Χατζηγαβριήλ ν. Societe Generale bank-Cyprus Limited, Γενική Αίτηση: 113/2021, 21/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A662 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Γενική Αίτηση: 113/2021 Επί τοις αφορώσι το άρθρο 36 του Περί Μεταβιβάσεως ως υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμον 9/65 Μεταξύ: XXXXX Χατζηγαβριήλ εκ Λεμεσού, Αιτητού Και Societe Generale bank-Cyprus Limited εκ Λευκωσίας, Καθ΄ων η αίτηση Αίτηση υπό XXXXX Χατζηγαβριήλ εκ Λεμεσού, Αιτητού Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Ττοφή Για Καθ΄ων η αίτηση: κα Βελισσαρίου ΑΠΟΦΑΣΗ (Δόθηκε αυθημερόν - Ex-tempore) Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αίτηση, ο αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάττεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας όπως ακυρώσει τις υποθήκες με αρ. XXXXX/2008, XXXXX/2008 και XXXXX/2008, λόγω δεδικασμένου. Η αίτηση, έχει ως μόνη δικαιοδοτική νομική βάση το Άρθρο 36 του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως ακολούθως: «36.-
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι- (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι' ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.
(2)Άμα ως προσκομισθή τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον ακυρωτικού υποθήκης διατάγματος, εκδοθέντος ως εν εδαφίω
(1), ούτος οφείλει να εκτελέση τούτο και να γνωστοποιήση το γεγονός εις πάντα ενυπόθηκον δανειστήν μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής του ποσού του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης εις ην αφορά το ακυρωτικόν διάταγμα, ως εάν η τοιαύτη υποθήκη είχεν εξαλειφθή υπό του ενυποθήκου δανειστού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35.» Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, καθώς επίσης και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτή, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν εμπίπτει σε καμία των περιστάσεων που εξαντλητικά και περιοριστικά προβλέπονται στο άρθρο 36
(1)του Ν.9/1965 (βλ. Αγγελίδης vs ΣΠΕ Παλλουριώτισσα
(1997)1 Α.Α.Δ., σελ. 1771 και κατά συνέπεια τούτες (οι ρηθείσες πρόνοιες) δεν μπορούν να αποτελέσουν την βάση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ποιο συγκεκριμένα, η περίσταση (α) του άρθρου 36
(1)του Νόμου, δεν τυγχάνει εφαρμογής, καθότι δεν προβάλλεται από πλευράς του αιτητή ότι η εξασφαλιζόμενη υποχρέωση εξοφλήθηκε ή έπαυσε να υφίσταται. Ούτε η περίσταση (β) τυγχάνει εφαρμογής, καθώς δεν προβάλλεται από τον αιτητή ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αρνούνται να αποδεχθούν πληρωμή του ποσού για το οποίο συνεστήθηκαν οι επίδικες υποθήκες. Τέλος, ούτε η περίσταση (γ) του εν λόγου άρθρου τυγχάνει εφαρμογής, καθότι τίποτε σχετικό με τις πρόνοιες της, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η ποιο πάνω εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου περί μη εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 36 του Ν. 9/1965, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Και τούτο γιατί, στη βάση των ανωτέρω, ελλείπει από την υπό εξέταση αίτηση δικαιοδοτική νομική βάση που να επιτρέπει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά συνέπεια, παρέλκει και η ανάγκη εξέτασης του βασικού επιχειρήματος του αιτητή ότι, στη βάση των όσων έλαβαν χώρα στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, προέκυψε δεδικασμένο ως προς την ισχύ των επίδικων υποθηκών. Ζητήματα που άπτονται του υφιστάμενου ή μη, μιας υποθήκης (στην βάση του επιχειρήματος ότι, λόγω δεδικασμένου, οι υποθήκες δεν υφίστανται πλέον), είναι ζητήματα που κατά την γνώμη μου δεν μπορούν να εξετάσουν στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, αλλά μόνο στο πλαίσιο αγωγής, μιας και καθίσταται αναγκαία η διερεύνηση διαφόρων ζητημάτων που άπτονται των συνθηκών υπό τις οποίες εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (βλ. Αγγελίδης ανωτέρω). Χωρίς, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, να αποφαίνομαι ως προς το κατά πόσο προκύπτει ή όχι ζήτημα δεδικασμένου, κρίνω, εντελώς παρεμφερώς, ορθό να υποδείξω ότι, ενδεχομένως, σχετικές με το ζήτημα αυτό να είναι και οι πρόνοιες του άρθρου 44 Α(4Α) του Ν. 9/1965. Εν κατακλείδι, στην βάση των ανωτέρω, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η αίτηση απορρίπτεται. Εν απουσία λόγου που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα που θέλει την διαταγή ως προς τα έξοδα μιας δικαστικής διαδικασίας να ακολουθεί το αποτέλεσμα της, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο