← Κύπρος

Ανδρέου κ.α. ν. G. Paraskevaides Ltd, Αρ. Αγωγής: 506/2020, 15/12/2021

Ανδρέου κ.α. ν. G. Paraskevaides Ltd, Αρ. Αγωγής: 506/2020, 15/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A637 Αρ. Αγωγής: 506/2020 Μεταξύ:

  1. XXXXX Ανδρέου, εκ Λευκωσίας
  2. XXXXX Παρασκευαΐδου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και G. Paraskevaides Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένης Αίτηση ημερ. 1.6.2021 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2021 Για ενάγοντες - αιτητές: κα Αχιλλέως με κο Σπανό Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Πετρίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αιτούνται από την εναγομένη το ποσόν £1.220.000,00 ή €2.084.493,76 δυνάμει μεταξύ άλλων δανείων και/ή επιταγών και ή ως χρήματα had and received και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Αιτούνται επίσης συμφωνηθέντα τόκο και τα έξοδα της παρούσας αγωγής. Είχε προηγηθεί αίτηση εκκαθάρισης της εναγομένης στο Ε.Δ Λευκωσίας υπ' αρ. XXXXX/11, η οποία όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο που υπέδειξε ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί αγωγή, αφού το χρέος αμφισβητείται. Για παρόμοιους λόγους, απορρίφθηκε στις 23.12.2020, αίτηση για συνοπτική απόφαση στην παρούσα αγωγή αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι η εναγομένη εγείρει με την υπεράσπιση της, ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων, στοιχείο που καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για περίπτωση όπου αναμφισβήτητα δεν υπάρχει καθόλου υπεράσπιση. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση δια κλήσεως ημ. 2.11.2020 με την οποία ζητούν την έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγόμενη όπως αποξενώσει ή/και επιβαρύνει με οιονδήποτε τρόπο, ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της, το οποίο βρίσκεται στην οδός Κασταλίας 20 στην Λευκωσία επί του Δήμου Αγλαντζιάς, μέχρι την αποπεράτωση και τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Είναι η θέση των εναγόντων σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης ότι έχουν καλές βάσεις αγωγής και ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας της απαίτησης τους. Περαιτέρω με αναφορά στην κακή οικονομική κατάσταση της εναγομένης, θεωρούν ότι σε περίπτωση που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδοθεί θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Έγινε στην ένορκη δήλωση της αίτησης αναφορά σε διευθετήσεις μεγάλων απαιτήσεων εναντίον της εναγομένης από την Άλφα Τράπεζα Κύπρου Λτδ και την Τράπεζας Κύπρου (Δημόσια) Εταιρεία Λτδ, με τις οποίες η εναγόμενη έχει ήδη μεταβιβάσει περιουσιακά της στοιχεία, μεγάλης αξίας, προς αναδιάρθρωση των οφειλών της. Αναφορά έγινε και σε περαιτέρω επιβαρύνσεις της εναγομένης με υποθήκες προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ αλλά και της Εθνικής Τράπεζας (Κύπρου) Λτδ που ανέρχονται στο ποσόν των €3.600.
  3. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην έκδοση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι επιτακτικές προϋποθέσεις που καθορίζει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ειδικότερα δεν αποκαλύπτεται και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε επαρκής μαρτυρία ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, υπάρχει πιθανότητα αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ούτε και καταδείχθηκε πραγματικός και/ή άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και εσκεμμένα παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων και εγγράφων και/ή εσκεμμένα απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα. Ως τέτοιο γεγονός, αναφέρεται η αίτηση εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρείας υπ. αρ. 420/2019, που καταχώρησε η αιτήτρια 2 και την οποία δεν έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εναγομένη, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου δεν μπορεί να γίνει αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης εταιρείας χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εκκαθάρισης έχει καταχωρηθεί και αίτηση για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης όπως επίσης και αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός αυτό δεν έχει αποκαλυφθεί από τους ενάγοντες, αλλά κατά την εναγομένη αποτελεί επιπλέον κατάχρηση της διαδικασίας. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελεί χώρο τον οποίο χρησιμοποιεί η ενάγουσα 2 για τις διακοπές της στην Κύπρο, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο προς την εναγομένη, παράνομα και χωρίς την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι αιτητές δεν αποκάλυψαν επίσης ότι στα πλαίσια διαπραγμάτευσης για τον διαμοιρασμό των εναπομεινάντων περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης εταιρείας, η αιτήτρια 2 ζητά επιτακτικά να λάβει το συγκεκριμένο ακίνητο. Είναι η θέση της εναγομένης ότι η παρούσα αίτηση όπως και η αγωγή έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς όπως μεταξύ άλλων, την άσκηση αθέμιτης πίεσης για την αποδοχή της απαίτησης της αιτήτριας 2 να λάβει το συγκεκριμένο ακίνητο. Εξ' ου και το συγκεκριμένο αιτητικό το οποίο περιορίζεται μόνο στο συγκεκριμένο ακίνητο. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση από τους ενάγοντες, γεγονός που δεικνύει αφενός τη μη αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εφόσον δεν υπάρχει οποιοσδήποτε πραγματικός ή άμεσος κίνδυνος αποξένωσης του και αφετέρου την κακοπιστία στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της XXXXX Μαυρονικόλα Παρασκευαΐδου εκ των μετόχων και Διοικητική Σύμβουλος της εναγόμενης, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επίσης ότι όχι μόνο η εναγομένη δεν οφείλει οτιδήποτε στους ενάγοντες, αλλά είναι ο πατέρας της Γ. Παρασκευαΐδης, που έδωσε τεράστια οικονομική βοήθεια προς όφελος του ομίλου εταιρειών Α&Ρ (Andreou & Paraskevaides) και στους δύο ενάγοντες προσωπικά. Παρουσίασε μάλιστα και σχετικούς λογαριασμούς όπου καταδεικνύεται κατά την άποψη της ότι στις 30.6.2002 το υπόλοιπο των εν λόγω δανείων στους ενάγοντες και τις εταιρείες τους, ανερχόταν σε £13.326.000,
  4. Αναφέρεται επίσης στην ένορκη δήλωση ότι οι επιταγές που είχαν δοθεί από τους ενάγοντες και την εταιρεία τους A&P προς την εναγόμενη εταιρεία, δεν ήταν δάνειο όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, αλλά επιστροφές για τις οφειλές που είχαν οι ενάγοντες προς τον Γ. Παρασκευαΐδη. Γίνεται στην συνέχεια εκτενής αναφορά στις οικονομικές σχέσεις των διαδίκων όπου η ομνύουσα αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε χρέους της εναγομένης προς τους ενάγοντες. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς της αίτησης για αφερεγγυότητα της εναγομένης εταιρείας. Γίνεται αναφορά σε επιτυχή αναδιάρθρωση των δανείων της εναγομένης τόσο με την Alpha Bank όσο και με την Τράπεζα Κύπρου (Δημόσια) Εταιρεία Λτδ αλλά και σε προσπάθεια αναδιάρθρωσης των δανείων με την Ελληνική Τράπεζα. Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι η εναγομένη έχει ένα μεγάλο αριθμό θυγατρικών εταιρειών, οι οποίες επίσης έχουν περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, κάτι που δεν αναφέρουν οι ενάγοντες παρότι η ενάγουσα 2 είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και θα μπορούσε με ευκολία να προσφέρει τις εν λόγω πληροφορίες στο Δικαστήριο. Γίνεται ενδεικτικά αναφορά στην θυγατρική εταιρεία Para Building Development Limited η οποία κατέχει κατά την ομνύουσα, ακίνητη ιδιοκτησία αξίας ύψους €2.146.
  5. Τέλος, επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης, οι πιο πάνω ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων στην ένορκη δήλωση της αίτησης για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Η παρούσα αίτηση Στην συνέχεια, καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες η παρούσα αίτηση με την οποία επιδιώκουν την κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκειμένου να απαντήσουν στους πιο πάνω ισχυρισμούς της ένστασης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, στην ένορκη δήλωση της ένστασης, προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί οι οποίοι είναι πρόδηλα ψευδείς και παραπλανητικοί και αναφέρονται αποκλειστικά για σκοπούς δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων. Οι παραπλανητικοί ισχυρισμοί αφορούν κατά τον ομνύοντα, τόσο τους ισχυρισμούς ως προς το επίδικο χρέος, όσο και αυτούς που αφορούν την οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας και των θυγατρικών της. Κρίνεται ως εκ τούτου αναγκαίο όπως δοθεί η αιτούμενη άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της παρούσας ως «Παράρτημα Α». Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος για να δοθεί σχετική άδεια λόγω του ότι πλείστα των όσων επιθυμούν οι αιτητές να παραθέσουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ουσιαστικά συνιστούν επιχειρηματολογία που προκύπτει από τη μαρτυρία που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέρος δε της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αποτελεί επανάληψη των αρχικών θέσεων των αιτητών. Σύμφωνα με τους λόγους ένστασης δεν είναι δίκαιο εκ των πραγμάτων να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού, μεταξύ άλλων, οι αιτητές, επιχειρούν να διορθώσουν και να συμπληρώσουν παραλείψεις που είχαν στην αρχική τους ένορκη δήλωση κατά τρόπο πρωθύστερο. Επιπλέον, όλα και/ή τα πλείστα εκ των γεγονότων και/ή ισχυρισμών που επιθυμούν οι αιτητές να προβάλουν μέσω της αιτούμενης συμπληρωματικής τους ένορκης δήλωσης, αποτελούν γεγονότα και/ή ισχυρισμούς οι οποίοι ήταν προ πολλού εις γνώση τους και/ή στους δικηγόρους τους, αλλά αμέλησαν και/ή επέλεξαν να μην τα αναφέρουν στην αρχική ένορκη τους δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι κατέθεσαν με οδηγίες του Δικαστηρίου, γραπτό κείμενο αγόρευσης. Αγόρευσαν επίσης προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, επεξηγώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο στάδιο αυτό στις θέσεις των διαδίκων όπως προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των συνηγόρων. Ιδιαίτερη μνεία μπορεί να γίνει όπου χρειάζεται, στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Νομική πτυχή Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4

(2), η οποία παρέχει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & Α. Messios and Sons Ltd κα ν. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται µε δεδομένη την σχετικότητα µε τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό, σε συνδυασμό πάντα µε το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση αρ. 29/2014, ημ. 3/11/2016 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα µε την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται µόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος µε την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι µε τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Είναι σαφές ότι καμία πρόνοια δεν γίνεται από την Δ.48 Θ.4
(2), για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Προνοείται µόνο καταχώρηση συμπληρωματικής και όχι απαντητικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Έτσι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από µόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε µέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Κουππά ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.α, Π.Ε. 312/2010, ημ. 17.7.2014 στην οποία λέχθηκε ότι: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει καλό λόγο.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλού λόγου είναι πάντοτε στους ώμους του αιτητή που οφείλει να δείξει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την σχετικότητα των ισχυρισμών που επιδιώκει να προσθέσει και ικανοποιητικούς λόγους γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική του ένορκη δήλωση. Συμπεράσματα Από μελέτη της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι οι αιτητές επιθυμούν να απαντήσουν επί συγκεκριμένων ισχυρισμών που εγέρθηκαν με την ένορκη δήλωση της ένστασης που καταχώρησε η εναγομένη, με την οποία ενίσταται στην ενδιάμεση αίτηση τους για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όμως τέτοια ευχέρεια δεν παρέχεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Οι ισχυρισμοί και η επιχειρηματολογία που επιχειρείται να εισαχθούν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, μπορούν με ευχέρεια να ενταχθούν στην αγόρευση των συνηγόρων για τους αιτητές αλλά δεν μπορούν με βάση την προαναφερθείσα νομολογία να αποτελέσουν αντικείμενο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται στις ενστάσεις των εναγομένων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τεκμηριώσει καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ιδιαίτερα αν οι ισχυρισμοί αυτοί, άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Πέραν των πιο πάνω, οι αιτητές δεν επιδιώκουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να εισαγάγουν γεγονότα που κατ' ισχυρισμό προέκυψαν μεταγενέστερα της αίτησης τους για προσωρινό διάταγμα αλλά στην ουσία επιχειρούν να απαντήσουν στις θέσεις που προβάλει η καθ' ης η αίτηση με την ένσταση της. Κάτι που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Ούτε βέβαια παρέχεται ευχέρεια απάντησης με συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε παραπλανητικά ή μη αληθή κατά τους αιτητές γεγονότα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης. Οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να δώσουν την εκδοχή τους για τα γεγονότα της υπόθεσης, στην αρχική ένορκη τους δήλωση. Το ίδιο είχε την ευκαιρία και η καθ' ης η αίτηση με την ένορκη δήλωση της ένστασης. Η απάντηση των αιτητών στις θέσεις της καθ' ης η αίτηση ως προς τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων για τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν θα προσθέσει τίποτε και καμία βοήθεια δεν θα προσφέρει στο Δικαστήριο στην εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Αντιθέτως, θα οδηγήσει σε μια ατέρμονη αντιπαραβολή ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα που εν πολλοίς σχετίζονται με τις ουσιαστικές διαφορές των διαδίκων παρά με την εκδίκαση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης. Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, περιορίζεται αυστηρά στην εξέταση των προϋποθέσεων έγκρισης των προσωρινών διαταγμάτων και πρέπει να αποφεύγει την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων και την εξαγωγή ευρημάτων, αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, κάτι που δεν είναι επιθυμητό σε διαδικασίες ενδιάμεσων διαταγμάτων (βλ. Κουππά ανωτέρω). Ιδιαίτερα αν τα γεγονότα αυτά δεν σχετίζονται αυστηρά με τις προϋποθέσεις έγκρισης της ενδιάμεσης αίτησης αλλά με την ουσία της διαφορά των διαδίκων. Αλλά ακόμα και η αντίκρουση των ισχυρισμών της ένστασης ως προς την οικονομική επάρκεια της εναγομένης εταιρείας που επιχειρείται με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, συνιστά επιχειρηματολογία που μπορεί με ευκολία να ενταχθεί στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Το ίδιο ισχύει και για την θέση των αιτητών ως προς την αδυναμία εκτέλεσης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί από την περιουσία των θυγατρικών εταιρειών της εναγομένης. Ως εκ τούτου ούτε αυτοί οι ισχυρισμοί, συνιστούν καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τελική κατάληξη μου, είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώρηση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όλα τα στοιχεία που πρέπει να διερευνηθούν προκειμένου να καταλήξει το Δικαστήριο στο κατά πόσον δικαιολογείται η ενδιάμεση αίτηση για έκδοση του υπό κρίση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, μπορούν να εντοπιστούν στα δικόγραφα και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου με την μορφή των εκατέρωθεν ένορκων δηλώσεων. Η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα υποβοηθούσε το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ενδιάμεσης αίτησης για συντηρητικό απαγορευτικό διάταγμα και ως εκ τούτου δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να αποδεχθώ την καταχώρηση της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε, στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.