← Κύπρος

Loucoullos Hotels Ltd ν. C.E. Papouis Hotels Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1383/2018, 29/3/2021

Loucoullos Hotels Ltd ν. C.E. Papouis Hotels Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1383/2018, 29/3/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A650 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1383/2018 Μεταξύ: Loucoullos Hotels Ltd Ενάγουσα και

  1. C.E. Papouis Hotels Ltd
  2. A. Chacholis Developers Ltd Εναγομένων ___________________________________________________________________________ Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 10/7/2018 για έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α. Αχιλλέως για ΜΑΡΚΟΣ Π. ΣΠΑΝΟΣ & ΣΙΑ. Για τους Εναγόμενους 1 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Παναγιώτου για ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Λάντος για ΑΔΑΜΟΣ ΛΑΝΤΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 25/05/2018 με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο. Αξιώνεται η έκδοση διατάγματος εναντίον των Εναγομένων δια του οποίου να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να χρησιμοποιούν στο χώρο του ξενοδοχείου και/ή του συγκροτήματος ξενοδοχειακών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων που βρίσκονται στην Αγία Νάπα ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο ή σε οποιεσδήποτε αναρτήσεις στο διαδίκτυο ή σε οποιαδήποτε έγγραφα το όνομα «Cleopatra» και/ή επωνυμίες όμοιες ή παρόμοιες με τις εμπορικές επωνυμίες «CLEOPATRA HOTEL» και «CLEOPATRA CITY CENTRE», ιδιοκτησίας των Εναγόντων και/ή σήματα όμοια με τα εμπορικά σήματα ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Αξιώνεται επίσης η έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού και/ή παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων καθώς επίσης η παροχή λογαριασμού κερδών (account of profits) και η παράδοση ή καταστροφή δυνάμει όρκου οποιασδήποτε ταμπέλας και/ή πινακίδας και/ή σήμανσης ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου στο οποίο γίνεται αναφορά από τους Εναγόμενους στην επωνυμία Cleopatra Hotel και/ή στο όνομα Cleopatra. Στις 2/7/2018 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και στις 27/6/2018 καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων
  3. Η υπό κρίση Αίτηση: Στις 10/7/2018 καταχωρίστηκε από τους Ενάγοντες η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων με την οποία αξιώνεται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή στην Εναγόμενη 2, είτε αυτές ενεργούν διά των διευθυντών τους είτε διά των αξιωματούχων ή αντιπροσώπων ή συμβούλων ή υπηρετών τους ή άλλως πως, να χρησιμοποιούν στο χώρο του ξενοδοχείου και/ή του συγκροτήματος ξενοδοχειακών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων (hotel apartments) το οποίο βρίσκεται επί της οδού Γιούρι Καγκάριν 7 στην Αγία Νάπα ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, ή σε οποιεσδήποτε αναρτήσεις και/ή δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο οι οποίες γίνονται με οδηγίες και/ή με πρωτοβουλία και/ή με υποκίνηση και/ή με τη συναίνεση και/ή με ευθύνη της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 2, και/ή σε οποιαδήποτε έντυπα και/ή έγγραφα της Εναγόμενης 1 και/ή της Εναγόμενης 2 και/ή σε οποιαδήποτε έγγραφα του εν λόγω ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων και/ή οποιουδήποτε άλλου ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων (π.χ. τιμολόγια, αποδείξεις, ανακοινώσεις, έντυπα κρατήσεων, διαφημιστικά έντυπα και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή έντυπα), και/ή σε οποιαδήποτε διαφημιστικά έγγραφα και/ή καταχωρήσεις στον τύπο ή στην τηλεόραση και/ή σε οποιασδήποτε άλλης μορφής διαφημίσεις και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το όνομα «Cleopatra» και/ή επωνυμίες όμοιες ή παρόμοιες με τις εμπορικές επωνυμίες «CLEOPATRA HOTEL» και «CLEOPATRA CITY CENTRE» και/ή σήματα όμοια ή παρόμοια με το εμπορικό σήμα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας με αριθμό 84908, Κλάση 43 του Πίνακα IV, και/ή το οποίο διάταγμα να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού και/ή παραβίασης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας της Ενάγουσας μέσω της παροχής υπηρεσιών και/ή αγαθών στο χώρο του ως άνω αναφερόμενου ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών διαμερισμάτων στην Αγία Νάπα και/ή σε οιονδήποτε άλλο χώρο και/ή μέσω της διενέργειας οιασδήποτε άλλης πράξης ή παραλήψεως, κατά τρόπο που να παραπλανεί και/ή να προκαλεί σύγχυση και/ή να δημιουργεί το ενδεχόμενο και/ή την πιθανότητα πρόκλησης σύγχυσης στους καταναλωτές και/ή σε ουσιαστική μερίδα αυτών, αναφορικά με την ύπαρξη κάποιας διασύνδεσης μεταξύ του ξενοδοχείου το οποίο λειτουργεί η Ενάγουσα στην οδό Φλωρίνης 8, 1065 Λευκωσία και του ως άνω αναφερόμενου ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων στην Αγία Νάπα και/ή το οποίο διάταγμα να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή την Εναγόμενη 2 να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού και/ή σε παραβιάσεις των ως άνω αναφερόμενων εγγεγραμμένων εμπορικών επωνυμιών και εμπορικού σήματος ιδιοκτησίας της Ενάγουσας καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπο.» Σε ότι αφορά την νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης αυτή βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, ΘΘ. 1, 2, 4, 7, 9, 11 και 12, επί του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10/07/2018 του διευθυντή των Εναγόντων, κ. XXXXX Ιακωβίδη (ο Ιακωβίδης και η Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη). Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 10/12/2018 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Παπουή (ο Παπουής και η Ένορκη Δήλωση Παπουή), διευθυντή των Εναγομένων
  4. Οι Εναγόμενοι 2 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 12/12/2018 που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. XXXXX Γεωργίου (ο Γεωργίου και η Ένορκη Δήλωση Γεωργίου) ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγομένων
  5. Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης: Σε ότι αφορά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης μέχρι και την εκδίκαση της, θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι αυτή οφείλεται κυρίως στους ίδιους τους διάδικους οι οποίοι επέλεξαν να λάβουν μέρος σε μία διαμάχη η οποία είχε αντικείμενο τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που εν τέλει καταχωρίστηκαν εκ μέρους των Εναγόντων και των Εναγομένων
  6. Σημειώνω εδώ ότι μία μικρή καθυστέρηση δημιουργήθηκε και λόγω της κατάστασης που επικράτησε εξαιτίας της πανδημίας που οδήγησε στην αναβολή της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων 1 τον Μάιο του 2020 που αυτή ήταν ορισμένη και τον επαναορισμό της τον Οκτώβριο του 2020 οπότε και έτυχε για πρώτη φορά χειρισμού από το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση. Οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις: Στις 28/2/2019 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) στις 14/6/
  7. Ακολούθησε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγόντων στις 2/07/
  8. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε και πάλι από τον κ. XXXXX Ιακωβίδη (η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη). Μετά την καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ιακωβίδη οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν στις 09/7/2019 αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Ακολούθησε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Εναγομένων 1 στις 27/11/
  9. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έγινε και πάλι από τον κ. XXXXX Παπουή (η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Παπουή). Οι ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης: Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, αυτοί εδώ και πολλές δεκαετίες λειτουργούσαν και λειτουργούν ξενοδοχείο στη Λευκωσία το οποίο έφερε πάντοτε το όνομα «Cleopatra Hotel». Το όνομα αυτό του ξενοδοχείου σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη έχει τύχει ευρείας διαφήμισης και εμπορικής προώθησης τόσο στο καταναλωτικό κοινό εντός και εκτός Κύπρου όσο και ανάμεσα στους επαγγελματίες στον τουριστικό τομέα και το εν λόγω όνομα έχει αποκτήσει καλή και ευρέως διαδεδομένη φήμη (goodwill). Η Ενάγουσα αποτελεί την εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της εμπορικής επωνυμίας «CLEOPATRA HOTEL» και «CLEOPATRA CITY CENTRE», και του εμπορικού σήματος το οποίο φέρει τις λέξεις «CLEOPATRA CITY CENTER». Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, η μεν Εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια του κτηρίου ή των κτηρίων τα οποία βρίσκονται επί της οδού Γιούρι Καγκάριν 7, στην Αγία Νάπα, και τα οποία λειτουργούν ως ξενοδοχείο ή συγκρότημα τουριστικών καταλυμάτων (hotel apartments), η δε Εναγόμενη 1, είναι η διαχειρίστρια του εν λόγω ξενοδοχειακού ή τουριστικού συγκροτήματος. Το εν λόγω ξενοδοχείο ή συγκρότημα τουριστικών καταλυμάτων χρησιμοποιεί, κατά τη θέση των Εναγόντων, τόσο στο χώρο του εν λόγω τουριστικού συγκροτήματος στην Αγία Νάπα, όσο και σε επίπεδο διαδικτυακής προώθησης και κρατήσεων τις επωνυμίες «Smartline Cleopatra Hotel», «Smartline Cleopatra Annex», «Cleopatra Hotel», «Cleopatra Hotel Apartments», «Cleopatra Hotel Annex» και «Cleopatra Annex Hotel» ή παρόμοιες επωνυμίες, καθώς και σήματα τα οποία φέρουν τις ως άνω επωνυμίες ή παρόμοιες επωνυμίες και τα οποία φέρουν το όνομα «Cleopatra». Σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, η χρήση και εκμετάλλευση των ως άνω επωνυμιών και σημάτων, η οποία αναφέρει ότι έχει πρόσφατα περιέλθει στην αντίληψή του, γίνεται, ως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, με ευθύνη και με υπαιτιότητα της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση 1, ως διαχειρίστριας εταιρείας, και της Εναγόμενης-Καθ'ης η Αίτηση 2 ως της εταιρείας στην οποία ανήκει, και η οποία παρεχώρησε προς ενοικίαση και διαχείριση, δυνάμει σχετικής συμφωνίας, το κτήριο του εν λόγω ξενοδοχείου ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων στην Αγία Νάπα, το οποίο φέρει στην ταμπέλα του το όνομα «Smartline Cleopatra Hotel». Κατά τη θέση των Εναγόντων, οι Εναγόμενες δεν έχουν εγγεγραμμένα δικαιώματα χρήσης των εν λόγω επωνυμιών και σημάτων τα οποία χρησιμοποιούν ή του ονόματος «Cleopatra». Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη, η εν λόγω συμπεριφορά των Εναγομένων δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης των προαναφερθέντων σημάτων και επωνυμιών τα οποία χρησιμοποιεί αφενός η Ενάγουσα και αφετέρου οι Εναγόμενες, και δημιουργούν τον κίνδυνο σύγχυσης και συσχέτισης ή νομιζόμενης διασύνδεσης των δύο εμπλεκόμενων ξενοδοχείων. Καταλογίζεται στους Καθ' ων η Αίτηση παραβίαση εμπορικών επωνυμιών και σημάτων και αθέμιτος ανταγωνισμός. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, η εν λόγω συμπεριφορά των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση επιφέρει ή θα μπορούσε να επιφέρει όφελος σε αυτές από το διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη και εμπορική εύνοια των εγγεγραμμένων επωνυμιών και εμπορικού σήματος της Ενάγουσας-Αιτήτριας και του ξενοδοχείου τους στη Λευκωσία και είναι βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα και φήμη. Ο Ιακωβίδης αναφέρει ότι το ξενοδοχείο της Ενάγουσας ανήκει στην κατηγορία των ξενοδοχείων τεσσάρων αστέρων και παρέχει υπηρεσίες ανάλογης ποιότητας και επιπέδου. Σε ότι αφορά το ξενοδοχείο και/ή συγκρότημα τουριστικών καταλυμάτων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση αναφέρει ότι στο διαδικτυακό τόπο bookings.com αναφέρονται ως ανήκοντα στην κατηγορία των τριών αστέρων. Σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 2 εκτιμάται ότι θα μπορούσε, δυνάμει εξυπακουόμενου, αν όχι ρητού, όρου της συμφωνίας ενοικίασης ή παραχώρησης της διαχείρισης μεταξύ των δύο Εναγόμενων-Καθ' ων η Αίτηση, να επιφέρει τον τερματισμό των εν λόγω παραβιάσεων και/ή να στραφεί προς την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 1, κατά τρόπον έτσι ώστε η τελευταία να εξωθηθεί στο να προβεί στον τερματισμό χωρίς κωλυσιεργία των ως άνω παραβιάσεων, δια της προειδοποίησης ή της λήψης μέτρων για τον τερματισμό της εν λόγω συμφωνίας παραχώρησης της διαχείρισης από πλευράς της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση 2, ένεκα της παράνομης συμπεριφοράς της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση
  10. Με την Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη, παρατίθενται αντίγραφα κάποιων ηλεκτρονικών μηνυμάτων που κατά τη θέση των Εναγόντων επιβεβαιώνουν τον κίνδυνο σύγχυσης και νομιζόμενης διασύνδεσης των δύο ξενοδοχείων. Πρόκειται για ηλεκτρονικό μήνυμα από συγκεκριμένο τουριστικό γραφείο προς τον σκοπό επιβεβαίωσης μίας κράτησης το οποίο είχε σταλεί τόσο στους Ενάγοντες όσο και στους Εναγόμενους 1 και στο οποίο απάντησαν οι Εναγόμενοι 1 επιβεβαιώνοντας την κράτηση. Στο μήνυμα αυτό απάντησαν και οι Ενάγοντες λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «PLEASE NOTE THAT WE ARE CLEOPATRA HOTEL NICOSIA». Επίσης παρουσιάζεται από τους Ενάγοντες αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος που έλαβαν οι Ενάγοντες από την εταιρεία ebooking και πάλι προς τον σκοπό επιβεβαίωσης κράτησης που δεν είχε γίνει σε αυτούς αλλά στους Εναγόμενους 1 και στο οποίο επίσης απάντησαν οι Ενάγοντες λέγοντας τους ότι αυτό προωθήθηκε εκ λάθους σε αυτούς. Παρουσιάζεται επίσης αντίγραφο ηλεκτρονικού μηνύματος που προωθήθηκε στους Ενάγοντες από συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο κατονομάζεται και το οποίο είχε κάποιο αίτημα σε σχέση με κάποια χρέωση που είχε γίνει μετά την κράτηση στην οποία είχε προβεί το πρόσωπο αυτό στους Εναγόμενους
  11. Σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, τα στοιχεία κράτησης τα οποία είχαν επισυναφθεί στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα αφορούσαν κράτηση στο «Cleopatra Hotel» η διεύθυνση του οποίου καθοριζόταν στην Αγία Νάπα και που είναι κατά τη θέση των Εναγόντων οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις που διαχειρίζεται η Εναγόμενη
  12. Περαιτέρω, στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη γίνεται αναφορά σε έρευνα την οποία διεξήγαγαν οι Ενάγοντες στην ιστοσελίδα TripAdvisor στο πλαίσιο της οποίας εντόπισαν απόδειξη, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτουν, η οποία σύμφωνα πάντα με τον Ιακωβίδη είναι χειρόγραφη επί του επιστολόχαρτου της Εναγόμενης 1 και το λογότυπο της οποίας αναφέρει «CLEOPATRA HOTEL APPARTMENTS». Κατά τους Ενάγοντες, η λέξη «CLEOPATRA» είναι γραμμένη με μεγαλύτερη γραμματοσειρά και το γράμμα C είναι παρόμοιο ή σχεδόν ίδιο με τον τρόπο που το εν λόγω γράμμα αναγράφεται στο εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα των Εναγόντων. Όσον αφορά το ζήτημα της εγγραφής από την Εναγόμενη 1 της εμπορικής επωνυμίας «SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL» που εγείρεται στην ένσταση των Εναγομένων 1, προβάλλεται στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη η θέση ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τις θέσεις των Εναγόντων καθότι αφενός, οι λέξεις που προκαλούν σύγχυση είναι οι λέξεις «CLEOPATRA» και «CLEOPATRA HOTEL» οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται στην επωνυμία της Εναγόμενης 1 και αφετέρου, η αλλαγή αυτή δεν συνοδεύεται από ανάλογη αλλαγή επί του κτιριακού συγκροτήματος των Εναγομένων αφού η αλλαγή στην επωνυμία είναι, κατά τη θέση τους, τυπική και δεν φαίνεται επί των κτιριακών εγκαταστάσεων και αυτό διαπιστώθηκε από έρευνα των δικηγόρων των Εναγόντων σε διάφορους ιστότοπους. Τέλος, στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη παρατίθενται τα αποτελέσματα δύο ερευνών στις οποίες έχουν προβεί οι δικηγόροι των Εναγόντων στη μηχανή αναζήτησης «Google» θέτοντας κάποια κριτήρια αναζήτησης τα οποία παραθέτουν με σκοπό να διαφανεί, όπως λένε, ο κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης. Στην πρώτη έρευνα αναφέρουν ότι τα κριτήρια που τέθηκαν στην μηχανή αναζήτησης ήταν τα ακόλουθα: «is sea Cleopatra Napa Hotel different from Cleopatra hotel?» Σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, στα αποτελέσματα της έρευνας αυτής φαίνεται η φωτογραφία του ξενοδοχείου της Ενάγουσας ενώ οι ιστοσελίδες που εμφανίστηκαν αφορούν το ξενοδοχειακό συγκρότημα των Εναγομένων. Στα αποτελέσματα της δεύτερης έρευνας στην οποία τα κριτήρια που τέθηκαν στην μηχανή αναζήτησης ήταν «Cleopatra hotel Sea Cleopatra Napa» φαίνονται φωτογραφίες και των δύο ξενοδοχείων αλλά και πάλι, κατά τον Ιακωβίδη, οι ιστοσελίδες που εμφανίστηκαν αφορούν όλες το ξενοδοχειακό συγκρότημα της Εναγόμενης
  13. Ένσταση - Λόγοι Ένστασης: Οι Εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση στις 10/12/2018 και οι Εναγόμενοι 2 στις 12/12/
  14. Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1 και 2 είναι πανομοιότυποι και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
  15. - Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτοντας ουσιώδη γεγονότα. - Οι Αιτητές απέτυχαν να προσκομίσουν μαρτυρία και/ή να αποδείξουν ότι η εμπορική επωνυμία « CLEOPATRA HOTEL » και/ή η λέξη «CLEOPATRA» χαρακτηρίζεται από οποιαδήποτε πρωτοτυπία η οποία να χρήζει ειδικής προστασίας που να εμποδίζει την χρήση του από τρίτα πρόσωπα και/ή απέτυχαν να αποδείξουν ότι η λέξη «CLEOPATRA» έχει επινοηθεί και/ή είναι εφεύρεση των Αιτητών και/ή ότι ικανοποιεί το κριτήριο της διακριτικότητας (distinctiveness). - Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία σύγχυσης και δη σύγχυσης σε βαθμό εξαπάτησης και/ή εν πάση περιπτώσει δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ζημιάς και πιθανότητας πρόκλησης ζημιάς στη φήμη των Αιτητών και/ή οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ψευδούς παράστασης εκ μέρους της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή μαρτυρία ψευδούς παράστασης με πρόθεση την πρόκληση ζημιάς στους Αιτητές. - Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και είναι άνευ αντικειμένου αφού η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση 1 κατά ή περί της 24/07/2018 έχει εγγράψει την εμπορική επωνυμία με αριθμό ΕΕ48117 η οποία αποτελείται από τις λέξεις «SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL». - Η έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του status quo και όχι τη συντήρηση του status quo ante και/ή θα ισοδυναμούσε με ικανοποίηση της θεραπείας που ουσιαστικά επιδιώκεται με την ίδια την αγωγή. - Οι Αιτητές απέτυχαν να συνδέσουν τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 2 με την χρήση του ονόματος επί του συγκροτήματος στην Αγία Νάπα. - Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση των εξουσιών του Δικαστηρίου. - Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις Ενστάσεις: Οι Εναγόμενοι μέσω της Ένορκης Δήλωσης Παπουή και Γεωργίου αναφέρουν ότι η Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς τη παρούσα αγωγή ήταν η διαχειρίστρια του συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων τα οποία βρίσκονται επί της οδού Γιούρι Καγκάριν 7 εις την Αγία Νάπα και η Εναγόμενη 2 ιδιοκτήτρια του εν λόγω συγκροτήματος. Κατά τη θέση των Εναγομένων η ταμπέλα η οποία έχει την σήμανση «SMARTLINE CLEOPATRA HOTEL» ουδεμία σύγχυση προκαλεί και οι Ενάγοντες δεν έχουν, κατά τη θέση τους, παρουσιάσει μαρτυρία σύγχυσης και δη σύγχυσης σε βαθμό εξαπάτησης και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία ζημιάς και πιθανότητας πρόκλησης ζημιάς στη φήμη των Εναγόντων. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1, όπως αυτή εκφράζεται μέσω της Ένορκης Δήλωσης Παπουή, το γεγονός ότι οι Ενάγοντες προηγήθηκαν στην χρήση της εμπορικής επωνυμίας «CLEOPATRA HOTEL» δεν τους παρέχει μονοπώλιο στη αποκλειστική χρήση του ονόματος 'CLEOPATRA'. Κατά τη θέση των Εναγομένων 1, η χρησιμοποίηση της λέξης 'SMARTLINE' στην ταμπέλα προσδίδει διακριτικό χαρακτήρα, ο οποίος προσδιορίζει την εμπορική εύνοια της Εναγόμενης 1, βάσει συμβάσεων με διεθνή τουριστικό πράκτορα, ήτοι Thomas Cook, όπου εμπορεύονται με την εμπορική επωνυμία SMARTLINE HOTELS. Περαιτέρω, αναφέρουν οι Εναγόμενοι 1 ότι στις 24/07/2018 ενέγραψαν το δικαίωμα χρήσης της εμπορικής επωνυμίας, η οποία αποτελείται από τις λέξεις «SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL». Κατά τη θέση τους, οι Εναγόμενοι 1 εμπορεύονται υπό αυτήν την επωνυμία και η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόβουλη και κακόπιστη και αποσκοπεί σε εκδικητικά και αλλότρια κίνητρα. Κατά τη θέση τους, η εμπορική επωνυμία και το εμπορικό σήμα των Εναγομένων 1 είναι διαφορετική και διακρίνεται από αυτή των Εναγόντων. Περαιτέρω, κατά τη θέση των Εναγομένων 2, οι Ενάγοντες απέτυχαν να συνδέσουν τους Εναγόμενους 2 με την χρήση του ονόματος επί τους συγκροτήματος στην Αγία Νάπα. Στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Παπουή, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσίασαν οι Ενάγοντες ως προς το ζήτημα της πρόκλησης σύγχυσης στο κοινό, χαρακτηρίζονται ως λάθη από τουριστικά γραφεία που είναι πολύ συνηθισμένα και ο ομνύων αναφέρει ότι από την 20ετή πείρα του στον τομέα διαχείρισης ξενοδοχειακών μονάδων έχει παρατηρήσει αμέτρητα τέτοια λάθη ένεκα και του μεγάλου αριθμού κρατήσεων που έχουν να διαχειριστούν τα τουριστικά γραφεία. Σε σχέση με το ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστάληκε από το φυσικό πρόσωπο που κατονομάζουν οι Ενάγοντες στη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη, επισημαίνει ότι η κράτηση αυτή έγινε μέσω της ιστοσελίδας booking.com και ότι ενώ φαίνεται στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα να υπάρχει σύνδεσμος επικοινωνίας με το ξενοδοχειακό κατάλυμα (email property), εντούτοις το συγκεκριμένο πρόσωπο φαίνεται εκ λάθους να έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα. Κατά τη θέση του ομνύοντα, εάν όντως υπήρχε συσχέτιση των εμπορικών σημάτων και επωνυμιών της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 και εάν υπήρχε πράγματι πρόκληση σύγχυσης στο κοινό τότε θα υπήρχαν εκατοντάδες τέτοια περιστατικά λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των κρατήσεων που έχουν και τα δύο ξενοδοχεία ετησίως. Σύμφωνα με τον Παπουή τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα αφορούν σε κρατήσεις που έγιναν πριν τις 24/7/2018 ημέρα κατά την οποία ενέγραψε η Εναγόμενη 1 τη νέα εμπορική της επωνυμία με την οποία έκτοτε εμπορεύεται και συναλλάσσεται εξανεμίζοντας τις οποιεσδήποτε αμφιβολίες περί δημιουργίας σύγχυσης ή κινδύνου σύγχυσης του κοινού. Σε ότι αφορά τη χειρόγραφη απόδειξη που παρουσίασαν οι Ενάγοντες μέσω της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Ιακωβίδη, ο Παπουής λέγει ότι το έγγραφο αυτό δεν ανήκει και δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ από τους Εναγόμενους 1 αφού το εν λόγω τουριστικό κατάλυμα είναι στη διαχείριση της Εναγόμενης 1 από τις 31/3/2015 και ενόψει του ότι το εν λόγω έγγραφο φαίνεται να δόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2013 πιθανόν αυτό, κατά τον ομνύοντα, να είχε χρησιμοποιηθεί από τους προηγούμενους διαχειριστές του καταλύματος. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Παπουή αναφέρεται ότι το κατάλυμα στην Αγία Νάπα το οποίο διαχειρίζονται οι Εναγόμενοι 1 από τις 31/03/2015 ήταν γνωστό με την επωνυμία ''Cleopatra Apartments''. Σύμφωνα με τον Παπουή, η Εναγόμενη 1 συναλλασσόταν με την εν λόγω εμπορική επωνυμία ή και με τις επωνυμίες CLEOPATRA HOTEL APARTMENTS, CLEOPATRA HOTEL, SMARTLINE CLEOPATRA HOTEL, CLEOPATRA HOTEL ANNEX μέχρι και τον Μάρτιο 2018 όπου και έλαβε επιστολή από τον προηγούμενο δικηγόρο της Ενάγουσας ότι υπάρχει παραβίαση εμπορικών επωνυμιών και εμπορικού σήματος εις βάρος της Ενάγουσας. Ο Παπουής αναφέρει επίσης ότι από τις 24/07/2018 που η Εναγόμενη 1 έχει εγγράψει το δικαίωμα χρήσης της εμπορικής επωνυμίας SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL πλέον συναλλάσσεται και εμπορεύεται με αυτό το όνομα και η αλλαγή στην εμπορική επωνυμία που χρησιμοποιεί πλέον η Εναγόμενη 1 συνοδεύτηκε και με την ανάλογη αλλαγή επί του κτηριακού συγκροτήματος της. Επισυνάπτει ο ομνύων φωτογραφία των κτηριακών εγκαταστάσεων της Εναγόμενης στην οποία φαίνεται, κατά τη θέση του, η αλλαγή του ονόματος. Σύμφωνα με τον Παπουή έχουν γίνει οι δέουσες ενέργειες και έχει αλλαχθεί η εμπορική επωνυμία της Εναγόμενης 1 σε διάφορους ιστότοπους και πλέον χρησιμοποιείται η εμπορική επωνυμία SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL. Ο ομνύων παρουσιάζει αντίγραφα από τις ιστοσελίδες κρατήσεων booking.com και tripadvisor.com όπου φαίνεται, κατά τον ίδιο, ότι πλέον χρησιμοποιείται το όνομα SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL. Επιπλέον, επισυνάπτει φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Εναγόμενης 1 όπου εμφαίνεται, κατά τον ίδιο, ότι χρησιμοποιείται το όνομα SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL. Κατά τη θέση του Παπουή, η αλλαγή στην εμπορική επωνυμία είναι ουσιαστικής φύσεως και μείζονος σημασίας για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Κατά τη θέση του, με την αλλαγή της εμπορικής επωνυμίας εξανεμίζονται οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες περί δημιουργίας σύγχυσης ή κινδύνου σύγχυσης του κοινού. Αναφέρει επίσης ότι ο Έφορος Εταιρειών προτού εγκρίνει μία εμπορική επωνυμία, διεξάγει ενδελεχή έρευνα για να εντοπίσει παρόμοιες επωνυμίες ούτως ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση σύγχυσης και ότι με την έγκριση της εμπορικής επωνυμίας SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL από τον Έφορο Εταιρειών και την εγγραφή αυτής, η Εναγόμενη 1 μπορεί να συναλλάσσεται και να εμπορεύεται υπό αυτή αφού νομιμοποιείται να κάνει αυτό. Τέλος, σε ότι αφορά τα κριτήρια στη μηχανή αναζήτησης «Google», ο Παπουής αναφέρει ότι τα κριτήρια τα οποία τέθηκαν στην μηχανή αναζήτησης από την Ενάγουσα περιέχουν λέξεις και από τις δύο επωνυμίες και είναι κατά τη θέση του ομνύοντα λογικό ο αλγόριθμος της μηχανής αναζήτησης να ανακαλύψει και τα 2 ξενοδοχεία. Κατά τη θέση του ομνύοντα, αυτά τα κριτήρια δεν θα χρησιμοποιούνταν ποτέ από κάποιον ο οποίος θα ήθελε να κάνει κράτηση ξενοδοχείου μέσω του διαδικτύου και παραθέτει τα κριτήρια αναζήτησης τα οποία θα χρησιμοποιούσε κάποιος, κατά τη θέση του, για να προβεί σε μία κράτηση. Για να διαφανεί, κατά τη θέση του ομνύοντα, η μη συσχέτιση των 2 επωνυμιών, παραθέτει αντίγραφο ηλεκτρονικής έρευνας σε μηχανή αναζήτησης με κριτήριο αναζήτησης τη φράση «CLEOPATRA HOTEL» όπου εμφανίζονται, κατά τη θέση του, μόνο αποτελέσματα που αφορούν το ξενοδοχείο της Ενάγουσας και όχι αυτό της Εναγόμενης
  16. Νομική Πτυχή Η έκδοση προσωρινού διατάγματος διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι περιορισμένο και το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει βασικά κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, ήτοι (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) πιθανότητα επιτυχίας και (γ) δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Η κλασική ανάλυση των προϋποθέσεων αυτών έγινε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR
  1. Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και συνοψίσθηκαν, σχετικά πρόσφατα, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου Πολιτική Εφεση Αρ. E7/2018, ημερ. 21.3.
  2. «Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» σημαίνει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Όπως εξηγήθηκε περαιτέρω στην Κυριάκου κ.α. ν. Κυριάκου[1] τούτο έχει την έννοια ότι το δικόγραφο αποκαλύπτει αναγνωρισμένο, είτε από το Νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right), αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδ., σελ. 55). Όπως αναφέρθηκε στην Resola v. Χρήστου[2] με αναφορά στην Odysseos, (ανωτέρω), ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, την πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή της στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγων συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή.[3] Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς όμως να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής.[4] Σ΄ αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως ελέχθη στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού[5] και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας[6]: «. κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί[7], η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.[8] Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση.[9] Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Υποδηλώνει ουσιαστικά, το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του, που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο, ήταν εσφαλμένη.[10] Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.[11] Εξέταση υπό κρίση Αίτησης: Αντλώντας καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι κατά το στάδιο της ακρόασης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις προβάλλοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων ως αυτή εκτίθεται στις αγορεύσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[12] Εξέταση 1ης και 2ης προϋπόθεσης: Προχωρώ τώρα να εξετάσω την 1η προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Προκύπτει από το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ότι η αγωγή της Αιτήτριας, βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό παραβίαση εμπορικών σημάτων, αγώγιμο δικαίωμα το οποίο αντλείται από τις πρόνοιες του περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου (ΚΕΦ.268) και πιο συγκεκριμένα το άρθρο 9 αυτού καθώς επίσης και στο αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού ως αυτό έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 35 του Περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμου, Κεφ. 148. Κύριος άξονας των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας είναι ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας διάφορες επωνυμίες παραβιάζουν τις εμπορικές επωνυμίες και το εμπορικό σήμα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και προβαίνουν μέσω της εν λόγω συμπεριφοράς σε πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Αιτήτριας προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ως εκ τούτου, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσο πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Θα ξεκινήσω πρώτα με το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας το οποίο συνίσταται σε παραβίαση εμπορικού σήματος. Το αγώγιμο δικαίωμα για παραβίαση εγγεγραμμένου εμπορικού σήματος προκύπτει από το άρθρο 9
(2)του περί Εμπορικών Σημάτων Nόμου Κεφ.268 βάσει του οποίου:
(2). ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του: (α) Το σημείο που είναι ταυτόσημο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει εγγραφεί· (β) το σημείο που είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα και χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που είναι ταυτόσημα ή παρόμοια με τα προϊόντα ή υπηρεσίες για τα οποία έχει εγγραφεί το σήμα, εάν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα· (γ) το σημείο που είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα, ανεξαρτήτως του αν χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες ταυτόσημα, παρόμοια ή μη παρόμοια με εκείνα για τα οποία έχει εγγραφεί το σήμα, εάν αυτό χαίρει φήμης στη Δημοκρατία και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς εύλογη αιτία, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού. Στο πάνω άρθρο αναγνωρίζονται τρεις διακριτές περιπτώσεις που παρέχουν αυθύπαρκτο αγώγιμο δικαίωμα για παραβίαση εμπορικού σήματος. Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτήτρια, μέσω της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της φαίνεται να βασίζεται στο περιεχόμενο και των τριών εν λόγω παραγράφων. Σημειώνω εδώ ότι οι εν λόγω περιπτώσεις αποτελούν πιστή αντιγραφή του άρθρου 10
(2)της Κοινοτικής Οδηγίας 2015/2436 για τα Εμπορικά Σήματα. Σημειώνω επίσης ότι δυνάμει του περί Εμπορικών Σημάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2020 (Ν. 63(I)/2020)Ε.Ε., ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 12/6/2020 έλαβε χώρα μία εκτεταμένη τροποποίηση του Κεφ. 268, στο πλαίσιο της οποίας τροποποιήθηκε και το άρθρο 9, σε μία προσπάθεια εναρμόνισης της κυπριακής νομοθεσίας τόσο με τις πρόνοιες της ανωτέρω αναφερόμενης οδηγίας όσο επίσης και ένταξης στο εγχώριο νομοθετικό πλαίσιο των προνοιών του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2017 για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των περιπτώσεων που περιγράφονται στις παραγράφους 9 (β) και (γ) του Κεφ. 268 και όχι στην περίπτωση που περιγράφεται στο άρθρο 9 (α). Τούτο γιατί δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι τίθεται ζήτημα χρησιμοποίησης ταυτόσημου με το σήμα σημείου. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης ότι το εμπορικό σήμα «Cleοpatra City Center» έτσι όπως αυτό έχει εγγραφεί, έχει χρησιμοποιηθεί με ταυτόσημο τρόπο από τους Εναγόμενους. Αυτό το οποίο έχει διαφανεί από το σύνολο των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο και αυτό για το οποίο ουσιαστικά παραπονιούνται οι Ενάγοντες είναι η χρήση της λέξης «Cleopatra» καθώς και η χρήση των λέξεων «Cleopatra Hotel» και όχι η χρήση ταυτόσημου με το σήμα σημείου. Αυτό άλλωστε δηλώνεται ευθαρσώς στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της Ενάγουσας όπου στη σελίδα 4 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η παρούσα υπόθεση . αφορά αγωγή για χρήση συγκεκριμένου ονόματος επί συγκεκριμένου προϊόντος (ξενοδοχείων και καταλυμάτων). Αυτή είναι η ουσία της και επ' αυτού πρέπει να περιορίζεται η επιχειρηματολογία των διαδίκων. Το βασικό θέμα είναι η χρήση ή η συμπερίληψη του ονόματος «Cleopatra» για προώθηση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση. Εκείνο που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα περίπτωση δεν είναι η πλήρης απομίμηση, αλλά το κατά πόσο οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν λάβει αθέμιτο όφελος, από τη χρήση της επωνυμίας που χρησιμοποιείται από τους Αιτητές εδώ και 57 χρόνια για την παροχή ταυτόσημων ή παρόμοιων υπηρεσιών και το κατά πόσο υφίσταται κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης στους καταναλωτές.» Το ζήτημα κατά πόσον υπάρχει τέτοια ομοιότητα μεταξύ των επίδικων εμπορικών επωνυμιών και/ή των επίδικων εμπορικών σημάτων, ώστε να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, ανάγεται αποκλειστικώς στη κρίση του Δικαστηρίου και όχι στην άποψη οιουδήποτε μάρτυρα. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου διαμορφώνεται επί τη βάσει του ενώπιον του μαρτυρικού υλικού.[13] Μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση του περιεχομένου του άρθρου 10
(2)
(3)του Trade Marks Act 1994 το οποίο είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο του άρθρου 9 (β) (γ) του δικού μας Κεφαλαίου 268 γίνεται στο σύγγραμμα Kerly's Law of Trademarks and Trade Names, 16th Edition, 2018 με αναφορά και τόσο σε πρόσφατη αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του Δικαστηρίου του Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Σε ότι αφορά τον κίνδυνο σύγχυσης (likelihood of confusion) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα στην παράγραφο 16-088 σελ. 593 του ως άνω συγγράμματος σε σχέση με τις βασικές αρχές που διέπουν την εξέταση από το Δικαστήριο του ζητήματος αυτού: «In Specsavers International Healthcare Ltd v. Asda Stores Ltd[14] Kitchin LJ cited with approval the following summary of the key principles relating to assessment of likelihood of confusion
  1. a)the likelihood of confusion must be appreciated globally, taking account of all relevant factors;
  2. b)the matter must be judged through the eyes of the average consumer of the goods or services in question, who is deemed to be reasonably well informed and reasonably circumspect and observant, but who rarely has the chance to make direct comparisons between marks and must instead rely upon the imperfect picture of them he has kept in mind, and whose attention varies according to the category of goods and services in question;
  3. c)the average consumer normally perceives a mark as a whole and does not proceed to analyse its various details;
  4. d)the visual, aural and conceptual similarities of the marks must normally be assessed by reference to the overall impressions created by the marks bearing in mind their distinctive and dominant components, but it is only when all other components of a complex mark are negligible that is permissible to make the comparison solely on the basis of the dominant elements;
  5. e)nevertheless, the overall impression conveyed to the public by a composite trade mark may, in certain circumstances, be dominated by one or more of its components; .
  6. h)there is a greater likelihood of confusion where the earlier mark has a highly distinctive character, either per se or because of the use that has been made of it; .
  7. k)if the association between the marks causes the public to wrongly believe that the respective goods [or services] come from the same or economically-linked undertakings, there is a likelihood of confusion. . More recently, in Comic Enterprises Ltd v. Twentieth Century Fox Film Corp[15] he explained: 'the question in every case remains the same, namely whether, having regard to a notional and fair use of the mark in relation to all of the goods or services for which it is registered and the actual use of the sign, there is a risk that the average consumer might think that the goods or services come from the same undertaking or economically linked undertakings, and that is all'. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ότι αφορά το κατά πόσο υπάρχει ανάγκη απόδειξης πραγματικής σύγχυσης χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρονται στον Kerly's (ανωτέρω) στην παρ. 16-095 σελ. 599: «Where the use of the offending sign results in actual confusion then this is likely to be very persuasive but there is no requirement to prove confusion. In fact, what needs to be established is a likelihood of confusion. The absence of confusion becomes more significant the longer the period of parallel trade without such evidence emerging. Where the defendant traded under the sign complained of for eight years and the claimant had tried but failed to unearth evidence of confusion, the absence of such evidence was held to be an important factor weighing against finding that there was a likelihood of confusion.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, σε ότι αφορά την τρίτη περίπτωση που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 9 (γ) του Κεφ. 268, για τη στοιχειοθέτηση αυτής δεν είναι απαραίτητο να καταδειχθεί κίνδυνος σύγχυσης όπως συμβαίνει με την περίπτωση του άρθρου 9 (β). Σκοπός είναι η παροχή προστασίας σε σήματα που έχουν αποκτήσει φήμη έστω και εάν δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης. Αναφέρονται τα ακόλουθα στο στον Kerly's (ανωτέρω) παρ. 16-113 σελ. 606 με αναφορά σε νομολογία του ΔΕΕ: «A likelihood of confusion as to origin is not necessary to establish this category of infringement. In Marca Mode v. Adidas,[16] the CJEU said (at [36]): 'The interpretation is not inconsistent with art.5
(2)of the Directive, which establishes for the benefit of well-known trade marks, a form of protection whose implementation does not require the existence of a likelihood of confusion. That provision applies to situations in which the specific condition of the protection consists of the use of the sign in question without due cause with takes unfair advantage of, or is detrimental to, the distinctive character of the trade mark'.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Το ΔΕΕ στην Intel Corporation Inc. v CPM United Kingdom Ltd[17] με αναφορά στο περιεχόμενο των άρθρων 4
(4)(α) και 5
(2)της Οδηγίας 89/104/EEC η οποία αντικαταστάθηκε με την Οδηγία 2008/95/EC και η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με την Οδηγία (EU) 2015/2436 και που έχει πανομοιότυπο περιεχόμενο με τον άρθρο 9 (γ) του Κεφ. 268 ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «24 It should be noted that the wording of Articles 4
(4)(a) and 5
(2)of the Directive is essentially identical and is designed to give trade marks with a reputation the same protection. 27 The types of injury against which Article 4
(4)(a) of the Directive ensures such protection for the benefit of trade marks with a reputation are, first, detriment to the distinctive character of the earlier mark, secondly, detriment to the repute of that mark and, thirdly, unfair advantage taken of the distinctive character or the repute of that mark. 28 Just one of those three types of injury suffices for that provision to apply. 29 As regards, in particular, detriment to the distinctive character of the earlier mark, also referred to as 'dilution', 'whittling away' or 'blurring', such detriment is caused when that mark's ability to identify the goods or services for which it is registered and used as coming from the proprietor of that mark is weakened, since use of the later mark leads to dispersion of the identity and hold upon the public mind of the earlier mark. That is notably the case when the earlier mark, which used to arouse immediate association with the goods and services for which it is registered, is no longer capable of doing so. 30 The types of injury referred to in Article 4
(4)(a) of the Directive, where they occur, are the consequence of a certain degree of similarity between the earlier and later marks, by virtue of which the relevant section of the public makes a connection between those two marks, that is to say, establishes a link between them even though it does not confuse them. 38 The proprietor of the earlier trade mark is not required, for that purpose, to demonstrate actual and present injury to its mark for the purposes of Article 4
(4)(a) of the Directive. When it is foreseeable that such injury will ensue from the use which the proprietor of the later mark may be led to make of its mark, the proprietor of the earlier mark cannot be required to wait for it actually to occur in order to be able to prohibit that use. The proprietor of the earlier mark must, however, prove that there is a serious risk that such an injury will occur in the future. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην L'Oréal SA v Bellure NV[18] το ΔΕΕ ανέφερε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα όσον αφορά την έννοια του προσπορισμού αθέμιτου οφέλους από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος και τη βλάβη στον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού: «40 As regards detriment to the repute of the mark, also referred to as 'tarnishment' or 'degradation', such detriment is caused when the goods or services for which the identical or similar sign is used by the third party may be perceived by the public in such a way that the trade mark's power of attraction is reduced. The likelihood of such detriment may arise in particular from the fact that the goods or services offered by the third party possess a characteristic or a quality which is liable to have a negative impact on the image of the mark. 41 As regards the concept of 'taking unfair advantage of the distinctive character or the repute of the trade mark', also referred to as 'parasitism' or 'free-riding', that concept relates not to the detriment caused to the mark but to the advantage taken by the third party as a result of the use of the identical or similar sign. It covers, in particular, cases where, by reason of a transfer of the image of the mark or of the characteristics which it projects to the goods identified by the identical or similar sign, there is clear exploitation on the coat-tails of the mark with a reputation. 43 It follows that an advantage taken by a third party of the distinctive character or the repute of the mark may be unfair, even if the use of the identical or similar sign is not detrimental either to the distinctive character or to the repute of the mark or, more generally, to its proprietor. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού αυτό νομοθετικά θεμελιώνεται στο άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  1. το οποίο προνοεί ότι: «πρόσωπο το οποίο απομιμούμενο την επωνυμία, τον χαρακτηρισμό, το σήμα ή την επιγραφή αγαθών ή άλλως πως, προκαλεί ή αποπειράται να προκαλέσει ώστε οποιαδήποτε αγαθά να εκληφθούν ως αγαθά άλλου προσώπου, με τρόπο ο οποίος ενδέχεται να οδηγήσει συνήθη αγοραστή στην πεποίθηση ότι αγοράζει αγαθά του άλλου αυτού προσώπου, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του άλλου αυτού προσώπου». Το πιο πάνω άρθρο ωστόσο δεν καλύπτει εξαντλητικά όλες τις μορφές του αθέμιτου ανταγωνισμού και ως εκ τούτου εφαρμόζονται και οι αρχές του κοινοδικαίου.[19] Για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αστικού αδικήματος απαιτείται η εκ μέρους του ενάγοντος χρήση του ονόματος, της επωνυμίας ή του σήματος, αναλόγως, σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια έκταση ώστε το καταναλωτικό κοινό να ταυτίσει αυτά με τη δική του εμπορική/επιχειρηματική δραστηριότητα, η δε χρήση τους από τρίτον να ενδέχεται να προκαλέσει σύγχυση ή λάθος.[20] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην CTO Puplic Company Limited κ.α. v. ΒΑΤ (CYPRUS) Limited κ.α.:[21] «Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου. Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση (Δέστε: Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927 (Υπόθεση Advocaat)». .Η απομίμηση δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτη (Δέστε: Mitsingas, ανωτέρω). Το ίδιο το δικαστήριο είναι ο καλύτερος κριτής αυτών των στοιχείων. Η σύγκριση όμως γίνεται με αναφορά στο μέσο καταναλωτή, που γνωρίζει απλά την εμφάνιση των προϊόντων του ενάγοντα, και όχι στον ειδικό και έμπειρο καταναλωτή (Δέστε: Spalding v. Gamage, ανωτέρω).» .Σε τέτοιες υποθέσεις είναι απαραίτητο ο ενάγων-αιτητής να αποδείξει τη φήμη του, δηλαδή ότι εξαιτίας της χρήσης των προϊόντων του με συγκεκριμένη εμφάνιση, η συγκεκριμένη εμφάνιση έχει καταστεί διακριτικό στοιχείο των προϊόντων του, στη χώρα όπου ζητείται το προσωρινό διάταγμα, και στο κοινό γενικά ή σε συγκεκριμένη τάξη του κοινού (Δέστε: Spalding v. Gamage [1915] 32 R.P.C. 273 και Υπόθεση Advocaat (ανωτέρω)). Επίσης, στην Παπαχρυσοστόμου ν. Παπαχρυσοστόμου[22] λέχθηκαν τα εξής: «Η σχετική απαίτηση του εφεσείοντα έχει ως υπόβαθρο το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  2. Η διάταξη αυτή ενσωματώνει το αγώγιμο δικαίωμα που αναγνώρισε και ανάπτυξε το κοινοδίκαιο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) σε όλο του το εύρος. Το άρθρο δεν καλύπτει μόνο την απομίμηση ή παραποίηση εμπορευμάτων, αλλά και τις περιπτώσεις που ένας αποβλέπει με τις ενέργειες του να εκμεταλλευθεί την εμπορική εύνοια και τη φήμη που απέκτησε μια επιχείρηση, ταυτίζοντας τις εργασίες του με την άλλη επιχείρηση. Βλέπε The Universal Advertising and Publishing Agency v. Panayiotis Vouros 19 C.L.R. 87 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd[23] ανέφερε ότι στο Κυπριακό Δίκαιο τα ακόλουθα αποτελούν τα συστατικά και απαραίτητα στοιχεία αξίωσης για αθέμιτο ανταγωνισμό: «
(1)Ψευδής παράσταση,
(2)που έγινε από έμπορο στη διάρκεια διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών,
(3)σε μελλοντικούς πελάτες του ή σε εκείνους που τελικά θα καταλήξουν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον ίδιο,
(4)η οποία στοχεύει στο να επηρεάσει την επιχείρηση ή εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (με το νόημα ότι αυτή είναι μια εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και
(5)η οποία προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή εμπορική εύνοια του εμπόρου ο οποίος εγείρει την αγωγή ή (στην περίπτωση προληπτικής αγωγής) πιθανόν να προκαλέσει.» Στο σύγγραμμα Kerly's (ανωτέρω) στη σελ. 748, παρ. 20-033 γίνεται μία σύγκριση των αιτιών αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό και παραβίαση εμπορικών σημάτων και αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.the cause of action in passing off is in many cases wider and more flexible, giving protection to all the means by which the claimant's trade or goods may be identified with them, and not just those which they have managed to get registered. It is also more onerous, in the sense that the claimant must prove their reputation and that the defendant's activities involve a false representation damaging to the claimant's goodwill...» Επανέρχομαι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει με αναλυτικό τρόπο κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην πλήρη τους έκταση. Προβάλλεται η θέση ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 έχουν εγγράψει ως δική τους εμπορική επωνυμία το «SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL» μετά την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και συνεπώς, κατά τη θέση τους, νομιμοποιούνται να συναλλάσσονται με την εν λόγω επωνυμία και άρα μπορούν να χρησιμοποιούν το όνομα CLEOPATRA. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που προβάλλεται η θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόβουλη και κακόπιστη. Επί αυτού να επισημάνω κατ' αρχάς το αυτονόητο, ότι, δηλαδή, άλλο το νομικό πλαίσιο, οι σκοποί και η προστασία που παρέχεται για εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα και άλλο το νομικό πλαίσιο, οι σκοποί και τα δικαιώματα χρήσης εμπορικών επωνυμιών. Η εγγραφή ενός εμπορικού σήματος που διέπεται από τον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο Κεφ.268, έχει ως στόχο να προστατεύσει τη χρήση του σήματος σε προϊόντα συγκεκριμένης κλάσης, δηλαδή αναφορικά με εξειδικευμένη κατηγορία προϊόντων για την οποία εγγράφεται το εμπορικό σήμα. Αντίθετα, μια εμπορική επωνυμία που διέπεται από τον περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο Κεφ.11 αφορά το γενικό εμπόριο, χωρίς ειδική αναφορά σε προϊόντα μιας συγκεκριμένης κλάσης. Με άλλα λόγια, η εκ των υστέρων, εγγραφή εμπορικής επωνυμίας σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει την προστασία που παρέχεται για εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα ή για αθέμιτο ανταγωνισμό, ούτε θα μπορούσε να καταστήσει την υπό κρίση Αίτηση καταχρηστική. Ανάλογα, θα πρέπει να ερμηνευτούν οι όποιες νομοθετικές ή άλλες διατάξεις που παρέχουν άμεσα ή έμμεσα δικαιώματα χρήσης εμπορικών επωνυμιών. Άλλωστε, αυτό καθίσταται σαφές από τις πρόνοιες του ίδιου του Κεφ. 268 όπου στο άρθρο 9 όπου ένα από τα δικαιώματα που παρέχει ένα εμπορικό σήμα στο δικαιούχο αυτού είναι να απαγορεύσει σε τρίτα πρόσωπα να χρησιμοποιούν το επίμαχο σημείο ως μέρος της εμπορικής της επωνυμίας. Στο εδάφιο 3 του εν λόγω άρθρου αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(3)Εάν πληρούνται οι όροι του εδαφίου
(2), μπορεί, ιδίως, να απαγορεύεται: (δ) η χρησιμοποίηση του σημείου ως εμπορικής ή εταιρικής επωνυμίας ή ως μέρους εμπορικής ή εταιρικής επωνυμίας.» Σημειώνω εδώ ότι στην Demades Overseas Ltd (ανωτέρω) είχε απαγορευθεί η χρήση της λέξης «ΙΚΙΑ» παρά το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν εγγράψει εμπορική επωνυμία η οποία περιλάμβανε τη λέξη αυτή. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, είναι απορριπτέα η θέση των Καθ' ων η Αίτηση 1 ότι ένεκα της εγγραφής της εμπορικής τους επωνυμίας, η παρούσα αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και κατά την κρίση μου, η εν λόγω εγγραφή δεν είναι δυνατό να επιδράσει στην τελική έκβαση της υπό κρίση Αίτησης κατά τον τρόπο που εισηγείται η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση
  1. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, αυτοί εδώ και πολλές δεκαετίες λειτουργούσαν και λειτουργούν ξενοδοχείο στη Λευκωσία το οποίο έφερε πάντοτε το όνομα «Cleopatra Hotel». Το όνομα αυτό του ξενοδοχείου σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη έχει τύχει ευρείας διαφήμισης και εμπορικής προώθησης τόσο στο καταναλωτικό κοινό εντός και εκτός Κύπρου όσο και ανάμεσα στους επαγγελματίες στον τουριστικό τομέα και το εν λόγω όνομα έχει αποκτήσει καλή και ευρέως διαδεδομένη φήμη (goodwill). Αναφέρουν επίσης ότι λόγω του πολύ μεγάλου χρόνου αδιάλειπτης λειτουργίας του ξενοδοχείου τους στη Λευκωσία αυτό αποτελεί τοπόσημο στην πόλη και είναι γενικά γνωστό στο Κυπριακό κοινό. Παρουσίασαν στο Δικαστήριο πιστοποιητικό εγγραφής της εμπορικής επωνυμίας «CLEOPATRA HOTEL» η οποία φαίνεται να έχει εγγραφεί στις 24/3/2006 καθώς και της εμπορικής επωνυμίας «CLEOPATRA CITY CENTRE» η οποία φαίνεται να έχει εγγραφεί την 1/2/
  2. Παρουσίασαν επίσης στο Δικαστήριο πιστοποιητικό εγγραφής του εμπορικού σήματος το οποίο φέρει τις λέξεις «CLEOPATRA CITY CENTER» το οποίο φαίνεται να γράφτηκε στο σχετικό μητρώο στις 30/5/
  3. Τα πιο πάνω άλλωστε δεν φαίνεται να αμφισβητούνται από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παραδέχονται ότι από το 2015 που ανέλαβαν τη διαχείριση του καταλύματος που διαχειρίζονται στην Αγία Νάπα χρησιμοποιούσαν τα διάφορα ονόματα τα οποία αναφέρουν οι Ενάγοντες μεταξύ των οποίων αυτούσια την εμπορική επωνυμία των Αιτητών, ήτοι CLEOPATRA HOTEL (σχετική είναι η παράγραφος 8 της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης Παπουή). Δεν αναφέρεται όμως για πόσο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσαν αυτούσια την εμπορική επωνυμία των Εναγόντων. Κατά τη θέση τους, αυτό σταμάτησε τον Μάρτιο του 2018 όταν έλαβαν επιστολή από τους Αιτητές περί παραβίασης των εμπορικών επωνυμιών και σημάτων τους, κάτι που οδήγησε τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στην εγγραφή της ανωτέρω αναφερόμενης επωνυμίας και τη χρησιμοποίηση αυτής για την περαιτέρω δραστηριότητα τους. Είναι επίσης σαφές ότι σε όλες τις επωνυμίες οι οποίες χρησιμοποιούνταν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 συμπεριλαμβανόταν η λέξη Cleopatra η οποία αποτελεί μέρος τόσο των εμπορικών επωνυμιών όσο και του σήματος των Εναγόντων. Γίνεται μάλιστα αναφορά εκ μέρους των Εναγομένων 1 σε συνομιλία μεταξύ του δικηγόρου τους και του δικηγόρου των Εναγόντων στο πλαίσιο της οποίας αναφέρθηκε από τον δικηγόρο των Εναγομένων 1 ότι θα προέβαιναν σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα για την αλλαγή των επωνυμιών των Εναγομένων
  4. Δεν αναφέρεται ότι αρνήθηκαν οποτεδήποτε τη θέση των Εναγόντων ότι οι διάφορες επωνυμίες που χρησιμοποιούσαν παραβίαζαν τις εμπορικές επωνυμίες και σήμα των Εναγόντων αλλά αυτό το οποίο ευθαρσώς δηλώνεται ήταν ότι η αντίδραση τους σε αυτές τις κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις ήταν να προβούν σε διαβήματα για την αλλαγή των επωνυμιών που χρησιμοποιούσαν εγγράφοντας την νέα επωνυμία, ήτοι SEA CLEOPATRA (NAPA) HOTEL. Σύμφωνα με τους Ενάγοντες, το ξενοδοχείο τους ανήκει στην κατηγορία των 4 αστέρων ενώ το κατάλυμα των Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν έχει εντοπιστεί στον κατάλογο που υπάρχει αναρτημένος στην ιστοσελίδα του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού και η μόνη αναφορά που εντόπισαν σε σχέση με την κατηγορία στην οποία ανήκει είναι μία αναφορά στην ιστοσελίδα bookings.com που το κατατάσσει στην κατηγορία των 3 αστέρων χωρίς όμως να γνωρίζουν που βασίζεται αυτή η αναφορά. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν αρνούνται τα όσα επί του προκειμένου αναφέρουν οι Ενάγοντες ούτε παρέθεσαν οποιαδήποτε επιπρόσθετη λεπτομέρεια επί του ζητήματος. Η βασική θέση που προβάλλεται από την πλευρά των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι 1 χρησιμοποιούν όμοιες ή παρόμοιες επωνυμίες με τις εμπορικές επωνυμίες και σήμα των Εναγόντων αφού όλες φέρουν το όνομα Cleopatra και η εν λόγω συμπεριφορά δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης των σημάτων και επωνυμιών τα οποία χρησιμοποιεί αφενός η Ενάγουσα και αφετέρου οι Εναγόμενοι 1 περιλαμβανομένου του κινδύνου συσχέτισης ή νομιζόμενης διασύνδεσης των δύο εμπλεκόμενων ξενοδοχείων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη θέση των Εναγόντων, η εν λόγω συμπεριφορά επιφέρει ή θα μπορούσε να επιφέρει όφελος στους Εναγόμενους από το διακριτικό χαρακτήρα και τη φήμη και εμπορική εύνοια των εγγεγραμμένων επωνυμιών και εμπορικού σήματος της Ενάγουσας-Αιτήτριας και του ξενοδοχείου τους στη Λευκωσία και είναι βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα και φήμη. Μάλιστα, προς περαιτέρω υποστήριξη των αναφορών τους ως προς τη δημιουργία κινδύνου σύγχυσης και συσχέτισης και για να καταδείξουν ότι πράγματι τέτοια σύγχυση λαμβάνει χώρα, παρουσίασαν στο Δικαστήριο ηλεκτρονικά μηνύματα που έλαβαν τόσο από τουριστικούς πράκτορες όσο και από κάποιο φυσικό πρόσωπο που είχε κάνει κράτηση στους εναγόμενους 1 από το περιεχόμενο των οποίων καταδεικνύεται, κατά τη θέση τους, η σύγχυση που προκαλείται αφού όλες οι περιπτώσεις αφορούσαν εν τέλει κρατήσεις στο κατάλυμα των Εναγομένων 1 και όχι των Εναγόντων στους οποίους προωθούνταν τα ηλεκτρονικά μηνύματα για επιβεβαίωση κρατήσεων ή για παροχή πληροφοριών. Γίνεται επίσης αναφορά από τους Ενάγοντες σε εκμετάλλευση, λόγω αυτής της συμπεριφοράς, της φήμης του ονόματος του ξενοδοχείου τους και της εμπορικής εύνοιας των εμπορικών επωνυμιών και σήματος αυτών και της συνεπείας αυτής, απόκτησης αθέμιτου οφέλους εις βάρος των Εναγόντων. Σε σχέση με τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσιάστηκαν σε μία προσπάθεια κατάδειξης εκ μέρους των Εναγόντων του κινδύνου σύγχυσης, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 αποδίδουν αυτά σε καλόπιστα λάθη των προσώπων που τα απέστειλαν, τα οποία κατά τη θέση τους συμβαίνουν αμέτρητες φορές στον τομέα τους. Σε λάθος αποδίδουν και το ηλεκτρονικό μήνυμα από το φυσικό πρόσωπο που είχε κάνει κράτηση στο δικό τους κατάλυμα και το οποίο φαίνεται να έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στους Ενάγοντες ζητώντας περαιτέρω πληροφορίες σε σχέση με την κράτηση του. Σε ότι αφορά την εγγραφή της νέας επωνυμίας από την πλευρά των Εναγομένων 1, η θέση των Εναγόντων είναι ότι το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τις θέσεις τους αφού η εν λόγω επωνυμία εξακολουθεί να φέρει τη λέξη Cleopatra και τη λέξη Hotel και είναι αυτές οι λέξεις που προκαλούν σύγχυση κατά τη θέση τους. Στην αντίπερα όχθη, η θέση που προβάλλεται από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 1 και ουσιαστικά υιοθετείται και από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 2 είναι ότι δεν δημιουργείται κανένας κίνδυνος σύγχυσης. Μάλιστα, η θέση των Εναγομένων 1 είναι ότι οι οποιεσδήποτε αμφιβολίες περί δημιουργίας σύγχυσης ή κινδύνου σύγχυσης από τη χρησιμοποίηση των προηγούμενων ονομάτων εκ μέρους των Εναγομένων 1 εξανεμίζονται με την εγγραφή της νέας ανωτέρω αναφερθείσας επωνυμίας από την πλευρά τους. Το κατά πόσο ευσταθούν οι πιο πάνω θέσεις των Αιτητών ή οι αντίθετες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση 1, δεν είναι επί του παρόντος σταδίου να αποφασιστεί. Ως έχει ήδη αναφερθεί, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι σε διαδικασία εκδίκασης αίτησης για Προσωρινό Διάταγμα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης.[24] Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για Προσωρινό Διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[25] Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, με ιδιαίτερη έμφαση στα επίδικο φερόμενο ως εγγεγραμμένο επ' ονόματι των Εναγόντων εμπορικό σήμα και το περιεχόμενο αυτού ως επίσης και τις εγγεγραμμένες επ' ονόματι τους εμπορικές επωνυμίες, τη χρήση τους από τους Ενάγοντες, την παραδοχή εκ μέρους των Εναγομένων 1 για χρησιμοποίηση εκ μέρους τους, για κάποιο απροσδιόριστο χρονικό διάστημα αυτούσιας της εμπορικής επωνυμίας των Εναγόντων, ήτοι Cleopatra Hotel, του περιεχομένου των διαφόρων επωνυμιών που χρησιμοποιήθηκαν από τους Εναγόμενους 1 με τελευταία την πιο πρόσφατη εμπορική επωνυμία, τα ηλεκτρονικά μηνύματα που παρουσιάστηκαν σε σχέση με τον κίνδυνο σύγχυσης και συσχέτισης του ξενοδοχείου της Ενάγουσαν και του καταλύματος που διαχειρίζονται οι Εναγόμενοι 1 και ιδιαίτερα το γεγονός ότι κοινό στοιχείο φαίνεται να αποτελεί η λέξη Cleopatra η οποία φαίνεται να έχει κυρίαρχη θέση στις επωνυμίες και εμπορικό σήμα, διαπιστώνω ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων των Αιτητών έναντι των Καθ' ων η Αίτηση
  5. Το κατά πόσο υφίσταται ή όχι κίνδυνος σύγχυσης δεν είναι επί του παρόντος να αποφασιστεί και είναι αρκετό να λεχθεί ότι στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο, έχουν καταδειχθεί σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του με τρόπο ώστε η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου να μην μπορεί σε αυτό το στάδιο να αποκλειστεί με τον τρόπο που εισηγούνται οι Καθ' ων η Αίτηση
  6. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 2, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες του συγκροτήματος το οποίο διαχειρίζονται οι Εναγόμενοι 1 για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  7. Οι θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με την εμπλοκή και ανάμιξη των Εναγομένων 2 στις κατ' ισχυρισμό παραβιάσεις και πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού παρέμειναν γενικές και αόριστες χωρίς την απαιτούμενη εξειδίκευση. Προβλήθηκε γενικά και αόριστα η θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 γνωρίζουν και δεν αποτρέπουν τη χρήση του ονόματος Cleopatra από την οποία χρήση άμεσα ή έμμεσα επωφελούνται μέσω της συμφωνίας παραχώρησης της διαχείρισης. Από το περιεχόμενο της επιστολής που οι ίδιοι οι Ενάγοντες παρουσιάζουν στο Δικαστήριο (Τεκμήριο Ε στην Ένορκη Δήλωση Ιακωβίδη) δεν συνάγεται οποιαδήποτε σύμπραξη των Εναγομένων 2, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση με αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, οι Εναγόμενοι 2 φαίνεται να αναφέρουν στους Ενάγοντες ότι οι ίδιοι ενημέρωσαν τους Εναγόμενους 1 για τις απαιτήσεις των Εναγόντων πλην όμως ξεκαθαρίζουν στους Ενάγοντες ότι οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να επιβληθούν στους Εναγόμενους 1 προκειμένου να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση των Εναγομένων
  8. Ούτε εξηγήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο πως οι Εναγόμενοι 2 επωφελούνται από την όποια χρήση επωνυμιών κατ' ισχυρισμό προβαίνουν οι Εναγόμενοι 1, θέση η οποία επίσης παρέμεινε γενική. Άλλωστε, οι Ενάγοντες δηλώνουν ευθαρσώς ότι η όποια χρήση γίνεται από τους Εναγόμενους
  9. Η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης Ιακωβίδη ότι εκτιμάται ότι οι Εναγόμενοι 2 θα μπορούσαν δυνάμει εξυπακουόμενου, αν όχι ρητού, όρου της συμφωνίας ενοικίασης ή παραχώρησης της διαχείρισης στους Εναγόμενους 1 να επιφέρουν τον τερματισμό των κατ' ισχυρισμό παραβιάσεων και/ή να στραφούν προς τους Εναγόμενους 1 ώστε αυτοί να εξωθηθούν στο να προβούν στον τερματισμό των παραβιάσεων δια της προειδοποίησης ή λήψης μέτρων για τον τερματισμό της συμφωνίας παραχώρησης (θέση την οποία αρνούνται οι Εναγόμενοι 2) και πάλι είναι γενική και αόριστη αφού ουδόλως εξηγείται που στηρίζεται η αναφερόμενη εκτίμηση των Εναγόντων. Με άλλα λόγια, δεν έχει καταδειχθεί με σαφή και ακριβή μαρτυρία σε αυτό το στάδιο με ποιο τρόπο η ιδιότητα και μόνο των Εναγομένων 2 ως ιδιοκτητών του συγκροτήματος το οποίο, ως είναι κοινώς αποδεκτό, δεν διαχειρίζονται οι ίδιοι αλλά οι Εναγόμενοι 1 τους καθιστά υπόλογους για πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού και παραβιάσεις εμπορικών σημάτων έναντι των Εναγόντων. Στην πραγματικότητα, τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο σε σχέση με τους Εναγόμενους 2 αποτελούν γενικές και αόριστες αναφορές μη δυνάμενες να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον των Εναγομένων
  10. Τρίτη Προϋπόθεση: Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση παρατηρώ ότι οι Ενάγοντες αναφέρουν τα ακόλουθα στην παράγραφο 11 της Ένορκης Δηλωσης Ιακωβίδη σε σχέση με το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης: «.οι ζημιές οι οποίες προκαλούνται στην Ενάγουσα-Αιτήτρια από την εν λόγω συμπεριφορά των Εναγομένων-Καθ'ων η Αίτηση είναι πολύ δύσκολο έως και πρακτικά αδύνατο να μετρηθούν και να υπολογισθούν επ' ακριβώς και να αποτιμηθούν σε χρήμα. Παραδείγματος χάριν, ζητήματα όπως το πλήγμα στη φήμη του ξενοδοχείου μας και στη φήμη και την εμπορική εύνοια των εμπορικών επωνυμιών και του σήματος τα οποία ανήκουν στην εταιρεία μας, το εύρος αυτού του πλήγματος στη φήμη καθώς και οι συνέπειές του υπό τη μορφή απολεσθείσας πελατείας, είναι πολύ δύσκολο έως πρακτικά αδύνατο να μετρηθούν επ' ακριβώς και να αποτιμηθούν με χρηματικούς όρους. Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με την εκμετάλλευση της φήμης του ονόματος του ξενοδοχείου μας και της εμπορικής εύνοιας των εμπορικών επωνυμιών και του εμπορικού σήματος της εταιρείας μας, όπου και σε αυτό το επίπεδο είναι πολύ δύσκολο να υπολογιστεί με ακρίβεια και να αποτιμηθεί με χρηματικούς όρους το μέγεθος του παράνομου οφέλους το οποίο οικειοποιούνται οι αντίδικοί μας και της συνεπαγόμενης ζημιάς την οποία η εταιρεία μας εξακολουθεί να υφίσταται. Επομένως, ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας και όπως μπορώ κι εγώ ο ίδιος να αντιληφθώ, θα είναι πολύ δύσκολο ή και πρακτικά αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και δη μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής.» Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι 1 αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι δεν έχουν αναφέρει οι Ενάγοντες ότι αυτοί δεν θα είναι σε θέση να τους αποζημιώσουν. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση CTO Public Company Ltd κ.ά. v. BAT (Cyprus) Ltd κ.ά. (ανωτέρω): «Είναι θεμελιωμένο ότι σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι συνήθως δύσκολο ή αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά, στη φήμη και την εμπορική εύνοια, που μπορεί να προκληθεί στον ενάγοντα και ως εκ τούτου σε τέτοιες υποθέσεις, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις, συνήθως εκδίδονται παρεμπίπτοντα διατάγματα. Εκτιμούμε ότι ορθά, το πρωτόδικο δικαστήριο, έκρινε ότι και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται.» Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση ΤHE TIMBERLAND CO OF USA v. EVANS & SONS LTD etal:[26] «Όπως υποδείξαμε στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co Of Usa, (ανωτέρω), σε συνάρτηση με τα αποφασισθέντα στην Papastratis v Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αδυναμία αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση του αθέμιτου ανταγωνισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει τη θέση μας:- (σελ. 8) «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα Copinger & Scone On Copyright 12η έκδοση, σελ. 324 αναφέρονται τα ακόλουθα: "It may be observed at this point that in actions for infringement of copyright, passing off and breach of confidence damages are not an adequate remedy since there are difficulties in both ascertaining and quantifying such damage as injury to the plaintiff's property, business and goodwill" Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές και έχοντας κατά νου όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω σε σχέση με τη φύση των δικαιωμάτων των Εναγόντων και της φήμης και εμπορικής εύνοιας της επιχείρησης τους, κρίνω ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία για τους Ενάγοντες εφόσον ο όποιος επηρεασμός της εμπορικής ευνοίας και φήμης των Αιτητών από τη συμπεριφορά την οποία καταλογίζουν στους Εναγόμενους 1, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο να υπολογισθεί και καθοριστεί χρηματικά. Η ιδιαιτερότητα και η φύση της παρούσας υπόθεσης, δεν επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς των Αιτητών σε μεταγενέστερο στάδιο, δηλαδή στο τέλος της ακροαματικής διαδικασίας. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ισοζύγιο Ευχέρειας: Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Αιτητών. Σταθμίζοντας τη ζημιά που θα υποστούν οι Αιτητές από την μη έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ανωτέρω, κρίνω ότι η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο τέλος της δίκης, ότι η παρούσα απόφαση είναι εσφαλμένη. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι πέραν του σχετικού λόγου ένστασης από την πλευρά των Εναγομένων, αυτός ο λόγος δεν υποστηρίχθηκε με αναφορά σε γεγονότα. Για παράδειγμα, δεν αναφέρθηκε ότι ως εκ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι Εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να συνηγορεί υπέρ μίας τέτοιας κατάληξης. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ουδόλως επηρεάζει τη συνέχιση της εμπορικής τους δραστηριότητας, ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Αναμφίβολα, καθίσταται σαφές ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος οι Εναγόμενοι 1 θα χρειαστεί υποβληθούν σε διαδικασίες αλλαγής ονόματος τόσο σε επίπεδο κτιριακών εγκαταστάσεων όσο και σε διαδικτυακό επίπεδο κάτι που αναμένεται να οδηγήσει σε πρόκληση εξόδων. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό για να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον των Εναγόντων. Εν προκειμένω, το ισοζύγιο της ευχέρειας ή ορθότερα των αναγκών της δικαιοσύνης ή ως πιο αρμόζουσα φράση «balance of justice»[27] δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων[28], κλίνει υπέρ των Εναγόντων. Κατάληξη: Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται τα ακόλουθο διάταγμα: Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 είτε αυτοί ενεργούν διά των διευθυντών τους είτε διά των αξιωματούχων ή αντιπροσώπων ή συμβούλων ή υπηρετών τους ή άλλως πως, να χρησιμοποιούν στο χώρο του ξενοδοχείου και/ή του συγκροτήματος ξενοδοχειακών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων (hotel apartments) το οποίο βρίσκεται επί της οδού Γιούρι Καγκάριν 7 στην Αγία Νάπα ή σε οποιονδήποτε άλλο χώρο, ή σε οποιεσδήποτε αναρτήσεις και/ή δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο οι οποίες γίνονται με οδηγίες και/ή με πρωτοβουλία και/ή με υποκίνηση και/ή με τη συναίνεση και/ή με ευθύνη της Εναγόμενης 1 και/ή σε οποιαδήποτε έντυπα και/ή έγγραφα της Εναγόμενης 1 και/ή σε οποιαδήποτε έγγραφα του εν λόγω ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων και/ή οποιουδήποτε άλλου ξενοδοχείου και/ή συγκροτήματος τουριστικών καταλυμάτων και/ή διαμερισμάτων (π.χ. τιμολόγια, αποδείξεις, ανακοινώσεις, έντυπα κρατήσεων, διαφημιστικά έντυπα και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή έντυπα), και/ή σε οποιαδήποτε διαφημιστικά έγγραφα και/ή καταχωρήσεις στον τύπο ή στην τηλεόραση και/ή σε οποιασδήποτε άλλης μορφής διαφημίσεις και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, το όνομα «Cleopatra» μέχρι την τελική αποπεράτωση της Αγωγής και ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ο χρόνος συμμόρφωσης των Καθ' ων η Αίτηση 1 με το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα καθορίζεται σε 45 ημέρες από την επίδοση του Διατάγματος. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος του αιτητικού της υπό κρίση Αίτησης κρίνω ότι δεν δύναται να χορηγηθεί η έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με αυτό καθώς είναι διατυπωμένο με τέτοιο ευρύ, γενικό και αόριστο τρόπο ώστε αφενός να δημιουργείται κίνδυνος άδικου περιορισμού των δικαιωμάτων των Εναγομένων 1 και, αφετέρου να ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτά να μην μπορούν εύλογα και νόμιμα να εφαρμοστούν.[29] Συνεπώς, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το υπόλοιπο μέρος του αιτητικού Α της υπό κρίση Αίτησης απορρίπτεται. Όπως έχει νομολογηθεί στην Demades Overseas Ltd (ανωτέρω) ο τύπος του διατάγματος σε υποθέσεις αυτής της φύσεως αποτελεί ένα πολύ πολύπλοκο ζήτημα. Λέχθηκε χαρακτηριστικά ότι: «Πρέπει να είναι διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο έτσι που να δίνει σωστή προστασία στα δικαιώματα του ενάγοντα αλλά όχι με τέτοιο ευρύ τρόπο έτσι που αδίκως να περιορίζει τις δραστηριότητες του εναγομένου.» Ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το αιτούμενο Διάταγμα μονομερώς αλλά η υπό κρίση Αίτηση είναι δια κλήσεως, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δέσπω Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ[30] και το πιο κάτω απόσπασμα: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ' αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ' αυτούς των διαταγμάτων.» Στην προκείμενη περίπτωση, έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο του εκδοθέντος Διατάγματος, το οποίο είναι δραστικό αλλά και αναγκαίο και αφού συνεκτίμησα τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκδοση του, το οποίο συνιστά ενδιάμεση θεραπεία, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως οι Αιτητές πριν τη σύνταξη του Διατάγματος, καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή Τραπεζική Εγγύηση ύψους €50.000, για κάλυψη τυχόν ζημιών στους Καθ' ων η αίτηση 1, σε περίπτωση που αυτές ήθελε προκληθούν συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης του Διατάγματος. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 2, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 2 τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ τους και σε βάρος της Ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Πολ. Έφ. Αρ. Ε301/2016, ημερ. 26.9.2017. [2]
(1998)1 ΑΑΔ 598 [3] Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [4] Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14 [5]
(2002)1 ΑΑΔ
  1. [6] Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/
  2. [7] Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. [8] Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014) [9] Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237, Ζηντίλης v. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1603, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152 [10] Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ. 788,
  1. [11] Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Πολιτική Εφεση Αρ. E7/
  2. [12] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [13] The Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschufabrieken Adi Dassler Kg
(1984)1 CLR 263, Παπαχρυσοστόμου v. Παπαχρυσοστόμου
(1992)1 Α.Α.Δ. 389, Γ.A Κεράνης Α.Ε. ν. Εφ. Εμπ. Σημάτων
(1991)3 Α.Α.Δ.
  1. [14] [2012] F.S.R. 19 [15] [2016] EWCA Civ 41 at [79] [16] [2000] E.C.R. I-4861 [17] [2008] Ε.C.R. I-8823 [18] [2009] Ε.C.R. I-5185 [19] Universal Advertising v. Vouros, 19 C.L.R
  2. [20] Α/φοι Μυλωνά Α.Ε. κ.α. v. Michalakis Avraamides & Co. Limited,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, ημερ. 21 Σεπτεμβρίου, 1998 [21]
(2012)1 A.A.Δ. 178. [22]
(1992)1 Α.Α.Δ. 389, 393 [23]
(1996)1 A.A.Δ. 799. [24] Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 [25] T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). [26]
(1998)1 A.A.Δ. 1179. [27] Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd
(1984)1 WLR
  1. [28] Εκδόσεις Αρκτίνος ανωτέρω και Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, ΠΕ Ε324/2016, ημερ. 14.11.
  2. [29] Βλ. Σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions, Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου,
  3. σελ. 63 [30] Πολ. Έφεση 354/13, ημερομηνίας 4.12.
  4. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.