των £10.000.- Β. Ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει αν η έκδοση του εγγράφου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή λόγω περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Γ. Το εν λόγω έγγραφο είναι άκυρο καθ' ότι σε αυτό δεν αναγράφεται από πότε θα έπρεπε να αρχίζουν οι μηνιαίες δόσεις αλλά και ούτε από πότε αρχίζει o τόκος και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Δ. Η εν λόγω αγωγή είναι πρόωρη καθ' ότι δεν προσδιορίζεται στο επίδικο έγγραφο η ημερομηνία λήξης του και ως εκ τούτου το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. E. Το επίδικο έγγραφο με βάση τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι οποίοι δεν είναι παραδεκτοί, κατέστη ληξιπρόθεσμό το 1987, ήτοι πριν 28 και πλέον χρόνια. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε κανένα νομικό διάβημα προς είσπραξη του ισχυριζόμενου ποσού παρά μόνο πολύ μετά το θάνατο του ισχυριζόμενου οφειλέτη και συγκεκριμένα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. ΣΤ. Είναι αδύνατο να προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία μετά την παρέλευση τέτοιου μεγάλου χρονικού διαστήματος και/ή είναι αδύνατο ο Εναγόμενος να εντοπίσει οποιαδήποτε έγγραφα και/ ή αποδείξεις και/ή μαρτυρία σε σχέση με το επίδικο έγγραφο, το οποίο κατ' ισχυρισμό υπογράφτηκε το
  4. Z. H Ενάγουσα, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων από τα οποία πηγάζει το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα το 1987 τουλάχιστον, καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός του Εναγομένου, H. Ουδέποτε η Ενάγουσα έδωσε στον αποβιώσαντα το ποσό των £10.000.- και ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε και/ή νόμιμο αντάλλαγμα ή αντιπαροχή. Θ. Η φερόμενη υπογραφή στο επίδικο έγγραφο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του αποβιώσαντα.
  5. Ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη όλων των ισχυρισμών της.» Κατά την ακρόαση, τη δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας κλήθηκαν να την προωθήσουν δύο μάρτυρες, ήτοι ο γιος και η κατά τον επίδικο χρόνο γειτόνισσα της ενάγουσας, Κ. Παπαναστασίου (ΜΕ1) και Μ. Μιχαηλίδου (ΜΕ2) αντίστοιχα. Αμφότεροι οι εν λόγω μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι είχαν προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα και αν και ο βαθμός εμπλοκής του καθενός εξ' αυτών παρουσιάστηκε να ήταν διαφορετικός, εντούτοις η ουσία της μαρτυρίας τους κινήθηκε πάνω στις ίδιες γραμμές. Και οι δύο τους ισχυρίστηκαν ότι ήταν προσωπικά παρόντες όταν έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα της 30/04/87, με τη Μιχαηλίδου μάλιστα να παρουσιάζεται να είναι και ένα από τα πρόσωπα που φέρονται να υπέγραψαν ως μάρτυρες στο επίδικο έγγραφο εκείνης της ημερομηνίας. Συνοψίζω τη μαρτυρία τους πιο κάτω: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι το 1987, ο γιος της ενάγουσας, ήτοι ο ΜΕ1, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις είχε μεταφέρει την ενάγουσα μητέρα του στην τράπεζα κατόπιν παράκλησης της ώστε να αποσύρει μετρητά, τα οποία, ως του είχε αναφέρει η τελευταία, της τα είχε ζητήσει ως δάνειο ο αποβιώσαντας αδελφός της διότι ήθελε να προβεί σε κάποιες επενδύσεις σε ακίνητη ιδιοκτησία. Λίγες μέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 30/04/87, ο αποβιώσαντας, μαζί με το δικηγόρο του μ.XXXXX Πολυδώρου, ο οποίος απεβίωσε πρόσφατα, ήλθαν στο σπίτι της ενάγουσας, όπου εκεί διέμεναν τότε, μαζί με την τελευταία, ο ΜΕ1 και οι αδελφές του. Αφού έκατσαν στο σαλόνι της οικίας, ο δικηγόρος του αποβιώσαντα παρουσίασε ένα έγγραφο το οποίο είχε συντάξει ο ίδιος και το οποίο θα υπέγραφε ο αποβιώσαντας. Παρόντες στο σαλόνι της ενάγουσας εκείνη τη στιγμή ήταν ο αποβιώσαντας, ο δικηγόρος του, η ενάγουσα, ο ΜΕ1 και η Μ. Μαλέκκου, αδερφή της ενάγουσας. Στην πορεία, ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες, κλήθηκε να παραστεί στη συγκεκριμένη συνάντηση και η ΜΕ2, η οποία, ήταν γειτόνισσα της ενάγουσας και της οποίας ο δικηγόρος του ενάγοντα, ήτοι ο μ.Ε. Πολυδώρου, τύγχανε να είναι γαμπρός. Σύμφωνα με τη ΜΕ2, η οποία ισχυρίστηκε ότι τον αποβιώσαντα έτυχε να τον δει σε διάφορες περιπτώσεις όταν επισκεπτόταν την ενάγουσα αδελφή του, αυτό που της είχε αναφερθεί τότε εκείνης ήταν ότι την χρειάζονταν να υπογράψει ως μάρτυρας σε κάποιο έγγραφο που θα υπέγραφε ο αποβιώσαντας και σύμφωνα με το ΜΕ1, ο λόγος που κλήθηκε η ΜΕ2 να υπογράψει ως μάρτυρας ήταν επειδή ο ένας μάρτυρας που θα υπέγραφε θα ήταν η αδερφή της ενάγουσας οπόταν θεωρήθηκε ορθότερο όπως ο δεύτερος μάρτυρας είναι κάποιο «ξένο» πρόσωπο, ήτοι μη συγγενής της ενάγουσας. Ακολούθως ο αποβιώσαντας υπέγραψε στην παρουσία όλων των πιο πάνω προσώπων το συγκεκριμένο έγγραφο που είχε συντάξει και παρουσιάσει ο δικηγόρος του και στη συνέχεια το έγγραφο το υπέγραψαν ως μάρτυρες η ΜΕ2 ως μάρτυρας 1 και η αδερφή της ενάγουσας, Μ.Μαλέκκου, ως μάρτυρας
  6. Αμφότεροι οι μάρτυρες αναγνώρισαν ως το έγγραφο που φέρεται να υπέγραψε τότε ο αποβιώσαντας στην παρουσία τους το έγγραφο που κατέθεσε ως Τεκ.1 ο ΜΕ1 και τόσο ο τελευταίος όσο και η ΜΕ2, η οποία αναγνώρισε στο συγκεκριμένο τεκμήριο τη δική της υπογραφή στο πεδίο «μάρτυρας» υπ. αρ. 1, υπέδειξαν επί του εν λόγω εγγράφου τα πεδία «οφειλέτης» και «μάρτυρας υπ.αρ.2» ως τα σημεία που σύμφωνα με εκείνους υπέγραψαν στην παρουσία τους οι αποβιώσαντας και Μ.Μαλέκκου αντίστοιχα. Το συγκεκριμένο τεκμήριο, το οποίο συνιστά πρωτότυπο έγγραφο και το οποίο φέρει επίσης χαρτόσημα καθώς επίσης και υπογραφή και βεβαιωτική σφραγίδα του Εφόρου Χαρτοσήμων (Commissioner of Stamps) με ημερ. 02/05/87 ότι το «παρόν έγγραφο έχει δεόντως χαρτοσημανθεί, αναφέρει τα εξής: «ΚΑΛΟΝ ΔΙΑ £10.000.- Ο υποφαινόμενος XXXXX Γ.Αριστείδου, εκ Στροβόλου, XXXXX αρ. 8, χρεωστώ να πληρώσω εις διαταγήν της κας XXXXX Α. Παπαναστασίου εκ XXXXX, XXXXX αρ. 73, το ποσόν των £10.000.- (δέκα χιλιάδων λιρών Κύπρου) ισάξιον ληφθέν εις μετρητά. Το πιο πάνω ποσό αναλαμβάνω να εξοφλήσω διά μηνιαίων δόσεων εκ £200.00.- αρχομένων από (κενό) Επίσης οφείλω να πληρώσω τόκον προς 9% ετησίως για το ποσό των £10.000.- από (κενό) μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ή μέρος αυτής περισσότερο από 3 μέρες από τη λήξη της, το γραμμάτιο αυτό καθίσταται ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό του αμέσως απαιτητό και σε περίπτωση αγωγής θα υποχρεούμαι να καταβάλω όλα τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα. Λευκωσία τη 30/04/87 Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ (Υπογραφή) ΜΑΡΤΥΡΕΣ (Υπογραφή)
  7. (Υπογραφή) (Χαρτόσημα, Υπογραφή και Σφραγίδα Εφόρου Χαρτοσήμων (Commissioner of Stamps) με ημερ. 02/05/87 και βεβαίωση ότι το «παρόν έγγραφο έχει δεόντως χαρτοσημανθεί»)» Ήταν ο ισχυρισμός αμφότερων των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι, από τα όσα λέχθηκαν στους ιδίους αλλά και διαβάζοντας το συγκεκριμένο έγγραφο που ετοίμασε ο δικηγόρος του αποβιώσαντα και το οποίο υπέγραψε ο τελευταίος στην παρουσία τους, αντιλήφθηκαν ότι ο αποβιώσαντας είχε δανειστεί από την ενάγουσα ποσό £10.000 και ότι της υποσχόταν εγγράφως ότι θα της αποπλήρωνε το εν λόγω ποσό μαζί με τους αναλογούντες τόκους, με μηνιαίες δόσεις εκ £200 έκαστη δόση. Σημειώνω εδώ ότι και οι δύο μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι απ' ότι θυμούνται, αυτό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ ενάγουσας και αποβιώσαντα ήταν ότι οι δόσεις με τις οποίες θα αποπληρωνόταν το χρέος που αναγνώριζε ο τελευταίος ότι όφειλε στην ενάγουσα, θ' άρχιζαν να καταβάλλονται από την 01/06/
  8. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, αφού τοποθετήθηκαν όλες οι παρουσιαζόμενες στο πιο πάνω έγγραφο υπογραφές και ο αποβιώσαντας αποχώρησε από την οικία της ενάγουσας, το συγκεκριμένο έγγραφο τοποθετήθηκε μέσα σ' ένα συρτάρι και πριν από 7 - 8 χρόνια περίπου, ήτοι μετά το θάνατο του αποβιώσαντα, δόθηκε από την ενάγουσα στο ΜΕ1 ώστε να απαιτηθεί από το εναγόμενο διαχειριστή η σχετική πληρωμή. Εξ' όσων γνωρίζει, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, ο αποβιώσαντας ουδέποτε πλήρωσε στην ενάγουσα το ποσό που αναγνώρισε ότι τον δάνεισε και που δεσμεύτηκε να της επιστρέψει και αυτό παρά το ότι η τελευταία είχε επανειλημμένα στο παρελθόν ζητήσει από τον αποβιώσαντα τα χρήματα της και αυτός τη διαβεβαίωσε ότι θα της τα πληρώσει. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, ο λόγος που δεν προσήλθε η ίδια η ενάγουσα στο Δικαστήριο να καταθέσει είναι αφ' ενός διότι τα τελευταία 5 - 6 χρόνια αυτή βρίσκεται σε γηροκομείο λόγω του ότι υπέστη εγκεφαλικό και πάσχει και από Alzheimer και αφ' ετέρου διότι ήταν και ο ίδιος παρών στα επίδικα γεγονότα, τα οποία ούτως ή άλλως αποτυπώνονται και στο έγγραφο που υπέγραψε ο αποβιώσαντας. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ως προς το γιατί περίμενε η ενάγουσα 27 χρόνια να προβάλει την υπό κρίση αξίωση της εναντίον του αποβιώσαντα και δη μόνο μετά που απεβίωσε ο τελευταίος, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι επειδή η οικογένεια του δεν είχε στο παρελθόν άμεση ανάγκη να ανακτήσει το δάνειο που έγινε στον αποβιώσαντα, ούτε αυτός αλλά ούτε και η μητέρα του ήθελαν «να πάρουν στο Δικαστήριο» το θείο και αδερφό τους αντίστοιχα, ο οποίος άλλωστε υπέφερε και αυτός από Alzheimer πριν αποβιώσει. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, επειδή και αυτός αλλά και η ενάγουσα γνώριζαν ότι ο αποβιώσαντας είχε αρκετή περιουσία εγγεγραμμένη στο όνομα του, δεν ανησυχούσαν για την αποπληρωμή του χρέους αφού ακόμη και αν ο τελευταίος απεβίωνε χωρίς να εξοφλήσει το αναγνωρισμένο από αυτόν χρέος του, αυτό θα μπορούσε εύκολα να εξοφληθεί κατά τη διαχείριση της περιουσίας του. Είναι γι' αυτό το λόγο δε που πριν την άρνηση του διαχειριστή να τιμήσει τη γραπτή υπόσχεση του αποβιώσαντα, δεν επιδιώχθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Σημειώνω εδώ ότι η αντεξέταση τόσο του ΜΕ1 όσο και της ΜΕ2 επεκτάθηκε και σε διάφορα άλλα θέματα ενώ σε αμφότερους τους μάρτυρες υποβλήθηκαν και θέσεις όπως ότι δεν ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου, ότι η συγκεκριμένη υπογραφή δεν είναι του αποβώσαντα και ότι ο τελευταίος ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από την ενάγουσα εφόσον ασκούσε ένα αρκετά κερδοφόρο επάγγελμα και συνεπώς δεν είχε κανένα λόγο να ζητά δανεικά από οποιοδήποτε και δη από την αδερφή του η οποία ήταν ράφτρια. Την δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης τώρα την προώθησε με τη μαρτυρία του ο ίδιος ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, ο οποίος να σημειωθεί είναι δικηγόρος. Η ουσία της μαρτυρίας του τελευταίου, η οποία κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στην ίδια γραμμή που κινήθηκε και το δικόγραφο της υπεράσπισης, ήτοι αποκλειστικά στη βάση της προσωπικής άγνοιας του ίδιου του διαχειριστή, συνοψίζεται επαρκώς θεωρώ στα ακόλουθα αποσπάσματα από την αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα: «.Αυτό που γνωρίζω ήταν ότι το 1987, είναι από τις μαρτυρίες που έλεγαν όλοι οι κληρονόμοι ή αντιπρόσωποι κατά τις συναντήσεις που είχαν στο γραφείο μου γιατί είχαν μεγάλους τσακωμούς και ο ένας έλεγε για τον άλλο και τα έβγαλαν όλοι στη φόρα και μεταξύ των οποίων οι κληρονόμοι διεκδικούσαν, έλεγαν όλοι, η μόνη πληροφορία που είχα, ότι δεν είχε ανάγκη να δανειστεί από οποιονδήποτε.(τι έγινε) το '87 δεν το γνώριζα. Οι πληροφορίες που έλαβα κατά τις συναντήσεις και επανέρχομαι πάλι στο 1987, ήταν ότι όλοι αμφισβητούσαν όλα τα έγγραφα. Δεν μπορούσα να έχω περισσότερες πληροφορίες, ήταν αδύνατο. Ο κάθε ένας υποστήριζε τα δικά του έγγραφα..(Ερ. Εσύ αμφισβητούσες το έγγραφο γιατί το αμφισβητούσαν οι άλλοι;) Τις πληροφορίες τις έπαιρνα από τους άλλους.(Ερ. Εσύ δεν αποκλείεις ότι μπορεί ο XXXXX, μπορεί να υπέγραψε το Τεκμήριο 1;) Δεν μπορώ να ξέρω. Ο λόγος είναι νομικός.Εγώ δεν έχω πρωτογενή γνώση. Όταν ζήτησα αποδεικτικά στοιχεία κανένας δεν ήταν σε θέση να μου υποδείξει οτιδήποτε, ούτε η Ενάγουσα που μπορούσε να μου εξηγήσει οτιδήποτε για να μπορέσω και εγώ ανάλογα να προχωρήσω ή όχι. Όσες φορές προσπάθησα να πάρω πληροφορίες από τους κληρονόμους δεν είχα καμία πληροφορία και αποκαλούσαν τους άλλους ψεύτες., αυτό το έγγραφο και τα άλλα έγγραφα που αναφέρονται στην αγωγή που αναφέρω ήταν μετά τον διορισμό μου και μετά που κάλεσα όλους τους κληρονόμους και αντιπροσώπους στο γραφείο μου για να δούμε πώς θα γίνει η διανομή της περιουσίας.(Ερ. Αμφιβάλλεις ότι η υπογραφή τούτη που είναι εδώ σήμερα και είδε η κυρία Μιχαηλίδου ότι είναι η υπογραφή της;) Σας είπε η ίδια, εγώ δεν ήμουν εκεί. Σε σχέση με αυτήν την υπόθεση δεν γνωρίζω. Πώς μπορώ να ξέρω; Γι' αυτό ζήτησα αποδεικτικά στοιχεία και κανείς δεν μου προσκόμισε, ούτε καν την Ενάγουσα μου την έφερε για να μιλήσω μαζί της.Δεν γνωρίζω, αμφισβητώ. Από τη στιγμή που δεν γνωρίζω, δεν ήμουν παρών βεβαίως το αμφισβητώ.(Ερ.Δικ. Αμφισβητείτε την εγκυρότητα και γνησιότητα του Τεκμηρίου 1 επειδή δεν ξέρετε οτιδήποτε περί τούτου;) Δεν γνωρίζω τίποτα κύριε Πρόεδρε. Όσες πληροφορίες προσπάθησα να πάρω δεν μου έδιναν δικαίωμα να έχω μίαν ξεκάθαρη γνώμη. Όλοι μου έλεγαν είναι ψεύτικα και πλαστά και ότι δεν είναι το μόνο που παρουσιάστηκε.Μου ζητήσατε να απαντήσω κάτι που έγινε πριν τον διορισμό μου. Ούτε ξέρω αν καταρτίστηκε, ούτε αν δόθηκε κάτι έναντι του ποσού. Αφού σας λέω ότι μεταξύ των κληρονόμων υπήρχε εντονότατη αμφισβήτηση γιατί δεν είναι το μόνο που παρουσιάστηκε και το φύλαγαν όλοι 30 και χρόνια για να το παρουσιάσουν..» Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές τελικές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Παρατηρώ τα εξής Όπως ήταν έκδηλο εκ της δικογραφίας αλλά και επιβεβαιώθηκε και κατά την ακρόαση, η μοναδική εκδοχή στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα προήλθε μόνο από την πλευρά της ενάγουσας, ήτοι από τους ΜΕ1 και ΜΕ2. Μάλιστα δε, όπως ξεκάθαρο το κατέστησε ο ίδιος ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα κατά τη μαρτυρία του, ο μόνος λόγος που αμφισβητήθηκε η επίδικη αξίωση της ενάγουσας δεν είναι διότι η υπεράσπιση θεωρεί ότι τα επίδικα γεγονότα είναι διαφορετικά από αυτά που ισχυρίζεται η πλευρά της ενάγουσας αλλά μόνο διότι ο διαχειριστής της περιουσίας δεν γνώριζε ο ίδιος τι πραγματικά είχε γίνει - «.Εγώ δεν έχω πρωτογενή γνώση.Δεν γνωρίζω, αμφισβητώ. Από τη στιγμή που δεν γνωρίζω, δεν ήμουν παρών βεβαίως το αμφισβητώ .». Με άλλα λόγια, έστω και αν στο δικόγραφο της υπεράσπισης προβλήθηκαν μεταξύ άλλων και ισχυρισμοί επί συγκεκριμένων γεγονότων, οι οποίοι μάλιστα ισχυρισμοί υποβλήθηκαν και κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2, εντούτοις στο τέλος φάνηκε ότι η πραγματική θέση της υπεράσπισης είναι ότι εξ' αρχής δεν μπορούσε να προσφέρει τη δική της εκδοχή επί των επίδικων γεγονότων ή έστω να αντικρούσει με θετικό τρόπο τα όσα γεγονότα ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Υπενθυμίζω εδώ τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του αναφορικά με τις θέσεις που πρόβαλαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 σε σχέση τόσο με τη φερόμενη υπογραφή του αποβιώσαντα στο Τεκ.1 - «.Δεν μπορώ να ξέρω.Ο λόγος είναι νομικός.», όσο και με την υπογραφή της ΜΕ2, την οποία άλλωστε υπογραφή η τελευταία αναγνώρισε ως τη δική της υπογραφή - «.Σας είπε η ίδια, εγώ δεν ήμουν εκεί.». Αναπόφευκτα λοιπόν συνεπάγεται ότι η μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη ενώ ό,τι τέθηκε υπό τύπο γεγονότων στους εν λόγω μάρτυρες κατά την αντεξέταση τους, αυτό παρέμεινε μετέωρο και ατεκμηρίωτο. Και εφόσον η εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ2 είναι και η μόνη εκδοχή επί γεγονότων που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της υπόθεσης, όπως έχει νομολογηθεί, «...συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. (Wynne v. Mavronicolas κ.α.
(2009)1 A.A.Δ. 1138).» (βλ. ΛΑΪΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑ κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A460, ECLI:CY:AD:2014:A460, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 91/2010, 3/7/2014). Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω και υπενθυμίζω ότι η εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ2, έστω και αναντίλεκτη, δεν περιορίστηκε μόνο στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες των εν λόγω μαρτύρων αλλά συναρτήθηκε και με το περιεχόμενο του Τεκ.1, ήτοι του εγγράφου που φέρεται να συνέταξε ο δικηγόρος του αποβιώσαντα και να το υπέγραψε ο τελευταίος στις 30/04/
  1. Ξεκινώντας λοιπόν πρώτα από το εν λόγω τεκμήριο σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, το συγκεκριμένο έγγραφο φέρει πρωτότυπη σφραγίδα - πιστοποίηση από το κυβερνητικό τμήμα του Εφόρου Χαρτοσήμων με ημερομηνία 02/05/87, γεγονός που όχι μόνο συνάδει με τον ισχυρισμό των ΜΕ1 και ΜΕ2 ως προς το ότι το έγγραφο αυτό εκτελέστηκε στις 30/04/87 αλλά και ενισχύει την εγκυρότητα και γνησιότητα του εν λόγω εγγράφου[1]. Κατά δεύτερο, το ίδιο το έγγραφο αναφέρει ότι εκτελείται - υπογράφεται από τον αποβιώσαντα, ήτοι τον «.υποφαινόμενο(ς) Φιλάρετος Γ.Αριστείδου.» και καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης προς αμφισβήτηση είτε της γνησιότητας είτε της εγκυρότητας της υπογραφής που παρουσιάζεται να τέθηκε από το εν λόγω πρόσωπο. Υπενθυμίζω εδώ άλλωστε ότι η δικογραφημένη θέση που επέλεξε να προβάλει ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα ως υπεράσπιση ήταν ότι «.δεν μπορεί να γνωρίζει αν το επίδικο έγγραφο υπογράφτηκε από τον αποβιώσαντα΄.» καθώς επίσης και ότι «.δεν μπορεί να γνωρίζει αν η έκδοση του εγγράφου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή λόγω περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.». Ούτε όμως παρουσιάστηκαν από πλευράς υπεράσπισης όλα εκείνα τα πρόσωπα που σύμφωνα με το διαχειριστή, «.αμφισβητούσαν όλα τα έγγραφα.(και). μου έλεγαν είναι ψεύτικα και πλαστά.» και τα οποία οδήγησαν τον τελευταίο στο να αμφισβητήσει κάθε τι που αναφερόταν στο συγκεκριμένο έγγραφο. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι στο τέλος της ημέρας, όπως ο ίδιος ο διαχειριστής ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, η παρουσιαζόμενη υπογραφή του αποβιώσαντα επί του συγκεκριμένου εγγράφου δεν αμφισβητείται για πραγματικούς αλλά καθαρά για νομικούς λόγους - «.(Ερ. Εσύ δεν αποκλείεις ότι μπορεί ο Φιλάρετος, μπορεί να υπέγραψε το Τεκμήριο 1;) Δεν μπορώ να ξέρω. Ο λόγος είναι νομικός.» - οι οποίοι όμως νομικοί λόγοι έμειναν άνευ οποιουδήποτε πραγματικού υπόβαθρου. Κατά τρίτο, η ΜΕ2 αναγνώρισε η ίδια την υπογραφή της επί του συγκεκριμένου εγγράφου και το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης αλλά ουσιαστικά κατέστη και αποδεκτό κατά τη μαρτυρία του διαχειριστή. Πέραν τούτου όμως, ενώ η ΜΕ2 έδωσε μια εξήγηση ως προς το πώς και γιατί βρέθηκε η υπογραφή της επί ενός εγγράφου το οποίο παρουσιάζεται στην όψη του να υπογράφτηκε το 1987 από τον αποβιώσαντα στην παρουσία της και να πιστοποιήθηκε λίγες μέρες αργότερα από κυβερνητικό τμήμα, καμία άλλη εξήγηση και δη διαφορετική δεν μπόρεσε να δοθεί από πλευράς υπεράσπισης. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός της ΜΕ2 ότι τη δεδομένη στιγμή ήταν γειτόνισσα της ενάγουσας και είχε και στενή οικογενειακή σχέση με το δικηγόρο του αποβιώσαντα, ισχυρισμός ο οποίος όχι μόνο καθιστά την επί του προκειμένου εξήγηση της ΜΕ2 λογικοφανή και πειστική αλλά και συνάδει και με τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι προτιμήθηκε να υπογράψει ως μάρτυρας και κάποιο άλλο πρόσωπο που δεν ήταν συγγενής της ενάγουσας. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, δέχομαι τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι το Τεκ.1 υπογράφτηκε από τον αποβιώσαντα στην παρουσία τους και στην παρουσία του δικηγόρου του στις 30/04/87 και ότι το εν λόγω πρωτότυπο έγγραφο ο αποβιώσαντας το υπέγραψε με τη θέληση του και με πλήρη επίγνωση του περιεχομένου και των συνεπειών του, και στη βάση αυτής της αξιόπιστης μαρτυρίας προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης μου, στρέφομαι στο περιεχόμενο του αξιόπιστου Τεκ.1 υπενθυμίζοντας ταυτόχρονα και την αρχή ότι η βούληση και η πρόθεση των μερών που υπογράφουν συνειδητά ένα έγγραφο αντικατοπτρίζεται πρωτίστως στα όσα εκεί αναφέρονται και ότι τα περιθώρια είναι πολύ στενά για να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018). Παρατηρώ τα εξής. Το πρόσωπο που υπογράφει το έγγραφο ως οφειλέτης, δηλαδή ο αποβιώσαντας - «.υποφαινόμενο(ς) XXXXX Γ.Αριστείδου.» - παρουσιάζεται να δηλώνει εκεί ρητά και ενυπογράφως ότι όχι μόνο «.χρεωστώ να πληρώσω εις διαταγήν της (ενάγουσας) το ποσόν των £10.000.» αλλά και ότι το συγκεκριμένο ποσό συνιστά ποσόν «.ληφθέν εις μετρητά.». Ενώ όμως ο αποβιώσαντας προχωρεί και δηλώνει εγγράφως και ότι «.Το πιο πάνω ποσό αναλαμβάνω να εξοφλήσω διά μηνιαίων δόσεων εκ £200.00..» αλλά και ότι «Επίσης οφείλω να πληρώσω τόκον προς 9% ετησίως για το ποσό των £10.000», εντούτοις για κάποιο ανεξήγητο λόγο το έγγραφο παραμένει κενό και σιωπηρό ως προς το πότε είναι που θα ξεκινήσουν να καταβάλλονται οι δόσεις και να χρεώνεται ο ανάλογος τόκος. Το κενό αυτό επιχείρησαν οι μάρτυρες της ενάγουσας και ιδίως ο ΜΕ1 να το καλύψουν με τον ισχυρισμό ότι αυτό που αντιλήφθηκαν από τα όσα λέγονταν στην παρουσία τους ήταν ότι οι δόσεις και ο τόκος θα ξεκινούσαν να καταβάλλονται από την 01/06/
  2. Όπως όμως έχει νομολογηθεί, η πρόθεση των μερών πρέπει να απορρέει από το συγκεκριμένο έγγραφο που υπογράφτηκε και δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλ. Οικονόμου κ.α. ν. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 436). Άλλωστε, λαμβανομένου υπόψη των τυπικών προϋποθέσεων που πρέπει ένα έγγραφο να πληροί με βάση το αρ. 78 Κεφ.149[2] ώστε να θεωρείται γραμμάτιο συνήθους τύπου, μπορεί να ήταν και εκ προθέσεως που ο αποβιώσαντας δεν «συμπλήρωσε» τα συγκεκριμένα πεδία στο έγγραφο που υπέγραψε. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η ουσία είναι ότι το Τεκ.1 δεν αναφέρει το χρόνο έναρξης των δόσεων και του τόκου και η επί του προκειμένου μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 δεν μπορεί, για τους νομικούς λόγους που εξήγησα, να γίνει αποδεκτή. Η πιο πάνω διαπίστωση είναι θεωρώ αρκετή, υπό το φως των προνοιών του αρ.78 Κεφ.149, να σφραγίσει την τύχη της παρούσας αγωγής στο βαθμό που αυτή εδράζεται σε οφειλόμενο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Αυτή όμως δεν είναι η μόνη βάση αγωγής αφού η ενάγουσα αξιώνει το επίδικο ποσό και «δυνάμει δανείου». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα όφειλε να καθορίσει από πριν την έναρξη της ακρόασης ποια βάση αγωγής θα προωθούσε και αυτό γιατί η βάση αγωγής επί της οποίας εδράζεται μια αγωγή είναι θέμα νομικό, και ως είναι νομολογημένο, είναι η προώθηση διαζευκτικών ισχυρισμών επί γεγονότων που δεν επιτρέπεται και όχι η προώθηση πολλαπλών νομικών ισχυρισμών. Σε κάθε περίπτωση όμως, στην παρούσα περίπτωση υπάρχει εκ της δικογραφίας το απαιτούμενο υπόβαθρο προς υποστήριξη της αγωγής και στη βάση δανείου ώστε η αξίωση να μπορεί να εξετασθεί και υπό αυτή την πτυχή (βλ. Λεωνίδου Πανίκος Α. και άλλη ν. Δρ. Θρασύβουλου Σπυριδάκη,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694 και Χατζηβασιλείου Ελπίδα ν. Reliable Motor Cars Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1685 καθώς και τις αποφάσεις στις οποίες οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν) αλλά και η ίδια η υπεράσπιση προώθησε με τις υποβολές της και με τη μαρτυρία του διαχειριστή θέσεις που έδειχναν ότι αντιλαμβανόταν πλήρως ότι η υπόθεση εδραζόταν και επί κατ' ισχυρισμό δανείου της ενάγουσας προς τον αποβιώσαντα. Εξετάζοντας λοιπόν υπό αυτή τη σκοπιά την υπόθεση παρατηρώ τα εξής. Κατά πρώτο, η προαναφερθείσα ενυπόγραφη δήλωση και αναγνώριση του αποβιώσαντα ότι κατά την υπογραφή του Τεκ.1 αυτός είχε ήδη λάβει από την ενάγουσα το ποσό των 10.000ΛΚ σε μετρητά και δη υπό τη μορφή δανείου, εξ' ου και δηλώνεται και η ύπαρξη ανάλογου χρέους προς την τελευταία, επιβεβαιώνει πλήρως τον ισχυρισμό του ΜΕ1 ότι όπως τον ενημέρωσε και η ενάγουσα μητέρα του, αυτή είχε δανείσει στον αποβιώσαντα το συγκεκριμένο ποσό μετά που της το ζήτησε. Μάλιστα δε, υπό το φως αυτής της συγκεκριμένης ρητής και ενυπόγραφης δήλωσης του αποβιώσαντα, καμία ανάγκη δεν υπήρχε για να προσκομισθεί και μαρτυρία από την ίδια την ενάγουσα αφού η οποιαδήποτε ενασχόληση με τα κίνητρα ή το σκοπό του εν λόγω δανείου θα ήταν υπό τις περιστάσεις άνευ σημασίας και καθαρά ακαδημαϊκής φύσης. Αυτό όχι μόνο λόγω της συγκεκριμένης ρητής δήλωσης του αποβιώσαντα αλλά και γιατί η ίδια υπεράσπιση δήλωσε με το δικόγραφο της ότι δεν μπορούσε να προωθήσει οποιαδήποτε θέση περί «.έκδοσης του εγγράφου . συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή λόγω περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.». Πρόσθετα τούτο όμως, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς υπεράσπισης που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό που προωθήθηκε από την τελευταία ως προς το ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε τον τότε καιρό ανάγκη από δανεικά και επισημαίνω και πάλι εδώ ότι αν και ο διαχειριστής ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι του «.έλεγαν όλοι, η μόνη πληροφορία που είχα, ότι δεν είχε ανάγκη (ο αποβιώσαντας) να δανειστεί από οποιονδήποτε.» εντούτοις κανένας τέτοιος «πληροφοριοδότης» δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει θετικά ένα τέτοιο ισχυρισμό. Στη βάση λοιπόν της ρητής και ξεκάθαρης ενυπόγραφης δήλωσης του αποβιώσαντα ότι η ενάγουσα τον δάνεισε το ποσό των 10.000ΛΚ και ότι «.χρωστάει να πληρώσει εις διαταγήν της.» τελευταίας το εν λόγω ποσό, η οποία δήλωση επιβεβαιώνει ως αληθή τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του ΜΕ1, προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογο εύρημα. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο αποβιώσαντας κανένα ποσό δεν πλήρωσε στην ενάγουσα ενόσω ήταν εν ζωή έναντι του δανείου που αναγνώρισε με το Τεκ.1 ότι έλαβε από αυτή και αφ' ετέρου ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι όταν η ενάγουσα «έδωσε διαταγή» στο διαχειριστή του αποβιώσαντα να την πληρώσει το ποσό που ο τελευταίος δεσμεύτηκε ενυπογράφως να της πληρώσει «εις διαταγήν της», ο διαχειριστής αρνήθηκε να το πράξει, κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο αποβιώσαντας εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των 10.000ΛΚ που τον δάνεισε και το οποίο ποσό ο τελευταίος δεσμεύτηκε να της επιστρέψει. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω αγνοήσει ότι μια πτυχή της υπεράσπισης αφορούσε στην υπέρμετρη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε από πλευράς ενάγουσας για την προώθηση της παρούσας αξίωσης καθώς επίσης και στις κατ' ισχυρισμό αρνητικές συνέπειες που υπέστη η υπεράσπιση στην προώθηση των θέσεων της συνεπεία αυτής της καθυστέρησης. Κρίνω όμως ότι όπως και να ήθελε προσεγγισθεί, η θέση αυτή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη για την υπεράσπιση. Εξηγώ. Κατά πρώτο, στην παρούσα αγωγή δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches) που προβάλλεται στην αγόρευση της υπεράσπισης και αυτό γιατί με την παρούσα αγωγή δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας απ' όπου η εν λόγω αρχή πηγάζει, και η οποία ρυθμίζει τις συνέπειες που προκύπτουν από την υπέρμετρη καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων που έχουν ως αποκλειστική πηγή το δίκαιο της επιείκειας (βλ. Α.Τ.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158, Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668 και Zερβός Παναγιώτης ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2357). Κατά δεύτερο, η επιδειχθείσα καθυστέρηση θα μπορούσε να αποκτήσει κάποιο ουσιαστικό νομικό νόημα αν εγειρόταν από την υπεράσπιση θέμα παραγραφής της επίδικης αξίωσης. Τέτοιο θέμα όμως δεν ηγέρθηκε ποτέ από πλευράς υπεράσπισης και εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε μετά τη θέσπιση του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Ν. 66(I)/2012, «το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής» (βλ. αρ. 20). Κατά τρίτο και κυριότερο όμως, ενώ η υπεράσπιση επεδίωξε να χρησιμοποιήσει την καθυστέρηση ως ένδειξη του αναξιόπιστου της εκδοχής της ενάγουσας, εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε στο τέλος απλά να αιωρείται ως ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός και αυτό γιατί καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης που να συνδέεται με την καθυστέρηση ώστε να πλήξει, είτε τη γνησιότητα και εγκυρότητα των ενυπόγραφων δηλώσεων του αποβιώσαντα είτε την εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία υπενθυμίζω έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη. Την ίδια στιγμή όμως, πλήρως ανεδαφική κρίνεται και η θέση της υπεράσπισης ότι η ικανότητα και δυνατότητα της να υπερασπιστεί τον εαυτό της επηρεάστηκε δυσμενώς και σε σημαντικό βαθμό συνεπεία της επιδειχθείσας καθυστέρησης. Αυτό όχι μόνο γιατί η υπεράσπιση μπορούσε από το 2014 να αναζητήσει η ίδια τη μαρτυρία της ΜΕ2 και της Μ. Μαλέκκου που παρουσιάζονται να υπογράφουν ως μάρτυρες στο Τεκ.1, οπόταν και θα μάθαινε έτσι και για την εμπλοκή του δικηγόρου μ. Έ. Πολυδώρου, ο οποίος ήταν εν ζωή μέχρι πρόσφατα και από τον οποίο θα μπορούσε να ζητηθεί να διαφωτίσει τα επίδικα γεγονότα, αλλά και γιατί, σύμφωνα με τον ίδιο το διαχειριστή, ενώπιον του παρουσιάστηκαν από την αρχή της υπόθεσης αρκετά άτομα που φέρονταν να γνωρίζουν τέτοια γεγονότα ώστε να δικαιολογείτο η από μέρους του διαχειριστή αμφισβήτηση της αξίωσης της ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την αξίωση της στον απαιτούμενο βαθμό και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης περιουσίας για το ποσό των €17.086 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πλέον ΦΠΑ. (Υπ.)........... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πρωτοκολλητής [1] Βλ. τεκμήριο αρ. 15 Κεφ.6 - «Σε oπoιαδήπoτε διαδικασία, πoλιτική ή πoιvική, σε περίπτωση εγγράφoυ πoυ απoδεικvύεται ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv είκoσι ετώv, υπάρχει τo ίδιo τεκμήριo τo oπoίo θα υπήρχε πριv από τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ σε περίπτωση εγγράφoυ τo oπoίo απoδείχτηκε ως παρόμoιoυ χαρακτήρα ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv τριάvτα ετώv» [2] "Γραμμάτιο συνήθους τύπου" είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση. Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται "οφειλέτης χρέους" ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται "πιστωτής". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.