← Κύπρος

Γεωργιάδης κ.α. ν. Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, Αρ. Αγωγής: 2332/21, 29/10/2021

Γεωργιάδης κ.α. ν. Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ, Αρ. Αγωγής: 2332/21, 29/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A665 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2332/21 Μεταξύ: Γεωργιάδης XXXXX (ΑΔΤ XXXXX39)κ.α. (ως το επισυνημμένο ΠΑΡΑΤΗΜΑ Α) Εναγόντων και Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ Εναγομένων Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Ηλία με κ. Νεοφύτου Για Εναγόμενους: κ. Ακάμας με κα Ιωάννου και για Χρ. Κληρίδη και κ. Γ. Πολυχρόνη ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, μέσω γενικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, 15 ενάγοντες (φυσικά πρόσωπα) επιδιώκουν την έκδοση δηλωτικών αποφάσεων σε σχέση με την επικείμενη διεξαγωγή της εκλογικής συνέλευσης των εναγομένων για την ανάδειξη των αξιωματούχων και μελών της Κεντρικής Επιτροπής τους. Στην ουσία, επιδιώκουν θεραπείες, με τις οποίες θα κηρύσσεται παράτυπο, ελαττωματικό, άκυρο και μη δεσμευτικό το μητρώο των μελών των εναγομένων, στη βάση του οποίου επιδιώκεται να διεξαχθεί η επικείμενη εκλογική συνέλευση. Επίσης, επιδιώκεται η ανατροπή της απόφασης των εναγομένων να μην αποδεχθούν τους ενάγοντες 1, 4, 7, 8, 10, 11 και 15 ως υποψήφιους στην επικείμενη εκλογική συνέλευση. Τέλος επιδιώκονται γενικές και/ή ειδικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για παραβίαση ανθρωπίνων και/ή συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων. Ή αγωγή καταχωρήθηκε στις 19 Οκτωβρίου

  1. Η επίδικη αίτηση Μαζί με την αγωγή, οι ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση μέσω της οποίας επιδίωκαν την έκδοση τεσσάρων προσωρινών διαταγμάτων, ως ακολούθως: Α. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή υπαλλήλους τους και/ή όργανα τους να δώσουν οδηγίες και/ή να κηρύξουν την έναρξη και/ή διεξάγουν το Παγκύπριο Τακτικό Συνέδριο- των Εναγόμενων το οποίο καθορίστηκε στις 24/10/2021 και/ή την εκλογική διαδικασία η οποία καθορίστηκε στις 30/10/2021 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την σύγκληση του Παγκύπριου Τακτικού Συνεδρίου των Εναγόμενων, το οποίο καθορίστηκε για την 24/10/2021 και/ή τη διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας η οποία καθορίστηκε στις 30/10/2021, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να προβούν σε ένορκη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 3 ημερών στην οποία να καταθέσουν αντίγραφο του μητρώου μελών των Εναγομένων που παραδόθηκε στην Επιτροπή Διαπιστευτηρίων στις 27/8/2021 ώστε να γίνει αντιπαραβολή αυτού με τα μητρώα που ετοιμάστηκαν τον Νοέμβριο 2017 και Ιούνιο
  2. Δ. Προσωρινό Διάταγμα που να αναστέλλει την απόφαση των Εναγόμενων να μην γίνει δεκτή η υποβολή υποψηφιοτήτων από τους Ενάγοντες - Αιτητές αρ. 1,4,7,8,10,11 και 15 για τη θέση του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής των Εναγόμενων, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Η συνήγορος των εναγόντων, κατά την εξέταση της αίτησης (21 Οκτωβρίου 2021), δήλωσε ότι δεν επιζητεί την έκδοση του υπό στοιχείο Β αιτούμενου διατάγματος (το οποίο και εγκατέλειψε), καθώς επίσης και ότι, μονομερώς, επιδιώκει μόνο την έκδοση του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος με κάποια διαφοροποίηση. Το Δικαστήριο, αφού μελέτησε την αίτηση και το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το οποίο και εξέδωσε, και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση, σε σχέση με τα υπό στοιχεία Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα, επιδοθεί. Ειδικότερα, το Δικαστήριο εξέδωσε, μονομερώς, το ακόλουθο διάταγμα: «Προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύει στους εναγομένους και/ή αντιπροσώπους τους και/ ή υπαλλήλους και/ ή όργανα τους να δώσουν οδηγίες και/ή να κηρύξουν την έναρξη και/ή να διεξάγουν το Παγκυπριο Τακτικό Συνέδριο τους το οποίο καθορίστηκε στις 24/10/21 και την εκλογική διαδικασία η οποία καθορίστηκε στις 30/10/21 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου», και, στη βάση ότι παρείχετο επαρκής, ενδεχομένως, χρόνος μέχρι την διεξαγωγή της Εκλογικής Διαδικασίας, όρισε τούτο επιστρεπτέο, καθώς επίσης και την αίτηση, σε σχέση με τα υπό στοιχεία Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα, για ακρόαση στις 26 Οκτωβρίου 2021 και ώρα 10:30π.μ., δίδοντας ειδικές οδηγίες ως προς τους χρόνους που θα έπρεπε να διενεργηθούν (α) η σχετική επίδοση και (β) η καταχώριση τυχόν ένστασης από πλευράς των εναγομένων, ώστε, αν το επέτρεπαν τα χρονικά περιθώρια να μπορούσε να αποφανθεί επί της ουσίας της αίτησης πριν τη διεξαγωγή των εκλογών. Το υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η επίδικη αίτηση, ως τούτο προκύπτει από τις δύο ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, καθώς επίσης και τα επισυναπτόμενα και επισυναπτόμενα στην μία εξ αυτών τεκμήρια, έχει ως εξής: Όλοι οι ενάγοντες είναι μέλη των εναγομένων και οι πλείστοι εξ αυτών κατείχαν και/ή κατέχουν διάφορες θέσεις σε τοπικά και/ή επαρχιακά και/ή κεντρικά όργανα των εναγομένων. Η επιθυμία τους - πλην των εναγόντων 5 και 13 (ελλείπει σχετική αναφορά)- ήταν να κατέλθουν ως υποψήφιοι στην επικείμενη εκλογική συνέλευση των εναγομένων. Σύμφωνα με το σχετικό πρόγραμμα των εναγομένων (καταρτίστηκε στις 30 Ιουνίου 2021), στις 24 Οκτωβρίου 2021, θα πραγματοποιείτο το Τακτικό Παγκύπριο Συνέδριο τους και ακολούθως, στις 30 Οκτωβρίου 2021, θα πραγματοποιείτο η εκλογική συνέλευση για την ανάδειξη των αξιωματούχων και μελών της Κεντρικής Επιτροπής τους. Πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες έγιναν γνώστες περιεχομένου επιστολή του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής των εναγομένων, ο οποίος είναι και μέλος της συσταθείσας Επιτροπής Διαπιστευτηρίων Συνεδρίου, ημερομηνίας 29 Σεπτεμβρίου 2021, στην βάση του οποίου, ο πρόεδρος των εναγομένων φέρεται, στις 27 Αυγούστου 2021, να παραδίδει στην Επιτροπή Διαπιστευτηρίων Συνεδρίου επικαιροποιημένο μητρώο μελών των εναγομένων, το οποίο, ωστόσο, περιείχε 600 παράτυπες και αντικαταστατικές εγγραφές μελών, καθώς επίσης και αδικαιολόγητες διαγραφές παλαιών μελών τους (τόσο στην πρώτη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, όσο και στην επιστολή του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής των εναγομένων (η οποία επισυνάπτεται επ' αυτής ως τεκμήριο 4), γίνεται λεπτομερής αναφορά στα δεδομένα που οδήγησαν τον συντάκτη της επιστολής να καταλήξει στην θέση περί παράτυπης προσθήκης και διαγραφής μελών). Τόσο πριν, όσο και μετά την σύνταξη της συγκεκριμένης επιστολής, διάφορα στελέχη των εναγομένων διαμαρτυρήθηκαν σε σχέση με ενδεχόμενη αλλοίωση του περιεχομένου του μητρώου των εναγομένων, στη βάση πληροφοριών που λάμβαναν, αλλά και γεγονότων που κατ' ισχυρισμό έλαβαν χώρα κατά τις εκλογικές επαρχιακές συνδιασκέψεις που διεξήχθησαν κατά τον Σεπτέμβριο του 2021 και την πρώτη βδομάδα του Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Παρά τα πιο πάνω δεδομένα, οι ενάγοντες 1, 4, 7, 8, 10 και 11, μέσω του ενάγοντα 6, στις 10 Οκτωβρίου 2021 επιδίωξαν να καταθέσουν τις υποψηφιότητες τους για την επικείμενη εκλογική συνέλευση. Πέραν της υποψηφιότητας του ενάγοντα 6 (η οποία έγινε δεκτή), οι υποψηφιότητες των υπολοίπων δεν έγιναν δεκτές, καθότι ο γενικός διευθυντής των εναγομένων έδωσε οδηγίες όπως δεκτές να γίνονται μόνο οι υποψηφιότητες μελών που υποβάλλονται αυτοπροσώπως και όχι μέσω τρίτου. Είναι η θέση των εναγόντων της παρούσας αγωγής ότι, οι οδηγίες αυτές, πέραν του ότι συγκρούονται με τη μέχρι τώρα πρακτική και διαδικασία που ακολουθείτο σε κάθε προηγούμενη εκλογική συνέλευση, δόθηκαν με μόνο στόχο να εμποδιστεί η υποβολή υποψηφιοτήτων από τους συγκεκριμένους ενάγοντες. Προς επίρρωση της θέσης τους αυτής, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι, σε πλήρη σύγκρουση με το λόγο που προβλήθηκε από το γενικό διευθυντή των εναγομένων για να μη γίνει δεκτή η υποβολή υποψηφιοτήτων των πιο πάνω εναγόντων, στις 21 Σεπτεμβρίου 2021, ο εν λόγω διευθυντής, με ηλεκτρονικό μήνυμα του, δικαιολογείσαι τη μη αυτοπρόσωπη υποβολή υποψηφιότητας άλλου μέλους των εναγομένων και αναγνώρισε ως έγκυρη την υποψηφιότητα του που υπεβλήθη μέσω τρίτου προσώπου. Ομοίως, ούτε η υποβολή υποψηφιότητας του ενάγοντα 15 έγινε δεκτή. Ο εν λόγω Ενάγοντας, στις 15 Οκτωβρίου 2021, επισκέφθηκε τα γραφεία της Επαρχιακής Επιτροπής Λάρνακας για να υποβάλει την υποψηφιότητα του, και επειδή τα γραφεία ήταν κλειστά τοποθέτησε το σχετικό έντυπο υποβολής στο γραμματοκιβώτιο. Ενημερώθηκε, ακολούθως, ότι, έμμισθο προσωπικό της εν λόγω επιτροπής, παρέλαβε το έντυπο και το απέστειλε μέσω τηλεομοιότυπου στα κεντρικά γραφεία των εναγομένων. Ωστόσο, και πάλι κατόπιν οδηγιών του γενικού διευθυντή των τελευταίων, η υποψηφιότητα του δεν έγινε δεκτή με την αιτιολογία ότι δεν υπεβλήθη αυτοπροσώπως. Στην μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, γίνονται αναφορές και σε δελτίο τύπου που εξέδωσε, στις 25 Σεπτεμβρίου 2021, η απελθούσα Επαρχιακή Επιτροπή Λεμεσού των εναγομένων, σύμφωνα με το οποίο καταγγέλλεται παράνομη μεθόδευση και/ή αλλοίωση του εκλογικού αποτελέσματος της εκλογικής επαρχιακής συνδιάσκεψης της εν λόγω επαρχίας, η οποία έλαβε χώρα στις 26 Σεπτεμβρίου
  3. Στη βάση των ανωτέρω, αναφέρουν οι ενάγοντες, μετά την μη αποδοχή και της υποψηφιότητας του ενάγοντα 15, η οποία υπεβλήθη στις 15 Οκτωβρίου 2021, αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους για να αναζητήσουν θεραπεία σε σχέση με τα παράπονα τους, τα οποία εστιάζονται, αφενός στην μην αποδοχή των υποψηφιοτήτων συγκεκριμένων εναγόντων, καθώς επίσης και στην επιδιωκόμενη διενέργεια της Εκλογικής Συνέλευσης που ορίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου 2021 στη βάση, ως ισχυρίζονται, πλημμελούς, ελαττωματικού και παράτυπου μητρώου μελών. Αφού έλαβαν τις σχετικές συμβουλές του συνηγόρου τους, τέσσερις μέρες μετά, και δη στις 19 Οκτωβρίου 2021, καταχώρισαν την παρούσα αγωγή, καθώς επίσης και την επίδικη αίτηση, στα πλαίσια της οποίας και εκδόθηκε το ανωτέρω αναφερόμενο προσωρινό διάταγμα. Στις 25 Οκτωβρίου 2021 και ώρα 12:40, δηλαδή εμπρόθεσμα, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την Ειδοποίηση περί Πρόθεσης τους να υποβάλουν Ενσταση στην επίδικη αίτηση (στο εξής «η ένσταση»). Στο κυρίως σώμα της, προβάλλονται 24 λόγοι ένστασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγομένων, στα πλαίσια της οποίας επαναλαμβάνονται οι 24 λόγοι ένστασης, καθώς επίσης και επιπρόσθετη επιχειρηματολογία, αλλά και ισχυρισμοί προς υποστήριξη τους. Στην ρηθείσα ένορκη δήλωση επισυνάπτονται και έξι τεκμήρια. Εκείνο που στην ουσία ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είναι ότι, η επίδικη αίτηση δεν φέρει την ορθή νομική βάση, καθότι δεν στηρίζεται στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου Κεφ. 6, τα οποία, ως ισχυρίζονται, αποτελούν απαραίτητη δικαιοδοτική βάση για, (α) την έκδοση του υπό στοιχείο Γ αιτούμενου διατάγματος (άρθρο 4), και (β) τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει μονομερώς την αίτηση στη βάση του κατεπείγοντος (άρθρο 9). Ούτε στηρίζεται στην διαταγή 64, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να διορθώσει την παρατυπία αυτή. Ισχυρίζονται, ακόμα, ότι, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί, καθότι δεν κλήθηκαν για να λάβουν μέρος στην όλη διαδικασία οι δεκάδες υποψήφιοι στην εκλογική διαδικασία, αλλά και τα χιλιάδες μέλη των εναγομένων που έχουν δικαίωμα ψήφου. Ακόμα, ότι, οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και προέβησαν και σε ψευδή ένορκη δήλωση, παραθέτοντας πλαστογραφημένα και/ή παραποιημένα έγγραφα και/ή έγγραφα τα οποία «περιέχουν πλαστοπροσωπία». Είναι, περαιτέρω, η θέση των εναγομένων ότι, η μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν είναι ικανή για να στοιχειοθετήσει το απαραίτητο στοιχείο του κατεπείγοντος, με αποτέλεσμα η μονομερής έκδοση του προσωρινού διατάγματος να κρίνετε λανθασμένη. Ακόμα, ότι, με τον ορισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ως επιστρεπτέο στις 26 Οκτωβρίου 2021, το Δικαστήριο αποστέρησε στους εναγόμενους το δικαίωμα να επιχειρήσουν να προβούν σε δικονομικό διάβημα προς παραμερισμό και/ή ακύρωση του, μιας και το Παγκύπριο Τακτικό Συνέδριο είχε καθοριστεί για να διενεργηθεί στις 24 Οκτωβρίου
  4. Προβάλλεται, επίσης, ότι, αυτό που στην ουσία ζητείται από τους ενάγοντες μέσω της παρούσας αγωγής και της επίδικης αίτησης, είναι όπως το Δικαστήριο επέμβει σε μία εν εξελίξει εσωτερική κομματική εκλογική διαδικασία, η οποία αποφασίστηκε νομότυπα και σύμφωνα με το καταστατικό των εναγομένων με στόχο να την αναστείλει και/ή ακυρώσει και/ή τροποποιήσει και/ή ακόμα να εκτροχιάσει την απόφαση των εναγομένων για την εκλογική διαδικασία και μάλιστα χωρίς να συνυπολογίζεται η ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στους εναγόμενους αλλά και στα μέλη τους, οι οποίοι έχουν δικαίωμα να συνέρχονται, να εκλεγούν και να εκλέγονται. Είναι η περαιτέρω θέση των εναγομένων ότι, αυτό που οι ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο είναι να ενεργήσει ως εκλογοδικείο σε εσωτερικές κομματικές εκλογές, κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ή εξουσία να πράξει. Ακόμα, ότι, το εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, εκδόθηκε καθ' υπέρβαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, και αυτό στη βάση και του λόγου ότι οι ενάγοντες δεν έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου τα πραγματικά και αληθινά δεδομένα και τις εξαιρετικά δυσανάλογες επιπτώσεις στους εναγόμενους. Είναι, επιπροσθέτως, η θέση των εναγομένων ότι, με δεδομένη την κοινή νομική εκπροσώπηση (ίδια δικηγορική εταιρεία) των εναγόντων της παρούσας αγωγής και των εναγόντων της αγωγής 2223/2021 (επίσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσία), στα πλαίσια της οποίας έχει επιφυλαχθεί απόφαση ως προς την οριστικοποίηση ή μη μονομερώς εκδοθέντων προσωρινών, πανομοιότυπων με την παρούσα, απαγορευτικών διαταγμάτων, η μη αποκάλυψη της πορείας των διαδικασιών της τελευταίας αυτής αγωγής στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αποτελεί απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του νόμου 14/1960, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση δεν είναι ικανό να καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και, τέλος, ούτε ότι με την ακύρωση του διατάγματος οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Προβάλλεται, επίσης, και η θέση ότι, το Δικαστήριο δεν έχει γενικότερα δικαιοδοσία να εξετάσει την επίδικη αίτηση ή να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα ή να εκδώσει τα λοιπά αιτούμενα διατάγματα, καθότι μια τέτοια ενέργεια του θα συνιστούσε παρέμβαση της Δικαστικής Εξουσίας στις αποφάσεις συλλογικών οργάνων των εναγομένων, οι όποιες λήφθηκαν δύναμη του καταστατικού τους. Είναι, ακόμα, η θέση των εναγομένων ότι, οι ενάγοντες, ενώ μπορούσαν να πράξουν διαφορετικά, ανέμεναν μέχρι την τελευταία στιγμή να καταχωρήσουν την επίδικη αίτηση με μόνο σκοπό να αποστερήσουν το δικαίωμα των εναγομένων να τοποθετηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την διεξαγωγή του Παγκύπριου Τακτικού Συνεδρίου. Στη βάση όλων των ανωτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και ότι προωθείται για αλλότριους σκοπούς. Επίσης, ότι, το μαρτυρικό υλικό που την υποστηρίζει, είναι αόριστο, έλειπες, παραπλανητικό, καθώς, επίσης, και ότι, μέσω του προβάλλονται θέσεις για τις οποίες δεν παρουσιάζονται τα σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη τους. Επίσης ότι, μέρος της βάσης επί της οποίας εδράζονται οι τοποθετήσεις των εναγόντων, αποτελεί προϊόν κλοπής και/ή παράνομης κατοχής ή ακόμα και παράνομης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Είναι τέλος η θέση των εναγομένων ότι, η ζημιά που θα προκληθεί στους εναγόμενους αν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ή εκδοθούν τα λοιπά αιτούμενα διατάγματα, θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη της οποίας ζημιάς τυχόν θα προκληθεί στους ενάγοντες, εκ των οποίων μόνο ο ενάγοντας 3 διεκδικεί θέση στην επερχόμενη εκλογική διαδικασία. Δεν θεωρώ απαραίτητο, στο σημείο αυτό, να παραθέσω με λεπτομέρεια όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τέτοια αναφορά θα γίνεται εκεί που κρίνεται αναγκαίο κατά την εξέταση εκάστης θέσης των εναγόμενων. Ως προς τους λόγους ένστασης που άπτονται των ζητημάτων δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και κατά συνέπεια και την επίδικη αίτηση (εξαιρουμένων των λόγων που σχετίζονται με τη νομική βάση της αίτησης), στην βάση των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 34 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, αλλά και των όσων σχετικών ανέφερε ο κ. Ακάμας κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία, το κατά πόσο η όχι τα Δικαστήρια θα «εμπλακούν» στην εσωτερική λειτουργία ενός κόμματος εξαρτάται από την δυναμική της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον τους και δεν προβάλλεται η θέση ότι πρόκειται για εκ προοιμίου ανύπαρκτη δικαιοδοσία. Κατά συνέπεια το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί, αν τούτο κριθεί αναγκαίο, κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, και δη μετά την εξέταση των λόγων εκείνων που θέλουν το Δικαστήριο, για λόγους άλλους από τη δυναμική της μαρτυρίας, να στερείτε δικαιοδοσίας να την εξετάσει επί της ουσία της. Επειδή τα ζητήματα της μη συμπερίληψης στη νομική βάση της αίτησης του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και της απόκρυψης ή μη ουσιωδών γεγονότων, άπτονται μόνο του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος, καθότι εκδόθηκε στη βάση του στοιχείου του κατεπείγοντος, ενώ, από την άλλη, η μη συμπερίληψη του άρθρου 4 του Κεφ. 6 αφορά αποκλειστικά στο αίτημα των εναγόντων για έκδοση του υπό στοιχείο Γ αιτούμενου διατάγματος, κρίνω ορθότερο να ασχοληθώ αρχικά με το μονομερές διάταγμα, και ακολούθως με το υπόλοιπο μέρος της αίτησης. Είναι η εν προκειμένω θέση των εναγομένων ότι, το άρθρο 32 του νόμου 14/1960, δεν παρέχει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εξετάζει μονομερώς μια αίτηση και ότι τέτοια δικαιοδοσία παρέχεται μόνο από το άρθρο 9 του Κεφ. 6, στο οποίο δεν γίνεται αναφορά στην νομική βάση της επίδικης αίτησης. Είναι περαιτέρω η συναφής θέση των εναγομένων ότι, η μη συμπερίληψη της Διαταγής 64 στην νομική βάση της επίδικης αίτησης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο την διόρθωση της παρατυπίας, διόρθωση, στην οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να έχει προβεί κατά την μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης στις 21 Οκτωβρίου
  5. Ως προς δε τα ουσιώδη γεγονότα που κατά τους εναγόμενους δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, αυτά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
  6. Το τεκμήριο 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την επίδικη αίτηση είναι παραποιημένο και η πλαστογραφημένο, καθότι, στην όψη του, φαίνεται να διαφέρει από το πραγματικό, σχετικό, έγγραφο που παραδόθηκε στον ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, πιστό αντίγραφο του οποίου επισυνάφθηκε ως τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωσή του. Όπως δε προκύπτει από μία αντιπαραβολή των δύο εγγράφων, στο τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση πέντε πρόσωπα φέρονται να υποβάλουν ένσταση στην Επιτροπή Διαπιστευτηρίων σε σχέση με τις επαρχιακές εκλογές στην Πάφο, τα οποία φέρονται να υπογράφουν στην δεύτερη σελίδα του τεκμηρίου, ενώ στο αντίστοιχο τεκμήριο 3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, τα πρόσωπα που φέρονται να υποβάλλουν την ρηθείσα ένσταση περιορίζονται σε τέσσερα και μόνο δύο εξ' αυτών υπογράφουν στην δεύτερη σελίδα του εγγράφου.
  7. Ενώ ο ενάγοντας 3, ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής των εναγομένων, από τις 6 Αυγούστου 2021 είχε λάβει, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλληλογραφία που ανταλλάχτηκε μεταξύ των εναγομένων και του υποψηφίου για την θέση του προέδρου κ. Γεωργίου Βαρνάβα, στην βάση του περιεχομένου της οποίας εκφράζονται φόβοι για παραποίηση και/ή αλλοίωση του μητρώου των μελών των εναγομένων, εντούτοις, οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός αυτό και παρουσίασαν την εικόνα ότι τα περί αλλοίωσης και/ή παραποίησης του μητρώου έγιναν γνωστά μέσω της επιστολής του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής των εναγομένων ημερομηνίας 29 Σεπτεμβρίου 2021, τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση.
  8. Ενώ στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση γίνεται αναφορά στην Αγωγή 2223/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εντούτοις αποκρύπτεται από το δικαστήριο ότι στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής είχε επιφυλαχθεί απόφαση με σκοπό να δοθεί είτε 22 Οκτωβρίου 2021 είτε 26 Οκτωβρίου 2021 σε σχέση με πανομοιότυπα διατάγματα ως τα υπό εξέταση.
  9. Η όποια αναφορά των εναγόντων στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την επίδικη αίτηση αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό παραποιημένο και/ή αλλοιωμένο μητρώο των μελών των εναγομένων, γίνεται σε σχέση με τις προγραμματισμένες για τις 30 Οκτωβρίου 2021 εκλογές, χωρίς να αποκαλύπτεται ότι το ίδιο μητρώο αποτέλεσε τη βάση για την διεξαγωγή όλων των επαρχιακών εκλογών που προηγήθηκαν, στις οποίες οι πλείστοι εκ των εναγόντων ήταν υποψήφιοι και τρεις εξ αυτών κατάφεραν να εκλεγούν στις θέσεις που διεκδίκησαν.
  10. Παρουσιάζονται στην ουσία οι ενάγοντες να είναι δυσαρεστημένοι και παραπονούμενοι για το ότι στις 30 Οκτωβρίου 2021 θα διεξαχθούν εκλογές στη βάση ενός, κατ' ισχυρισμό παραποιημένου και αλλοιωμένου μητρώου μελών, χωρίς να έχουν υποβάλλει οποιοδήποτε σχετικό παράπονο πριν την διεξαγωγή των επαρχιακών εκλογών και χωρίς οι ενάγοντες, οι οποίοι εξελέγησαν στα πλαίσια των εκλογών αυτών, να θεωρούν την εκλογή τους παράνομη ή άδικη, παρά το ότι διενεργήθηκε στην βάση του κατά τα άλλα παραποιημένου και αλλοιωμένου μητρώου.
  11. Παρουσίασαν στο Δικαστήριο την εικόνα ότι το Παγκύπριο Τακτικό Συνέδριο και η Εκλογική Διαδικασία αποτελούν δύο διαφορετικές και ασυνάρτητες μεταξύ τους διαδικασίες, αποκρύπτοντας ότι στην βάση του άρθρου 30 του καταστατικού των εναγομένων, η πραγματοποίηση του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη διενέργεια της Εκλογικής Διαδικασίας, η οποία αποτελεί, στην ουσία, μέρος του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου. Ως προς την θέση των εναγομένων ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται η δικαιοδοτική νομική βάση, και δη το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, παρατηρώ ότι αυτή είναι παραπλανητική. Και αυτό γιατί, δεν πρόκειται για την περίπτωση όπου στη νομική βάση της αίτησης ελλείπει κάθε σχετική αναφορά, ως αφήνεται να εννοηθεί με τα όσα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, αλλά για την περίπτωση όπου γίνεται επίκληση του συγκεκριμένου νόμου, πλην όμως χωρίς ειδική αναφορά στο άρθρο
  12. Εν πάση περιπτώσει, ως έχει νομολογηθεί, το άρθρο 9 του Κεφ. 6, προνοεί για τις ασφαλιστικές δικλείδες που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει όταν εκδίδει μονομερώς προσωρινό διάταγμα, κι αυτό προς διασφάλιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφεται ή τα οποία, ενδεχομένως επηρεάζονται από την έκδοση του (βλ. Δέσπω Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολ. Εφ. 354/2013, ημερομηνίας 4 Δεκεμβρίου 2015). Εν ολίγοις, σκοπός των προνοιών του άρθρου 9 είναι να εναποθέσουν στο Δικαστήριο υποχρέωση να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ώστε, στο βαθμό που είναι δυνατό, τα πρόσωπα τα οποία θα επηρεαστούν από την έκδοση ενός τέτοιου, μονομερώς, εκδοθέντος διατάγματος, να τύχουν, γρήγορης ενημέρωσης περί της έκδοσής του ώστε να έχουν την ευκαιρία να προβάλουν, μέσω ένστασης, τις θέσεις τους, και να είναι εξασφαλισμένοι (μέσω της εγγύησης) για την όποια ζημιά τυχόν έχουν υποστεί συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος, αν, στο τέλος, κριθεί ότι το εν λόγω διάταγμα δεν έπρεπε να εκδοθεί ή θα πρέπει να ακυρωθεί. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δεν αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Αυτό, είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960, στο οποίο γίνεται ειδική αναφορά στη νομική βάση της αίτησης (Demades Overseas Ltd Studio MA.ST. Ltd

(1996)1 A.A.Δ. 799,807 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Limited κ.α.
(2002)Α.Α.Δ. 2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, στην νομική βάση της αίτησης αναφέρεται ο περί Πολιτικής Δικονομίας νομός και με πλήρη σαφήνεια αναδεικνύεται μέσα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση η επίκληση από πλευράς των εναγόντων του κατεπείγοντος. Το Δικαστήριο δε, στη βάση, ακριβώς, των δεδομένων αυτών, με γνώμονα τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας νόμου, πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ενήργησε ως του επιβάλλουν οι συγκεκριμένες πρόνοιες, ορίζοντας το διάταγμα επιστρεπτέο εντός τριών εργάσιμων ημερών και διατάσσοντας όπως, ως προϋπόθεση για την έκδοσή τού, κατατεθεί συγκεκριμένη εγγύηση από πλευράς των εναγόντων. Είμαι της γνώμης ότι υπό τις περιστάσεις η σχετική θέση των εναγομένων δεν μπορεί να γίνει δεκτή (Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263). Νομική πτυχή ως προς την απόκρυψη γεγονότων Όσον αφορά στο ζήτημα απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος από διάδικο που, μονομερώς, επιδιώκει τη λήψη προσωρινής θεραπείας, στην πρόσφατη απόφαση του, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Λ. Παρπαρίνος στην Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2018:D412, Αίτηση 92/18, απόφαση ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2018, προβαίνει σε μία ενδελεχή ανασκόπηση της νομολογίας αναφέροντας τα εξής σχετικά: «Το Δικαστήριο σε περίπτωση που διαπιστωθεί ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο στάδιο μονομερούς αίτησης πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν συνιστά προϋπόθεση για ακύρωση εκδοθέντος Διατάγματος, εδώ Άδειας, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση on η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. v. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. E6/2014 ημερ. 27.2.2015 γίνεται εκτενής ανάλυση του ζητήματος αυτού. Παρατίθεται το σχετικό μέρος: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAA 607, 616-8, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 AAA 248, 264-267, Resola Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAA 598 και Χαραλάμπους v. Petrow Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)IF AAA 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnified Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep.54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. ComdelCommodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ, 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 ο δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R ν Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non­disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat ν Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd ν Britannia Arrow Holdings Pic, ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C- D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.* Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003), All ER (D)
  1. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου on δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς, τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, ης περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, the Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν ης όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink's-Mat Elcom.be,ανωτέρω).» Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω, αφενός, απόκρυψης από πλευράς των Εναγόντων ουσιωδών γεγονότων και, αφετέρου, μη πλήρους και ειλικρινούς παρουσίασης των γεγονότων που περιβάλλουν τη παρούσα υπόθεση. Ως υπεδείχθη ανωτέρω στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής που περιβάλλει το εν προκειμένω ζήτημα, το κατά πόσο ένα μη αποκαλυφθέν γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι, εξαρτάται από το κατά πόσο τούτο θα ήταν δυνατό να επηρεάσει (όχι απαραίτητα να ανατρέψει) την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης. Σημαντικός δε παράγοντας είναι και η δραστικότητα του εκδοθέντος διατάγματος, υπό την έννοια ότι, όσο πιο δραστικό είναι, τόσο μεγαλύτερη είναι και η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Εκεί δε που προκύπτει ξεκάθαρη απόκρυψη ή ακόμα και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να διστάζει να ακυρώσει μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. Κατά παράβαση των αρχών αυτών, οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο, ενώ, συνάμα, δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ρόλο στην κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Για σκοπούς αιτιολόγησης της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, σημειώνω τα εξής: Όπως και αν αναγνωστεί το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση, η εικόνα που αποκομίζει ο αναγνώστης της, πόσο μάλλον όταν η ανάγνωση διενεργείται στα πλαίσια μιας κατ' επείγουσας διαδικασίας, είναι ότι η διεξαγωγή της Εκλογική Διαδικασία που ορίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου, 2021 είναι μια ξέχωρη και ανεξάρτητη από το Τακτικό Παγκύπριο Συνέδριο (που ήταν ορισμένο για τις 24 Οκτωβρίου, 2021) διαδικασία. Πουθενά στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση δεν αναδεικνύεται, ως έπρεπε, το γεγονός (που, αβίαστα, προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 30.3 του Καταστατικού των εναγομένων), ότι η Εκλογική Διαδικασία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου, η οποία διεξάγεται την τελευταία ημέρα του και κατά συνέπεια η διεξαγωγή της εξαρτάται από την προγενέστερη έναρξη των διαδικασιών του Συνεδρίου. Δεν μου διαφεύγει ότι το Καταστατικό των εναγομένων επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  2. Τούτο όμως δεν αρκεί. Ως υποδεικνύεται στη ανωτέρω, σχετική με το ζήτημα, νομολογία, η ευθύνη ενός αιτητή που αποτείνεται στο Δικαστήριο για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος μέσω μονομερούς αίτησης, δεν περιορίζεται απλά στην επισύναψη επί της ενόρκου δηλώσεως διαφόρων εγγράφων, αλλά εκτείνεται και στην παράθεση, επεξήγηση και τονισμό, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, με λακωνικό, έστω, τρόπο, της σημασίας των επισυναπτόμενων εγγράφων, καθώς επίσης και της σημαντικότητας των διαφόρων μερών τους (βλ. Commerzbank (ανωτέρω)). Συναφώς, δεν μπορεί ένας διάδικος που προωθεί μονομερή αίτηση να αναμένει, χωρίς να επιτελέσει το μόλις πιο πάνω αναφερόμενο καθήκον του, ότι το Δικαστήριο, εν απουσία ειδικών αναφορών ως προς την σημασία και σημαντικότητα των επισυναπτόμενων, στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, εγγράφων, να ανατρέξει στο περιεχόμενο τους και από μόνο του να εξαγάγει συμπεράσματα ή να καταλήξει σε ευρήματα τα οποία κρίνονται σημαντικά για την τύχη της αίτησης. Η παράλειψη αυτή των εναγόντων, είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να παραπλανηθεί, κάτι που σημειώθηκε και ανωτέρω. Ενδεικτική της εν προκειμένω παραπλάνησης του Δικαστηρίου, ήταν και η ενέργεια του, μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος με το οποίο ανέστειλε τόσο την διεξαγωγή του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου όσο και της Εκλογικής Διαδικασίας, να ορίσει το διάταγμα επιστρεπτέο πριν την Εκλογική Διαδικασία, εντός στενών χρονοδιαγραμμάτων, ώστε να επιχειρήσει να αποφασίσει επί της ουσίας της επίδικης αίτησης πριν τις εκλογές, τελώντας υπό την πλάνη ότι τυχόν απόρριψη του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος θα επέτρεπε, αν μη τι άλλο, την διεξαγωγή της Εκλογικής Διαδικασίας. Όπως, όμως, προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Καταστατικού των εναγομένων, η έναρξη των εργασιών του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου τους, αποτελεί προϋπόθεση για την διεξαγωγή της Εκλογικής Διαδικασίας, η οποία διαδικασία, επαναλαμβάνω, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των εργασιών του Συνεδρίου. Αν τα δεδομένα αυτά αναδεικνύονταν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ήταν γνωστά στο Δικαστήριο κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης, σίγουρα θα αποτελούσαν παράγοντα που θα επείχε ουσιώδους σημασίας για την τύχη της αίτησης. Απόκρυψη παρατηρείται και σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό αλλοιωμένο μητρώο των μελών των εναγομένων. Και εξηγώ: Όπως και αν αναγνωσθεί το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση, εκείνο που στην ουσία αναδεικνύεται από πλευράς των εναγόντων είναι ότι το κατ' ισχυρισμό αλλοιωμένο μητρώο θα αποτελέσει την βάση για την διεξαγωγή της επικείμενης Εκλογικής Διαδικασίας, η οποία ορίστηκε να διεξαχθεί στις 30 Οκτωβρίου
  3. Καμία αναφορά ή επεξήγηση παρατηρείται ή τονισμός γίνεται στο γεγονός ότι το κατ' ισχυρισμό αλλοιωμένο μητρώο στο οποίο αναφέρονται οι ενάγοντες, αποτέλεσε, στην ουσία, και την βάση για την διεξαγωγή των εκλογικών επαρχιακών συνδιασκέψεων, πόσο μάλλον όταν αρκετοί εκ των εναγόντων ήταν υποψήφιοι στις εν λόγω επαρχιακές εκλογές, και κάποιοι εξ αυτών εξελέγησαν στη θέση που διεκδίκησαν. Επί του τελευταίου, σημειώνω ότι και πάλι ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση περί της επιτυχίας κάποιων εναγόντων στις επαρχιακές αυτές εκλογές. Σημειώνω, εκ νέου, ότι το γεγονός ότι οι ενάγοντες επισύναψαν στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 10, ως τεκμήριο 1, τα αποτελέσματα των εν λόγω εκλογικών επαρχιακών συνδιασκέψεων, δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη τους, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, να τονίσουν και να επεξηγήσουν την σημασία του εν λόγω τεκμηρίου και να αναδείξουν ως σημαντικό ζήτημα το γεγονός ότι κάποιοι εκ των εναγόντων που προωθούν την παρούσα αγωγή και την επίδικη αίτηση, έχουν εξασφαλίσει θέση στα πλαίσια εκλογών που διεξήχθησαν στην βάση του μητρώου, που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως αλλοιωμένο ή παραποιημένο ή ελλιπές κτλ. Συναφώς με το υπό συζήτηση θέμα, σημειώνω και το γεγονός ότι, τουλάχιστον ο ενάγοντας 3, από τις 6 Αυγούστου 2021 είχε λάβει μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων αλληλογραφία - μεταξύ του υποψήφιου για την θέση του Προέδρου των εναγομένων και εκπροσώπου των τελευταίων - στη βάση του περιεχομένου της οποίας εκφράζονται φόβοι για παρέμβαση και παραποίηση του μητρώου των μελών των εναγομένων. Αναφορά στην αλληλογραφία αυτή, χωρίς ωστόσο να τοποθετείται χρονικά η γνώση των εναγόντων ως προς το περιεχόμενο της, γίνεται και στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα
  4. Ξενίζει, συναφώς, το γεγονός ότι ελλείπει από την μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, η θέση των εναγόντων, ειδικότερα αυτών που διεκδίκησαν ή έστω αυτών που εξελέγησαν στις θέσεις που διεκδίκησαν στις εκλογικές επαρχιακές συνδιασκέψεις (οι οποίες διεξήχθησαν ένα και πλέον μήνα μετά τη λήψη της πιο πάνω αναφερόμενης αλληλογραφίας), ως προς την σημαντικότητα και/ή την όποια επίδραση είχε στις εν λόγω επαρχιακές εκλογικές διαδικασίες το περιεχόμενο του μητρώου που αποτέλεσε την βάση για την διεξαγωγή τους, την στιγμή, που ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, τα μητρώα μελών εκάστης επαρχίας απαρτίζουν, στην ουσία, το μητρώο των μελών των εναγομένων στη βάση του οποίου θα διεξαχθούν οι εκλογές για την ανάδειξη των αξιωματούχων και μελών της Κεντρικής Επιτροπής τους και το οποίο κατά τους ενάγοντες είναι αλλοιωμένο ή παραποιημένο κ.τ.λ.. Στη βάση των όσων μη αμφισβητούμενων γεγονότων τέθηκαν ενώπιόν μου, θεωρώ και κατά συνέπεια κρίνω ότι, ο τρόπος δράσης των Εναγόντων, τόσον αναφορικά με τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, όσο και αναφορικά με την παραπλανητική παράθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, έγινε εσκεμμένα ώστε το Δικαστήριο να επικεντρωθεί στα γεγονότα ή ισχυρισμούς που ευνοούσαν, κατά τη μονομερή εξέταση, την επιτυχία της αίτησης. Όλα τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν ή των οποίων η σημασία ή σημαντικότητα δεν αποκαλύφθηκε από τους ενάγοντες ή, τέλος, για τη γνώση και σημαντικότητα των οποίων το Δικαστήριο θα έπρεπε να ανατρέξει στο περιεχόμενο πολυσέλιδων τεκμηρίων, ήταν ουσιώδη και δυνατό να επηρέαζαν την κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της αίτησης. Δεν σκοπεύω να αποφανθώ ως προς το ποια θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου αν οι Ενάγοντες αποκάλυπταν όλα τα ουσιώδη γεγονότα και παρουσίαζαν τούτα με ειλικρινή και δίκαιο τρόπο, μιας και το ζητούμενο δεν είναι αυτό. Περιορίζομαι απλά να επαναλάβω ότι, σημασίας δεν υπέχει ο ακριβής προσδιορισμός της επίδρασης στην τελική κρίση του Δικαστηρίου αν και εφόσον αποκαλυπτόταν το μη αποκαλυφθέν γεγονός, αλλά αν τούτο (το μη αποκαλυφθέν γεγονός) είναι τέτοιας φύσης, το οποίο αν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο θα ήταν δυνατόν να επηρεάσει την κρίση του κατά τη μονομερή εξέταση της επίδικης αίτησης. Επί τούτου, ως σημείωσα μόλις πιο πάνω, δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο ή που δεν αποκαλύφθηκαν με δίκαιο και ειλικρινή τρόπο μπορούν, ευκόλως να χαρακτηριστούν ως ουσιώδη. Με δεδομένη δε την κρίση ότι, ο τρόπος που ενήργησαν οι ενάγοντες ήταν εσκεμμένος και είχε ως συνέπεια το Δικαστήριο να μην τύχει δίκαιης, πλήρους και ειλικρινούς ενημέρωσης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί, και με δεδομένη τη δραστικότητα του εκδοθέντος διατάγματος, με το οποίο επηρεάζονται άμεσα οι εσωτερικές διαδικασίες των εναγομένων, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί παρά να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να παρέχεται πλέον στο Δικαστήριο δικαίωμα να εξετάσει (ως προς το διάταγμα αυτό) την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Κατά συνέπεια, η επίδικη αίτηση, στο βαθμό που αφορά στο μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, απορρίπτεται και τούτο (το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα) ακυρώνεται. Όσον τώρα αφορά στα υπό στοιχείο Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα, παρατηρώ τα εξής: Αμφότερα, επιδιώκουν στην ουσία να διασφαλιστεί ότι οι εκλογές που έχουν οριστεί για τις 30 Οκτωβρίου 2021, αφενός δεν θα διεξαχθούν στη βάση του μητρώου των μελών των εναγομένων που παραδόθηκε στις 27 Αυγούστου 2021 από τον Πρόεδρο τους στην Επιτροπή Διαπιστευτηρίων του Συνεδρίου (υπό στοιχείο Γ αιτούμενο διάταγμα) και αφετέρου ότι, στην εν λόγω εκλογική διαδικασία, θα μπορούν να είναι υποψήφιοι και οι ενάγοντες 1, 4, 7, 8, 10, 11 και 15 (υπό στοιχείο Δ αιτούμενο διάταγμα), των οποίων η σχετική υποψηφιότητα δεν έγινε δεκτή. Κατά συνέπεια, βασική προϋπόθεση για να διαφανεί το αναγκαίο ή μη της έκδοσης των ρηθέντων αιτούμενων διαταγμάτων, είναι να εξεταστεί προηγουμένως το κατά πόσο, στην βάση των όσων ισχύουν σήμερα, η Εκλογική Διαδικασία που ορίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου 2021 μπορεί να διεξαχθεί. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική, τότε καθίσταται έκδηλο ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν προσφέρει τίποτα στους ενάγοντες. Αν, από την άλλη, στο πιο πάνω ερώτημα η απάντηση είναι καταφατική, τότε καθίσταται επάναγκες η εξέταση της αίτησης επί της ουσίας της ώστε να διαφανεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων ή έστω ενός εξ αυτών. Ως αναφέρθηκε ήδη ανωτέρω, η εν προκειμένω Εκλογική Διαδικασία, όχι απλά είναι συνυφασμένη με το Τακτικό Παγκύπριο Συνέδριο που είχε οριστεί για τις 24 Οκτωβρίου 2021, η έναρξη του οποίου απαγορεύθηκε με το προσωρινό εκδοθέν διάταγμα στην παρούσα αγωγή, αλλά η διεξαγωγή της εξαρτάται από την προγενέστερη έναρξη των εργασιών του εν λόγου συνεδρίου. Εν ολίγοις, η έναρξη των εργασιών του Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου, αποτελεί προϋπόθεση της διεξαγωγής της Εκλογικής Διαδικασίας, η οποία διαδικασία, αποτελεί μέρος του συνεδρίου και διεξάγεται κατά την τελευταία ημέρα των εργασιών του (βλ. άρθρο 30.3 του Καταστατικού των εναγομένων). Με δεδομένη την μη έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου, καθίσταται έκδηλο ότι η εν προκειμένω Εκλογική Διαδικασία δεν μπορεί να διεξαχθεί αυτόνομα. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει από τις λοιπές σχετικές πρόνοιες του άρθρου 30 του Καταστατικού των εναγομένων, η προκήρυξη ενός Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου (ενέργεια που πρέπει να προηγηθεί κάθε σύγκλησης τέτοιου Συνεδρίου), πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον τέσσερεις μήνες πριν από την ημερομηνία πραγματοποίησης του και το συνεδριακό υλικό να φθάνει στις τοπικές οργανώσεις τουλάχιστον δυο μήνες πριν την εν λόγω πραγματοποίηση (βλ. άρθρο 30.5 του Καταστατικού). Κατά συνέπεια, στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων, και παρά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2021 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δεν είναι δυνατή η διεξαγωγή της εκλογικής διαδικασίας που ορίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου 2021, αφού μια τέτοια διαδικασία δεν θα αποτελεί, ως πρέπει, μέρος του συγκεκριμένου Τακτικού Παγκύπριου Συνεδρίου, το οποίο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω δεν διεξάχθηκε, και επομένως το κατά πόσο το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση θα δικαιολογούσε ή μη την έκδοση των υπό στοιχείων Γ και Δ αιτούμενων διαταγμάτων, υπέχει, πλέον, ακαδημαϊκού και μόνο ενδιαφέροντος. Ως έχει πλειστάκις, νομολογιακά, αναφερθεί, τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω. Επομένως, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και κατά συνέπεια απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, δεν έχω κανένα λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και κατά συνέπεια αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)............. Δ. Θεοδώρου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.