OPUS ELECTRICAL TECHNOLOGIES LTD ν. Χ΄΄ΘΩΜΑ, εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία C.H. AIR FREEZE, Αρ. Αγωγής: 6343/2012, 10/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A639 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6343/2012 Μεταξύ: OPUS ELECTRICAL TECHNOLOGIES LTD Eνάγουσα και XXXXX Χ΄΄ΘΩΜΑ, εμπορευόμενος με την εμπορική επωνυμία C.H. AIR FREEZE Eναγόμενος και XXXXX ΚΥΡΙΑΚΟΥ Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 10 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα: κ. Α. Καρεκλάς για Ανδρέας Κ. Καρεκλάς & Συνεργάτες. Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Δαμιανού για Χριστοφίδης, Σαμψών & Σία. Για τον τριτοδιάδικο: κα Α. Πασή. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί: Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου ποσό ύψους €3.102,72 το οποίο κατά τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας οφείλεται ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού για αξία συμφωνηθέντων, πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα ασχολείται με την πώληση ηλεκτρικών συσκευών και υποδαπέδιων θερμάνσεων και είναι η θέση της ότι κατά ή περί την 1/1/2007 είχε συμφωνηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος είχε συμφωνηθεί να χρεώνεται με οποιοδήποτε ποσό αφορούσε την αγορά εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο και να πιστώνεται ο λογαριασμός της με οποιαδήποτε ποσά κατέβαλε έναντι της υποχρέωσης του προς την Ενάγουσα. Δικογραφείται ότι ήταν ρητός ή/και εξυπακουόμενος όρος ότι ο Εναγόμενος υποχρεούτο να πληρώνει την αξία των εκάστοτε πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων κατά την παράδοση αυτών ή/και σε πρώτη ζήτηση μετά την παράδοση. Η συνεργασία των διαδίκων άρχισε την 01/01/07 και συνεχίστηκε μέχρι την 15/10/10 όταν ο λογαριασμός της Ενάγουσας παρουσίαζε ως οφειλόμενο το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Είναι η θέση του ότι συνάφθηκε συμφωνία με την Ενάγουσα κατά ή περί το έτος 2007 σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος θα ήταν ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος και διανομέας των προϊόντων της Ενάγουσας στην επαρχία Αμμοχώστου. Στο πλαίσιο της ρηθείσας συμφωνίας, συμφωνήθηκε ότι η Ενάγουσα θα ετοίμαζε την προσφορά που θα παρουσίαζε ο Εναγόμενος στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο πελάτη του. Προς τούτο η Ενάγουσα ετοίμαζε και απέστελλε στον Εναγόμενο δύο έντυπα προσφορών εκ των οποίων η μία αφορούσε τον Εναγόμενο και το ποσό αυτό καταγράφετο στον λογαριασμό του Εναγόμενου ενώ η δεύτερη προοριζόταν για τον εκάστοτε πελάτη του. Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας, συμφωνήθηκε το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού στο όνομα του εναγόμενου ο οποίος θα χρεωνόταν με χρηματικά ποσά που αφορούσαν παραγγελίες εμπορευμάτων από τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, δικογραφείται ότι περί τις αρχές Οκτωβρίου 2009 δυνάμει έγγραφης προσφοράς συμφωνήθηκε μεταξύ του Εναγόμενου και του τριτοδιαδίκου η αγορά και εγκατάσταση διαφόρων προϊόντων της Ενάγουσας ύψους €5.946,38 πλέον Φ.Π.Α. Ένεκα αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων του τριτοδιαδίκου ο Εναγόμενος ανέστειλε τις εργασίες σε συνεννόηση με την Ενάγουσα μέχρις ότου καταβληθεί το χρηματικό τίμημα που αντιστοιχούσε στις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες. Για την πλήρη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου έναντι του τριτοδιαδίκου εκκρεμούσε μόνο η εγκατάσταση των θερμοστατών χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία το σύστημα υποδαπέδιας θέρμανσης στην οικία του τριτοδιαδίκου. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα επενέβη στη συμφωνία του Ενάγομενου με τον τριτοδιάδικο προβαίνοντας η ίδια στην προμήθεια και εγκατάσταση των θερμοστατών με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να υποστεί ζημιά. Επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ανταπαιτεί αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, για επέμβαση στις συμβατικές σχέσεις του Εναγόμενου με τον τριτοδιάδικο, για επέμβαση με την προοπτική επιχειρηματικού πλεονεκτήματος, για διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια εισοδημάτων και για συνεπακόλουθες ζημιές. Σημειώνω ότι η προδικαστική ένσταση περί κατάχρησης της διαδικασίας η οποία δικογραφήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου δεν προωθήθηκε. Ακολούθως, μετά από σχετική αίτηση του Εναγόμενου δόθηκε σε αυτόν άδεια για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης τριτοδιαδίκου. Η ειδοποίηση τριτοδιαδίκου καταχωρίστηκε στις 14/2/2017 και ακολούθησε η καταχώριση και ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ εναγομένου και τριτοδιαδίκου. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου, δεν αξιώνεται από αυτόν συνεισφορά ή κάλυψη σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό ήθελε βρεθεί υπόλογος έναντι της Ενάγουσας αλλά αξιώνεται η καταβολή συγκεκριμένου ποσού το οποίο κατ' ισχυρισμό οφείλει ο τριτοδιάδικος στον Εναγόμενο δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου, ο τριτοδιάδικος ήταν πρόσωπο συμβεβλημένο με τον Εναγόμενο και δυνάμει γραπτής προσφοράς ημερομηνίας 6/10/2009, ο Εναγόμενος ανέλαβε την πώληση και/ή εκτέλεση εργασιών εγκατάστασης συγκεκριμένων προϊόντων και/ή υποδαπέδιας θέρμανσης στην οικία του τριτοδιαδίκου έναντι του ποσού των €5.948,38 πλέον ΦΠΑ. Ο τριτοδιάδικος αποδέχτηκε την προσφορά του Εναγόμενου και τα μέρη συμφώνησαν όπως η πληρωμή του ρηθέντος ποσού γίνει τμηματικά με τρόπο άμεσα συνδεδεμένο με την πρόοδο των εργασιών εγκατάστασης των προϊόντων. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών από τον Εναγόμενο ο τριτοδιάδικος ανέθεσε στον Εναγόμενο τη διεκπεραίωση επιπρόσθετων εργασιών για τις οποίες συμφωνήθηκε ως δίκαιη και/ή εύλογη αμοιβή το επιπλέον ποσό των €400. Ο Εναγόμενος ένεκα της αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων του τριτοδιαδίκου ανέστειλε τις εργασίες στην οικία του μέχρι την καταβολή του τιμήματος που αντιστοιχούσε στις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες. Για την πλήρη εκπλήρωση των ανειλημμένων δυνάμει προσφοράς υποχρεώσεων του Εναγόμενου εκκρεμούσε μόνο η εγκατάσταση των θερμοστατών αξίας €240. Ο Τριτοδιάδικος δεν κατέβαλε κανένα ποσό για τις εκτελεσθείσες εργασίες και ο Εναγόμενος αξιώνει ποσό ύψους €7.475 βάσει συμφωνίας και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή ως αξία παρασχεθέντων υπηρεσιών και/ή παραδοθέντων αγαθών και/ή εμπορευμάτων, αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό και για παράβαση σύμβασης. Ο Τριτοδιάδικος καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Παραδέχεται ότι ήταν πρόσωπο συμβεβλημένο με τον Εναγόμενο και ότι ο Εναγόμενος ανέλαβε την προμήθεια και/ή εκτέλεση εργασιών εγκατάστασης προϊόντων υποδαπέδιας θέρμανσης στην οικία του. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του η συμφωνία τους ήταν προφορική για το ποσό των €12.000 το οποίο περιλάμβανε την αγορά υλικών για την εγκατάσταση υποδαπέδιας θέρμανσης και την εκτέλεση εργασιών για την εγκατάσταση της. Σύμφωνα με τη θέση του ο Εναγόμενος ζήτησε προκαταβολή ύψους €5.000 και ο Τριτοδιάδικος στις 25/11/2009 έδωσε στον Εναγόμενο επιταγή ύψους €5.000. Περαιτέρω, δικογραφείται ότι λίγες μέρες μετά την πληρωμή του εν λόγω ποσού ο Εναγόμενος έφερε στην οικία του ένα υλικό σαν δίχτυ το οποίο τοποθετήθηκε υποδαπέδια και μετά την τοποθέτηση του ο Εναγόμενος δεν εμφανίστηκε ξανά στην οικία του για να εκτελέσει τις συμφωνημένες εργασίες. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι μετά από τηλεφωνικές οχλήσεις του προς τον εναγόμενο αυτός του ζήτησε ακόμα €2.000 για αγορά κάποιων άλλων υλικών το οποίο ποσό δόθηκε στον Τριτοδιάδικο σε μετρητά. Παρόλα αυτά ο Εναγόμενος δεν πήγε ποτέ ξανά στην οικία του και αυτή αποπερατώθηκε χωρίς την εγκατάσταση της υποδαπέδιας θέρμανσης. Επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς ανταπαιτεί το ποσό των €7.000 καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η απαίτηση και ανταπαίτηση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί.[1] Συνεκδικάστηκε επίσης η απαίτηση και η ανταπαίτηση μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιαδίκου. Περαιτέρω, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας συμφωνήθηκε μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών η συνεκδίκαση της απαίτησης του ενάγοντα εναντίον εναγόμενου και της ανταπαίτησης αυτού με την απαίτηση του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου και της ανταπαίτησης αυτού. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι προκάλεσε προβληματισμό στο Δικαστήριο η φύση της αξίωσης που προβάλλεται στο πλαίσιο της διαδικασίας τριτοδιαδίκου και συγκεκριμένα κατά πόσο ήταν δικονομικά δυνατή η προβολή της απαίτησης η οποία εν τέλει προβλήθηκε από τον Εναγόμενο, αφού όπως προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου δεν αξιώνεται συνεισφορά ή κάλυψη από τον τριτοδιάδικο, ούτε δικογραφείται ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί υπόλογος ο εναγόμενος έναντι της ενάγουσας τότε φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για οποιοδήποτε λόγο ο τριτοδιάδικος. Όπως προκύπτει από τους δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου η βάση της απαίτησης του είναι μία ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ του ίδιου και του τριτοδιαδίκου, χωρίς να υπάρξει δικογραφική συνάρτηση με την αρχική αιτία αγωγής. Eνόψει του ότι αφενός το Δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση χορήγησε σχετική άδεια κρίνοντας ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό και αφετέρου, ενόψει του ότι δεν εγέρθηκε από οποιαδήποτε πλευρά οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με το είδος της απαίτησης που προβλήθηκε, δεν κρίνεται σκόπιμη η περαιτέρω ενασχόληση του Δικαστηρίου με το θέμα αυτό. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου έξι
(6)μάρτυρες. Συγκεκριμένα, προς απόδειξη της υπόθεσης της η Ενάγουσα παρουσίασε ένα
(1)μάρτυρα, τον κ. XXXXX Πηλίκο (ΜΕ1). Για την πλευρά των Εναγομένων έδωσαν μαρτυρία τρεις
(3)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Εναγόμενος (ΜΥ1), δεύτερος μάρτυρας ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΥ2) και τρίτος και τελευταίος μάρτυρας η σύζυγος του Εναγόμενου, κα XXXXX Χ΄΄Θωμά (ΜΥ3). Για την πλευρά του τριτοδιαδίκου έδωσαν μαρτυρία δύο
(2)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Τριτοδιάδικος (ΜΤ1) και δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας ο κ. XXXXX Φούρναρης (ΜΤ2). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης, πάντοτε, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα.[2] ΜΕ1: Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας προσθέτοντας ότι το θέμα της διάθεσης των εμπορευμάτων που αγόραζε από την Ενάγουσα ο Εναγόμενος καθώς και η είσπραξη τους ήταν αποκλειστικό θέμα του Εναγόμενου και ο ίδιος καθώς και η Ενάγουσα δεν είχαν καμία ανάμειξη σε αυτό. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη από 4 φύλλα αντίγραφα της κατάστασης του τρεχούμενου λογαριασμού του εναγόμενου με την κίνηση του λογαριασμού από την έναρξη του την 01/01/2007 και για τα επόμενα έτη, ήτοι 2008, 2009 και
- Ανέφερε ότι τα έγγραφα αυτά τα βρήκε από το λογιστικό σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή της ενάγουσας και τα τύπωσε ο ίδιος. Ανέφερε ότι παρά το ότι ζήτησαν από τον εναγόμενο να εξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο εντούτοις αυτός αρνήθηκε να το πράξει. Αρνήθηκε επίσης τα όσα ο εναγόμενος ισχυρίζεται σε σχέση με τον τριτοδιάδικο γιατί, όπως ανέφερε αυτός και η εταιρεία του δεν μπορούσαν να είχαν γνώση για οτιδήποτε ισχυρίζεται γιατί δεν γνώριζαν ποιοι ήταν οι πελάτες του εναγόμενου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στην Κύπρο της Ισραηλίτικης εταιρείας ΑΗΤ. Με τον Εναγόμενο συνεργάζονταν όπως και με τους άλλους 40-50 μεταπωλητές που είχαν ή έχουν ακόμα στην Κύπρο. Δηλαδή, όπως ανέφερε, αγόραζε εμπορεύματα από αυτούς τα οποία μεταπουλούσε στους πελάτες του. Ερωτηθείς εάν έχει στην κατοχή του τα τιμολόγια τα οποία αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε απάντησε αρνητικά ενώ αρνήθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχουν τιμολόγια υπογραμμένα από τον Εναγόμενο. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι ο Εναγόμενος έκανε επίσης τις εγκαταστάσεις κλιματιστικών σε σχέση με την εταιρεία Giovani Developers η οποία αγόραζε κλιματιστικά από την Ενάγουσα και μετά από περίοδο ενός μηνός η Ενάγουσα πίστωνε τις όποιες εγκαταστάσεις έκανε ο Εναγόμενος στον λογαριασμό του. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι το 2007 ο Εναγόμενος είχε αποφασίσει να γίνει μεταπωλητής των προϊόντων της Ενάγουσας. Συμφώνησε ότι στην περίπτωση του Εναγόμενου η Ενάγουσα του ετοίμαζε δύο προσφορές, μια με τις δικές του τιμές και μια με τις τιμές του τελικού πελάτη, ωστόσο δεν γνώριζαν που θα έδινε τη δική του προσφορά ο Εναγόμενος. Περαιτέρω, όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 (α) και 3 (β) (προσφορές για υποδαπέδια θέρμανση) συμφώνησε ότι οι δύο αυτές προσφορές ετοιμάστηκαν από την Ενάγουσα και αποστάληκαν στον Εναγόμενο. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι δύο αυτές προσφορές ετοιμάστηκαν για κάποιον πελάτη του Εναγόμενου τον οποίον αυτοί δεν γνώριζαν και η μια αφορά λιανικές τιμές και η άλλη αφορά χονδρικές τιμές. Επεσήμανε ακολούθως, ότι αυτοί δεν είχαν καμία ανάμειξη στην εμπορική πράξη και συμφωνία που γινόταν στη συνέχεια μεταξύ του εναγόμενου και του δικού του πελάτη. Ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο η προσφορά με το μεγαλύτερο ποσό, προοριζόταν για τον προτιθέμενο πελάτη του Εναγόμενου κατόπιν συμφωνίας που είχαν με τον Εναγόμενο απάντησε αρνητικά διευκρινίζοντας ότι αυτή την προσφορά την χρησιμοποιούσε ο Εναγόμενος για να κάνει τη δική του προσφορά και για αυτόν τον λόγο δεν αναγράφεται το όνομα του τελικού πελάτη, διαφορετικά ο τελικός πελάτης θα έκανε συμφωνία απευθείας μαζί τους και θα εξέδιδαν αυτοί τα δικά τους τιμολόγια στον πελάτη. Περαιτέρω, εξήγησε ότι όταν κατέληγαν από την προσφορά στην πώληση προς τον Εναγόμενο εκδιδόταν τη δεδομένη στιγμή το αντίστοιχο τιμολόγιο. Όταν του υποβλήθηκε ότι κάθε φορά που κατέληγαν από προσφορά σε πώληση απλώς χρέωναν τον λογαριασμό του απάντησε αρνητικά κάνοντας αναφορά στους αριθμούς των τιμολογίων που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι επειδή η υποδαπέδια θέρμανση ήταν νέο προϊόν προσπάθησαν να καθορίσουν μια λιανική τιμή η οποία να είναι ελκυστική και αποδεκτή από τους ιδιώτες πελάτες, όμως, δεν μπορεί να γνωρίζει σε τι τιμή ο Εναγόμενος ή ο οποιοσδήποτε μεταπωλητής τελικά έκλεινε μια συμφωνία με τους πελάτες του. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές ότι του είχε αναφέρει ο Εναγόμενος ότι έχει εγκαταστήσει στην οικία του τριτοδιάδικου τα προϊόντα που εμφαίνονται στο Τεκμήριο 3Β (προσφορά υποδαπέδιας θέρμανσης) πλην του θερμοστάτη επειδή ο τριτοδιάδικος δεν τον είχε πληρώσει σε μία προσπάθεια του να τον αναγκάσει να πληρώσει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι θερμοστάτες υπήρχαν παρά πολλοί στο εμπόριο και οποιοσδήποτε ήθελε μπορούσε να προμηθευτεί θερμοστάτες από οποιονδήποτε προμηθευτή αρνούμενος ότι θα έπρεπε να ήταν της συγκεκριμένης ισραηλίτικης εταιρείας. Τέλος, αρνήθηκε ότι η ενάγουσα πώλησε θερμοστάτες στον τριτοδιάδικο, λέγοντας ότι η ενάγουσα τότε είχε χιλιάδες πελάτες και λάμβανε εκατοντάδες τηλέφωνα την ημέρα από όλη την Κύπρο εξηγώντας ότι θα μπορούσε κάποιος να πάρει τηλέφωνο και να παραγγείλει κάποιο προϊόν αλλά ότι δεν είναι σωστό να γίνεται υπαινιγμός ότι η ενάγουσα εν γνώση της και επίτηδες θα ήθελε να πουλήσει θερμοστάτες αξίας €240 και να χάσει τα χρήματα που οφείλονταν από τον Εναγόμενο ή να έρθει σε ρήξη μαζί του. ΜΥ1: Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Β). Επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του προσθέτοντας ότι το 2007 η ενάγουσα εταιρεία του ζήτησε να αναλάβει ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος της στην επαρχία Αμμοχώστου. Η συνεργασία του ως ανέφερε με την Ενάγουσα εταιρεία είχε να κάνει με την προμήθεια και τοποθέτηση από τον ίδιο υποδαπέδιων θερμάνσεων σε πελάτες και την αποκόμιση από τον ίδιο κέρδους τόσο σε σχέση με την προώθηση και πώληση όσο και για την εγκατάσταση τους. Στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την Ενάγουσα αυτή διατηρούσε λογαριασμό ο οποίος θα χρεωνόταν με χρηματικά ποσά που αφορούσαν παραγγελίες εμπορευμάτων και προϊόντων για λογαριασμό των πελατών. Η Ενάγουσα του ετοίμαζε δύο έντυπα προσφορών εκ των οποίων η μία προσφορά αφορούσε το ποσό που καταγραφόταν στον λογαριασμό του και η άλλη προοριζόταν για τον κάθε πελάτη του με τις τιμές να μην είναι ενδεικτικές αλλά είχε υποχρέωση ως ανέφερε να δίνει αυτές τις τιμές στους πελάτες του. Ανέφερε ότι σε σχέση με όλα τα ζητήματα που αφορούσαν τις καταστάσεις λογαριασμών και γενικότερα το οικονομικό κομμάτι της επιχείρησης τα χειρίζεται η σύζυγος του (ΜΥ3) και σε ότι αφορά το επίδικο υπόλοιπο ανέφερε ότι όπως τον πληροφορεί η σύζυγος του αμφισβητεί την ορθότητα της κατάστασης λογαριασμού - Τεκμήριο 1 και την ύπαρξη υπολοίπου. Τον τριτοδιάδικο τον γνώρισε μέσω του αδελφού του για τον οποίο έκανε δουλειές στη μπυραρία του στις Βρυσούλες. Τον Οκτώβριο του 2009 του ζήτησε να του υποβάλει προσφορά για υποδαπέδια θέρμανση και η ενάγουσα ετοίμασε τις δύο προσφορές (Τεκμήριο 3 (α) και (β). Παρέδωσε την προσφορά (Τεκμήριο 3 (β)) στον τριτοδιάδικο ο οποίος την αποδέχτηκε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο τριτοδιάδικος συμφώνησε όπως το ποσό της προσφοράς καταβληθεί τμηματικά με τρόπο άμεσα συνδεδεμένο με την πρόοδο των εργασιών εγκατάστασης των προϊόντων. Κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικία του τριτοδιαδίκου αυτός του ανέθεσε επιπρόσθετες εργασίες ήτοι τη μεταφορά από τις αρχικές θέσεις που είχαν τοποθετηθεί οι πρόνοιες για τους θερμοστάτες σε άλλες θέσεις συνολικής αξίας €400 πλέον 15% ΦΠΑ το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί μαζί με το πιο πάνω ποσό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι σύμφωνα με γραπτή προσφορά ημερομηνίας 7/10/2009 πώλησε και εγκατέστησε στο σπίτι του τριτοδιαδίκου πέντε πρόνοιες, σωλήνες, 5 κλιματιστικά και isolators έναντι του ποσού των €4.610 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο της συγκεκριμένης προσφοράς. Περαιτέρω, ανέφερε ότι για την εγκατάσταση των πιο πάνω κλιματιστικών συμφώνησαν ότι ο τριτοδιάδικος θα πλήρωνε επιπρόσθετα το ποσό των €390 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Όλα τα πιο πάνω, όπως ανέφερε, υλοποιήθηκαν και ολοκληρώθηκαν από τον ίδιο και έτσι στις 25/11/2009 ο τριτοδιάδικος του πλήρωσε το ποσό των €
- Αρνήθηκε ότι το εν λόγω ποσό το έλαβε για την υποδαπέδια θέρμανση και αρνήθηκε επίσης ότι έλαβε σε μετρητά το ποσό των €2000 που ισχυρίζεται ο τριτοδιάδικος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εγκατέστησε το δίκτυ της υποδαπέδιας θέρμανσης στην οικία του τριτοδιαδίκου και τις σωλήνες που ενώνουν το υποδαπέδιο δίκτυ θέρμανσης με τα σημεία στους τοίχους όπου θα τοποθετούντο οι οκτώ
(8)θερμοστάτες. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 9 δίκτυ το ίδιο, όπως ανέφερε, με αυτό που τοποθέτησε στο σπίτι του τριτοδιαδίκου. Ανέφερε ότι με την ολοκλήρωση αυτής της εργασίας το μόνο που παρέμενε για να λειτουργήσει η υποδαπέδια θέρμανση ήταν η τοποθέτηση των θερμοστατών συνολικού κόστους €240 χωρίς του οποίους ήταν αδύνατη η λειτουργία του ήδη εγκατεστημένου συστήματος υποδαπέδιας θέρμανσης. Επειδή ο τριτοδιάδικος δεν τον πλήρωσε, αυτός σε συνεννόηση με την ενάγουσα, δεν τοποθέτησε τους θερμοστάτες μέχρι την πληρωμή του για την εργασία που εκτέλεσε και για το δίκτυ υποδαπέδιας θέρμανσης που εγκατέστησε. Ανέφερε επίσης ότι παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι ο τριτοδιάδικος του όφειλε χρήματα, αυτή αντιεπαγγελματικά, παράνομα και αντισυμβατικά επενέβη στη συμφωνία του με τον τριτοδιάδικο και προέβη η ίδια στην προμήθεια των εν λόγω θερμοστατών. Ως αποτέλεσμα, ο τριτοδιάδικος δεν του έχει καταβάλει τα οφειλόμενα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο προμήθευσε στον τριτοδιάδικο θερμοστάτες η Ενάγουσα. Σε ότι αφορά το επίδικο υπόλοιπο ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει το υπόλοιπο αυτό και ότι από ό,τι ενημερώθηκε από τη σύζυγό του, με την ενάγουσα δεν έχουν καμία οφειλή. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 3 (β) (προσφορά υποδαπέδιας θέρμανσης) ανέφερε ότι δεν έχει υπογραφεί από τον τριτοδιάδικο πλην όμως συμφώνησαν προφορικά. Αρνήθηκε ότι η σχετική συμφωνία ήταν για ποσό €12,
- Αρνήθηκε επίσης ότι συμφωνήθηκε μέρος του ποσού να καταβληθεί σε μετρητά. Δέχτηκε ότι στις 25/11/2009 έλαβε από τον τριτοδιάδικο το ποσό των €5000 σε επιταγή λέγοντας ότι αυτό το ποσό αφορούσε τις παροχές τις οποίες έκανε στην κατοικία του τριτοδιαδίκου οι οποίες αφορούσαν τον κλιματισμό. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο τριτοδιάδικος δεν αποδέχτηκε προσφορά για κλιματιστικά λέγοντας ότι έγιναν όλες οι απαιτούμενες εργασίες που προδιαγράφονται στην προσφορά και εγκατάσταση των κλιματιστικών. Ερωτηθείς πότε έγινε η εγκατάσταση των κλιματιστικών απάντησε ότι έγινε τις ημερομηνίες που αναγράφονται. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε εάν έγινε μεταξύ 07.10.2009 και 25.11.2009 απάντησε αρνητικά και ακολούθως, όταν ρωτήθηκε εκ νέου ανέφερε ότι έγινε πιο μετά αλλά δεν θυμόταν ακριβώς και ότι αυτό μπορεί να εξακριβωθεί μέσω της συζύγου του. ΜΥ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά της Υπεράσπισης ήταν ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το 2010 είχε εταιρεία που έκανε σταμποτά. Ερωτηθείς αν γνωρίζει τον τριτοδιάδικο απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι το 2009 του έκανε δουλειά στο σπίτι του. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η εταιρεία του ανέλαβε να κάνει τα κουγκριά και τα σταμποτά στην περίμετρο του σπιτιού. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τον εναγόμενο λόγω των δουλειών και λόγω της δουλειάς του τριτοδιαδίκου. Είπε επίσης ότι για να κάνει αυτός τη δουλειά στην οικία του τριτοδιαδίκου έπρεπε κάποιοι άνθρωποι εκεί να υλοποιήσουν τις δουλειές τους και ο εναγόμενος ήταν αυτός που έβαλε τα airconditions. Ερωτηθείς πως συνδέονται τα κλιματιστικά με τη δουλειά του και γιατί έπρεπε να μιλήσει με τον Εναγόμενο ανέφερε ότι η δουλειά του ήταν το «finish» του σπιτιού και εκείνοι που δούλευαν στο σπίτι έπρεπε να περάσουν κάποιες υπηρεσίες που έπρεπε να κλείσει αυτός με το κουγκρί. Ερωτηθείς σε σχέση με τις υπηρεσίες στις οποίες αναφέρθηκε εξήγησε ότι αυτές αφορούσαν τις πρόνοιες των κλιματιστικών, δηλαδή, όπως ανέφερε, τις σωλήνες που βγαίνει το νερό πάνω στο πάτωμα που βγαίνουν μικρά φρεάτια. Τον Εναγόμενο τον είδε στην οικία του τριτοδιαδίκου και την ημέρα που ήταν ο ίδιος στο σπίτι αυτός έβαζε τα κλιματιστικά του σπιτιού. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνωρίζει τον εναγόμενο για 10-12 χρόνια στις δουλειές που έκαναν. Σε υποβολή ότι τα κλιματιστικά τοποθετήθηκαν από την εταιρεία Φούρναρης και όχι από τον Εναγόμενο ανέφερε ότι τη στιγμή που είδε τον εναγόμενο εκεί συζήτησαν στην κατάληξη των «ντρέιν» αλλά δεν ξέρει αν εκείνη τη χρονιά δούλευε με τον Φούρναρη. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος ήταν εκεί και συζήτησαν που θα καταλήξουν τα νερά των κλιματιστικών για να γίνει το σταμποτό. Ερωτηθείς εάν είδε τον εναγόμενο να βάζει τις συσκευές των κλιματιστικών απάντησε καταφατικά αλλά δεν γνώριζε τι συσκευές ήταν ούτε έκατσε να τις μετρήσει όπως ανέφερε αλλά απλά τις είδε. Σε άλλο σημείο σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι αυτό που τον αφορούσε ήταν που θα καταλήξουν τα νερά των κλιματιστικών, η λεγόμενη αποχέτευση, όπως είπε, που έπρεπε να γίνουν τα φρεάτια και ήταν εκεί ο εναγόμενος και το συζήτησαν. ΜΥ3: Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της Υπεράσπισης ήταν η σύζυγος του Εναγόμενου, κα. XXXXX Χατζηθωμά. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι αυτή κρατούσε τα λογιστικά στην επιχείρηση του συζύγου τις, βγάζει προσφορές για κλιματιστικά και κάνει πληρωμές. Σε ότι αφορά τη σχέση τους με την Ενάγουσα ανέφερε ότι το 2007 τους πλησίασε και τους είπε να γίνουν αντιπρόσωποι τους στην Επαρχία Αμμοχώστου. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 (α) και (β) λέγοντας ότι η μία προσφορά (Τεκμήριο 3 (α)) ήταν η δική τους και η άλλη (Τεκμήριο 3 (β)) θα δινόταν στον πελάτη τους που εν προκειμένω ήταν ο τριτοδιάδικος. Ερωτηθείσα για το κατά πόσο συμφωνεί με το υπόλοιπο του Τεκμηρίου 1 ανέφερε ότι διαφωνεί με το υπόλοιπο που υπάρχει, υποδεικνύοντας ότι το υπόλοιπο μέχρι 24/12/2007 είναι 3106, 91 και μεταφέρθηκε ποσό 5308, 47 αντί 3106,
- Όταν έδωσε ως ανέφερε €4000 ήξερε ότι έμενε ένα μικρό υπόλοιπο και ακολούθως ανέφερε ότι έδωσε €4000 για εξόφληση. Ανέφερε ότι το υπόλοιπο τους ανέρχεται σε €901,16 αλλά ότι επειδή ο σύζυγος της έκανε και άλλες εργασίες που δεν χρεώθηκαν η ίδια πίστευε ότι θα ήταν εξοφλητικό. Ανέφερε επίσης ότι έδωσαν δύο προσφορές στον τριτοδιάδικο μία για κλιματιστικά και μια για υποδαπέδια θέρμανση όπου και οι δύο μαζί είναι €12,000 και ότι για τις πρόνοιες και τις εγκαταστάσεις κλιματιστικών πληρώθηκαν το ποσό των €
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 14 απόδειξη αγοράς κλιματιστικών από την εταιρεία Scandia λέγοντας ότι αυτά είναι τα κλιματιστικά που αγόρασε η επιχείρηση τους για τον τριτοδιάδικο. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό για την υποδαπέδια θέρμανση. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν έχει γνώσεις λογιστικής, έχουν λογιστή και απλώς κάνει ένα μικρό έλεγχο. Ερωτηθείσα σε σχέση με το υπόλοιπο που έχουν οι λογιστές για την Ενάγουσα εταιρεία απάντησε ότι είναι το υπόλοιπο που έχει και η ίδια και ερωτηθείσα να υποδείξει ποιο είναι αυτό ανέφερε ότι είναι «€901 κάτι». Ακολούθως, όταν της υποδείχθηκε η τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1 και ρωτήθηκε σε ποιο νόμισμα είναι αυτό το υπόλοιπο και κατά πόσο είναι σε λίρες Κύπρου απάντησε ότι δεν γνωρίζει και όταν της υποβλήθηκε ότι γνωρίζει πολύ καλά ότι μέχρι την 01/01/2008 που η Κύπρος μπήκε στην Ευρωζώνη τα τιμολόγια και όλοι οι λογαριασμοί ήταν σε λίρες Κύπρου απάντησε με την ακόλουθη ερώτηση: «Το 2008 ήταν σε λίρες Κύπρου ακόμα;» Ακολούθως, όταν της υποβλήθηκε ότι την 1/01/2008 η Κύπρος μπήκε στην Ευρωζώνη και το υπόλοιπο 3160, 91 μετατρεπόμενο σε ευρώ γίνεται 5308,47 σεντ, που είναι το υπόλοιπο Brought Forward που αναφέρεται στην προτελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1 ανέφερε ότι αυτή βρήκε και ορισμένες διαφορές και ότι οι διαφωνίες της ισχύουν και στη συνέχεια πρόσθεσε ότι λυπάται που δεν έφερε μαζί της ορισμένα χαρτιά στα οποία αποδεικνύονται οι διπλές χρεώσεις. Σε άλλη υποβολή ότι έκανε τις λίρες ευρώ ανέφερε τα ακόλουθα: «. αν θυμάμαι καλά θέλω αυτό να το ψάξω, ότι δεν είναι στο 2008 που αρχίσαμε και βγάλαμε σε ευρώ. Θέλω να το δω, πιστεύω η κυβέρνηση άρχισε από το
- Δεν θυμάμαι σίγουρα δεν θέλω να πω αλλά θέλω να το ψάξω». Σε νέα υποβολή ότι το ποσό που μεταφέρθηκε το 2008 είναι το ίδιο ποσό από λίρες σε ευρώ, ανέφερε ότι θα ήθελε να δει το θέμα αυτό και ότι πίστευε ότι ακόμα τους επέτρεπαν να δουλεύουν με λίρες και το 2009 άρχισαν. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι λυπάται που δεν τύπωσε τις δικές τις καταστάσεις και ότι υπάρχουν διαφορές αλλά ότι χρωστούν ένα μικρό υπόλοιπο αλλά όχι 3 χιλιάδες. Στη συνέχεια της αντεξέτασης της με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 13 που παρουσίασε στο Δικαστήριο, της υποδείχθηκε ότι δεν αναγράφεται σε αυτήν τι ήταν αυτό που πήρε ο τριτοδιάδικος και έδωσε τη σχετική επιταγή. Απαντώντας σε αυτήν την υπόδειξη ανέφερε ότι όταν μπει στον υπολογιστή το 2009 και πάει στη «μερίδα» του τριτοδιαδίκου θα δείξει ότι ήταν κλιματιστικά απλώς δεν φαίνεται εδώ, όπως είπε αλλά δεν ξέρει τον λόγο που δεν φαίνεται. Ερωτηθείσα εάν έδωσε κάποια απόδειξη για την αγορά των κλιματιστικών από τον τριτοδιάδικο ανέφερε ότι μπορεί να του έδωσε και όταν της υποβλήθηκε εκ νέου η ερώτηση ανέφερε ότι δεν θυμάται. Σε επόμενη ερώτηση εάν έδωσε είτε η ίδια είτε ο σύζυγος της απόδειξη για την επιταγή των €5000 που έλαβαν απάντησε αρνητικά καθορίζοντας ως λόγο ότι επειδή είχε ακόμα να παίρνει από τον πελάτη θεωρούσε ότι θα έπαιρνε μία εξόφληση στο τέλος για όλα ενώ σε νέα σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν έτυχε να δώσουν απόδειξη προσθέτοντας στη συνέχεια ότι τους είπε ο τριτοδιάδικος ότι θα διευθετήσουν πιο μετά τις αποδείξεις. ΜΤ1: Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του τριτοδιαδίκου ήταν ο ίδιος. Κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Στη γραπτή του δήλωση επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, ως αυτοί έχουν συνοψισθεί στο εισαγωγικό μέρος της απόφασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Πρόσθεσε ότι γνώρισε τον Εναγόμενο τον Οκτώβριο του 2009 μέσω του αδελφού του και τότε έχτιζε σπίτι και ενδιαφερόταν για θέρμανση. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι ασχολείται και με την εγκατάσταση κλιματιστικών, του παρουσίασε μία προσφορά όμως ουδέποτε την αποδέχτηκε καθότι ήταν πολύ ψηλές οι τιμές και επειδή τα κλιματιστικά ήταν το τελευταίο πράγμα που λογάριαζαν να τοποθετήσουν στο σπίτι. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 αντίγραφο επιταγής ύψους €5000 την οποία εξέδωσαν επ' ονόματι της εμπορικής επωνυμίας του εναγόμενου η οποία συνιστούσε ως ανέφερε την προκαταβολή που του ζήτησε ο Εναγόμενος για να αγοράσει τα απαραίτητα προϊόντα και να ξεκινήσει τις εργασίες στην οικία του. Λίγες μέρες μετά την πληρωμή του εν λόγω ποσού ο Εναγόμενος έφερε στην οικία του ένα υλικό σαν δίχτυ το οποίο τοποθετήθηκε υποδαπέδια. Μετά την πάροδο κάποιων εβδομάδων ο εναγόμενος δεν εμφανιζόταν στο σπίτι του και ξεκίνησε να του τηλεφωνεί καθημερινά και να τον παρακαλεί να έρθει με σκοπό να ολοκληρώσει τις εργασίες του. Ο Εναγόμενος του έλεγε ότι είναι πολύ πιεσμένος και στη συνέχεια μετά από έντονες πιέσεις του ζήτησε ακόμα €2,000 σε μετρητά με σκοπό την αγορά κάποιων άλλων υλικών ή προϊόντων. Στις 27/1/2010 προέβη σε ανάληψη του σχετικού ποσού από λογαριασμό τους και τα έδωσε σε μετρητά στον Εναγόμενο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού. Όταν πήρε τις €2000 ο Εναγόμενος του υποσχέθηκε ότι θα προχωρούσε άμεσα στην ολοκλήρωση των εργασιών και μετά εξαφανίστηκε και δεν ήρθε ποτέ να ολοκληρώσει τη θέρμανση. Του τηλεφωνούσε τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του καθημερινά αλλά δεν απαντούσε. Επειδή δεν ανταποκρινόταν έδωσε οδηγίες να κλείσουν τα πατώματα και η οικία του αποπερατώθηκε χωρίς την εγκατάσταση της υποδαπέδιας θέρμανσης. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε παραγγείλει κλιματιστικά από τον Εναγόμενο και τα λεφτά που έδωσε τα έδωσε για την εγκατάσταση της θέρμανσης. Τα κλιματιστικά στην οικία του τα αγόρασε από την εταιρεία Φούρναρης και του τα εγκατέστησαν το καλοκαίρι του
- Αναγνώρισε το τιμολόγιο της εταιρείας Φούρναρης το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω, προς διάψευση των όσων μαρτύρησε ο ΜΥ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 δέσμη φωτογραφιών σε διάφορες ημερομηνίες εντός του 2010 στις οποίες, όπως είπε, φαίνεται ότι ενώ υπάρχει σταμπωτό στην αυλή του, στο εσωτερικό της οικίας δεν υπάρχουν κλιματιστικά. Αντεξεταζόμενος, και ερωτηθείς για το πως έγινε η γνωριμία με τον Εναγόμενο ανέφερε ότι έκανε δουλειές στο μαγαζί του αδελφού του και συγκεκριμένα επιδιόρθωνε τα κλιματιστικά του. Ερωτηθείς εάν του τον σύστησε ο αδελφός του ανέφερε ότι ήταν εκεί ο εναγόμενος και του είπε ότι ενδιαφέρεται για θέρμανση και του είπε ότι κάνει ο ίδιος αυτήν τη δουλειά και ότι θα του παρουσιάσει προσφορά επειδή είναι ένα νέο σύστημα θέρμανσης και αν ενδιαφέρεται να προχωρήσουν και συμφώνησε μαζί του να προχωρήσουν με τη δουλειά. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι δεν έκανε έρευνα αγοράς για να δει ακριβώς πόσο στοιχίζει μια τέτοια θέρμανση γιατί ήταν ένα νέο πράγμα, όπως είπε, και τον ενδιέφερε. Ρωτήθηκε στη συνέχεια ως προς το κατά πόσο σύμφωνα με τη θέση του εκεί που ήταν με τον αδελφό του ήταν και ο εναγόμενος ο οποίος του είπε για τη θέρμανση και απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι συμφώνησαν εκεί προφορικά για το ποσό των €12,
- / Ακολούθως, ερωτηθείς κατά πόσο ενημέρωσε τον εναγόμενο για τα τετραγωνικά του σπιτιού του απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι του είπε να έρθει να δει το σπίτι και στη συνέχεια ερωτηθείς ως προς το κατά πόσο η θέση του είναι ότι του είπε τιμή ο εναγόμενος χωρίς να έχει δει το σπίτι ανέφερε ότι ρώτησε περίπου πόσο είναι και του είναι ότι είναι γύρω στα 190 τ.μ. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 (β) (προσφορά υποδαπέδιας θέρμανσης) ανέφερε ότι δεν του έδειξε ποτέ αυτό το πράγμα και ότι απλώς του είπε το ποσό και του είπε προχώρα. Συμφώνησε ότι το δίχτυ που τοποθετήθηκε στο σπίτι του είναι το ίδιο με αυτό που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο ως Τεκμήριο
- Συμφώνησε με την υποβολή ότι η υποδαπέδια θέρμανση αποτελείται από το συγκεκριμένο δίκτυ που τοποθετήθηκε στο σπίτι του και από θερμοστάτες που ρυθμίζουν τη λειτουργία του. Με αναφορά στις φωτογραφίες που ο ίδιος παρουσίασε (Τεκμήριο 18) και πιο συγκεκριμένα τις πρίζες που ο ίδιος ανέφερε ότι θα έμπαιναν οι θερμοστάτες και στις οποίες ο ηλεκτρολόγος του έβαλε καλύμματα για να μην μείνουν τρύπες στον τοίχο, όπως ανέφερε, ερωτηθείς για το αν γνωρίζει τι υπάρχουν πίσω από αυτές τις πρίζες απάντησε ότι φυσικά και δεν γνωρίζει αφού δεν είναι η δουλειά του και σε άλλο σημείο ότι δεν υπήρχε κάτι ήταν ένας τοίχος ανοιχτός αρνούμενος ότι υπήρχαν καλώδια μέσα. Ακολούθως, ανέφερε ότι πριν κλείσει ο τοίχος ήταν ανοικτό κουτί. Σε άλλο σημείο αναφερόμενος στις ίδιες πρίζες ανέφερε ότι απλά είναι σωλήνες και τα κάλυψε. Ερωτηθείς ποιος έκανε αυτές τις σωλήνες απάντησε ότι τις έκανε ο ηλεκτρολόγος του αρνούμενος ότι τις έκανε ο εναγόμενος. Σε ότι αφορά το ποσό των €2000 το οποίο κατ' ισχυρισμό έδωσε στον Εναγόμενο για κάποια άλλα υλικά όπως ανέφερε, είπε πως δεν θυμόταν ακριβώς που τον συνάντησε και του τα έδωσε και ερωτηθείς ως προς τον λόγο που δεν πήγε στο κατάστημα του για να ζητήσει απόδειξη ανέφερε ότι δεν ήξερε που ήταν το κατάστημα του αλλά ούτε ρώτησε τον αδερφό του που είναι να του πει. Ήταν η θέση του ότι ενώ έδωσε το ποσό των €2000 σε μετρητά μετά δεν ξαναφάνηκε ο Εναγόμενος και ο ίδιος δεν πήγε να τον βρει ή να επικοινωνήσει με τον αδελφό του και απλώς τον περίμενε να έρθει να τελειώσει την εργασία του. ΜΤ2: Δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά του τριτοδιαδίκου ήταν ο κ. Φούρναρης XXXXX ο οποίος ανέφερε ότι έχει καταστήματα με ηλεκτρικές οικιακές συσκευές. Αναγνώρισε το τεκμήριο 19 (τιμολόγιο ημερομηνίας 1/6/2010) λέγοντας ότι ο τριτοδιάδικος αγόρασε τα κλιματιστικά που αναγράφονται σε αυτό και την υπηρεσία εφαρμογής εγκατάστασης. Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν γνωρίζει σε ποιο σπίτι έχει γίνει η εγκατάσταση των κλιματιστικών που αναγράφεται στο Τεκμήριο 19 απάντησε ότι: «Στα χρόνια που έχουν περάσει ακόμα και να είχα πάει δεν θα γνώριζα να ξαναπάω». Σε υποβολή ότι τα κλιματιστικά που αναφέρονται στο Τεκμήριο 19 δεν έχουν εγκατασταθεί στο σπίτι του τριτοδιαδίκου αλλά σε άλλο σπίτι απάντησε τα ακόλουθα: «Περιμένετε απάντηση; Δεν μπορώ να απαντήσω την πρόταση, ούτε να επιβεβαιώσω, ούτε να διαψεύσω». Αξιολόγηση Μαρτυρίας και ευρήματα: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[3] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[4] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[5] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό και η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή.[6] ΜΕ1: Ο ΜΕ1 έκανε πολύ καλή και θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας αλήθειας. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας του, ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε με σαφήνεια, σταθερότητα, θετικότητα και συνεκτικότητα τα γεγονότα σε σχέση με την επίδικη διαφορά μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου. Πρόκειται για πρόσωπο που εξήγησε με συνοχή το τι διαμείφθηκε μεταξύ των διαδίκων και πιο συγκεκριμένα, το είδος της συνεργασίας μεταξύ τους χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς. Εξήγησε με σαφήνεια τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός υπήρξε ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης, η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει κλονιστεί. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του είτε το ύψος του επίδικου υπολοίπου είτε οποιαδήποτε καταχώριση στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Στο ζήτημα όμως αυτό θα επανέλθω στη συνέχεια. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, συνεκτική, σταθερή και πειστική. Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. ΜΥ1: Ο ΜΥ1 έκανε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέπεσε σε συνεχείς αντιφάσεις αναιρώντας ουσιαστικά τα λεγόμενα του και δεν ήταν σταθερός στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, ήταν έκδηλη η ανειλικρίνεια του σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας του τα οποία είχαν καταλυτική σημασία στην αξιοπιστία του πλήττοντας την ανεπανόρθωτα. Η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και δίδω στη συνέχεια διάφορα παραδείγματα που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Καταρχάς κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι σε σχέση με τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό αποκλειστική αντιπροσωπεία που είχε ο ίδιος σε σχέση με τα προϊόντα της Ενάγουσας στην επαρχία Αμμοχώστου θέμα για το οποίο είχε αντεξεταστεί εκτεταμένα και ο ΜΕ1 καθώς και σε σχέση με τη θέση περί υποχρέωσης του να προσφέρει στους πελάτες του την τιμή της προσφοράς που ετοιμαζόταν από την Ενάγουσα (σχετικές είναι οι αναφορές του στις παραγράφους 5, 6, 7, 8, 11, 12, 14 του Εγγράφου Α), κρίνεται άσκοπη η αξιολόγηση του ΜΥ1 σε σχέση με τα όσα περί τούτου ανέφερε αφού δεν υπήρξε καμία απολύτως συνάρτηση των ζητημάτων αυτών με τα επίδικα θέματα τα οποία θα κληθεί το Δικαστήριο να επιλύσει στην παρούσα υπόθεση. Πέραν και ανεξάρτητα όμως από αυτό, από την ίδια την μαρτυρία του ΜΥ1 διαφάνηκε ότι ο ίδιος δεν συμβαλλόταν στο όνομα και για λογαριασμό της Ενάγουσας (κάτι που θα συνήδε με τη θέση περί αντιπροσωπείας) αλλά προέβαινε στη σύναψη ξεχωριστών συμβάσεων με τους εκάστοτε πελάτες τους προμηθευόμενος τα διάφορα προϊόντα (ηλεκτρικές θερμάνσεις) από την Ενάγουσα και συνάπτοντας ξεχωριστές συμβάσεις με τους εκάστοτε πελάτες του. Κατά τα λοιπά, ήταν κοινώς αποδεκτός ο τρόπος της μεταξύ τους συνεργασίας, και πιο συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος προμηθευόταν προϊόντα από την Ενάγουσα η οποία του ετοίμαζε δύο προσφορές, μία με τις δικές του τιμές και μια με τις τιμές του τελικού πελάτη και με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος αποκόμιζε κέρδος αφού οι τιμές για τον εκάστοτε τελικό πελάτη του εναγόμενου ήταν ψηλότερες από αυτές που χρεωνόταν ο λογαριασμός που ο εναγόμενος διατηρούσε με την ενάγουσα ο οποίος πιστωνόταν τόσο με ποσά τα οποία κατέβαλλε ανά διαστήματα ο εναγόμενος όσο και με ποσά τα οποία αντιστοιχούσαν σε εγκαταστάσεις είτε κλιματιστικών είτε θερμάνσεων της Ενάγουσας στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος. Περαιτέρω, εντελώς ασύνδετη με τα επίδικα θέματα ήταν και η αναφορά του στην παράγραφο 9 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) ότι τα χρηματικά ποσά που θα χρεώνονταν στον λογαριασμό του με την ενάγουσα θα καταβάλλονταν από τους πελάτες του στην Ενάγουσα, μέσω του ίδιου ως μεσάζοντα ή αντιπροσώπου αφού δικογραφικά δεν προωθήθηκε οποιαδήποτε θέση ότι ο εναγόμενος δεν είναι συμβατικά υπόλογος έναντι της Ενάγουσας σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα και ότι θα έπρεπε η Ενάγουσα να αναζητήσει το επίδικο υπόλοιπο από τους πελάτες του εναγόμενου και όχι από τον ίδιο. Συνεπώς, δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί η ρηθείσα αναφορά. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του στην προσπάθεια του να αποδώσει αντισυμβατική συμπεριφορά στην Ενάγουσα παρατηρώ τα ακόλουθα: Ο ΜΥ1 ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα προμήθευσε θερμοστάτες στον τριτοδιάδικο υποστηρίζοντας με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν θα μπορούσε ο τριτοδιάδικος να προμηθευτεί θερμοστάτες από οπουδήποτε αλλού εκτός από την Ενάγουσα και ότι η επίδικη υποδαπέδια θέρμανση λειτουργούσε μόνο με τους δικούς της θερμοστάτες, αντεξεταζόμενος και σε πλήρη αντίφαση με τις προηγούμενες δηλώσεις του σε υποβολή ότι ο τριτοδιάδικος θα μπορούσε να προμηθευτεί θερμοστάτες από όπου ήθελε ο ίδιος και ότι δεν προμηθεύτηκε τέτοιους από την Ενάγουσα παραδέχτηκε ευθαρσώς ότι δεν μπορεί να το ξέρει αυτό και δεν μπορεί να δώσει κάποια απάντηση ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του δήλωσε ευθαρσώς ότι δεν γνώριζε αν υπήρχαν άλλα είδη θερμοστατών άλλων εταιρειών που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αυτήν τη θέρμανση. Σε ότι αφορά το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες λήφθηκε από τον ίδιο το ποσό των €5.000 από τον τριτοδιάδικο παρατηρώ τα ακόλουθα: Τόσο δικογραφικά όσο και στη μαρτυρία του ΜΥ1 η εκδοχή που προβλήθηκε ήταν ότι αυτό το ποσό συνιστούσε πληρωμή συμφωνηθείσας αμοιβής για εκτελεσθείσες εργασίες σε σχέση με κλιματιστικά στην οικία του τριτοδιαδίκου δυνάμει προσφοράς η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 και ότι αυτό το ποσό δεν είχε σχέση με την υποδαπέδια θέρμανση. Ενώ στην κυρίως εξέταση του (παράγραφος 19 του Εγγράφου Β) ανέφερε ότι υλοποίησε και ολοκλήρωσε όλες τις εργασίες που αναφέρονται στην προσφορά ημερομηνίας 7/10/09 (Τεκμήριο 8) σε σχέση με τα κλιματιστικά και έτσι ο τριτοδιάδικος στις 25/11/2009 του κατέβαλε το ποσό των €5.000, καθιστώντας με αυτήν του την αναφορά σαφές ότι προέβη στις εργασίες αυτές πριν την πληρωμή του εν λόγω ποσού στις 25/11/2009 και ότι ήταν αυτός ο λόγος της πληρωμής του εν λόγω ποσού από τον τριτοδιάδικο κατά την εν λόγω ημερομηνία που πληρώθηκε, κατά την αντεξέταση του και σε πλήρη αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του δήλωσε χωρίς ενδοιασμό αναιρώντας την προηγούμενη τοποθέτηση του ότι μεταξύ της ημερομηνίας της προσφοράς (Τεκμήριο 8) και της ημερομηνίας πληρωμής του εν λόγω ποσού από τον τριτοδιάδικο δεν είχε προβεί στην εκτέλεση των επικαλούμενων εργασιών στις οποίες προέβη ως ανέφερε «πιο μετά» χωρίς όμως να είναι σε θέση να υποδείξει πότε καθιστώντας με αυτήν του την αναφορά σαφές ότι η πληρωμή του εν λόγω ποσού κατά τον χρόνο που έγινε δεν αποτελούσε πληρωμή για εκτελεσθείσες εργασίες σε σχέση με κλιματιστικά ως αρχικώς, και μάλιστα με κατηγορηματικό τρόπο, είχε ισχυριστεί. Ούτε και η αναφορά του ότι εάν το ποσό των €5.000 ήταν για οτιδήποτε άλλο εκτός από τα κλιματιστικά θα εξέδιδε απόδειξη έπεισε αφού πέραν του ότι δεν εξήγησε γιατί θα εξέδιδε απόδειξη σε τέτοια περίπτωση ενώ σε άλλη όχι, στη συνέχεια και σε πλήρη αντίφαση ανέφερε ότι θα έψαχνε να βρει απόδειξη την οποία είπε ότι «πρέπει να την έχει ο τριτοδιάδικος». Περαιτέρω, ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του σε σχέση με τα όσα επί του προκειμένου ανέφερε ήταν και το γεγονός ότι η προσφορά Τεκμήριο 8 αφορά ποσό ύψους €4.610 και όχι €5.
- Σε μία προσπάθεια να δικαιολογήσει αυτή τη διάσταση, ανέφερε ότι επιπρόσθετα από το εν λόγω ποσό είχε συμφωνηθεί και ποσό €390 που αφορούσε την εγκατάσταση (άρα συμποσούμενο ανέρχεται στο ποσό των €5.000 που πληρώθηκε) χωρίς όμως να εξηγήσει για ποιον λόγο αυτό το ποσό (ήτοι €390) δεν είχε συμπεριληφθεί εξαρχής στη γραπτή προσφορά που δόθηκε. Θα αναμένετο λογικά ότι από τη στιγμή που υποβλήθηκε γραπτή προσφορά σε σχέση με τα κλιματιστικά στην οποία αναγράφεται ρητά ότι αφορούσε την εγκατάσταση των κλιματιστικών να είχε συμπεριληφθεί εξαρχής το επιπρόσθετο αυτό ποσό ή τουλάχιστον να διδόταν κάποια εξήγηση ως προς το γιατί αυτό δεν έγινε. Ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του ήταν και το ότι ο ΜΥ1 όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να υποδείξει πότε προέβη στην κατ' ισχυρισμό εγκατάσταση αλλά ο ίδιος όταν ρωτήθηκε εκ νέου πότε πήγε για να εγκαταστήσει τα κλιματιστικά ανέφερε χαρακτηριστικά ότι δεν μπορούσε να θυμάται πότε «ακριβώς πήγα, τι έκαμα, τι έφτιαξα. Υπάρχουν κατεγραμμένα». Δεν εξήγησε βεβαίως που υπάρχουν καταγεγραμμένα. Ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι θα μπορούσε να εξακριβωθεί το πότε πήγε μέσω της συζύγου του κάτι που δεν έγινε όμως αφού ούτε η σύζυγος του ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί του προκειμένου. Ασαφείς και αόριστες ήταν και οι αναφορές του περί απαίτησης καταβολής του ποσού που αντιστοιχούσε στις εργασίες που εκτέλεσε και της άρνησης του τριτοδιαδίκου να του το καταβάλει. Συγκεκριμένα, δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ποιο ήταν το κατ' ισχυρισμό ποσό που αντιστοιχούσε στις ρηθείσες εργασίες και ποιο ακριβώς ποσό ζήτησε από τον τριτοδιάδικο και πότε. Εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι εξεταζόμενη συνολικά η μαρτυρία του ΜΥ1, υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων, καθιστά αδύνατο ή τελείως ακροσφαλές και αβέβαιο το έργο της διάκρισης μεταξύ ψεύδους και πραγματικότητας. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΥ1 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας του να δώσει σταθερές απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που του τέθηκαν, καταλήγω ότι η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. ΜΥ2: Ο ΜΥ2 επίσης δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Αυτό το οποίο ήρθε ουσιαστικά να πει στο Δικαστήριο αυτός ο μάρτυρας ήταν ότι είδε τον Εναγόμενο στην οικία του τριτοδιαδίκου να βάζει κλιματιστικά. Οι επί του προκειμένου αναφορές του όμως δεν έπεισαν αφού εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι αυτή χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί με ακρίβεια για το πότε είχε πάει στην οικία του τριτοδιαδίκου, λέγοντας ότι δεν θυμάται εάν ήταν αρχές ή τέλος του 2009 χωρίς να είναι σε θέση να υποδείξει με ακρίβεια πότε πήγε. Ο ακριβής όμως χρόνος έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί ο ίδιος ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε εργασίες αρχές του
- Επίσης, ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι την ημέρα που ήταν ο ίδιος στην οικία του τριτοδιαδίκου (την οποία δεν υπέδειξε όμως) ο εναγόμενος έβαλε τα κλιματιστικά, όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι τα κλιματιστικά τα έβαλε η εταιρεία Φούρναρης και όχι ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε κάτι τέτοιο λέγοντας απλώς ότι ήταν εκεί ο εναγόμενος και συζήτησαν που θα καταλήξουν τα νερά των κλιματιστικών και ότι δεν γνώριζε εάν εκείνη τη χρονιά δούλευε με τον Φούρναρη. Περαιτέρω, κληθείς να αναφέρει λεπτομέρειες σε σχέση με συσκευές που κατ' ισχυρισμό είδε, όπως για παράδειγμα ο αριθμός και το είδος των συσκευών, ήταν εμφανής ο εκνευρισμός του λέγοντας ότι δεν ήταν η δουλειά του να παρακολουθήσει τον εναγόμενο και σε άλλο σημείο ότι δεν έκατσε να τις μετρήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχτώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων και την απορρίπτω στο σύνολο της. ΜΥ3: Η ΜΥ3 δεν έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω σύνοψη της μαρτυρίας της αυτή χαρακτηρίζεται από ασαφείς, γενικές και αόριστες αναφορές. Το ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας της αφορούσε το ζήτημα της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον του συζύγου της. Ενώ η ίδια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τα οικονομικά της επιχείρησης του συζύγου της και ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν είναι ορθό το επίδικο υπόλοιπο το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα, εντούτοις οι αναφορές της προς υποστήριξη αυτής της θέσης κάθε άλλο παρά συγκεκριμένες και σαφείς ήταν. Ειδικότερα, από τη μία έλεγε ότι η πληρωμή που είχαν κάνει ύψους €4000 ήταν για εξόφληση του υπολοίπου τους και από την άλλη έλεγε ότι όταν έκανε την εν λόγω πληρωμή υπήρχε ένα μικρό υπόλοιπο. Μάλιστα, ενώ ήταν η θέση της ότι είχε δικές τις καταστάσεις από τις οποίες προέκυπταν διαφορές εντούτοις, δεν παρουσίασε τις εν λόγω καταστάσεις στο Δικαστήριο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι μία τέτοια εκδοχή, δηλαδή της αμφισβήτησης οποιασδήποτε καταχώρισης στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού δεν τέθηκε στον ΜΕ1 ενώ αυτός αντεξετάζετο για να πει τη θέση του και να τη σχολιάσει. Σε αυτό το θέμα θα επανέλθω στη συνέχεια. Γενικόλογες ήταν και οι αναφορές της σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό διαφορά που προέκυπτε στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με το μεταφερόμενο υπόλοιπο από το έτος 2007 στο 2008, καθιστώντας σαφές ότι η ίδια δεν έλεγξε πριν τοποθετηθεί επί τούτου κατά πόσο η όποια διαφορά προέκυπτε λόγω αλλαγής του νομίσματος από λίρες σε ευρώ. Ασαφείς ήταν και οι αναφορές της σε σχέση με τις περιστάσεις καταβολής του ποσού των €5.000 από τον τριτοδιάδικο αφού ενώ η θέση της ήταν ότι αυτή αφορούσε τα κλιματιστικά και ότι αυτό φαινόταν στα δικά της αρχεία, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσει αυτή την αναφορά, ούτε παρουσίασε οτιδήποτε υποστηρικτικό αυτής της θέσης στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΥ3 στο σύνολο της και έχοντας πιο πάνω δώσει κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα του όλου τρόπου που απαντούσε και της έκδηλης αδυναμίας της να δώσει σταθερές και σαφείς απαντήσεις σε απλές ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την αντεξέταση, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία της δεν ήταν ειλικρινής και, επομένως, την απορρίπτω. ΜΤ1: Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του ΜΤ1 ο οποίος έκανε αρνητική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά διαπιστώνω ότι δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του, υπέπεσε σε αντιφάσεις και αναιρούσε τα λεγόμενα του. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Παραθέτω στη συνέχεια κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε σε διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν. Θα αρχίσω από το μέρος της μαρτυρίας του σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία σε σχέση με την υποδαπέδια θέρμανση και τους όρους αυτής. Ήταν εμφανές ότι επί του προκειμένου αναφορές του δεν υπήρξαν ειλικρινείς. Ενώ παραδέχτηκε ότι του είπε ο εναγόμενος όταν συναντήθηκαν στο μαγαζί του αδερφού του ότι θα του έδινε προσφορά για την υποδαπέδια θέρμανση εντούτοις σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ισχυρίστηκε ότι συμφώνησαν επί τόπου προφορικά στο μαγαζί του αδελφού του κάτι που δεν συνάδει με την προηγούμενη τοποθέτηση του περί ετοιμασίας προσφοράς από τον εναγόμενο. Ενώ λοιπόν από τη μια έλεγε ότι όταν συναντήθηκαν του είπε ο εναγόμενος ότι θα του έδινε σχετική προσφορά προτού συμφωνήσουν, σε άλλο σημείο διαφοροποιώντας τη θέση του αυτή ισχυρίστηκε ότι όλα έγιναν προφορικά επί τόπου χωρίς καμία προσφορά. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η τιμή των €12.000 συμφωνήθηκε χωρίς να ξέρει ο Εναγόμενος πόσα τετραγωνικά είναι το σπίτι του αφού όπως ανέφερε δεν είπε στον Εναγόμενο τα τετραγωνικά και ότι του είπε να έρθει να δει το σπίτι του, σε επόμενη ερώτηση ως προς το πως γίνεται να του έδωσε τιμή ο εναγόμενος χωρίς προηγουμένως να είχε δει το σπίτι του, σε πλήρη αντίφαση με την αμέσως προηγούμενη θέση του και αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι αυτή η απάντηση του στερείτο λογικής, διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι τελικά τον ρώτησε ο εναγόμενος και αυτός του είπε περίπου πόσα τετραγωνικά είναι το σπίτι του. Ούτε η θέση που προβλήθηκε ότι απλώς του είπε ο εναγόμενος ότι θα στοίχιζε €12.000 χωρίς οποιαδήποτε άλλη συγκεκριμένη αναφορά και ξέροντας στο περίπου τα τετραγωνικά του σπιτιού του και ότι αυτός το δέχτηκε χωρίς ο ίδιος να προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα αγοράς σε σχέση με το εν λόγω ποσό έπεισε το Δικαστήριο. Αρνητική εντύπωση προκάλεσαν και οι ασταθείς, γενικές, ανακριβείς και αβέβαιες αναφορές του σε σχέση με το είδος των εργασιών που εκτελέσθηκαν στην οικία του σε σχέση με την επίδικη υποδαπέδια θέρμανση σε μία εμφανή προσπάθεια του να υποστηρίξει την εκδοχή του ότι η μοναδική εργασία που εκτελέστηκε ήταν η τοποθέτηση του διχτύου. Διαπίστωσα έλλειψη αυθορμητισμού κατά τη διάρκεια των απαντήσεων του επί του προκειμένου. Ειδικότερα, σε σχέση με τα σημεία στους τοίχους που θα έμπαιναν οι θερμοστάτες της θέρμανσης τα οποία όπως ανέφερε τοποθετήθηκαν καλύμματα για να μην μείνουν ανοιχτές οι τρύπες, ενώ αρχικά έλεγε ότι δεν γνώριζε τι είχε πίσω από αυτές τις τρύπες, στη συνέχεια έλεγε με κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν υπήρχε κάτι μέσα και ήταν απλώς ένας τοίχος ανοικτός και στη συνέχεια και σε πλήρη αντίφαση με τις προηγούμενες τοποθετήσεις του παραδέχτηκε ότι είχε σωλήνες και τις κάλυψε. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι οι πιο πάνω σωληνώσεις στους τοίχους που θα έμπαιναν οι θερμοστάτες (την ύπαρξη των οποίων αρχικά αρνήθηκε) έγιναν από τον δικό του ηλεκτρολόγο. Πέραν του ότι δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οτιδήποτε που να επιβεβαιώνει αυτή του τη θέση, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ο ηλεκτρολόγος του γνώριζε ότι αυτός θα αποφάσιζε ότι θα έβαζε υποδαπέδια θέρμανση και ήξερε από πριν τοποθετηθεί αυτή η υποδαπέδια θέρμανση πού θα γίνονταν οι ενώσεις της υποδαπέδιας θέρμανσης ούτως ώστε γίνουν αυτές οι τρύπες και οι σωληνώσεις, χωρίς κανένα ενδοιασμό απάντησε γενικά και αόριστα: «Λογικά θα γνώριζε, ναι, αφού με ρώτησε τι θα κάνω στο σπίτι και του είπα θέλω να βάλω θέρμανση και βάλε extra σημεία στο σπίτι για να ενωθούσιν να μπουν», και στη συνέχεια ερωτηθείς εάν είδε ο ηλεκτρολόγος του αυτήν την υποδαπέδια θέρμανση και εάν μίλησε με τον εναγόμενο απάντησε: «Όχι, δεν ξέρω, αλλά του το ανέφερα ότι ήθελα να αφήσει κουτιά ανοικτά για να γίνει αυτή η δουλειά μέσα στο σπίτι, η οποία δεν γίνηκε, δεν γίνηκε ποτέ.». Εάν οι επί του προκειμένου αναφορές του ήταν ειλικρινείς θα ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί με τον δικό του ηλεκτρολόγο και τι ακριβώς έπραξε αυτός και δεν θα περιοριζόταν σε αυτές τις γενικόλογες, ασαφείς και αόριστες αναφορές. Εξαιρετικά αρνητική εντύπωση έκαναν οι αναφορές του σε σχέση με το ακόλουθο ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του: Πρόκειται για την κατ' ισχυρισμό πληρωμή από τον ίδιο επιπρόσθετου ποσού ύψους €2.000 σε μετρητά στον εναγόμενο από τις οποίες αναδύθηκε έλλειψη ειλικρίνειας. Ήταν εμφανής ο δισταγμός του και η έλλειψη αυθορμητισμού στα όσα επί του προκειμένου ανέφερε. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η πληρωμή αυτή έγινε για «κάποια άλλα υλικά» τα οποία δεν διευκρίνισε τη στιγμή που ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ότι κατά τον εν λόγω χρόνο γνώριζε ότι το μόνο που παρέμενε από υλικά ήταν οι θερμοστάτες. Δεν έπεισε ούτε συνάδει με την κοινή λογική ότι υπό αυτές τις περιστάσεις θα έδινε σε μετρητά ένα τέτοιο ποσό χωρίς να ξέρει τι ακριβώς αφορούσε αυτό το ποσό και χωρίς μάλιστα να επιδιώξει, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, να λάβει απόδειξη. Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίστηκε ότι του είπε ο εναγόμενος ότι την απόδειξη θα του την έφερνε στο σπίτι του, ερωτηθείς γιατί δεν πήγε ο ίδιος στο κατάστημα του εναγόμενου να ζητήσει την εν λόγω απόδειξη μόλις είδε ότι δεν του την έφερε ο εναγόμενος, ανέφερε ότι δεν γνώριζε που ήταν το κατάστημα του αλλά ούτε και ρώτησε τον αδερφό του να του πει που είναι. Περαιτέρω, ενδεικτικό της ανειλικρίνειας του επί τούτου του σημείου ήταν και το εξής: ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε σε άλλο σημείο ότι όταν ξεκίνησε το σπίτι τους έκαναν δάνειο και είχαν σχετικό βιβλιάριο επιταγών (cheque book) και «πληρώναμε τον κόσμο τότε». Συγκεκριμένα ανέφερε: «Ήταν cheque book που το κάνει ο Οργανισμός και πληρώνουμε κάθε δουλειά που γίνεται στο σπίτι». Ενώ δηλαδή από τη μία δήλωνε ότι οι πληρωμές σε σχέση με τις εκάστοτε εργασίες στην οικία του γίνονταν με επιταγές χωρίς να αναφέρει ότι προέβαινε και σε πληρωμές με μετρητά, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι προέβη σε αυτήν την περίπτωση σε πληρωμή σε μετρητά επειδή έτσι του ζήτησε ο εναγόμενος όπως είπε κάτι που δεν συνάδει με την προηγούμενη δική του τοποθέτηση περί διευθέτησης πληρωμών με επιταγές. Δεν έπεισαν ούτε οι γενικές και ασαφείς αναφορές του ότι ο εναγόμενος δεν ξαναφάνηκε ούτε του απαντούσε και ο ίδιος παρά το ότι κατέβαλε ως ισχυρίστηκε συνολικό ποσό ύψους €7.000 απλώς τον περίμενε να έρθει να τελειώσει την εργασία χωρίς όμως όπως ευθαρσώς δήλωσε να επιδιώξει να πάει στο κατάστημα του επειδή δεν γνώριζε που είναι και χωρίς όμως να επιδιώξει να μάθει ή χωρίς να επικοινωνήσει με τον αδελφό του ο οποίος συνεργαζόταν με τον εναγόμενο. Αρνητική εντύπωση προκάλεσαν και οι αναφορές του όταν τέθηκε στον ίδιο ότι ουσιαστικά περίμενε για 8 χρόνια μέχρι να γίνει η ειδοποίηση τριτοδιαδίκου από τον εναγόμενο (για να προβάλει ουσιαστικά και ο ίδιος απαίτηση) λέγοντας ότι ήταν ο εναγόμενος που τον κάλεσε Δικαστήριο και ότι το 2010 που μπήκε στο σπίτι του δεν είχε όρεξη να ανοίγει υποθέσεις με τον εναγόμενο. Η όλη εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει σε σχέση με την υποδαπέδια θέρμανση δεν ήταν σταθερή και πειστική, στερείται λογικής και ούτε ο ίδιος ήταν σε θέση να δώσει κάποια λογική εξήγηση. Συγκεκριμένα, ενώ δέχτηκε ότι το μόνο που απέμεινε από υλικά ήταν οι θερμοστάτες εντούτοις ήταν η θέση του ότι δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά ο εναγόμενος στην οικία του για να τους βάλει προκειμένου να λειτουργήσει η θέρμανση επειδή του έλεγε ο εναγόμενος ότι ήταν «πολύ busy» και «είχε πολλή δουλειά» με αποτέλεσμα ουσιαστικά να χάσει ο εναγόμενος το ποσό των €5.000 που αφορούσε το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής για τη θέρμανση, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο. Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, κρίνω ότι ο ΜΤ1 δεν ήταν αξιόπιστος μάρτυρας και συνακόλουθα, η μαρτυρία του ΜΤ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω τρωτά σημεία στη μαρτυρία του και οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου κλονίζουν το υπόβαθρο της αξιοπιστίας του εν λόγω μάρτυρα σε βαθμό που η απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία του να καθίσταται ακροσφαλής. ΜΤ2: Ο ΜΤ2 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και δεν διαπίστωσα οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Ο ίδιος αναφέρθηκε με σαφήνεια και καθαρότητα λόγου στο τιμολόγιο αγοράς κλιματιστικών από τον Τριτοδιάδικο (Τεκμήριο 19) διευκρινίζοντας με απόλυτη ειλικρίνεια ότι δεν μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά ως προς το κατά πόσο τα συγκεκριμένα κλιματιστικά τοποθετήθηκαν στην οικία του τριτοδιαδίκου. Αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του. Ευρήματα: Από την εκατέρωθεν ανταλλαχθείσα δικογραφία ως επίσης και από την μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση διαφάνηκε ότι τα ακόλουθα συνιστούν κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: - Ο Εναγόμενος και ο Τριτοδιάδικος συμφώνησαν την εγκατάσταση υποδαπέδιας θέρμανσης στην οικία του του τριτοδιαδίκου και στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας ο εναγόμενος εγκατέστησε στην οικία του τριτοδιαδίκου ένα δίχτυ (όπως αυτό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9). - Ο τριτοδιάδικος παρέδωσε στον Εναγόμενο επιταγή ημερομηνίας 25/11/2009 για το ποσό των €5.
- Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Περαιτέρω, στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα: - Η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ασχολείτο με την πώληση ηλεκτρικών συσκευών και υποδαπέδιων θερμάνσεων. - Κατόπιν σχετικής προς τούτο συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου συμφωνήθηκε την 1/1/2007 το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού ο οποίος χρεωνόταν με τα εκάστοτε ποσά που αφορούσαν την αγορά εμπορευμάτων της Ενάγουσας στην οποία προέβαινε ο εναγόμενος και πιστωνόταν με οποιαδήποτε ποσά κατέβαλλε ο εναγόμενος έναντι του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού του με την Ενάγουσα. - Πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων ποσών ο λογαριασμός πιστωνόταν ανά διαστήματα και με ποσά τα οποία αντιστοιχούσαν σε εγκαταστάσεις είτε κλιματιστικών είτε θερμάνσεων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. - Η συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου συνεχίστηκε μέχρι και τις 15/10/
- - Καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους γίνονταν διάφορες χρεοπιστώσεις στον ανωτέρω αναφερόμενο λογαριασμό ως αυτές έχουν εξηγηθεί ανωτέρω. - Σε σχέση με τις υποδαπέδιες θερμάνσεις τις οποίες προμηθευόταν ο Εναγόμενος από την Ενάγουσα, η τελευταία ετοίμαζε στον Εναγόμενο δύο προσφορές η πρώτη εκ των οποίων αφορούσε το ποσό το οποίο εν τέλει χρεωνόταν στον λογαριασμό που διατηρούσε με την Ενάγουσα και η άλλη το ποσό το οποίο ο Εναγόμενος δύνατο να συμφωνήσει με τους εκάστοτε πελάτες του με τους οποίους σύναπτε ξεχωριστές συμβάσεις. - Το Τεκμήριο 1 αποτελεί την κατάσταση του λογαριασμού που τηρείτο μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου κατά τη διάρκεια της επίδικης συνεργασίας τους και περιλαμβάνει τις χρεοπιστώσεις που διενεργούνταν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Νομική Πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα σε σχέση με την απαίτηση της και ο Εναγόμενος σε σχέση με την ανταπαίτηση του. Σε σχέση με την απαίτηση εναντίον του τριτοδιαδίκου, το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος και αντίστοιχα, ο τριτοδιάδικος σε ότι αφορά την ανταπαίτηση. Περαιτέρω Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί[7], μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Σε ότι αφορά αξιώσεις για οφειλόμενο υπόλοιπο προς απόδειξη των οποίων παρουσιάζονται καταστάσεις λογαριασμού εκείνο το οποίο προκύπτει από τη σχετική νομολογία[8] είναι ότι εκεί όπου αμφισβητείται το ύψος του αξιούμενου ως οφειλόμενου ποσού θα πρέπει να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία από την οποία να προκύπτουν οι χρεοπιστώσεις και κίνηση των λογαριασμών από την έναρξη της ισχύος του λογαριασμού μέχρι το τελικό υπόλοιπο. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και σε ότι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου σημειώνω τα ακόλουθα: Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του μάρτυρα για την πλευρά της Ενάγουσας υπήρξε ρητή παραδοχή του επίδικου υπολοίπου από τη συνήγορο του Εναγόμενου. Παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών της ακροαματικής διαδικασίας στα οποία εμφαίνονται οι δηλώσεις της συνηγόρου του Εναγόμενου: «κα Δαμιανού: Αποδέχομαι την πίστωση, αποδέχομαι ως υπόλοιπο λογαριασμού, το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού που φαίνεται που έχετε παρουσιάσει ως Τεκμήριο. Δικαστήριο: Το αποδέχεστε λέτε; κα Δαμιανού: Είναι ξεκάθαρο ναι, υπάρχει χρέωση εκεί. κ. Καρεκλάς: Άρα το υπόλοιπο του λογαριασμού να το ξεκαθαρίσουμε να μην συζητούμε. Δικαστήριο: Ναι, το έχει δηλώσει τώρα, οπότε έχουμε το υπόλοιπο του λογαριασμού. κα Δαμιανού: Δεν εννοώ το σημερινό, ότι υπήρχαν αυτές οι καταστάσεις λογαριασμού και οι χρεώσεις ήταν εκεί και το εκάστοτε υπόλοιπο του.» Ενόψει της ασάφειας που προέκυψε από την τελευταία πιο πάνω τοποθέτηση της συνηγόρου του εναγόμενου η οποία ερχόταν σε αντίθεση με την αμέσως προηγούμενη τοποθέτηση της σε σχέση με το επίδικο υπόλοιπο, το Δικαστήριο με σχετική παρέμβαση του ζήτησε να διευκρινιστεί το ζήτημα αυτό. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών της διαδικασίας: Δικαστήριο: Έχει καταγραφεί μια δήλωση σας τώρα στο Δικαστήριο ότι δεν αμφισβητείτε το υπόλοιπο του λογαριασμού που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, αυτό είπατε πριν από λίγα δευτερόλεπτα και στη συνέχεια υπήρξε ένα μπέρδεμα και δεν έχω αντιληφθεί εγώ τελικά ποια είναι η θέση σας. κα Δαμιανού: Ότι το ποσό των προσφορών τους υπήρχαν στην κατάσταση λογαριασμού με το εκάστοτε υπόλοιπο και δεν γινόταν μέσω των τιμολογίων, όμως ότι γίνονταν αυτές οι χρεώσεις δεν το αμφισβητούμε. Υπήρχαν αυτές οι χρεώσεις και αυτά τα υπόλοιπα στον λογαριασμό, βάσει όμως των προσφορών.» Κατέστη λοιπόν σαφές μετά από την τελευταία πιο πάνω παρέμβαση του Δικαστηρίου ότι μέσω των πιο πάνω δηλώσεων της συνηγόρου του εναγόμενου δηλώθηκε ξεκάθαρα η ανυπαρξία αμφισβήτησης σε σχέση με το ύψος του επίδικου υπολοίπου. Η μοναδική αμφισβήτηση κατέληξε να είναι το κατά πόσο ουσιαστικά οι επίδικες χρεώσεις γίνονταν βάσει τιμολογίων ή προσφορών χωρίς όμως να υπάρξει καμία απολύτως συνάρτηση του ζητήματος αυτού με το επίδικο θέμα του ύψους του υπολοίπου του Τεκμηρίου 1 το οποίο ξεκάθαρα δηλώθηκε ότι δεν αμφισβητείται. Πρόκειται σαφώς για δήλωση η οποία δεσμεύει τον Εναγόμενο. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση HAMISI MWINYI SELMANI κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 235/2013, 5/6/2015, ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα αυτό: «Το δικαϊκό μας σύστημα αναγνωρίζει στους δικηγόρους θεσμικό ρόλο στην όλη διαδικασία. Σύμφωνα με τη νομολογία η έκταση της εξουσίας του δικηγόρου είναι τόσο ευρεία ώστε να έχει και τη δυνατότητα να συμβιβάζει την υπόθεση στην απουσία του πελάτη του. Η συγκεκριμένη εξουσία «περιλαμβάνει και την ήσσονα εξουσία του δικηγόρου να προβαίνει σε δηλώσεις στα πλαίσια της δίκης που δεσμεύουν τον πελάτη του» (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαραλαμπίδη
(1989)1Ε ΑΑΔ 556 και Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1A ΑΑΔ 92). Όπως είχαμε πρόσφατα την ευκαιρία να αναφέρουμε στην υπόθεση Πήττα κ.α. ν. Δήμου Στροβόλου, Πολιτική Έφεση Αρ. 126/10, ημερ. 24.4.2015, «Ο δικηγόρος αντιπροσωπεύει τον πελάτη του και στη βάση της φαινόμενης πληρεξουσιότητας (ostensible authority) οι παραδοχές και οι διαβεβαιώσεις στις οποίες προβαίνει δεσμεύουν τον πελάτη του (βλ. μεταξύ άλλων, Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises κ.α.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, Πιερίδου ν. Στυλιανίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 954, Καλαμαράς ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 343).». Ανεξάρτητα και πέραν της πιο πάνω δήλωσης, η οποία έχει καταλυτική σημασία στην παρούσα υπόθεση σε ότι αφορά το επίδικο θέμα του ύψους του επίδικου υπολοίπου, ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της αντεξέτασης το ύψος του επίδικου υπολοίπου, ούτε οποιαδήποτε καταχώριση στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού η οποία παρουσιάστηκε προς απόδειξη του υπολοίπου που αξιώνεται από την ενάγουσα. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, η μοναδική αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση ήταν το κατά πόσο οι επίδικες χρεώσεις γίνονταν βάσει τιμολογίων ή προσφορών και όχι το ύψος των εν λόγω χρεώσεων ή του επίδικου υπολοίπου και συνακόλουθα, η ορθότητα τους η οποία παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση. Παρά τη μη αντεξέταση του μοναδικού μάρτυρα της Ενάγουσας επί του ουσιώδους αυτού επίδικου ζητήματος, η πλευρά του εναγόμενου κατά την προσκόμιση της μαρτυρίας της, επεδίωξε, ανεπιτυχώς όπως προέκυψε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας, μέσω της ΜΥ3 να προβάλει τη θέση ότι το επίδικο υπόλοιπο δεν είναι ορθό κάνοντας αναφορές στο περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού και επικαλούμενη λάθος στο μεταφερόμενο υπόλοιπο από το έτος 2007 στο έτος 2008 χωρίς όμως τα ουσιώδη αυτά ζητήματα να τεθούν στο μάρτυρα της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση του για να τα σχολιάσει και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο σε σχέση με την παράλειψη αυτή με αποτέλεσμα να είναι έκθετα σε απόρριψη. Στην Γεωργίου Νεοπτόλεμος ν. Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1 ΑΑΔ 138 λέχθηκαν πολύ χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία: «Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party' s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ' όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης v. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος v. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, ECLI:CY:AD:2017:B454, Ποιν. Έφ. Αρ. 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, όπου με αναφορά στην Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.[9] Ανεξάρτητα από τις πιο πάνω διαπιστώσεις οι οποίες έχουν καταλυτική σημασία σε σχέση με το ουσιώδες επίδικο θέμα του επίδικου υπολοίπου κρίνω σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας να σχολιάσω την επιχειρηματολογία που προβάλλεται στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του εναγόμενου σε σχέση με την επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Στις σελ. 5 και 6 του γραπτού κειμένου της αγόρευσης των συνηγόρων του εναγόμενου αναφέρεται ότι παρά το ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν ζητήματα δικαστικής γνώσης η ένταξη της Κύπρου στην ευρωζώνη το 2008, η μετατροπή της λίρας σε ευρώ το 2008 και η αμετάκλητα καθορισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (την οποία όμως καταγράφουν λανθασμένα αντί της ορθής ως αυτή καθορίστηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης[10]), εντούτοις, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η Ενάγουσα πράγματι προέβη στη ρηθείσα μετατροπή μετατρέποντας το τελικό υπόλοιπο του 2007 από λίρες σε ευρώ ως μεταφερόμενο υπόλοιπο το 2008 και άρα ότι είναι για αυτόν τον λόγο που υπάρχει η καταγεγραμμένη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών, «πόσο μάλλον όταν στο Τεκμήριο 1 δεν προσδιορίζεται για το έτος 2007 αν τα αναφερόμενα ποσά αφορούν σε κυπριακές λίρες.». Δεν θα συμφωνήσω με αυτήν την εισήγηση. Καταρχάς, ξεκινώντας από το τελευταίο σημειώνω ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 1 σε σχέση με το έτος 2007 δεν θα μπορούσε να ήταν σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα πέρα από Κυπριακές Λίρες αφού το 2007 το επίσημο νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν οι Λίρες Κύπρου και όχι το ευρώ, γεγονός για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση. Επομένως, η πιο πάνω εισήγηση είναι προβληματική και λανθασμένη αφού στην πραγματικότητα, αυτό είναι το μοναδικό λογικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού αφού σε περίπτωση που τέτοια μετατροπή δεν λάμβανε χώρα, αυτό θα σήμαινε ότι το μεταφερόμενο υπόλοιπο το 2008 καθώς και υπόλοιπα των ετών που ακολουθούν μέχρι το τελικό υπόλοιπο θα παρέμεναν επίσης σε Λίρες Κύπρου και άρα το τελικό υπόλοιπο θα αξιώνετο επίσης σε Λίρες Κύπρου. Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο στην παρούσα υπόθεση αφού η αξίωση είναι σε ευρώ αλλά και επιπλέον στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 1 ρητά αναγράφεται ότι το συνάλλαγμα είναι ευρώ (€). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω και έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της και συνεπώς, δικαιούται το υπόλοιπο που αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση του Εναγόμενου, όπως προκύπτει από την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου στη βάση αυτής, αυτός απέτυχε να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε με αποτέλεσμα η ανταπαίτηση του να μην μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Σε ότι αφορά την απαίτηση του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου και την ανταπαίτηση του τριτοδιαδίκου εναντίον του εναγόμενου από τη στιγμή που η μαρτυρία τους κρίθηκε αναξιόπιστη, το δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει τις εκατέρωθεν αξιώσεις, εφόσον μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[11] Τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά προέκυψαν από τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ του εναγόμενου και του τριτοδιαδίκου ουδόλως μπορούν να διαφοροποιήσουν την πιο πάνω κατάληξη αφού παρέμειναν άγνωστα στο Δικαστήριο τόσο οι όροι της επίδικης συμφωνίας όσο και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα η παράδοση της ανωτέρω αναφερόμενης επιταγής από τον εναγόμενο στον τριτοδιάδικο και το ποιος ουσιαστικά ευθυνόταν για την άδοξη πορεία στα όσα μεταξύ τους συμφωνήθηκαν, τα οποία επίσης παρέμειναν άγνωστα στο Δικαστήριο. Δυστυχώς, τόσο ο ΜΥ1 όσο και ο ΜΤ1 για λόγους που αφορούν τους ίδιους επέλεξαν να μην είναι ειλικρινείς προς το Δικαστήριο με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην είναι σε θέση να καταλήξει σε ευρήματα σε σχέση με τα πρωτογενή γεγονότα της μεταξύ τους διαφοράς. Κατάληξη: Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €3.102,72 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 18/9/2012 μέχρι εξόφλησης. Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, αυτή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση. [12] Περαιτέρω, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω τόσο η απαίτηση του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιαδίκου όσο και η ανταπαίτηση του τριτοδιαδίκου εναντίον του εναγόμενου απορρίπτονται. Σε ότι αφορά τα έξοδα κρίνω ότι η πιο δίκαια διαταγή εξόδων είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63. [2] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 [3] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. [4] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. [5] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1215 [6] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017. [7] Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [8] Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της Περιουσίας της Εταιρείας Deme-Dairy Ltd κ.α., Πολιτική Εφεση Αρ. 246/2013, 11/12/2019, D & G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 A.A.Δ. 263, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1 Α.Α.Δ.1390, Γεώργιος Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.846 [9] Βλ. επίσης την Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785 [10] €1 = CYP 0,585274, [11] Κades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Charalambous v. Republic
(1985)2 CLR 97 Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257· Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157 [12] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο