← Κύπρος

Ψαρά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2219/14, 16/12/2021

Ψαρά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 2219/14, 16/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A624 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2219/14 Μεταξύ: XXXXX Ψαρά XXXXX XXXXX Μαυρή Εναγόντων -και- Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.3.2021 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 16.12.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/ Αιτητές: κα Χριστοδούλου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/ Καθ' ης η αίτηση : Σ. Κοκκίνος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση των Εναγόντων, ημερομηνίας 8.3.2021, με την οποία ζητούν όπως τους επιτραπεί να προβούν σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής τους. Μέσω των αιτούμενων τροποποιήσεων επιχειρείται η προσθήκη σειράς ισχυρισμών ως προς τη διαδικασία έκδοσης των ΜΑΕΚ, τη γνώση των Εναγόντων, την επάρκεια των ενημερωτικών δελτίων που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη. Επιδιώκεται, επίσης, η προσθήκη ισχυρισμών για παράβαση νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης, για παράβαση Νόμου, για παράβαση καθήκοντος εμπιστοσύνης, αμέλειας και παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων. Τέλος, επιδιώκεται η προβολή ισχυρισμών περί καταχρηστικών ρητρών. Η αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.θ 1,2,4,6,7,9 και 10, Δ.25 θ.θ. 1,2,3,4,5 και 6, Δ.48 θ.θ. 1 και 2, Δ.57 θ2, Δ.64 καθώς και στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2. Η Εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης. Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι παρουσιάζεται υπέρμετρη καθυστέρηση, ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν προσθήκη σχολιασμού σε ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νικόλα Καλλένου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη. Διαδικασία - Γεγονότα Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ένορκων δηλώσεων, αφού κανένας εκ των διαδίκων δεν ζήτησε αντεξέταση και οι δύο πλευρές ανέπτυξαν μέσω γραπτών αγορεύσεων την επιχειρηματολογία τους. Το Δικαστήριο έχει υπόψη το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και αναφορά στα επί μέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω, όπου κριθεί αναγκαίο. Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ

(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v. Fashionwise ltd
(2000)1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021. Νομική πτυχή - Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται κυρίως στη Δ.25 θ.1, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties» Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης. Στην απόφαση Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, έχουν λεχθεί τα ακόλουθα σχετικά: « Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην καλά γνωστή αυθεντία στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.» Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης» Περαιτέρω, οι καθοριστικοί παράγοντες που συνιστούν τον γνώμονα της άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, έχουν συνοψισθεί στην απόφαση Δημητρίου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α, Πολιτική Έφεση Ε151/16, ημερομηνίας 6.7.2018, ως ακολούθως: «η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επί του θέματος ασκείται με γνώμονα δύο καθοριστικούς παράγοντες. Ο πρώτος, κατά πόσο οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ώστε να αποδοθεί αποτελεσματική δικαιοσύνη και, ο δεύτερος, κατά πόσο αν με την έγκριση τους θα προκληθεί ή όχι ζημιά στον αντίδικο. Με την επισήμανση ότι η βαρύτητα που δίδεται στους διάφορους άλλους παράγοντες - καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος, προβολή νέων ισχυρισμών ή νέας βάσης αγωγής και άλλους - ουσιαστικά είναι υποβοηθητική για την εν τέλει δικαστική κρίση σ΄ ό,τι αφορά τους προαναφερθέντες δύο καθοριστικούς παράγοντες.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να εξετάσει την αναγκαιότητα την αιτούμενης τροποποίησης και ακολούθως το κατά πόσο τυχόν έγκρισή της θα προκαλέσει ζημία στον αντίδικο. Για την κατάληξη στα πιο πάνω το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, τους διάφορους παράγοντες που έχουν διαπλασθεί από τη νομολογία. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι και η σχετικότητα της αιτούμενης τροποποίησης, με αποτέλεσμα αίτηση τροποποίησης που επιχειρεί να εισάξει αντιφατικούς ή άσχετους ή μη αναγκαίους ισχυρισμούς να απορρίπτεται. Σχετικό επί του προκειμένου είναι το σύγγραμμα The Annual Practice του 1959, σελ. 627, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα : «The court will always look at the materiality of the proposed amendment. An inconsistent or useless amendment will not be allowed. » Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Alexandra Rent A Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 Α.Α.Δ. 111. Στην υπό κρίση υπόθεση αναντίλεκτα οι σκοπούμενες τροποποιήσεις είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες. Ενδεικτικό είναι ότι αυτές καταλαμβάνουν έκταση δεκαέξι
