RNGO LIMITED LIABILITY COMPANY ν. Krapchetova κ.α., Αρ. Αγωγής: 3200/2020, 15/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A631 Αρ. Αγωγής: 3200/2020 Μεταξύ: RNGO LIMITED LIABILITY COMPANY, εκ Ρωσίας Ενάγουσας και 1. XXXXX Krapchetova, εκ Λεμεσού 2. Zoulian Consultants Ltd, εκ Λευκωσίας 3. A.K. Cosmoserve (Secretarial) Ltd, εκ Λευκωσίας 4. Mediterranean Secretaries Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 10.6.21 από ενάγουσα - αιτήτρια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2021 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Χρ. Νεοφύτου για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ Για εναγομένους 1 & 4 - καθ' ων η αίτηση: κος Χρ. Κληρίδης μαζί με Χ. Ηλία για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία, Δ.Ε.Π.Ε Για εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση: κα Α. Σολομωνίδου για Kinanis LLC Για εναγομένη 3 - καθ' ης η αίτηση: κος Π. Παναγιώτου για Κωνσταντίνου, Παναγιώτου & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα αιτείται διαταγμάτων αποκάλυψης για παροχή λεπτομερειών αναφορικά με νομικές οντότητες, οι οποίες ανήκουν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην XXXXX Shishkina από την Ρωσία. Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενάγουσα είναι συνδεδεμένη εταιρεία με την Ρωσική Τράπεζα PJSC Bank ZENIT. Κατά την περίοδο από το 2010 μέχρι και το 2014, η Τράπεζα Zenit έδωσε δάνεια ή πιστωτικές διευκολύνσεις συνολικού ύψους 5.7 δισεκατομμυρίων Ρουβλιών σε ορισμένες Ρωσικές εταιρείες που ανήκουν στον Όμιλο NTS. Τα εν λόγω δάνεια παραχωρήθηκαν από την Tatyana Shishkina και τους συνεργάτες της στην Τράπεζα Zenit, κατά τη διάρκεια της περιόδου που η ίδια ήταν διευθυντής του Συμβουλίου (Βοard) της Τράπεζας μέσω της χρήσης των εξουσιών και της θέσης της. Μεταξύ άλλων, δόθηκαν στην Ρωσική εταιρεία LLC Capital που είναι μέρος των εταιρειών του Ομίλου NTS καθ' όλη τη διάρκεια του 2010 και του 2011, δάνεια ύψους 2,4 δισεκατομμυρίων Ρουβλιών (περίπου 32 εκατομμύρια ευρώ) και το 2013 επιπλέον 166 εκατομμύρια Ρούβλια (περίπου 2,2 εκατομμύρια ευρώ). Τα κεφάλαια διατέθηκαν με μη εμπορικούς όρους, δηλαδή οι διευκολύνσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό μη εξασφαλισμένες, η δε χρηματοοικονομική κατάσταση του δανειολήπτη, αποδεικνύει ότι δεν ήταν σε θέση να εξοφλήσει πλήρως τις διευκολύνσεις. Επιπλέον, η Shishkina και άλλα συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα που ήταν μέτοχοι της Τράπεζας και υψηλόβαθμα στελέχη της, μέσω των ανωτέρω θέσεων τους και επιρροής τους, διευθέτησαν την μεταφορά χρέους 1.4 δις Ρουβλιών (34 εκατομμύρια ευρώ) που οφείλετο στην Τράπεζα από την LLC Novosibirsk-Torg στην LLC Capital. Από αποδεικτικό υλικό που κατέχει η ενάγουσα η Shishkina μαζί με συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα, ήλεγχε την Ρωσική εταιρία LLC Capital, μέσω των υπεράκτιων Κυπριακών εταιρειών Bentonville και Normac που ανήκουν στον όμιλο NTS. Είναι δεν σημαντικό το γεγονός ότι η LLC Capital τέθηκε υπό πτώχευση το 2016 από ένα πρόσωπο που ήταν συνδεδεμένο με τον Όμιλο NTS, ήτοι η αίτηση πτώχευσης καταχωρήθηκε από τον Eduard Shvetsov, πρώην διευθυντή και πρώην διορισμένο κάτοχο (ex-nominee holder) της LLC Novosibirsk-Torg. Σύμφωνα με την ενάγουσα, όλα τα δάνεια δόθηκαν στις εταιρείες του Ομίλου NTS, χωρίς καθόλου ή επαρκή εγγύηση για την αποπληρωμή τους και χωρίς καθόλου ενδιαφέρον για την προστασία των συμφερόντων της Τράπεζας. Ακολούθως, τα δάνεια είχαν μεταβιβαστεί με την «έγκριση» της Τράπεζας Zenit σε άλλες Ρωσικές εταιρείες που ανήκουν στον Όμιλο NTS και στη συνέχεια τόσο οι αρχικοί οφειλέτες (debtors) όσο και οι διάδοχοί τους (successors) τέθηκαν υπό εκκαθάριση, αφήνοντας την Τράπεζα Zenit απλήρωτη. Όλες αυτές οι μεταφορές των δανείων, έγιναν και διευθετήθηκαν μέσω της χρήσης των εξουσιών και της θέσης της κυρίας Shishkina. Τα δάνεια δεν έχουν ποτέ αποπληρωθεί και από την 1 Ιουνίου του 2019 το συνολικό ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένου του κύριου ποσού και των τόκων, ήταν 8.224 δισεκατομμύρια Ρούβλια που κατά τον χρόνο αυτό, ισοδυναμούσε με 116 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό γιατί όλες οι Ρωσικές εταιρείες του Ομίλου NTS που ενήργησαν ως οφειλέτες και/ή εγγυητές κάτω από τα τεράστια δάνεια που δόθηκαν από την Τράπεζα Zenit, έχουν τεθεί σε εκκαθάριση από τους ιδιοκτήτες τους και τα πρόσωπα που τις ελέγχουν. Κατά ή περί την 27/8/2018 η Τράπεζα εκχώρησε όλα τα δικαιώματα της, και τις απαιτήσεις της από τα πιο πάνω δάνεια στην ενάγουσα. Στην συνέχεια και μετά την αλλαγή της Διοίκησης της Τράπεζας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση της κυρίας Shiskina από τις παραπάνω θέσεις, παρότι συνεχίζει να κατέχει τουλάχιστον το 3.4% των μετοχών της Τράπεζας, έρευνες που είχαν διεξαχθεί διακριτικά από τη νέα διεύθυνση, αποκάλυψαν την σύνδεση της κας Shishkina μέσω κατοχής μετοχικού κεφαλαίου με τις Ρωσικές εταιρείες που ενεργούσαν ως οφειλέτες ή παραλήπτες των ανωτέρω δανείων από την Τράπεζα Ζenit. Επίσης, οι Κυπριακές εταιρείες Normac Holding Limited («Normac»), Castcom Finance Limited («Castcom»), Reinhold Limited («Reinhold»), Esfanter Investments Limited («Esfanter»), Arceran Holdings Limited («Arceran») και Bentonville Investments Limited («Bentonville»), οι «Κυπριακές Εταιρείες NTS»), υπήρξαν μέτοχοι των Ρωσικών Εταιρειών του Ομίλου NTS, οι οποίες έχουν ενεργήσει ως οφειλέτες και παραλήπτες των δανείων που δόθηκαν από την Τράπεζα Zenit με την παρέμβαση και έγκριση της κα. Shishkina, μέσω της χρήσης των εξουσιών της στην Τράπεζα Zenit ως μίας εκ των υψηλότερων αξιωματούχων. Σε αυτό το στάδιο, ούτε η Τράπεζα ούτε η ενάγουσα έχει στην κατοχή της τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ταυτότητα των πραγματικών προσώπων που έλεγχαν και που ήταν κατά την επίδικη περίοδο ιδιοκτήτες των Κυπριακών Εταιρειών NTS που αναφέρονται ανωτέρω. Τέτοια αποδεικτικά στοιχεία θα επιτρέψουν στην ενάγουσα να εγείρει αγωγή ενώπιον των Ρωσικών δικαστηρίων ώστε να θέσουν τα πρόσωπα που τις ελέγχουν και τους ιδιοκτήτες τους επικουρικά υπεύθυνους (subsidiary liable) για το χρέος που οφείλεται στην ενάγουσα σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. Το Ρωσικό δίκαιο σύμφωνα με την ενάγουσα, επιτρέπει να βρεθεί ένα πρόσωπο που ελέγχει μια νομική οντότητα, υπόλογο για επικουρική ευθύνη (subsidiary liability) για τις υποχρεώσεις αυτού του νομικού προσώπου σε περίπτωση εκκαθάρισης ή πτώχευσης. Οι εναγόμενοι είναι Κυπριακοί παροχείς υπηρεσιών (Service Providers) και οι οποίοι έχουν ενεργήσει ως γραμματείς κατά τη διάρκεια της επίδικης περιόδου, των Normac, Castcom, Reinhold, Esfanter, Arceran και Bentoνville και έχουν εμπλακεί κατά την ενάγουσα (αθώα ή όχι), στα αδικήματα που διαπράχθηκαν από τους τελικούς αδικοπραγήσαντες εναντίον της Τράπεζας και της ενάγουσας, υπό την ιδιότητα της ως νόμιμου διαδόχου της Τράπεζας βάσει των Συμφωνιών Εκχώρησης. Σύμφωνα με την ενάγουσα, οι εναγόμενοι έχουν στην κατοχή και υπό τον έλεγχο τους υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, τις ζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Υποχρεούνται ως εκ τούτου βάσει των αρχών της επιείκειας να βοηθήσουν την ενάγουσα και την Τράπεζα να δικογραφήσουν και να αποδείξουν την υπόθεσή τους και να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες που ήταν κατά την διάρκεια της επίδικης περιόδου, τα πρόσωπα που ήλεγχαν τους Ρώσσους εγγυητές. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει η ενάγουσα να θέσει τους αδικοπραγήσαντες επικουρικά υπεύθυνους (subsidiary liable) για το χρέος των Ρώσων εγγυητών που οφείλεται στην Τράπεζα. Ως εκ τούτου με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα αιτείται από τις εναγόμενες, σειρά διαταγμάτων αποκάλυψης για παροχή λεπτομερειών αναφορικά με τις πιο πάνω Κυπριακές εταιρείες NTS στις οποίες παρείχαν υπηρεσίες, προς υποβοήθηση των διαδικασιών της ενάγουσας στην Ρωσία. Επιζητείται επίσης διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στην ενάγουσα να χρησιμοποιεί οιανδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους ενάγουσα και/ή στους δικηγόρους της από τους εναγόμενους, προς υποστήριξη των απαιτήσεών της Tatyana Shishkina και των εταιρειών του Ομίλου NTS. Ταυτόχρονα με την αγωγή, η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων συντηρητικών διαταγμάτων με τα οποία ζητά από τους εναγομένους, διατάγματα αποκάλυψης όλων των εταιρειών, νομικών οντοτήτων, εμπιστευμάτων, συνεταιρισμών κ.τ.λ, που ανήκουν είτε άμεσα είτε έμμεσα στην Tatyana Shishkina ως επίσης διατάγματα που να αποκαλύπτουν τους τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficiaries) των μετοχών των Κυπριακών εταιρειών Normac Holding Limited, Castcom Finance Limited Reinhold Limited, Esfanter Investments Limited, Arceran Holdings Limited και Bentonville Investments Limited. Επιζητείται επίσης ενδιάμεσο διάταγμα Φίμωσης (Gagging order), το οποίο να απαγορεύει και εμποδίζει τους εναγόμενους 1 - 4 από το να ενημερώσουν και ειδοποιήσουν με οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των Tatyana Shishkina, LLC CAPITAL και τις υπόλοιπες εταιρείες του Ομίλου NTS, αλλά και τους ιδιοκτήτες των Normac Holding Limited, Castcom Finance Limited Reinhold Limited, Esfanter Investments Limited, Arceran Holdings Limited και Bentonville Investments Limited και/ή τους αξιωματούχους, μετόχους, δικαιούχους, αντιπροσώπους και υπαλλήλους των πιο πάνω εταιρειών και οποιοδήποτε άλλο συνδεδεμένο με αυτούς πρόσωπο, σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η οποία υπογράφεται από δικηγόρο στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας, επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί της ενάγουσας ως προς τα γεγονότα και υποστηρίζεται το κατεπείγον της έκδοσης των διαταγμάτων. Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον της αίτησης, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα αιτούμενα συντηρητικά διατάγματα δεν θα μπορούσαν να δοθούν μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης, προκειμένου να ακουστούν οι θέσεις της άλλης πλευράς. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ενστάσεις στην έκδοση των αιτούμενων συντηρητικών διαταγμάτων, με τις οποίες προβάλουν διάφορου ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων προβάλλεται ακυρότητα ή παρανομία των συμφωνιών εκχώρησης των δανείων στην ενάγουσα, παραγραφής των επίδικων απαιτήσεων κ.α Η παρούσα αίτηση Ακολούθησε η παρούσα αίτηση από την ενάγουσα, με την οποία ζητά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προκειμένου να απαντήσει σε ισχυρισμούς των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις πιο πάνω ενστάσεις. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης ότι η ενάγουσα επιδιώκει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μια πλήρη και πραγματική εικόνα των γεγονότων, προκειμένου να είναι σε θέση να εξετάσει αποτελεσματικά την αίτηση για τα συντηρητικά διατάγματα αποκάλυψης. Συγκεκριμένα επιδιώκεται να απαντηθούν τα πιο κάτω θέματα που αναφέρονται στις ένορκους δηλώσεις των ενστάσεων των εναγομένων.
- i)Η ισχυριζόμενη ακυρότητα ή παρανομία των συμφωνιών εκχώρησης ή η ισχυριζόμενη απουσία νομιμοποιητικής ικανότητας της αιτήτριας.
- ii)Ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι δήθεν δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να παράσχει τις αιτούμενες πληροφορίες που ζητά η αιτήτρια με την αίτηση αποκάλυψης. iii) Οι ισχυρισμοί ότι δήθεν τα δάνεια που δόθηκαν από την Zenit Bank στις Ρωσικές εταιρείες, ήταν πλήρως εξασφαλισμένα.
- iv)Ο ισχυρισμός ότι δήθεν η Normac δεν ήταν ικανή να διαχειρίζεται την Llc Capital και τις άλλες εταιρείες, γιατί ήταν δήθεν μικρός μέτοχος.
- v)Η ισχυριζόμενη μη παρουσίαση αντιγράφων όλων των σχετικών συμφωνιών διευκόλυνσης και/ή δανειοδότησης.
- vi)Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι δήθεν η αιτήτρια μπορούσε ή μπορεί να λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες από άλλη πηγή ή με άλλο τρόπο. vii) O ισχυρισμός περί παραγραφής της απαίτησης της αιτήτριας. viii) Ο ισχυρισμός ότι η Ρωσία δεν εξασφαλίζει επαρκή προστασία επί προσωπικών δεδομένων.
- ix)Η ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Κυπριακής διαδικασίας αποκάλυψης.
- x)Ο ισχυρισμός περί επιβολής επικουρικής ευθύνης (subsidiary liability) από το Ρωσικό Δικαστήριο για τα χρέη των Ρωσικών εταιρειών στα αδέλφια Nasolenko και του κ. Slobodchikov. Κατά την ομνύουσα στην αίτηση, υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος αφού σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι μεταξύ άλλων: 1. Να αντικρούσει και να απορρίψει με μαρτυρία τους πιο πάνω ισχυρισμούς που περιέχονται στις ΕΔ των εναγόμενων. 2. Να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονότα και έγγραφα, τα οποία η αιτήτρια θεωρεί απαραίτητα, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει σωστά και να αποφασίσει για την εγκυρότητα και την νομιμότητα των ενστάσεων που εγείρουν οι εναγόμενοι 1 μέχρι 4, και τα οποία αφορούν τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. 3. Να παρουσιάσει αντίγραφα των υπόλοιπων συμφωνιών διευκόλυνσης που αναγράφονται στο τεκμήριο 11 της αρχικής ένορκης δήλωσης. Η ενάγουσα επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, την συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία ζητά άδεια να καταχωρήσει. Σύμφωνα με την ομνύουσα, το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται σε αυτήν είναι ουσιώδες και σημαντικό και θα βοηθήσει το Δικαστήριο να αποδώσει δικαιοσύνη και να εκδικάσει την αίτηση αποκάλυψης έχοντας καθαρή, πλήρη και σωστή εικόνα του πραγματικού υπόβαθρου των γεγονότων και των θεμάτων και ισχυρισμών που εγείρονται. Δεν πρόκειται κατά την ομνύουσα, για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών της αιτήτριας, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στην αιτήτρια να προβάλλει, ώστε το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των ουσιώδη γεγονότων και θεμάτων που καλείται να εξετάσει κατά την ακρόαση της αίτησης αποκάλυψης ενώ οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν καμία ζημιά από της κατάθεση αυτής της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αναφέρεται επίσης ότι η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να καταχωρηθεί εντός πολύ μικρού χρονικού διαστήματος από την έκδοση του διατάγματος και μετά την άδεια του Δικαστηρίου για το σκοπό αυτό, χωρίς να προκαλεί με οποιονδήποτε τρόπο καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης αποκάλυψης. Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση, ενίστανται στο αίτημα της ενάγουσας - αιτήτριας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στους λόγους ένστασης αναφέρουν μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα δεν επιχειρεί την προσφορά νέας μαρτυρίας, για την ολοκλήρωση της εικόνας των επίδικων γεγονότων που σχετίζονται με την αίτηση για την έκδοση διαταγμάτων φίμωσης και αποκάλυψης, αλλά προβαίνει σε σχολιασμό επί του περιεχομένου και της αποδεικτικής αξίας των ενόρκων δηλώσεων στις ενστάσεις των εναγομένων. Συγκεκριμένα, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποσκοπεί να απαντήσει και να σχολιάσει αχρείαστα τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που ηγέρθησαν μέσω των ενόρκων δηλώσεων των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και να εισαγάγει υπό μορφή απάντησης, αχρείαστους νομικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα. Αναφέρεται επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθότι η αιτήτρια προσπαθεί να παρουσιάσει γεγονότα τα οποία ήταν σε θέση να γνωρίζει και είχε στην κατοχή της από την αρχή της διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, η αίτηση για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σκοπό έχει να ανασκευάσει και να καλύψει ανακρίβειες, που αναφέρθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση. Αναφέρεται τέλος ότι πέραν του ότι η αίτηση έχει καταχωριστεί με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, επιπλέον δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για αποδοχή της αφού σε πολλά σημεία αναφέρεται σε νομικά επιχειρήματα, ενώ σε άλλα υπάρχει επανάληψη των όσων ήδη έχουν αναφερθεί στην αρχική ένορκη δήλωση. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση µου µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 3/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή που οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Από μελέτη της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι η αιτήτρια επιθυμεί να απαντήσει επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που εγέρθηκαν με την ένορκη δήλωση των ενστάσεων, στην ενδιάμεση αίτηση της για διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης. Όμως τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Οι ισχυρισμοί και η επιχειρηματολογία που επιχειρείται να εισαχθούν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μπορούν με ευχέρεια να ενταχθούν στην αγόρευση του συνηγόρου για την αιτήτρια αλλά δεν μπορούν με βάση την προαναφερθείσα νομολογία να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται στις ενστάσεις των εναγομένων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τεκμηριώσει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πέραν των πιο πάνω, η αιτήτρια δεν επιδιώκει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να εισαγάγει γεγονότα που κατ' ισχυρισμό προέκυψαν μεταγενέστερα της αίτησης της αλλά στην ουσία να απαντήσει στις θέσεις που προβάλουν οι καθ' ων η αίτηση με τις ενστάσεις τους. Κάτι που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Ούτε ο σχολιασμός των νομικών ζητημάτων περί ακυρότητας ή παρανομίας των συμφωνιών εκχώρησης ή η ισχυριζόμενη απουσία νομιμοποιητικής ικανότητας της αιτήτριας, συνιστούν καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων επί του θέματος, τις οποίες και θα αξιολογήσει κατά τη ακρόαση της αίτησης παραμερισμού. Οποιοσδήποτε σχολιασμός ή επιχειρηματολογία για τις θέσεις αυτές, μπορεί επίσης να ενταχθεί με ευκολία στις αγορεύσεις των συνηγόρων κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για φίμωση και αποκάλυψη και όχι να συμπεριλαμβάνεται σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ούτε παρέχεται ευχέρεια απάντησης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε παραπλανητικά ή μη αληθή κατά την αιτήτρια γεγονότα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να δώσει την εκδοχή της για τα γεγονότα της υπόθεσης, στην αρχική ένορκη της δήλωση. Το ίδιο είχαν την ευκαιρία και οι καθ' ων η αίτηση με τις ενόρκους δηλώσεις στις ενστάσεις τους. Η απάντηση της αιτήτριας στις θέσεις των καθ' ων η αίτηση ως προς τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων για τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν θα προσθέσει τίποτε και καμία βοήθεια δεν θα προσφέρει στο Δικαστήριο στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης. Αντιθέτως, θα οδηγήσει σε μια ατέρμονη αντιπαραβολή ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα που εν πολλοίς σχετίζονται με τις ουσιαστικές διαφορές που η ενάγουσα έχει με τον Όμιλο NTS παρά με την εκδίκαση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης. Τονίζω ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων (βλ. Κουππά ανωτέρω). Τελική κατάληξη μου είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όλα τα στοιχεία που πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο στο κατά πόσον δικαιολογείται η ενδιάμεση αίτηση για συντηρητικά διατάγματα, μπορούν να εντοπιστούν στα δικόγραφα και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου με την μορφή των εκατέρωθεν ένορκων δηλώσεων. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για διατάγματα φίμωσης και αποκάλυψης και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να αποδεχθώ την καταχώρηση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο