Μεταξά Χριστοδούλου ν. Μεταξά Βουζούνη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2722/18, 23/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A672 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2722/18 XXXXX Μεταξά Χριστοδούλου Ενάγουσα v
(1)XXXXX Μεταξά Βουζούνη
(2)XXXXX Μεταξάς Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Εναγόμενος/Αιτητής: αυτοπροσώπως Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κα. Α. Ιωαννίδου Ενδιάμεση Απόφαση Με την υπό εξέταση αίτηση (στο εξής «η επίδικη αίτηση»), ο εναγόμενος επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του παρόντος δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση), ημερομηνίας 16.09.2019, με την οποία κατέστη απόλυτο το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 11.10.2018 στα πλαίσια μονομερούς αίτησης της ενάγουσας (στο εξής «η μονομερής αίτηση»). Επιδιώκει, επίσης, όπως, η μονομερής αίτηση επανέλθει στην κατάσταση που βρισκόταν πρώτου καταστεί απόλυτο το διάταγμα, έτσι που να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί στα πλαίσια της και να επιδιώξει την ακύρωση του. Την επίδικη αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου, στην οποία αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 16/9/19 (όταν και η μονομερής αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση), με αποτέλεσμα, ερήμην του, να καταστεί το προσωρινώς εκδοθέν διάταγμα απόλυτο, καθώς επίσης και τους λόγους, που, κατά τον ίδιο, αφενός έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και αφετέρου ουσιαστικούς λόγους ένστασης στην οριστικοποίηση του προσωρινού Διατάγματος. Στα πλαίσιά της, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την ήδη καταχωρηθείσα ένστασή του στην μονομερή αίτηση. Εν ολίγοις, εκείνα που ισχυρίζεται ο εναγόμενος είναι τα εξής: Ως έπραττε σε κάθε περίπτωση που αφορά στην παρούσα αγωγή, όντας διάδικος που εμφανίζεται αυτοπροσώπως, στις 19.09.2019 κατέφθασε στο Δικαστήριο περί τις 7:30πμ., και λίγο αργότερα είδε, από μακριά, στο προαύλιο του Δικαστηρίου, την ενάγουσα μαζί με τον σύζυγο της, οι οποίοι αντιλήφθηκαν την παρουσία του. Κατευθύνθηκε ακολούθως στον 2ο όροφο του κτιρίου 3 και κάθισε στο παγκάκι έξω από το γραφείο του Δικαστή, ο οποίος είχε επιληφθεί της μονομερούς αιτήσεως κατά τις προηγούμενες δικασίμους, και ανάμενε την συνήγορο της ενάγουσας ώστε, μαζί, να εισέλθουν στο γραφείο του Δικαστή για να επιληφθεί τούτης. Παρέμεινε στο συγκεκριμένο σημείο από τις 7:45πμ., μέχρι και τις 11:00πμ. περίπου, χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία της συνηγόρου της ενάγουσας και ενόψει τούτου εισήλθε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, αρ. 4 για να την αναζητήσει, χωρίς ωστόσο να την βρει. Σε κάποιο στάδιο, ο Δικαστής, που είχε επιληφθεί κατά τις προηγούμενες δικασίμους την υπόθεση, αντιλήφθηκε την παρουσία του στο χώρο και κατόπιν συνομιλίας τους, τον ενημέρωσε ότι της υπόθεσης πλέον επιλαμβάνεται νέος Δικαστής, τον οποίο και κατονόμασε. Περί τις 11:15πμ, με 11:30πμ, εκείνης της ημέρας, κατόπιν της σχετικής ενημέρωσης που έτυχε, κατέβηκε στον 1ο όροφο του ιδίου κτιρίου και εισήλθε στο γραφείο του Δικαστή στο πινάκιο του οποίου τέθηκε η παρούσα υπόθεση, για να τον ενημερώσει για την παρουσία του και να δικαιολογήσει την προγενέστερη απουσία του. Εκεί τον υποδέχθηκε η γραμματέας του Δικαστή, η οποία αφού κατέγραψε την παρουσία του, καθώς επίσης και τον αριθμό της υπόθεσης, τον παρέπεμψε σε κλητήρα στον ίδιο όροφο για να πληροφορηθεί για το αποτέλεσμα. Ο κλητήρας στον οποίο αποτάθηκε, τον παρέπεμψε στο Πρωτοκολλητείο για ανεύρεση του φακέλου, πλην όμως, λειτουργός του Πρωτοκολλητείου (την κατονομάζει), παρά τις "φιλότιμες" προσπάθειες που κατέβαλε δεν κατέστη δυνατό να ανεύρει τούτον. Περί τις 12:30μμ. της εν λόγω ημέρας και αφού ο φάκελος δεν ανευρίσκετο, αποχώρησε από το Δικαστήριο. Την επόμενη ημέρα, και δη στις 17.09.2019, περί τις 9:30πμ., εισήλθε στην αίθουσα του Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης και εξήγησε σε αυτόν τι συνέβη την προηγούμενη ημέρα. Ο Δικαστής τον ενημέρωσε ότι, στην απουσία του, το προσωρινό Διάταγμα κατέστη απόλυτο. Στην βάση της πληροφόρησης αυτής, αλλά και περαιτέρω συζητήσεως του με λειτουργό του Πρωτοκολλητείου, αποφάσισε να καταχωρήσει την επίδικη αίτηση και να επιδιώξει τον παραμερισμό της απόφασης με την οποία κατέστη απόλυτο το προσωρινό Διάταγμα. Είναι η συναφής θέση του εναγομένου ότι, επί όλων των δικογράφων που έχει καταχωρήσει στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, καταγράφει, μεταξύ άλλων, και τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του, καθώς, επίσης, ότι, σε όλες τις προγενέστερες δικασίμους εμφανίστηκε κανονικά στην υπόθεση, ανελλιπώς, και πάντοτε ανάμενε την συνήγορο της ενάγουσας, όπου, μαζί, επισκέπτονταν τον Δικαστή που επιλαμβανόταν της υπόθεσης για σκοπούς διεκπεραίωσης της. Νιώθει, συναφώς, έντονα και του προκάλεσε απογοήτευση το γεγονός ότι, αφενός η ενάγουσα, εκείνο το πρωί, αντιλήφθηκε την παρουσία του στο Δικαστήριο και κατά συνέπεια γνώριζε ότι δεν επιδεικνυόταν, από πλευράς του, οποιαδήποτε αδιαφορία για την υπόθεση, και αφετέρου η συνήγορος της ενάγουσας, παρά την προγενέστερη πλήρη συμμόρφωση του σε σχέση με τις εμφανίσεις του στο Δικαστήριο, δεν επιδίωξε να τον αναζητήσει μέσω τηλεφώνου. Θεωρεί, συναφώς, υπό τις περιστάσεις, ότι, δεν επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση και η μη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου που της επιλήφθηκε στις 16.09.2019 οφειλόταν σε ανθρώπινο λάθος. Ως προς δε την ουσία της υπόθεσης και της μονομερούς αίτησης προβάλει την θέση ότι η ενάγουσα, (α) απέκρυψε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, (β) παρουσίασε με τρόπο παραπλανητικό τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, (γ) δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα να επιτύχει στην αγωγή της και, τέλος (δ) ο ίδιος έχει πολύ καλούς λόγους για να υποστηρίζει την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και να ζητά την απόρριψη της αγωγής. Είναι η συναφής θέση του εναγομένου ότι, η βασική θεραπεία που επιζητεί η ενάγουσα, η οποία αφορά σε αναγνωριστική απόφαση περί κατ' ισχυρισμό δικαιώματος της να εγγραφεί επ' ονόματί της μέρος ακινήτου του οποίου συνιδιοκτήτης είναι ο ίδιος, εδράζεται επί μιας κατ' ισχυρισμό συμφωνίας, την οποία, ως αποδέχεται και η ίδια η ενάγουσα, ουδέποτε υπόγραψε ο εναγόμενος. Επίσης ότι, η ενάγουσα παρουσιάζει τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση εις τρόπο που θέλει τους διάδικους της παρούσας αγωγής να έχουν επαφή μεταξύ τους και να συνεργάζονται για σκοπούς ανάπτυξης συγκεκριμένων ακινήτων ώστε να διαχωριστούν σε οικόπεδα, αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο το γεγονός ότι από 20ετίας και πλέον οι σχέσεις των διαδίκων είναι ανύπαρκτες, χωρίς καμία απολύτως επαφή μεταξύ τους και χωρίς ποτέ η ενάγουσα να επιδίωξε καν να θέση στον ίδιο, έστω υπό μορφή πρότασης, την πρόθεση της να συνομολογηθεί η κατ' ισχυρισμό συμφωνία επί της οποίας βασίζει την παρούσα αγωγή, αλλά και την μονομερή αίτηση. Προβάλλει, ακόμα, τη θέση ότι, η εν προκειμένω κατ' ισχυρισμό συμφωνία φέρεται να συνομολογήθηκε στις 6/11/09, σε χρόνο δηλαδή μετά που έλαβε χώρα πλειάδα κατ' ισχυρισμό γεγονότων που αφορούν τα επίδικα ακίνητα (στα οποία γεγονότα κάνει ειδική αναφορά ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένστασή του στη μονομερή αίτηση, την οποία, επαναλαμβάνω, στην ουσία, υιοθετεί στα πλαίσια της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση - βλ. Κύπρος Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 ΑΑΔ 1938), από τα οποία αναδύονται αβίαστα, (α) η πλήρης ανυπαρξία σχέσης του ιδίου με την ενάγουσα, (β) οι μονομερείς από πλευράς ενάγουσας και εναγομένου ενέργειες για σκοπούς ανάπτυξης των ακινήτων εκάστου, (γ) η διαμάχη που επικρατεί μεταξύ τους, (δ) η καταγγελία από τον εναγόμενο προς τους αρμόδιου φορείς σε σχέση με τον τρόπο που προσπάθησε η ενάγουσα και άλλα πρόσωπα να αναπτύξουν τα ακίνητα εις τρόπο που θα επηρεαζόταν δυσμενώς το μερίδιο που θα του αναλογούσε από την ανάπτυξη και άλλα συναφή θέματα, στα οποία δεν κρίνεται αναγκαίο για την κρίση επί της επίδικης αίτησης να γίνει ειδική αναφορά. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, η Ενάγουσα, τεχνηέντως, επί της μονομερούς αίτησής της κατέθεσε ως τεκμήρια τίτλους ιδιοκτησίας του 1981, ώστε να πείσει το Δικαστήριο περί του ότι είναι συνιδιοκτήτρια και του επίδικου ακινήτου, αποκρύπτοντας ότι, (α) σε μεταγενέστερο χρόνο μετεβλήθη το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εν λόγω ακινήτου και (β) η ίδια, ακολούθως, προώθησε διαδικασίες για σκοπούς ανάπτυξης άλλου ακίνητου στη βάση των νέων τίτλων ιδιοκτησίας που εκδόθηκαν μεταγενέστερα. Ως προς τη σχέση των διαδίκων, ο εναγόμενος αναφέρει ότι η Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 και τρίτο πρόσωπο είναι αδέλφια, τα οποία, είτε προ του θανάτου των γονέων τους είτε μετά θάνατό τους, απέκτησαν περιουσία που προηγουμένως ανήκε στους τελευταίους. Είναι η συναφής θέση του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τους γονείς της και απέσπασε από αυτούς μεγάλο μερίδιο της περιουσίας τους εις βάρος των λοιπών αδελφών της και ότι, από το θάνατο των γονέων τους και μετά (η μητέρα τους απεβίωσε το 1996 και ο πατέρας τους το 2004), ουδεμία σχέση και επαφή υπάρχει μεταξύ του ιδίου και της Ενάγουσας. Στη βάση όλων των ανωτέρω είναι η θέση του Εναγομένου ότι νομιμοποιείται να προωθεί την επίδικη αίτηση και να επιζητεί τον παραμερισμό της εν προκειμένω απόφασης. Ένσταση Η Ενάγουσα, με την ένστασή της, ως τούτη περιορίστηκε με τις υπό στοιχεία (α)-(ε), στην τελευταία σελίδα της αγόρευσης, κάτω από τον τίτλο «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ», αναφορές της συνηγόρου της, στην ουσία ισχυρίζεται ότι η επίδικη αίτηση είναι αόριστη, ελλιπής και ατεκμηρίωτη και ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι, ο Εναγόμενος, μολονότι ισχυρίζεται ότι κατά τη μέρα που εκδόθηκε η εν προκειμένω απόφαση δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστή που επιλήφθηκε της υπόθεσης καθότι θεώρησε ότι η υπόθεση βρισκόταν στο πινάκιο του Δικαστή που της είχε επιληφθεί την προηγούμενη δικάσιμο, εν τούτοις δεν δίδει οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το πώς, σε προηγούμενες δικασίμους, κατάφερε να εμφανιστεί ενώπιον Δικαστή που επιλήφθηκε, τότε, της υπόθεσης, εις αντικατάσταση του προηγούμενου φυσικού της Δικαστή. Επίσης ότι, το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση είναι ανεπαρκές για πλήρωση των αναγκαίων προϋποθέσεων. Τέλος, αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι, η επίδικη αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό «την κωλυσιεργία και παρακώλυση της ισχύος του Διατάγματος ημερομηνίας 11/10/2018 χωρίς να υπάρχει οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος». Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της συνηγόρου της Ενάγουσας, στην οποία, ούτε λίγο ούτε πολύ, επαναλαμβάνει πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία τους λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή, τόσο την επίδικη αίτηση όσο και την ένσταση, καθώς επίσης και το μαρτυρικό υλικό που τις υποστηρίζει, έχοντας συνέχεια κατά νου τα επιχειρήματα των πλευρών ως αυτά αναδύονται μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν. Σημειώνεται, επίσης, ότι, κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση και την ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Νομική πτυχή Οι αρχές που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση έχουν απασχολήσει πλειστάκις τα κυπριακά Δικαστήρια και έχουν διατυπωθεί σε σειρά υποθέσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αυτό που προκύπτει από την πλούσια, ομολογουμένως, νομολογία είναι ότι, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών, για την απονομή της δικαιοσύνης, παραγόντων. Από τη μια, της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Θα πρέπει φυσικά να σημειωθεί ότι, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής έχει αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, δεν θα πρέπει, εκεί που οι δύο πλευρές προωθούν συγκρουόμενους ισχυρισμούς, να προχωρά και να επιλέγει κάποιους εξ αυτών κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιον του τεθείσας μαρτυρίας. Ως έχει αναφερθεί στη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και τούτο πάντα περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση, οι πρόνοιες της Διαταγής 48 θ. 2
(4)δεν εφαρμόζονται σε βαθμό που να επωμίζεται στον αιτητή ευθύνη, δια διαβήματος του (π.χ. δια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ή αντεξέτασης), να αντικρούσει τον οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό του Καθ' ου η Αίτηση. Εκείνο που υπέχει σημασίας για το Δικαστήριο είναι να εξετάσει κατά πόσο, με τη μαρτυρία που προσκόμισε προς υποστήριξη της αίτησης του, ο αιτητής αποκαλύπτει καλή η συζητήσιμη υπεράσπιση ή θέμα για το οποίο θα κρίνει το Δικαστήριο ότι, ορθότερο είναι, η απόφαση επ' αυτού να κριθεί στα πλαίσια μιας ζωντανής ακροαματικής διαδικασίας, στην οποία θα δοθεί η ευκαιρία στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν σχετική μαρτυρία. Η ευθύνη, όμως, αυτή, του αιτητή, δεν περιορίζεται σε προώθηση ενός γενικού και/ή αορίστου ισχυρισμού περί ύπαρξης υπεράσπισης. Επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό, που ο αιτητής οφείλει, με πειστικό τρόπο, να παρουσιάσει θετικούς και λογικοφανείς ισχυρισμούς που να εδράζονται επί επαρκών και σαφών στοιχείων και γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει το βάσιμο των ισχυρισμών του περί ύπαρξης υπεράσπισης. Μόνο τότε ο αιτητής αποσείει το βάρος που του εναποθέτει η νομολογία. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τη συμπεριφορά του αιτητή και μπορεί, αν τούτη είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος αυτού συζήτηση, δείτε τα όσα αποφασίστηκαν στις υποθέσεις Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)1 CLR 317, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1963)1 ΑΑΔ 26, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1987)1 CLR σελ. 204, , Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιος Συμεού Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954, Merkis Gen. Bonded Waren v. Yianoukas Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ και άλλοι ν. Χάππυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) ΑΑΔ 28, Eros Travel & Tours (Limasol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ.712, Milouca Motor Trading Ltd ν. Xρυσάνθου Κουρτή
(1997)1(Β) ΑΑΔ 941, Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Χ'Νικολάου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1179, Πατούρης ν. Ηellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2118, Τάσος Πεγιώτης ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ν. Τάσου Γ. Μαλιτζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616, Salamis Shipping Services Ltd v. Bata (Cyprus) Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1767, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1774, NSM Democars Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14.10.2015 και Εvans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη αίτηση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Προτού ασχοληθώ με την ουσία της επίδικης αίτησης, και παρά το γεγονός ότι δεν προωθήθηκε σχετικός λόγος ένστασης, κρίνω ορθό να σημειώσω ότι, η επιζητούμενη θεραπεία μπορεί να αποδοθεί στη βάση των προνοιών της Δ.48 θ.11 (βλ. Ηλία ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγίας Νάπας
(2009)1 Α.Α.Δ. 365). Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση αυτή από το Ανώτατο Δικαστήριο, εκεί που επιδιώκεται παραμερισμός απόφασης που δεν εκδόθηκε επί της ουσίας μιας αγωγής, οι πρόνοιες της Δ.48 θ.11 μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ένα τέτοιο παραμερισμό, και, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο εκδόθηκε η απόφαση, ενσωματώνονται στις πρόνοιες του θ.11 της Δ.48 οι πρόνοιες των Θεσμών που επιτρέπουν τον παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται επί της ουσίας της αγωγής. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση Ηλία (ανωτέρω), κατά την πρώτη εμφάνιση αίτησης για εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης στο Μητρώο του Πρωτοκολλητείου για σκοπούς εκτέλεσης, ο εκεί Καθ' ου η Αίτηση δεν εμφανίστηκε, και ερήμην του, εκδόθηκε απόφαση για εγγραφή της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης. Ακολούθως, αυτός καταχώρισε αίτηση για παραμερισμό της εν λόγω απόφασης και το αποτέλεσμα της αίτησης δεν τον ικανοποίησε με αποτέλεσμα να καταχωρήσει Έφεση ως προς την πρωτόδικη κρίση. Το Εφετείο μη αποδεχόμενο σχετική εισήγηση από πλευράς των συνηγόρων των Εφεσιβλήτων, σημείωσε ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι η εκεί υπό αμφισβήτηση απόφαση εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης του Εφεσείοντα κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης για εγγραφή, η Δ.48 θ.11 μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για επιδίωξη του παραμερισμού της και συνεπεία του σταδίου που εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση «ο θ.11 της Δ.48 ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διάδικου σε αγωγή όπως προβλέπονται από τη Δ.17 θ.10 και όπως έχουν ερμηνευθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επομένως μπορούσε να αναφέρεται και η Δ.17, θ. 10 στο σώμα της αίτησης». Στη βάση των ανωτέρω, με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά την ημέρα που η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση λόγω μη εμφάνισης του Εναγομένου κατά τη δίκη της, κατ' αναλογία θεωρώ ότι η αιτούμενη θεραπεία μπορεί να αποδοθεί στη βάση της Δ.48 θ.11 η οποία, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενσωματώνει τα κριτήρια που διέπουν τον παραμερισμό αποφάσεων που εκδίδονται στην απουσία διαδίκου σε αγωγή όπως προβλέπεται στη Δ.33 θ.5, η οποία Διαταγή θα μπορούσε να αναφέρεται ως η νομική βάση στο κυρίως σώμα της επίδικης αίτησης, κάτι που συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Σημειώνω, συναφώς, ότι, η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε έντεκα μέρες μετά την έκδοση της απόφασης οριστικοποίησης του διατάγματος και κατά συνέπεια εντός του προβλεπόμενου από την Δ.33, θ.5 χρόνου. Ακόμη, έχοντας υπόψη ότι η απόφαση της οποία ζητείται ο παραμερισμός αφορά σε απόφαση στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης, είμαι της γνώμης ότι, εκείνο που ο Εναγόμενος οφείλει να αποδείξει για να επιτύχει στην επίδικη αίτηση είναι εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση για σκοπούς αντιμετώπισης της μονομερούς αίτησης και όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή, ως θα ήταν η υποχρέωσή του αν επιδίωκε τον παραμερισμό απόφασης επί της ουσίας της αγωγής. Επίσης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο και αναφορικά με τους λόγους που δεν εμφανίστηκε στις 16/09/2019 ενώπιον του Δικαστή που κατέστησε το Διάταγμα απόλυτο. Εξαρχής σημειώνω ότι ο εναγόμενος έχει ικανοποιήσει και τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις και δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Και εξηγώ: Όλοι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ως προς τους λόγους που δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστή που επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης στις 16/9/2019 παρέμειναν αναντίλεκτοι, αφού καμία αντικρουστική τούτων μαρτυρία προωθήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας. Η μόνη σχετική προβαλλόμενη θέση της Ενάγουσας, παρέμεινε εντελώς μετέωρη, σε επίπεδο απλής υπόθεσης, και κατά συνέπεια έκθετη σε απόρριψη. Ως προκύπτει από τα όσα ο Εναγόμενος αναφέρει, ο Δικαστής που επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης στις 16/9/2019 βρισκόταν σε εντελώς διαφορετικό γραφείο και εντελώς διαφορετικό όροφο από το γραφείο και όροφο του Δικαστή που είχε επιληφθεί της μονομερούς αίτησης κατά την προηγούμενη δικάσιμο. Παρέμεινε άγνωστο στο Δικαστήριο αν, όταν στο παρελθόν υπήρξε εκ νέου αλλαγή Δικαστού της παρούσας αγωγής, ο δεύτερος Δικαστής βρισκόταν σε χώρο διαφορετικό από το χώρο που βρισκόταν ο αρχικός Δικαστής της υπόθεσης. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι στο παρελθόν ο εναγόμενος δεν αντιμετώπισε πρόβλημα στο να εντοπίσει το νέο δικαστή που θα επιλαμβανόταν της υπόθεσης, δεν απολήγει, άνευ άλλου, στο συμπέρασμα ότι τα όσα αιτιάται σε σχέση με τη μη εμφάνισή του στις 16/09/2019, θα πρέπει να απορριφθούν, ως εισηγείται η ενάγουσα. Αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι, το πρωί της 16/9/2019, η Ενάγουσα αντιλήφθηκε την παρουσία του στο Δικαστήριο και ότι, στη βάση του δεδομένου αυτού, ένιωθε ασφάλεια ότι δεν θα επιδιωχθεί η διεκπεραίωση της υπόθεσης προτού αναζητηθεί και ο ίδιος, που, εν πάση περιπτώσει, βρισκόταν καθήμενος στο παγκάκι έξω από το γραφείο του Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης κατά την προηγούμενη δικάσιμο. Η δε συμπεριφορά που επέδειξε ο εναγόμενος καθόλη τη διάρκεια της ημέρας εκείνης, καθώς επίσης και την επόμενη μέρα, υποδεικνύει με κάθε σαφήνεια ότι δεν πρόκειται για πρόσωπο που επέδειξε αδιαφορία και ασέβεια ως προς τις δικαστικές διαδικασίες. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που αφορά τους λόγους που δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστή στις 16/9/2019 ο Εναγόμενος παρουσίασε μαρτυρία που ικανοποιεί το σχετικό κριτήριο. Αναφορικά τώρα με την Υπεράσπισή του στην μονομερή αίτηση, περιορίζομαι απλά να σημειώσω ότι, με τα όσα έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αβίαστα που καταλήγω ότι προβάλλει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή και καλύτερα λόγους που του επιτρέπουν να ισχυρίζεται ότι έχει βάσιμες πιθανότητες να πετύχει στην ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντως διατάγματος. Σημειώνω, συναφώς, ότι, αναφέρει σωρεία γεγονότων που φέρονται να διαδραματίζονται σε βάθος χρόνου και τα οποία αναδεικνύουν αγεφύρωτη ρήξη στις σχέσεις των διαδίκων και απουσία οποιασδήποτε συνεννόησης μεταξύ τους, σε αντιδιαστολή με τη θέση της Ενάγουσας που θέλει τους διαδίκους να έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους για σκοπούς εκμετάλλευσης και ανάπτυξης του επίδικου ακινήτου. Επίσης, υποδεικνύει τη μη υπογραφή από πλευράς του της Συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2009 (Τεκμήριο 3 της Ενόρκου Δηλώσεως που υποστήριξε τη μονομερή αίτηση), η οποία αποτέλεσε μέρος της ουσιαστικής βάσης για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος που κατέστη απόλυτο. Με δεδομένη δε τη βασική θεραπεία που επιζητείται με την παρούσα αγωγή σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 και δη την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε εγγραφή επί ακινήτου ιδιοκτησίας καθώς επίσης και σε έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Εναγόμενο να μεταβιβάσει και εγγράψει επί αυτής συγκεκριμένο μερίδιο επί ακινήτου, και με δεδομένη τη μη υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2009 από τον Εναγόμενο, αλλά και τη μη προσκόμιση μαρτυρίας που να θέλει οποιαδήποτε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, κρίνω, χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να αποφαίνομαι επί της ουσίας της μονομερούς αίτησης, ότι ο Εναγόμενος προβάλλει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στα επίδικα ζητήματα της μονομερούς αίτησης, και θα τολμούσα επίσης να αναφέρω ότι προβάλλει και εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή στο βαθμό που η βάση της προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστήριξαν τη μονομερή αίτηση (εν απουσία Έκθεσης Απαίτησης). Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι ο Εναγόμενος έχει ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που η νομολογία καθόρισε, ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της οριστικοποίησης του Προσωρινού Διατάγματος, η οποία διατάχθηκε, ερήμην του, στις 16/9/2019, και κατά συνέπεια η μονομερής αίτηση επαναφέρεται στην κατάσταση που βρισκόταν κατ' εκείνη τη μέρα. Ως προς τα έξοδα, και παρά τη θέση του Εναγομένου ότι η παρουσία του στο Δικαστήριο το πρωί της 16/9/2019 έγινε αντιληπτή από την Ενάγουσα, εν τούτοις δεν μπορεί καθ' οιονδήποτε τρόπο να επιρριφθεί ευθύνη στην τελευταία για τη μη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε, προφανώς και στο Δικαστήριο που διέταξε την οριστικοποίηση του διατάγματος. Κατά συνέπεια κρίνω ότι τούτα θα πρέπει να τα επωμιστεί ο Εναγόμενος, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, ωστόσο, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Θ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο