← Κύπρος

K&S INDUSTRIAL SUPPLIES LTD ν. Τσαγγαρίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 7754/13, 15/9/2021

K&S INDUSTRIAL SUPPLIES LTD ν. Τσαγγαρίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 7754/13, 15/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A599 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7754/13 Μεταξύ: K&S INDUSTRIAL SUPPLIES LTD Ενάγουσα και

  1. XXXXX Τσαγγαρίδης
  2. XXXXX Χριστοδούλου
  3. XXXXX Χριστοδούλου Εναγόμενοι ------------------------------------------- (Αίτηση τροποποίησης Ε/Α ημερ. 28/05/21) Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Πογιατζής Για εναγόμενους 2 και 3 - Καθ' ων η αίτηση: κα Πανταζή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 29/11/13 και σύμφωνα με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε περί τα τέλη του 2014 από το δικηγόρο που ανέλαβε τότε την εκπροσώπηση της ενάγουσας, η τελευταία ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι μεταξύ 2004 και 2010, είχε εφοδιάσει τον εναγόμενο 1, τον οποίο εργοδοτούσε τότε ως υπάλληλο της, με εταιρικό όχημα για να εκτελεί τα καθήκοντα του. Επειδή δε τα καύσιμα του εν λόγω οχήματος η ενάγουσα, ως είναι ο υφιστάμενος δικογραφημένος ισχυρισμός της, είχε συμφωνήσει να τα επωμίζεται η ίδια, ανατέθηκε στον εναγόμενο 1 όπως συνεννοηθεί ο ίδιος με πρατήριο καυσίμων της επιλογής του για τον ανεφοδιασμό του εταιρικού οχήματος που του δόθηκε και ο τελευταίος ακολούθως ήλθε σε σχετική συνεννόηση με τους Εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι ήταν, ο μεν Εναγόμενος 3 ιδιοκτήτης πρατηρίου καυσίμων ΕΚΟ σε συγκεκριμένη οδό στη Λευκωσία, η δε Εναγόμενη 2 σύζυγος του Εναγόμενου 3 και υπάλληλος στο εν λόγω πρατήριο. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, περί το 2010 διαπιστώθηκε ότι είχαν μέχρι τότε αδικαιολόγητα καταβληθεί από αυτή στους Εναγόμενους 2 και 3 χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €12.426,92 και αυτό γιατί διαπιστώθηκε ότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν συνεννοηθεί και συμφώνησαν μεταξύ τους όπως την χρεώνουν δια ψευδών παραστάσεων με υποτιθέμενα καύσιμα για το υπηρεσιακό όχημα που είχε δοθεί στον Εναγόμενο 1, ενώ στη πραγματικότητα, οι χρεώσεις που εμφανίζονταν στις καταχωρήσεις που δίνονταν στην Ενάγουσα για πληρωμή ως πετρέλαιο για το εταιρικό όχημα, αφορούσαν σε καύσιμα για το ιδιωτικό όχημα του εναγόμενου 1 καθώς επίσης και σε διάφορα αναλώσιμα που αυτός αγόραζε για τον ίδιο. Στη βάση των ισχυρισμών της αυτών λοιπόν, η Ενάγουσα, η οποία υποδεικνύει στο υφιστάμενο δικόγραφο της και ότι ο Εναγόμενος 1 έχει καταδικαστεί και από Ποινικό Δικαστήριο για τα ποινικά αδικήματα που προέκυψαν από αυτό το κατ' ισχυρισμό πλαίσιο γεγονότων, αξιώνει από όλους τους εναγόμενους το ποσό των € 12.426,
  4. Υπεράσπιση καταχωρήθηκε μόνο από τους Εναγόμενους 2 και 3, η οποία ήταν κοινή και με αυτή οι τελευταίοι παραδέχονται μεταξύ άλλων τις ιδιότητες που είχαν σε σχέση με το πρατήριο που είναι επίσης αποδεκτό ότι συναλλασσόταν με τον Εναγόμενο
