Bank of Cyprus Public Company Ltd ν. Πασιουρτίδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 1077/2020, 15/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2021:A215 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1077/2020 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Ltd Εναγόντων v. 1. XXXXX Πασιουρτίδη 2. XXXXX XXXXX XXXXX Πασιουρτίδου Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 6.7.21 για Αναστολή Εκτέλεσης Απόφασης Εκκρεμούσης Έφεσης Ημερομηνία: 15 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σια ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χ. Θεοδούλου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν προσωρινό διάταγμα για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 28.4.21 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 η οποία αρχικώς τονίζει το επείγον της Αίτησης και περιγράφει όλα τα γεγονότα μέχρι και την έκδοση της απόφασης ημ. 28.4.21. Η Εναγομένη 2 παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί την απόφαση εσφαλμένη και ισχυρίζεται πως υπάρχουν πολύ καλές πιθανότητες ανατροπής της κατ΄ έφεση. Τέλος, η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται πως σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία και επιπλέον είναι άγνωστοι ο χρόνος και το ύψος των αποζημιώσεων, επισημαίνοντας ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι Εναγόμενοι θα χάσουν την κατοικία τους αφού θα επιτραπεί στους Ενάγοντες να την εκμεταλλευτούν και ή πωλήσουν σε τρίτους. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. 2. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει αβάσιμους και ή άσχετους και ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. 3. Η νομική βάση της Αίτησης είναι λανθασμένη και ή ελλιπής και ή αντιφατική. 4. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει την οικονομική ικανότητα τους να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες. 5. Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 6. Η Αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και έχει σκοπό την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΕΒ (εφεξής «ο ΕΒ»), υπαλλήλου των Εναγόντων. Και αυτός με τη σειρά του περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Ο ΕΒ αρνείται το επείγον της Αίτησης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2, προβάλλοντας τους λόγους για τους οποίους θεωρεί πως η έφεση είναι αβάσιμη και χωρίς προοπτική επιτυχίας. Σύμφωνα με τον ΕΒ, σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης, οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι το εξ αποφάσεως χρέος θα αυξάνεται και υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών και φθοράς στην κατοικία με αποτέλεσμα τη μείωση της σημερινής της αξίας. Επίσης ο ΕΒ επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, θα πρέπει εξαρχής να τεθεί το ιστορικό και το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση και το οποίο είτε αποτελεί κοινό έδαφος είτε παραμένει αναντίλεκτο από την άλλη πλευρά: (
- i)Οι Αιτητές παραχώρησαν την υποθήκη Υ..49/09 αναφορικά με την κατοικία τους την οποία κατέχουν εξ ημισείας, ως εξασφάλιση πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες. (
- ii)Οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αγωγή XXXXX/17 ΕΔ Λάρνακας εναντίον των Αιτητών και της εταιρείας τους με την οποία αξιώνουν οφειλόμενο υπόλοιπο και την εκποίηση, μεταξύ άλλων, της προαναφερόμενης υποθήκης. Οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της υποθήκης. (iii) Στα πλαίσια της Αγωγής, οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων απαγόρευσης εκποίησης της υποθήκης η οποία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημ. 5.3.20. (
- iv)Ενόσω ακόμα εκκρεμεί η Αγωγή για ακρόαση, οι εδώ Ενάγοντες προχώρησαν με τη διαδικασία εκποίησης του προαναφερόμενου ακινήτου δυνάμει του Ν.9/65. (
- v)Οι Αιτητές καταχώρισαν την Αίτηση-Έφεση 40/19 ΕΔ Λάρνακας, με την οποία ζητούσαν τον παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ και η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 30.7.19. Οι Αιτητές καταχώρισαν έφεση κατά της εν λόγω απόφασης και αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της διαδικασίας πώλησης. Η τελευταία απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 10.3.20. (
- vi)Λόγω της μη εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω πλειστηριασμού, μετά την πάροδο έξι μηνών, περί τον Φεβρουάριο του 2020, οι Ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα αγοράς του. (vii) Οι Αιτητές καταχώρισαν την Αγωγή 827/20 ΕΔ Λάρνακας εναντίον των εδώ Εναγόντων και άλλων, ζητώντας, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης και της αγοράς-απόκτησης του ενυπόθηκου ακινήτου από τους Αιτητές. (viii) Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αγωγής με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν την έκδοση διαταγμάτων εκκένωσης και παράδοσης κατοχής του εν λόγω ακινήτου από τους Αιτητές στους Ενάγοντες και παύσης της παράνομης επέμβασης εκ μέρους των Αιτητών σε αυτό. Οι Αιτητές καταχώρισαν υπεράσπιση και ακολούθησε η καταχώριση αίτησης για συνοπτική απόφαση η οποία εκδικάστηκε και στις 28.4.21 το Δικαστήριο εξέδωσε συνοπτική απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών. (
- ix)Οι Αιτητές καταχώρισαν έφεση κατά της απόφασης ημ. 28.4.21 και ακολούθως την υπό κρίση Αίτηση. Με βάση το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος και όπως αναλύεται στην αγόρευση του δικηγόρου των Αιτητών, με την υπό κρίση Αίτηση ζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Οι Αιτητές στηρίζονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και στην Αγγλική υπόθεση Erinford Properties Ltd v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448. Το Δικαστήριο θεωρεί πως η υπόθεση Erinford δεν καθιέρωσε τη νομική αρχή για τη δυνατότητα έκδοσης ενός γενικού διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης υπό τη μορφή προσωρινής θεραπείας. Εκείνο το οποίο καθιέρωσε η εν λόγω υπόθεση είναι την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, σε περιπτώσεις που το Δικαστήριο είχε προηγουμένως αρνηθεί την έκδοση του ιδίου διατάγματος, σε περιορισμένη έκταση ακριβώς για να διασφαλίζεται κάποιο αντικείμενο ή περιουσία μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης και τον τελεσίδικο χαρακτήρα της απόφασης του Εφετείου. Όπως αποφασίστηκε στην εν λόγω υπόθεση, αυτή η νομική αρχή ισχύει και για ενδιάμεσες και για τελικές αποφάσεις, εναντίον των οποίων ασκείται έφεση. Η προαναφερόμενη Αγγλική υπόθεση υιοθετήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Tafco (Foreign Trade Organization for Chemicals and Foodstuffs) of Syria (No. 2) v. The Ship "Lambros L" and her Cargo
(1977)1 C.L.R. 159. Στις μεταγενέστερες υποθέσεις Αναφορικά με την Αίτηση των Τράπεζας Κύπρου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1523 και Aspis Liberty Insurance Public Co. Ltd v. Σιακατίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1816, το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το περιορισμένο και σε εξαιρετικές περιπτώσεις πλαίσιο εφαρμογής της Erinford. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Aspis είναι διαφωτιστικό: «. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. . . Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα.» Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται πως δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα όπως αυτό είναι διατυπωμένο στην Αίτηση. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό όπως εξετάσει την Αίτηση ωσάν να ζητείται διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της εκδοθείσας τελικής απόφασης ημ. 28.4.21 μέχρι την εκδίκαση της έφεσης δυνάμει της σχετικής δικονομικής πρόνοιας Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης και την οποία οι Αιτητές επικαλούνται και στην αγόρευση του δικηγόρου τους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το θέμα αναστολής εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 είναι διαφωτιστικό ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ. 18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγω της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση BP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 επαναλήφθηκε πως «η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που έχει εφεσιβληθεί βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται με βάση δύο αρχές: (
- i)ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (
- ii)το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.» Στην υπόθεση Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 591, επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές και τονίστηκε πως η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επίλυση του ζητήματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978 συνοψίστηκαν εκ νέου οι πιο πάνω αρχές και επιπλέον το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε πως εκεί όπου κρίνεται ότι είναι κατάλληλη η περίπτωση για αναστολή εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής, ούτως ώστε να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. Κατά την εξέταση των παραγόντων που πρέπει να εξισορροπηθούν, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χ΄΄Ευαγγέλου v. Dorami Marine Ltd & others
(1991)1 A.A.Δ. 172, επισήμανε τα εξής: «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές:-
- O διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς εξαιρετικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
- Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. (Βλ. μεταξύ άλλων, Gruno v. Ship "Algazera"
(1980)1 C.L.R. 595· Essex Overseas v. Legent Shipping
(1981)1 C.L.R. 263· Phoenix v Al Khalaf Exhibition
(1981)1 C.L.R. 673·Mavrochanna and Another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760·Aristidou v. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649· Παναγιώτα Νεοφύτου v. Χρυσάνθης Δημητρίου,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 592. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η ίδια προσέγγιση εκφράστηκε και στην υπόθεση Merck & Co Inc κ.ά. v. Medochemie Ltd
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2184, ως εξής: «Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης εκκρεμούσας αγωγής εξασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 47, σελ. 323. Η κρατούσα πρακτική είναι ότι οι αγωγές δεν πρέπει να αναστέλλονται εκτός αν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία καθιστούν αναγκαία την αναστολή. Βλ. The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus
(1981)1 C.L.R. 445 στη σελίδα 452.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν και στην πιο πρόσφατη υπόθεση P. & MA. Restaurant Ltd κ.ά. v. Wakeham
(2011)1(B) A.A.Δ.
- Προς υποστήριξη της Αίτησης, οι Αιτητές προβάλλουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν πως η απόφαση ημ. 28.4.21 είναι εσφαλμένη και αντινομική. Αυτοί ουσιαστικά συνίστανται στα ακόλουθα: α. Το Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως οι Αιτητές δεν κατέδειξαν καλόπιστη υπεράσπιση. β. Το Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε πως ο ενόρκως δηλών είχε θετική γνώση για τα γεγονότα που υποστήριζαν την αίτηση για συνοπτική απόφαση. γ. Η απόφαση του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα για την καταβολή μηνιαίου ποσού ως αποζημιώσεις και ή ενδιάμεσα οφέλη μέχρι την παράδοση της κατοικίας στους Ενάγοντες είναι αντιφατική με την αιτούμενη θεραπεία για αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση για την οποία δεν ζητήθηκε η έκδοση συνοπτικής απόφασης. δ. Το Δικαστήριο λανθασμένα εξέδωσε συνοπτική απόφαση στερώντας τους Αιτητές το δικαίωμα να ακουστούν και τύχουν δίκαιης δίκης κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. ε. Η ύπαρξη της Αγωγής 827/20 ήταν επαρκής λόγος υπεράσπισης που να δικαιολογούσε τη μη έκδοση συνοπτικής απόφασης. στ. Η εκκρεμοδικία στην Αγωγή XXXXX/17 αποτελεί επίσης τέτοιο λόγο, και μάλιστα αποτέλεσε και λόγο στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 40/19 όπου και απορρίφθηκε. ζ. Εκκρεμεί έφεση κατά της απόφασης στην Αίτηση-Έφεση 40/
- η. Το Δικαστήριο λανθασμένα έκρινε πως συνέτρεχε το δεδικασμένο ενόψει της ενδιάμεσης αίτησης στην Αίτηση-Έφεση 40/
- θ. Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση ημ. 5.3.20 στα πλαίσια της Αγωγής XXXXX/
- ι. Το Δικαστήριο αποφάσισε λανθασμένα πως το άρθρο 44ΙΑ του Ν.9/65 δεν είναι αντισυνταγματικό. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων με τη σειρά τους απορρίπτουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αναφέρουν τα εξής: 1) Η απόφαση είναι πλήρως αιτιολογημένη, 2) Ορθά το Δικαστήριο αποφάσισε πως ο ενόρκως δηλών είχε θετική γνώση των γεγονότων. 3) Οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο καθότι, όπως αναφέρεται στην απόφαση του το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως δεν υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση αναφορικά και με την αξίωση για την καταβολή του μηνιαίου ποσού και προχώρησε στην έκδοση συνοπτικής απόφασης ενώ παραμένει η αξίωση για αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. 4) Οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας και περί ακυρότητας και παρανομίας της διαδικασίας του πλειστηριασμού ηγέρθηκαν και εξετάστηκαν στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης 40/19 και ισχύει το δεδικασμένο. 5) Η όλη συμπεριφορά των Αιτητών και με την καταχώριση Αγωγής λίγες μέρες μετά τη λήψη επιστολής από τους Καθ΄ ων ζητώντας την παράδοση της κατοικίας είναι καταχρηστική. 6) Δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο διαδικασιών, ήτοι της Αγωγής 827/20 και της παρούσας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση P. & MA. Restaurant Ltd κ.ά. v. Wakeham (ανωτέρω) «Είναι φανερό ότι η κάθε πλευρά προβάλλει ισχυρισμούς επί γεγονότων που αντιστοίχως συνθέτουν αντίθετες εκδοχές. Η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας θα κριθεί η παρούσα αίτηση δεν προσφέρεται για διαπιστώσεις και συμπεράσματα επί γεγονότων που αφορούν στην ουσία της υπόθεσης και βεβαίως δεν αναμένεται ότι θα επιλυθούν εδώ τα επί της ουσίας επίδικα θέματα.» Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται με οποιονδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση των θέσεων της κάθε πλευράς αναφορικά με την τύχη της έφεσης, εκείνο το οποίο μπορεί να λεχθεί στο παρόν στάδιο και για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης είναι πως η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VI του N.9/
- Η διαδικασία ξεκίνησε και προχωρούσε παράλληλα και ανεξάρτητα της Αγωγής XXXXX/17 ενώ οι Αιτητές προσπάθησαν να σταματήσουν αυτή με αίτηση στα πλαίσια της εν λόγω Αγωγής και μεταγενέστερα με την καταχώριση της Αίτησης-Έφεσης 40/19 και την εκεί ακολουθήσασα προαναφερόμενη διαδικασία, χωρίς επιτυχία. Η διαδικασία πώλησης του ακινήτου ολοκληρώθηκε με την αγορά και απόκτηση του ακινήτου από τους ίδιους τους Ενάγοντες - δανειστές, μετά την πάροδο έξι μηνών, αφού δεν είχε επιτευχθεί η πώληση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Ακολούθησε η καταχώριση της Αγωγής 827/20 από τους Αιτητές και μετά η παρούσα Αγωγή. Τα πιο πάνω δεδομένα καταδεικνύουν αφενός την έναρξη και ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, καθ΄ ον χρόνο εκκρεμούσαν και άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες δεν κρίθηκαν ικανές να εμποδίσουν τη διαδικασία πώλησης είτε ενόψει της εκκρεμότητας τους είτε λόγω της αποτυχίας τους. Βασιζόμενοι σε αυτή ακριβώς την εξέλιξη, οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα Αγωγή για να λάβουν κατοχή του ακινήτου το οποίο πλέον περιήλθε στη δική τους ιδιοκτησία. Επίσης στην απόφαση του ημ. 28.4.20 το Δικαστήριο φαίνεται να ασχολήθηκε και εξέτασε όλα τα εγερθέντα στην αίτηση για συνοπτική απόφαση ζητήματα. Κατέληξε, μεταξύ άλλων, στο ότι τύγχανε εφαρμογής το δεδικασμένο σε σχέση με την αίτηση των Αιτητών στην Αγωγή XXXXX/17 και την Αίτηση-Έφεση 40/19 καθώς επίσης και ότι το άρθρο 44ΙΑ του Ν.9/65 δεν είναι αντισυνταγματικό. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει καταδειχθεί από πλευράς Αιτητών τέτοια βεβαιότητα ως προς την επιτυχία της έφεσης ούτως ώστε αυτό το στοιχείο αφ΄ εαυτού να συνηγορεί υπέρ της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Αντιθέτως, ενόψει της δυνατότητας καταχώρισης αγωγής και παράλληλης διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 44Α
(4)του Ν.9/65, του γεγονότος ότι η διαδικασία πώλησης εξετάστηκε στα πλαίσια προηγούμενων δικαστικών διαδικασιών και η συνταγματικότητα του άρθρου 44ΙΑ του Ν.9/65 στα πλαίσια της συνοπτικής απόφασης, καθώς επίσης και των όρων της σύμβασης υποθήκης που παρέχει δικαιώματα στους Ενάγοντες σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο, η επιτυχία της έφεσης δεν είναι καθόλου βέβαιη και δη σε βαθμό που θα αποκτούσε σπουδαιότητα σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως οι αποζημιώσεις δεν είναι επαρκής θεραπεία να καλύψει τη ζημιά τους καθότι θα παραμείνουν χωρίς κατοικία εφόσον πρόκειται για την πρώτη κατοικία τους και στην οποία θα διαμένει και η κόρη τους αφού ολοκληρώσει τις σπουδές της. Επίσης ισχυρίζονται πως θα υποστούν ανυπολόγιστη ταλαιπωρία και ψυχική οδύνη μέχρι να αποζημιωθούν καθότι ο χρόνος και το ύψος των αποζημιώσεων παραμένει άγνωστος. Έχει ήδη λεχθεί πως το υπό κρίση ενυπόθηκο ακίνητο είναι εγγεγραμμένο εξ ημισείας στους Αιτητές. Επιπλέον, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό του ΕΒ, η αξία της κατοικίας δεν την εντάσσει στο πρόγραμμα ΕΣΤΙΑ και πρόκειται για μια υπερπολυτελή κατοικία. Ο ΕΒ παραπέμπει στην παρ. 2 της υπεράσπισης σύμφωνα με την οποία το ακίνητο είναι αξίας πέραν του €1/2εκ. και στο Τεκμήριο 12 στην αίτηση για συνοπτική απόφαση στο οποίο το ακίνητο φαίνεται να είναι μια τεράστια έκταση γης με μια υπερπολυτελή κατοικία. Παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο υποθήκευσης στις 7.8.09 ως εξασφάλιση προς όφελος των Εναγόντων και πως οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εκποίηση της υποθήκης στα πλαίσια είσπραξης του ισχυριζόμενου λαβείν τους, καθ΄ ον χρόνο καταχωρίστηκαν και εκκρεμούν διάφορες δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των μερών, όπως περιγράφονται αναλυτικά ανωτέρω. Όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα αυξάνει το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης ζημιάς και φθοράς στο ακίνητο και συνακόλουθα μείωσης της αξίας του και θα προκαλέσει ακόμα περαιτέρω καθυστέρηση στην ικανοποίηση της απόφασης. Για σκοπούς τέτοιας φύσης αιτήσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει τους δύο προαναφερόμενους παράγοντες, ήτοι από τη μια τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης και από την άλλη τη μη στέρηση του δικαιώματος απόλαυσης του καρπού της επιτυχίας στην εξασφάλιση απόφασης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κατοικία των Αιτητών. Παρά ταύτα, πέραν του ότι οι Αιτητές ενδεχομένως να απωλέσουν αυτή την κατοικία τους, προβάλλουν μόνο ένα γενικό ισχυρισμό πως θα μείνουν χωρίς κατοικία και δεν έχουν προσφέρει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει οποιαδήποτε αδυναμία διαμονής σε άλλο χώρο. Περαιτέρω, η απλή αναμονή της επιστροφής της θυγατέρας των Αιτητών η οποία θα διαμένει σε εκείνο το σπίτι δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω δεδομένα, καθότι πρόκειται για κατοικία των Αιτητών και η ίδια είναι πλέον ενήλικη και θα μπορεί να αναλάβει και φροντίσει τη διαμονή της. Σαφώς η προσδοκία και αναμονή ολοκλήρωσης των σπουδών της κόρης των Αιτητών και της διαμονής της στην εν λόγω κατοικία η οποία δεν είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της, δεν δύναται να αντισταθμιστεί με το δικαίωμα των Εναγόντων στην εν λόγω κατοικία, η οποία είχε αρχικώς υποθηκευτεί προς όφελος τους, ενώ έχει πλέον περιέλθει στη δική τους ιδιοκτησία. Ούτε και η αβεβαιότητα του πότε οι Αιτητές θα αποζημιωθούν και ποιο θα είναι το ποσό της αποζημίωσης, την οποία επικαλούνται, είναι ικανή να διαφοροποιήσει την κατάσταση. Οι Ενάγοντες επισημαίνουν πως οι Αιτητές δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την επίσπευση της εκδίκασης της έφεσης και δεν έχουν δείξει τέτοια πρόθεση. Εν πάση περιπτώσει αυτή η τοποθέτηση των Αιτητών προϋποθέτει την επιτυχία της έφεσης τους στον βαθμό βεβαίως που θα ακυρωθεί η συνοπτική απόφαση (για την οποία έφεση δεν υπάρχει βέβαιη προοπτική επιτυχίας) και η Αγωγή θα οδηγηθεί σε ακρόαση, της οποίας το αποτέλεσμα και πάλι είναι άγνωστο και αβέβαιο σε αυτό το στάδιο. Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω, αφενός οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν επαρκή θεραπεία και αφετέρου δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα τόσο η τύχη της έφεσης όσο και ενδεχόμενης ακρόασης της Αγωγής. Τα πιο πάνω δεν αποτελούν τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία θα εμποδίσει και αποστερήσει από τους Ενάγοντες τον καρπό της επιτυχίας και της απόφασης υπέρ τους. Υπενθυμίζεται πως το ακίνητο είχε υποθηκευτεί από τους Αιτητές προς όφελος των Εναγόντων, η διαδικασία πώλησης ξεκίνησε και προχώρησε χωρίς η οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία να την επηρεάζει ή αναστείλει ή σταματήσει και πως οι Ενάγοντες έχουν πλέον αποκτήσει και δικαιούνται το ακίνητο πλην όμως δεν έχουν ακόμα την κατοχή του. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης της απόφασης αποστερεί το δικαίωμα των Εναγόντων στην κατοχή της περιουσίας που έχουν εξασφαλίσει δυνάμει της απόφασης και θα προκαλέσει αύξηση του οφειλόμενου ποσού και κίνδυνο μείωσης της αξίας του ακινήτου με αποτέλεσμα την πιθανότητα μη δυνατότητας είσπραξης του λαβείν τους. Αξίζει επίσης να λεχθεί πως δεν έχει καταδειχθεί με βεβαιότητα ότι το ενυπόθηκο ακίνητο θα αποξενωθεί από τους Ενάγοντες, δηλαδή ότι αυτοί έχουν πρόθεση και δη άμεση πώλησης αυτού, επομένως δεν είναι καν βέβαιο πως αυτό θα περιέλθει στην ιδιοκτησία τρίτων προσώπων και θα εξαφανιστεί κάθε πιθανότητα επανάκτησης από τους Αιτητές αν και εφόσον κριθεί πως το δικαιούνται. Ούτε και το επιχείρημα των Αιτητών πως η μη αναστολή παραβιάζει τα συνταγματικά τους δικαιώματα κρίνεται βάσιμο. Οι Αιτητές ισχυρίζονται πως η μη αναστολή παραβιάζει το δικαίωμα τους να ακουστούν στην παρούσα Αγωγή, κάτι το οποίο δεν βρίσκει έρεισμα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Οι Αιτητές καταχώρισαν ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και επομένως αυτοί παρέθεσαν τις θέσεις τους οι οποίες, για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση ημ. 28.4.21, δεν κρίθηκαν πως αποτελούν καλή υπεράσπιση που να δικαιολογούσε όπως η Αγωγή προχωρήσει σε κανονική πλήρη ακρόαση. Οι Αιτητές εισηγούνται πως η μη αναστολή καθιστά τις Αγωγές 1634/17 και 827/20 άνευ αντικειμένου. Αυτή η εισήγηση ξεφεύγει του πλαισίου της υπό κρίση Αίτησης καθότι εδώ ζητείται η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης της εν λόγω απόφασης. Επομένως η Αίτηση αφορά και επικεντρώνεται στην υπό έφεση απόφαση και όχι σε τυχόν άλλες διαδικασίες στις οποίες μάλιστα δεν φαίνεται να έχει γίνει κάποια δήλωση πως εξαρτώνται από την παρούσα. Άλλωστε, αναφορικά με την Αγωγή XXXXX/17 υπενθυμίζεται αφενός η δυνατότητα έγερσης αγωγής και έναρξης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου από πλευράς Εναγόντων και αφετέρου η απόρριψη της αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγόρευσης εκποίησης της υποθήκης. Αναφορικά με την Αγωγή 827/20 με την οποία οι Αιτητές ζητούν ακύρωση της διαδικασίας εκποίησης και κατοχής του ακινήτου από τους Ενάγοντες, οι Αιτητές δεν έχουν καταχωρίσει οποιαδήποτε αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος και επιπρόσθετα αυτή (η Αγωγή) δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας στην οποία οι Αιτητές καταχώρισαν υπεράσπιση και έθεσαν τις θέσεις τους ως προς τη διαδικασία και την απαίτηση των Εναγόντων οι οποίες και εξετάστηκαν στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί πως οι Αιτητές δεν αναφέρουν οτιδήποτε για την οικονομική τους δυνατότητα παροχής οποιασδήποτε εγγύησης υπό τη μορφή χρηματικού ποσού σε περίπτωση που ήθελε διαταχθεί η αναστολή. Η θέση των Εναγόντων πως οι Αιτητές δεν κατέδειξαν τη φερεγγυότητα τους και τη δυνατότητα ικανοποίησης της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί εναντίον τους δεν αποτελεί λόγο για τη χορήγηση αναστολής. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Βογαζιανού (ανωτέρω) «οι οικονομικές δυσχέρειες του αιτητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής». Αντιθέτως οι Ενάγοντες προβάλλουν τον αναντίλεκτο ισχυρισμό πως είναι φερέγγυοι και σε κάθε περίπτωση δύνανται να αποζημιώσουν τους Αιτητές. Επομένως, ακόμα και στην περίπτωση που η έφεση ήθελε πετύχει και τελικώς οι Ενάγοντες δεν καταφέρουν να αποδείξουν την απαίτηση τους και το ενυπόθηκο ακίνητο δεν μπορεί να επιστραφεί, τότε οι Ενάγοντες είναι σε θέση να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στους Αιτητές ως αποζημίωση. Η πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Demetriades Group of Companies Ltd v. APM Italian Type Ice-Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημ. 15.2.17, η οποία αποφασίστηκε ακριβώς στην ίδια βάση. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: «Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ΄΄Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους (ανωτέρω), Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω)).΄Ο,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή. Περαιτέρω, η αδιαμφισβήτητη εκτεταμένη παρανομία που καλύπτει το επίδικο ακίνητο καθιστά ανύπαρκτο τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού, ακόμη και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, θα είναι παράνομη η κατοχή και χρήση του εν λόγω ακινήτου. Η τελεσιδικία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και υποστυλώνει, ευρύτερα, το κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένες τις γενικόλογες τοποθετήσεις της πλευράς των Αιτητών ως προς το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και αποστέρησης από τον επιτυχόντα διάδικο, τους Καθ΄ ων η αίτηση, των καρπών της επιτυχίας τους.» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Γ.Ι. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο