← Κύπρος

Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 173/12, 3/12/2021

Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 173/12, 3/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A621 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 173/12 Μεταξύ: XXXXX Γεωργίου Ενάγοντος -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. XXXXX Θεοδούλου
  3. XXXXX Κάνυου
  4. XXXXX Χατζηαράπη Εναγομένων .................. Ημερομηνία: 03 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Χρυσάνθου με κα Γιάννη για Χαρίλαος Μ. Χρυσάνθου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 -4 : κα Παρπαρίνου με κα Τσαγκάρη για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η απαίτηση του Ενάγοντα για γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία που κατ' ισχυρισμόν υπέστη λόγω επίθεσης και/ή παράνομης χρήσης βίας ή/και κακοποίησης και βασανιστηρίων και/ή εξευτελιστικής μεταχείρισης από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 στις 12.10.
  5. Ταυτόχρονα ο Ενάγων αξιοί και αποζημιώσεις λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που υπέστη από τους Εναγόμενους. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 A.Α.Δ 24. Έτσι, το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ 670. Ο Ενάγων στην Έκθεση Απαίτησής του, δήλωσε ότι είναι ηλικίας πενήντα
(50)ετών και πατέρας 2 τέκνων. Περί τις 12.10.10 προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με σκοπό να παραλάβει συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό. Λόγω κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στην ετοιμασία του εν λόγω πιστοποιητικού και ενώ ο Ενάγων περίμενε την έκδοσή του, προσήλθαν στο σημείο οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 με σκοπό να τον συλλάβουν. Τότε, ο Ενάγων υπέστη επίθεση και σωματικές βλάβες, αλλά και εξευτελιστική μεταχείριση. Ακολούθως, ο Ενάγων μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών για να δώσει κατάθεση, αλλά τελικά τέθηκε υπό κράτηση. Σε κάποιο στάδιο ο Ενάγοντας, επειδή ένιωθε ζαλάδες, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Εκεί μεταφέρθηκε με χειροπέδες. Τέλος, δικογράφησε τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες σωματικών βλαβών και τους ισχυρισμούς για κατ' ισχυρισμό εξευτελιστική μεταχείριση. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν ξεχωριστές υπερασπίσεις. Επί της ουσίας όμως είχαν ταυτόσημους ισχυρισμούς. Έτσι θα γίνει συνολικά η παράθεση των βασικών σημείων των δυο υπερασπίσεων. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπισή τους δέχθηκαν ότι στις 12.10.21 ο Ενάγων βρισκόταν στον χώρο αναμονής των ασθενών του Δρος Πίπη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ισχυρίστηκαν όμως ότι σε κάποιο στάδιο ο Ενάγων άρχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται έντονα και τότε οι Αστυφύλακες XXXXX και XXXXX προσπάθησαν να τον ηρεμήσουν. Τότε ο Ενάγων άρχισε να σπρώχνει τους Αστυφύλακες και ο Εναγόμενος 4 τον συνέλαβε για διάφορα αδικήματα. Οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς περί παράνομης επίθεσης και τους ισχυρισμούς για τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων. Προκύπτει από τα πιο πάνω πως δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι ο Ενάγων επισκέφθηκε στις 12.10.2010 το γραφείο του Δρος Πίπη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, για να λάβει συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη του Ενάγοντα, το εάν ασκήθηκε η εύλογη βία προς τον σκοπό αυτό, το εάν η μετέπειτα κράτηση του Ενάγοντα ήταν νόμιμη ή δικαιολογημένη και το εάν παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του Ενάγοντος. Επίσης υπό αμφισβήτηση τελούν και οι κατ' ισχυρισμόν σωματικές βλάβες που υπέστη ο Ενάγων. Παραδεκτά γεγονότα Επιπλέον, κατά την ακρόαση δηλώθηκαν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: «Στις 27.10.10 ο Δρ Σ. Σάββα εξέτασε τον Ενάγοντα και εξέδωσε το ιατρικό πιστοποιητικό, ημερομηνίας 27.10.10, Τεκμήριο
  1. Ο Ενάγων προσήλθε στο τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 12.10.10 και ώρα 10:
  2. Ανέφερε κακοποίηση από αστυνομικούς και χτύπημα του κεφαλιού του στο έδαφος. Φέρει εκχύμωση τριχωτού κεφαλής, θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, του οποίου έγινε συρραφή, εκδορές δεξιάς παρειάς και πηχεοκαρπικής άμφω από χειροπέδες, αιτιάται οσφυαλγία. Ακτινογραφία κρανίου και οσφυϊκής μοίρας φυσιολογικές, αξονική τομογραφία εγκεφάλου φυσιολογικό και δόθηκε υπερτασική θεραπεία. Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της βεβαίωσης, ημερομηνίας 12.10.10, Τεκμήριο
  3. Επίσης, έγινε δεκτό ως παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού, ημερομηνίας 7.12.10, Τεκμήριο 5.» Επίσης, κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και
  4. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας XXXXX Γεωργίου, ως Μ.Ε.
  5. Ο Ενάγων κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και κατέθεσε συνολικά 14 Τεκμήρια. Συγκεκριμένα, κατέθεσε βεβαίωση από νευρολογικό κέντρο, ημερομηνίας 15.06.10, ως Τεκμήριο 1, βεβαίωση από οφθαλμολογική κλινική Νοσοκομείου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, ημερομηνίας 11.10.10, ως Τεκμήριο 2 και ιατρικό πιστοποιητικό, ημερομηνίας 27.10.10, ως Τεκμήριο
  6. Επιπλέον, κατέθεσε βεβαίωση από το Γενικό Νοσοκομείο, ημερομηνίας 12.10.10, ως Τεκμήριο 4, ιατρικό πιστοποιητικό, ημερομηνίας 7.12.10, ως Τεκμήριο
  7. Πιστοποιητικό ασθενείας, ημερομηνίας 15.10.10, εκδοθέν από τον Δρ. XXXXX Δημητρίου ως Τεκμήριο
  8. Πιστοποιητικό, ημερομηνίας 20.10.10, από το τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου Λάρνακας ως Τεκμήριο 7 και δελτίο παραπομπής, ημερομηνίας 10.02.11, ως Τεκμήριο
  9. Επιπρόσθετα, κατέθεσε πιστοποίηση από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, ημερομηνίας 13.03.11, ως Τεκμήριο 9, ιατρικό πιστοποιητικό εκδοθέν από Δρ. XXXXX Δημητρίου, ημερομηνίας 17.06.11, ως Τεκμήριο
  10. Πιστοποιητικό από νευρολογικό κέντρο, ημερομηνίας 23.08.11, ως Τεκμήριο
  11. Βεβαίωση από Δρ. XXXXX Δημητρίου, ημερομηνίας 2.04.12, ως Τεκμήριο
  12. Περαιτέρω κατέθεσε επιστολή από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, ημερομηνίας 15.10.10, ως Τεκμήριο 13 και επιστολή από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, ημερομηνίας 26.06.
  13. Κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στην οικογενειακή του κατάσταση και στο επάγγελμά του, καθώς επίσης και στην ιδιότητα των Εναγομένων 2, 3 και
  14. Επίσης ανέφερε ότι τον επίδικο χρόνο, επειδή η μητέρα του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, προσπαθούσε να τη βοηθά με τις διαφορές επισκέψεις της σε ιατρούς και την εξασφάλιση διαφόρων πιστοποιητικών υγείας. Περί τις 22.07.10, η μητέρα του εξετάστηκε από τον χειρούργο οφθαλμίατρο Δρ. Πίπη στον Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ζητήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό και μετά από πολλές και αλλεπάλληλες επικοινωνίες ενημερώθηκε ότι ο εν λόγω γιατρός θα βρίσκεται στο ιατρείο του στις 11.10.
  15. Αφού επικοινώνησε με τον εν λόγω γιατρό και ενημερώθηκε ότι θα ετοιμαζόταν το σχετικό πιστοποιητικό μετέβη στις 12.10.2010 στις 7:30 στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στο χώρο αναμονής των ασθενών έξω από το ιατρείο του Δρ. Πίπη. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις συνθήκες και στα γεγονότα που οδηγήσαν στην κατ' ισχυρισμόν κακοποίησή του. Κατόπιν, ο Ενάγων αναφέρθηκε στη διαδικασία και στον χρόνο που βρισκόταν στο ιατρείο του εν λόγω γιατρού και στο χώρο αναμονής. Σχετικά ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν σε κάποιο στάδιο ταλαιπωρημένος και κουρασμένος και είπε στον εν λόγω γιατρό ότι θα ανέμενε μέχρι να λάβει το σχετικό πιστοποιητικό. Ακολούθως ο Δρ. Πίπης κάλεσε την Αστυνομία. Όταν προσήλθε η Αστυνομία εντός του ιατρείου του, οι επί καθήκοντι αστυνομικοί ζήτησαν τα στοιχεία του Ενάγοντα και του ζήτησαν να βγει έξω. Αρχικά ο Ενάγοντας αρνήθηκε. Ακολούθως με την πάροδο ενός λεπτού το έπραξε. Ακολούθως, ενώ στεκόταν περί τα 10 μέτρα μακριά από την είσοδο του ιατρείου του Δρος. Πίπη, εμφανίστηκε ο Εναγόμενος 4 με χειροπέδες και επιχείρησε να τον συλλάβει. Ο Ενάγων ζήτησε το λόγο της σύλληψής του και τότε απροειδοποίητα και απρόκλητα ο Εναγόμενος 4 μαζί με ακόμα έναν αστυνομικό τον άρπαξαν από τους ώμους και τον λαιμό, τον χτύπησαν, του έβαλαν τα χέρια πίσω στην πλάτη και τον γονάτισαν στο πάτωμα. Ενώ διαμαρτυρόταν για το παράνομο της πράξης των αστυνομικών δέχθηκε ισχυρό χτύπημα από πίσω στην πλάτη με αποτέλεσμα να προσκρούσει βίαια η κεφαλή του στο πάτωμα. Τότε, έμεινε αιμόφυρτος ξαπλωμένος και αιμορραγώντας στο πάτωμα. Μετά το πιο πάνω γεγονός ενώ ο Ενάγων μεταφερόταν με φορείο, ο Δρ. Πίπης έβγαλε το σχετικό πιστοποιητικό και έδωσε το σχετικό πιστοποιητικό στον Ενάγοντα. Ακολούθως, αναφέρθηκε στα τραύματα που κατ' ισχυρισμό υπέστη από το πιο πάνω επεισόδιο και αναφέρθηκε στην επίσκεψή του στο γραφείο παραπόνων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, μετά τα πιο πάνω ο Εναγόμενος 2 του ζήτησε να μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών για σύντομη κατάθεση. Μετά το πέρας της κατάθεσης θα μπορούσε να πάει σπίτι του. Στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών ο Εναγόμενος 2 έδωσε κατάθεση. Τότε του ανακοινώθηκε ότι θα παρέμενε υπό κράτηση και τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια Ομορφίτας. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στις συνθήκες κράτησής του και στους πόνους που κατ' ισχυρισμό αισθανόταν κατά τη διάρκεια της κράτησης. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στις διάφορες επισκέψεις του σε ιδιώτες ιατρούς, στον διορισμό ανακριτών σε σχέση με τη διερεύνηση της εν λόγω υπόθεσης και στο αποτέλεσμα της σχετικής ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε από προηγουμένως τους Εναγόμενους 2, 3 και
  16. Αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα της επίσκεψής του στο ιατρείο του Δρ. Πίπη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι μετέβη στο ιατρείο του Δρ. Πίπη χωρίς ραντεβού και ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν η ενημέρωσή του. Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος ήταν σε έξαλλη κατάσταση. Δέχθηκε όμως ότι υπήρξε μικροένταση και ύψωσε λίγο τον τόνο της φωνής του. Δέχθηκε παράλληλα ότι κτύπησε το χέρι του στο γραφείο του Δρος Πίπη. Υποστήριξε ότι μικροεντάσεις, όπως αυτές που υπήρξαν, συμβαίνουν καθημερινά. Κατά τον χρόνο που αφίχθηκε η Αστυνομία στο Νοσοκομείο, δέχθηκε ότι ο ίδιος βρισκόταν εντός του ιατρείου και ενώ του ζήτησαν να βγει έξω, απάντησε ότι περιμένει τον γιατρό. Δέχθηκε ότι του ανέφεραν οι αστυνομικοί μία με δύο φορές να βγει έξω και όταν ζητήθηκαν τα στοιχεία του, απάντησε ότι είναι καθοδόν προς το γραφείο παραπόνων και να τα πάρουν από εκεί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος έσπρωξε κάποιον αστυνομικό και δέχθηκε ότι φώναζε μόνο κατά τον χρόνο που επιχείρησαν να τον συλλάβουν. Ακολούθως, αναφέρθηκε στη μετάβασή του στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών. Υπεστήριξε ότι ενώ έδιδε κατάθεση, ο Εναγόμενος 2 τον διέκοπτε και του έλεγε ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα και έσχισε το έγγραφο επί του οποίου δινόταν η κατάθεση. Δέχθηκε παράλληλα ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε ό, τι αφορά τη σύλληψη και τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό του. Επίσης, δέχθηκε ότι δεν ζήτησε να επικοινωνήσει με συνήγορο, όμως ουδείς τον ενημέρωσε αναφορικά με τα δικαιώματά του στον αστυνομικό σταθμό Λατσιών. Ακολούθως, αναφέρθηκε στο στάδιο που μεταφέρθηκε για εξετάσεις. Επέμεινε ότι όλοι οι τραυματισμοί που επικαλείται έχουν προκληθεί από το επίδικο περιστατικό. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Βασιλική Χαραλάμπους ως Μ.Ε.
  17. Η Μ.Ε.2 υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, την κατάθεσή της, ημερομηνίας 20.10.10, προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας. Η Μ.Ε.2 ήταν λειτουργός παραπόνων στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούσαν την επίσκεψη του Ενάγοντα στο γραφείο της. Σημείωσε ότι στις 12.10.10, περί τις 13:00 μετέβη ο Ενάγων στο γραφείο της και ζήτησε να τη δει ιδιαιτέρως, χωρίς την παρουσία αστυνομικών. Η ίδια ζήτησε από τους αστυνομικούς να εξέλθουν και η συνάντηση διήρκησε 15 λεπτά. Στο σημείο εκείνο δεν της αναφέρθη ότι ο Ενάγων ήταν υπό σύλληψη και ούτε φορούσε χειροπέδες. Ανέφερε όμως ότι ο Ενάγων είχε τραύμα στο κεφάλι με ραφές και σημάδια στα δύο χέρια. Αφού ο Ενάγων της εξιστόρησε τη δική του εκδοχή, η ίδια ρώτησε και τους αστυνομικούς σχετικά και μετέβη στο σημείο που έλαβε χώρα το επεισόδιο για να το επιθεωρήσει. Εξ όσων γνώριζε, ο Ενάγων μετέβη οικειοθελώς στον Αστυνομικό Σταθμό Λατσιών για να δώσει κατάθεση. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στη διαρρύθμιση του γραφείου της και προσδιόρισε ότι το παράπονο του Ενάγοντα ήταν για τον χειρισμό που έτυχε από τους αστυνομικούς. Η ίδια δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό και στην κατάθεσή της κατέγραψε το τι της λέχθηκε. Eπανέλαβε ότι δεν αποκόμισε την εντύπωση ότι ο Ενάγων ήταν υπό σύλληψη και ότι τα καθήκοντά της περιορίζονταν στην καταγραφή του παραπόνου. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ιατρός Σόλων Δημητρίου ως Μ.Ε.
  18. Ο Μ.Ε.3 αναφέρθηκε στα προσόντα του. Κατά την κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε και υιοθέτησε τα ιατρικά πιστοποιητικά και υιοθέτησε τα Τεκμήρια 10 και
  19. Επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6, 8 και
  20. Ο μάρτυρας επεξήγησε τους ιατρικούς όρους που περιέχονται στο Τεκμήριο
  21. Εξήγησε επίσης την έννοια του όρου εκφυλιστικές αλλοιώσεις, τονίζοντας ότι δεν σχετίζονται με τραυματισμό. Κατά την αντεξέτασή του, με παραπομπή στην τρίτη σελίδα του Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο κατέστη αργότερα Τεκμήριο 25, υπέδειξε τα οστεόφυτα και εξήγησε ότι αποτελούν ένδειξη εκφυλιστικών αλλοιώσεων. Ανέφερε, επίσης, ότι ο ίδιος δεν χορήγησε κάποια συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή. Αναφέρθηκε επίσης στην έννοια του όρου δισκοπάθεια, εξηγώντας ότι είναι ένας ευρύς όρος. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτία της δισκοπάθειας είναι οι εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Προσδιόρισε ότι ο μελλοντικός πόνος που τυχόν θα αισθάνεται ο Ενάγοντας θα προέρχεται από τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Επόμενη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η Ελπίδα Νεοφύτου ως Μ.Ε.
  22. Η μάρτυρας αναγνώρισε και κατέθεσε την κατάθεση που έδωσε στον ποινικό ανακριτή ως Τεκμήριο 16 στη διαδικασία την οποία δεν ανέγνωσε, καθότι ήταν δυσανάγνωστη. Κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και είναι η γραμματέας της επιτροπής εξέτασης παραπόνων των ασθενών. Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ανέφερε ότι ο Ενάγων ισχυρίστηκε πως τραυματίστηκε από αστυνομικούς και ήταν αιματωμένος. Τον έβαλαν να καθίσει στο γραφείο της λειτουργού Β. Χαραλάμπους. Σύμφωνα με τη μάρτυρα το επεισόδιο έγινε έξω από το γραφείο του Δρος Πίπη. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι ο Ενάγων, όταν της μίλησε τηλεφωνικώς πριν το επίδικο συμβάν, της ανέφερε ότι ήθελε να φέρει τη μητέρα του για εξέταση και ότι δεν της ανέφερε οτιδήποτε για πιστοποιητικό. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Παναγή ως Μ.Ε.
  23. Ο Μ.Ε. 4 το 2010 εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας ως επιστάτης συντήρησης. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 την κατάθεσή του στην ανεξάρτητα αρχή διερεύνησης παραπόνων. Περαιτέρω ανάφερε ότι στις 12.10.2010 κλήθηκαν να προβούν σε κάποιες επιδιορθώσεις στον χώρο των εξωτερικών ιατρείων. Εκεί πρόσεξε κάποιες κηλίδες αίματος. Ο μάρτυρας δεν ήταν παρόν κατά τον χρόνο του συμβάντος. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο XXXXX Ιωάννου ως Μ.Ε.
  24. Ο Μ.Ε.6 ήταν ένας εκ των ποινικών ανακριτών που διερεύνησαν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέγνωσε το Τεκμήριο
  25. Επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες του ως ποινικός ανακριτής και στα ευρήματά του. Επόμενη μάρτυρας ήταν η Δρ Μαρίνου ιατρός ακτινολόγος, ως Μ.Ε.
  26. Η Μ.Ε.7, αφού αναφέρθηκε στα προσόντα της αναφέρθηκε στην εξέταση ημερομηνίας 20.5.2017, Τεκμήριο
  27. Αναφέρθηκε, επίσης στα σχετικά ευρήματά της. Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε εκ νέου στα ευρήματά της και δήλωσε ότι δεν μπορεί να προβεί σε χρονολόγηση της θλάσης. Μετά το πέρας της μαρτυρίας για τον Ενάγοντα την σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά των Εναγομένων. Πρώτος μάρτυρας για τους Εναγόμενους ήταν η Δρ. XXXXX Δαμασκηνού, ως Μ.Υ.
  28. Η Μ.Υ.1 εργάζεται ως ορθοπεδικός στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η μάρτυρας, αφού αναφέρθηκε στα προσόντα της, εξήγησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και τους όρους που περιέχονται σε αυτό. Περαιτέρω, αναγνώρισε το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, το οποίο κατέστη Τεκμήριο
  29. Εξήγησε ακολούθως το τι απεικονίζει το Τεκμήριο 25, δηλώντας ότι δεν φαίνεται κάταγμα κρανίου. Επίσης σε σχέση με την οσφυϊκή μοίρα δήλωσε ότι βλέπει εκφυλιστικές αλλοιώσεις, οστεόφυτα και διέκρινε ότι ο Ενάγων έπασχε από σκολίωση. Αναφέρθηκε, επίσης, στην έννοια του όρου εκφυλιστικές αλλοιώσεις και στα αίτια εμφάνισης τους. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών Τεκμήρια 4,5, 7 και 10 επεξηγώντας το περιεχόμενο τους, τις έννοιες και τη σημασία των όρων που αυτά περιέχουν. Κατά την αντεξέτασή της ανέφερε ότι της ζήτησε ο διευθυντής να παρουσιαστεί ως εμπειρογνώμονας. Δέχθηκε ότι η ίδια δεν εξέτασε ούτε γνώριζε το ιστορικό του Ενάγοντος. Σε σχέση με τις απεικονιστικές εξετάσεις δέχθηκε ότι απαιτείται και κλινική εξέταση. Ήταν σαφής όμως ότι οι ακτινογραφίες του Ενάγοντα δεν δείχνουν ούτε κάταγμα ούτε θλάσεις. Υποστήριξε ότι μπορεί να υφίστανται εκφυλιστικές αλλοιώσεις και να μην επιφέρουν συμπτώματα. Εξήγησε ότι εκφυλιστικές αλλοιώσεις μπορούν να προκληθούν από τραυματισμό, αλλά σε τέτοια περίπτωση θα εμφανιστούν σε κάποια χρόνια. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 2, ως Μ.Υ.
  30. Ο Εναγόμενος 2, κατέθεσε και υιοθέτησε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Ε στη διαδικασία. Επιπλέον κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ως, ως Τεκμήριο 26 έγγραφο με τίτλο « δικαιώματα επικοινωνίας κρατουμένου» και ως Τεκμήριο 27, αντίγραφο του εντύπου «δικαιώματα επικοινωνίας κρατούμενων» συνοδευόμενο από έντυπο με τίτλο «ατομικό δελτίο κρατουμένου». Στο έγγραφο Ε και κατά την κυρίως εξέτασή του ο Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε στις ανακριτικές του ενέργειες την επίδικη ημερομηνία. Αναφέρθηκε, επίσης, στον λόγο που ο Ενάγων τέθηκε υπό κράτηση μέχρι το επόμενο πρωί. Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στο ανακριτικό έργο που κατά τη θέση του υπήρχε και δικαιολογούσε την κράτηση του Ενάγοντος. Ισχυρίστηκε ότι μετέβη στα Λύμπια για κατάθεση από πολίτες αλλά τελικά δεν έλαβε. Αρχικά δεν θυμόταν ούτε τα επίθετα των εν λόγω προσώπων, παρά μόνο θυμόταν ότι ήταν ανδρόγυνο. Τα πιο πάνω δεν τα σημείωσε στο ημερολόγιο ενεργείας. Τελικά ανέφερε ότι σε σχέση με τον Ενάγοντα υπήρχαν παράπονα από μέλη της αστυνομίας, τα οποία όμως και πάλι δεν θυμόταν. Ως προς την κράτηση του Ενάγοντα, δήλωσε ότι έλαβε σχετικές οδηγίες από τον αξιωματικό πόλεως να παραπεμφθεί την επομένη ο Ενάγων στο Δικαστήριο για εξασφάλιση διατάγματος προσωποκράτησης. Τελικά το επόμενο πρωί έλαβε οδηγίες από τον ίδιο αξιωματικό να μην προχωρήσει σε αίτηση προσωποκράτησης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις εν γένει ανακριτικές του ενέργειες και κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 28 την κατάθεσή του, ημερομηνίας 1.11.2010 και ως Τεκμήριο 29 τη συνοπτική έκθεση γεγονότων που ετοίμασε. Επίσης, ο Μ.Υ,2 αναφέρθηκε στο πότε πληροφορήθηκε περί του διορισμού ποινικών ανακριτών και κατέθεσε ως Τεκμήριο 30 την κατάθεσή του προς του ποινικούς ανακριτές. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος 4, ως Μ.Υ.
  31. Ο Εναγόμενος 4 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Στ. Σε αυτή αναφέρθηκε στις ενέργειες του την επίδικη ημερομηνία. Επίσης αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό και στις συνθήκες υπό τις οποίες συνελήφθη ή τέθηκαν χειροπέδες στον Ενάγοντα. Επιπλέον αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο κτύπησε το κεφάλι του ο Ενάγων. Επιπλέον, κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε πως ο λόγος σύλληψης του Ενάγοντα ήταν η πρόκληση ανησυχίας και το γεγονός ότι ο τελευταίος έσπρωξε τον Εναγόμενο
  32. Κατά την αντεξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 31 η κατάθεση του ιδίου, ημερομηνίας 12.10.
  33. Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες και περιστάσεις σύλληψης του Ενάγοντος. Ταυτόχρονα επέμεινε ότι ο Ενάγων τον έσπρωξε για να εισέλθει στο γραφείο του Δρος Πίπη. Δήλωσε ότι έσπρωξε μόνο τον ίδιο, επειδή μόνο αυτός στεκόταν μπροστά στην πόρτα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η στιχομυθία που είχε με τον Ενάγοντα έλαβε χώρα 7 με 8 μέτρα μακριά από την πόρτα του Δρος Πίπη. Ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32 η κατάθεσή του, ημερομηνίας 4.11.20210 προς τον ποινικό ανακριτή, στην οποία γίνονται αναφορές στις συνθήκες σύλληψης του Ενάγοντα. Περαιτέρω εξήγησε τον τρόπο που έπεσαν οι σιδερένιες σχάρες από το ταβάνι. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο ίδιος πήρε τον Ενάγοντα από τους ώμους και τον λαιμό και ότι με λαβή τον γονάτισε στο πάτωμα. Δήλωσε ότι γλίστρησαν τόσο ο ίδιος, όσο και ο Ενάγων και ο αστυφύλακας
  34. Εκεί κτύπησε το κεφάλι του ο Ενάγων. Πρόσεξε ότι έτρεχε αίμα από το κεφάλι του Ενάγοντα, αλλά δεν πρόσεξε αν υπήρχε αίμα στην σχάρα στο έδαφος. Επέμεινε ότι χειροπέδες έβαλαν στον Ενάγοντα, όταν ακόμη όλοι ήταν όρθιοι και όταν τις έκλεισε τότε γλίστρησαν. Ανέφερε παράλληλα ότι την αστυνομία ειδοποίησε ο ίδιος ο Δρ Πίπης, αλλά ακολούθως δήλωσε ότι δεν γνώριζε εάν πήρε ο ίδιος προσωπικά τηλέφωνο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι υπήρχε κάποιος πολίτης που λάμβανε φωτογραφίες με παλιά φωτογραφική από φιλμ, αλλά δεν του πήρε την φωτογραφική. Επιπλέον, αναφέρθηκε στο χρόνο που κατά τη θέση του αφαίρεσαν τις χειροπέδες από τον Ενάγοντα. Δέχθηκε, επίσης, ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε τον έβρισε ούτε τον απείλησε. Εισηγήσεις των διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, προώθησαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων και θα αναφερθεί στο περιεχόμενο όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Μαρτυρία εμπειρογνωμόνων Στην υπό κρίση υπόθεση έχει προσφερθεί και από τις δύο πλευρές μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Περαιτέρω, η υπό κρίση υπόθεση περιλαμβάνει και αξίωση για αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες. Επομένως, η επιστημονική μαρτυρία έχει κεντρικό ρόλο στην υπό κρίση υπόθεση και προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου επιστημονικής μαρτυρίας. Σε σχέση με την επιστημονική μαρτυρία σημειώνω ότι, όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, οι πραγματογνώμονες έχουν καθήκον να παρουσιάσουν τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα, ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Σαρρής ν. Καλλέγιας κ.ά
(2001)1(β) ΑΑΔ 958 και Μαλαός Ανδρέας κ.ά ν. Χριστιάνας Χρίστου κ.ά,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1191 και η πρόσφατη απόφαση Meshkov, Διαχειριστής της Περιουσίας της Ε.Β. ν. Σπυριδάκη κ.ά, Πολιτική Έφεση, 152/2014, ημερομηνίας 17.11.2021. Σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης του Ενάγοντα ήταν ο ισχυρισμός του ότι συνεπεία του τραυματισμού του υπέφερε από πόνους στη μέση, και στον αυχένα καθώς και ότι θα συνεχίζει να υφίσταται πόνο στο μέλλον. Για την κρίση των πιο πάνω είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί η αιτία πρόκλησης των πόνων στη μέση και στον αυχένα. Επί του προκειμένου δεν έχει προσφερθεί διιστάμενη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ώστε το Δικαστήριο να απαιτείται να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1111. Συγκεκριμένα, τόσο ο Μ.Ε.3 όσο και η Μ.Ε.7 και η Μ.Υ1 συμφωνούν ότι ο Ενάγων παρουσίαζε εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Μάλιστα ο Μ.Ε.3 κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε πως το γεγονός ότι ο Ενάγων, παρουσιάζει χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις σημαίνει ότι κατά διαστήματα θα έχει πρόβλημα στον αυχένα ή στη μέση. Επίσης διευκρίνισε ότι η μελλοντική ταλαιπωρία του Ενάγοντα θα έχει ως αιτία τις εκφυλιστικές αλλοιώσεις και όχι τον επίδικο τραυματισμό. Τονίζεται ότι η θέση του Μ.Ε.3 περί πόνων στην μέση που υποτροπίασαν λόγω του συμβάντος, όπως περιορίστηκε στην αντεξέταση, δεν έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία των υπόλοιπων ιατρών. 'Όπως προσδιορίστηκε στην αντεξέταση, η αναφορά του μάρτυρα είχε την έννοια ότι η υποτροπή των πόνων που οφείλονται σε εκφυλιστικές αλλοιώσεις, ίσχυε λόγω της χρονικής εγγύτητας με το συμβάν και όχι γενικά. Έτσι, δεν προκύπτει διιστάμενη μαρτυρία ως την αιτία πρόκλησης του πόνου και τη μελλοντική ταλαιπωρίας. Επομένως επί του ισχυρισμού της αιτιολογίας του πόνου στη μέση και στον αυχένα καθώς και ως προς τον επηρεασμό του Ενάγοντος στο μέλλον δεν έχει προσφερθεί διιστάμενη ιατρική μαρτυρία. Επιπλέον, οι τραυματισμοί που αποκόμισε ο Ενάγων από το επίδικο συμβάν καλύπτονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τα παραδεκτά γεγονότα. Επί της ουσίας παρέμεινε διιστάμενη μαρτυρία μόνο για το ζήτημα της ύπαρξης θλάσης στον Ενάγοντα και της διάσειση εγκεφάλου. Επομένως, προχωρώ να αξιολογήσω μόνο την διιστάμενη μαρτύρια. Αξιολόγηση Μ.Ε.3 XXXXX Δημητρίου Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κατά το μεγαλύτερο της μέρος συνάδει με τη μαρτυρία των υπόλοιπων πραγματογνωμόνων. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι διαπίστωσε θλάση οσφυϊκής μοίρας και διάσειση εγκεφάλου. Όμως ο μάρτυρας δεν εξήγησε με ποια επιστημονική βάση κατέληξε στο εν λόγω συμπέρασμα ή ποιες συγκεκριμένες απεικονιστικές εξετάσεις ή συμπτώματα έλαβε υπόψη. Επομένως σε σχέση με τη διάγνωση της εγκεφαλικής διάσεισης, κρίνω ότι ο Μ.Ε.2 δεν παρείχε τα αναγκαία επιστημονικά δεδομένα ώστε το Δικαστήριο να εξάξει το δικό του συμπέρασμα. Το ίδιο παρατηρώ και σε σχέση τον ισχυρισμό του περί ύπαρξης θλάσης. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν συνδέθηκε με οποιαδήποτε απεικονιστική εξέταση ή συγκεκριμένο κλινικό εύρημα και έτσι παρέμεινε ανυποστήρικτο επιστημονικά. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα πιο πάνω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.7 Η Μ.Ε.7 εξήγησε με επιστημονικότητα και σαφήνεια τα ευρήματα στην απεικονιστική εξέταση, Επίσης ήταν ευθύς ως προς το ότι δεν μπορεί να χρονολογήσει τη θλάση που εμφανίζεται στην εξέταση μαγνητικής τομογραφίας. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει εύρημα για το πότε επήλθε η θλάση και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξάξει εύρημα ότι αυτή συνδέεται με το επίδικο συμβάν. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Υ.1 Η μαρτυρία της Μ.Υ.1 περιστράφηκε γύρω από την επιστημονική εξήγηση των διαφόρων ιατρικών πιστοποιητικών και απεικονιστικών εξετάσεων. Μέσα από τη μαρτυρία της διαπιστώνω ότι εξήγησε με τη δέουσα σαφήνεια και επιστημονικότητα το τι απεικονίζουν οι διάφορες απεικονιστικές εξετάσεις και το τι πρακτικά συνεπάγονται. Επομένως αποδέχομαι τη μαρτυρία για την εξαγωγή ευρημάτων. Επομένως προχωρώ με την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα Σε σχέση με τη μαρτυρία του Ενάγοντα παρατηρώ ότι η μαρτυρία του σε σημαντικά σημεία δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία, ενώ σε άλλα σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Συγκεκριμένα η μαρτυρία του για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο γραφείο του Δρος Πίπη πριν το επίδικο περιστατικό δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα η θέση του ότι ο ίδιος κτύπησε το χέρι στο γραφείο του Δρος Πίπη, ότι ύψωσε τον τόνο της φωνής του και ότι αρνείτο να εξέλθει από αυτό, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επίσης, δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά του πως, όταν εξήλθε του γραφείου του Δρος Πίπη και του ζητήθηκαν τα στοιχεία του, απάντησε στους αστυνομικούς να πάνε να τα πάρουν από το γραφείο παραπόνων. Επιπλέον, η μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες τραυματίστηκε χαρακτηρίζεται από σαφήνεια σταθερότητα και πειστικότητα. Η περιγραφή του ως προς τα σχετικά γεγονότα παρέμεινε σταθερή και πειστική τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση. Ο Ενάγων δεν δίστασε να δηλώσει και να δεχθεί ότι κατά τον χρόνο της σύλληψης διαμαρτυρήθηκε και ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Όμως η μαρτυρία του παρέμεινε σταθερή ως προς το ότι δεν έσπρωξε οποιοδήποτε αστυνομικό. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ως προς το τι επακολούθησε του επίδικου επεισοδίου επιβεβαιώνεται από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Συγκεκριμένα η θέση του ότι μετά το επίδικο επεισόδιο μετέβη οικειοθελώς στον αστυνομικό σταθμό δεν έχει αμφισβητηθεί. Περαιτέρω, η θέση του πως μετά τη λήψη της κατάθεσής του στον αστυνομικό σταθμό Λατσίων και ενώ κρατείτο στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας με χειροπέδες, δεν έχει αμφισβητηθεί και γίνεται αποδεκτός. Ο ισχυρισμός του, όμως, πως κατά την πιο πάνω μεταφορά του και παραμονή του στον χώρο του νοσοκομείου ο αστυνομικός δεν του επέτρεπε να μιλά και τον ανάγκασε να βλέπει το πάτωμα δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Συγκεκριμένα η πιο πάνω αναφορά σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμόν εξευτελιστική μεταχείριση. Όμως, στην Έκθεσή Απαίτησής του ο Ενάγοντας δεν δικογράφησε οποιοδήποτε ισχυρισμό περί υποβολής του σε απάνθρωπη μεταχείριση κατά τη δεύτερη του μεταφορά στο νοσοκομείο. Έτσι οι σχετικές αναφορές του, οι οποίες εμφιλοχώρησαν στη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162 και Μελάς v Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Η μαρτυρία του ως προς τα τραύματα που υπέστη συνάδει με την ενώπιον μου ιατρική μαρτυρία. Όμως, κάποιες θέσεις του ως προς τις συνέπειες των επιδίκων τραυματισμών χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της υπερβολής και δεν επιβεβαιώνονται ιατρικά. Επίσης, από το στοιχείο της υπερβολής χαρακτηρίζονται και οι αναφορές του περί το ότι έμεινε αιμόφυρτος και περί το ότι μεταφερόταν με φορείο, αφού ουδεμία μαρτυρία υφίσταται ότι μεταφέρθηκε κάπου με φορείο ο Ενάγων. Περαιτέρω, το εάν ο Ενάγων, κατά τον χρόνο της σύλληψης, δέχθηκε δυνατό κτύπημα έχει το στοιχείο της υποκειμενικής αξιολόγησης. Σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου έχουν οι τραυματισμοί του ως διαπιστωθήκαν ιατρικά. Επομένως, μπορεί μεν να κρίθηκε αξιόπιστος ο Ενάγοντας, όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στην περιγραφή σφοδρών κτυπημάτων και να εξάξει συμπέρασμα ότι υπέστη μεταχείριση βαρύτερη από αυτή που τα τραύματά του προσδιορίζουν. Επιπλέον, ως προς τις αιτιάσεις του για την πρόκληση άγχους, αγωνίας και αισθημάτων εξευτελισμού, κρίνω ότι χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια και περιγράφουν το πως βίωσε ο Ενάγων το όλο περιστατικό. Όμως, οι ευρύτεροι ισχυρισμοί του περί επηρεασμού της ψυχολογίας του και περί το ότι διασαλεύτηκε ο ψυχικός του κόσμος, κρίνω ότι χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της υπερβολής. Επιπρόσθετα, σημειώνω ότι είναι εντελώς διαφορετικό κάποιος διάδικος να περιγράφει τα αισθήματα που ένιωσε ή το πως βίωσε κάποιο περιστατικό και άλλο να προβαίνει σε αναφορές που απαιτούν επιστημονική μαρτυρία. Συνακόλουθα, κρίνω ότι οι αναφορές του περί επηρεασμού της ψυχολογίας του και της καταρράκωσης του ψυχικού του κόσμου δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτύρια του Ενάγοντα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.2 Η Μ.Ε.1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από σαφήνεια σταθερότητα και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία της δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.4 Η Μ.Ε 4 επίσης ήταν σταθερή μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.5 Ο Μ.Ε.5, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.5 αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στο τι αντίκρισε στον χώρο του επεισοδίου. Ο ίδιος όμως δεν ήταν παρόν και δεν γνώριζε το πώς εκτυλίχτηκαν τα γεγονότα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.6 Ο Μ.Ε.6, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επίσης χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σταθερότητα και πειστικότητα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγομένου 2 Ο Εναγόμενος 2 κατείχε και κατέχει μέχρι σήμερα την ιδιότητα του αστυνομικού. Υπό αυτή την ιδιότητα ενεπλάκη στην υπόθεση. Η μαρτυρία του περιστράφηκε γύρω από τις ανακριτικές ενέργειες μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα και τον προγραμματισμό που έγινε προς επίτευξη αυτών. Συνέδεσε μάλιστα τον προγραμματισμό της υπόθεσης με την αναγκαιότητα κράτησης του Ενάγοντα. Η θέση του πως η απόφαση για κράτηση δεν ήταν προσωπική απόφαση του ιδίου αλλά του αρμόδιου αξιωματικού, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία και ως εκ τούτου γίνεται δεκτή. Η μαρτυρία του, όμως, ως προς το αιτιολογημένο ή όχι της κράτησης παρουσιάζει λογικά κενά. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο λόγος που παρέμεινε υπό κράτηση ο Ενάγοντας ήταν γιατί υπήρχε ανακριτικό έργο και υπήρχαν πρόσωπα που εξέφρασαν την επιθυμία να μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό να δώσουν κατάθεση. Όταν κλήθηκε να απαντήσει πόσες καταθέσεις έλαβε δήλωσε ότι τελικά μετέβη με τον Εναγόμενο 3 στο χωρία Λύμπια για να λάβει κατάθεση. Όμως, το πιο πάνω παρέλειψε να το καταγράψει σε ημερολόγιο ενεργείας. Επιπλέον, δεν επεξηγήθηκε η αναγκαιότητα του να μεταβούν δύο αστυνομικοί στην οικία προτιθέμενων μαρτύρων για λήψη κατάθεσης. Η προβολή ενός τέτοιου ισχυρισμού σε συνδυασμό με το ότι δεν καταγράφηκε η πιο πάνω ενέργεια σε ημερολόγιο ενεργείας, καθιστούν μη πειστική τη σχετική θέση του Εναγομένου
  2. Επιπλέον, ενώ αρχικά προέβαλε τη θέση ότι υπήρχαν και παράπονα αστυνομικών εναντίον του Ενάγοντα ακολούθως ανέκρουσε πρύμνα υποστηρίζοντας ότι δεν θυμάται. Συνολικά τα πιο πάνω δεικνύουν προσπάθεια δικαιολόγησης της κράτησης του Ενάγοντα. Όμως, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν είναι πειστικοί και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγομένου 4 Ο Εναγόμενος 4 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις και προσπάθειες υπεκφυγής. Ιδίως ως προς τα γεγονότα που περιέβαλλαν τη σύλληψη και τον τραυματισμό του Ενάγοντα, η μαρτυρία του βρίθει από αντιφάσεις, προσπάθειες υπεκφυγής και στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα, ο Εναγόμενος 4 ενώ αρχικά υποστήριξε ότι Ενάγων εξήλθε υπό τη συνοδεία και του ιδίου από το ιατρείο του Δρος Πίπη, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι πριν την σύλληψη του Ενάγοντα ο ίδιος δεν ήταν στο γραφείο του Δρος Πίπη. Επίσης, αντιφατική και ανακόλουθη ήταν η θέση του για το σημείο που κατ' ισχυρισμόν τον έσπρωξε ο Ενάγοντας. Στην κυρίως εξέτασή του υποστήριξε πως το εν λόγω επεισόδιο έλαβε χώρα έξω από την πόρτα του γραφείου του Δρος Πίπη. Στην κατάθεσή του στον ποινικό ανακριτή, Τεκμήριο 32, ισχυρίστηκε ότι το επεισόδιο έγινε στον διάδρομο. Επίσης μη πειστική ήταν η θέση του ως προς τις συνθήκες επέλευσης των τραυματισμών του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 4 προέβαλε την εκδοχή ότι κατά την προσπάθεια τους να συλλάβουν τον Ενάγοντα γλίστρησαν στις σιδερένιες σχάρες που έπεσαν στον πάτωμα. Όμως τα πιο πάνω δεν τα ανέφερε στις καταθέσεις του Τεκμήρια 31 και
  3. Η λογικά αναμενομένη πορεία θα ήταν ο Εναγόμενος 4 να ανέφερε τα πιο πάνω ευθύς εξ αρχής στην κατάθεσή του και όχι να τα ισχυρίζεται πρώτη φόρα κατά την ακρόαση. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 4 ουδέποτε προέβη τον επίδικο χρόνο στην πιο πάνω περιγραφή, αποδυναμώνει και καθιστά μη πειστική την προβολή της 10 χρόνια μετά τα γεγονότα. Η δικαιολογία δε που προέβαλε πως δεν τα ανέφερε, επειδή δεν ερωτήθηκε δεν μπορεί να είναι πειστική, αφού το εν λόγω επεισόδιο ήταν η πεμπτουσία της όλης υπόθεσης. Υπενθυμίζεται ότι ο Εναγόμενος 4 είναι αστυνομικός και ως εκ των καθηκόντων του θα γνώριζε τη σημασία της πλήρους εξιστόρησης των ουσιωδών γεγονότων κατά τη διερεύνηση κάποιας υπόθεσης. Τα πιο πάνω έχουν αναπόφευκτα σημασία στη συνολική αξιολόγηση της αξιοπιστίας του Εναγομένου 4, αφού σχετίζονται με τις κατ΄ ισχυρισμόν ενέργειες του Ενάγοντα που επέβαλλαν τη σύλληψη του, το σημείο που έλαβε χώρα το επεισόδιο και την αίτια πρόκλησης του επίδικου τραυματισμού. Όλα τα πιο πάνω ανάγονται στον πυρήνα της εκδοχής του Εναγομένου 4 και θα έπρεπε οι απαντήσεις του να ήταν σαφείς και σταθερές. Επίσης, ενόψει της σημασίας τους θα έπρεπε να ετίθεντο ευθύς εξ αρχής και όχι πρώτη φορά κατά την ακρόαση. Επομένως, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Εναγομένου
  4. Ευρήματα Ο Ενάγων στις 12.10.2010 το πρωί επισκέφθηκε το γραφείο του Δρος Πίπη για να λάβει συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό για την μητέρα του. Όταν ο Ενάγων επιχείρησε να λάβει συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό από το γραφείο του Δρος Πίπη στον χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, λόγω καθυστέρησης στην ετοιμασία του, ο Ενάγων κτύπησε τα χέρια του στο γραφείο του ιατρού και ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Όταν του ζητήθηκε να αποχωρήσει, αρνείτο αρχικά να εξέλθει από το γραφείο αλλά με την πάροδο ενός λεπτού το έπραξε. Όταν του ζητήθηκε, από τον Εναγόμενο 4 και το αστυφύλακα 6212, να δώσει τα στοιχεία του, απάντησε ότι είναι καθοδόν προς το γραφείο παραπόνων και να τα πάρουν από εκεί. Τότε του αναφέρθηκε ότι είναι υπό σύλληψη. Ο Ενάγων προέταξε τα χέρια του προς τα κάτω αναφέροντας στον Εναγόμενο 4 και στον αστυφύλακα XXXXX να το ξανασκεφτούν και να του πουν τον λόγο που τον συλλαμβάνουν. Τότε οι δύο αστυνομικοί τον άρπαξαν από τον λαιμό, τον κτύπησαν και του έβαλαν τα χέρια πισώπλατα. Επίσης, ο Εναγόμενος 4 τον γονάτισε στο πάτωμα. Επιπλέον, κατά την προσπάθεια σύλληψης δέχθηκε κτύπημα από πίσω με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στο πάτωμα. Το συμβάν έλαβε χωρά στον χώρο αναμονής έξω από το ιατρείο του Δρος Πίπη ενώ υπήρχαν και άλλοι πολίτες. Επίσης, υπήρχε κάποιος πολίτης, ο οποίος έβγαζε φωτογραφίες. Ακολούθως, περί τις 13:00 ο Ενάγων μεταφέρθηκε στο γραφείο της Μ.Ε.2 όπου είχε συνάντηση με την τελευταία χωρίς την παρουσία αστυνομικών. Κατά τον χρόνο που βρισκόταν στο γραφείο της Μ.Ε.2 ο Ενάγων δεν έφερε χειροπέδες. Ακολούθως ο Ενάγων μετέβη με το ιδιωτικό του όχημα στον αστυνομικό σταθμό Λατσίων για κατάθεση. Η διαδικασία λήψης της κατάθεσης διήρκησε από τις 15:00 μέχρι τις 16:
  5. Μετά τη λήψη της κατάθεσης ο Ενάγοντας τέθηκε υπό κράτηση μέχρι το επόμενο πρωί στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 20:
  6. Εκεί μεταφέρθηκε με χειροπέδες. Κατά την εν λόγω επίσκεψη, διαγνώστηκε με μετατραυματική κεφαλαλγία. Επίσης υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου χωρίς να διαφανεί οτιδήποτε. Κατά το στάδιο της σύλληψής του ο Ενάγων υπέστη τραυματισμούς. Συγκεκριμένα, υπέστη εκχύμωση τριχωτού κεφαλής και θλαστικό τραύμα τριχωτού κεφαλής, του οποίου έγινε συρραφή. Επίσης, υπέστη εκδορές δεξιάς παρειάς και πηχεοκαρπικής άμφω από χειροπέδες. Επιπλέον, αιτιατό οσφυαλγία. Οι ακτινογραφίες κρανίου και οσφυϊκής μοίρας ήταν φυσιολογικές. Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 12.10.2010 μέχρι 15.10.
  7. Ο Ενάγων εξετάστηκε από ιδιώτη ιατρό, ορθοπεδικό και του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας από 16.10.2010 μέχρι 31.10.
  8. Ο Ενάγων παρουσίαζε εκφυλιστικές αλλοιώσεις. Ένεκα αυτών παρουσίαζε πόνους στον αυχένα και στη μέση, οι οποίες κατά τον χρόνο του τραυματισμού υποτροπίασαν λόγω του κτυπήματος. Όμως οι μελλοντικοί πόνοι και ενοχλήσεις που θα αισθάνεται ο Ενάγων δεν θα οφείλονται στον εν λόγω τραυματισμό. Περαιτέρω, ο Ενάγων επισκέφθηκε το τμήμα Ατυχημάτων & Επειγόντων περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στις 22.10.
  9. Τότε διαγνώστηκε ήπια διάσειση. Ο Ενάγων στις 14.10.2010 μετέβη στα γραφεία της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, όπου υπέβαλε γραπτώς τα παράπονα του εναντίον των αστυφυλάκων που κατ' ισχυρισμό του εμπλέκονταν στην κακοποίησή του. Η αρχή διόρισε ποινικούς ανακριτές. Ενώ είχε υποδειχθεί στον ανακριτή της υπόθεσης από την Ανεξάρτητη Αρχή, ήτοι τον Εναγόμενο 2, να απόσχει από περαιτέρω εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης, αυτός δεν το έπραξε. Αντίθετα, συνέχισε τη διερεύνηση λαμβάνοντας μάλιστα κατάθεση από ουσιώδη μάρτυρα. Ακολούθως, καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 13008/12 εναντίον του Ενάγοντα, ο οποίος καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης. Ο Ενάγων άσκησε έφεση και το Ανώτατο Δικαστήριο διέγνωσε παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και ακύρωσε την καταδίκη. Συγκεκριμένα άσκησε την Ποινική Έφεση 99/13 και η απόφαση εκδόθηκε στις 24.10.
  10. Νομική πτυχή Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο ο Ενάγων, απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή του, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση. Στην υπό κρίση υπόθεση προβάλλονται διάφορες βάσεις αγωγής. Συγκεκριμένα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε ο Ενάγων, προβάλλει ως βάσεις αγωγής το αστικό αδίκημα της επίθεσης και την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα εντοπίζονται αναφορές σε υποβολή του Ενάγοντος σε απάνθρωπη μεταχείριση ή βασανιστήρια, επίθεση, παράνομη κράτηση και παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Επιπλέον με την αγόρευση του ο συνήγορος του προέβαλε τον ισχυρισμό ότι υπήρξε κακόβουλη δίωξη και παραβίαση του περί των Δικαιωμάτων Υπόπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που τελούν υπό κράτηση Νόμου 163(Ι)/2005. Οι πιο πάνω αιτιάσεις δεν σχετίζονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Επιπλέον, από τη μαρτυρία δεν υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας εξήλθε του αστυνομικού σταθμού με οποιοδήποτε τραυματισμό που δεν είχε προηγουμένως. Επομένως δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 6 του περί της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων και άλλων μορφών σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, Ν. 235/
  2. Εν πάση περιπτώσει, ο πιο πάνω νόμος δεν έχει δικογραφηθεί. Επίσης, δεν έχει δικογραφηθεί το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Το γεγονός ότι με την τροποποιημένη εισήχθηκε ισχυρισμός περί αθώωσης του Ενάγοντα από το Εφετείο, δεν συνεπάγεται ότι έχει δικογραφηθεί το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Για σκοπούς συνοχής αναφέρω ότι σύμφωνα με τον συνήγορο του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό το άρθρο 172 του Συντάγματος. Στον Εναγόμενο 2 αποδίδεται ευθύνη για την πράξη του να λάβει καταθέσεις ενώ διεξαγόταν έρευνα εναντίον του από την αρμόδια αρχή, καθώς και για ολιγωρίες κατά τη διερεύνηση. Στον Εναγόμενο 3 αποδίδεται ευθύνη, επειδή δεν μερίμνησε να διαφυλαχθεί η σκηνή. Τέλος στον Εναγόμενο 4 αποδίδεται ευθύνη γιατί παράνομα συνέλαβε τον Ενάγοντα και επειδή με τη συμβολή άλλων αστυνομικών προκάλεσε τραυματισμούς στον Ενάγοντα. Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο ο Ενάγοντας απέσεισε το βάρος απόδειξης σε σχέση με τις επικαλούμενες βάσεις αγωγής σε σχέση με το τι αποδίδει σε έκαστο εκ των Εναγομένων. Η δυνατότητα αξίωσης αποζημιώσεων για παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Σε σχέση με την αξίωση ως προς την παραβίαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, διαπιστώνω ότι έχουν τεθεί γεγονότα ως προς την παραβίαση του. Όμως η αξίωση για απόδοση αποζημιώσεων, λόγω παραβίασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη δεν μπορεί να επιτύχει. Συγκεκριμένα ο πιο πάνω ισχυρισμός έχει ως βάση την αθώωση του Ενάγοντος από το Εφετείο στην Ποινική Έφεση 99/13, ημερομηνίας 24.10.
  3. Στην εν λόγω απόφαση το Εφετείο, έκρινε ότι: «η εμπλοκή του ανακριτή στην περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, παρά τις περί αντιθέτου υποδείξεις της Ανεξάρτητης Επιτροπής Παραπόνων και συγκεκριμένα η λήψη κατάθεσης από ουσιώδη μάρτυρα, συνιστούσε ενέργεια που έπρεπε να αποφευχθεί.» Η πιο πάνω ενέργεια κρίθηκε ότι συνεπάγετο παραβίαση του δικαιώματος του Ενάγοντα οι εναντίον του καταγγελίες, να τύχουν ακριβοδίκαιης διερεύνησης, και κατ΄ επέκταση, παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Σε σχέση με το πιο πάνω, γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο η πιο πάνω παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη ως διαπιστώθηκε από το Εφετείο θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης. Επί του προκειμένου ούτε οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ούτε η έρευνα του Δικαστηρίου εντόπισε κυπριακή νομολογία. Επομένως θα πρέπει να εξεταστεί η σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ. Στην απόφαση Somogyi v. Italy προσφυγή υπ' αριθμόν 67972/01, ημερομηνίας 18.5.2004 παράγραφος 86, όπου διαπιστώθηκε ότι η ερήμην καταδίκη του προσφεύγοντος έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 6 της Σύμβασης, κρίθηκε ότι η κατάλληλη επανόρθωση ήταν η εκ νέου εκδίκαση σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου
  4. Επίσης, στην απόφαση Cencel v. Turkey, απόφαση ημερομηνίας 23.10.2003 παράγραφος 27, κρίθηκε πως όταν κάποιος προσφεύγων καταδικάζεται από Δικαστήριο, το όποιο δεν κρίνεται αμερόληπτο κατά τα πρότυπα που επιβάλλει το άρθρο 6 της Σύμβασης, η πλέον κατάλληλη επανόρθωση είναι η επανάληψη της δίκης. Περαιτέρω, όπως συνοψίζεται στο σύγγραμμα McGregor on Damages 20η έκδοση, μέρος 5, παράγραφος 50-135: «but not uncommonly the ECtHR has been content to hold that a finding of breach is sufficient to satisfy the requirement of just satisfaction, and often no award of damages is made, except where the breach is caused by delay. » Περαιτέρω, ο Lord Bingham στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση R. (on the application of Greenfield) v. Secretary of State for the Home Department, [2005] 1 W.L.R. 673 HL, με αναφορά στη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ υπέδειξε ότι: Where article 6 is found to have been breached, the outcome will often be that a decision is quashed and a retrial ordered, which will vindicate the victim's Convention right. Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε περίπτωση παραβίασης των διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το εύρημα παραβίασης συνιστά από μόνο του δίκαιη αποζημίωση και κατά κανόνα δεν δίδονται χρηματικές αποζημιώσεις. Στην υπό κρίση υπόθεση, διαπιστώθηκε από το Εφετείο διαδικαστικό σφάλμα στη διεύρυνση, το οποίο οδήγησε σε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης. Η παραβίαση όμως ήταν διαδικαστικής υφής και επηρέασε το δικαίωμα του Ενάγοντα σε δίκαιη διερεύνηση της υπόθεσης. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η αθώωση ήταν η κατάλληλη επανόρθωση και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα αποζημιώσεων. Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τον ισχυρισμόν, περί παράνομης σύλληψης και κράτησης, περί βασανιστηρίων και επίθεσης. Ο ισχυρισμός περί παράνομης σύλληψης και κράτησης Οι παράμετροι εντός των οποίων εξετάζεται η νομιμότητα της σύλληψης και κράτησης έχουν συγκεφαλαιωθεί στην απόφαση Α. Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α ECLI:CY:AD:2017:A39, Πολιτική Έφεση 270/2011, ημερομηνίας 8.2.2017, ως ακολούθως: «Στο σύγγραμμα των A.N. Loizou - G.M. Pikis «Criminal Procedure in Cyprus», αναφέρονται οι εξουσίες των αστυνομικών οργάνων για σύλληψη ατόμου άνευ εντάλματος σύλληψης εκδοθέντος από Δικαστήριο. Η σύλληψη αυτή είναι δυνατή δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 11.3 του Συντάγματος, το οποίο προδιαγράφει ότι δεν είναι δυνατή η σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου άνευ προηγούμενου αιτιολογημένου δικαστικού εντάλματος, εκτός και εάν πρόκειται περί αυτόφωρου αδικήματος που τιμωρείται με φυλάκιση. Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια από το άτομο που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Επίσης η έννοια του αυτόφωρου περιλαμβάνει τη σύλληψη του ατόμου ευθύς αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Εδώ δεν αμφισβητείται, και δεν θα μπορούσε να αμφισβητείτο, ότι ο εφεσείων είχε διαπράξει αυτόφωρο αδίκημα. Το άρθρο 14
(1)του Κεφ. 155 προνοεί πότε ένα αστυνομικό όργανο δύναται να θέσει υπό σύλληψη άτομο χωρίς ένταλμα και ορθά το Δικαστήριο αναφέρθηκε και στην υπόθεση Kyriakides v. Police 1 R.S.C.C. 66, ως προς το ότι η σύλληψη πρέπει να ακολουθεί αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος. Περαιτέρω δυνάμει του άρθρου 17 του Κεφ. 155, το συλληφθέν άτομο πρέπει να τεθεί υπό αστυνομική κράτηση σε αστυνομικό σταθμό αμέσως και να πληροφορηθεί για την κατηγορία εναντίον του. Όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 23, κατά κανόνα τα συλληφθέντα άτομα οδηγούνται στον πλησιέστερο αστυνομικό σταθμό. Αυτό έγινε και στην υπό κρίση περίπτωση όπου ο εφεσείων οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού εφόσον, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε στη μαρτυρία του, ανεκόπη τις πρωϊνές ώρες της 22.4.2006 στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, πρώην Σάντα Ρόζα, στη Λευκωσία σχεδόν ακριβώς έναντι του Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβητού. Το άρθρο 17 επίσης προνοεί ότι πρέπει να παρέχονται στο συλληφθέντα εύλογες διευκολύνσεις για τη λήψη νομικής συμβουλής και διευκολύνσεις ως προς την υπεράσπιση του και τη δυνατότητα να αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση. Περαιτέρω, το συλληφθέν άτομο θα πρέπει εντός 24 ωρών το αργότερο από τη σύλληψη να οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου, αν δεν αφεθεί προηγουμένως ελεύθερος σύμφωνα με το Άρθρο 11 παράγραφος 5 του Συντάγματος. Τα ίδια καταγράφονται και στη νεότερη έκδοση του πιο πάνω συγγράμματος υπό Γ.Μ. Πική: Ποινική Δικονομία στην Κύπρο
(2013), σελ. 41 και 61-63. Περαιτέρω όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική: Ποινική Δικονομία στην Κύπρο 2η έκδοση, σελ. 49 συνιστά καθήκον των μελών της αστυνομικής δύναμης να αποτρέπουν τη διασάλευση της ειρήνης. Στην υπό κρίση υπόθεση, προκύπτει ότι ο Ενάγων επιχείρησε να λάβει συγκεκριμένο ιατρικό πιστοποιητικό από το γραφείο του Δρος Πίπη στον χώρο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στην προσπάθεια του αυτή ο Ενάγων κτύπησε τα χέρια του στο γραφείο του ιατρού και ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Όταν του ζητήθηκε να αποχωρήσει, αρνείτο αρχικώς να το πράξει. Επίσης, ενώ του ζητήθηκαν τα στοιχεία του από αστυνομικούς, ο Ενάγων αρνήθηκε να συνεργαστεί. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων είχε προβεί σε ενέργειες που εύλογα έδιναν λαβή προς διερεύνηση του ποινικού αδικήματος της ανησυχίας. Ο Ενάγων αντί να συμμορφωθεί προς την απαίτηση να δώσει τα στοιχεία του, απάντησε «ελάτε να τα πάρετε από το γραφείο παραπόνων». Όμως, με βάση τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν προηγουμένως ήταν λογικά αναμενόμενο να ζητηθούν τα στοιχεία του και ο Ενάγοντας επιβάλλετο να συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις και τις εντολές των οργάνων τήρησης της τάξης. Υπό το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας η απάντηση του Ενάγοντα συνιστούσε άρνηση συμμόρφωσης και επίδειξη αλαζονικής συμπεριφοράς προς τα όργανα της τάξης που επιχειρήσουν να πράξουν το καθήκον τους. Η πιο πάνω ενέργεια δυνατό να συνιστά ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Π.Κ ή και προσπάθεια παρεμπόδισης του αρμοδίου αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δύο ετών και ως εκ τούτου με φυλάκιση που παρέχει δικαίωμα σύλληψης. Τα πιο πάνω συνολικά δικαιολογούσαν τη σύλληψη του Ενάγοντα. Επομένως, η σύλληψη του Ενάγοντα, υπό τις περιστάσεις, ήταν εύλογη και δικαιολογημένη. Ο ισχυρισμός για παράνομη κράτηση Εν προκειμένω, θεμελιακό είναι το άρθρο του 11 του Συντάγματος , το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, ώστε κάποιος πολίτης να στερηθεί νόμιμα της ελευθερίας του. Στην υπό κρίση υπόθεση σημασία έχουν οι πρόνοιες του άρθρου 11
(5)του Συντάγματος, το οποίο προνοεί ότι ο συλληφθείς ευθύς αμέσως μετά τη σύλληψή του προσάγεται ενώπιον Δικαστηρίου το αργότερο εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του, εάν δεν αφεθεί προηγούμενος ελεύθερος. Στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ ο Ενάγων συνελήφθη στον χώρο του Νοσοκομείου δεν μεταφέρθηκε από την αστυνομία στον αστυνομικό σταθμό αλλά μετέβη εκεί με το ιδιωτικό του όχημα. Ακολούθως, αφού έδωσε κατάθεση τέθηκε υπό κράτηση μέχρι τις 9:30 της επόμενης μέρας. Η πιο πάνω ενέργεια αποτελεί τη βάση του παράπονου του Ενάγοντα για παράνομη στέρηση της ελευθερίας του. Ως προς το ζήτημα του δικαιολογημένου της κράτησης διαφωτιστική είναι η απόφαση Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «το αν η διάρκεια της κράτησης όμως ήταν πέραν της απαραίτητης δεν μπορεί να κριθεί in abstracto αλλά σε συνάρτηση με τις πραγματικότητες συνθηκών, χώρου και χρόνου εφόσον το κρινόμενο είναι το αντικειμενικά εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Ως προς την κράτηση προκύπτει ότι ο Ενάγων μετέβη με το ιδιωτικό του όχημα στον αστυνομικό σταθμό Λατσιών για κατάθεση. Η ανακριτική κατάθεση από τον Ενάγοντα λήφθηκε μεταξύ των ωρών 15:00 και 16:30. Από τις 16:30 και έπειτα ουδεμία ανακριτική ενέργεια έλαβε χώρα. Επίσης, στην υπό κρίση υπόθεση δεν θα ετύγχανε διερεύνησης κάποια πολύπλοκη υπόθεση και δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο που να έδειχνε ότι ο Ενάγων θα επιχειρούσε είτε να επηρεάσει μάρτυρες είτε την σκηνή του αδικήματος. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Ενάγων μετέβη με το ιδιωτικό του όχημα για κατάθεση και με το ότι ουδεμία ανακριτική ενέργεια έλαβε χώρα ή επιχειρήθηκε να γίνει μετά τη κατάθεση του Ενάγοντα, καθιστούσαν μη δικαιολογημένη την κράτηση του Ενάγοντα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η κράτηση του Ενάγοντα από τις 16:30 μέχρι τις 9:30 το επόμενο πρωί ήταν αναιτιολόγητη και παράνομη. Ο ισχυρισμός για επίθεση Στην υπό κρίση υπόθεση ο ισχυρισμός για επίθεση συναρτάται με τα γεγονότα της σύλληψης του Ενάγοντα. Ο ορισμός του Αστικού Αδικήματος της Επίθεσης παρέχεται στο άρθρο 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Στην Αγγλική απόφαση Letana v. Cooper
(1964)2 All E.R. 919, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την άσκηση βίας εναντίον προσώπου : «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Όπως υποδεικνύεται, στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 93,το Αστικό Αδίκημα της Επίθεσης, όπως σκιαγραφείται στο άρθρο 26 του Κεφ 148, περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της χρήσης βίας (battery). Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα : (
  1. i)Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας (
  2. ii)Η ύπαρξη πρόθεσης (iii) Η έλλειψη συναίνεσης Ασφαλώς το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το δύσκολο και λεπτό έργο που καλείται να επιτελέσει η αστυνομία κατά το στάδιο σύλληψης. Όπως εύστοχα τέθηκε στην Αγγλική απόφαση Allen ν. Metropolitan Police Commissioner [1980] Crim. L.R. 441: «One must also remember that although, as I have said, police officers have their very difficult duty to perform and are for that purpose given special powers, arrested citizens still retain their rights, and these have to be reconciled with the obligations upon, and powers of, police officers». Όμως, το γεγονός ότι η σύλληψη του Ενάγοντα ήταν δικαιολογημένη δεν συνεπάγεται ότι τυχόν άσκηση βίας πέραν του αναγκαίου μέτρου, ήταν δικαιολογημένη και επιτρεπτή. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο (ανωτέρω) σελ. 41 όταν το αστυνομικό όργανο: «εκτρέπεται από το καθήκον του, όχι μόνο αποποιείται την προστασία του νόμου, αλλά υπόκειται σε αυστηρές κυρώσεις, ιδιαίτερα όταν καταχράται την εξουσία του αναφορικά με την ελευθερία του ατόμου.» Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία, ενώ ο Ενάγοντας εξήλθε του ιατρείου του Δρος Πίπη επιχειρήθηκε η σύλληψή του. Ο Ενάγων προέταξε τα χέρια του προς τα κάτω αναφέροντας στον Εναγόμενο 4 και στον αστυνομικό XXXXX να το ξανασκεφτούν και να του πουν τον λόγο που τον συλλαμβάνουν. Τότε οι δύο αστυνομικοί τον άρπαξαν από τον λαιμό, τον κτύπησαν και του έβαλαν τα χέρια πισώπλατα. Επίσης, ο Εναγόμενος 4 τον γονάτισε στο πάτωμα. Επιπλέον, κατά την προσπάθεια σύλληψης δέχθηκε κτύπημα από πίσω με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στο πάτωμα. Το ερώτημα που αναδύεται στην είναι το κατά πόσο η βία που ασκήθηκε προς τον Ενάγοντα ήταν εύλογη. Όντως, η συνολική συμπεριφορά του Ενάγοντα, ως κρίθηκε ανωτέρω, ενείχε τα χαρακτηριστικά της ανησυχίας, της μη συμμόρφωσης με νόμιμες διαταγές και το στοιχείο της αλαζονικής συμπεριφοράς απέναντι στα όργανα τήρησης της τάξης. Όμως, ο Ενάγοντας δεν προέβαλε σωματική αντίσταση στη σύλληψη, ούτε εκδήλωσε οποιαδήποτε βίαιη συμπεριφορά ή έδειξε οποιαδήποτε επιθετική διάθεση προς τους αστυνομικούς ή άλλους πολίτες. Η αντίδρασή του έγκειτο σε προτροπή προς τους αστυνομικούς να το ξανασκεφτούν. Επιπρόσθετα ο Ενάγοντας δεν άσκησε βία ούτε επιχείρησε να ασκήσει βία. Επομένως δεν δικαιολογείτο η άσκηση σωματικής βίας που ασκήθηκε. Το γεγονός ότι δεν αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα την σύλληψη του δεν συνεπάγετο ότι έπρεπε να ασκηθεί η σωματική βία που ασκήθηκε. Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η βία που ασκήθηκε δεν ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα δε με την απόφαση Allen ν. Metropolitan Police Commissioner (ανωτέρω), όταν η άσκηση βίας υπερβεί το αναγκαίο μέτρο διαπράττεται το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Ο ισχυρισμός περί εξευτελιστικής μεταχείρισης και βασανιστηρίων Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα του Δρος Κώστα Παρασκευά Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες 1η έκδοση σελ. 92-93, το προστατευτικό πεδίο του άρθρο 8 του Συντάγματος και του αντίστοιχου άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών τύπων προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο καταλογισμός, όμως, του στίγματος των βασανιστηρίων επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση σκόπιμης απάνθρωπης μεταχείρισης που προκαλεί σοβαρή και σκληρή τιμωρία. Στην υπό κρίση υπόθεση, τέθηκε χωρίς διάκριση τόσο ο ισχυρισμός περί βασανιστηρίων όσο και περί ταπεινωτικής μεταχείρισης. Ευθύς εξ αρχής σημειώνω ότι τα γεγονότα ως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο δεν είναι τέτοιας έντασης, ώστε να εμπίπτουν στην έννοια του βασανιστήριου. Προχωρώ όμως να εξετάσω τον ισχυρισμό περί εξευτελιστικής μεταχείρισης. Το πιο πάνω ζήτημα εγείρεται σε συνάρτηση με την αρχική σύλληψη του Ενάγοντα καθώς και με τη μεταφορά του από τον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ως προς την έννοια του όρου εξευτελιστική μεταχείριση, διαφωτιστική είναι η απόφαση του τμήματος ευρείας σύνθεσης του ΕΔΑΔ (G.C.) στην υπόθεση Kudla ν. Poland Αίτηση υπ' αριθμόν 30210/96, ημερομηνίας 26.10.2010, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το περιεχόμενο του όρου εξευτελιστική μεταχείριση, αλλά και το βαθμό σοβαρότητας που αυτή πρέπει να ενέχει: «92....It has deemed treatment to be "degrading" because it was such as to arouse in the victims feelings of fear, anguish and inferiority capable of humiliating and debasing them. On the other hand, the Court has consistently stressed that the suffering and humiliation involved must in any event go beyond that inevitable element of suffering or humiliation connected with a given form of legitimate treatment or punishment Ενώ ως προς την χρήση χειροπεδών διαφωτιστική είναι η απόφαση Erdoğan Yağız v. Turkey, Αίτηση υπ' αριθμόν. 27473/02, ημερομηνίας. 6.3.2007, παράγραφος 42, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «42. As regards the kind of treatment in question in the present case, the Court reiterates that handcuffing does not normally give rise to an issue under Article 3 of the Convention where the measure has been imposed in connection with lawful arrest or detention and does not entail the use of force, or public exposure, exceeding what is reasonably considered necessary in the circumstances (see Raninen, cited above, § 56). However, in this connection it is important to determine whether there is reason to believe that the person concerned would resist arrest, attempt to flee, cause injury or damage or suppress evidence. The Court notes that it found in Raninen that the applicant's handcuffing had (as conceded by the Government) not been made necessary by his own conduct and had therefore been unjustified in itself». Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας του ΕΔΑΔ, ως προς την χρήση χειροπέδων, συνοψίζεται στο σύγγραμμα των Harris, O' Boyle and Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, 4η έκδοση σελ. 269 ως ακολούθως: «The handcuffing of a prisoner is not degrading contrary to article 3 provided that it is reasonably considered necessary in the circumstances. Relevant considerations are the danger of escape or violence or the suppression of evidence, the degree of force used to effect the handcuffing, and any exposure to the public. » Σε σχέση με την αρχική σύλληψη του Ενάγοντα έχει διαπιστωθεί ανωτέρω ότι χρησιμοποιήθηκε βία πέραν του αναγκαίου μέτρου. Αυτό που ενδιαφέρει στο παρόν στάδιο είναι το κατά πόσο οι ενέργειες των αστυνομικών συνιστούσαν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας η χρήση χειροπέδων κατά τη σύλληψη του Ενάγοντα ήταν δυσανάλογο μέτρο, αφού ο Ενάγοντας ούτε επιχείρησε να διαφύγει ούτε να ασκήσει βία, ούτε να καταστρέψει μαρτυρία. Περαιτέρω, η σύλληψη και η χρήση χειροπέδων έλαβε χώρα και στην παρουσία άλλων προσώπων. Συνεπώς υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η χρήση χειροπέδων κατά τη σύλληψη του Ενάγοντος ήταν δυσανάλογη και αδικαιολόγητη σε βαθμό και με τρόπο που κατέληγε σε εξευτελιστική μεταχείριση. Επιπλέον, σε κάποιο στάδιο, ενώ o Ενάγων τελούσε υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο για εξέταση. Εκεί ο Ενάγων μεταφέρθηκε με χειροπέδες. Υπενθυμίζεται ότι o Ενάγων προηγουμένως μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Λατσίων με δικό του όχημα και εκεί πληροφορήθηκε ότι θα τεθεί υπό κράτηση. Το γεγονός ότι μετέβη με το δικό του όχημα στον αστυνομικό σταθμό καθιστούσε απίθανο το ενδεχόμενο ο Εναγών να επιχειρούσε να διαφύγει από το Νοσοκομείο. Συνεπώς, η χρήση χειροπέδων κατά το στάδιο μεταφοράς του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δεν ήταν αναγκαία, αλλά παντελώς αδικαιολόγητη. Συνολικά, λοιπόν, η μεταχείριση που έτυχε ο Ενάγων τόσο κατά το στάδιο της σύλληψής του όσο και κατά το στάδιο που μεταφέρθηκε στο τμήμα Πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας υποβλήθηκε σε μεταχείριση αντίθετη με τα επίπεδα που επιβάλλει το άρθρο 8 του Συντάγματος και το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και υπέστη εξευτελιστική μεταχείριση. Ο υπολογισμός των αποζημιώσεων Γενικές αποζημιώσεις Στην υπό κρίση υπόθεση οι βάσεις αγωγής θεμελιώνονται τόσο σε αστικά αδικήματα όσο και σε παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 558 το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων είναι η επανόρθωση - restitutio - εις ακέραιον, με μέτρο αυτών την εύλογη αποζημίωση. Η εύλογη αποζημίωση συναρτάται με την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων. Οι αρχές που διέπουν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων έχουν συγκεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση Jamal Ismail v. Μιχαήλ Αντωνίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A107, Πολιτική Έφεση Αρ. 333/2009, ημερομηνίας 12.2.2014, όπου το Εφετείο, συνοψίζοντας τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων, ανέφερε τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία ο «Στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. (Βλ. Fletcher v. Autocar Transporters Ltd
(1968)1 All E.R. 726, Constantinou v. Slahouris
(1969)1 C.L.R. 416). Με άλλες λέξεις, το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» (Βλ. Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1028 και Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049). Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων (Βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, 74).» Περαιτέρω, στην υπόθεση Κωμιάτη ν. Πολίτσου κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ 226, αναγνωρίστηκε η ανάγκη περιοδικής ανύψωσης του επιπέδου των αποζημιώσεων, ως απόρροια των πραγματικοτήτων της ζωής. Ασφαλώς, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590, η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Αποτελεί, περαιτέρω, καλά εμπεδωμένη αρχή ότι οι προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Σχετική είναι η απόφαση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου κ.ά. v. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα των αποζημιώσεων. Στην υπόθεση Κεζαρίδη ν. Κωνσταντίνου
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1373, επικυρώθηκε, κατ' έφεση, το αποδοθέν στον εφεσίβλητο, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, ποσό των ΛΚ6.000- για σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση, τραύματα που του προκάλεσαν πονοκεφάλους και δυσκαμψία του αυχένα, συμπτώματα που κατέστησαν ανίκανο τον εκεί εφεσείοντα να εργαστεί για διάστημα δεκατεσσάρων μηνών. Περαιτέρω, στην υπόθεση Perera ν. Αστρα
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1074 επικυρώθηκε, κατ' έφεση, το ποσό των ΛΚ7.000, το οποίο επιδικάσθηκε σε διάδικο για θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, κατάγματα τεσσάρων πλευρών αριστερά, κάταγμα κεφαλής της αριστερής περόνης και σοβαρής θλάσης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, στον οποίο διάδικο, στα πλαίσια της θεραπείας του, τοποθετήθηκε γύψινος νάρθηκας για δύο βδομάδες (ως προς το κάταγμα της περόνης) και αυχενικό κολάρο για έξι βδομάδες (ως προς τη θλάση στον αυχένα), ο οποίος όμως δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μόνιμα σοβαρά κατάλοιπα. Στην υπό κρίση υπόθεση οι τραυματισμοί του Ενάγοντα είναι ελαφρύτεροι από τους τραυματισμούς που αφορούσαν οι πιο πάνω αυθεντίες και περιορίζονται σε θλαστικό τραύμα κεφαλής και εκδορές παρειάς και πηχεορκαπικής. Επίσης λόγω των εκφυλιστικών αλλοιώσεων που παρουσίαζε ο Ενάγων υποτροπίασε ο πόνος στην πλάτη και τον αυχένα. Ένεκα του πιο πάνω πόνου δόθηκε αναρρωτική άδεια δεκαοκτώ ημερών στον Ενάγοντα. Επομένως οι δεκαοκτώ μέρες άδειας ασθενείας προσδιορίζουν και την έκταση του πόνου και ταλαιπωρίας που υπέστη ο Ενάγοντας από τον επίδικο τραυματισμό. Επίσης, το γεγονός ότι ο Ενάγων, παρουσίαζε από προηγουμένως εκφυλιστικές αλλοιώσεις δεν μπορεί να επηρεάσει, ενόψει της αρχής του ότι ο αδικοπραγών ευθύνεται για την επιδείνωση υφιστάμενης κατάστασης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Λάζαρος Χατζηφόραδος & Υιοί Λτδ ν. Λουκά ECLI:CY:AD:2019:D43, Πολιτική Έφεση 48/13, ημερομηνίας 15.2.2019. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι το ποσό των €3.000 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη ο Ενάγων από την επίθεση τον συνεπακόλουθο τραυματισμό του. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις ως προς την παράνομη στέρηση της ελευθερίας του Ενάγοντα έχω υπόψη μου την απόφαση Γιάλλουρος όπου γίνεται παραπομπή στην απόφαση R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, ως ακολούθως: «στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας.» Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Ενάγοντας στερήθηκε της ελευθερίας αδικαιολόγητα από τις 16:30 μέχρι τις 9:30 της επόμενης μέρας. Συνολικά για 17 ώρες. Περαιτέρω, δεν έχει προσκομιστεί συγκεκριμένη μαρτυρία για τυχόν ειδικές ζημίες που υπέστη ο Ενάγων. Αυτό που αξιώνει είναι γενικές αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία που υπέστη. Είναι προφανές ότι η αδικαιολόγητη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου προκαλεί σε αυτό δυσχέρεια και ανησυχία. Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα κρίνω ότι το ποσό των €1.000 είναι εύλογο και δίκαιο για την αποκατάσταση του Ενάγοντα. Αποζημιώσεις για εξευτελιστική μεταχείριση Ως έχει κριθεί ανωτέρω, ο Ενάγων υπέστη εξευτελιστική μεταχείριση μέσω της αδικαιολόγητης χρήσης χειροπέδων κατά το στάδιο της σύλληψης του και κατά το στάδιο της μεταφοράς του από τον αστυνομικό σταθμό Ομορφίτας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Πέραν των γεγονότων που έχουν ληφθεί υπόψη για την κατάληξη σε εύρημα για την υποβολή του Ενάγοντα σε εξευτελιστική μεταχείριση, λαμβάνω υπόψη μου ότι για το πρώτο επεισόδιο σε σύντομο χρόνο αφαιρέθηκαν οι χειροπέδες. Ιδίως λαμβάνω υπόψη μου πως, όταν ο Ενάγων μεταφέρθηκε στο γραφείο παραπόνων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας μεταφέρθηκε χωρίς χειροπέδες. Έχοντας υπόψη τη συνολική διάρκεια του πρώτου επεισοδίου επιδικάζω αποζημιώσεις ύψους €3.000 για την εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη κατά τον χρόνο της σύλληψής του. Σε σχέση με το δεύτερο επεισόδιο λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν προσφέρθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία για τις συνθήκες που αυτό έλαβε χώρα και για το εάν έγινε στην παρουσία τρίτων προσώπων. Συνεπώς για το δεύτερο επεισόδιο κρίνω ότι το ποσό των €2.000 συνιστά εύλογη αποζημίωση. Η αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Πέραν όμως των γενικών αποζημιώσεων ο Ενάγοντας αξιοί τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Όπως είναι καλά θεμελιωμένο οι τιμωρητικές αποζημιώσεις αποσκοπούν στην τιμωρία του δράστη, όταν ο Εναγόμενος ενεργεί με πλήρη αλαζονεία κα αδιαφορία προς τα δικαιώματα του Ενάγοντα. Σε σχέση με την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων θεμελιακή είναι η Αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367, η οποία καθιερώνει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σχετική επίσης είναι και η απόφαση στην υπόθεση Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65. Στην απόφαση Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952, με παραπομπή στην απόφαση Papakokkinou (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των τιμωρητικών αποζημιώσεων. «Αναφορικά με το ύψος των παραδειγματικών αποζημιώσεων λέχθηκε (βλ. σελ. 78-79) ότι οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του εναγομένου και η οικονομική του κατάσταση.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί μαρτυρία ως προς την οικονομική δυνατότητα του Εναγομένου και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Περαιτέρω μέσω της επιδίκασης των γενικών αποζημιώσεων για την εξευτελιστική μεταχείριση που υπέστη ο Ενάγοντας αποζημιώθηκε για τα αισθήματα ντροπής και εξευτελισμού που ένιωσε. Συνεπώς , κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι η κατάλληλη για την επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων. Η στοιχειοθέτηση της ευθύνης των Εναγομένων Όλες οι ενέργειες για τις οποίες κρίθηκε ότι ο Ενάγων δικαιούται αποζημιώσεις τελέσθηκαν από όργανα της κυπριακής Δημοκρατίας. Συνεπώς ο Εναγόμενος 1 στη βάση του άρθρο 172 μπορεί να κριθεί υπεύθυνος για αυτές. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 απαιτείτο θετική μαρτυρία που να θεμελιώνει με θετικό τρόπο τη συμμετοχή τους ή την ευθύνη τους στις διάφορες ενέργειες, οι οποίες κρίθηκαν ότι είτε συνιστούν αστικά αδικήματα είτε θεμελιώνουν παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 παρατηρώ ότι ουδεμία ευθύνη φέρει σε σχέση με τις ενέργειες που συνιστούν επίθεση ή παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Το γεγονός ότι είχε συμμετοχή στην κράτηση του Ενάγοντα δεν θεμελιώνει προσωπική ευθύνη, αφού η απόφαση για την κράτηση, λήφθηκε από ιεραρχικά ανώτερο του όργανο. Περαιτέρω, οι ενέργειες του στο στάδιο λήψης καταθέσεων κρίθηκε ότι δεν μπορούν να θεμελιώσουν αγώγιμο δικαίωμα. Συνεπώς η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 3 ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε που να τον εμπλέκει στις πράξεις που κρίθηκε ότι συνιστούν το αστικό αδίκημα της επίθεσης ή παράνομης κατακράτησης του Ενάγοντα ή της υποβολής του σε εξευτελιστική μεταχείριση. Συνεπώς, ουδεμία ευθύνη φέρει. Συνεπώς η αγωγή εναντίον του απορρίπτεται Αντίθετα ο Εναγόμενος 4 είχε εμπλοκή στο επεισόδιο της σύλληψης, η οποία κατέληξε σε επίθεση προς τον Ενάγοντα, λόγω του ότι η βία που ασκήθηκε προς επίτευξη της υπερέβη το αναγκαίο μέτρο. Επίσης, το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκαν χειροπέδες κατά τη εν λόγω σύλληψη είχε ως συνέπεια την υποβολή του Ενάγοντα σε εξευτελιστική μεταχείριση. Το γεγονός ότι κατά τα γεγονότα που συγκροτούν την επίθεση προς το πρόσωπο του Ενάγοντα ύπαρχε ακόμα ένας αστυνομικός δεν αναιρεί την ευθύνη του Εναγόμενου 4. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Δημήτρης Κουμπαρή κ.ά. v. Δήμου Χρίστου Φουτρή
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Σε υποθέσεις επίθεσης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα δεν έχει σημασία το μέγεθος της συμμετοχής του καθενός χωριστά. Κάθε ένας από τους από κοινού αδικοπραγούντες που προκαλούν την ίδια ζημιά μπορεί να εναχθεί και χωριστά, ευθύνεται δε για ολόκληρη τη ζημιά που προκλήθηκε, ακόμα κι' αν είχε πολύ μικρή συμμετοχή σ' αυτήν (Clark v. Newsam 16 L.J. Ex
  1. Βλέπε επίσης Clerk and Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παραγρ. 2-53)». Συνεπώς, ο Εναγόμενος 4 υπέχει προσωπική ευθύνη για την επίθεση και την υποβολή του Ενάγοντα σε εξευτελιστική μεταχείριση κατά το στάδιο σύλληψής του. Κατάληξη Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, το σύνολο του ποσού που ο Ενάγων δικαιούται ως γενικές αποζημιώσεις ανέρχεται στο ποσό των € 9.
  2. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μου εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των € 6.
  3. Επιπρόσθετα, του πιο πάνω ποσού εκδίδεται απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των € 3.
  4. Έχοντας υπόψη την απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ
  1. επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής ήτοι από τις 10.1.
  2. Τέλος επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €2.000 με €10.
  3. Σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3, η αγωγή απορρίπτεται. Περαιτέρω, επειδή οι Εναγόμενοι 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο συνήγορο με τους Εναγομένους 1 και 4 και είχαν κοινή υπεράσπιση με αυτούς κρίνω ορθότερο όπως μην επιδικάσω έξοδα υπέρ τους. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, E.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.