← Κύπρος

Αριστείδου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αγωγής: 3933/13, 5/10/2021

Αριστείδου ν. Γενικός Εισαγγελέας, Αρ. Αγωγής: 3933/13, 5/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A601 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3933/13 Μεταξύ: XXXXX Αριστείδου Ενάγοντας και Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενος ------------------------------------------- (Αίτηση τροποποίησης Ε/Α ημερ. 18/03/21) Ημερομηνία: 05 Οκτωβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χ. Χριστάκη Για εναγόμενο - κα Π. Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 19/06/13 και σύμφωνα με την Ε/Α, η εκδοχή του ενάγοντα είναι εν συντομία η εξής: Κατά ή περί την 23/03/2004 και περί ώρα 23:00, ενώ ο ενάγοντας υπηρετούσε ως υπολοχαγός της Εθνικής Φρουράς και διοικητής του δεύτερου λόχου στο XXXXX Τ.Π που έδρευε στον XXXXX, με καθήκοντα αξιωματούχου υπηρεσίας διανυκτερεύσεως για τη συγκεκριμένη ημέρα, δέχτηκε απρόκλητα και παράνομα επίθεση με γροθιές και κλωτσιές από τρεις κληρωτούς στρατιώτες του στρατοπέδου του με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες. Αμέσως μετά την επίθεση ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στο αγροτικό νοσοκομείο XXXXX και στη συνέχεια στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, όπου εισήχθη στο χειρουργείο και παρέμεινε εκεί μέχρι την επόμενη ημέρα, δηλαδή την 24/03/2004 όταν και του χορηγήθηκε εξιτήριο και αναρρωτική άδεια μέχρι τις 25/03/

  1. Σύμφωνα πάντα με τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα, από την εν λόγω επίθεση αυτός υπέστη σωματικές βλάβες για τις οποίες παραθέτει συγκεκριμένες λεπτομέρειες στην Ε/Α του αλλά και παρουσίασε και ψυχολογικά προβλήματα, «.συνιστάμενα κυρίως σε δυσκολία προσαρμογής σε εκτέλεση υπηρεσίας με οπλίτες.». Λόγω τούτου, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, εξετάστηκε από ψυχίατρο του ΓΕΕΦ στις 28/04/2004 και 07/06/06 οπόταν και διαγνώστηκε με «.ψυχοτραυματικό στρες, συμπτώματα αυπνίας, απομόνωσης και διαταραχή» καθώς επίσης και με «.υπολειμματικά στοιχεία με αγχώδεις εκδηλώσεις και συναισθηματική φόρτιση που σχετίζονται με το ανωτέρω επεισόδιο του ξυλοδαρμού του». Είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ενάγοντα ότι για τα θέματα αυτά της ψυχικής υγείας του, το Υπουργείο Άμυνας τον παρέπεμψε, κατόπιν εισήγησης του ΓΕΕΦ, σε ιατροσυμβούλιο ώστε να εξεταστεί τόσο η κατάσταση της υγείας του όσο και η ικανότητα του να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα. Ακολούθως, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, το εν λόγω ιατροσυμβούλιο τον έκρινε, λανθασμένα κατ' εκείνον, ως ανίκανο να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και στη βάση αυτής της κρίσης του ιατροσυμβουλίου, το Υπουργείο Άμυνας αποφάσισε στις 26/05/2008 όπως του επιβάλει πρόωρη και υποχρεωτική αφυπηρέτηση για λόγους υγείας από 31/07/
  2. Επειδή την απόφαση αυτή του Υπουργείου Άμυνας ο ενάγοντας τη θεώρησε εσφαλμένη, την προσέβαλε με την προσφυγή XXXXX/08, στα πλαίσια της οποίας πέτυχε στις 28/11/2011 να εκδοθεί σχετική ακυρωτική απόφαση οπόταν και επέστρεψε κανονικά στην υπηρεσία του τον Ιανουάριο του
  3. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ενάγοντας θεωρεί ότι ο εναγόμενος, τον οποίον ενάγει «... υπό την ιδιότητα ως εκ του νόμου υπεύθυνος για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων ή και εκπροσώπων ή και υπαλλήλων της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή ενάγεται δυνάμει του Άρθρου 13 του Κεφ.148...», φέρει ευθύνη για «.το ανωτέρω επεισόδιο και για την βλάβη και/ή ζημιά που υπέστη λόγω αμέλειας και/ή παραβίασης των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων του που απορρέουν από τον Νόμο και/ή από τη σχέση του τόσο με τον Ενάγοντα όσο και με τους στρατιώτες που του επιτέθηκαν και του προκάλεσαν τους ανωτέρω τραυματισμούς και σωματικές και ψυχικές βλάβες.». Είναι συγκεκριμένα η θέση του ενάγοντα, η οποία εξειδικεύεται στην υφιστάμενη Ε/Α σε χωριστή παράγραφο με τίτλο «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου Υποχρεώσεων», ότι ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει για την επιθετική συμπεριφορά των εμπλεκόμενων στρατιωτών η οποία εκδηλώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις κατά τη θητεία τους, δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ώστε να παρασχεθεί στον ενάγοντα η αναγκαία ασφάλεια στον χώρο εργασίας του και/ή για να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι κίνδυνοι που ελλόχευε η εν λόγω συμπεριφορά με αποτέλεσμα αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, να υποστεί «.πόνο ταλαιπωρία, ψυχολογικά προβλήματα, αυπνίες και να νιώθει έντονα αισθήματα ντροπής, φόβου και ανασφάλειας..». Για το λόγο αυτό ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντα με την ειδική οπισθογράφηση της αγωγής, αξιώνει από τον εναγόμενο γενικές αποζημιώσεις για σωματικές και/ή ψυχικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία, τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, πραγματικά έξοδα καθώς επίσης και νόμιμο τόκο από «.23/3/2004 ημερομηνίας γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος.»., Την Υπεράσπιση της η πλευρά του εναγόμενου την καταχώρησε στις 02/04/2014 και σε αυτήν προβάλλεται πρωτίστως προδικαστική ένσταση ότι το αγώγιμο δικαίωμα που προωθεί ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή έχει παραγραφεί «καθότι έχει περάσει η εκ του Νόμου καθορισμένη προθεσμία των 3 χρόνων». Άνευ βλάβης όμως της ένστασης αυτής και επί της ουσίας της υπόθεσης, η πλευρά του εναγόμενου δέχεται ότι ο ενάγοντας υπέστη ξυλοδαρμό στις 23/03/04 από κάποιους κληρωτούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στη μονάδα που ήταν τότε τοποθετημένος, ότι λόγω της επίθεσης παρουσίασε ψυχολογικά προβλήματα «συνιστάμενα κυρίως σε δυσκολία προσαρμογής σε εκτέλεση υπηρεσίας με οπλίτες.», ότι κατόπιν σχετικών ιατρικών αξιολογήσεων αυτός κρίθηκε στις 27/03/08 ως ανίκανος να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα οπόταν και αποφασίστηκε η πρόωρη υποχρεωτική αφυπηρέτηση του από τις 31/07/08 και ότι η εν λόγω απόφαση στη συνέχεια ακυρώθηκε στα πλαίσια σχετικής προσφυγής που καταχώρησε ο ενάγοντας. Αρνείται παρά ταύτα η πλευρά του εναγόμενου ότι ευθύνεται με οποιονδήποτε τρόπο για τον ξυλοδαρμό του ενάγοντα ή τις κατ' ισχυρισμό συνέπειες που ο εν λόγω ξυλοδαρμός επέφερε στον τελευταίο και ισχυρίζεται ότι αν ευθύνεται κάποιος να αποζημιώσει τον ενάγοντα αυτοί είναι αποκλειστικά οι στρατιώτες που του επιτέθηκαν, οι οποίοι στις 27/7/2004 καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από το στρατιωτικό Δικαστήριο κατόπιν δίωξης τους γι' αυτό ακριβώς το περιστατικό. Σημειώνω εδώ ότι στην Υπεράσπιση της η πλευρά του εναγόμενου παραθέτει διάφορες λεπτομέρειες αναφορικά με τις διαδικασίες που φέρονται να έγιναν από τις 28/04/2004 μέχρι και τις 19/08/2013 για σκοπούς αξιολόγησης της εξέλιξης της υγείας του ενάγοντα και της ικανότητας του να εκτελεί τα καθήκοντα του, και αναφέρει μεταξύ άλλων και ότι ο τελευταίος κρίθηκε ως άριστος και πολύ καλός στις εκθέσεις ικανότητας και τα σημειώματα αποδόσεως που καταρτίστηκαν σε σχέση με την εργασία του κατά την περίοδο 24/01/12 έως 04/03/13, ήτοι μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστήριου και την επανατοποθέτηση του στην υπηρεσία. Η τελευταία επανεξέταση, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, έχει ζητηθεί να γίνει από τις 19/08/13, πλην όμως μέχρι την καταχώρηση της Υπεράσπισης στις 02/04/14 δεν είχε εκδοθεί ακόμα οποιαδήποτε απόφαση από το ιατροσυμβούλιο. Στους πιο πάνω ισχυρισμούς του εναγόμενου ο ενάγοντας έκρινε αναγκαίο να απαντήσει οπόταν στις 06/05/14 καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία επικεντρώνεται ουσιαστικά στην προδικαστική ένσταση που ηγέρθη περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που προωθεί με την παρούσα αγωγή. Οι επί του προκειμένου λοιπόν ισχυρισμοί που προβάλλει ο ενάγοντας με το δικόγραφο της Απάντησης περιστρέφονται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά στην ουσια σε θέμα πραγματικό, ήτοι στο ότι κατ' εκείνον δεν τίθεται θέμα παραγραφής εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στον πιο κατάλληλο για τούτο χρόνο και αυτό, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αφ' ενός διότι «.προκειμένου να έχει αποκρυσταλλωμένη και/ή οριστική εικόνα τόσο της υγείας του όσο και της οικονομικής και επαγγελματικής του κατάστασης, μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής δικαιολογημένα ανέμενε (ο ενάγοντας), αρχικά την έκβαση της προσφυγής του με αρ. XXXXX/08 και εν συνεχεία κατόπιν επιτυχίας της προσφυγής του την έκβαση της διαδικασίας επανεξέτασης η οποία παρά την επιστροφή του Ενάγοντα στην εργασία του, μέχρι σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί, αλλά αντίθετα ο Εναγόμενος συνεχίζει να τον παραπέμπει σε ιατροσυμβούλια προς εξέταση, επικαλούμενος ότι η κατάσταση της υγείας του διαφοροποιείται...», και αφ' ετέρου διότι «. κατά ή περί την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής έλαβε για πρώτη φορά (ο ενάγοντας) έγγραφα που καταδεικνύουν και/ή αποκαλύπτουν τις αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή τις παραβιάσεις θεσμού καθηκόντως του Εναγόμενου, τις οποίες μέχρι τότε αγνοούσε.». Κατά τον ενάγοντα, το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρουσιάστηκε τόσο με την υπεράσπιση του όσο και προηγουμένως να θεωρεί ότι η υγεία του ενάγοντα διαφοροποιείτο και δεν ήταν ποτέ σταθερή, τον εμποδίζει από του να εγείρει και να προωθεί οποιοδήποτε θέμα παραγραφής. Ο δεύτερος άξονας της Απάντησης του ενάγοντα εδράζεται επί ζητήματος κυρίως νομικού και συγκεκριμένα στη θέση ότι «Το αγώγιμο δικαίωμα του (ενάγοντα) δεν εδράζεται μόνο επί του αστικού αδικήματος της αμέλειας και/ή η βάση της αγωγής του δεν είναι μόνο το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά και η παραβίαση θέσμιου καθήκοντος...» και στη θέση ότι «.Το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραγραφεί και/ή σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας αγωγής και μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της η οποιαδήποτε νομοθετική πρόνοια περί παραγραφής τελούσε υπό αναστολή και/ή με σχετικά νομοθετήματα επεκτάθηκε ο χρόνος της παραγραφής». ΜΕ την ολοκλήρωση τις δικογραφίας στις 06/05/14 και ακολούθως των διάφορων προδικαστικών διαδικασιών με βάση την τότε εν ισχύ Δ.30, η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 09/03/
  4. Για τους λόγους όμως που καταγράφονται στα πρακτικά η ακρόαση δεν κατέστη δυνατό να λάβει χώρα κατ' εκείνη την ημερομηνία οπόταν και αναβλήθηκε για τις 16/10/
  5. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, η πλευρά του ενάγοντα εξέφρασε την πρόθεση να τροποποιήσει την Ε/Α της οπόταν η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 01/12/
  6. Αν και την προτιθέμενη αυτή αίτηση η πλευρά του ενάγοντα δεν την καταχώρησε μέχρι την 01/12/15 εντούτοις, επειδή κατά τις επόμενες δύο εμφανίσεις δήλωσε ότι εξακολουθούσε να έχει την πρόθεση αυτή και ζήτησε όπως της δοθεί και ο ανάλογος χρόνος, η υπόθεση επαναορίζετο μέχρι και τις 03/03/16 για οδηγίες. Στις 03/03/16 όμως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δήλωσε ότι δεν θα προέβαινε τελικά σε τροποποίηση της Ε/Α οπόταν και η υπόθεση ορίστηκε γι' ακρόαση στις 18/10/
  7. Παρά ταύτα, μέχρι και τις 22/02/21 δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει η ακρόαση αφού κατά καιρούς υποβλήθηκαν και εγκρίθηκαν διάφορα αιτήματα αναβολής, τα οποία οφείλονταν είτε σε από κοινού προσπάθειες που γίνονταν για διευθέτηση είτε σε κωλύματα που παρουσιάστηκαν με το πρόγραμμα των δικηγόρων και του Δικαστηρίου. Λίγες μέρες πριν την ημερομηνία ακρόασης της 22/01/21, η πλευρά του ενάγοντα αιτήθηκε αναβολή δηλώνοντας ότι θεωρούσε αναγκαίο να τροποποιήσει την Ε/Α της πριν την έναρξη της ακρόασης. Η πλευρά του εναγόμενου δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, δήλωσε όμως και εκείνη την πρόθεση της πλέον να προβεί σε αίτηση για να εκδικαστεί προδικαστικά η δικογραφημένη ένσταση της περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που προωθεί εναντίον της ο ενάγοντας οπόταν και το Δικαστήριο έδωσε σε αμφότερους τους διαδίκους χρόνο μέχρι τις 23/03/21 για να καταχωρήσουν τις αιτήσεις που δήλωσαν ότι θα καταχωρούσαν. Μέχρι τις 05/03/21 όμως, μόνο η πλευρά του εναγόμενου καταχώρησε την αίτηση που δήλωσε ότι θα καταχωρήσει, ήτοι αίτηση για να δοθεί άδεια όπως εκδικαστεί προδικαστικά το θέμα της παραγραφής. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ήτοι στις 18/03/21, ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση τροποποίησης της Ε/Α του, η οποία αίτηση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου ορίστηκε την ίδια μέρα που είχε οριστεί η αγωγή αλλά και η αίτηση του εναγόμενου, ήτοι στις 23/03/
  8. Στη συνέχεια έλαβαν χώρα διάφορες εμφανίσεις για σκοπούς των δύο αιτήσεων, κατά τις οποίες και οι δύο πλευρές δήλωναν διαφωνία ως προς το ποια αίτηση θα έπρεπε να δικαστεί πρώτα. Τελικά όμως, στις 10/06/21 αμφότεροι οι συνήγοροι ζήτησαν από το Δικαστήριο όπως εκδικαστεί πρώτα η αίτηση του ενάγοντα για τροποποίηση και ακολούθως η αίτηση για προδικαστική εκδίκαση της παραγραφής του εναγόμενου οπόταν και δόθηκαν οι ανάλογες οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης στην πρώτη αίτηση. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης λοιπόν είναι η αίτηση που καταχώρησε ο ενάγοντας στις 18/03/21 με την οποία ζητά, στη βάση κυρίως των προνοιών της Δ.25, ως οι εν λόγω πρόνοιες ισχύουν στην παρούσα υπόθεση με βάση τη χρονολογία της, να του επιτραπεί να τροποποιήσει και την οπισθογράφηση της αγωγής αλλά και το περιεχόμενο της Ε/Α. Ως προβάλλονται δε, οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι οποίες είναι αρκετά εκτενείς, δύναται θεωρώ να συνοψισθούν με τις εξής τρεις κατηγορίες . Α. Ισχυρισμοί αναφορικά με γεγονότα που παρουσιάζονται να επεσυνέβησαν πριν τις 19/06/13 που καταχωρήθηκε η αγωγή Β. Ισχυρισμοί αναφορικά με γεγονότα που παρουσιάζονται να επεσυνέβησαν μετά τις 19/06/13 που καταχωρήθηκε η αγωγή Γ. Νομικοί Ισχυρισμοί Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κατηγορίας Α ανωτέρω, ο ενάγοντας επιθυμεί να εισάγει στην ΕΑ του ότι η νοσηλεία του στο Νοσοκομείο ήταν από τις 24/03/04 - 25/03/04 και όχι από τις 23/03/04 - 24/03/04 που είναι ο υφιστάμενος ισχυρισμός του, ότι η αναρρωτική άδεια που του δόθηκε ήταν μέχρι τις 04/04/04 και όχι μέχρι τις 25/04/04, ότι ενόσω ήταν στο Νοσοκομείο διαγνώστηκε με οξύ πόνο και κάταγμα σε συγκεκριμένα δόντια, ότι όταν εξήλθε του Νοσοκομείου στις 25/03/04 εξετάστηκε από συγκεκριμένο ιατροδικαστή ο οποίος ετοίμασε σχετική έκθεση με τα ευρήματα του, ότι στις 19/07/04 επισκέφθηκε ιδιώτη χειρούργο οδοντίατρο η οποία προέβη σε συγκεκριμένη ενδοδοντική θεραπεία για την οποία τον χρέωσε με ανάλογη αμοιβή, ότι μεταξύ 16/02/05 και 06/02/08 έτυχε διαφόρων εξετάσεων από στρατιωτικό ψυχίατρο, ότι στις 31/03/08 εξετάστηκε από τριμελή επιτροπή της Εθνικής Φρουράς η οποία διαπίστωσε ότι πάσχει από αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις, ότι στις 13/03/13, ήτοι μετά την επάνοδο του στα καθήκοντα του, το Υπουργείο Άμυνας ζήτησε την εξέταση της υφιστάμενης τότε κατάστασης της υγείας του, ότι στις 24/03/04, κατόπιν διερεύνησης του επίμαχου ξυλοδαρμού στα πλαίσια της οποίας λήφθηκε κατάθεση και από τον ίδιο, συντάχθηκε σχετική αναφορά στην οποία καταγράφηκε η γενικότερη συμπεριφορά των εμπλεκόμενων στρατιωτών, ότι πριν τον επίμαχο ξυλοδαρμό είχε ζητηθεί γραπτώς η μετάθεση ενός εκ των εμπλεκόμενων στρατιωτών λόγω διάπραξης σωρείας πειθαρχικών και ποινικών παραπτωμάτων καθώς επίσης και λόγω ανωριμότητας και πιθανών ψυχικών διαταραχών, ότι πριν τον επίμαχο ξυλοδαρμό ο ένας εκ των εμπλεκόμενων στρατιωτών είχε παραπεμφθεί σε ψυχιατρική εξέταση όπου και διαπιστώθηκε ότι πάσχει από αγχωδό-καταθλιπτικές αντιδραστικές εκδηλώσεις και ότι η αρμόδια αρχή προχώρησε σε δίωξη των τριών εμπλεκόμενων στρατιωτών, οι οποίοι καταδικάστηκαν από το Στρατοδικείο στις 27/07/04 σε 7 και 6 μήνες φυλάκιση αντίστοιχα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της κατηγορίας Β ανωτέρω, ο ενάγοντας επιδιώκει να προσθέσει στην Ε/Α του ότι στις 07/04/14 υπεβλήθη σε θεραπευτικές επεμβάσεις στα δόντια του από δεύτερο χειρούργο οδοντίατρο, ότι στις 19/04/14 επανεξετάστηκε από την ιδιώτη χειρούργο οδοντίατρο που τον εξέτασε στις 19/07/04, ότι για τις υπηρεσίες των δύο ιδιωτών οδοντιάτρων που επισκέφθηκε κατέβαλε €1650 στα οποία περιλαμβάνεται και δεύτερη επανεξέταση που του έγινε από την πρώτη ιδιώτη οδοντίατρο στις 03/02/17 καθώς επίσης και η σύνταξη σχετικού πιστοποιητικού, ότι από τις 24/07/13 έγιναν διάφορες διαδικασίες επανεξέτασης της υγείας και της ικανότητας του από πλευράς ΓΕΕΦ και Υπουργείου Άμυνας οι οποίες στις 22/01/15 κατέληξαν σε εκ νέου απόφαση για υποχρεωτική αφυπηρέτηση του για λόγους υγείας, ότι την ορθότητα και νομιμότητα της εν λόγω απόφασης ο ενάγοντας την αμφισβήτησε και πάλι με νέα προσφυγή που καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο η οποία ήταν και πάλι επιτυχής αφού στις 17/08/18 εκδόθηκε σχετική ακυρωτική απόφαση, και ότι από τον Ιανουάριο 2019 ο ενάγοντας βρίσκεται «κανονικά στην υπηρεσία του». Σημειώνω εδώ ότι στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών ο ενάγοντας επιθυμεί να προσθέσει στην οπισθογράφηση του και αξίωση για ειδικές ζημιές ύψους €1650, ήτοι σε σχέση με τα έξοδα που φέρεται να επωμίστηκε σε σχέση με την εμπλοκή των δύο ιδιωτών χειρούργων οδοντιάτρων. Όσον αφορά τώρα τους νομικούς ισχυρισμούς που επιθυμεί να προσθέσει ο ενάγοντας, αυτοί συνίστανται σε 31 επιπρόσθετες «Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου Υποχρεώσεων», οι οποίες στην ουσία περιστρέφονται γύρω από το πώς κατά τον ενάγοντα ο εναγόμενος φέρεται να έχει παραβιάσει τα καθήκοντα που του επέβαλλαν κατά το χρόνο του επίμαχου ξυλοδαρμού οι πρόνοιες του περί Ασφαλείας και Υγείας στην Εργασία Νόμoυ Ν. 89(I)/
  9. Επιχειρείται επίσης όπως προστεθεί και ο νομικός ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος ενάγεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνος για το ξυλοδαρμό και τις βλάβες του ενάγοντα δυνάμει του αρ.13 Κεφ.
  10. Υποστήριξη στο υπό συζήτηση αίτημα επιχειρείται να δοθεί μέσω Ε/Δ του ενάγοντα η οποία συνοδεύει την αίτηση και στην οποία προβάλλεται η θέση ότι μόνο αν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση θα μπορέσει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πλήρης εικόνα των επίδικων γεγονότων και θεμάτων. Κατά τον ενάγοντα, ο λόγος που υποβάλλεται στο παρόν στάδιο το υπό κρίση αίτημα είναι αφ' ενός διότι «.Μετά την καταχώρηση της αγωγής μας το έτος 2013 επισυνέβησαν διάφορα γεγονότα, άμεσα σχετικά με τα επίδικα και υπό εξέταση ζητήματα και προέκυψαν/παρουσιάσθηκαν περαιτέρω ιατρικές/σωματικές και άλλες βλάβες και/ή συνέπειες του επίδικου ξυλοδαρμού μου για τις οποίες υποβλήθηκα σε έξοδα ενώ πρόσθετα περιήλθαν σε γνώση μου γεγονότα και έγγραφα απόλυτα σχετικά με τα επίδικα και υπό εξέταση ζητήματα τα οποία μέχρι τότε αγνοούσα. Όλα αυτά τα γεγονότα, στα οποία αναφέρομαι τόσο στο σώμα της παρούσας Αίτησης μου όσο και πιο κάτω, δεν συμπεριλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης μου, είτε γιατί αυτά είναι μεταγενέστερα της καταχώρησης της είτε γιατί περιήλθαν σε γνώση μου μεταγενέστερα της καταχώρησης της..» και αφ' ετέρου διότι «.κατά την πρόσφατη μελέτη της υπόθεσης και της συνάντησης που είχα με τους δικηγόρους μου για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης διαπίστωσα ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση Απαίτησης τα ακόλουθα γεγονότα.». Στην αντίπερα όχθη η πλευρά του εναγόμενου καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας εφτά συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογραφίας, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται τόσο στη θέση ότι πρόκειται για αίτημα που υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση 8 χρόνων και δη τη στιγμή που τα όσα γεγονότα επιδιώκονται να εισαχθούν ήταν εξ αρχής γνωστά στον ενάγοντα, όσο και στη θέση ότι αυτό που επιχειρείται στην πραγματικότητα να γίνει από πλευράς ενάγοντα, είναι να μεταβληθεί το νομικό και πραγματικό πλαίσιο που μέχρι σήμερα οριοθετούσε την αγωγή ώστε να καλυφθούν εγγενή κενά και αδυναμίες της υπόθεσης και ιδιαίτερα το θέμα της παραγραφής που έχει εγερθεί από πλευράς εναγόμενου και το οποίο προφανώς βρίσκει πλήρη έρεισμα με βάση την υφιστάμενη δικογραφία. Υπό αυτή την σκοπιά λοιπόν, η πλευρά του εναγόμενου υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι όχι μόνο αδικαιολόγητη και καταχρηστική αλλά και ότι τυχόν έγκριση της θα επιφέρει κατ' ανεπίτρεπτο και άδικο προς τον εναγόμενο τρόπο, σοβαρό πλήγμα στα δικά του συνταγματικά δικαιώματα, τα οποία δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν με τις συνήθεις διαταγές εξόδων. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων την έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω εκτενή αναφορά στη σχετική Νομολογία που διέπει τις αιτούμενες τροποποιήσεις δυνάμει των προνοιών της Δ.25 που ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)

(1990)1 AAΔ 24, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 από τις οποίες διαπιστώνεται ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο, ασκείται με φειδώ. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Οι εν λόγω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν, σημειώνω τα εξής αναφορικά με το υπό κρίση αίτημα. Η βασική θέση που προβάλλει ο ενάγοντας για να υποστηρίξει το υπό κρίση αίτημα του, το οποίο δεν αμφισβητείται ότι υποβάλλεται οχτώ και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, είναι ότι αυτό αφορά σε γεγονότα που είτε δεν του ήταν γνωστά κατά το χρόνο σύνταξης της δικογραφίας είτε του ήταν γνωστά αλλά διέλαθαν της προσοχής του. Οι ρητές όμως θέσεις που εξέφρασε ο ενάγοντας στην υφιστάμενη δικογραφία του καθώς επίσης και η στάση αλλά και οι δηλώσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου καθ' όλα αυτά τα χρόνια καταδεικνύουν ότι είναι εντελώς το αντίθετο που ισχύει. Εξηγώ. Είναι γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19/06/13. Η πλήρης όμως ολοκλήρωση της δικογραφίας έλαβε χώρα ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, ήτοι στις 06/05/14, όταν και ο ενάγοντας καταχώρησε το δικόγραφο της Απάντησης με το οποίο δικόγραφο υπενθυμίζω, δόθηκε στον τελευταίο η ευκαιρία να δώσει τις δικές του εξηγήσεις, τόσο ως προς το λόγο που περίμενε πέραν των 9 χρόνων για να καταχωρήσει την οποιαδήποτε αγωγή του όσο και ως προς το πού ακριβώς είναι που η αγωγή αυτή εδράζεται. Για σκοπούς του υπό κρίση αιτήματος συνεπώς, δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί ούτε το χρονικό σημείο στο οποίο ο ενάγοντας ολοκλήρωσε την εκ της δικογραφίας οριοθέτηση της αγωγής του αλλά ούτε και το τι ακριβώς είναι που ισχυρίστηκε στην εν λόγω δικογραφία δραττόμενος της ευκαιρίας να καταχωρήσει Απάντηση στην Υπεράσπιση. Στην Απάντηση λοιπόν που καταχώρησε ο ενάγοντας στις 06/05/14, ο τελευταίος ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι την παρούσα αγωγή την καταχώρησε όχι μόνο όταν έκρινε ότι είχε πλέον «αποκρυσταλλωμένη και/ή οριστική εικόνα τόσο της υγείας του όσο και της οικονομικής και επαγγελματικής του κατάστασης» αλλά και όταν είχε πλέον λάβει όλα τα κατ' εκείνον αναγκαία «έγγραφα που καταδεικνύουν και/ή αποκαλύπτουν τις αμελείς πράξεις και/ή παραλείψεις και/ή τις παραβιάσεις θεσμού καθηκόντως του Εναγόμενου, τις οποίες μέχρι τότε αγνοούσε». Με άλλα λόγια, στις 06/05/2014, υπεραμυνόμενος της απόφασης του να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή στο χρόνο που την καταχώρησε, ο ενάγοντας δήλωσε ρητώς μέσω του δικογράφου της Απάντησης ότι είχε ήδη αποκρυσταλλωμένη την πραγματική και νομική εικόνα όλων των επίδικων θεμάτων καθώς επίσης και ότι αυτήν την αποκρυσταλλωμένη εικόνα την αποτύπωσε με επάρκεια στα δικόγραφα του. Μάλιστα δε, τη ρητή αυτή δήλωση του ο ενάγοντας την επανέλαβε και δύο χρόνια αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν στις 03/03/16 δήλωσε ρητά ότι αν και εξέτασε το ενδεχόμενο να τροποποιήσει την Ε/Α του, τελικά έκρινε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο και ότι η υπόθεση μπορούσε να προχωρήσει σε ακρόαση με βάση την υφιστάμενη δικογραφία. Με γνώμονα τα πιο πάνω συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς δύναται σήμερα να δικαιολογείται ο ενάγοντας να ισχυρίζεται απλά ότι τα υφιστάμενα δικόγραφα του δεν περιέχουν την ολοκληρωμένη εικόνα των πραγματικών και νομικών επίδικων θεμάτων, ιδιαίτερα όταν η πλειοψηφία των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισάξει στην Ε/Α του παρουσιάζεται να αφορά σε γεγονότα που είχαν ήδη επισυμβεί όταν αυτός καταχωρούσε στις 06/05/14 το δικόγραφο της Απάντησης και δήλωνε ρητά ότι είχε από τότε πλήρη και αποκρυσταλλωμένη εικόνα της υγείας και της οικονομικής και επαγγελματικής του κατάστασης. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί εδώ ότι σύμφωνα με τους προτιθέμενους προς προσθήκη ισχυρισμούς, ο ενάγοντας, όταν καταχωρούσε στις 06/05/14 την Απάντηση του, αυτός είχε ήδη επισκεφθεί και τους δύο χειρούργους οδοντίατρους που διενήργησαν τις κατ' ισχυρισμό επεμβάσεις στα δόντια του (19/07/04, 07/04/14 και 19/04/14) και συνεπώς γνώριζε από τότε και για τις θεραπείες που έλαβε ή που έπρεπε να λάβει αλλά και ότι οι θεραπείες αυτές συνεπάγονταν και τα ανάλογα έξοδα τα οποία ζητά τώρα να του επιτραπεί να προσθέσει ως περαιτέρω αξιώσεις. Παρά ταύτα, ούτε στις 06/05/14 αλλά ούτε και το 2016 έδειξε ο ενάγοντας να θεωρεί αναγκαίο να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς ως μέρος της αγωγής του ή να αξιώσει οποιεσδήποτε ειδικές αποζημιώσεις ως επιχειρεί να πράξει σήμερα. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι για τους συγκεκριμένους τραυματισμούς ο ενάγοντας κάποιο σχετικό ισχυρισμό είχε περιλάβει στα υφιστάμενα δικόγραφα του, έστω και κατά γενικό τρόπο, και η πλευρά του εναγόμενου δεν ζήτησε ποτέ να τις δοθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. Όμως, από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και για τα επόμενα 8 χρόνια, οι μόνες ουσιαστικά αξιώσεις που προωθούσε ο ενάγοντας σύμφωνα με την οπισθογράφηση της αγωγής, η οποία θεωρείται και ο πυρήνας της (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389)), ήταν ουσιαστικά η επιδίκαση αποζημιώσεων γενικής μόνο φύσης και ουδέποτε τέθηκε ζήτημα ειδικών αποζημιώσεων και δη υπό τη μορφή εξόδων για ιατρικές επεμβάσεις στα δόντια. Το αναφέρω τούτο διότι με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος αρνήθηκε μεν τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπέστη από τον επίμαχο ξυλοδαρμό, παραδέχεται όμως ότι στον ενάγοντα προκλήθηκαν ψυχολογικά προβλήματα. Επομένως, αν ήταν η πρόθεση του ενάγοντα να προωθήσει ως μέρος της υπόθεσης του την εξειδικευμένη πτυχή γεγονότων που επιχειρεί να εισάξει σήμερα και στη βάση αυτών των εξειδικευμένων γεγονότων να αξιώσει συγκεκριμένες ειδικές αποζημιώσεις για ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να υποβληθεί συνεπεία του επίμαχου ξυλοδαρμού, τότε όχι μόνο αναμένετο αλλά και επιβάλλετο όπως κάμει ειδική προς τούτο αναφορά στη δικογραφία του, αν μη τι άλλο ώστε να δοθεί και η ευκαιρία στην πλευρά του εναγόμενου να προβεί σε όποιες ενέργειες θα έκρινε αναγκαίες ώστε να μπορέσει να υπερασπιστεί επαρκώς και μια τέτοια συγκεκριμένη πτυχή γεγονότων και αξιώσεων (π.χ. να ζητήσει όπως ο ενάγοντας εξεταστεί από οδοντίατρο του εναγόμενου.). Το ότι ο ενάγοντας παρουσιάζεται μέσω της παρούσας αίτησης να έχει εξασφαλίσει το 2017 το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό για τις κατ' ισχυρισμό επεμβάσεις που έκαμε στα δόντια του καμία σημασία δεν έχει, εφόσον το εν λόγω πιστοποιητικό φέρεται ουσιαστικά ν' αφορά στα γεγονότα και στις επεμβάσεις που είχαν λάβει χώρα πριν τις 06/05/14 που καταχωρήθηκε η Απάντηση με την οποία δηλώθηκε ρητά η πληρότητα και η επάρκεια της υφιστάμενης δικογραφίας. Άλλωστε, όπως ανέφερα ανωτέρω, ο ενάγοντας είχε και το 2016 την ευκαιρία να προσθέσει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς του στη δικογραφία του όμως όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά δήλωσε και ρητά τότε ότι δεν τίθετο τέτοιο θέμα. Όσον αφορά τώρα τους υπόλοιπους ισχυρισμούς επί γεγονότων που επιχειρεί με την παρούσα αίτηση να εισάξει στην Ε/Α του ο ενάγοντας, υπενθυμίζω ότι είναι παραδεκτό ότι έλαβε χώρα ο επίδικος ξυλοδαρμός, ότι προκλήθηκαν στον ενάγοντα ψυχολογικά προβλήματα, ότι το Υπουργείο Άμυνας αποφάσισε την υποχρεωτική αφυπηρέτηση του τελευταίου λόγω αυτών των ψυχολογικών προβλημάτων, ότι την εν λόγω απόφαση ο ενάγοντας την προσέβαλε με επιτυχία και ότι οι τρείς στρατιώτες που εμπλέκονταν στο ξυλοδαρμό καταδικάστηκαν από το Στρατιωτικό Δικαστήριο. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη αφ' ενός ότι οι επί του προκειμένου προτιθέμενοι προς προσθήκη ισχυρισμοί του ενάγοντα αφορούν σε γεγονότα που προβλήθηκαν από την υπεράσπιση και δεν επιχειρούνται ν' αμφισβητηθούν και αφ' ετέρου ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά σε αποζημιώσεις με βάση το αρ. 146 του Συντάγματος αλλά μόνο στο κατά πόσο ο εναγόμενος ευθύνεται απέναντι στον ενάγοντα για επίδειξη αμέλειας και/ή παραβίασης θέσμιου καθήκοντος κατά τον χρόνο του ξυλοδαρμού, ήτοι κατά την 23/03/04, η προσθήκη των συγκεκριμένων ισχυρισμών κρίνεται ότι δεν θα εξυπηρετήσει κανένα ουσιαστικό σκοπό αλλά μάλλον θα εκτροχιάσει και θα καθυστερήσει την όλη διαδικασία. Άλλωστε, εφόσον δεν πρόκειται για αγωγή με βάση το Αρ.146Σ αλλά ούτε και για αγωγή που να αφορά σε κατ' ισχυρισμό απώλεια οικονομικών απολαβών συνεπεία της απόφασης για αφυπηρέτηση του ενάγοντα, το γεγονός της λήψης μιας νέας διοικητικής απόφασης για υποχρεωτική αφυπηρέτηση του τελευταίου καθώς επίσης και το γεγονός της έκδοσης μιας νέας ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, καθίστανται δευτερεύουσας αν όχι άνευ σημασίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, το μόνο που θα πρόσθετε στην αγωγή ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι ότι αμφότερες οι πλευρές εξακολουθούν να επιμένουν στις αρχικές τους θέσεις, ο μεν ενάγοντας ότι τα ψυχολογικά προβλήματα που υπέστη από τον επίμαχο ξυλοδαρμό δεν επηρέασαν καταλυτικά την ικανότητα του για εργασία, ο δε εναγόμενος το αντίθετο. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι κανένας εκ των προτιθέμενων ισχυρισμών των κατηγοριών Α και Β ανωτέρω δεν μπορεί να επιτραπεί να προστεθεί σήμερα στην Ε/Α εφόσον από πλευράς ενάγοντα δεν δίνεται καμία εξήγηση και δη καμία ικανοποιητική εξήγηση ως προς το πώς και γιατί ξαφνικά άλλαξε η για 8 χρόνια ρητή και επαναλαμβανόμενη δηλωθείσα θέση του ότι τα υφιστάμενα δικόγραφα του περιέχουν την πλήρη εικόνα των επιδίκων θεμάτων, η οποία μάλιστα εικόνα, κατά τις ρητές θέσεις του ενάγοντα, είχε αποκρυσταλλωθεί πλήρως μέχρι και τις 06/05/14, αφού είχαν ως τότε περιέλθει στην κατοχή του και όλα τα έγγραφα που χρειαζόταν για να υποστηρίξει τις αξιώσεις του. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, κρίνω επίσης και ότι τυχόν έγκριση της αίτησης αναφορικά με τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, θα απέληγε υπό τις περιστάσεις σε αδικαιολόγητο εκτροχιασμό της διαδικασίας καθώς και σε άδικη για τον εναγόμενο μεταβολή της υπόθεσης που μέχρι σήμερα αυτός αντιλαμβανόταν ότι αντιμετώπιζε, τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς, μεταβολή η οποία θεωρώ δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τη συνήθη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στέφομαι τώρα στους νομικούς ισχυρισμούς που επιδιώκει να εισάξει στην έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας, οι οποίοι ισχυρισμοί υπενθυμίζω περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι ο εναγόμενος έχει παραβιάσει τις πρόνοιες του Ν. 89(Ι)/96. Αναφορικά με αυτή την πτυχή της αίτησης σημειώνω τα εξής: Ως είναι νομολογημένο, η παράβαση θέσμιου καθήκοντος, η οποία θεωρείται ότι συνιστά αστικό αδίκημα το οποίο διέπεται από τις πρόνοιες του Κεφ.148 εκτός αν άλλος νόμος ορίζει κάτι διαφορετικό, αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία πρέπει να εγείρεται στα δικόγραφα, όχι μόνο αυτοτελώς και ξεχωριστά από άλλες αγώγιμες αξιώσεις, αλλά και με την αναγκαία εξειδίκευση ως προς το ποιο είναι το συγκεκριμένο θέσμιο καθήκον που φέρεται να έχει παραβιαστεί. Αυτό αφ' ενός διότι πρέπει να παρέχεται στην αντίδικη πλευρά η πλήρης εικόνα της υπόθεσης που αντιμετωπίζει ώστε να μπορέσει να τοποθετηθεί ανάλογα στη δική της δικογραφία και αφ' ετέρου διότι πρέπει να παρέχονται στο Δικαστήριο τα όρια εντός των οποίων αυτό θα μπορεί αλλά και θα πρέπει να κινηθεί ώστε να εξετάσει τα επίδικα θέματα. Παράλειψη συμμόρφωσης με τον κανόνα αυτό καθιστά αδύνατη την εξέταση και επιτυχία της συγκεκριμένης αιτίας αγωγής ως αυτοτελή αιτία και το μόνο ίσως που μπορεί πλέον να θεωρηθεί σε σχέση με τις συγκεκριμένες λεπτομέρειες που παρατίθενται χωρίς όμως να εξειδικεύεται εκεί κάποιο συγκεκριμένο νομοθέτημα, είναι ότι οι λεπτομέρειες αυτές συνιστούν μέρος της αιτιολογικής βάσης της γενικότερης αιτίας αγωγής που καθορίζεται με την απαιτούμενη σαφήνεια, τις πλείστες περιπτώσεις αυτή της αμέλειας (βλ. μεταξύ άλλων Παναγή κ.α. ν. Παναγή
(2009)1 ΑΑΔ 145, ECLI:CY:AD:2021:A242, SIGMA RADIO TV PUBLIC LTD κ.α. v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 272/13, 8/6/2021) Στην παρούσα περίπτωση, η ρητή αναφορά που γίνεται στην υφιστάμενη δικογραφία σε λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβίασης θέσμιου καθήκοντος, φανερώνει ότι η αγωγή εδράζεται επί δύο βάσεων, ήτοι την αμέλεια και την παραβίαση θέσμιου καθήκοντος. Αυτό άλλωστε είναι και που δηλώθηκε ρητά από πλευράς ενάγοντα με το δικόγραφο της Απάντησης - «Το αγώγιμο δικαίωμα του (ενάγοντα) δεν εδράζεται μόνο επί του αστικού αδικήματος της αμέλειας και/ή η βάση της αγωγής του δεν είναι μόνο το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά και η παραβίαση θέσμιου καθήκοντος...». Παρά ταύτα, πουθενά στην Ε/Α δεν γίνεται αναφορά στο Ν. 89(Ι)/96 ή σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο ως το νομοθέτημα του οποίου οι πρόνοιες έχουν κατ' ισχυρισμό παραβιαστεί. Όταν όμως ο ενάγοντας καταχωρούσε το δικόγραφο της Απάντησης, είχε κάθε ευκαιρία να καθορίσει με σαφήνεια την επί του προκειμένου θέση που όφειλε εξ' αρχής να καθορίσει και μάλιστα, για να αντικρούσει την ένσταση του εναγόμενου και να υποστηρίξει τη θέση του ότι τα αγώγιμα δικαιώματα που προωθεί δεν έχουν παραγραφεί, επικαλέστηκε ρητά στην Απάντηση του το γεγονός ότι η αγωγή του παρουσιάζεται να εδράζεται και σε παραβίαση θέσμιου καθήκοντος ως αυτοτελή αιτία αγωγής. Ούτε όμως τότε προέβη σε οποιαδήποτε εξειδίκευση της επί του προκειμένου θέσης του ή έστω σε οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο νομοθέτημα. Αντιθέτως, ο ενάγοντας επέλεξε όπως συνεχίσει να παραμένει σιωπηλός σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα και όπως συνεχίσει να προωθεί κατά γενικό και αόριστο τρόπο ότι κάποιο θέσμιο καθήκον έχει παραβιάσει ο εναγόμενος. Ως αποτέλεσμα αυτής όμως της επιλογής του ενάγοντα, η συγκεκριμένη πτυχή της αγωγής δεν τέθηκε ποτέ κάτω από το πρίσμα κάποιου συγκεκριμένου νομοθετήματος, είτε αυτό είναι ο Ν. 89(Ι)/96 που επιχειρείται να εισαχθεί σήμερα στην Ε/Α είτε κάποιο άλλο νομοθέτημα και συνακόλουθα, όπως προκύπτει και από την απόφαση Παναγή ανωτέρω, ούτε η υπεράσπιση αλλά ούτε και το Δικαστήριο θα μπορούσαν, υπό το φως της υφιστάμενης δικογραφίας, να στρέψουν την προσοχή τους σε κάποιο νομοθέτημα το οποίο μπορεί να προβάλλει σχετικό με τις δικογραφημένες λεπτομέρειες αλλά δεν δικογραφείται ρητά ως βάση αγωγής. Το ερώτημα τώρα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν δικαιολογείται υπό αυτές τις συνθήκες να επιτραπεί στον ενάγοντα να προσθέσει τώρα ως μέρος του δικογράφου του το Ν. 89(Ι)/
  1. Η απάντηση κατά την κρίση μου είναι αρνητική. Εξηγώ. Αντίθετα με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς για τους οποίους έστω και ανεπιτυχώς κάποια εξήγηση επιχειρήθηκε να δοθεί ως προς το γιατί κρίθηκε τώρα αναγκαίο αυτοί να προστεθούν στην Ε/Α, καμία εξήγηση δεν δίνεται από πλευράς ενάγοντα αναφορικά με το πώς είναι που προέκυψε στο παρόν στάδιο η ανάγκη για προσθήκη ισχυρισμών στη βάση του Ν. 89(Ι)/
  2. Στην Ε/Δ του τελευταίου δεν γίνεται καμία αναφορά ως προς το αν το εν λόγω νομοθέτημα ήταν εξ αρχής υπόψη του αλλά διέλαθε της προσοχής του κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ή αν πρόσφατα αντιλήφθηκε την ύπαρξη του συγκεκριμένου νομοθετήματος. Το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας και το ότι αν το συγκεκριμένο νομοθέτημα ήταν υπόψη του ενάγοντα όταν παρέθετε στο υφιστάμενο δικόγραφο του τις λεπτομέρειες παράβασης θέσμιου καθήκοντος, τότε προς τι η ανάγκη να προστεθούν τώρα στις υφιστάμενες 11 παραγράφους λεπτομερειών, οι οποίες επίσης «μιλούν» για ασφαλές σύστημα και χώρο εργασίας, ακόμη 31 νέες παραγράφοι; Σίγουρα όμως, υπό το φως του ότι το υπό κρίση αίτημα υποβάλλεται με καθυστέρηση 8 χρόνων, η παροχή κάποιας εξήγησης περί του θέματος αυτού από πλευράς ενάγοντα ήταν όχι μόνο εύλογα αναμενόμενη αλλά και επιβεβλημένη. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, η ουσία είναι ότι με τον τρόπο που επέλεξε ο ενάγοντας να προωθήσει μέχρι σήμερα την αγωγή του, η προσοχή της πλευράς του εναγόμενου δικαιολογημένα στράφηκε μόνο προς την κατεύθυνση της αμέλειας και του Κεφ.148 και ποτέ προς την κατεύθυνση του Ν. 89(Ι)/96 ή οποιουδήποτε άλλου νομοθετήματος. Άλλωστε, με την ρητή παραπομπή που γίνεται στην υφιστάμενη Ε/Α στις πρόνοιες του αρ.13 Κεφ.148, ο ίδιος ο ενάγοντας είναι που κατηύθυνε τον εναγόμενο μόνο στο συγκεκριμένο νομοθέτημα. Συνεπεία τούτου, τυχόν έγκριση αυτής της πτυχής της αίτησης θα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, κατά τρόπο που δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί δίκαιος για την πλευρά του εναγόμενου αφού ο τελευταίος θα κληθεί ουσιαστικά να αντιμετωπίσει μια εντελώς διαφορετική υπόθεση από αυτή που αντιλαμβανόταν μέχρι σήμερα ότι υπερασπιζόταν. Το αναφέρω τούτο όχι διότι ο εναγόμενος έχει ήδη προωθήσει προς εκδίκαση τη θέση του περί παραγραφής στη βάση της υφιστάμενης εικόνας της δικογραφίας αλλά διότι ο Ν. 89(Ι)/96 δεν κάμνει οποιαδήποτε ρητή αναφορά σε δημιουργία αγώγιμων δικαιωμάτων υπέρ συγκεκριμένων προσώπων και αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που επιτραπεί να προστεθεί στην Ε/Α η αναφορά στο Ν.89(Ι)/96 ως αυτοτελής βάση αγωγής, τότε αναπόφευκτα θα πρέπει να επανακαθοριστούν και τα επίδικα θέματα, αφού επίδικο ζήτημα θα είναι πλέον και ο σκοπός του συγκεκριμένου Νόμου ώστε να διακριβωθεί το κατά πόσο τα καθήκοντα που επιβάλλονται με τις συγκεκριμένες πρόνοιες δημιουργούν και δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις (βλ. Επίσημος Παραλήπτης ν. Δημητρίου
(1997)1 ΑΑΔ (Α) 336). Οι σοβαρές λοιπόν συνέπειες που τυχόν έγκριση της συγκεκριμένης πτυχής της αίτησης θα συνεπάγεται στο παρόν στάδιο για την πλευρά του εναγόμενου αλλά και για την πορεία της υπόθεσης γενικότερα, σε συνδυασμό με το ότι καμία εξήγηση δεν δίνεται από πλευράς ενάγοντα ως προς το γιατί επιχειρείται μετά από 8 χρόνια να αλλάξει με το συγκεκριμένο τρόπο η νομική τουλάχιστο εικόνα που παρουσίαζε μέχρι σήμερα η δικογραφία της αγωγής, οδηγούν αναπόφευκτα θεωρώ στο συμπέρασμα ότι ούτε αυτή η πτυχή της αίτησης δύναται να επιτύχει. Κοντολογίς, από το σύνολο των προτιθέμενων προς προσθήκη ισχυρισμών, το μόνο που θεωρώ ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις να επιτραπεί στον ενάγοντα, είναι να διορθώσει τις ημερομηνίες εισαγωγής και εξαγωγής του από το Νοσοκομείο καθώς και την περίοδο της αναρρωτικής του άδειας, εφόσον επί αυτών των σημείων δεν αμφισβητείται ότι υφιστάμενη Ε/Α παρουσιάζει ένα καλόπιστο συντακτικό λάθος. Δεν θεωρώ όμως ότι η κατάληξη αυτή συνεπάγεται και επιτυχία της παρούσας αίτησης εφόσον η τυπική διόρθωση των συγκεκριμένων ημερομηνιών ήταν ουσιαστικά αποδεκτή από πλευράς εναγόμενου ο οποίος απλά δήλωσε ότι η διόρθωση θα μπορούσε να γίνει χειρόγραφα και χωρίς την ανάγκη υποβολής γραπτής αίτησης, θέση με την οποία συμφωνώ και προς τούτο δίδω ανάλογες οδηγίες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. Όσον αφορά τώρα την αίτηση του εναγόμενου για χορήγηση άδειας για εκδίκαση προδικαστικού σημείου, αυτή ορίζεται για ακρόαση στις 15 Οκτωβρίου 2021 στις 1000 και δίνονται οδηγίες όπως τυχόν ένσταση από πλευράς ενάγοντα καταχωρηθεί μέχρι και τις 13/10/21. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.