← Κύπρος

Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Karatero Trading Ltd μέσω του διαχειριστή.παραλήπτη Χ. Ιακωβίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 192/16, 30/9/2021

Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Karatero Trading Ltd μέσω του διαχειριστή.παραλήπτη Χ. Ιακωβίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 192/16, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A600 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 192/16 Μεταξύ: Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου Ενάγουσα και

  1. Karatero Trading Ltd μέσω του διαχειριστή.παραλήπτη Χ. Ιακωβίδη
  2. XXXXX Μακρυγιάννης Εναγομένων ---------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κα Α. Χρίστου Για εναγόμενο 2: κ. Φ. Σοφρωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά σε αξίωση της ενάγουσας Αρχής για το συνολικό ποσό των €17.750 περίπου, ως ποσό που κατά την τελευταία συνιστά το συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο δύο λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος που παρείχετο στην εναγόμενη 1 δυνάμει δύο χωριστών συμβάσεων ημερομηνίας 02/09/08, υπό την εγγύηση του εναγόμενου
  3. Είναι ειδικότερα η εκδοχή της ενάγουσας, η οποία εκδοχή κατά την ακρόαση προωθήθηκε μέσω δύο μαρτύρων, της γραφέως γενικών καθηκόντων Χ .Ελευθέριου (ΜΕ1) και του τεχνικού Ο. Παφίτη (ΜΕ2), ότι στις 02/09/08, κατόπιν αίτησης που υπέβαλε ως καταναλωτής η εναγόμενη 1 μέσω του τότε διευθυντή της, εναγόμενου 2 (Τεκ. 1 και 2), συνήφθηκαν με την ενάγουσα Αρχή δύο χωριστές σχετικές συμφωνίες παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό που η εναγόμενη 1 κατείχε τότε ως ενοικιαστής (Τεκ. 3, 4 και 5). Επειδή δε ο καταναλωτής θα ήταν νομικό πρόσωπο, η Αρχή έθεσε ως όρο ενεργοποίησης των συνδέσεων παροχής όπως ο τότε διευθυντής της εναγόμενης 1, ήτοι ο εναγόμενος 2, εγγυηθεί προσωπικά τις υποχρεώσεις της πρώτης σε σχέση με την αποπληρωμή των εκάστοτε οφειλόμενων στην Αρχή ποσών. Τον όρο αυτό της ενάγουσας Αρχής ο εναγόμενος 2 τον αποδέχτηκε και την ίδια μέρα που υπέγραψε τις επίδικες συμβάσεις με την ενάγουσα εκ μέρους της εναγόμενης 1, ήτοι στις 02/09/08, αυτός υπόγραψε και εγγυητήριο έγγραφο με το οποίο δήλωσε προς την ενάγουσα ότι εγγυάτο να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό που αφορά λογαριασμό της Αρχής Ηλεκτρισμού στο όνομα της εναγόμενης 1 και ότι συμφωνούσε και αποδεχόταν όπως η εν λόγω εγγύηση του ισχύει και σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο υπάρξει αλλαγή στον αριθμό λογαριασμού (Τεκ.6). Σημειώνω εδώ ότι κατά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών είχε δηλωθεί εγγράφως από πλευράς καταναλώτριας εναγόμενης 1 ως ταχυδρομική διεύθυνση της η οδός XXXXX 3Δ Λεμεσός, ενώ στο εγγυητήριο έγγραφο ο εναγόμενος 2 δήλωσε ως δική του διεύθυνση την οδό XXXXX 21 Λεμεσός. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι μετά την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και του εγγυητήριου δημιουργήθηκαν δύο χωριστοί λογαριασμοί παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στο όνομα της εναγόμενης 1, ήτοι ο λογαριασμός XXXXX1863 και ο λογαριασμός XXXXX2713, για αμφότερους τους οποίους εκδίδονταν ανά διμηνία σχετικές καταστάσεις στις οποίες καταγραφόταν τόσο η κατανάλωση και η ανάλογη χρέωση της περιόδου όσο και οι όποιες τυχόν καθυστερημένες οφειλές υπήρχαν ως τότε. Επρόκειτο δηλαδή για τους γνωστούς και συνηθισμένους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος της ΑΗΚ που εκδίδονται κάθε δύο μήνες. Οι καταστάσεις αυτές, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αποστέλλονταν ανελλιπώς στη δοθείσα διεύθυνση του καταναλωτή, ήτοι της εναγόμενης 1 και είναι παραδεκτό ότι μέχρι την 21/06/10 εξοφλούνταν πλήρως. Στην πορεία των πραγμάτων, ισχυρίζεται η πλευρά της ενάγουσας, φάνηκε ότι η εναγόμενη 1 δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις αφού δεν εξοφλούσε πλήρως τα ποσά που αφορούσαν στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος που παρείχετο στο υποστατικό της και μέχρι τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2013, οι οφειλές της ανέρχονταν σε €8.063,72 σε σχέση με τον ένα λογαριασμό

(863)και €7.749,49 για τον άλλο
(713). Σε διάφορες δε περιπτώσεις μεταξύ Μαΐου 2011 και Σεπτεμβρίου 2012, ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, τεχνικοί της ενάγουσας όπως ο ΜΕ2, είχαν μεταβεί στο υποστατικό της εναγόμενης 1 και αποσύνδεσαν την παροχή ρεύματος λόγω των εκάστοτε απλήρωτων οφειλών, επανασυνδέοντας την όμως αργότερα λόγω πληρωμών που έγιναν από την εναγόμενη 1 (Τεκ.16 και 17). Θέση της ενάγουσας είναι ότι επειδή στο τέλος οι οφειλές της εναγόμενης 1 παρέμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα ανεξόφλητες και καμία πληρωμή δεν γινόταν έναντι, αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, προχώρησε με οριστικό τερματισμό και διακοπή των λογαριασμών και της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό στις 21/12/12 και στις 28/12/12 - εφόσον υπήρχαν δύο μετρητές - και ακολούθως έστειλε και στους δύο εναγόμενους στις 28/01/14 και στις 11/05/15 επιστολές με τις οποίες απαιτούσε την άμεση εξόφληση των οφειλών. Σε σχέση με τον εναγόμενο 2 δε, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η μεν επιστολή της 28/01/14 του απεστάλη με διπλοσυστημένη επιστολή στη διεύθυνση που αυτός δήλωσε κατά την υπογραφή των συμφωνιών και της προσωπικής του εγγύησης, η δε επιστολή της 11/05/15 του παραδόθηκε δια χειρός (Τεκ. 14 και 15). Σημειώνω εδώ ότι με τον τελεσίδικο τερματισμό της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, η ενάγουσα πίστωσε έναντι των οφειλών του κάθε λογαριασμού το ποσό των €51 που κρατούσε εξ' αρχής ως προκαταβολή, με αποτέλεσμα οι τελικές οφειλές να ανέλθουν, σύμφωνα με τις τελευταίες καταστάσεις που εξέδωσε η ενάγουσα στις 26/02/13
(863)και 22/01/13
(713), στα ποσά των €8.014,15 και €7.732,35 αντίστοιχα, ήτοι συνολικά €15.746, 50 Προς επίρρωση των πιο πάνω ισχυρισμών της, η πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε κατά την ακρόαση μεταξύ άλλων τις τελευταίες δίμηνες καταστάσεις του κάθε λογαριασμού (Τεκ. 8, 9, 10 και 11), οι οποίες φέρονται να αποστάληκαν στη δηλωθείσα διεύθυνση της εναγόμενης 1, καθώς επίσης και τις συγκεντρωτικές καταστάσεις χρεώσεων και πληρωμών που έγιναν στον κάθε επίδικο λογαριασμό από τη δημιουργία του μέχρι και τον τερματισμό του (Τεκ.12 και 13) και οι οποίες παρουσιάζονται να καταλήγουν στα προαναφερόμενα οφειλόμενα ποσά. Ενόψει του ότι δεν υπήρξε ανταπόκριση από πλευράς εναγόμενων και οι επίδικες οφειλές παρέμειναν ανεξόφλητες, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει από αμφότερους τους εναγόμενους, υπό τις ιδιότητες που αναφέρονται ανωτέρω, τα ποσά των €8.014,15 και €7.732.35, ήτοι €15.746,50 στο σύνολο. Στο παρόν στάδιο σημειώνω ότι στις 04/04/16 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 ως η απαίτηση λόγω παράλειψης της τελευταίας να καταχωρήσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης. Η υπόθεση λοιπόν παρέμεινε και εν τέλει οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο 2, ο οποίος μέσω δικηγόρου καταχώρησε και εμφάνιση αλλά και υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα λοιπόν με την υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος 2, την οποία προώθησε ο ίδιος κατά την ακρόαση με τη μαρτυρία του, ο τελευταίος παραδέχεται ότι στις 02/09/08 υπέγραψε τις επίδικες συμφωνίες εκ μέρους της εναγόμενης 1 καθώς επίσης και την προσωπική του εγγύηση, αρνείται όμως ότι ευθύνεται να πληρώσει τα αξιούμενα ποσά. Ο λόγος γι' αυτό είναι, σύμφωνα με τον εναγόμενο 2, διότι αυτός έπαψε να είναι διευθυντής και μέτοχος στην εναγόμενη 1 από τις 12/05/10 και 11/06/09 αντίστοιχα και από τότε δεν είχε καμιά σχέση με την τελευταία ή με οποιουσδήποτε λογαριασμούς της ώστε να φέρει προσωπική πλέον ευθύνη να τους εξοφλήσει. Σημειώνω εδώ ότι με την υπεράσπισή του αλλά και κατά την ακρόαση, ο εναγόμενος 2 δέχτηκε ότι δεν ενημέρωσε ποτέ την ενάγουσα ως όφειλε για το γεγονός της παύσης του από μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης 1. Πέραν και ανεξάρτητα της πιο πάνω θέσης του, ο εναγόμενος 2 υποστηρίζει και ότι θα πρέπει να απαλλαχθεί από οποιανδήποτε ευθύνη ως εγγυητής της εναγόμενης 1 αφού, ως ισχυρίζεται, η ενάγουσα δεν διέκοψε έγκαιρα την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο υποστατικό ως ήταν η υποχρέωση της να πράξει με βάση τους γενικούς όρους παροχής ηλεκτρικής ενέργειας που του δόθηκαν και του εξηγήθηκαν κατά την υπογραφή της εγγύησης του (Τεκ. 7). Ειδικότερα, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι όταν είχε προσέλθει στα γραφεία της ενάγουσας το 2008 για την υπογραφή των συμφωνιών, ζήτησε από υπάλληλο της πρώτης να του εξηγήσει και να του αναλύσει τι ακριβώς είναι που συνεπάγετο η εγγύηση που θα έδινε. Η υπάλληλος της ενάγουσας του ανέφερε τότε, ως είναι ο ισχυρισμός του, ότι υπάρχουν πρωτόκολλα και γενικοί όροι σε σχέση με την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε καταναλωτές και ότι σύμφωνα με τα εν λόγω πρωτόκολλα και όρους (Τεκ.7), όταν κάποιος λογαριασμός υπερέβαινε το ποσό των €150 και έληγε η προθεσμία πληρωμής του, τότε θα αποστέλλετο προειδοποιητική επιστολή στον καταναλωτή και ακολούθως, εάν δεν εξοφλείτο η οφειλή, θα διακόπτετο άμεσα η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Και επειδή, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2, η επανασύνδεση της παροχής θα γινόταν μόνο εάν εξοφλούνταν πρώτα όλα τα οφειλόμενα ποσά, η υπάλληλος της ενάγουσας τον διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν χρειαζόταν ν' ανησυχεί αφού η ευθύνη του ως εγγυητής του καταναλωτή δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε οφειλές για κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος πέραν των τριών
(3)με τεσσάρων
(4)μηνών περίπου και είναι στη βάση αυτών των διαβεβαιώσεων που δέχτηκε, ως ισχυρίστηκε, να υπογράψει ως εγγυητής της εναγομένης
  1. Όπως όμως διαφάνηκε, ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2, στην πορεία η ενάγουσα αποφάσισε καταχρηστικά και παράτυπα να προβεί εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης του σε προφορικές συμφωνίες με την εναγόμενη 1 για να συνεχίσει να της παρέχει ηλεκτρική ενέργεια, παρατείνοντας ταυτόχρονα και το χρόνο για εξόφληση των οφειλών της, με αποτέλεσμα έτσι να τροποποιήσει τις επίδικες συμφωνίες σε βάρος του και προς όφελος της εναγόμενης 1 και να παραβιάσει τα δικαιώματα του ως εγγυητή. Ήταν ειδικότερα η θέση που προώθησε κατά την ακρόαση η πλευρά του εναγόμενου 2 ότι όταν ο τελευταίος έλαβε από την ενάγουσα την επιστολή τις 28/01/14 και διαπίστωσε προς έκπληξη του την ύπαρξη οφειλών από πλευράς εναγόμενης 1, επικοινώνησε με κάποια κα Αθηνούλα Παναγή, την οποία γνώριζε να ήταν το πρόσωπο που είχε σχέση με την εναγόμενη 1 και που ήταν υπεύθυνη για το υποστατικό της τελευταίας οπόταν και η εν λόγω Α. Παναγή «.μου ανέφερε ότι μετά την αποχώρηση μου από την εταιρεία δημιουργήθηκαν οικονομικά προβλήματα στην εταιρεία μεταξύ των οποίων ήταν και με την αποπληρωμή των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος.(και).ότι μετέβαινε η ίδια η Αθηνούλλα στα γραφεία της ενάγουσας στη Λεμεσό και προέβαινε σε προφορικές συμφωνίες με την ενάγουσα, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα να μην διακόπτεται η παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στο υποστατικό και δινόταν αρκετός χρόνος και περιθώρια αποπληρωμής.η Αθηνούλα μου ανέφερε ότι προέβηκε συγκεκριμένα στις κάτωθι προφορικές συμφωνίες με την ενάγουσα για λογαριασμό της εναγόμενης 1 για την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με δόσεις.αρχές του Σεπτέμβρη 2011, τέλος του Δεκέμβρη το 2011, τέλος του Φεβρουαρίου 2012.». Σημειώνω εδώ ότι η προαναφερόμενη Α. Παναγή την οποία επικαλέστηκε ο εναγόμενος 2, έχει αποβιώσει από τις 29/07/20 (Τεκ.20) και ως εκ τούτου δεν προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Την ανωτέρω θέση του εναγόμενου 2 περί σύναψης προφορικών συμφωνιών μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 μέσω της μ.Α. Παναγή, οι μάρτυρες της πρώτης την απέρριψαν όταν τους τέθηκε κατά την αντεξέταση τους, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει στα αρχεία τους καταγεγραμμένο να έγινε οποιαδήποτε τέτοια συμφωνία ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος
  2. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες, λόγω της έκρηξης που είχε γίνει στο Μαρί το καλοκαίρι του 2011, η οποία έκρηξη επέφερε σοβαρά πλήγματα στην οικονομία του τόπου, η Αρχή, για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους ήταν για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα πιο ελαστική με τις πληρωμές των καταναλωτών της και τη διακοπή και επανασύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος σε περίπτωση απλήρωτων λογαριασμών. Λόγω τούτου, ανέφεραν οι μάρτυρες της ενάγουσας, ενόψει του ότι γίνονταν τακτικά πληρωμές από την εναγόμενη 1 έναντι των οφειλών της, μπορεί μεν να επιδείχθηκε κατανόηση από πλευράς Αρχής σε σχέση με τις οφειλές και την διακοπή και επανασύνδεση της παροχή ρεύματος στο υποστατικό της πρώτης, όμως σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε κάποια συμφωνία και δη της τροποποιητικής φύσης που ισχυρίζεται ο εναγόμενος
  3. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, τα όσα καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού που παρουσίασε η ενάγουσα σε σχέση με τους δύο επίδικους λογαριασμούς της εναγόμενης 1 (Τεκ.8-13) δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου 2, υπό την έννοια ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε η ορθότητα αλλά ούτε και η ακρίβεια των χρεοπιστώσεων που καταγράφονται στις εν λόγω καταστάσεις να έγιναν από την έναρξη μέχρι και τον τερματισμό των επίδικων λογαριασμών. Ούτε όμως έχει αμφισβητηθεί ότι οι εν λόγω χρεοπιστώσεις καταλήγουν, ως γεγονός, να παρουσιάζουν τα αξιούμενα ποσά ως οφειλόμενα υπόλοιπά από πλευράς της καταναλώτριας εναγόμενης
  1. Κατά δεύτερο, είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά και ενυπογράφως προς την ενάγουσα αρχή με το Τεκ.6 ότι θα πληρώσει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό ήθελε προκύψει ως οφειλή της εναγόμενης 1 σε σχέση με την κατανάλωση ρεύματος που της παρείχετο από την ενάγουσα στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών της 02/09/
  2. Κατά τρίτο, εκ της δικογραφίας αλλά και κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, κατέστη κοινώς αποδεκτό και ότι ο τελευταίος όφειλε, αν ήθελε να τερματίσει την προαναφερόμενη προσωπική του εγγύηση λόγω της αποχώρησης του από την εναγόμενη 1, να ειδοποιήσει σχετικά την ενάγουσα, πράγμα το οποίο όμως αυτός ουδέποτε έπραξε. Μάλιστα δε, όπως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 2, ο οποίος δέχτηκε ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παρουσιάζεται στα επίσημα και δημόσια προσβάσιμα εταιρικά αρχεία της εναγομένης 1 ως ο γραμματέας της, είχε μεν υπόψη του ότι έπρεπε να ενημερώσει σχετικά την ενάγουσα για τη διακοπή της σχέσης του με την εναγόμενη 1 ώστε να απαλλαγεί από εγγυητής της όμως λόγω φόρτου εργασίας ξέχασε να το πράξει. Η θέση λοιπόν του εναγόμενου 2 ότι θα πρέπει να απαλλαχτεί από εγγυητής τη εναγομένης 1 για το λόγο ότι αποχώρησε από την τελευταία, κρίνεται να μην έχει ούτε νομικό αλλά ούτε και πραγματικό έρεισμα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης. Άλλωστε πέραν της νομικής αρχής ότι τα περιθώρια είναι πολύ στενά για να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018), η οποία αρχή στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνει πλήρους εφαρμογής, το εγγυητήριο της 02/09/08 δεν περιείχε κανένα όρο ή προϋπόθεση ο εναγόμενος 2 να παραμένει στην εναγόμενη 1 ώστε να ισχύει ή να συνεχίσει να ισχύει η συγκεκριμένη εγγύηση του. Όπως δε γλαφυρά αλλά και νομικά ορθά ανέφερε και ο ΜΕ2 κατά τη μαρτυρία του, «.Απ' ότι ξέρω εγώ εάν είσαι κάπου εγγυητής πάεις και βγαίνεις από εγγυητής και μπαίνει ο επόμενος. Σαν ο άνθρωπος δαμέ, εφόσον έφυγε από την εταιρεία εντελώς και σαν μέτοχος, έπρεπε να μας φέρει τα στοιχεία για να αποδεσμευτεί ο ίδιος και όχι μόνο για την ΑΗΚ, αλλά και για όλους που πήγε και υπέγραψε για εγγυητής.». Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, βρίσκω ότι κατά τον τερματισμό και οριστική διακοπή των επίδικων λογαριασμών στις 21/12/12 και 28/12/12 αντίστοιχα, οι οφειλές της εναγόμενης 1 καταναλώτριας προς την ενάγουσα ανέρχονταν στα ποσά των €8.014,15 για τον ένα λογαριασμό και €7.732.35 για τον άλλο, ήτοι €15.746,50 στο σύνολο. Βρίσκω επίσης ότι μέχρι και την οριστική διακοπή και τερματισμό των επίδικων λογαριασμών στις 26/02/13, ο εναγόμενος 2 δεν είχε ποτέ ανακαλέσει ο ίδιος την προσωπική εγγύηση που έδωσε στις 02/09/08 να πληρώσει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό ήθελε προκύψει ως οφειλή της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα και ουδέποτε ενημέρωσε την τελευταία για την όποια πρόθεση του να παύσει να είναι εγγυητής της εναγόμενης 1 ώστε να δικαιούται να απαλλαχτεί από την εν λόγω ιδιότητα. Το μόνο ζήτημα που παραμένει συνεπώς να εξεταστεί είναι το αν κατά την πορεία των πραγμάτων έλαβαν χώρα τέτοια γεγονότα ως ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι έλαβαν, ώστε αυτός να πρέπει πλέον, δυνάμει του αρ.91 Κεφ.149 που επικαλείται, να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη που έχει ως εγγυητής της εναγόμενης 1[1]. Επί του ζητήματος αυτού σημειώνω τα ακόλουθα. Κατά πρώτο, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ως πραγματικό γεγονός ότι μεταγενέστερα της σύναψης των επίδικων συμφωνιών και εγγύησης, η ενάγουσα προέβη εν αγνοία και άνευ της συγκατάθεσης του, σε προφορική συμφωνία με την μ. Α. Παναγή, με αποτέλεσμα να επέλθει ουσιαστική μεταβολή των όρων των αρχικών συμφωνιών της 02/09/
  3. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου 2 όμως, αν και προβλήθηκε και προωθήθηκε από τον τελευταίο ως πραγματικό γεγονός, εντούτοις παρέμεινε μέχρι το τέλος ατεκμηρίωτος, αφού ούτε ο ίδιος είχε εμπλακεί στη σύναψη μιας τέτοιας συμφωνίας ώστε να έχει προσωπική γνώση περί αυτής αλλά ούτε και η μ.Α.Παναγή, την οποία ο εναγόμενος 2 επικαλέστηκε ως την πηγή της επί του προκειμένου γνώσης του, προσήλθε στο Δικαστήριο για να επιβεβαιώσει τον εν λόγω ισχυρισμό ο οποίος δεν είχε γίνει αποδεκτός από πλευράς ενάγουσας. Ούτε όμως το γεγονός ότι παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού της ενάγουσας να γίνονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα διάφορες ισόποσες πληρωμές έναντι των οφειλών της εναγόμενης 1, είναι από μόνο του αρκετό για να επιβεβαιώσει ως πραγματικό γεγονός την σύναψη προφορικής συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 και δη συμφωνίας με τους συγκεκριμένους όρους που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος
  4. Άλλωστε, πουθενά στις επίδικες συμφωνίες δεν αναφέρεται ότι η εναγόμενη 1 καταναλώτρια δεν μπορούσε να πληρώνει τις οφειλές της με τμηματικές πληρωμές ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε. Χωρίς λοιπόν να παραγνωρίζω ότι η επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου 2 συνιστούσε εξ' ακοής μαρτυρία η οποία δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί για μόνο το λόγο αυτό, την ίδια στιγμή, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία που προέρχεται από πρόσωπο που έχει αποβιώσει και η οποία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη και απτή μαρτυρία, η θέση αυτή του εναγόμενου 2 δεν μπορεί παρά να απορριφθεί (βλ. Aluminium Industries Ltd κ.α. Alsaco Aluminium Ltd κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 1481, ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ κ.α. ν. ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΓΡΟΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 288/2010, 31/5/2016 και αρ.23, 24 και 27 Κεφ.6). Κατά δεύτερο, παραπέμποντας στους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Τεκ.7) που είναι κοινώς αποδεκτό ότι διείπαν τις επίδικες συμφωνίες, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα όφειλε, αλλά και ότι τον διαβεβαίωσε ότι όφειλε, να διακόψει την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας αν η εναγόμενη 1 δεν πλήρωνε τις οφειλές της αλλά και να μην επανασυνδέσει την παροχή αν δεν υπήρχε πρώτα πλήρης εξόφληση. Επικαλούμενος λοιπόν ο εναγόμενος 2 την εντύπωση που απεκόμισε από το Τεκ.7 καθώς επίσης και τα όσα ανάλογα ισχυρίστηκε ότι του λέχθηκαν προφορικά κατά την υπογραφή της εγγύησης του, ισχυρίστηκε ότι αυτό που είχε κατά νου ήταν ότι αν η ενάγουσα συμμορφωνόταν με τις εν λόγω υποχρεώσεις της, τότε η δική του ευθύνη σε σχέση με τις οφειλές της εναγόμενης 1 δεν θα επεκτεινόταν ποτέ σε οφειλές που θα υπερέβαιναν τους 3 - 4 μήνες κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι «λογαριασμοί» της ενάγουσας εκδίδονταν ανά διμηνία κατανάλωσης, ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης ενός λογαριασμού, το οφειλόμενο ποσό μεταφέρεται ως καθυστερήσεις στον επόμενο λογαριασμό με προειδοποίηση ότι επιβάλλεται η εξόφληση του και ότι για να γίνει οποιαδήποτε διακοπή παροχής ρεύματος, θα πρέπει οι συνολικές οφειλές του καταναλωτή να υπερβαίνουν τα €150 και να μην έχουν εξοφληθεί παρά και την προειδοποίηση που δόθηκε στον τελευταίο μέσω του δεύτερου λογαριασμού, αυτό που ουσιαστικά ισχυρίστηκε ο εναγόμενος 2 ότι αντιλαμβανόταν κατά την υπογραφή της εγγύησης, είναι ότι σε περίπτωση μη πληρωμής δύο συνεχόμενων λογαριασμών, η ενάγουσα υποχρεωτικά θα διέκοπτε την παροχή και δεν θα την επανασύνδεε χωρίς να υπάρξει πλήρης εξόφληση. Αν συνεπώς καλείτο ποτέ αυτός να πληρώσει προσωπικά οποιοδήποτε ποσό ως εγγυητής της εναγόμενης 1, τότε η ευθύνη του να πληρώσει ένα τέτοιο ποσό δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει τους δύο συνεχόμενους απλήρωτους λογαριασμούς. Εφόσον όμως, υποστήριξε ο εναγόμενος 2, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα δεν διέκοψε την παροχή όταν επιβάλλετο να το πράξει, αλλά και όταν αποφάσισε να τη διακόψει, την επανασύνδεσε αργότερα χωρίς να υπάρξει πλήρης εξόφληση, τα δικαιώματα του ως εγγυητής παραβιάστηκαν και δη κατά τρόπο ώστε να επιβάλλεται πλέον όπως απαλλαχτεί από την ευθύνη να πληρώσει τα αξιούμενα υπόλοιπα ως εγγυητής. Υπό το φως της πιο πάνω συγκεκριμένης θέσης του εναγόμενου 2 ως προς την αποδεκτή από τον ίδιο έκταση της ευθύνης του ως εγγυητή της εναγόμενης 1, είναι θεωρώ αναγκαίο όπως προτού προχωρήσω εξετάσω οποιοδήποτε θέμα ερμηνείας των νομικών εγγράφων που διέπουν τις σχέσεις των μερών αναφορικά με τις επί του προκειμένου συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα τους, επισημάνω τα εξής. Όπως έχω ήδη αναφέρει, οι χρεοπιστώσεις που καταγράφονται στις καταστάσεις που παρουσίασε η ενάγουσα δεν έχουν αμφισβητηθεί από πλευράς εναγόμενου 2 και είναι μάλιστα και παραδεκτό από τον τελευταίο ότι μέχρι τις 21/06/10, όλες οι χρεώσεις της ενάγουσας ήταν εξοφλημένες. Προσεκτική τώρα ανάγνωση των εν λόγω καταστάσεων, ήτοι του συγκεντρωτικού ιστορικού έκδοσης λογαριασμών και πληρωμών και τις καταστάσεις χρεώσεων αναφορικά με την κάθε δίμηνη κατανάλωση (Τεκ.12 και 13), αλλά και αντιπαραβολή των εν λόγω καταστάσεων μεταξύ τους, καταδεικνύει ότι οι πληρωμές που γίνονταν από την εναγόμενη 1 σε αμφότερους τους επίδικους λογαριασμούς μετά τις 21/06/10 και μέχρι τον Απρίλη 2012 τουλάχιστο, δεν «άφηναν» ποτέ να εκκρεμούν οφειλές για κατανάλωση πέραν των 4 μηνών. Ουσιαστικά, από απλή αντιπαραβολή των χρεώσεων και των πληρωμών που παρουσιάζονται σε αμφότερες τις μη αμφισβητούμενες καταστάσεις (Τεκ.12 και Τεκ.13) να έγιναν μεταξύ 21/06/10 και Απριλίου 2012 (συμπ.), φανερώνει ως γεγονός ότι δεν υπήρξαν ποτέ απλήρωτοι δύο συνεχόμενοι λογαριασμοί. Αντιθέτως, αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα είναι ότι όταν εναγόμενη 1 δεν εξοφλούσε ένα λογαριασμό διμηνίας, τότε, όταν εκδίδετο ο επόμενος λογαριασμός για την επόμενη διμηνία, ο οποίος περιλάμβανε και το ποσό του προηγούμενου λογαριασμού με νέα προθεσμία εξόφλησης της συνολικής πλέον οφειλής, γίνονταν από πλευράς εναγόμενης 1 τέτοιες πληρωμές ώστε να εξοφληθεί τουλάχιστο ο πρώτος λογαριασμός διμηνίας και να παραμένει έτσι να οφείλεται μόνο το ποσό του «νέου» λογαριασμού, ήτοι μόνο το ποσό που αφορούσε στην κατανάλωση των τελευταίων δύο μηνών και το οποίο ποσό, είτε δεν είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο μέχρι την ημερομηνία που γίνονταν οι πληρωμές, είτε εξοφλείτο στη συνέχεια με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μετά την έκδοση του επόμενου λογαριασμού διμηνίας όπου και μεταφερόταν ως «νέες» καθυστερήσεις. Κοντολογίς, μέχρι το Μάιο 2012 που τα οφειλόμενα υπόλοιπα στον κάθε λογαριασμό ανέρχονταν στις €4744,85 και €2296,97 αντίστοιχα, δεν υπήρξε καμία περίπτωση που να εμπίπτει στο «σενάριο» γεγονότων που υποστήριξε ο εναγόμενος 2 ότι θα πρέπει να οδηγήσει σε απαλλαγή του, αφού οι οφειλές που είχε δημιουργήσει η εναγόμενη 1 ως τότε αφορούσαν ουσιαστικά μόνο σε κατανάλωση 4 συνεχόμενων μηνών, ήτοι στην κατανάλωση για τις περιόδους 15/12/11 - 15/02/12 και 15/02/12 - 19/04/12. Η οποιαδήποτε ενασχόληση επομένως με το κατά πόσο η ενάγουσα έπρεπε ή όχι να διακόψει ή να επανασυνδέσει την παροχή ρεύματος πριν το Μάιο 2012, κανένα ουσιαστικό σκοπό δεν θα εξυπηρετήσει και στην ουσία θα είναι καθαρά ακαδημαϊκής σημασίας. Από τα μέσα Μαίου 2012 τώρα, όταν οι δύο δίμηνες περιόδοι οφειλόμενων χρεώσεων που αναφέρονται ανωτέρω κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, μέχρι και τις 21 Σεπτεμβρίου 2012, αν και οι χρεώσεις κατανάλωσης συνέχιζαν, η εναγόμενη 1 κατέβαλε πολύ μικρά ποσά έναντι των οφειλών της με αποτέλεσμα να μην εξοφλήσει καμία από αυτές. Ως εκ τούτου, στις 21/06/12, ενώ ήδη οφείλονταν οι προηγούμενοι τέσσερεις μήνες περίπου (15/12/11 - 19/04/12), χρεώθηκαν στην εναγόμενη 1 ακόμη δύο μήνες κατανάλωσης (19/04/12 - 18/06/12), ήτοι €1590,92
(863)και €1572.56
(713), ενώ στις 21/08/12 που ήδη οφείλονταν οι έξι προηγούμενοι μήνες (15/12/11 - 18/06/12), χρεώθηκαν €1047,13
(863)και €1729,46
(713)για ακόμη δύο μήνες κατανάλωσης (18/06/12 - 16/08/12). Ο λόγος που αναφέρθηκα στην περίοδο μέχρι 21/09/12 για σκοπούς εξέτασης της υπό συζήτηση πτυχής της υπεράσπισης του εναγόμενου 2, είναι διότι σύμφωνα με την ενάγουσα, και συγκεκριμένα τα Τεκ. 16 και Τεκ.17, ως αυτά εξηγήθηκαν από τους ΜΕ1 και ΜΕ2, μέχρι τις 21/09/12 έγινε και διακοπή αλλά και επανασύνδεση της παροχής ρεύματος στο υποστατικό της εναγόμενης
  1. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα παρουσιάζεται να προχώρησε σε επανασύνδεση της παροχής σε σχέση το λογαριασμό 863 στις 06/07/21, όταν η εκεί οφειλή ανερχόταν στις €6135,77 και σε επανασύνδεση της παροχής σε σχέση με το λογαριασμό 713 στις 21/09/21, όταν η εκεί οφειλή ήταν €4898,
  2. Τώρα το πότε είχε διακοπεί η παροχή στον κάθε λογαριασμό πριν τις επανασυνδέσεις τις 06/07/12 και 21/09/12 δεν ήταν εντελώς ξεκάθαρο, αφού σύμφωνα με τα Τεκ.16 και 17, για το μεν λογαριασμό 863 φαίνεται ότι η παροχή είχε διακοπεί από τις 10/01/12, ήτοι προ 6 μηνών, για το δε 713 από τις 09/04/12, ήτοι προ 5 μηνών. Αυτό όμως εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να συνάδει με τα όσα δείχνουν οι καταστάσεις Τεκ. 12 και 13, αφού σ' εκείνες τις καταστάσεις φαίνεται ότι το υποστατικό της εναγόμενης 1 κατανάλωνε ηλεκτρικό ρεύμα από αμφότερους τους λογαριασμούς κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2012 και Σεπτεμβρίου 2012, εξ' ου και έγιναν και οι ανάλογες χρεώσεις για την εν λόγω περίοδο. Εξήγησαν όμως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι, οι καταγραφές «επίσκεψη για αποσύνδεση» στα Τεκ.16 και 17 δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι έγινε όντως αποσύνδεση την ημερομηνία της καταγραφής, αφού μπορεί είτε να έγιναν άμεσα πληρωμές και να μην αποσυνδέθηκε η παροχή εκείνη την μέρα, είτε να εκκρεμούσαν πληρωμές που δεν είχαν ακόμη «καθαρίσει», οπόταν και η αποσύνδεση μπορεί να έγινε αργότερα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ανέφεραν οι μάρτυρες αλλά και είναι και λογικό, για να υπάρχει στα αρχεία των επίδικων λογαριασμών καταγεγραμμένη «επίσκεψη για επανασύνδεση» στις 06/07/12 και 21/09/12 αντίστοιχα, σημαίνει ότι σε κάποια προηγούμενη ημερομηνία υπήρξε αποσύνδεση της παροχής και η επανασύνδεση έγινε λόγω κάποιας πληρωμής. Αντιπαραβάλλοντας τώρα τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκ.12 και 13 με τα όσα επί του προκειμένου ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί των τελευταίων όντως βρίσκουν έρεισμα. Αυτό αφ' ενός γιατί στα Τεκ.16 και Τ.17 παρουσιάζονται συνεχόμενες καταγραφές «επίσκεψη για αποσύνδεση» χωρίς όμως να είχε μεσολαβήσει οποιαδήποτε «επανασύνδεση», άρα οι επισκέψεις δεν συνεπάγονταν πάντοτε και αποσύνδεση, και αφ' ετέρου γιατί οι ουσιαστικές πληρωμές της εναγόμενης 1 παρουσιάζονται να σταματούν μέχρι τη χρέωση για την περίοδο 19/04/12 - 18/06/12 και να επανεκκινούν, πρώτα με δύο πληρωμές στις 06/07/12 και 17/07/12 συνολικού ύψους €1000, οι οποίες εξηγούν την επανασύνδεση της 06/07/21, και στη συνέχεια με μία πληρωμή €900 στις 21/09/21, η οποία εξηγεί την επανασύνδεση εκείνης της ημερομηνίας. Με άλλα λόγια από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτουν τα εξής στοιχεία για τα οποία προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στις 21/06/12 αμφότεροι οι επίδικοι λογαριασμοί χρεώθηκαν με την περίοδο κατανάλωσης 19/04/12 - 18/06/12 και τα οφειλόμενα υπόλοιπα ανήλθαν στις €6135,77 και €3869,53 αντίστοιχα. Ακολούθως, σε κάποιο στάδιο μέχρι τις 06/07/12, η παροχή ρεύματος για το λογαριασμό 863 διακόπηκε, ενώ για το λογαριασμό 713 η διακοπή φαίνεται να έγινε σε κάποιο στάδιο μέχρι τις 21/09/
  3. Στη συνέχεια η παροχή επανασυνδέθηκε, για το μεν λογαριασμό 863 στις 06/07/12, όταν η εκεί οφειλή ήταν €6135,77, για το δε λογαριασμό 713 στις 21/09/12, όταν η εκεί οφειλή ήταν €4898,
  4. Σημειώνω εδώ ότι δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία που να υποδηλοί ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κατανάλωση ρεύματος κατά τις περιόδους που εκδίδονταν λογαριασμοί κατανάλωσης από την ενάγουσα. Μετά τις επανασυνδέσεις και μέχρι τον οριστικό τερματισμό των επίδικων λογαριασμών στις 26/02/13, στο μεν λογαριασμό 863 χρεώθηκαν ακόμη τέσσερεις διμηνίες κατανάλωσης ενώ έγιναν πληρωμές συνολικού ύψους €1200, στο δε λογαριασμό 863 χρεώθηκαν τρεις διμηνίες κατανάλωσης ενώ έγινε μία πληρωμή ύψους €
  5. Με γνώμονα τώρα τα πιο πάνω ευρήματα μου και ιδιαίτερα το γεγονός της επανασύνδεσης της παροχής ρεύματος που η ίδια η ενάγουσα παρουσίασε να έγινε στις 06/07/12 και 21/09/12, προχωρώ να εξετάσω τις νομικές ουσιαστικά θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος 2 ως προς τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα των μερών. Σημειώνω τα εξής σχετικά. Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνω ότι με βάση τους Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Τεκ.7) που ο ίδιος ο εναγόμενος 2 επικαλείται, δεν τίθετο θέμα επιβολής οποιασδήποτε υποχρέωσης στην ενάγουσα να διακόψει την παροχή ρεύματος σε περίπτωση απλήρωτων λογαριασμών. Αντιθέτως, όπως ρητά αναφέρεται στο συγκεκριμένο έγγραφο που επικαλέστηκε ο εναγόμενος 2 και συγκεκριμένα στον όρο 19 του εγγράφου, η διακοπή της παροχής ρεύματος συνιστά δικαίωμα της ενάγουσας το οποίο η τελευταία μπορεί ν' ασκήσει όποτε θέλει και κατά την απόλυτη κρίση της. Καμία λοιπόν υποχρέωση δεν είχε η ενάγουσα να διακόψει την παροχή ρεύματος νωρίτερα απ' ότι την διέκοψε και η γραπτή μαρτυρία που ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δέχεται ότι περιέβαλλε τη σχέση του με την ενάγουσα, δεν υποστηρίζει αλλά αντίθετα καταρρίπτει την όποια περί του αντιθέτου θέση του. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, το δικαίωμα και όχι η υποχρέωση της ενάγουσας να διακόψει την παροχή ρεύματος σε περίπτωση μη πληρωμής λογαριασμών συνιστά μόνο ένα σκέλος του όρου
  6. Το άλλο σκέλος του συγκεκριμένου όρου, το οποίο αφορά στο δικαίωμα της ενάγουσας να επανασυνδέει την παροχή όταν αποφασίσει να τη διακόψει, αναφέρει ότι «.Το ρεύμα δεν θα συνδεθή ή επανασυνδεθή.μέχρις ότου εξοφληθούν πάντες εις την Αρχήν οφειλόμενοι λογαριασμοί.». Με άλλα λόγια, αυτό που ο όρος 19 του Τεκ.17 παρουσιάζει στα μάτια του οποιουδήποτε καταναλωτή ή εγγυητή της ενάγουσας, είναι ότι η τελευταία έχει μεν απόλυτη διακριτική ευχέρεια στο αν θα διακόψει ή θα επανασυνδέσει την παροχή ρεύματος σ' ένα λογαριασμό, αλλά αν αποφασίσει να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα της, τότε για να επανασυνδεθεί η παροχή θα πρέπει να προηγηθεί εξόφληση όλων των μέχρι τότε οφειλών. Και εφόσον αυτό συνιστά ρητό μέρος της γραπτής συμφωνίας που αμφότερα τα μέρη δέχονται ότι περιέβαλλε τη σχέση τους, δεν επιτρέπεται η απόδοση διαφορετικής ερμηνείας ως προς την πραγματική πρόθεση των μερών και δη στη βάση εικασιών ή ισχυρισμών ως προς τι άλλο μπορεί να λέχθηκε κατά την υπογραφή (βλ. Οικονόμου κ.α. ν. Ττοφινή κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 436). Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν και με δεδομένο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της ίδιας της ενάγουσας, οι επίδικοι λογαριασμοί επανασυνδέθηκαν στις 06/07/12 και 21/09/12 όταν οι αντίστοιχες οφειλές ανέρχονταν στις €6135,77 και €4898,99, αυτές ήταν και οι οφειλές που ως ο σχετικός συμβατικός όρος έπρεπε να είχαν τότε εξοφληθεί ως προϋπόθεση για την επανασύνδεση και για τις οποίες, ως εξήγησα ανωτέρω, ο εναγόμενος 2 θα ήταν συνυπεύθυνος με την εναγόμενη 1 να τις εξοφλήσει. Παρά ταύτα, η ενάγουσα αποφάσισε να μην εφαρμόσει πιστά τον όρο 19 και επανασύνδεσε την παροχή χωρίς να υπάρχει εξόφληση. Ο λόγος που το έκαμε αυτό η ενάγουσα δεν έχει σημασία διότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι στη συγκεκριμένη απόφαση της τελευταίας ο εναγόμενος 2 δεν διαδραμάτισε κανένα ρόλο ούτε και ενημερώθηκε περί της απόφασης αυτής. Αποτέλεσμα όμως της επανασύνδεσης της παροχής χωρίς να εξοφληθούν οι οφειλές που είχαν δημιουργηθεί σε κάθε λογαριασμό μέχρι την επανασύνδεση του ήταν, ως ανέφερα ανωτέρω, να υπάρξουν περαιτέρω χρεώσεις και στους δύο λογαριασμούς και έτσι να αυξηθεί ανάλογα και η ευθύνη του εναγόμενου 2 εγγυητή, η οποία όμως, αν τηρείτο η συμβατική προϋπόθεση του όρου 19, θα περιοριζόταν στις €6135,77 και €4898,
  1. Επισημαίνω εδώ ότι διαφορετική θα ήταν η περίπτωση αν ο εναγόμενος 2 δεν ήταν εγγυητής αλλά ο βασικός καταναλωτής εφόσον στην περίπτωση του καταναλωτή, η επανασύνδεση και συνέχιση της παροχής ρεύματος, έστω και κατά παρέκκλιση του όρου 19, θα συνεπάγετο αποκόμιση οφέλους από πλευράς καταναλωτή, ο οποίος εφόσον αποδέχτηκε και επωφελήθηκε από αυτή την εξέλιξη, θα ήταν υπεύθυνος να πληρώσει και όλα τα ποσά που θα προέκυπταν στη συνέχεια ως οφειλόμενα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων συνεπώς, κρίνω ότι ο εναγόμενος 2 δικαιούται, ως εγγυητής, να επωφεληθεί των προνοιών του αρ.91 Κεφ.149 και να απαλλαχτεί από την ευθύνη πληρωμής κάθε χρέωσης που έγινε μεταγενέστερα της 06/07/12 σε σχέση με το λογαριασμό 863 και της 21/09/12 σε σχέση το λογαριασμό
  2. Στα ποσά βεβαίως που περιορίζεται η ευθύνη του εναγόμενου 2 να πληρώσει, ήτοι €6135,77 και €4898,99, θα πρέπει να υπολογιστούν και οι όποιες πληρωμές - πιστώσεις έγιναν μετά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες, ήτοι €1200 στο λογαριασμό 863 και €51 σε κάθε λογαριασμό στις 23/01/13 ως πίστωση της προκαταβολής. Κρίνω συνεπώς ότι ο εναγόμενος 2 ευθύνεται να πληρώσει στην ενάγουσα €4884,77 σε σχέση με το λογαριασμό 863 και €4,847.99 σε σχέση με το λογαριασμό 713, ήτοι €9732,76 στο σύνολο. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγόμενου 2 για το ποσό των €9732,76 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην ανάλογη κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον νόμιμο τόκο και ΦΠΑ αν υπάρχει. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1]
  3. Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.