← Κύπρος

Κωνσταντίνου ν. Ορφανίδης, Αρ. Αγωγής: 8829/12, 9/12/2021

Κωνσταντίνου ν. Ορφανίδης, Αρ. Αγωγής: 8829/12, 9/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A683 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8829/12 Μεταξύ: XXXXX Κωνσταντίνου Ενάγοντα και XXXXX Ορφανίδης Εναγομένου Ημερομηνία: 9η Δεκεμβρίου 2021 Αίτηση ημερομηνίας 11/02/2020 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Στ. Σάββα Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ευσταθίου -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε από τον ενάγοντα, επιζητεί την έκδοση εντάλματος πώλησης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου, η οποία βαρύνεται με το ΜΕΜΟ με αριθμό ΕΒ5577/15 και περιπλέον, διαταγή του Δικαστηρίου όπως το προϊόν της πώλησης χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή των εξόδων της πώλησης και την ικανοποίηση του αναφερόμενου ΜΕΜΟ. Η αίτηση εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, μέρος V, άρθρα 22-71 και μέρος ΧΙ, άρθρο

  1. στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 κκ.1-
  2. στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224 και στις συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης ξεδιπλώνεται σε ένορκη δήλωση του ενάγοντα η οποία συνοδεύει την αίτηση. Στον αντίποδα ο εναγόμενος ενίσταται στο αίτημα και προς τούτο καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση καταχώρισης ένστασης. Σε αυτή την περίπτωση την ένσταση ορκίζεται δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο. Τώρα, από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, αναγνωρισμένη πηγή αλίευσης γεγονότων (βλ. Π. Εύζωνος ν. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λίμιτεδ, Πολ. Έφ. 284/11, ημερ. 15/9/16), προκύπτει ότι την 23/12/14 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του ενάγοντα και σε βάρος του εναγομένου, για το ποσό των €30.000 πλέον τόκο προς 5,5% από 23/12/14 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €2.245 ως έξοδα διαδικασίας και €430 ως πραγματικά έξοδα και €59 ως έξοδα της απόφασης, πλέον ΦΠΑ και τόκο επί των ποσών €2.245 και €430, από 11/12/
  3. Η εν λόγω απόφαση είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Η δε επίδικη αίτηση έλαβε μορφή δια κλήσεως και επιδόθηκε στον εναγόμενο, εξ ου και ο τελευταίος εμφανίστηκε με συνήγορο και καταχώρισε ένσταση. Πέραν του εναγομένου η αίτηση επιδόθηκε και στο κτηματολόγιο, το οποίο καταχώρισε τις απόψεις του και συγκεκριμένα δήλωσε πως δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος πώλησης. Ας σημειωθεί εδώ πως κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος του ενάγοντα απέσυρε το αίτημα σε σχέση με όλα τα ακίνητα, πλην του υπ' αριθμό 3 στην αίτηση, η αξία του οποίου υπερκαλύπτει, όπως ανέφερε, το ποσό της απόφασης και των εξόδων. Εν τέλει τη δική του ιδιαίτερη αξία έχει και το γεγονός ότι τη 26/1/17 το Δικαστήριο, με άλλη όμως σύνθεση, εξέδωσε διάταγμα αναστολής της απόφασης υπό όρους, οι οποίοι συνίσταντο σε παραχώρηση στον ενάγοντα τραπεζικής εγγύησης για το ποσό της απόφασης πλέον τόκους και καταβολής των δικηγορικών εξόδων στους δικηγόρους τούτου, με ανάληψη βεβαίως γραπτής διαβεβαίωσης από τους τελευταίους ότι σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης και επιδίκασης των έξοδών υπέρ του εναγομένου, αυτά θα επιστραφούν αμέσως. Επιπλέον, τέθηκε όρος όλα τα ανωτέρω να λάβουν χώραν εντός 20 ημερών. Παρ' όλα ταύτα, ο φάκελος της διαδικασίας δεν περιέχει οτιδήποτε που να δεικνύει ότι τούτοι οι όροι πληρώθηκαν. Αντιθέτως όπως αναφέρθηκε από τον ενάγοντα ενόρκως, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με τους όρους που τέθηκαν και απότοκο αυτής της παράλειψης ήτο η αυτοδίκαιη ακύρωση του σχετικού διατάγματος με την εκπνοή της προθεσμίας που είχε τεθεί. Αυτή η θέση του ενάγοντα, η οποία επαναλαμβάνω επιβεβαιώνεται, έστω εμμέσως, από το φάκελο της διαδικασίας, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγομένου και ως εκ τούτου υιοθετείται και καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. Είναι εδώ καλό σημείο δύο λόγια να ειπωθούν για τους ισχυρισμούς των ομνυόντων τις δύο ένορκες δηλώσεις. Αν και ανορθόδοξo, εξυπηρετεί την απόφαση η εν λόγω διεργασία να αρχίσει από τη μαρτυρία της πλευράς του καθ' ου η αίτηση, εφόσον, όπως θα διαφανεί, ούτε προσθέτει αλλά ούτε και αφαιρεί οτιδήποτε από το μαρτυρικό υλικό. Το λοιπόν· είναι η θέση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι ο λόγος που προβαίνει η ίδια σε αυτήν, είναι διότι ο εναγόμενος διαμένει μόνιμα και εργάζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης και την επακολουθήσα διαδικασία παραμερισμού τούτης. Παρ' ότι η αίτηση παραμερισμού απορρίφθηκε, επαναλαμβάνει ότι υιοθετεί το σύνολο των ισχυρισμών που εκεί προβλήθηκαν και προσθέτει ότι καταχωρίστηκε έφεση, στην οποία ήδη δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση περιγραμμάτων. Καταλήγει πως εάν ήθελε εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και παράλληλα επιτύχει η έφεση και ακυρωθεί η πρωτόδικη απόφαση, δεν θα μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και θα επέλθει αχρείαστη και άδικη ταλαιπωρία στον εναγόμενο, ο οποίος μετά την εκποίηση θα στερηθεί των περιουσιακών του στοιχείων. Βάσει των ανωτέρω ζητά την αναστολή της διαδικασίας εκποιήσεως μέχρι την εκδίκαση της έφεσης 76/
  4. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα παραλείπεται αναφορά στα όσα έχουν ήδη διαπιστωθεί από το περιεχόμενο του φακέλου. Είναι η θέση του ενάγοντα πως μέχρι σήμερα ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που εκεί αναφέρεται. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και με δεδομένο ότι η αίτηση απεσύρθη σε σχέση με τα λοιπά ακίνητα, σημειώνεται αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 4Γ της ενόρκου δηλώσεως, δηλαδή ότι το εκεί αναφερόμενο ακίνητο είναι χωράφι με αριθμό εγγραφής XXXXX στη Λευκωσία - Ακάκι - Νιοχωρίτικα και αφορά ολόκληρο το μερίδιο. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, την 7/6/16 καταχωρίστηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας με αριθμό XXXXX, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Το ένταλμα είναι το τεκμήριο 5 στην αίτηση. Τέλος, εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει, ο εναγόμενος δεν έχει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία. Αδιαμφισβήτητο είναι πως το μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ορίζει και ελέγχει αίτημα ως το υπό κρίση. Το άρθρο 22 του Κεφ. 6 διαλαμβάνει ότι ουδένα ένταλμα πώλησης ακίνητης περιουσίας εκδίδεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη. Η συναίνεση όμως αυτή παρέλκει όταν ένταλμα πώλησης της κινητής περιουσίας του εξ αποφάσεως οφειλέτη επιστράφηκε ανικανοποίητο. Περιπλέον, το άρθρο 23 του Κεφ. 6 αναφέρει πως· «
  5. Η ακίνητη ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, η οποία δύναται να πωληθεί με εκτέλεση θα περιλαμβάνει μόνο την εγγεγραμμένη ακίνητη ιδιοκτησία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου: Νοείται ότι όταν η ιδιοκτησία συνίσταται ολικά ή μερικά από κατοικία ή κατοικίες πρέπει να αφήνεται ή παρέχεται στον οφειλέτη χρέους τέτοια στέγαση η οποία κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι απόλυτα αναγκαία γι' αυτόν και την οικογένεια του.» Πέραν των ανωτέρω στην υπόθεση Αρέστη ν. Ερμογένους

(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1844, υποδείχθηκε πως το δικονομικό πλαίσιο του αιτήματος είναι αυτό που διαλαμβάνεται στη Δ.42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Βάσει τούτου διερεύνησης χρήζει ο πρώτος λόγος ένστασης του εναγομένου, ο οποίος αναφέρει ότι: «(α) Η αίτηση με τον τρόπο που έχει συνταχθεί είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή παραβιάζει βασικές διατάξεις του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, δεν εξειδικεύονται τα επιμέρους άρθρα και/ή διατάξεις και/ή κανονισμοί επί των οποίων βασίζεται η αιτούμενη θεραπεία, κατά παράβαση της Διάταξης 48 θεσμού 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και κατά παράβαση του άρθρου 30.3(α) του Συντάγματος, το οποίο συνιστά προστατευόμενο ανθρώπινο δικαίωμα, και το οποίο συνίσταται στο να πληροφορείται ένας διάδικος τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι πρέπει να του εξειδικεύονται τα άρθρα του Νόμου τα οποία κατ' ισχυρισμόν έχει παραβεί. Η απλή αναφορά ότι η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6) και στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο (Κεφ. 224) παραβιάζει ευθέως και κατά τρόπο αναντίλεκτο την αναφερόμενη Συνταγματική Διάταξη, και στερεί τον καθ' ου η αίτηση από ένα από τα βασικότερα δικαιώματα ενός διαδίκου να υπερασπίσει τον εαυτό του και την περιουσία του. Πέραν αυτού, σύμφωνα με την ρητή πρόνοια της Διάταξης 48 θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, υπάρχει κάθετη παραβίαση του αναφερόμενου θεσμού («Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded»), αφού με την παράθεση αορίστως ολόκληρου του Κεφαλαίου του νόμου, όπως είναι το Κεφ. 224, αλλά και με την παράθεση άλλων αορίστων μερών του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6) που παρατίθενται στη νομική βάση, δεν εξειδικεύονται οι διατάξεις επί των οποίων βασίζεται η αίτηση.» (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Επ' αυτού είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα πως η ένσταση δεν έχει οποιοδήποτε νομικό έρεισμα ούτε και αποτελεί εμπόδιο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρ' όλα ταύτα, προσθέτει πως στη νομική βάση της αίτησης αναγράφονται άρθρα τα οποία καθιστούν σαφή το λόγο που ο καθ' ου η αίτηση κλήθηκε στο Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο κέκτηται εξουσία να μην θεωρήσει άκυρη την παρούσα διαδικασία και σε περίπτωση που ήθελε διαπιστώσει οποιοδήποτε σφάλμα στη νομική βάση της αίτησης, να διασώσει τούτη βάσει των διαλαμβανομένων στη Δ.64. Συναφώς εικαλείται τα λεχθέντα στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534. Είμαι της γνώμης πως οι αιτιάσεις της πλευράς του ενάγοντα δεν αποδίδουν το ορθό νομικό πλαίσιο, αλλά αντιθέτως συνιστούν στρέβλωση των αρχών που διέπουν το ζήτημα. Επί του προκειμένου σχετική κρίνεται η υπόθεση Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A415, Πολ. Έφ. 208/12, ημερ. 24/11/2017 όπου υποδείχθηκε ότι: "Ως προς την αναγκαιότητα αναγραφής της Δ.16 θ.9, στη νομική βάση της αίτησης παρατηρούμε τα ακόλουθα: Το δικαίωμα ενός εναγομένου να ζητήσει τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου και του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών, (βλ. S.P.P. Projects Limited v Integral Equipment Sarl
(1993)1 ΑΑΔ 762 και Kozinskaya River Limited κ.ά ν KLCC Holdings Limited, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε43/2013, ημερομηνίας 23.3.2017). Η Δ.48, θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης, (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Kozinskaya River Limited κ.ά (ανωτέρω)). Επομένως, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαταγή αυτή θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμούσε με παρατυπία.". Τα ανωτέρω δεν είναι τίποτα άλλο από επιβεβαίωση των όσων αναφέρονται στη Δ.48 κ.2, ήτοι την υποχρέωση που ο καθείς οφείλει να ικανοποιήσει, ώστε η αίτηση να αποκαλύπτει την πραγματική της νομική βάση και να αποφεύγεται ασάφεια και παραπλάνηση, καθώς επίσης ταλαιπωρία της διαδικασίας. Εκεί δε όπου η αίτηση δεν πληροί τα ανωτέρω, καθίσταται παράτυπη. Τούτων λεχθέντων δεν σημαίνει πως σε κάθε περίπτωση που παραλείπεται καταγραφή κάποιου Θεσμού Πολιτικής Δικονομίας ή άρθρου του νόμου, αυτομάτως η αίτηση κρίνεται έκπτωτη και οδηγείται σε απόρριψη. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Koza, ανωτέρω: «Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αμέσως στη προβληθείσα από τους εφεσείοντες θέση, στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε λανθασμένα τη Δ.64 των Θεσμών. Αυτό με βάση τα λεχθέντα στην Πεγιώτη ν Κωμοδρόμου
(2003)1 ΑΑΔ 1601 ότι διάδικος αποποιείται του δικαιώματος να εγείρει θέμα παρέκκλισης από τους Θεσμούς στη διαμόρφωση αιτήματος, εφόσον λαμβάνει μέτρα στη διαδικασία. Όπως έπραξαν οι εφεσίβλητοι στην προκειμένη περίπτωση, οι οποίοι δεν ενεργοποίησαν τη δικαιοδοτική λειτουργία του Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρατυπίας, ούτε στήριξαν την ένσταση τους στη Δ.16, θ.9. Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 υπέδειξε τα εξής: «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  1. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  2. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  3. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  4. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  5. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  6. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον"». Επίσης στην υπόθεση Φαλέκκος, ανωτέρω, την οποία επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα, στη σελίδα 2544 αναφέρεται: «Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ"Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό ναι καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Δεν χρειάζεται και ούτε και θα ήταν ορθό να αποφασίσουμε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας έφεσης.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Εν τέλει, στην υπόθεση Αρέστη, ανωτέρω, η οποία αφορούσε αυτή τούτη τη διαδικασία, στη σελίδα 1849 αναφέρθηκε πως: «Όσον αφορά τη Δ.64 και την εισήγηση του εφεσείοντα ότι την οποιαδήποτε παρατυπία θα έπρεπε, το πρωτόδικο δικαστήριο, να την είχε θεραπεύσει εφαρμόζοντας τη Δ.64 και πάλι διαφωνούμε με τον εφεσείοντα. Είναι ορθό ότι η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (Δέστε: Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1 A.A.Δ. 356). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dneprospetsstal for A.N. Kyjmin
(2009)1 A.A.Δ. 1350. Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χ"Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων, ο οποίος ευθυνόταν για την παρατυπία, δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να την θεραπεύσει και κατά συνέπεια, αυτή παρέμεινε αθεράπευτη. Το πρωτόδικο δικαστήριο, παρόλο που δεν αναφέρθηκε ρητά στη Δ.64, θεώρησε την παρατυπία ως μη θεραπευθείσα και γι' αυτό απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα. Δεν θεωρούμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ενήργησε εσφαλμένα και ως εκ τούτου η έφεση δεν μπορεί να επιτύχει και γι' αυτό το λόγο.». Στρέφομαι όμως στο προκείμενο. Εδώ από την πρώτη στιγμή ο εναγόμενος υπέδειξε την παράλειψη συμμόρφωσης με τις δικονομικές προϋποθέσεις και μάλιστα συνάρτησε τούτη με παραβίαση συνταγματικού δικαιώματος. Δεν συμφωνώ βεβαίως ότι αυτό είναι το απότοκο της υπό κρίση παρατυπίας. Αναφέρω όμως τούτο ώστε να υποδειχθεί πως αν και η πλευρά του εναγομένου τοποθετήθηκε κατ' αυτό τον αυστηρό τρόπο και με υψηλούς τόνους και περιπλέον η παρατυπία είναι δεδομένη ένεκα της παράλειψης αναγραφής του θεσμού που διέπει το ζήτημα (Δ.42), εν τούτοις ο ενάγων αδιαφόρησε παντελώς. Ακόμη και σε αυτό το στάδιο των αγορεύσεων αρνείται την παρατυπία, εν τούτοις οξύμωρο όσο και αν είναι, διαζευκτικώς καλεί το Δικαστήριο αν ήθελε διαπιστώσει τέτοια, που ο ίδιος δεν διαπιστώνει, τότε να εκδώσει διάταγμα άρσης τούτης. Και ερωτώ. γιατί δεν διερωτήθηκε για τις αιτιάσεις του εναγομένου, οι οποίες παρέμειναν μέχρι τέλους, γιατί δεν εντόπισε την παρατυπία και γιατί δεν έλαβε μέτρα αντιμετώπισης τούτης. Όλα αυτά δεν εξηγήθηκαν στο Δικαστήριο και ούτε βεβαίως μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα από τα συμφραζόμενα. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνω πως η όλη συμπεριφορά του ενάγοντα σε σχέση με το παράτυπο αυτό μέσο που ουδέποτε διορθώθηκε, δεν δικαιολογεί άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δια άρση της παρατυπίας. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε επικρότηση της αδιάφορης, οξύμωρης και σαφώς καταχρηστικής συμπεριφοράς του ενάγοντα. Με αυτή τη στάση έναντι της διαδικασίας δεν μπορώ να συμφωνήσω. Απότοκο τούτου είναι πως η αίτηση παραμένει παράτυπη και συνεπώς υποκείμενη σε απόρριψη. Παρ' ότι τα ανωτέρω καθορίζουν την πορεία της αίτησης, σκόπιμο κρίνεται να μην μείνει ασχολίαστη άλλη μια πτυχή του αιτήματος, αυτή τη φορά επί της ουσίας, η οποία και πάλιν είναι καθοριστική για την τύχη της αίτησης. Όπως έχει υποδειχθεί, βάσει των διαλαμβανομένων στο άρθρο 22 του Κεφ. 6 προϋπόθεση για την έκδοση εντάλματος πώλησης ακίνητης περιουσίας είναι η προηγηθείσα επιστροφή ως ανεκτέλεστου τους εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση η πλευρά του ενάγοντα υποστηρίζει πως τούτη η προϋπόθεση ικανοποιείται από τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 5. Ένεκα της σημασίας που εν τέλει προσλαμβάνει το περιεχόμενο τούτου, ορθό είναι να παρατεθεί αυτούσιο. Αναφέρεται εκεί ότι: «Κατά τις επισκέψεις που έκανα σε διαφορετικές ημερομηνίες και ώρες ο εναγόμενος απουσίαζε από την οικία. Από πληροφορίες που πήρα από κατοίκους της περιοχής μου ανέφεραν ότι δεν επισκέπτεται συχνά την οικία και για αρκετό χρονικό διάστημα απουσιάζει στο εξωτερικό». (και πιο κάτω) «Παρακαλώ όπως μέσα σε δεκαπέντε
(15)μέρες από την επίδοση της ειδοποίησης αυτής:
  1. .....................................
  2. Να δώσετε τη νέα διεύθυνση του εξ αποφάσεως χρεώστη διαφορετικά το ένταλμα αυτό θα επιστραφεί ανεκτέλεστο.». Επί του προκειμένου η πλευρά του ενάγοντα επικαλείται την πρωτόδικη υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή Pissouri Beach Appartments v. Theo Pericleous, αγ. 385/05, ημερ. 27/05/2014, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου αναφέρθηκε πως: «Το Τεκμήριο Β επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση συνιστά ειδοποίηση μη εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε εναντίον του χρεώστη. Ο λόγος που αναφέρεται στην εν λόγω ειδοποίηση, ως εμπόδιο στην εκτέλεση, είναι επειδή ο χρεώστης στερείται κινητής περιουσίας αλλά και λόγω του ότι αυτός δεν κατοικά στο Πισσούρι και ότι από πληροφορίες είναι κάτοικος Αμερικής εδώ και 30 χρόνια. Με δεδομένο πλέον πως ο χρεώστης Theo Pericleous και Θεοφάνης Χρ. Περικλέους, ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας της οποίας ζητείται η πώληση, και το ίδιο πρόσωπο, κρίνεται πως εφ' όσον το άτομο αυτό ζει μόνιμα στην Αμερική θεωρείται ότι στερείται κινητής περιουσίας στην Κύπρο εκτός βέβαια και αν με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, που δεν είναι η περίπτωση, αποδεικνυόταν ή εγειρόταν το θέμα ύπαρξης κινητής περιουσίας στην Κύπρο η οποία θα μπορούσε να πωληθεί ώστε να ικανοποιηθεί ο πιστωτής, προκειμένου να αποφευχθεί η εκποίηση ακίνητης του ιδιοκτησίας. Αυτός δε είναι και ο σκοπός του νομοθέτη (άρθρο 22 Κεφ. 6) όταν απαιτεί να επιστραφεί ανεκτέλεστο ένταλμα πώλησης κινητών. Επίσης το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση ζει μόνιμα στο εξωτερικό, οποιοδήποτε άλλο ένταλμα πώλησης κινητής περιουσίας θα επιστρεφόταν με το ίδιο αιτιολογικό. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνεται πως είναι δικαιολογημένο για το Δικαστήριο να συμπεράνει πως το ένταλμα πώλησης κινητών επιστράφηκε ανεκτέλεστο αλλά και πως ο χρεώστης - καθ' ου η αίτηση στερείται κινητής περιουσίας στην Κύπρο.». Εφόσον και στη δεδομένη περίπτωση ο εναγόμενος διαμένει στην αλλοδαπή, λέει η πλευρά του ενάγοντα, εύλογο είναι για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ανάλογο εύρημα, όπως αυτό στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο στην υπόθεση Διαχειριστική Επιτροπή Pissouri Beach Appartments ανωτέρω. Είμαι της γνώμης πως ο παραλληλισμός του ενάγοντα δεν είναι εύστοχος. Είναι γεγονός πως και εδώ ο εναγόμενος είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Άλλωστε το παραδέχεται και η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Πέραν τούτου όμως τίποτα άλλο δεν ανταποκρίνεται στα γεγονότα της υποδειχθείσας υπόθεσης. Εκεί κρίθηκε ότι. αφενός ο εναγόμενος δεν κατείχε κινητή περιουσία και αφετέρου δεν διέμενε στο Πισσούρι, διαπίστωση η οποία σε συνδυασμό με το ότι ήτο μόνιμος κάτοικος εξωτερικού, οδήγησε σε πρόσθετο συμπέρασμα, πλέον του Δικαστηρίου, ότι δεν κατέχει κινητή περιουσία οπουδήποτε στη νήσο. Στην προκείμενη περίπτωση ο αρμόδιος λειτουργός για την εκτέλεση του εντάλματος αναφέρεται σε οικία που κατέχει ο εναγόμενος. Ένεκα όμως του ότι δεν την επισκέπτεται συχνά, καλεί τον εντολοδότη του να υποδείξει νέα διεύθυνση. Μάλιστα τον προειδοποιεί ότι αν δεν υποδείξει τέτοια διεύθυνση, τότε το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο. Είναι ηλίου φαεινότερον πως στο τεκμήριο 5 ο επιτετραμμένος την εκτέλεση της απόφασης δεν αποφάνθηκε για την τύχη του εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας. Εν ολίγοις το τεκμήριο 5 στην αίτηση δεν αποδεικνύει ότι επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Περιπλέον, με δεδομένο ότι ο εναγόμενος έχει οικία στην Κύπρο, εν προκειμένω αυτή που αναφέρεται στο τεκμήριο 5, το γεγονός και μόνο ότι δεν διαμένει μόνιμα στην Κύπρο δεν μπορεί να δικαιολογήσει συμπέρασμα ότι δεν κατέχει κινητή περιουσία. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω πως ο ενάγων απέτυχε να ικανοποιήσει και αυτή την προϋπόθεση, δηλαδή ότι το ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του εναγομένου επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Εν κατακλείδι, η Δ.42 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επιβάλλει ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση οφείλει να συμμορφωθεί και με τα εξής: «shall set forth in detail the enumber of the debtor's family, the house accommodation left, and (where nexessary) the land to be exempted as requisite for the support of the debtor and his family, and shall also state that to the best of the applicant' s belief sufficient provision is made for the needs of the debtor and his family in these respects.». Στην υπό κρίση περίπτωση η ένορκη δήλωση του ομνύοντα ουδέν εκ των δυο αναφέρει. Άγνωστο παραμένει αν η οικογένεια του εναγόμενου έχει άλλα μέλη και πως είναι η πεποίθηση του ενάγοντα ότι εάν ήθελε εκδοθεί το διάταγμα, εύλογη πρόβλεψη ικανοποιεί τις ανάγκες του οφειλέτη και της οικογένειάς του. Όλα τα ανωτέρω είναι επιτακτικά βάσει του σχετικού θεσμού, εξου και ο συντάκτης χρησιμοποίησε γλώσσα απέριττη και αυστηρή, όπως είναι η φράση «shall». Επί του προκειμένου η δικονομία συσχετίζεται με το νόμο και αποκαλύπτει ότι εξυπηρετεί τη βούληση του νομοθέτη, η οποία φαίνεται να σκοπεί σε διασφάλιση της περίπτωσης πως αν ήθελε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν θα επηρεαστούν τρίτα πρόσωπα. Στην υπό κρίση περίπτωση η ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν ικανοποίησε τις σχετικές προϋποθέσεις και είναι τούτος πρόσθετος λόγος απόρριψης της αίτησης. Για καθ' ένα από τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Δεν διαπιστώνω λόγο απόκλισης από τη βασική δικαιϊκή αρχή που θέλει τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του επιτυχούς διαδίκου (βλ. Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1873). Ως εκ τούτου τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.