Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία?Λτδ ν. Μισιελλής Κυριάκου &Υιός Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: ?1902/2019?, 7/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A630 Αρ. Αγωγής: 1902/2019 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- Μισιελλής Κυριάκου &Υιός Λτδ, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Κυριάκου, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Κυριάκου, εκ Λευκωσίας
- XXXXX Κυριάκου, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9/12/2020 υπό εναγομένων - αιτητών για τροποποίηση υπεράσπισης Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2021 Για εναγομένους - αιτητές: κος Νικόλας Κουρσάρης Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Κωνσταντίνος Νεοφύτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας αφορά δύο τραπεζικές διευκολύνσεις προς την εναγομένη 1 εταιρεία που δόθηκαν με την εγγύηση των υπολοίπων εναγομένων για τα ποσά των €695.023,76 και €458.418,58 αντίστοιχα. Επιζητείται επίσης η πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό, ενυπόθηκων ακινήτων που οι εναγόμενοι 3 και 4 παραχώρησαν προς εξασφάλιση των εν λόγω δανείων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν στις 28/11/2019 μέσω του προηγούμενου τους δικηγόρου, υπεράσπιση με την οποία αρνούνται την απαίτηση της ενάγουσας. Βασικό επιχείρημα των εναγομένων είναι ότι η αγωγή δεν δύναται να προχωρήσει καθότι το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την μοναδική κατοικία τους και οι ίδιοι ως ευάλωτοι δανειολήπτες, έχουν αποταθεί και πληρούν τις προϋποθέσεις για ένταξη τους στο σχέδιο Εστία. Αναφέρεται επίσης ότι η αγωγή είναι πρόωρη και ότι οι εναγόμενοι ως πρόσωπα που πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις, έχουν ήδη προβεί σε αναδιάρθρωση των δανείων τους. Στις 5/12/2019, καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση από την ενάγουσα με την οποία αρνείται όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ακολούθως, η διαδικασία προχώρησε με έκδοση κλήσεων για οδηγίες αποκάλυψης εγγράφων για να καταχωρηθεί στην συνέχεια ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από τους εναγομένους, στις 28/9/
- Οι νέοι συνήγοροι των εναγομένων, καταχώρησαν στην συνέχεια την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης και την προσθήκη ανταπαίτησης. Επιζητείται μεταξύ άλλων, η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμών για εφαρμογή της υπεράσπισης του κωλύματος (estoppel) αλλά και για αντισυνταγματικότητα του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και του Διατάγματος Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας του
- Επιπλέον, επιζητείται η προσθήκη ανταπαίτησης για έκδοση απόφασης με την οποία να ακυρώνονται οι επίδικες δανειακές συμβάσεις λόγω καταχρηστικών και αντισυνταγματικών προνοιών και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης από την ενάγουσα. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν το αίτημα τροποποίησης ήταν γνωστά, και εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους ενάγοντες από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης ότι η τροποποίηση που επιζητείται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, είναι εκτεταμένη και αναδιαρθρώνει ριζικά την υπεράσπιση με αποτέλεσμα να πλήττονται τα δικαιώματα της ενάγουσας. Αγορεύσεις Αμφότεροι οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Ύστερα από την ριζική τροποποίηση της Διαταγής 25, η τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες, ρυθμίζεται από τον Δ.25 Θ.1
(3)η οποία έχει ως εξής:
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω περιπτώσεις που ρητά αναφέρονται στον Θ.1
(3). Σκοπός κατά την κρίση μου, είναι με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια. Η νέα διαταγή 25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και εφαρμόζεται ως εκ τούτου στην παρούσα υπόθεση. Ειδικά εφαρμόζεται ο Θεσμός 1
(3)της Δ.25 αφού όπως προαναφέρθηκε, η υπόθεση βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Δεν συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση του συνηγόρου των αιτητών όπως εκφράστηκε στην αγόρευση του ότι οι νομολογιακές αρχές που ερμηνεύουν την παλαιά Δ.25 θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία και στην παρούσα υπόθεση. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25. Ούτε επίσης με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η νέα Δ.25 Θ.1
(3), ενδεχομένως να αντιστρατεύεται το άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, καθότι εξυπακούει ότι πιθανές παραλείψεις του πρώτου Δικηγόρου θα «καταδικάσουν τον διάδικο εσαεί από του να μην μπορεί να προβάλει βάσιμους ισχυρισμούς» με το δικαίωμα τροποποίησης των δικογράφων. Κατ' αρχάς, ο εκάστοτε συνήγορος αντιπροσωπεύει και δεσμεύει ενώπιον του Δικαστηρίου, τον διάδικο που τον διόρισε, έχει δε καθήκον επιμέλειας απέναντι του για οποιαδήποτε παράλειψη. Επιπλέον, το δικαίωμα τροποποίησης δικογράφου δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτο ούτε και ήταν βέβαια με την παλαιά Δ.25, παρά την τότε ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει το δικαίωμα τροποποίησης δεν μπορεί να σχετίζεται με την οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό αμέλεια δικηγόρου, ιδιαίτερα αν η τροποποίηση επιβαρύνει σημαντικά τον χρόνο εκδίκασης της αγωγής, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που εγείρεται. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται στην παρούσα υπόθεση, οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίζονται στην νέα Δ.
- Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης «καλόπιστο λάθος». Κατά την δική μου κρίση, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της Αγωγής ή συνιστούν αναγκαίες λεπτομέρειες προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους». Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων με τα περιθώρια άσκησης από πλευράς Δικαστηρίου διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης να είναι ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους. Στην παρούσα περίπτωση, η τροποποίηση της υπεράσπισης που επιδιώκουν οι εναγόμενοι, είναι εκτεταμένη. Όχι μόνον επειδή προτείνεται σημαντικός αριθμός νέων παραγράφων και η προσθήκη ανταπαίτησης αλλά επειδή επιπλέον, προτάσσονται νέες βάσεις υπεράσπισης όπως αυτή του κωλύματος (estoppel) αλλά και η αντισυνταγματικότητα του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και του Διατάγματος Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd του
- Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση του καλόπιστου λάθους που καθορίζει η νέα Διαταγή
- Δεν πρόκειται δηλαδή για μικρές ασάφειες ή τυπογραφικές παραλείψεις αλλά ουσιαστικά για ένα εντελώς καινούργιο δικόγραφο, αρκετά διαφορετικό από την υφιστάμενη υπεράσπιση. Αυτό που μένει να διερευνηθεί, είναι αν ισχύει η δεύτερη εξαίρεση της νέας διαταγής
- Αν δηλαδή η προτεινόμενη τροποποίηση, αφορά νέα δεδομένα που έχουν προκύψει μεταγενέστερα και δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση της υπεράσπισης. Από ότι υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ότι ούτε αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται ώστε να δικαιολογείται η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης. Οι εναγόμενοι - αιτητές επικαλούνται με την ένορκη δήλωση της αίτησης, την παράλειψη του προηγούμενου δικηγόρου τους να συμπεριλάβει στην υφιστάμενη υπεράσπιση, τους ισχυρισμούς που επιδιώκονται τώρα με την αιτούμενη τροποποίηση. Δεν τίθεται όμως κανένας ισχυρισμός ότι τα στοιχεία αυτά, δεν υπήρχαν ή προέκυψαν μετά την σύνταξη της υφιστάμενης υπεράσπισης. Η δε αμέλεια δικηγόρου δεν αποτελεί λόγο σύμφωνα με την νέα Δ.25 για τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί καμία από τις προϋποθέσεις της Δ.25 Θ.1
(3)ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση. Συγκεκριμένα δεν έχει καταδειχθεί εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στην υφιστάμενη υπεράσπιση ή ότι προέκυψαν στην συνέχεια νέα δεδομένα μετά τον χρόνο σύνταξης της υφιστάμενης υπεράσπισης, τα οποία δεν ήταν γνωστά στους αιτητές. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Οι εναγόμενοι - αιτητές να επιβαρυνθούν με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, τα οποία επιδικάζονται υπέρ τη ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο