Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και των Εξηρτημένων της Εταιρειών ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μέσω του Ειδικού Διαχειριστή της Αλεξάνδρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5960/14, 21/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A632 Αρ. Αγωγής: 5960/14 Μεταξύ: Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και των Εξηρτημένων της Εταιρειών Ενάγοντες και
- XXXXX Αντωνιάδου ως διαχειρίστριας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Και Όπως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διατάγματος Του Δικαστηρίου Ημερομηνίας 15/10/2015 Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και των Εξηρτημένων της Εταιρειών Ενάγοντες και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μέσω του Ειδικού Διαχειριστή της XXXXX Παύλου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Και Όπως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διατάγματος Του Δικαστηρίου Ημερομηνίας 21/06/17 Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και των Εξηρτημένων της Εταιρειών Ενάγοντες και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD μέσω του Ειδικού Διαχειριστή της XXXXX Αλεξάνδρου
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 16.10.20 υπό εναγόντων - αιτητών για συνένωση της παρούσας αγωγής 5960/14 με τις αγωγές 7932/2014, και 2036/15 Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2021 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Γ. Λοΐζου Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Κυριάκου και κος Μ. Παναγιώτου Για εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση: κος Σ. Κόκκινος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι ταμείο προνοίας το οποίο συστάθηκε με βάση της πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας κατά/ή περί το έτος 1983, προς όφελος των υπαλλήλων και/ή των εργοδοτουμένων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Η εναγόμενη 1 που κατά τους επίδικους χρόνους ασκούσε τραπεζικές εργασίες τέθηκε υπό εξυγίανση τον Μάρτιο του 2013, με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας και συνεχίζει να τελεί υπό καθεστώς εξυγίανσης μέχρι και σήμερα. Η εναγομένη 2, είναι η τράπεζα που απέκτησε τις τραπεζικές εργασίες της εναγομένης 1, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία και τα σχετικά της αρχής εξυγίανσης. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει τρεις αγωγές εναντίον των εναγομένων και με την παρούσα αίτηση τους επιζητούν την συνένωση τους. Πρόκειται για τις αγωγές 5960/14, 2036/15 και 7932/
- Στην αγωγή 5960/14 οι ενάγοντες ζητούν εναντίον των εναγομένων, το ποσόν των €17.039.128,
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης από 1/01/2012 και μέχρι την ημερομηνία που τέθηκε σε εξυγίανση ήτοι περί τον Μάρτιο του 2013, η εναγόμενη 1 όφειλε να πληρώσει στους ενάγοντες, τις υποχρεωτικές εισφορές εργοδότη σε σχέση με τους πρώην υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής, καθώς και τις υποχρεωτικές εισφορές εργοδοτουμένων που απόκοπτε και αναφέρονται για την περίοδο από 1/01/2012 μέχρι 26/03/2013, βάσει του Τελευταίου Σχεδίου Ωφελημάτων ύψους €17.039.128,99,. Το εν λόγω ποσόν η εναγομένη 1 ουδέποτε πλήρωσε στους ενάγοντες και το οποίο, ουδέποτε τέθηκε υπό την κατοχή και/ή υπό την φύλαξη και/ή υπό την διαχείριση των εναγόντων και ούτε ήταν σε θέση οι ενάγοντες να το χρησιμοποιήσουν και να το αποσύρουν. Είναι επιπλέον η θέση των εναγόντων στην αγωγή 5960/14 ότι το ποσό των €17.039.128,99 από την στιγμή που κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με την παρούσα αγωγή και/ή κατά/ή περί τις 26/03/2013, ήταν κατατιθέμενο στους λογαριασμούς της Λαϊκής Τράπεζας, δεν μπορούσε να απομειωθεί και ότι στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόστηκε εσφαλμένα και/ή παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή καταχρηστικά, το Διάταγμα περί της Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της εναγόμενης 1 με αποτέλεσμα οι εναγόμενες 1 και 2 να ιδιοποιηθούν και/ή να κατακρατούν παράνομα και αυθαίρετα το προαναφερόμενο ποσό. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται διαζευκτικά ότι με τον τρόπο που έχει τύχει χειρισμού το όλο θέμα από πλευράς εναγομένων, υπήρξε παράβαση και μη συμμόρφωση με θέσμιο καθήκον και με την υποχρέωση εργοδότη για καταβολή στους ενάγοντες, ποσού ύψους €17.039.128,99, πλέον αναλογούντες τόκους, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί στους ενάγοντες, κατά προτεραιότητα και το οποίο, σε κάθε περίπτωση, κρατείται από τις εναγόμενες 1 και 2 προς όφελος των εναγόντων, δυνάμει απολήγοντος και/ή δυνάμει εξ' επαγωγής εμπιστεύματος. Οι ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον των εναγομένων και την αγωγή 7932/2014 για το ποσόν των €1,965,528,
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το ποσόν αυτό οφείλεται στους ενάγοντες για δάνεια που παραχώρησαν σε πρώην υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής. Συγκεκριμένα, μέχρι και την ημερομηνία όπου η εναγόμενη 1 τέθηκε σε εξυγίανση, οι ενάγοντες διατηρούσαν συγκεκριμένο σχέδιο παραχώρησης δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων προς όσους από τους πρώην υπάλληλους του Ομίλου Λαϊκής ήταν μέλη του Ταμείου Εθελοντικών Εισφορών, υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις. Τα δάνεια εκταμιεύονταν μέσω της εναγόμενης 1, η οποία διέθετε το απαραίτητο λογισμικό σύστημα, το απαραίτητο προσωπικό και τις απαιτούμενες εγκαταστάσεις και μηχανισμούς. Ωστόσο, τα χρήματα χορηγούνταν σε πρώην υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής, μετά από την υπογραφή έγγραφης συμφωνίας δανείου, μεταξύ του Ταμείου Εθελοντικών Εισφορών των εναγόντων και του μέλους του ταμείου. Κατά τον χρόνο που η εναγόμενη 1 τέθηκε υπό εξυγίανση όπως πιο πάνω αναφέρεται, το συνολικό ύψος του πόσου που οφειλόταν στους ενάγοντες σε σχέση με τα δάνεια και/ή διευκολύνσεις που είχαν χορηγηθεί στους πρώην υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής, βάσει του προαναφερόμενου μηχανισμού, ανερχόταν σε €1,965,528,03, πλέον τόκους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με αφορμή το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 τέθηκε σε εξυγίανση, το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό των €1,965,528,03, το οποίο αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο και/ή εισπρακτέο ποσό των εναγόντων, εντελώς παράνομα, αντισυμβατικά και αυθαίρετα και σε κάθε περίπτωση, χωρίς την συγκατάθεση των εναγόντων, μεταφέρθηκε και/ή μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 2 Τράπεζα Κύπρου, έναντι αντίστοιχης αξίας μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης, οι οποίες παραχωρήθηκαν στην εναγόμενη 1 και/ή με την αξία του οποίου ανταλλάγματος επωφελήθηκε η εναγόμενη 1 και το οποίο αντάλλαγμα η εναγόμενη 1, ιδιοποιήθηκε και κατακρατεί παράνομα μέχρι και σήμερα. Σε κάποιο στάδιο πριν την καταχώρηση της παρούσας, οι ενάγοντες απέσυραν την αγωγή 7932/2014 εναντίον της εναγομένης 2 και έτσι η απαίτηση παρέμεινε προς εκδίκαση μόνο για την εναγομένη
- Τέλος, με την αγωγή τους 2036/15, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι πριν το διάταγμα εξυγίανσης κατά/η περί την 1/01/2012, τέθηκε μετά από συμφωνία των εναγόντων με την εναγομένη 1 σε ισχύ, το Τελευταίο Σχέδιο Ωφελημάτων του ταμείου για τους υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε ότι το άθροισμα του ποσού που ήταν υπολογισμένο στο ταμείο για όλους τους πρώην Υπαλλήλους Του Ομίλου Λαϊκής συνολικά, δηλαδή το συσσωρευμένο φιλοδώρημα αφυπηρέτησης τους, το οποίο έπρεπε να έχει κατατεθεί προς όφελος τους και/ή στους ενάγοντες βάσει των συμφωνηθέντων, ανερχόταν σε €311.899.431,
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η εναγομένη 1 κατά παράβαση σχετικών συμφωνιών και/ή εντελώς παράνομα και αυθαίρετα, κατέβαλε στους ενάγοντες τον Μάιο του 2012, μόνο το ποσό των €281.899.431,01 και εκ τότε και μέχρι και σήμερα, τόσον η ίδια όσον και η εναγόμενη 2, παρέλειψαν να τους καταβάλουν το υπόλοιπο εναπομείναν ποσό των €30.000.000,00, πλέον τόκους, σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό της σχετικής πρόβλεψης για το συσσωρευμένο φιλοδώρημα αφυπηρέτησης των υπαλλήλων της. Στη συνέχεια στις 7.8.2012, η συνδικαλιστική οργάνωση των υπαλλήλων της εναγόμενης 1 με επιστολή της προς αυτήν και με κοινοποίηση στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήγειρε το θέμα της μειωμένης καταβολής του ποσού του ταμείου πρόβλεψης από αυτό που είχε συμφωνηθεί και ζήτησε τη καταβολή του σωστού ποσού βάσει των συμφωνηθέντων, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι που η εναγόμενη 1 τέθηκε σε εξυγίανση. Κατά/ή περί τον Μάρτιο του 2013, συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 2, δυνάμει νομοθετικών ρυθμίσεων και διαταγμάτων του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και/ή της αρχής εξυγίανσης, μεταξύ άλλων και/ή σαν «αποκτών πρόσωπο», η οποία και ανέλαβε διάφορα δικαιώματα της και υποχρεώσεις της εναγόμενης
- Σύμφωνα με την ενάγουσα, μεταφέρθηκαν στην εναγομένη 2 μεταξύ άλλων, δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αφορούν και/ή που άπτονται των υπαλλήλων και/ή εργοδοτουμένων της εναγόμενης 1 αρκετοί από τους οποίους, συνέχισαν και/ή συνεχίζουν να εργοδοτούνται από την εναγόμενη
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη 2, στα πλαίσια της προαναφερόμενης διαδικασίας εξυγίανσης, οι εναγόμενες 1 και 2 έχουν επωφεληθεί και συνεχίζουν να επωφελούνται σε βάρος των εναγόντων με το ποσό των €30.000.000,00, πλέον αναλογούντες τόκους και/ή έχουν πλουτίσει άδικα και/ή αθέμιτα σε βάρος τους με τον εν λόγω ποσό, πλέον αναλογούντες τόκους. Είναι περαιτέρω η θέση των εναγόντων ότι, υπό τις περιστάσεις, οι εναγόμενες 1 και 2 κρατούν το ποσό των €30.000.000,00, πλέον αναλογούντες τόκους, ως εξ' επαγωγής εμπιστευματοδόχοι και/ή δυνάμει απολήγοντος και/ή δυνάμει εξ' επαγωγής εμπιστεύματος, το οποίο έχει δημιουργηθεί και/ή το οποίο επιβάλλεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως θέμα δικαίου και/ή σύμφωνα με τις αρχές του άδικου πλουτισμού και/ή σύμφωνα και/ή με βάση τις αρχές του δικαίου της αποκατάστασης και/ή ότι οφείλουν να το πληρώσουν και/ή να το καταβάλουν κατά προτεραιότητα στους ενάγοντες. Για του πιο πάνω λόγους οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή της 2036/15 την πληρωμή του πιο πάνω ποσού των €30.000.000,00 πλέον τόκους. Ζητούν επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούνται σε κατά προτεραιότητα πληρωμή και/ή σε προνομιακή πληρωμή του πιο πάνω ποσού αλλά και παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για το αστικό αδίκημα της παράνομης ιδιοποίησης και της παράνομης κατακράτησης των χρημάτων των εναγόντων και/ή σε σχέση με συνομωσία για πρόκληση οικονομικής ζημίας στους ενάγοντες. Η παρούσα αίτηση Στα πλαίσια της αγωγής 5960/14, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία οι ενάγοντες αιτητές, ζητούν την συνεκδίκαση των πιο πάνω αγωγών. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία εγείρονται στην παρούσα αγωγή 5960/14, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινά και σχετίζονται με τα ζητήματα που εγείρονται στις αγωγές 7932/2014 και 2036/
- Καθίσταται ως εκ τούτου επιθυμητή και απαραίτητη η συνεκδίκαση των εν λόγω αγωγών, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών, την εξοικονόμηση του δικαστικού χρόνου, την αποφυγή εκδίκασης πολλαπλών εξόδων, την επιτάχυνση της εκδίκασης των εν λόγω πολιτικών αγωγών και την αποφυγή του κινδύνου έκδοσης διαφορετικών και αντιφατικών αποφάσεων ως προς τα κοινά πραγματικά και νομικά ζητήματα. Αναφέρεται περαιτέρω στην ένορκη δήλωση της αίτησης ότι, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική σε αιτήσεις συνεκδίκασης αγωγών, είναι προτιμότερο να καταχωρείται σχετική αίτηση στην αρχαιότερη υπόθεση, η οποία σε περίπτωση έκδοσης σχετικού διατάγματος, καθίσταται η καθοδηγητική αγωγή στη βάση της οποίας γίνεται η συνεκδίκαση. Αναφέρεται στην συνέχεια ότι όλες οι πολιτικές αγωγές σε σχέση με τις οποίες έχει καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση, είναι του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έχουν αντικείμενο διαφοράς που εμπίπτει στην δικαιοδοσία Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου, έχουν τους ίδιους διαδίκους και σε σχεδόν εξ' ολοκλήρου και τους ίδιους δικηγόρους. Οι αιτούμενες στην κάθε περίπτωση θεραπείες, αν και διαφορετικές, αναλόγως της φύσης των αξιώσεων, εντούτοις σε μεγάλο βαθμό έχουν κοινό υπόβαθρό γεγονότων. Επίσης αρκετά από τα νομικά ζητήματα που εγείρονται και στις τρεις προαναφερόμενες πολιτικές αγωγές, είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά, παρά το ότι διαφέρουν στην κάθε περίπτωση οι αιτούμενες θεραπείες. Αναφέρεται τέλος στην ένορκη δήλωση ότι είναι προς το συμφέρον όλων των διαδίκων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για συνένωση των τριών πιο πάνω αγωγών, εφόσον σε μια τέτοια περίπτωση θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, θα περιοριστούν τα δικαστικά έξοδα και θα διευκολυνθεί η ακροαματική διαδικασία. Οι ενστάσεις των εναγομένων Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνένωσης. Η εναγομένη 1 στους λόγους ένστασης της, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν έχουν προσκομίσει οιανδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει με σαφήνεια ποια είναι εκείνα τα κοινά νομικά και πραγματικά ζητήματα, τα οποία καθιστούν επιθυμητή την συνένωση των δύο αγωγών. Αντιθέτως είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι στις υπό κρίση αγωγές, είναι διαφορετικά τα νομικά και πραγματικά ζητήματα όπως και οι αξιώσεις και οι αιτίες αγωγής, αλλά και τα αγώγιμα δικαιώματα. Το ίδιο ισχύει κατά την εναγομένη 1 και για τους διαδίκους. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης της εναγομένης 1 ότι τα οιαδήποτε σημεία που συνυπάρχουν στις αγωγές δεν είναι σχετικά με τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται σ' αυτές, ώστε να τις καταστήσουν επιθυμητές για συνένωση. Αντιθέτως, με την αιτούμενη συνένωση δεν θα διευκολυνθούν αλλά θα περιπλεχθούν τα εγειρόμενα θέματα των εν λόγω αγωγών, με προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας, τόσο για παρουσίαση της υπόθεσης όσον και από πλευράς των εναγομένων. Ως εκ τούτου, με το αιτούμενο διάταγμα συνένωσης δεν θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και ούτε θα περιοριστούν τα έξοδα. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας καθότι καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας. Πανομοιότυπους λόγους προβάλει και η εναγομένη 2 στην ένσταση της. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι η αιτούμενη συνένωση δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και το ευρύτερο συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτε θα εξοικονομηθεί χρόνος και έξοδα αλλά αντιθέτως θα περιπλέξει τη διαδικασία. Αυτό γιατί οι προς συνένωση αγωγές δεν πραγματεύονται κοινά νομικά ή πραγματικά ζητήματα. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης της εναγομένης 2 ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η Δ.14 θ.2 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προβλέπει τα πιο κάτω: « When two or more actions are pending in the same Court, whether by the same or different plaintiffs against the same or different defendants, and the claims of such actions involve a common question of law or fact of such importance in proportion to the rest of the matters involved in such actions as to render it desirable that the actions should be consolidated, the Court or a Judge may order that they be consolidated.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο, είτε από τους ίδιους είτε διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον των ιδίων ή διαφορετικών εναγομένων, και οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών συνεπάγονται κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότος τέτοιας σημασίας ανάλογα με τα υπόλοιπα ζητήματα, τα οποία συνεπάγονται οι αγωγές αυτές, ώστε να καθιστούν επιθυμητή τη συνένωση των αγωγών, το Δικαστήριο ή ο δικαστής μπορεί να διατάξει τη συνένωση τους». Η Δ.14 θ.2 είναι πανομοιότυπη με την Ο.49 r.8 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Ως εκ τούτου, η Αγγλική νομολογία είναι καθοδηγητική επί του θέματος. Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, αλλά και από την νομολογία Κυπριακή και Αγγλική, προκύπτει ότι κύριος σκοπός της συνένωσης αγωγών είναι η εξοικονόμηση Δικαστικού χρόνου, εξόδων και πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.14 θ.2, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την συνένωση αγωγών. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι η συνένωση είναι επιθυμητή για σκοπούς καλύτερης απονομής της δικαιοσύνης (βλέπε Balley v. Marchioness Curzon of Kedleston and others
(1932)All E.R. 398, στις σελ. 402-403 & Hadjiathanasiou v. Parperides and others
(1975)1 C.L.R. 401). Το στοιχείο της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της δικαιοσύνης, εξετάζεται σε συνάρτηση με το κατά πόσον υπάρχει κοινό ζήτημα νόμου ή γεγονότων τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα ζητήματα ώστε με την συνένωση να αποφεύγεται η πολλαπλότητα των διαδικασιών και να εξοικονομείται έτσι πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Στην υπόθεση Hadjiathanasiou v. Parperides, (ανωτέρω), αναφέρονται στην σελίδα 406 της απόφασης, τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα: "We think, and it has not been disputed by counsel, that the trial Court has power to consolidate actions pending in the same Court and that it is exercisable where some common question of Law or fact arises in all the actions to be consolidated. From the authorities we are about to quote, it appears that actions brought by the same persons against different defendants in respect of the same libel or other connected cause, as well as for actions for negligence by different plaintiffs against the same defendant arising out of the same accidents, the Court can exercise it discretionary powers to order consolidation and generally when the plaintiffs could have joined in one action under the provisions of order 9 of our Civil procedure Rules". Στην υπόθεση Μedcon Construction v. Χρ. Μαρνέρος
(1997)1Α Α.Α.Δ. 546, αναφέρεται ότι συνήθως εκδίδεται διάταγμα συνένωσης όπου προκύπτει όφελος από τη συνεκδίκαση. Τονίστηκε επίσης η βασική αρχή ότι η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και ασκείται κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων με κύρια κριτήρια τον περιορισμό των εξόδων και την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Ως προς την εξέταση της προϋπόθεσης ύπαρξης κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, σχετική είναι η απόφαση Samata Enterprises v. Σταύρου
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1876. Αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή ότι η πιο πάνω προϋπόθεση, διαπιστώνεται αποκλειστικά από μελέτη της έκθεσης απαίτησης των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο σε συμφωνία με την πρωτόδικη απόφαση, σημείωσε ότι Δ.14 θ.2, ρητά αναφέρεται στις απαιτήσεις των αγωγών και όχι στις υπερασπίσεις. Παρόλα αυτά, μεταγενέστερη νομολογία αναφέρθηκε στο θέμα της κοινής υπεράσπισης των εναγομένων ως στοιχείου που μπορεί να ληφθεί υπόψιν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση του αιτήματος. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως ν. Apak Agro Industries,
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1721, όπου στην αιτιολόγηση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, γίνεται αναφορά και στα κοινά ζητήματα που εγείρουν οι εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους. Η συνένωση ως εκ τούτου κρίθηκε δικαιολογημένη, σε σχέση με το κριτήριο του περιορισμού των εξόδων και της επιτάχυνσης της απονομής της δικαιοσύνης. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 1726 της απόφασης: « Κοινά επίσης είναι τα περισσότερα ζητήματα που οι εναγόμενοι στις δύο αγωγές εγείρουν στις υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις τους. Πρόκειται για υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις που εμφανίζουν ταυτοσημία επί όλων σχεδόν των ζητημάτων, νομικών και πραγματικών, που αντιστοίχως εγείρονται.» Επιπλέον πέραν των δικογράφων, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο όπως η πολυπλοκότητα των επίδικων θεμάτων ή η δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ίδιου δικηγόρου (βλ. μεταξύ άλλων Lewis v. Daily Telegraph Ltd (No. 2)
(1964)1 All E.R. 705). Παρόλο που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι πλατιά, η συνένωση δεν είναι επιθυμητή όταν προκύπτουν πρακτικές δυσκολίες. Για παράδειγμα όπου οι ενάγοντες στις διάφορες αγωγές έχουν διαφορετικούς δικηγόρους (βλ.Lewis v. Daily Telegraph (No.2)
(1964)2 Q.B. 601) ή όπου οι εναγόμενοι προβάλλουν διαφορετικές υπερασπίσεις (βλ. Daws v. Daily Sketch & Sunday Graphics Ltd and others v. Same
(1960)1 All E.R. 397). Ο κατάλληλος χρόνος υποβολής αιτήματος συνένωσης, είναι το στάδιο των οδηγιών. Όμως τόσο ο χρόνος όσο και το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται αίτημα συνένωσης, είναι στοιχεία που συνεκτιμώνται μαζί με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης, προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για την εξέταση του αιτήματος (βλ. Μενέλαου κα ν. Ξενοφώντος
(1989)1E Α.Α.Δ. 371 στη σελ.375). Η διαδικασία και ο χρόνος υποβολής του αιτήματος, αναφέρεται στην 4η έκδοση του συγγράμματος Halsbury´s Laws of England. Στον τόμο 37, παράγραφος 70 της 4ης έκδοσης του πιο πάνω συγγράμματος, αναφέρεται ότι η συνένωση αγωγών μπορεί να ζητηθεί με δύο τρόπους. Είτε με την καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης σε κάθε αγωγή που θα συνενωθεί είτε με την καταχώρηση μιας αίτησης στην οποία όμως αναφέρονται όλοι οι τίτλοι των αγωγών των οποίων επιζητείται η συνένωση. Το σημαντικό στην όλη διαδικασία, είναι ότι οι φάκελοι των υποθέσεων των οποίων επιδιώκεται η συνένωση, να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου που εξετάζει την συνένωση. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση για συνένωση θα πρέπει να καταχωρείται το συντομότερο δυνατόν μόλις ο εναγόμενος εκδηλώσει πρόθεση να υπερασπιστεί, παρότι μπορεί επίσης να εξεταστεί και στο στάδιο της αίτησης για οδηγίες. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's (ανωτέρω): "An application for consolidation is made by summons before the master in the Queen's Bench Division, or by summons or motion in the Chancery Division. It should be made as soon as possible and may be made as soon as the defendants have given notice of intentions to defend, although it may also be made on or under the summons for directions. A separate summons should be issued in each action proposed to be consolidated or one summons may be issued, provided it fully sets out the titles of each such action. The principle is that all the actions to be consolidated must be before the court at the same time." Σύμφωνα με την νομολογία, είναι δυνατόν να διαταχθεί μερική συνένωση αγωγών. Στις περιπτώσεις αυτές, γίνεται συνεκδίκαση μόνο ορισμένων επίδικων θεμάτων και στην συνέχεια οι αγωγές αποσυνδέονται προκειμένου να εκδικαστούν ξεχωριστά τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα. Σχετική είναι η υπόθεση Αντωνιάδης ν. Οικονομίδης
(1977)1 JSC 103, στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακό9λουθα: "The application is based on the provisions of O.14 r.2 of the Civil Procedure Rules whereby the Court is empowered, in its discretion, to order consolidation provided it appears that common questions of law or fact of sufficient importance in proportion to the rest of the matters in issue make it desirable that the action be heard together. No provision is made in the rule as such for partial consolidation, that is consolidation for purposes of hearing of some of the issues in dispute but the word "may" in the context of the rule, clearly imports a discretionary power wide enough to authorize any kind of consolidation designed to further the object of consolidation that lay in the avoidance of multiplicity of proceedings and the saving of expense." Σύμφωνα με την Δ.14 θ.4, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος συνένωσης, την διεύθυνση των συνενωμένων αγωγών έχει ο ενάγων ο οποίος πρώτος κίνησε αγωγή, εκτός αν για ειδικούς λόγους το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συμπεράσματα Στην παρούσα υπόθεση, οι ενάγοντες - αιτητές επέλεξαν να καταχωρήσουν την αίτηση συνένωσης, στην παλιότερη αγωγή 5960/14, παραθέτοντας στην ένορκη δήλωση της αίτησης, τα καταχωρηθέντα δικόγραφα και των τριών αγωγών, των οποίων επιδιώκουν την συνένωση. Εν πάση περιπτώσει, σημαντικό είναι ότι και οι τρεις φάκελοι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να έχει πλήρη αντίληψη των επιδίκων θεμάτων όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα. Έχω μελετήσει με πολύ προσοχή τα πιο πάνω δικόγραφα. Με την ίδια προσοχή μελέτησα και τις θέσεις των διαδίκων όπως εμφαίνονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα αλλά και στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Το πρώτο στοιχείο που διαπιστώνω είναι ότι υπάρχει ταυτότητα διαδίκων στις υπό κρίση αγωγές. Το γεγονός ότι στην υπόθεση 7932/2014 αποσύρθηκε η αγωγή για την εναγομένη 2 δεν αλλοιώνει την πιο πάνω διαπίστωση. Οι ενάγοντες εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι και στις τρεις αγωγές. Το ίδιο συμβαίνει και με τους εναγόμενους, πλην μια αγωγής που αντί δύο εναγομένων, παρέμεινε μόνος ο ένας. Επιπλέον δεν προστέθηκε κάποιο τρίτο πρόσωπο ως διάδικος πέραν των δύο εναγομένων σε οποιανδήποτε υπόθεση, ώστε να δικαιολογείται η θέση των συνηγόρων υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων. Ούτε το γεγονός ότι στην αγωγή 7932/2014 υπάρχει ισχυρισμός ότι στο επίδικο σχέδιο δανείων συμμετείχαν μόνο ορισμένοι εργοδοτούμενοι του Ομίλου Λαϊκής, διαφοροποιεί το ότι οι ενάγοντες είναι οι ίδιοι και σε αυτή την υπόθεση. Όσον αφορά όμως τις αιτίες αγωγής, αυτές σαφώς διαφέρουν σε κάθε ξεχωριστή υπόθεση. Η υπόθεση 5960/14 βασίζεται σε ισχυρισμούς ιδιοποίησης ποσού €17.039.128,99 που κατ' ισχυρισμό οφείλεται στους ενάγοντες δυνάμει του Σχεδίου Ωφελημάτων αλλά και σε ισχυρισμούς παράβασης θέσμιου καθήκοντος των εναγομένων ως εργοδότες καθώς και σε κατ' ισχυρισμό παράνομη απομείωση του συγκεκριμένου ποσού. Αντιθέτως στην αγωγή 7932/2014, η βάση αγωγής για την απαίτηση των €1,965,528,03, αφορά δάνεια που οι ενάγοντες παραχώρησαν σε πρώην υπαλλήλους του Ομίλου Λαϊκής. Υπάρχει ισχυρισμός ότι παράνομα το εν λόγω ποσόν μεταφέρθηκε στην εναγομένη 2 Τράπεζα Κύπρου, έναντι μετοχών της τελευταίας. Η βάση αγωγής της τρίτης υπόθεσης 2036/15 είναι επίσης διαφορετική. Αφορά τον υπολογισμό του συσσωρευμένου φιλοδωρήματος αφυπηρέτησης των υπαλλήλων του Ομίλου Λαϊκής, το οποίο έπρεπε να έχει κατατεθεί προς όφελος των εναγόντων δυνάμει διαφόρων συμφωνιών των εναγόντων με την Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 2036/15, η εναγομένη 1 κατά παράβαση σχετικών συμφωνιών, κατέβαλε στους ενάγοντες τον Μάιο του 2012, μόνο το ποσό των €281.899.431,01 και έκτοτε, τόσον η ίδια όσον και η εναγόμενη 2, παρέλειψαν να καταβάλουν το υπόλοιπο εναπομείναν ποσό των €30.000.000,00, πλέον τόκους. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι το Δικαστήριο σε κάθε μια από τις πιο πάνω αγωγές θα ερμηνεύσει τις έννομες σχέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα για εντελώς διαφορετικά περιστατικά και ξεχωριστές συμφωνίες. Ιδιαίτερα στην αγωγή 2036/15, το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία και θα αποφασίσει ζητήματα που αφορούν συμφωνίες ως προς τον υπολογισμό του ποσού σχετικής πρόβλεψης για το συσσωρευμένο φιλοδώρημα αφυπηρέτησης των υπαλλήλων της Λαϊκής. Συμφωνίες που δεν συμπεριλαμβάνονται στα γεγονότα των υπόλοιπων δύο υποθέσεων. Θα κληθεί επίσης να αποφασίσει επί ισχυρισμών για δημιουργία εμπιστευμάτων που συνιστούν επίδικα θέματα, άγνωστα στις υπόλοιπες δύο αγωγές. Το ίδιο συμβαίνει και με την αγωγή 7932/2014 που αφορά την ερμηνεία του σχεδίου δανείων που παραχωρούσαν οι ενάγοντες σε υπαλλήλους της Λαϊκής Τράπεζας. Στοιχείο που δεν υπάρχει στις υπόλοιπες αγωγές. Το ότι οι βάσεις αγωγής πηγάζουν από το επίδικο ίδιο γεγονός, ήτοι την απομείωση των καταθέσεων της Λαϊκής Τράπεζας και την ανάληψη των εργασιών της από την Τράπεζα Κύπρου τον Μάρτιο του 2013, δεν σημάνει από μόνο του ότι αυτές οι βάσεις αγωγής ταυτίζονται. Αντιθέτως, βρίσκω ότι είναι εντελώς διαφορετικές, στηρίζονται σε ξεχωριστές συμφωνίες και γεγονότα και ως εκ τούτου, τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν σε κάθε αγωγή, είναι διαφορετικά και σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζονται. Να σημειωθεί δε ότι και οι υπερασπίσεις των εναγομένων είναι αναπόφευκτα διαφορετικές σε κάθε αγωγή ξεχωριστά. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι τυχόν συνεκδίκαση των υπό κρίση αγωγών όχι μόνον δεν θα βοηθήσει στην σύντομη διεκπεραίωση των υποθέσεων αλλά επιπλέον θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Η απόρριψη της αίτησης, δικαιολογείται επιπλέον και από το γεγονός η εκπροσώπηση της εναγόμενης 1 γίνεται από δύο διαφορετικά δικηγορικά γραφεία. Συγκεκριμένα, στην αγωγή 7932/2014 ανέλαβε διαφορετικό δικηγορικό γραφείο την υπεράσπιση της εναγομένης 1 σε σχέση με τις άλλες δύο αγωγές όπου η εναγόμενη 1 εκπροσωπείται από τους ίδιους συνήγορους. Το γεγονός αυτό αναπόφευκτα θα καταστήσει δυσχερέστερη την διαδικασία και εν πάση περιπτώσει θα προξενήσει πρακτικές δυσκολίες σε περίπτωση συνεκδίκασης των υποθέσεων. Ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης, είναι και το γεγονός της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση του αιτήματος. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αίτηση για συνεκδίκαση θα πρέπει να εγείρεται το συντομότερο δυνατόν μόλις ο εναγόμενος εκδηλώσει πρόθεση να υπερασπιστεί, παρότι μπορεί επίσης να εξεταστεί και στο στάδιο της αίτησης για οδηγίες. Οι αγωγές καταχωρήθηκαν πέραν των 6 χρόνων και μετά τα σημειώματα εμφάνισης που καταχωρήθηκαν άμεσα, ορίστηκαν πολλές φορές ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικά η αγωγή 7932/2014, μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και της διαδικασίας αποκάλυψης εγγράφων, ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση, οπόταν και αναβλήθηκε για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα. Οι υπόλοιπες δύο αγωγές ορίστηκαν πολλές φορές για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και επιπλέον τα δικόγραφα έχουν τροποποιηθεί χωρίς να γίνει οποιοδήποτε διάβημα συνένωσης, το οποίο προωθήθηκε αρκετά χρόνια μετά, με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, στις 16.10.2020. Το πιο πάνω στοιχείο σε συνδυασμό βέβαια με την προαναφερθείσα διαπίστωση ότι η συνένωση θα δυσχεράνει παρά θα βοηθήσει την δικαστική διαδικασία, συνηγορεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον της έγκρισης του αιτήματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων - αιτητών και υπέρ των εναγομένων 1 και 2 - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Για την εναγομένη 1 επιδικάζεται ένα σετ εξόδων, λόγω κοινής εκπροσώπησης της στην παρούσα αίτηση. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο