← Κύπρος

ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Αρ. Αγωγής: 6045/2013, 8/12/2021

ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Αρ. Αγωγής: 6045/2013, 8/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A669 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6045/2013 Μεταξύ:- ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ ΛΤΔ Ενάγουσας ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Εναγόμενος Ημερομηνία: 8 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Αλεξάνδρου Για Εναγόμενη: κ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η εταιρεία ΓΑΛΑΤΙΑΝΗ ΛΤΔ (στο εξής «η ενάγουσα»), μέσω ειδικώς οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, αξιώνει από τον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος ενάγεται στη βάση των προνοιών του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960(στο εξής «ο εναγόμενος»), την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.79.476,89[1] (€135.794,29), ως ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως και/ή ως ποσό που αποκτήθηκε «δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 21/10/1977[2]» στα πλαίσια, ωστόσο, μεταγενέστερης παράνομης αποκοπής από πλευράς του εναγόμενου. Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι, με την κατακράτηση του εν λόγω ποσού, ο εναγόμενος έχει πλουτήσει αδικαιολόγητα. Η Υπεράσπιση Κατά τον εναγόμενο, ορθώς κατακρατήθηκε το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό, καθότι αυτό έγινε για σκοπούς αποπληρωμής χρέους της ενάγουσας προς αυτόν, με τη γραπτή συγκατάθεση της, ενέργεια η οποία δημιουργεί κώλυμα για την προώθηση της παρούσας αγωγής. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα αγωγή, στην ουσία, αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Τέθηκαν, δε, ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της κυρίως εξέτασης του μοναδικού μάρτυρα (διευθυντή της ενάγουσας), ο οποίος δεν αντεξετάστηκε. Έχουν ως εξής: Κατά το 1977, η ενάγουσα δανείστηκε Λ.Κ.60.000,00 από τους Δανειστικούς Επιτρόπους (Ταμείο Δημοσίων Δανείων), ώστε να ανεγείρει, σε ιδιόκτητο ακίνητο της στην κάτω Πάφο, ξενοδοχείο δύο αστέρων και να αγοράσει και σχετικό εξοπλισμό (Τεκ. 2). Για σκοπούς εξασφάλισης του ρηθέντος δανείου, το ακίνητο της ενάγουσας υποθηκεύτηκε προς όφελος των Δανειστικών Επιτρόπων (Τεκ. 4). Το δάνειο εκταμιεύθηκε στο σύνολο του και η ενάγουσα ανήγειρε και ακολούθως λειτούργησε το ξενοδοχείο. Ακολούθως, η ενάγουσα δεν τήρησε τους όρους αποπληρωμής του ρηθέντος δανείου, με αποτέλεσμα οι Δανειστικοί Επίτροποι να αιτηθούν στο Κτηματολόγιο την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου της ενάγουσας για σκοπούς αποπληρωμής του χρέους (Τεκ. 5). Εκκρεμούσης της διαδικασίας αυτής, περί τις 23.01.2004, ο εναγόμενος προέβη σε αναγκαστική απαλλοτρίωση του ξενοδοχείου και του οικοπέδου εντός του οποίου είχε ανεγερθεί για αρχαιολογικούς σκοπούς (Τεκ. 6, 7, 8 και 10). Ως αποζημίωση για την ρηθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση καθορίστηκε το ποσό των Λ.Κ.1.038.000,00 (Τεκ. 9 και 11). Η ενάγουσα αποδέχθηκε την καταβολή του εν λόγω ποσού με επιφύλαξη ως προς το ύψος του (Τεκ. 9 και 11). Στα πλαίσια αποδοχής του ρηθέντος ποσού, ως αποζημίωση, η ενάγουσα συγκατατέθηκε όπως αποκοπεί από αυτό, (α) το ποσό των Λ.Κ.40.893,10, ως ποσό οφειλόμενο από την ενάγουσα προς τον Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και (β) το ποσό Λ.Κ.199.496,63 ως «οφειλή στους Δανειστικούς Επιτρόπους σε σχέση με δάνειο που παραχωρήθηκε στην πιο πάνω εταιρεία (στην ενάγουσα) από το Τμήμα Δημόσιων Δανείων για την ανέγερση και εξοπλισμού του ξενοδοχείου Απόλλων στην Πάφο[3]» (Τεκ. 11 και 14). Η συγκατάθεση αυτή δόθηκε στις 25.05.2005 (Τεκ. 14). Στις 09.08.2010, ο Διευθυντής της ενάγουσας XXXXX Μαύρος (ο μοναδικός μάρτυρας που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής), απέστειλε επιστολή προς το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, μέσω της οποίας ζήτησε όπως του επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό καταβλήθηκε για εξόφληση του εν προκειμένω δανείου το οποίο υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.120.000,00 (διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου του δανείου), στηρίζοντας την απαίτηση του αυτή στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου κ.α. v. Coudounaris Food Product Ltd

(1995)1 Α.Α.Δ. 641, σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Περί Τόκου Νόμου Ν.2/1977(Τεκ. 12). Στην επιστολή αυτή, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας απάντησε με επιστολή του στις 06.07.2012, με την οποία απέρριψε το αίτημα για διάφορους λόγους (Τεκ.13). Όλα τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτουν τόσο από την αναντίλεκτη μαρτυρία του διευθυντή της ενάγουσας, όσο και από τα 14 συνολικά, τεκμήρια, που κατατέθηκαν στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Εκδοχές των μερών Εκδοχή του ενάγοντα Κατά την ενάγουσα, κατά τον χρόνο που παραχωρήθηκε το δάνειο από τους Δανειστικούς Επιτρόπους, σε ισχύ ήταν ο Ν.2/1977, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 6
(1)και
(2)του οποίου, «τό ποσόν τό όποιον δύναται νά άνακτηθή δι' αγωγής ώς καθυστερούμενος τόκος έφ' οίουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δέν θά ύπερβαίνη τό ποσόν τοΰ αρχικού χρέους ή υποχρεώσεως έν σχέσει προς τήν οποίαν ό τοιοΰτος τόκος εΐναι πληρωτέος[4], καθώς επίσης και ότι «διά τούς σκοπούς τοΰ παρόντος άρθρου οιαδήποτε διαδικασία προς άναγκαστικήν πώλησιν ιδιοκτησίας προς ικανοποίησην χρέους δυνάμει τών διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε έν ισχύΐ νόμου θά θεωρήται ώς αγωγή[5]». Είναι η συναφής θέση της ενάγουσας ότι, όταν ο εναγόμενος, στα πλαίσια της καταβολής της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση του ξενοδοχείου, ζήτησε όπως κατακρατηθεί συγκεκριμένο ποσό για σκοπούς αποπληρωμής του δανείου της ενάγουσας, δεν δικαιούτο να ζητήσει, υπό μορφή τόκου, ποσό μεγαλύτερο του αρχικού χρέους, δηλαδή Λ.Κ.60.000, και κατά συνέπεια, το συνολικό ποσό που δικαιούτο να ανακτήσει ήταν αυτό των Λ.Κ.120.000 και όχι Λ.Κ.199.496,63, που απαίτησε και εντέλει ανακτήθηκε. Αναφορικά, δε, με τους λόγους που επετράπη η κατακράτηση του εν προκειμένω ποσού, προβάλλει τη θέση ότι η συγκατάθεση για αποκοπή από την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του συνολικού ποσού των Λ.Κ.199.476,93, δόθηκε καθότι δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος, με την κατακράτησή του, παράνομα θα λάμβανε ποσό μεγαλύτερο από ότι δικαιούτο (Λ.Κ.79.476,89[6]), και αυτό γιατί τελούσε υπό άγνοια περί των ανωτέρω αναφερόμενων προνοιών του Ν. 2/1977 και κατά συνέπεια δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος δεν νομιμοποιείτο να απαιτεί και να εισπράξει ποσό μεγαλύτερο από το διπλάσιο του αρχικού χρέους. Τονίζω, εδώ, δια επαναλήψεως, ότι, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες δόθηκε η συγκατάθεση της ενάγουσας στη βάση της οποίας έγινε η εν προκειμένω αποκοπή από την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του συνολικού ποσού των Λ.Κ.199.496,63, μοναδική προς τούτο, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία, αποτελεί η θέση του διευθυντή της, η οποία, ως αναφέρθηκε μόλις ανωτέρω, θέλει την τελευταία να δίνει τη συγκατάθεσή της στη βάση άγνοιας της ως προς τις πρόνοιες του Ν. 2/
  1. Η εκδοχή του Εναγομένου: Κατά τον εναγόμενο, στη βάση του δεδομένου ότι η αποκοπή αυτή έγινε σε χρόνο που δεν ίσχυε ο Ν. 2/1977(δηλαδή κατά το 2005)[7], δεν τύγχαναν εφαρμογής οι πρόνοιες του. Επίσης προβάλλεται και η θέση ότι, η ενάγουσα, με την γραπτή συγκατάθεση της για αποκοπή του εν λόγω ποσού, κωλύεται πλέον να προωθεί την παρούσα αγωγή και να επιζητά την αιτούμενη με αυτή θεραπεία, και τέλος, προβάλλεται και η διαζευκτική θέση ότι, εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο των Δανειστικών Επιτρόπων δεν εμπίπτει στην ερμηνεία του όρου «πιστωτικό ίδρυμα» ως αυτό προνοείται στο άρθρο 2 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου, ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο της αποκοπής των χρημάτων. Μη δικογραφημένες θέσεις Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, ως αυτές προκύπτουν από την έκθεση απαίτησης, το απαιτούμενο ποσό, επιζητείται ως ποσό, που, άνευ της συγκατάθεσης και αποδοχής της ενάγουσας, παρανόμως, κατακρατήθηκε από τον εναγόμενο κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου (βλ. παράγραφο 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης). Επίσης ότι, κατά το χρόνο της αποκοπής, η ενάγουσα πρόβαλε τη θέση της περί μη νομιμοποίησης του εναγόμενου να απαιτεί ποσό πέραν του διπλάσιου του αρχικού χρέους, η οποία δεν έγινε αποδεκτή από τον τελευταίο, ο οποίος, παρανόμως, προχώρησε στην κατακράτηση του (παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης). Δεν μου διαφεύγει ότι, στο δικόγραφο της Απάντησης, η ενάγουσα, για πρώτη φορά (βλ. παράγραφο 7 τούτης), προβαίνει σε επίκληση των προνοιών του άρθρου 72 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Ωστόσο, συναφώς, αφενός σημειώνω ότι, δεν είναι δυνατή η προβολή αξίωσης, ούτε η διαφοροποίηση των γεγονότων που την περιβάλλουν μέσω του δικογράφου της Απάντησης (βλ. Borna Alikhani v. Προδρόμου
(2012)1 Α.Α.Δ. 657), και αφετέρου, η εκεί επίκληση του άρθρου 72 του Κεφ. 149, γίνεται στη βάση του κατ' ισχυρισμό εξαναγκασμού (coercion) και όχι της όποιας πλάνης περί το νόμο ή τα γεγονότα. Εν ολίγοις, η ενάγουσα, με τα δικόγραφά της (τα οποία, εν πάση περιπτώσει, επί του προκειμένου, διίστανται), προβάλλει θέσεις σε πλήρη διάσταση με τα όσα ισχυρίστηκε μέσω της μαρτυρίας της, η οποία, επαναλαμβάνω, την θέλει, όχι απλά να μην τελεί υπό οποιοδήποτε εξαναγκασμό, αλλά, τουναντίον, οικειοθελώς, να συγκατατέθηκε στην αποκοπή του ποσού στη βάση άγνοιας των προνοιών του Ν. 2/1977. Κατά συνέπεια, το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του διευθυντή της ενάγουσας, που εκφεύγει των δικογραφήσεων της δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Iordanous v. Aniftos 24 C.L.R. 97, Κούρτης ν. Ιασωνίδης
(1970)1 A.A.Δ. 180, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ και Άλλοι
(1991)1 Α.Α.Δ. 764). Η μόλις εκφρασθείσα θέση του Δικαστηρίου περί μη δυνατότητας απόδοσης οποιασδήποτε βαρύτητας στη μαρτυρία της ενάγουσας που άπτεται των συνθηκών υπό τις οποίες δόθηκε η συγκατάθεσή της, που, ως συνέπεια, είχε να κατακρατηθούν τα χρήματα από τον εναγόμενο, μονοδρομικά οδηγεί σε κρίση ότι η ενάγουσα, δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία που να της επιτρέπει, στη βάση της, να επικαλείται εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 72 του Κεφ. 149, δηλαδή τη μόνη νομική βάση επί της οποία προωθήθηκε η αγωγή[8]. Για σκοπούς πληρότητας και περαιτέρω αιτιολογίας, και για να υπάρχει καταγραμμένη η θέση μου στην περίπτωση που, εφετειακά, η πιο πάνω κρίση μου κριθεί εσφαλμένη, σημειώνω ότι, εν πάση περιπτώσει, η παρούσα αγωγή θα ήταν έκθετη σε απόρριψη και επί της ουσίας της, καθότι, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd vs Γεώργιου Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ, 2173, δεν είναι δυνατή η όποια αποκατάσταση (restitution) στη βάση των προνοιών του άρθρου 72 του Κεφ. 149, όταν ο ενάγοντας ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος ή στα πλαίσια αποδοχής ή συμβιβασμού έντιμης αξίωσης. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η επίδικη αποκοπή έγινε στα πλαίσια συμβιβασμού της έντιμης αξίωσης της ενάγουσας για αποζημιώσεις σε σχέση με την απαλλοτρίωση του ξενοδοχείου, αλλά και της έντιμης αξίωσης του εναγόμενου σε σχέση με οφειλές της ενάγουσας προς αυτόν αναφορικά με το δάνειο που παραχωρήθηκε από τους Δανειστικούς Επιτρόπους. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατή η από πλευράς της ενάγουσας, επίκληση των προνοιών του άρθρου 72 του Κεφ. 149. Τέλος, με δεδομένα, (α) το καθήκον του Δικαστηρίου να αγνοήσει τη μη δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας περί συγκατάθεσης της που δόθηκε στη βάση άγνοιάς των προνοιών του Ν. 2/1977 και (β) το περιεχόμενο της γραπτής συγκατάθεσης της ενάγουσας (βλ. Τεκμήριο 14), είμαι της γνώμης ότι εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αναφέρθηκαν στη υπόθεση Μουλαζίμης Λτδ ν. Τράπεζα Κύπρου
(2013)1 Α.Α.Δ. 168, σύμφωνα με τα οποία, δεν επιτρέπεται σε πρόσωπο που εξόφλησε μια οφειλή του, ακολούθως, να επικαλείται παρανομία στην αρχική σύμβαση ή στον τρόπο που αυτή έτυχε διαχείρισης και προκάλεσε την οφειλή. Με τις πιο πάνω κρίσεις του Δικαστηρίου καταγραμμένες, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης των λοιπών ζητημάτων που εγείρει ο εναγόμενος, και δη κατά πόσο, συνεπεία του γεγονότος ότι η αποκοπή έγινε κατά το 2005, δεν θα μπορούσαν να τυγχάνουν εφαρμογή οι πρόνοιες του νόμου του 1977, ο οποίος, στο μεταξύ, καταργήθηκε. Ούτε και το κατά πόσο το Συμβούλιο των Δανειστικών Επιτρόπων εμπίπτει ή όχι στην έννοια του όρου «πιστωτικό ίδρυμα» ως αυτός απαντάται στο άρθρο 2 του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών θεμάτων Νόμου του 1999, κάτι, που, εν πάση περιπτώσει, δεν θα επείχε σημασίας αν γινόταν δεχτή η θέση της ενάγουσας περί εφαρμογής του Ν. 2/1977. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγω για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας και ως τούτου, τούτα επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ [1] Συνεπεία του ότι τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα αγωγή ανάγονται σε χρόνο που το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν οι Λίρες Κύπρου, οι σχετικές με ποσά αναφορές θα γίνονται στο νόμισμα αυτό και εκεί που κρίνεται αναγκαίο θα γίνεται και σχετική αναφορά στην ισοτιμία τους σε Ευρώ. [2] Αυτούσια μεταφορά από το αιτητικό του κλητηρίου εντάλματος [3] Αυτούσια παράθεση μέρους του σχετικού περιεχομένου του Τεκ. 14 [4] Υποπαράγραφος
(1)του άρθρου 6. [5] Υποπαράγραφος
(2)του άρθρου
  1. [6] Προκύπτει από την αφαίρεση των Λ.Κ.120.000,00 (αρχικό κεφάλαιο, πλέον τόκος ίσος με αυτό) από τις Λ.Κ.199.476,93, οι οποίες κατακρατήθηκαν από την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης. [7] Είχε στο μεταξύ θεσπιστεί, εις αντικατάσταση του, ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του
  2. [8] Ελλείπει, από τη μαρτυρία της ενάγουσας, άλλη σχετική επίκληση, ενώ στην αγόρευση του συνηγόρου της, η μόνη νομική βάση, επί της οποία προωθείται η αγωγή, είναι το άρθρο 72 του Κεφ.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.