← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. CH. N Paper Limited, Αρ. Αγωγής: 546/2021, 30/9/2021

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. CH. N Paper Limited, Αρ. Αγωγής: 546/2021, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A664 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 546/2021 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και CH. N Paper Limited Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Καπφχάμερ Για την Εναγόμενη: κ. Σιούλα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, επιζητεί την έκδοση, α) δηλωτικής απόφασης ότι η εναγόμενη επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/XXXXX, Φ/Σχ. 30/55Ε1, τεμάχιο XXXXX, τμήμα 8, Δάλι, Λευκωσία (στο εξής «το ακίνητο»), ιδιοκτησίας της πρώτης, β) διαταγμάτων, με τα οποία να διατάζεται η εναγόμενη να άρει την επέμβαση και να της παραδώσει κενή κατοχή του ακινήτου, γ) απόφασης για το ποσό των €8400, ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο 01.05.2020 - 30.11.2020, δ) απόφασης για ποσό €1500 τον μήνα, ως ενδιάμεσα οφέλη, για την περίοδο από 01.12.2020 μέχρι εκκενώσεως και παραδόσεως του ακινήτου και ε) απόφασης για αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, πλέον έξοδα της αγωγής. Στις 12.03.21, η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η επίδικη αίτηση Στις 29.03.2021, η Ενάγουσα καταχώρησε την επίδικη αίτηση, με την οποία επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης, ως η απαίτηση της. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1-9, Δ.48, Θ.1-4, 9, Δ.39, Δ.59, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/65), επί της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η επίδικη αίτηση, ως τούτα προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, είναι τα εξής: Η ενάγουσα αποτελούσε στο παρελθόν ενυπόθηκο δανειστή του προηγούμενου ιδιοκτήτη του ακινήτου. Λόγω παράβασης των όρων δανειοδότησης από πλευράς του πρωτοφειλέτη του εν λόγω δανείου, η ενάγουσα προχώρησε σε διαδικασία πλειστηριασμού του, χωρίς, ωστόσο, κατά το πρώτο αυτό επιχείρημα, να βρεθεί αγοραστής του. Συνεπεία τούτου, στην βάση των προνοιών του σχετικού νόμου, η ενάγουσα, στις 28.04.2020, κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου καταβάλλοντας συγκεκριμένο τίμημα αγοράς, το οποίο και λογίστηκε ως πίστωση στο τότε υπόλοιπο της εν λόγω δανειοδότησης. Ακολούθως, και αφού προηγουμένως ήρθε στην γνώση της (στη βάση ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 25/11/2010, το οποίο συνομολογήθηκε μεταξύ της εναγομένης και του προηγούμενου ιδιοκτήτη - στο εξής «το ενοικιαστήριο έγγραφο»), ότι το επίδικο ακίνητο κατέχεται και τυγχάνει χρήσης από την εναγόμενη, ενημέρωσε την τελευταία ότι κατέστη νέα ιδιοκτήτρια του ακινήτου και ότι απαιτούσε την καταβολή των ενοικίων για τους μήνες Μάιο 2020 και επέκεινα. Ως αποτέλεσμα της ενημέρωσης αυτής, ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο της οποίας η εναγόμενη υπέβαλε πρόταση για αγορά του ακινήτου και δήλωσε ετοιμότητα να καταβάλει τα οφειλόμενα ενοίκια, ισχυριζόμενη, ωστόσο, ότι, το καταβαλλόμενο από το 2013 ενοίκιο ήταν μειωμένο, κατά το ήμισυ, από το προνόούμενο στο ενοικιαστήριο έγγραφο. Οι όποιες συνομιλίες για ενδεχόμενη αγορά του ακινήτου δεν έφεραν αποτέλεσμα. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, δύναμη ορού του ενοικιαστηρίου εγγράφου, η διάρκεια της ενοικίασης, ήταν 10 έτη, με ημερομηνία λήξης της, την 30.11.

  1. Η πιο πάνω αναφερόμενη αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα κατά το διάστημα Αυγούστου και Οκτωβρίου 2020, και δη σε χρόνο πριν 30.11.
  2. Στο πλαίσιο της εν λόγω αλληλογραφίας, η ενάγουσα, με επιστολή της, ενημέρωσε την εναγόμενη ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της κατοχής και χρήσης του ακινήτου από την τελευταία και ότι απαιτεί την επιστροφή και παράδοση του στην ίδια, απαιτώντας, συνάμα, τα οφειλόμενα μέχρι τότε ενοίκια. Η εναγόμενη επανήλθε προβάλλοντας την θέση ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο είναι συμπληρωματικό προγενέστερης συμφωνίας, η οποία συνομολογήθηκε το 1998 μεταξύ του προηγούμενου ιδιοκτήτη και της εναγόμενης, με αντικείμενο την αγορά του ακινήτου από την τελευταία. Η ενάγουσα απέρριψε τις προβαλλόμενες θέσεις της εναγόμενης, απαίτησε εκ νέου την παράδοση του ακινήτου και στις 03.03.2021, καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και ακολούθως την επίδικη αίτηση. Η ένσταση Η εναγόμενη, ως αντίδραση στην επίδικη αίτηση, καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσής της να φέρει ένσταση σ' αυτή. Τούτη βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στη Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.18 Θ. 1, 3, 4, 5, 6, και 9, όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στη νομολογία, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Επί του κυρίως σώματος της, αναφέρονται οι ακόλουθοι πέντε λόγοι ένστασης. «(α) Η αίτηση είναι κατ΄ουσία αβάσιμη καθ΄ότι οι εναγόμενοι - καθ΄ων η αίτηση έχουν πολύ καλή υπεράσπισης ως επίσης και βάσιμη Ανταπαίτηση και ως εκ τούτου θα πρέπει να τους δοθεί από το Δικαστήριο το Δικαίωμα να εκθέσουν λεπτομερώς την Υπεράσπιση τους και να προβάλουν την Ανταπαίτηση τους ασκώντας το Συνταγματικό τους δικαίωμα για ακρόαση της υπόθεσης καθώς σε αντίθεση περίπτωση αυτό θα αποτελούσε άρνηση της δικαιοσύνης. (β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και η σχετική επί του θέματος Νομολογία για να δικαιούνται οι ενάγοντες - αιτητές σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης. (γ) Τυχόν έγκριση του αιτήματος των εναγόντων - αιτητών σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας θα παραβίαζε το δικαίωμα των εναγομένων - καθ΄ων η αίτηση σε δίκαιη δίκη, αφού θα ισοδυναμούσε με άρνηση του Δικαστηρίου να ακούσει και να εκδικάσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των καθ΄ων η αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, λαμβανομένου υπόψιν ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν μπορεί να αξιολογήσει μαρτυρία επί της ουσίας. (δ) Οι ενάγοντες - αιτητές έχουν παραβιάσει την μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία ημερομηνίας 2/10/1998 και/ή δεν έχουν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από αυτή επί της ουσίας θα στηριχτεί και η ανταπαίτηση των καθ΄ων η αίτηση. (ε) Οι ενάγοντες- αιτητές δεν αποκαλύπτουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής Απόφασης και/ή εσκεμμένα παραλείπουν όλα τα γεγονότα που συνθέτουν της σχέσεις των διαδίκων. Ως γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση, η εναγόμενη, μέσω της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει, προβάλλει τα εξής. Το 1998, μεταξύ της εναγόμενης και του προηγούμενου ιδιοκτήτη του ακινήτου, συνομολογήθηκε συμφωνία αγοράς του από την πρώτη έναντι του ποσού των Λ.Κ.120.
  3. Σε διάφορες ημερομηνίες, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.10.000 και, στην βάση συγκεκριμένου όρου της εν λόγω συμφωνίας (όρος 2(η)), οι υπόλοιπες Λ.Κ.110.000 θα καταβάλλονταν εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος με την μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη, ελεύθερο από οποιαδήποτε επιβάρυνση. Η εν λόγω συμφωνία αγοράς του ακινήτου προνοούσε, ακόμα, ότι, στην περίπτωση που ο προηγούμενος ιδιοκτήτης δεν κατάφερνε μέχρι και την προνοούμενη ημερομηνία μεταβίβασης, να απαλλάξει το ακίνητο από τα υφιστάμενα, τότε, εμπράγματα βάρη, τότε η εναγόμενη θα συνέχιζε να κατέχει το ακίνητο, καταβάλλοντας, ως δικαίωμα χρήσης, μηνιαία, Λ.Κ.300, το οποίο ποσό θα λογίζεται ως πόσο καταβληθέν έναντι του τιμήματος αγοράς, μεταφέροντας δε την ημερομηνία μεταβίβασης σε μεταγενέστερο χρόνο (όροι 5 και 6). Προέβλεπε, ακόμα, ότι, στην περίπτωση που ο προηγούμενος ιδιοκτήτης και πάλι δεν κατάφερνε να απαλλάξει το ακίνητο από τα εμπράγματα βάρη εντός του επιπρόσθετου αυτού χρόνου, τότε η εναγόμενη θα συνέχιζε να κατέχει το ακίνητο, και κάθε δικαίωμα χρήσης που κατέβαλε θα λογίζεται ως ποσό καταβληθέν έναντι του τιμήματος αγοράς μέχρι και την μεταβίβασή του (όρος 6). Τέλος, πάντα στη βάση των ορων της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου, αν η μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη δεν γίνονταν ως στη συμφωνία ορίζεται, τότε, έναντι του τιμήματος αγοράς του θα λογίζονταν και τα όποια έξοδα υπέστη η εναγόμενη για ανάπτυξη του ακινήτου και των υποστατικών που είχαν ήδη ανεγερθεί σ΄αυτό (όρος 7). Κατά την εναγόμενη, ουδέποτε μεταβιβάστηκε το ακίνητο σε αυτή, με αποτέλεσμα οι πιο πάνω όροι της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου να τυγχάνουν εφαρμογής. Είναι, επίσης, η συναφής θέση της εναγομένης ότι, οι όροι της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου δεσμεύουν και την ενάγουσα, η οποία κατέστη ο νέος ιδιοκτήτης του. Προβάλλει, ακόμα, ότι, η όποια προνοούμενη στο ενοικιαστήριο έγγραφο «διάρκεια ενοικίασης», δεν αλλοιώνει ή μεταβάλλει τους σχετικούς όρους της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου του 1998, καθότι, ως ρητα προνοείται στο ενοικιαστήριο έγγραφο, αυτό «αποτελεί συνέχιση της ενοικίασης όπως αυτή προβλέπετο σε προηγούμενη συμφωνία των μερών ημερ. 2/10/1998 .». Ως προς δε τα οφειλόμενα ενοίκια, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, από την πρώτη στιγμή που ήρθε σε επικοινωνία μαζί της η ενάγουσα, δήλωσε ετοιμότητα να καταβάλει στη τελευταία το ποσό ενοικίου που κατέβαλλε τα τελευταία χρόνια προς τον προηγούμενο ιδιοκτήτη και ακολούθως στο επίσημο παραλήπτη/εκαθαριστή της περιουσίας του, το οποίο ήταν μειωμένο κατά το ήμισυ του προνοούμενου στο ενοικιαστήριο έγγραφο ποσού, κι αυτό στη βάση κατ' ισχυρισμό σχετικής συμφωνίας μείωσης του ενοικίου μεταξύ της ίδιας και του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Προς υποστήριξη δε της θέσης της αυτής, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, επισυνάπτεται, υπό μορφή τεκμηρίου, δέσμη αντιγράφων επιταγών οι οποίες εκδόθηκαν από την εναγόμενη με δικαιούχο τον επίσημο παραλήπτη/εκκαθαριστή, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε ως παραλήπτης-εκκαθαριστής της περιουσίας του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Στη βάση δε του περιεχομένου των εν λόγω επιταγών, προκύπτει ότι το μηνιαίο ποσό που κατέβαλλε η εναγόμενη ανερχόταν στα €600 και όχι €1200, ως προνοούσε το ενοικιαστήριο έγγραφο. Είναι, περαιτέρω, η θέση της εναγομένης ότι, με δεδομένη την μη μεταβίβαση, μέχρι τώρα, του ακινήτου σ' αυτή, εφαρμογής τυγχάνει και ο όρος 7 της συμφωνίας αγοράς του 2010, ο οποίος της δίδει δικαίωμα να απαιτεί όπως, έναντι της αγοράς να μην λογίζονται μόνο τα καταβληθέντα από αυτή, για σκοπούς χρήσης του ακινήτου, ποσά, αλλά και τα χρήματα που κατέβαλε για την περάτωση των ημιτελών υποστατικών που βρίσκονταν εντός του ακινήτου όταν έλαβε την κατοχή του. Είναι στην βάση αυτού του επιχειρήματος, που η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, πέρα από υπεράσπιση στην αγωγή, έχει και ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας. Τέλος, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι, περί το 2006, στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της από τον Δήμο Ιδαλίου, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως κατεδαφίσει μέρος των ανεγερθέντων υποστατικών του ακινήτου. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι, περί το 2008, ο Δήμος Ιδαλίου της απέστειλε επιστολή, με την οποία την καλούσε να κατεδαφίσει τα επίδικα στην ποινική υπόθεση παράνομα υποστατικά. Είναι η συναφής με τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς της θέση της εναγόμενης ότι, αν διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο να παραδώσει κατοχή του ακινήτου στην ενάγουσα, οφείλει, προηγουμένως, να κατεδαφίσει τα εν λόγω υποστατικά ως το σχετικό διάταγμα ορίζει, ενέργεια με την οποία η ενάγουσα διαφωνεί. Στη βάση των ανωτέρω, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προβάλλει, τόσο καλή υπεράσπιση, όσο και καλό λόγο για να για να της επιτραπεί να προωθήσει ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Νομική πτυχή Διαταγή 18 Δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτελεί την αντίστοιχη διαδικασία της Αγγλικής Δ.14 όπως είχε πριν τις τροποποιήσεις του 1962, το Δικαστήριο αντλεί εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις μόνο όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου, ως εκ τούτου, είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως (Jones v. Stones

(1984)A.C.122). Βάση της Δ.18, μπορεί να εκδοθεί απόφαση, χωρίς να καθοριστούν τα δικαιώματα των διαδίκων με πλήρη διεξαγωγή δίκης, στερώντας έτσι τον εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Συνεπώς, απόφαση δυνάμει της Δ.18, πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή και μόνο σε εκείνες τις υποθέσεις τα γεγονότα των οποίων εμφανέστατα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης (Roberts v. Plant
(1985)1 Q.B.597, 603). Η πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που θέτει η διαταγή 18, συναρτάται άμεσα με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αν ο ενάγων δεν ικανοποιήσει αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή δεν εγείρεται, μιας και η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθοι: (I) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2-θ.6. (II) Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση. (III) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αν ο ενάγων ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί στην υπόθεση (Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R.265, CYEMS CO. Ltd. v. Central Co-operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 C.L.R.897 και Hermes Insurance Co. Ltd. v. Theodorides
(1983)1 C.L.R.333). Στην παρούσα υπόθεση οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1 πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρηθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο και η εναγόμενη έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Τρίτη Προϋπόθεση της Δ.18 θ.1 Ως προς την τρίτη προϋπόθεση σχετικές είναι οι αποφάσεις Stavrinides v. Ceskolovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R130,135-7, Symont & Co. v. Palmer's Stores
(1903)Limited
(1912)1 C.L.R.259,266-7, Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782 και The Chain Gulf Traders Ltd. κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Δ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.18-θ.2 προνοεί ότι, μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση, θα πρέπει, στην ουσία, να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
  2. Ένας Αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ.124, παρ.14-2-5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ.
  3. «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £../ for .. and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action.» Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, το Ανώτατο Δικαστήριο, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει, και σημειώνει πως, η Δ.39-θ.2, περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που η Ενάγουσα είναι εταιρεία, πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της, για να καταλήξει, πως το ζήτημα του κατά πόσο η Ενάγουσα ικανοποίησε την τρίτη πιο πάνω αναφερόμενη προϋπόθεση, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι, το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18 θ.1, είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επί του ιδίου θέματος, σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Chain Gulf (ανωτέρω), τα οποία κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσια: «Απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο όμοιο θέμα πρόσφατα, στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9670 - 10.7.
  4. Επανατονίστηκε, με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία, η ανάγκη αυστηρής προσέγγισης και κρίθηκε πως η γνώση από έγγραφα συνταγμένα ή ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του υπαλλήλου που υπέγραψε την ένορκη δήλωση δεν ήταν προσωπική, βασιζόταν σε πληροφορίες και δεν ικανοποιούσε την απαίτηση του Κανονισμού παρά το γεγονός ότι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη εδώ, τα έγγραφα είχαν επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση και βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πάνω σ' αυτή τη βάση, δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε στην προκείμενη περίπτωση η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα.». Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Ενάγουσα πληροί όλες τις προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι πρόνοιες της Δ.18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το πρόσωπο το οποίο ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης είναι πρόσωπο που όντως μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα που περιλαμβάνουν την υπόθεση, αποκαλύπτοντας, εκεί που είναι αναγκαίο, και την πηγή από την οποία έλαβε γνώση. Έχοντας δε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες η ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, καθώς και το τμήμα στο οποίο εργάζεται ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι αυτός αποτελεί το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης. Με τούτα ως δεδομένα, εκείνο που μένει να εξεταστεί είναι αν η εναγόμενη, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, αποκαλύπτει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή αν, εν πάση περιπτώσει, τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αναδεικνύουν θέματα για τα οποία ορθότερο θα ήταν να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία για την επίλυση τους, παρά να εκδοθεί απόφαση στα πλαίσια της υπό εξέτασης συνοπτικής διαδικασίας. Ως νομολογιακά αποφασίστηκε, η ένορκη δήλωση ενός Εναγομένου, πρέπει απλά να περιέχει τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που επιθυμεί να προβάλει, και η διαδικασία μιας αίτησης για εξασφάλιση συνοπτικής απόφασης δεν αποτελεί τη δική της υπόθεση για να οφείλει να προσκομίσει όλη τη μαρτυρία που διαθέτει. Αυτό που αναμένεται από τον Εναγόμενο να δείξει μέσω της ένστασης του είναι απλά ότι έχει υπεράσπιση, σε τέτοιο βαθμό, που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Το κατά πόσο νομικά η υπεράσπιση του ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης (βλ. Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd (ανωτέρω)). Εξαρχής σημειώνω ότι με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πρωτίστως από την εναγόμενη, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό, ότι, ο ομνύοντας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση δεν αντεξετάστηκε ως προς το περιεχόμενο της με αποτέλεσμα, στο βαθμό που εκεί αναφέρονται σχετικές με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αίτησης, θέσεις, για τις οποίες δεν υπάρχει αντίλογος από πλευράς της ενάγουσας, αυτές να θεωρούνται ότι έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Τέτοια περίπτωση, αφορά στον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι περί το 2013 συμφώνησε με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του ακινήτου όπως καταβάλει μειωμένο κατά το ήμισυ ενοίκιο, δηλαδή, αντί €1200, €600, καθώς επίσης και ότι, από το 2017, μέχρι και πρότινος, κατέβαλλε το μειωμένο αυτό ενοίκιο προς τον επίσημο παραλήπτη - εκκαθαριστή της περιουσίας του προηγούμενου ιδιοκτήτη, το οποίο και γινόταν δεκτό από τον τελευταίο. Προς τούτο δε, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επισυνάπτεται το τεκμήριο 3 το οποίο αφορά σε μεγάλο αριθμό αντιγράφων των σχετικών επιταγών που εξέδωσε η εναγόμενη προς τον επίσημο παραλήπτη. Όπως και αν ιδωθούν οι θέσεις της εναγόμενης, δεν μπορούν επ΄ουδενι να θεωρηθούν ως γενικές και αόριστες θέσεις οι οποίες προβάλλονται με ασαφή τρόπο ή χωρίς υποστηρικτικά τεκμήρια ως η εισήγηση της ενάγουσας. Στην ουσία, η εναγόμενη προβάλει τις εξής θέσεις για τις οποίες ισχυρίζεται ότι αποτελούν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή ή επαρκή βάση για καταχώρηση ανταπαίτησης εναντίον της ενάγουσας:
(1)Ότι στη βάση συμφωνίας με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του ακινήτου το μηνιαίο ενοίκιο που θα έπρεπε να καταβάλει ήταν €600 και όχι €1200, ποσό (€1200) το οποίο αποτελεί την βάση για την υπό στοιχείο Δ αιτούμενη θεραπεία της έκθεσης απαίτησης της ενάγουσας.
(2)Ότι το 1998, δυνάμει συμφωνίας αγοράς του ακινήτου από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, κατέβαλε μεγάλα χρηματικά ποσά (ως δικαιώματα χρήσης ακινήτου και για σκοπούς ανάπτυξης του εντός αυτού υποστατικών), τα οποία, στη βάση των όρων της εν λόγω συμφωνίας, νομίμως, δικαιούται να απαιτεί από την ενάγουσα, την οποία θεωρεί ότι δεσμεύεται από της πρόνοιες της συμφωνίας του 1998, στη βάση της ιδιότητάς της ως νέος ιδιοκτήτης του ακινήτου..
(3)Ότι, στη βάση διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της, διατάχθηκε να κατεδαφίσει μέρος των υποστατικών που βρίσκονται στο ακίνητο, τα οποία μέχρι σήμερα δεν κατεδάφισε. Προβάλει, συναφώς, ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί η επιζητούμενη συνοπτική απόφαση, μεταξύ άλλων, και για παράδοση κενής κατοχής του ακινήτου στην ενάγουσα, αυτή (η εναγόμενη) θα οφείλει να κατεδαφίσει τα συγκεκριμένα υποστατικά για να μην βρεθεί, προφανώς, σε παρακοή με το σχετικό διάταγμα και Επίσης, στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει και ζήτημα επαρκούς μαρτυρίας αναφορικά με το κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί η θεραπεία για αποζημιώσεις για το μηνιαίο ποσό των €1500, ως ενδιάμεσα οφέλη για το χρονικό διάστημα από 1/12/20 μέχρι και την παράδοση κενής κατοχής του ακινήτου, και δη ως προς το κατά πόσο έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, πληροφορίες και κριτήρια ώστε να είναι δυνατή η ανεξάρτητη κρίση ως προς το λογικό και δικαιολογημένο της απαίτησης αυτής ειδικότερα ως προς το ύψος του απαιτούμενου ποσού και όχι ως προς το γενικότερο δικαίωμα για απόδοση θεραπείας ενδιάμεσων οφελών. Στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, τα όσα η Εναγόμενη ισχυρίζεται προς υπεράσπιση της και ή ως βάση για προώθηση ανταπαίτησης, ως τούτα λεπτομερώς αναφέρονται ανωτέρω, αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, επαρκή μαρτυρία που της επιτρέπει να αιτιάται δικαίωμα όπως οι διαφορές των μερών να επιλυθούν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και όχι στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, καθότι, στην ουσία, αποτελούν δυσεπίλυτα θέματα για τα οποία είναι αναγκαία η στάθμιση διαφόρων παραγόντων και η, σε κάποιο βαθμό, αξιολόγησή του εκατέρωθεν θέσεων, ενέργειες που εκφεύγουν της περιορισμένης δικαιοδοσίας που έχει στα πλαίσια μιας αίτησης, ως η επίδικη. Ως, συναφώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Ελένης Χατζηκυπριανού (ανωτέρω), «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18» (βλ. επίσης, Ανδρονίκου (ανωτέρω)). Είναι στη βάση των πιο πάνω που κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσω για απόφαση επί του προκειμένου (βλ. Ανδρονίκου κ.α. vs Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία LTD)
(2007)1 Α.Α.Δ. 977)). Αρκεί να σημειώσω ότι, επί του βασικού ισχυρισμού της εναγόμενης ότι η ενάγουσα δεσμεύεται από τους όρους της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου του 1998, και η ίδια η ενάγουσα, στην αγόρευση της, παραπέμπει σε νομολογία, η οποία δεικνύει ότι κατά καιρούς έχουν εκφραστεί διαφορετικές απόψεις ως προς το ζήτημα αυτό. Ως προς δε τη θέση της ενάγουσας ότι, ανεξάρτητα από το γεγονός των διαφορετικών αυτών απόψεων, αποφασιστικής σημασίας υπέχει το γεγονός ότι η ενάγουσα δεν είχε γνώση της ύπαρξης της συμφωνίας αγοράς του ακινήτου, περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, ως προς το κατά πόσο είχε ή όχι γνώση περί της συμφωνίας αυτής, και αν, υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε να έχει μια τέτοια γνώση, είναι και αυτό ζήτημα, που κατά την γνώμη μου, θα πρέπει να αποφασιστεί στο πλαίσιο μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας με την προσκόμιση εκατέρωθεν σχετικής μαρτυρίας και όχι στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Στο πλαίσιο ακριβώς μια τέτοιας ακροαματικής, διαδικασίας, θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσο, το Δικαστήριο, αν αποφασίσει να εκδώσει διάταγμα παράδοσης ελεύθερης και κενής κατοχής του ακινήτου στην ενάγουσα, θα πρέπει, ως μέρος της εν λόγω διαταγής του, να περιλάβει πρόνοια ως προς το κατά πόσο τούτο θα παραδοθεί με τα υποστατικά ως έχουν σήμερα (ως εισηγείται η ενάγουσα), ή κατόπιν κατεδάφισης του μέρους εκείνου που διέταξε το Ποινικό Δικαστήριο (ως εισηγείται η εναγόμενη). Το αν η εναγόμενη, ως η ενάγουσα ισχυρίζεται, επιδεικνύει αδιαφορία συμμόρφωσης με το εναντίον της εκδοθέν διάταγμα κατεδάφισης, δεν είναι ζήτημα που αφορά στην παρούσα αγωγή, αλλά ζήτημα που προφανώς θα απασχολήσει άλλο Δικαστήριο στο πλαίσιο τυχόν αίτησης που μπορεί να προωθηθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με σκοπό την συμμόρφωση της εναγόμενης για το εν λόγω διάταγμα. Με βάση τα πιο πάνω, και έχοντας κατά νου τις σχετικές με το ζήτημα νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, και ως εκ τούτου, απορρίπτεται. Αναφορικά τώρα με το θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανέναν λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πάντοτε εις βάρος της Ενάγουσας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ....................................... Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.