← Κύπρος

ΚΙΝΙΝΗΣ ν. AGROLAN LTD, Αρ. Αγωγής: 5993/13, 19/10/2021

ΚΙΝΙΝΗΣ ν. AGROLAN LTD, Αρ. Αγωγής: 5993/13, 19/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A603 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5993/13 Μεταξύ: XXXXX ΚΙΝΙΝΗΣ Ενάγοντας και AGROLAN LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Χ. Ιωσηφίδης Για Εναγόμενη: κ. Λ. Κούσιος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/09/13 και με αυτήν ο ενάγοντας προωθεί την εκδοχή ότι εργοδοτήθηκε στην εναγόμενη ως επιστήμονας γεωπόνος δυνάμει γραπτής σύμβασης εργοδότησης ημερομηνίας 08/12/2009, η οποία σύμβαση προνοούσε για μια αρχική εξάμηνη περίοδο δοκιμαστικής εργοδότησης και ακολούθως για πενταετή κανονική εργοδότηση, ήτοι από τις 04/01/10 μέχρι τις 04/01/15. Σύμφωνα με το δικόγραφο του ενάγοντα, η σύμβαση εργοδότησης του προνοούσε για μηνιαίες μεικτές απολαβές του ύψους €1600 πλέον 13ο μισθό, για ασφαλιστική κάλυψη του σε σχέση με προσωπικά ατυχήματα και νοσοκομειακή περίθαλψη καθώς και για δικαίωμα του σε 21 τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ετήσια άδεια. Στις 21/12/2012, ισχυρίζεται ο ενάγοντας στην Ε/Α του, ήτοι μετά που έληξε η εξάμηνη δοκιμαστική περίοδος εργοδότησης του και αυτός κάλυψε και δυόμιση και πλέον χρόνια από την πενταετή εργοδότηση που προνοούσε η επίδικη σύμβαση, η εναγόμενη του παρέδωσε επιστολή με την οποία τερμάτισε παράνομα την εργοδότηση του. Για το λόγο αυτό, ήτοι το μονομερή και παράνομο τερματισμό της σύμβασης εργασίας του, ο ενάγοντας αξιώνει από την εναγόμενη, σύμφωνα με την ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, (Α) €42.533,00 ως ποσό που αντιπροσωπεύει τους μισθούς που θα λάμβανε δυνάμει της επίδικης σύμβασης εργοδότησης αν αφήνετο να ολοκληρώσει τη συμφωνηθείσα πενταετή διάρκεια της, ήτοι τους μισθούς που θα λάμβανε δυνάμει της επίδικης σύμβασης για την περίοδο 21/12/2012 - 04/01/15 (περιλαμβανομένων και των 13ων μισθών), (Β) €196,40 ως ποσό που αντιπροσωπεύει δεδουλευμένους μισθούς για 20 ώρες που εκτέλεσε εργασία κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2012 και δεν πληρώθηκε, (Γ) €4.000 ως απώλεια του συμβατικού δικαιώματος που είχε σε παροχή ασφαλιστικής κάλυψης και (Δ) €40.000 ως εύλογη αποζημίωση για απώλεια καριέρας. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη ήγειρε προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (ΔΕΕ). Άνευ βλάβης όμως της ένστασης αυτής και επί της ουσίας της υπόθεσης, η εναγόμενη, η οποία δέχεται τη σύναψη της επίδικης γραπτής σύμβασης εργασίας καθώς επίσης και το γραπτό τερματισμό της εργοδότησης στις 21/12/2012, ισχυρίζεται ότι καμιά ευθύνη δεν έχει να πληρώσει στον ενάγοντα τα ποσά που αυτός αξιώνει με την αγωγή του. Ο λόγος για τούτο, σύμφωνα με το δικόγραφο της υπεράσπισης, είναι αφ' ενός διότι ο ενάγοντας εξηύρε άλλη εργασία αμέσως μετά τον τερματισμό της εργοδότησης στην εναγόμενη και συνεπώς καμιά ζημιά δεν υπέστη και αφ' ετέρου γιατί ο τερματισμός επήλθε συνεπεία παράβασης από μέρους του ενάγοντα των όρων και των καθηκόντων της εργοδότησής του, θέμα για το οποίο και παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες στην παράγραφο 10 της υπεράσπισης . Στις πιο πάνω θέσεις της Υπεράσπισης ο ενάγοντας απάντησε με το ανάλογο δικόγραφο στο οποίο ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι όσον αφορά την προδικαστική ένσταση της εναγόμενης, αυτή δεν μπορεί να πετύχει, αφ' ενός διότι κατά τον παράνομο τερματισμό της εργοδότησης η τελευταία είχε αναληθώς επικαλεστεί λόγους πλεονασμού και αφ' ετέρου διότι η «.