  5. Ισχυρίζονται όμως οι εναγόμενοι 2 και 3 ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχαν με τους Ενάγοντες αφού τον αναλυτικό κατάλογο των χρεώσεων τους με το εκάστοτε συνολικά οφειλόμενο ποσό, είναι στον εναγόμενο 1 που τον παρέδιδαν, από τον οποίο και εισέπρατταν τις σχετικές πληρωμές. Αρνούνται λοιπόν οι εναγόμενοι 1 με το υφιστάμενο δικόγραφο τους ότι προέβηκαν σε οποιεσδήποτε υπερχρεώσεις ή ότι συνεννοήθηκαν με τον Εναγόμενο 1 για να καταδολιεύσουν την Ενάγουσα ή για να αποσπάσουν από την τελευταία οποιαδήποτε χρήματα δια ψευδών παραστάσεων ως αυτή τους αποδίδει. Με τη συμπλήρωση της δικογραφίας έλαβαν χώρα οι διαφορές προδικαστικές διαδικασίες, κατά τις οποίες η πλευρά της Ενάγουσας άλλαξε σε τρεις περιπτώσεις τον δικηγόρο που την εκπροσωπούσε. Ο τελευταίος δε δικηγόρος της ενάγουσας, ο οποίος είναι και ο νυν δικηγόρος της, διορίστηκε την 1/7/2020, ημερομηνία κατά την οποία υπήρχαν σε ισχύ τα μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού και οι εμφανίσεις των διαδίκων γίνονταν, λόγω των μέτρων, ως επί το πλείστο με email αλλά και με ανακοινώσεις του Δικαστηρίου. Σε email λοιπόν που απέστειλε ο νυν δικηγόρος της Ενάγουσας στις 14/04/2021, ήτοι μετά το διορισμό του, αυτός εξέφρασε τότε την πρόθεση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ώστε να συμπεριληφθεί η εταιρεία Αδάμος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ ως Εναγόμενη 4 στην αγωγή. Ακολούθως, στις 15/4/2021, ήτοι την επόμενη μέρα, καταχωρήθηκε σχετική αίτηση προσθήκης διαδίκου, η οποία όμως αποσύρθηκε στις 25/5/2021 και προτού εκδικαστεί, άνευ βλάβης και με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση 2 και
  6. Τρείς ημέρες αργότερα, ήτοι στις 28/05/21, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, με την οποία ζητείται στη βάση της Δ 25 αλλά και της Δ 9, τόσο η προσθήκη της εταιρείας Αδάμος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ ως Εναγόμενης 4 στην αγωγή όσο και η τροποποίηση της υφιστάμενης έκθεσης απαίτησης ώστε να συμπεριληφθεί στο εν λόγω δικόγραφο ο ισχυρισμός ότι καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο αμφότεροι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Εναγομένης 4 η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του εμπλεκόμενου πρατηρίου βενζίνης και ότι οι ενέργειες των Εναγομένων 2 και 3, περιλαμβανομένης και της είσπραξης χρημάτων που προέρχονταν από την Ενάγουσα, γίνονταν για λογαριασμό και εκ μέρους της Εναγόμενης 4 εταιρείας. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η ανάγκη για προσθήκη της Εναγόμενης 4 προέκυψε κατά τη μελέτη της δικογραφίας από τον νυν δικηγόρο της ενάγουσας για σκοπούς της ακρόασης που ήταν προγραμματισμένη να γίνει στις 15/04/
  7. Στα πλαίσια αυτής της μελέτης, υποστηρίζει η ενάγουσα, διαπιστώθηκε ότι τίθετο θέμα με τα υφιστάμενα δικόγραφα ως προς το ποιο ήταν το πρόσωπο που στην πραγματικότητα είχε αναλάβει συμβατικά να εφοδιάζει το όχημα του Εναγόμενου 1 και να εισπράττει τα χρήματα που προέρχονταν από την Ενάγουσα και αυτό γιατί, ως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης, «.όπως προκύπτει από τα γεγονότα αλλά και από την υπεράσπιση, (σ.Δ. η οποία είχε καταχωρηθεί το 2014) οι Εναγόμενοι 2 και 3 συμβλήθηκαν με την Ενάγουσα εξ ονόματος της εταιρείας (σ.Δ. προτιθέμενη εναγόμενη 4) υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και εργαζόμενοι γι' αυτή.». Λόγω αυτής της διαπίστωσης, υποστηρίζει η πλευρά της Ενάγουσας, κατέστη και εξακολουθεί να είναι αναγκαίο όπως τροποποιηθεί η δικογραφία ως ζητείται με την παρούσα αίτηση ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι καθώς και το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση για να μπορέσει έτσι να αποδοθεί ορθά η δικαιοσύνη. Η ενάγουσα τέλος υποστηρίζει ότι καμία βλάβη δεν θα υποστούν οι Εναγόμενοι 2 και 3 αν εγκριθεί η αίτηση, αφού οι ισχυρισμοί που αφορούν στους εν λόγω εναγόμενους θα παραμείνουν να είναι ότι αυτοί ενάγονται «.υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και ως τα πρόσωπα που ενεργούσαν εκ μέρους της (προτιθέμενης εναγόμενης 4 εταιρείας). Στην αντίπερα όχθη η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 καταχώρησε σήμερα ένσταση προβάλλοντας 12 συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογραφίας και την προσθήκη διαδίκων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στο καθυστερημένο της υποβολής του αιτήματος και δη χωρίς καμιά προς τούτο εξήγηση από πλευράς Ενάγουσας, όσο και στο ότι δεν αποκαλύπτεται από την προτεινόμενη τροποποίηση ποιο είναι το αγώγιμο δικαίωμα που επιχειρείται να προβληθεί εναντίον της προτιθέμενης Εναγόμενης
  8. Κατά τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις στις οποίες προέβηκαν επίσης σήμερα αμφότερες οι πλευρές, έγινε εκατέρωθεν αναφορά στη σχετική Νομολογία που διέπει τα υπό συζήτηση θέματα. Εξέτασα όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου κατά το ολιγόλεπτο διάλειμμα και σημειώνω κατ' αρχή τα εξής. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η παρούσα αίτηση, η οποία αφορά και σε προσθήκη διάδικου αλλά και σε τροποποίηση δικογραφημένων ισχυρισμών, εδράζεται κυρίως επί των προνοιών της Δ 9 και της Δ
  9. Ως έχει προ πολλού νομολογηθεί δε, εφόσον ένα αίτημα για προσθήκη διαδίκου σε υφιστάμενη αγωγή δυνάμει της Δ.9 συνεπάγεται και την ανάλογη τροποποίηση της αγωγής, το εν λόγω αίτημα θεωρείται ότι εντάσσεται κάτω από την «ομπρέλα» των προνοιών της Δ.25, καθιστώντας έτσι και τις πρόνοιες που περιβάλλουν την εν λόγω διάταξη άμεσα σχετικές και εφαρμοστέες (βλ. L YSANDROU ν. SCHIZA & ANOTHER

(1979)1 CLR 267). Αυτό επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Ι. Γ. ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΙΧΑΗΛ, Πολιτική Έφεση Αρ. E187/2013, 9/10/2018 όπου εξετάστηκε ο τρόπος με τον οποίο αλληλεπιδρούν οι πρόνοιες των Δ.9 και Δ.25 όταν το αίτημα τροποποίησης αφορά σε προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου που κρίνεται αναγκαίος για σκοπούς της αγωγής. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση. «.Το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε, λοιπόν, να περιοριστεί στο μόνο ερώτημα που αναδυόταν από τα γεγονότα της υπόθεσης, κατά πόσο δηλαδή οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.9, θ.10 των Θεσμών. Ζήτημα το οποίο δεν συνεπαγόταν την εξέταση κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση αφορούσε «σφάλματος περί το όνομα».το Δικαστήριο στη συνέχεια θεώρησε, ουσιαστικά, ότι οι εφεσείοντες ήταν αναγκαίοι διάδικοι αφού, όπως σημείωσε, η απαίτηση της εφεσίβλητης θα μπορούσε να διεκδικηθεί μόνο από τους εφεσείοντες .Το εύρημα είναι ορθό και, εν πάση περιπτώσει, δεν προσβάλλεται με την έφεση. Ό,τι απασχόλησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνέχεια ήταν τα όσα προβλήθηκαν από τους εφεσείοντες και την εταιρεία ως παράγοντες που αφορούσαν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εγκρίνει ή όχι το αίτημα, τα οποία το Δικαστήριο απέρριψε. Έχει σημειωθεί η επ' αυτών κρίση του Δικαστηρίου, ανωτέρω, την οποία οι εφεσείοντες θεωρούν εσφαλμένη, ως έχει αναφερθεί. Τέθηκε θέμα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης.Βέβαια, αίτηση για τροποποίηση με την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου δυνάμει της Δ.9, μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η καθυστέρηση στην υποβολή μιας τέτοιας αίτησης δεν αποτελεί εκ προοιμίου αρνητικό παράγοντα για την έγκρισή της, αλλά εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες όπως, για παράδειγμα, την ανυπαρξία καλής πίστης.Βέβαια, το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτίμησε, ως όφειλε, και τους υπόλοιπους σχετικούς με την αίτηση παράγοντες, όπως το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η αγωγή και οι συνέπειες που θα είχε τυχόν έγκριση της αίτησης για τους εφεσείοντες, υπό το φως του ισχυρισμού τους ότι θα προκαλείτο σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά. Σημείωσε, για το πρώτο, ότι δεν είχε αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, ενώ για το δεύτερο, στο οποίο εστιάζεται το παράπονο των εφεσειόντων, έκρινε ότι δεν θα προκαλείτο σε αυτούς οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και το πλέγμα των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, θεωρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια με τον ορθό τρόπο και δεν παρέχεται περιθώριο επέμβασής μας.» Ως προς τις αρχές τώρα που διέπουν τις πρόνοιες της «παλαιάς» Δ.25 που ισχύουν στην παρούσα υπόθεση λόγω της χρονολογίας της, δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω εκτενή αναφορά στη σχετική Νομολογία αλλά θα παραπέμψω ενδεικτικά στις Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016. Από τις εν λόγω αποφάσεις διαπιστώνεται ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο, ασκείται με φειδώ. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Οι εν λόγω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Πρόσθετα των πιο πάνω, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Δικαστή Κραμβή, ως ήταν τότε, στην υπόθεση Bauer Spezialtienfbau GMBH και Άλλοι ν. Divnogorsk Shipping Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 618, με αναφορά στην Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754 και στα λεχθέντα υπό Πική Δικαστή, ως ήταν τότε, στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, η αρχή που είναι καλά καθιερωμένη είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και εάν ζητείται αργά, αν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, καθόσον οποιαδήποτε δυσχέρεια θα ήθελε προκληθεί από αυτή μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Μάλιστα δε, στην Bauer, ο Δικαστής Κραμβής, ενώ έκρινε «πτωχή» τη δικαιολογία που είχαν δώσει οι εκεί αιτητές αναφορικά με το καθυστερημένο του χρόνου υποβολής του αιτήματος τους, υπέδειξε ότι από μόνη της η καθυστέρηση και η πτωχή δικαιολογία των αιτητών δεν μπορούσε να οδηγήσει στην απόρριψη του αιτήματος - «.Η ομολογουμένως πτωχή δικαιολογία που έδωσαν οι ενάγοντες αναφορικά με την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση στο προχωρημένο αυτό στάδιο της διαδικασίας και μάλιστα ύστερα από την τόσο μεγάλη καθυστέρηση που έχει σημειωθεί, νομίζω πως από μόνη της δεν οδηγεί στην απόρριψη του αιτήματος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως δεν έχω διακρίνει κακοπιστία ή καταχρηστική χρήση των θεσμών όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. η έγκριση του αιτήματος θα αποβεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης δηλαδή του κυρίαρχου παράγοντα ο οποίος διέπει σ' αυτές τις περιπτώσεις την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στα πιο πάνω θα πρέπει να βεβαίως να προστεθούν και τα όσα σχετικά με την τροποποίηση δικογράφων αναφέρονται στην Κασουλίδης ανωτέρω. Έχοντας λοιπόν κατά νου τις πιο πάνω αρχές και έχοντας διεξέλθει της αίτησης, της ένστασης και της υφιστάμενης δικογραφίας καθώς και των όσων τέθηκαν ενώπιον μου ως επιχειρηματολογία, σημειώνω τα εξής σχετικά με την υπό κρίση περίπτωση. Όντως η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με αρκετή καθυστέρηση και προς τούτο λαμβάνω υπόψη μου και το ότι από το υφιστάμενο δικόγραφο της Ενάγουσας αναδύεται η εικόνα ότι ήταν από την αρχή σε γνώση της τελευταίας ότι το πρατήριο/εταιρεία που επιχειρείται να προστεθεί τώρα ως διάδικος, εμπλεκόταν στα επίδικα γεγονότα. Όμως, όπως αναφέρεται και στις νομολογιακές αρχές που παρατίθενται ανωτέρω, η καθυστέρηση από μόνη της δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη μιας αίτησης αυτής της φύσης αφού το αίτημα θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αυτές τις περιπτώσεις. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, υπενθυμίζω ότι με την υφιστάμενη υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 2 και 3 προβάλουν τον ισχυρισμό ότι ουδεμία συμβατική σχέση είχαν οι ίδιοι με την Ενάγουσα, όμως την ίδια στιγμή δέχονται και ότι όντως εισεπράτταν χρήματα που τους παρέδιδε ο Εναγόμενος 1 σε σχέση με υπηρεσίες που φέρονταν να αφορούν στον εφοδιασμό του συγκεκριμένου οχήματος που ανήκει στην Ενάγουσα. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, ζήτησα από την ευπαίδευτη συνήγορο των Εναγομένων 2 και 3 να διευκρινίσει κατά πόσο η δικογραφημένη αυτή υπερασπιστική γραμμή των τελευταίων, η οποία βεβαίως είναι και η γραμμή που αναμένεται ότι θα προωθηθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης, συνιστάται στη θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εισπράτταν χρήματα που φέρονται να προέρχονταν από την Ενάγουσα υπό την προσωπική τους ιδιότητα ή υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και ιδιοκτήτες της εταιρείας/ πρατηρίου που εφοδίαζε το συγκεκριμένο όχημα. Ο λόγος βέβαια για τούτο είναι προφανής, αφού αν η θέση που οι Εναγόμενοι 2 και 3 προβάλλουν με το δικόγραφο τους και που θα προωθήσουν κατά την ακρόαση, είναι ότι οι ενέργειες τους κατά τον ουσιώδη χρόνο γίνονταν υπό την διευθυντική και ιδιοκτησιακή τους ιδιότητα, ήτοι εκ μέρους και για λογαριασμό του πρατηρίου που ως ξεχωριστή οντότητα συναλλασσόταν με τον Εναγόμενο 1, τότε σίγουρα όχι μόνο η Εναγόμενη 4 καθίσταται αναγκαία διάδικος αλλά και με την τροποποίηση που επιχειρείται να γίνει, η διαδικασία δεν θα εκτροχιαστεί αλλά θα τεθεί στην ορθή της διάσταση και μάλιστα κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εξυπηρετεί καλύτερα και τα συμφέροντα των ιδίων των Εναγομένων 2 και
  1. Αυτό γιατί με την επιδιωκόμενη τροποποίηση θα καταστεί ξεκάθαρο ότι οι τελευταίοι ενάγονται μεν προσωπικά αλλά, ως και οι ίδιοι ισχυρίζονται, σε σχέση με τις πράξεις και παραλείψεις τους ως διευθυντές εταιρείας, με όλες τις νομικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σε σχέση με το αυξημένο βάρος που θα έχει πλέον ο ενάγοντας να αποδείξει το πώς οι πράξεις ή παραλείψεις κάποιου που ενεργεί ως διευθυντής μιας εταιρείας μπορούν να στοιχειοθετήσουν και προσωπική ευθύνη για τον ίδιο. Αν από την άλλη όμως η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων 2 και 3 είναι ότι στα επίδικα γεγονότα αυτοί ενεπλάκηκαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα, τότε σίγουρα πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική υπόθεση, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μεταβάλλεται σημαντικά με την προτιθέμενη τροποποίηση. Η διευκρίνιση λοιπόν που έλαβε το Δικαστήριο από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων 2 και 3 ήταν ότι η προαναφερόμενη δικογραφημένη θέση των τελευταίων συνίσταται ουσιαστικά στον ισχυρισμό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτοί ενεργούσαν υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και ιδιοκτήτες του πρατηρίου/εταιρείας που συναλλασσόταν με τον Εναγόμενο 1 και όχι προσωπικά, ήτοι ότι ακριβώς επιχειρείται να εισαχθεί στη δικογραφία με την προτεινόμενη τροποποίηση. Συνεπώς, έστω και με τη μεγάλη καθυστέρηση που επιδείχθηκε από πλευράς ενάγουσας, η προτεινόμενη τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης και της αιτούμενης προσθήκης διάδικου, θα εξυπηρετήσει θεωρώ στο μέγιστο τόσο την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης όσο και τα συμφέροντα των ιδίων των Εναγομένων 2 και 3, αν μη τι άλλο διότι σε κάποιο βαθμό φαίνεται ότι με την τροποποίηση θα παρασχεθεί και το έρεισμα που αυτοί ισχυρίζονται ότι υποστηρίζει τις δικές τους θέσεις. Το αν τώρα συνεπεία της τροποποίησης θα δημιουργηθεί το πεδίο για να εξεταστεί το κατά πόσο μπορεί να υφίσταται και να προωθείται πλέον η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 προσωπικά, αυτό δεν είναι θέμα που θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο όπως και δεν μπορεί να αποφασιστεί τώρα και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το πώς η τροποποίηση επηρεάζει τα δικαιώματα της προτιθέμενης Εναγόμενης 4, η οποία θα έχει κάθε ευκαιρία να προβάλει τις επί του προκειμένου θέσεις της όταν της επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, θα πρέπει επίσης να επισημάνω και το ότι δεν έχω διαπιστώσει την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας από πλευράς Ενάγουσας αλλά ούτε και την ύπαρξη οποιουδήποτε κίνδυνου να προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα των Εναγομένων 2 και 3 αν εγκριθεί η παρούσα αίτηση ή τουλάχιστον τέτοια βλάβη που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία και εγκρίνεται. Δίδεται επομένως άδεια για προσθήκη της εταιρείας που αναφέρεται στην αίτηση ως Εναγόμενης 4 στην αγωγή καθώς και για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως ζητείται με την αίτηση. Το τροποποιημένο κλητήριο και έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί μέχρι και τις 17/09/21 και να επιδοθεί στην Εναγόμενη 4 μέχρι και τις 24/9/
  2. Από εκεί και πέρα να ακολουθηθούν οι θεσμοί σε σχέση με την εν λόγω εναγόμενη. Όσον αφορά την πλευρά των Εναγομένων 2 και 3, στην οποία το τροποποιημένο κλητήριο θα πρέπει επίσης να επιδοθεί μέχρι τις 24/09/21, αυτή να καταχωρήσει την όποια τροποποιημένη υπεράσπιση της μέχρι τις 30/9/
  3. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης είναι ορισμένη για τις 8/10/21 και ότι ενδέχεται μέχρι τότε να μην έχει συμπληρωθεί η δικογραφία. Δεν θεωρώ όμως αναγκαίο να αλλάξω από τώρα την εν λόγω ημερομηνία αλλά θα επιληφθώ της υπόθεσης στις 8/10/21 και αν οι εξελίξεις ως τότε επιβάλλουν να δοθεί άλλη ημερομηνία ακρόασης τότε θα δοθούν και οι ανάλογες οδηγίες. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, αυτά, ως είναι νομολογημένο, όπως και τα σπαταληθέντα έξοδα, αυτά δηλαδή που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 3 και εναντίον της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.