(16)πυκνογραμμένων σελίδων. Επομένως το πρώτιστο που πρέπει να εξεταστεί είναι η αναγκαιότητα των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων. Το Δικαστήριο έχει υπόψη τη θεμελιώδη αρχή ότι τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Καλλικάς Γιαννάκης ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238. Περαιτέρω, στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: «Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης.» Προκύπτει, συνεπώς ότι οι άσκοποι πλατειασμοί και η προβολή στα δικόγραφα μαρτυρίας αντί ισχυρισμών ουσιωδών γεγονότων δεν είναι επιτρεπτή ευθύς εξ αρχής. Επομένως, αφ' ης στιγμής τέτοιες αναφορές δεν είναι επιτρεπτές, ευθύς εξ αρχής, στα δικόγραφα, έπεται πως ούτε και η τροποποίηση δικογράφου που σκοπεί στην προσθήκη τέτοιων αναφορών είναι αναγκαία. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Σε σχέση με το Αιτητικό 1 της αίτησης, παρατηρώ ότι με αυτό επιδιώκεται η προβολή ισχυρισμών ως προς την υπόσταση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος και ισχυρισμός ότι το τελευταίο νομικό πρόσωπο είναι συνυπεύθυνος με την Εναγόμενη. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να επιτραπεί, αφού δεν συναρτάται με οποιοδήποτε διάδικο στην αγωγή. Επίσης, επιδιώκεται η προβολή ισχυρισμών που άπτονται των εμπειριών και των γνώσεων των Εναγόντων, της εμπιστοσύνης που έδειχναν στην Εναγόμενη και στο ότι προσεγγίστηκαν από λειτουργούς της Εναγόμενης για την επίδικη συναλλαγή. Τα πιο πάνω δεν συνιστούν ουσιώδεις ισχυρισμούς, αλλά ισχυρισμούς που αποτελούν μαρτυρία. Επομένως δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Σε σχέση με το αιτητικό 3 της αίτησης διαπιστώνω ότι με αυτή επιδιώκεται η προσθήκη πολυσχιδών ισχυρισμών που εκτείνονται σε συνολική έκταση 5 σελίδων. Πέραν των ισχυρισμών που περιγράφονται στην προτεινόμενη νέα παράγραφο 16 οι υπόλοιποι ισχυρισμοί κρίνω ότι αποτελούν ουσιαστικά μαρτυρία και όχι ισχυρισμούς γεγονότων. Ειδικότερα, το πως παραλλήλισε τα ΜΑΕΚ η Εναγόμενη ή το τι συγκεκριμένα ανέφεραν οι υπάλληλοι της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες συνιστούν μαρτυρία. Επιπλέον, η γενικόλογη αναφορά σε παρανομία που επιχειρείται με τις προτεινόμενες νέες παραγράφους 14 και 15 δεν είναι συμβατή με την υποχρέωση δικογράφησης συγκεκριμένων λεπτομερειών παρανομίας, αφού δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο νόμο. Περαιτέρω, η αναφορά σε παράβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας MIFID αλληλεπικαλύπτεται με τις τροποποιήσεις της προτεινόμενης παραγράφου 16 του αιτητικού 3 και ως εκ τούτου δεν είναι αναγκαία η προβολή τους δυο φορές. Συνεπώς ούτε η σχετική αναφορά είναι αναγκαία ως τροποποίηση. Επιπλέον, και στα δύο αιτητικά που φέρουν τον αριθμό 5 της αίτησης επιδιώκεται η προβολή μαρτυρίας και όχι ισχυρισμών γεγονότων. Επίσης, οι ισχυρισμοί περί παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης, ή αμέλειας αποτελούν επανάληψη ζητημάτων που έχουν εγερθεί στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Έτσι η προσθήκη των εν λόγω προτεινόμενων τροποποιήσεων δεν είναι αναγκαία. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί που σχετίζονται με κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις Νόμου, συνιστούν νέα βάση αγωγής, η οποία δεν εγέρθηκε με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο των Εναγόντων. Συνακόλουθα, ούτε το πιο πάνω σκέλος της αιτούμενης τροποποίησης μπορεί να επιτραπεί. Συνολικά με τα δύο αιτητικά που φέρουν αριθμό 5, επιδιώκεται η προσθήκη αναφορών που συνιστούν μαρτυρία, συνιστούν επανάληψη και σχολιασμό ισχυρισμών που έχουν ήδη προβληθεί και εισάγουν νέα βάση αγωγής. Επομένως, τυχόν έγκριση τους δεν θα συνδράμει στην επίλυση των ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Επιπρόσθετα με το αιτητικό 6 της Αίτησης επιδιώκεται η προβολή νέας θεραπείας και ισχυρισμών ως προς την παράδοση καταστάσεων λογαριασμών δανείου. Η πιο πάνω θεραπεία και ισχυρισμοί είναι εντελώς ασύνδετοι με την αρχική βάση της αγωγής. Επομένως, ούτε οι πιο πάνω τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Συμπερασματικά, πλην του αιτητικού 2 της αίτησης και μέρους του αιτητικού 3, ήτοι της προτεινόμενης νέας παραγράφου 16, με τα υπόλοιπα αιτητικά επιδιώκεται προσθήκη ισχυρισμών που δεν αναγκαίοι για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Συνεπώς απορρίπτονται. Επομένως, σε σχέση με το αιτητικό 2 και το μέρος του αιτητικού 3, ως έχει περιοριστεί ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω το δεύτερο κριτήριο που θέτει η νομολογία για την έγκριση παρόμοιας φύσης αιτήματος, ήτοι το κατά πόσο με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκληθεί ή όχι ζημιά στην Καθ' ης η αίτηση. Εν προκειμένω, προβάλλεται η θέση ότι δεν έχει δικαιολογηθεί επαρκώς ο λόγος που επιδιώκεται στο παρόν στάδιο η τροποποίηση. Συνάγεται, λοιπόν, ότι η Καθ' ης η αίτηση εγείρει ζήτημα καθυστέρησης σε συνάρτηση με τη ελλιπή δικαιολόγηση αυτής. Αποτελεί θεμελιακή αρχή, ότι ο παράγοντας χρόνος, αν και σχετικός, δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Astor Co κ.ά. ν. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. Τροποποίηση, σύμφωνα με τη νομολογία, μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά
(2007)1 ΑΑΔ
  1. Σύμφωνα δε με τη νομολογία είναι επιτρεπτή ακόμα και η προσθήκη γεγονότων, τα οποία ήταν γνωστά εξ αρχής στην πλευρά που επιδιώκει την τροποποίηση έστω και εάν η μη συμπερίληψη του εξ αρχής οφείλετο σε αμέλεια. Σχετική επί του προκειμένου είναι η απόφαση VTT VASILIKO LIMITED ν. ΤΟΥ ΔΕΞΑΜΕΝΟΠΛΟΙΟΥ THEODOSIA, ΥΠΟ ΣΗΜΑΙΑ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ ΜΑΡΣΑΛ, ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΛΕΜΕΣΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:D74, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 1/2015, ημερομηνίας 13.2.
  2. Όμως, παρόλο που η καθυστέρηση δεν συνιστά εκ προοιμίου λόγο απόρριψης της αίτησης, απαιτείται δικαιολόγηση αυτής. Αναφορικά με τη σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης διαφωτιστική είναι η απόφαση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: « H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης» Οι πιο πάνω αρχές έχουν επανεπιβεβαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση Μάκης Σαββίδης ν. Αυγής Π. Μαθηκολώνη-Πουργουρίδου ECLI:CY:DOD:2018:1, Π.Ε Αρ. 5/2016, ημερομηνίας 15.2.2018. Επιπρόσθετα, γίνεται δεκτό από τη νομολογία ότι ακόμα και η προσθήκη εκτεταμένων τροποποιήσεων δεν μπορεί να αποκλειστεί εάν η φύση των εκάστοτε τροποποιήσεων, η σχετικότητα και η διαπλοκή τους με τα επίδικα θέματα καθιστούν ενδεδειγμένη την εκδίκαση όλων των νέων θεμάτων με την αρχική απαίτηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνέυτης Λτδ κ.ά
(2002)1 A.A.Δ. 237. Προκύπτει από τις ανωτέρω αυθεντίες ότι απαιτείται σε κάθε περίπτωση αιτιολόγηση της καθυστέρησης, η οποία εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει όμως, ακόμα και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης, όταν δεν διαπιστώνεται το στοιχείο της κακοπιστίας. Σχετική είναι η απόφαση Bauer Spezial Tienfbau Gmbh v Divnogorsk Shipping Co Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι όντως υφίσταται χρονική απόσταση από την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η δικαιολογία που προβάλλεται είναι ότι η συνειδητοποίηση της ανάγκης για τροποποίηση προέκυψε κατά τον χρόνο που έγινε αλλαγή δικηγόρου. Από τον φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε αλλαγή δικηγόρου στις 23.12.2020 και ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 9.3.
  2. Στις 8.3.2021 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η συνειδητοποίηση της ανάγκης για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της ακρόασης. Επιπλέον, δεν υφίσταται οποιοδήποτε στοιχείο που να δεικνύει κακοπιστία εκ μέρους της Ενάγουσας. Έτσι, η πιο πάνω αιτιολογία ακόμα και αν κριθεί ως πτωχή, ενόψει της έλλειψης κακοπιστίας και του γεγονότος ότι δεν έχει ξεκινήσει ακόμη η ακρόαση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Τέλος, δεν έχει θεμελιωθεί ότι δυνατόν προκύψει ζημία στους Καθ' ων η αίτηση, η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Επομένως, κρίνω ότι από την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης στο βαθμό που έχει περιοριστεί ανωτέρω δεν θα προκληθεί ζημιά στους Καθ' ων η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση μπορεί να επιτύχει μερικώς. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 2 της Αίτησης. Επίσης, εκδίδεται διάταγμα σε σχέση με το αιτητικό 3 της αίτησης μόνο ως προς την προτεινόμενη παράγραφο που απαριθμείται ως παράγραφο
  3. Επίσης εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναριθμούνται οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης αναλόγως των τροποποιήσεων που έχουν εγκριθεί. Τα έξοδα, όμως, καθώς και αυτά που χάνονται (thrown away) από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημέρων από τη σύνταξη του Διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών από την παράδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.)............ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.