αγωγή αφορά σε μονομερή διάρρηξη συμβολαίου εργοδότησης η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 30

(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν. 24/67, στον περί Συμβάσεως Νόμο, κεφ. 149, άρθρο 73, στην πολιτική των Εναγομένων και στις αρχές του Κοινού Δικαίου στον βαθμό που ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ή τις συνέπειες της διαρρήξεως των και στη σχετική Νομολογία που καθορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Για διάφορους λόγους που καταγράφονται στα εκάστοτε πρακτικά η ακρόαση της υπόθεσης δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει μέχρι και τις 22/09/21 που τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου. Ούτε όμως μέχρι τότε τέθηκε ή ζητήθηκε ποτέ να τεθεί προς εξέταση το θέμα της δικαιοδοσίας. Στις 22/09/21, όταν και η υπόθεση ήχθη για ακρόαση ενώπιον μου, τέθηκε αυτεπάγγελτα στους συνηγόρους το δικαιοδοτικό ζήτημα που εγείρετο και στο δικόγραφο της υπεράσπισης, ήτοι κατά πόσο η αγωγή, ως αυτή παρουσιαζόταν από την Ε/Α να προωθείται, ενέπιπτε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ και όχι του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ο συγκεκριμένος προβληματισμός του Δικαστηρίου περιστράφηκε γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά στην αξίωση του ενάγοντα για απλήρωτους δεδουλευμένους μισθούς, ήτοι το κονδύλι των €196,40, το οποίο εκ της φύσης του φαινόταν να ενέπιπτε στις ειδικές πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου Ν. 35 (Ι)/2007, από τις οποίες έκδηλα προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος Νόμος αφορά στο δικαίωμα που έχει ένας εργοδοτούμενος να απαιτεί όπως πληρώνεται έγκαιρα και στην ολότητα του τον μισθό που συμφώνησε με τον εργοδότη του να πληρώνεται, συμπεριλαμβανομένου του 13ου μισθού και των συμφωνηθέντων αδειών και ωφελημάτων του, ανεξάρτητα του αν τερματίστηκε ή όχι η απασχόλησή του (βλ. αρ. 2, 5 και 10 και ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΙΟΤΑΤΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποινική Έφεση αρ. 151/2016, 1/11/2019) καθώς επίσης και ότι το ΔΕΕ είναι το «..αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς» η οποία αφορά σε καταπάτηση αυτού του δικαιώματος του εργοδοτούμενου (βλ.αρ.19). Θα πρέπει εδώ να σημειώσω ότι ο Ν. 35 (Ι)/2007, όπως και προηγουμένως ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1996 Ν. 79(Ι)/96), οι οποίοι Νόμοι ρητά παρέχουν αποκλειστική δικαιοδοσία στο ΔΕΕ να αποφασίσει οποιανδήποτε αστική διαφορά αφορά σε δεδουλευμένους μισθούς ανεξαρτήτως του αν η εργοδότηση έχει τερματιστεί ή όχι, έχουν ουσιαστικά ανατρέψει την νομολογία που είχε ως τότε διαμορφωθεί μέσω της απόφασης Zαβρού Tάκης ν. Aνδρέα Xαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447, η οποία είχε αποφασιστεί στη βάση των τότε εν ισχύ Ν. 24/67και Ν. 8/67και σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο ζήτημα ενέπιπτε εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ELBEE LTD
(1999)1 ΑΑΔ 149). Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν το συγκεκριμένο κονδύλι που αξιώνεται με τη παρούσα αγωγή εμπίπτει εντός της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του ΔΕΕ, τότε αναπόφευκτα αυτό συμπαρασύρει και τη δικαιοδοσία για τις υπόλοιπες αξιώσεις, αφού θα πρόκειται πλέον για εκ του Νόμου ανάθεση ειδικής δικαιοδοσίας και οι αξιώσεις αυτές, εφόσον προβάλλονται να πηγάζουν από τον τερματισμό της επίδικης εργοδότησης, θα θεωρούνται ως θέματα «παρεμπίπτοντα ή συμπληρωματικά» της βασικής διαφοράς εν τι εννοία του αρ. 30 Ν. 24/67. Ο δεύτερος άξονας του δικαιοδοτικού προβληματισμού του Δικαστηρίου αφορά στο κατά πόσο οι αξιώσεις υπό στοιχεία Α και Γ, ήτοι για τους μισθούς και τα ωφελήματα που θα λάμβανε ο ενάγοντας δυνάμει της επίδικης σύμβασης εργοδότησης αν αυτή δεν τερματιζόταν, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ ως αυτοτελείς αξιώσεις, οι οποίες αφορούν στην επίδικη εργασιακή σχέση, εγείρονται από την επίδικη σύμβαση εργασίας στην οποία βασίζονται και προκύπτουν από μια καθαρά εργατική διαφορά (βλ. μεταξύ άλλων Toni & Guy Limassol Ltd και Άλλοι ν. Kυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 ΑΑΔ 496). Σημειώνω εδώ παρεμφερώς ότι όσον αφορά το κονδύλι υπό στοιχείο Δ, ήτοι για αποζημιώσεις λόγω κατ' ισχυρισμό απώλειας καριέρας, αυτό συνιστά αξίωση η οποία επίσης μπορεί να εξεταστεί από το ΔΕΕ ως θέμα παρεμφερές και συμπληρωματικό αν ήθελε φανεί ότι οι άλλες αξιώσεις, οι οποίες είναι κοινώς αποδεκτό ότι επίσης εδράζονται στο στοιχείο του τερματισμού της απασχόλησης, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ. Έχοντας λοιπόν θέσει τα πιο πάνω στους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, δόθηκε στους τελευταίους χρόνος για να αγορεύσουν επί του θέματος, πράγμα το οποίο έπραξαν τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Σημειώνω εδώ ότι κατά την γραπτή και προφορική επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα, αποσύρθηκε από τις αξιούμενες απαιτήσεις το κονδύλι των € 196,40 που αφορούσε σε δεδουλευμένους μισθούς οπόταν κατέστη κοινώς αποδεκτό και αντιληπτό ότι δεν τίθεται πλέον θέμα εφαρμογής των δικαιοδοτικών προνοιών του Ν. 35 (Ι)/2007 και του τροποποιητικού Ν.79(Ι)/96)αναφορικά με δεδουλευμένους μισθούς. Το θέμα αυτό επομένως δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ως προς τις υπόλοιπες τώρα αξιώσεις, θέση του κ. Ιωσηφίδη, ο οποίος παρέπεμψε τόσο στα δικόγραφα του όσο και σε σχετική νομολογία, ήταν ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι, σύμφωνα με το συνήγορο, ότι η παρούσα αγωγή δεν συνιστά εργατική διαφορά, όπως ο όρος αυτός έχει ερμηνευτεί νομολογιακά για σκοπούς τους θέματος της δικαιοδοσίας, αλλά συμβατική διαφορά, αφού αφορά σε «.μονομερή διάρρηξη συμβολαίου εργοδότησης η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου 30
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν. 24/67, στον περί Συμβάσεως Νόμο, κεφ. 149, άρθρο 73, στην πολιτική των Εναγομένων και στις αρχές του Κοινού Δικαίου στον βαθμό που ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ή τις συνέπειες της διαρρήξεως των και στη σχετική Νομολογία που καθορίζει ως αρμόδιο Δικαστήριο το Επαρχιακό Δικαστήριο». Προς υποστήριξη της θέσεις του αυτής, ο συνήγορος επικαλέστηκε τα όσα λέχθηκαν στην Στυλιανίδης ν. British American Ins. Co Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517. Ο δεύτερος λόγος, υποστήριξε ο συνήγορος, είναι διότι τα ποσά που αξιώνονται με την αγωγή υπερβαίνουν τα ημερομίσθια δύο ετών που δύναται να επιδικάσει το ΔΕΕ σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 30
(2)Ν. 24/67. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι επισημάνθηκε στο συνήγορο ότι δεν γίνεται να προβάλλεται η θέση ότι η υπόθεση δεν συνιστά εργατική διαφορά και επομένως δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν. 24/67, αλλά την ίδια στιγμή να προβάλλεται και η θέση ότι πρόκειται για διαφορά για την οποία εφαρμόζεται το αρ.30
(2)του Νόμου, ήτοι για εργατική διαφορά η οποία δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο επειδή αξιώνονται αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τα ημερομίσθια δύο ετών που ο Νόμος επιτρέπει στο ΔΕΕ να επιδικάσει σε μια τέτοια εργατική διαφορά. Με άλλα λόγια, υποδείχθηκε στον συνήγορο ότι είτε η επίδικη διαφορά δεν είναι εργατική διαφορά ως η εργασιακή νομοθεσία και η σχετική νομολογία ορίζουν, οπόταν το ύψος των αξιούμενων αποζημιώσεων και οι πρόνοιες του αρ.30
(2)δεν έχουν καμιά σημασία (βλ. π.χ Θεοδώρου ανωτέρω στην οποία παρέπεμψε και ο συνήγορος), είτε είναι εργατική διαφορά, η οποία όμως μπορεί να αχθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αγωγή δυνάμει του αρ.30
(2)Ν.24/67διότι αξιώνονται αποζημιώσεις πέραν του ορίου που ο εν λόγω Νόμος επιβάλλει στο ΔΕΕ σε σχέση με εργατικές διαφορές οι οποίες κατά τ' άλλα εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του (βλ. σχετική αναφορά που γίνεται στην υπόθεση Παναγιώτου Ηρόδοτος ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 1381 σε σχέση με την υπόθεση Στυλιανίδη). Στην αντίπερα όχθη, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης ήταν κάπως ιδιόμορφη. Αυτό γιατί ενώ η εναγόμενη εκ της δικογραφίας της αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, εντούτοις θεωρεί, όπως υποστήριξε ο κ. Κούσιος, ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι δεν έχει δικαιοδοσία εφόσον η μόνη εικόνα που υπάρχει ενώπιον του ως προς το ποια είναι ακριβώς η υπόθεση που προωθεί ο ενάγοντας είναι το τι αναφέρεται στην Ε/Α του τελευταίου. Διευκρινίζοντας τη θέση του αυτή, κατόπιν και σχετικών ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο, ο κ. Κούσιος υποστήριξε ότι για την εναγόμενη η παρούσα αγωγή αφορά σε μια καθαρά εργατική διαφορά η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ. Επειδή όμως η Ε/Α παρουσιάζει τον ενάγοντα ν' αξιώνει αποζημιώσεις που υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών, «on the face of it», υποστήριξε ο κ. Κούσιος, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν μπορεί προς το παρόν να μην θεωρήσει ότι πρόκειται για αξίωση που επιτρέπεται να καταχωρηθεί ενώπιον του δυνάμει του αρ. 30
(2)Ν.24/67, ήτοι ως αξίωση που εκφεύγει των δικαιοδοτικών ορίων που ο Ν.24/67θέτει στο ΔΕΕ. Κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας όμως θα διαφανεί, υποστήριξε ο κ. Κούσιος, ότι στην πραγματικότητα οι αξιώσεις του ενάγοντα δεν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών, οπόταν τότε είναι που θα διαφανεί και το ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Η δικαιοδοτική αμφισβήτηση της εναγόμενης δηλαδή, αφορά στο πραγματικό ύψος των αξιούμενων αποζημιώσεων, το οποίο όμως κατά την τελευταία θα εξακριβωθεί μόνο μετά την προσκόμιση της σχετικής μαρτυρίας. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, ανατρέχοντας στη δικογραφία του ίδιου του ενάγοντα είναι θεωρώ έκδηλο ότι όλες οι εναπομείνασες πλέον αξιώσεις του τελευταίου συνιστούν αξιώσεις που αφορούν στην εργασιακή σχέση που είχε με την εναγόμενη, εδράζονται στην επίδικη σύμβαση εργοδότησης και προβάλλονται να έχουν προκύψει ως εκ του τερματισμού της εργοδότησης αυτής. Αυτό είναι κάτι που επιβεβαίωσε και ο κ. Ιωσηφίδης κατά την αγόρευση του όταν του τέθηκε σχετική διευκρινιστική ερώτηση από το Δικαστήριο. Πρόκειται ξεκάθαρα δηλαδή για αξιώσεις που αφορούν σε μια αμιγώς εργατική διαφορά, ως ο όρος αυτός έτυχε ερμηνείας σε σωρεία υποθέσεων όπως οι Θεοδώρου, Παναγιώτου και Ζαβρού ανωτέρω. Μάλιστα δε, η ρητή επίκληση που κάνει στο δικόγραφο του ο ενάγοντας στις πρόνοιες του Ν. 24/67 και δη του αρ. 30, επιβεβαιώνει την ορθότητα της διαπίστωσης αυτής και διαφοροποιεί έτσι την υπό κρίση περίπτωση από την περίπτωση στη Στυλιανίδης στην οποία με παρέπεμψε η πλευρά του ενάγοντα, αφού εκεί ήταν ακριβώς η μη επίκληση των προνοιών του συγκεκριμένου νόμου που οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δύναται να καταχωρηθεί πολιτική αγωγή για αποζημιώσεις σε σχέση με παρόμοιας φύσης θέματα, στη βάση νομοθετημάτων και νομικών αρχών, άλλων από τον Ν. 24/67. Θα πρέπει βεβαίως να επισημάνω εδώ ότι ο λόγος της Στυλιανίδης ερμηνεύτηκε σε μεταγενέστερες αποφάσεις να μην σημαίνει ότι ο ενάγοντας έχει απόλυτο δικαίωμα επιλογής και άνευ περιορισμών διακριτική ευχέρεια να καταχώρησει αγωγή αντί για αίτηση στο ΔΕΕ όταν το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του τελευταίου. Αντιθέτως, η ερμηνεία που δόθηκε στο λόγο της Στυλιανίδης είναι απλά ότι ο παραπονούμενος εργοδοτούμενος μπορεί να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο με αγωγή στη βάση άλλων νομοθετημάτων και αρχών, αν επιθυμεί ν' αξιώσει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση πέραν των μισθών δύο ετών (βλ. Ζαβρού, Παναγιώτου και Elbee ανωτέρω, όπου εκεί, συζητώντας το λόγο της Στυλιανίδης, λήφθηκε υπόψη και ο λόγος της Κapsou v. Middle East Airlines Airliban
(1988)1 C.L.R. 152, στην οποία είχε λεχθεί ότι ο Ν. 24/67έχει δημιουργήσει ένα νέο θέσμιο αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση σε πλήρη αντικατάσταση των όποιων σχετικών αγώγιμων δικαιωμάτων αναγνωρίζονταν ως τότε από το Κοινοδίκαιο). Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει, αφ' ενός το ότι στη Στυλιανίδης είχε λεχθεί ότι εφόσον ο εκεί ενάγοντας δεν επικαλείτο ως βάση για τις αξιώσεις του τον Ν. 24/67, καμιά πρόνοια του εν λόγω νόμου δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς επίλυση οποιουδήποτε επίδικου θέματος εκείνης της υπόθεσης, και αφ' ετέρου το ότι στην Elbee, η Στυλιανίδης χρησιμοποιήθηκε ως απόφαση από την οποία προκύπτει η αρχή ότι «H δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται (από τον Ν.24/67) είναι αποκλειστική». Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν και έχοντας διαπιστώσει ότι η παρούσα αγωγή αφορά σε εργατική διαφορά, ως η νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο αυτό για σκοπούς του υπό κρίση δικαιοδοτικού θέματος, το μόνο ερώτημα που απομένει πλέον να εξεταστεί είναι το αν πρόκειται για περίπτωση όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ.30
(2)του Ν.24/67, ήτοι αν με την αγωγή αξιώνονται αποζημιώσεις που υπερβαίνουν το δικαιοδοτικό όριο των αποζημιώσεων που θέτει ο Ν. 24/67στο ΔΕΕ, ήτοι τους μισθούς δύο ετών. Επί του θέματος αυτού δεν θα πω πολλά διότι θα συμφωνήσω με τον κ. Κούσιο ότι στην όψη της και μόνο η αγωγή παρουσιάζει το ύψος της απαίτησης του εργοδοτούμενου ενάγοντα, ως αυτή έχει περιοριστεί, να υπερβαίνει τους μισθούς των δύο ετών (βλ. Παναγιώτου και Μακρίδου ανωτέρω), και αυτό λαμβάνοντας υπόψη τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι ο μισθός του ανέρχετο στα €1600 μηνιαίως. Το αν τώρα μετά και την προσκόμιση της μαρτυρίας ενδέχεται η εικόνα αυτή να διαφοροποιηθεί και η δικαιοδοτική ένσταση της εναγόμενης να αποκτήσει κάποιας μορφής έρεισμα, αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να εξεταστεί και να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο και το λέω τούτο έχοντας κατά νου και το δικόγραφο της υπεράσπισης αλλά και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μακρίδου ανωτέρω αναφορικά με το πώς το συγκεκριμένο θέμα της δικαιοδοσίας επηρεάζεται, αν μπορεί να επηρεαστεί, από τις όποιες «εκ των υστέρων διαπιστώσεις» ενδεχομένως να προβεί το Δικαστήριο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Στον βαθμό λοιπόν που η παρούσα αγωγή αφορά σε εργατική διαφορά, η οποία παρουσιάζεται στη δικογραφία να έχει προκύψει εκ του τερματισμού της εργοδότησης και με την οποία αξιώνονται αποζημιώσεις πέραν του δικαιοδοτικού ορίου που ο Ν.24/67επιβάλλει στο ΔΕΕ σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, δεν μπορεί προς το παρόν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να της επιληφθεί. Αν βεβαίως στην πορεία της υπόθεσης φανεί ότι το θέμα μπορεί και θα πρέπει να επανεξεταστεί, τότε ανάλογος θα είναι και ο χειρισμός του Δικαστηρίου. Στο σημείο αυτό όμως κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ και σ' ένα άλλο θέμα που έχει προβληματίσει το Δικαστήριο, το οποίο όμως θεωρώ ότι δεν ενδείκνυται να εξεταστεί και ν' αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Το συγκεκριμένο θέμα αφορά στο γεγονός ότι το δικαιοδοτικό όριο που θέτει ο Ν. 24/67στο ΔΕΕ δυνάμει του αρ.30, φαίνεται να αφορά αποκλειστικά στην εξουσία επιδίκασης αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου - «.εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.». Όπως όμως λέχθηκε σε υποθέσεις όπως η Θεοδώρου και η Elbee ανωτέρω, η γενικότερη δικαιοδοσία του ΔΕΕ διευρύνθηκε το 1996 με την τροποποίηση του περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου Ν. 8/67(βλ. τροποποιητικό Ν. 79(Ι)/96), και έκτοτε εκτείνεται και σε αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένα ημερομίσθια, φιλοδωρήματα, 13ο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από Νόμο, Κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. Εφόσον λοιπόν υπάρχουν θέματα τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εμβέλειας του Ν. 24/67 αλλά παρά ταύτα συνιστούν αυτοτελείς εργασιακές αξιώσεις δυνάμει του Ν.8/67 (βλ. Παναγιώτου και cf. Θεοδώρου), τίθεται το ερώτημα κατά πόσο και τα θέματα αυτά καλύπτονται από τον δικαιοδοτικό περιορισμό που ο Ν24/67 επιβάλλει στο ΔΕΕ. Με άλλα λόγια, αν π.χ. ένας εργοδοτούμενος δεν έχει παράπονο από την απόλυση του αλλά έχει παράπονο ως προς το ότι δεν του καταβλήθηκαν κατά την απόλυση συμφωνηθέντα συμβατικά δικαιώματα του τα οποία ξεπερνούν τους μισθούς δύο ετών, το ΔΕΕ θα έχει ή δεν θα έχει δικαιοδοσία να του επιδικάσει την αξίωση του; Και κατ' ανάλογο τρόπο, αν τα εναπομείναντα κονδύλια που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή συνιστούν αυτοτελείς αξιώσεις για τις οποίες παρέχεται αποκλειστική δικαιοδοσία εξέτασης στο ΔΕΕ δυνάμει του Ν. 8/67 και όχι του Ν. 24/67, τότε γιατί να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ.30
(2)του Ν.24/67 ώστε να επιτρέπεται η καταχώρηση πολιτικής αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο αντί αίτησης στο ΔΕΕ; Το πιο πάνω θέμα, όπως ανέφερα ανωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να το εξετάσω στο παρόν προδικαστικό στάδιο. Αυτό όχι μόνο γιατί οι επίδικες αξιώσεις παρουσιάζονται προς το παρόν να προκύπτουν «εκ του τερματισμού της εργοδότησης» (βλ. Ζαβρού ανωτέρω) αλλά και γιατί το συγκεκριμένο θέμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τα όσα ήδη εγείρονται σε σχέση με την εφαρμογή ή μη στην προκειμένη περίπτωση των προνοιών του αρ. 30
(2)Ν 24/67, και τα οποία, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, δεν μπορούν στο στάδιο αυτό να οδηγήσουν σε συμπέρασμα αναρμοδιότητας. Και σίγουρα, αν στην πορεία η εναγόμενη μπορέσει να στοιχειοθετήσει την δικαιοδοτική της ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι το αρμόδιο Δικαστήριο δυνάμει του αρ. 30
(2)του Ν. 24/67, τότε η ενασχόληση με τις δικαιοδοτικές πρόνοιες του Ν. 8/67 θα καταστεί ακαδημαϊκής σημασίας, αφού η υπόθεση ούτως ή άλλως θα κριθεί ότι εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΕ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, θα επιτρέψω να συνεχίσει η υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο αφήνοντας «ανοικτό» το θέμα της δικαιοδοσίας και θα προχωρήσω να ορίσω ημερομηνία για συνέχιση της ακρόασης. ( Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.