Λοΐζου ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, πρώην Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ, Αρ. Αίτησης Έφεσης: 351/2021, 14/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A686 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Έφεσης: 351/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ. 224 ως και οι δύο έχουν έκαστος τροποποιηθεί. Μεταξύ: XXXXX Λοΐζου Αιτητής/Εφεσείων και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ πρώην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, πρώην Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας Λτδ Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 14η Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον εφεσείων: κ. Χειμώνας Για τους εφεσίβλητους: κα Μ. Κυριάκου -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση χαρακτηρίστηκε από τον αιτητή ως αίτηση έφεσης και εδράζεται, μεταξύ άλλων, επί των άρθρων 29-32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- επί των άρθρων 27, 44Α έως 44ΙΑΑ και 62 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/
- στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015, ΚΔΠ 185/
- επί των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ.
- και επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 και Δ.
- Ακόμη, ρητά μνημονεύονται οι αρχές της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Περιπλέον, το πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου εδράζεται εμφαίνεται σε δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, την οποία ορκίζεται ο αιτητής/εφεσείων. Όπως αποκαλύπτεται από το πρόσωπο της έφεσης, αντικείμενο τούτης είναι η έκδοση των εξής διαταγμάτων. «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η ως άνω αναφερόμενη ειδοποίηση τύπος ΙΑ και/ή
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται και/ή ακυρώνεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 όπως αυτός τροποποιήθηκε, ένεκα της ακυρότητας και/ή παραμερισμού της ως άνω αναφερόμενης ειδοποιήσεως Τύπος ΙΑ και/ή
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο που να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ ως άνω καθ' ότι εκκρεμεί η διαδικασία ένταξης του αιτητή στο σχέδιο Εστία,
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 όπως αυτός τροποποιήθηκε, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας για συμμετοχή του αιτητή στο σχέδιο Εστία.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η ειδοποίηση Τύπος ΙΒ (Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη για διορισμό Εκτιμητή) χωρίς ημερομηνία και η οποία επιδόθηκε στον αιτητή στις 21.03.2019 ως ανυπόστατης και/ή πρόωρης και/ή ως συμπαρασυρόμενης σε ακυρότητα ομού με τον συμβαλλόμενο Τύπο ΙΑ». Στον αντίποδα οι καθ' ων η έφεση ενίστανται στο υπό κρίση αίτημα και προτάσσουν τους ακόλουθους λόγους: «(α) Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού υπόβαθρου. (β) Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν σε καμμία περίπτωση οι οποιεσδήποτε προϋποθέσεις για την έγκριση οποιουδήποτε εκ των αιτουμένων Διαταγμάτων. (γ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. (δ) Η προσβληθείσα Ειδοποίηση Τύπος ΙΑ πληρεί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και ο Τύπος όπως αυτός παρατίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα του Νόμου 9/65.». Και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται πρόσωπο ονόματι Ανδρέας Ανδρέου. Ο ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση αναφέρει πως είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX Φ/Σχ. 2-220-389/17, τεμάχιο XXXXX, τοποθεσία Διπλάρκα στο Παλιομέτοχο. Ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου είναι το τεκμήριο 1 στην αίτηση. Περί το 2007 συνήψε σύμβαση δανείου με την εφεσίβλητη τράπεζα για το ποσό των Λ.Κ.40.000 ή €68.400, με ενυπόθηκη εξασφάλιση το προαναφερθέν ακίνητο. Η σύμβαση δανείου δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην έφεση καθ' ότι όπως εξηγείται, λόγω των πολλών ετών ο ομνύων δεν την έχει στην κατοχή του. Είναι περαιτέρω η θέση του πως σε άγνωστο χρόνο η εφεσίβλητη παράνομα και αυθαίρετα τερμάτισε τη σύμβαση δανείου. Ο ίδιος είχε ειδοποιηθεί τηλεφωνικώς για τις ενέργειες της εφεσίβλητης και προέβη σε διάφορες προτάσεις και παραστάσεις άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του. Συνέχισε δε να καταβάλλει κανονικά τις δόσεις του μέχρι που διαλύθηκε ο συνεργατισμός. Όταν δε εντοπίσθηκε ο φάκελος του από υπάλληλο της Ελληνικής Τράπεζας, συνέχισε να πληρώνει. Προς απόδειξη τούτου προσκομίστηκε το τεκμήριο
- Παρ' όλα ταύτα, δέχεται ο ομνύων ότι εντέλει η εφεσίβλητη κινήθηκε εναντίον του με την Γενική Αίτηση 141/2020 για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης που είχε εκδοθεί την 10/05/
- Τελικώς συγκατένευσε και ο ίδιος στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, υποστηρίζει όμως ότι παράλληλα συμφώνησε όπως από τον Ιανουάριο του 2021 να καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως προς εξόφληση της οφειλής του, όπως και έπραξε. Όπως αναφέρει οι εν λόγω πληρωμές φαίνονται στο τεκμήριο
- Προσθέτει δε ότι την 24/09/2020 του επιδόθηκε ειδοποίηση τύπος Ι, ο οποίος έφερε ημερομηνία 07/09/
- Το εν λόγω έντυπο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
- Είναι η θέση του ομνύοντα ότι πριν την εν λόγω ειδοποίηση δεν του επεδόθη ειδοποίηση τύπος Θ, ως ήταν υποχρέωση των εφεσίβλητων να πράξουν. Περιπλέον, ο τύπος Ι που του επιδόθηκε συνοδευόταν από κατάσταση λογαριασμού η οποία ήτο ελλιπής, χωρίς καμία εξειδίκευση για το πως προέκυπτε το ποσό και εξόφθαλμα εσφαλμένη. Ακολούθως την 19/03/2021 του επιδόθηκε ειδοποίηση τύπου ΙΑ (βλ. τεκμήριο 4 στην έφεση). Προσθέτει όμως ότι βάσει των διατάξεων του Ν. 98(Ι)/2021, άρθρο 61 (αντίγραφο επισυνάπτεται ως τεκμήριο 6), ανεστάλη η ισχύς του Μέρους VIA της σχετικής νομοθεσίας, γεγονός που εξουδετέρωσε την επενέργεια της ειδοποίησης ημερομηνίας 19/03/
- Παρεμβάλλεται εν προκειμένω ότι τα μέρη δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι την 11/10/2021 επιδόθηκε στον εφεσείοντα νέα ειδοποίηση τύπου ΙΑ, ημερομηνίας 27/08/
- Αυτή είναι και η ειδοποίηση που αφορά η επίδικη αίτηση. Ας σημειωθεί ότι το εν λόγω έντυπο αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
- Όπως ρητά δηλώνει ο ομνύων με την επίδικη έφεση στρέφεται εναντίον του τύπου Ι και γενικά εναντίον όλης της διαδικασίας εκποίησης και περαιτέρω, μαζί με τον τύπο ΙΑ «συμπροσβάλλεται» και ο τύπος ΙΒ. Είναι περαιτέρω η θέση του πως η ειδοποίηση του τύπου Ι είναι άκυρη και/ή παράνομη καθ' ότι το ποσοστό επιτοκίου είναι λανθασμένο και αυθαίρετο και καθ' ότι η κατάσταση λογαριασμού που τη συνοδεύει είναι αόριστη και ελλιπής. Περιπλέον, έχουν σημειωθεί παράνομες επιβαρύνσεις, υπερχρεώσεις και ανατοκισμοί. Άκυρη και υποκείμενη σε ακύρωση και παραμερισμό χαρακτηρίζει και την ειδοποίηση τύπος ΙΑ, καθ' ότι εξακολουθεί να καταβάλλει τις δόσεις που έχουν συμφωνήσει και/ή έχουν αποδεχθεί οι καθ' ων η έφεση. Τέλος, υποστηρίζει ότι έχει καλή υπόθεση αναφορικά με την παρανομία και την ακυρότητα της επίδικης σύμβασης. Η δε ουσία των θέσεων του σε σχέση με την επίδικη υποθήκη θα εξεταστεί και κριθεί τελεσίδικα από τούτο το Δικαστήριο και στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας. Επαναλαμβάνεται πως οι αιτιάσεις περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων του νόμου που διέπουν την επίδικη διαδικασία, αποσύρθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων. Έτι περισσότερο φειδωλή είναι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η έφεση. Πέραν της σχέσης του ομνύοντα με την εφεσίβλητη και την εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd που σήμερα διαχειρίζεται την υπό κρίση χρηματοπιστωτική διευκόλυνση, δηλώνει ότι διαφωνεί με τους ισχυρισμούς του ομνύοντα τη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση. Εμμέσως δέχεται ότι οι καθ' ων η έφεση δεν απέστειλαν ειδοποίηση τύπος Θ, υποστηρίζει όμως δεν υπείχαν τέτοια υποχρέωση εφόσον εδώ είχε εξασφαλιστεί δικαστική απόφαση εναντίον του εφεσείοντα, δηλαδή με την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 141/
- Απορρίπτει το σύνολο των αιτιάσεων του ομνύοντα την έφεση και υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο της ειδοποίησης τύπου ΙΑ είναι ορθό και το ίδιο ισχύει για τα ποσά που αξιώνονται. Ως κατακλείδα σημειώνει πως οι ισχυρισμοί περί παράνομων τόκων, υπερχρεώσεων και μη οφειλόμενων ποσών, δεν περιλαμβάνονται στους νομοθετικά προβλεπόμενους λόγους έφεσης και επίσης καλύπτονται από δεδικασμένο λόγω της απόφασης που εκδόθηκε σε βάρος του εφεσείοντα. Πρωταρχικό ζήτημα που εδώ καλεί για απάντηση είναι ο τύπος της αίτησης που ο εφεσείων επέλεξε ως εναρκτήριο λάκτισμα της επίδικης διαδικασίας. Το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου, Ν.9/65(στη συνέχεια ο νόμος) διαλαμβάνει πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να καταχωρίσει 'έφεση'. Ο τύπος τούτης της έφεσης προκύπτει στους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, οι οποίοι ανέκαθεν μεριμνούσαν για τέτοια διαδικασία. Ο δε τύπος της έφεσης αυτής προκύπτει από τον κανονισμό 5, ενώ συμπληρώνεται και από τον κανονισμό 7, ο οποίος διαλαμβάνει ότι: "Every summons (Form 2) an appeal or application under these rules shall state the grounds of such appeal or application. No grounds other than those so stated shall (except with the leave of the Court hearing the appeal or application and on such terms as the Court may think just) be allowed to be taken by the applicant at the hearing of the appeal or application.". Η σημασία των ανωτέρω έγκειται στο ότι εδώ η έφεση ουδέν λόγο αναφέρει. Οι όποιοι λόγοι έφεσης είναι σκορπισμένοι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτην και ομολογώ ότι δύσκολο είναι να εντοπίσει κανείς τη δικανική βάση στην οποία εδράζεται η όλη διαδικασία. Μάλιστα αυτή η παρατυπία και λέγω παρατυπία εφόσον η νομολογία ξεκαθαρίζει ότι περί παρατυπίας ο λόγος (βλ. Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαράλαμπου Παναγιώτη Ποχουζούρη κ.ά.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1503), υπεδείχθη κατά το στάδιο της ακρόασης. Περιπλέον, αν και εν των μέσω της ακροαματικής διαδικασίας ζητήθηκε και χορηγήθηκε αναβολή, δεν επιχειρήθηκε απάλειψη της περί ης ο λόγος παρατυπίας. Ως εκ των ανωτέρω τη δική τους σημασία προσλαμβάνουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Θάλεια Ιωάννου Κλεοβούλου ν. Ανδρέα Γιαννακού Χρ. Πελίδη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 46, 50 όπου αναφέρθηκε πως: «Στην υπόθεση Κάκουλλου ν. Ποχουζούρη και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ.(Β) 1503, αποφασίστηκε πως παρέκκλιση από τους Κανονισμούς δεν καθιστά την έφεση άκυρη αλλά απλώς αντικανονική και η αντικανονικότητα της μπορεί να θεραπευθεί. Στην παρούσα περίπτωση κανένα διάβημα δεν έγινε για να θεραπευθεί η αντικανονικότητα και το Επαρχιακό Δικαστήριο κακώς προχώρησε να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που επιτακτικά προνοούνταν από τους Κανονισμούς.». Ανάλογα ισχύουν και εδώ, η παρατυπία εξακολουθεί να υφίσταται και ο εφεσείων ουδέν έπραξε για να την απαλείψει, παρ' ότι ενημερώθηκε. Εν τοιαύτη περιπτώσει η έφεση κρίνεται ανυπόστατη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Παρ' ότι τα ανωτέρω καθορίζουν την κατάληξη της έφεσης κρίνω ορθό να μην αφήσω ασχολίαστη και την ουσία του πράγματος, ώστε σε περίπτωση που η παρά πάνω κρίση ήθελε ανατραπεί σε δεύτερο βαθμό, η ουσία του αιτήματος να μην μείνει ορφανή δικαστικής απόφασης. Εν προκειμένω το άρθρο 44Γ
(3)του νόμου διαλαμβάνει πως: «44Γ.-
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.». Τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου δεν επεκτείνεται επί παντός επιστητού. Αντιθέτως είναι αυστηρά προσηλωμένος στα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) μέχρι και (ζ), διαπίστωση η οποία προκύπτει από την αναφορά στο σχετικό εδάφιο. «μόνο για τους ακόλουθους λόγους». Συνεπώς μόνο τα όσα εκεί αναφέρονται είναι εκείνα που το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει και όχι οτιδήποτε περαιτέρω. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης έχει να κάνει με αυτό τούτο το περιεχόμενο της έφεσης. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου φανερώνει ότι περιέχονται σε αυτό διάχυτοι ισχυρισμοί που αμφισβητούν και προηγούμενους τύπους ειδοποιήσεως που απεστάλησαν, λόγου χάριν οι τύποι Θ και Ι. Μάλιστα σε μεγάλο βαθμό οι ισχυρισμοί αυτοί συμπλέκονται και με τον τύπο ΙΑ. Υποδεικνύεται συναφώς ότι παρά τα αναφερόμενα στην έφεση η διεργασία η οποία ακολουθεί, δεν μπορεί παρά να παραμείνει αυστηρά προσηλωμένη στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 44Γ
(3)του νόμου, εφόσον αυτό είναι που συνιστά το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δικαστηρίου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα που εκφεύγουν των διαλαμβανομένων στο άρθρο 44Γ
(3), δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης. Δεν είναι πρόθεσή μου να αναλύσω μία προς μία τις υπερασπίσεις που προσφέρονται από το άρθρο 44Γ
(3)του νόμου. Υποδεικνύω απλώς ότι ουδεμία από τις αιτιάσεις του εφεσείοντα εμπίπτει στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 44Γ
(3). Δεν αμφισβητείται η επίδοση ή ο τρόπος επίδοσης της ειδοποίησης του τύπου ΙΑ. Περιπλέον δεν τίθεται ζήτημα επενέργειας των παραγράφων (γ), (δ) και (ε) και πως άλλωστε να ήταν αλλιώς τα πράγματα όταν στην προκείμενη περίπτωση η όλη διαδικασία συνιστά απόρροια δικαστικής απόφασης, εν προκειμένω της διαιτητικής απόφασης που ενεγράφη στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 141/20. Παρεμβάλλεται πως τα ανωτέρω απαντούν τις αιτιάσεις του εφεσείοντα και σε σχέση με τον τύπο Θ. Δικαίως η εφεσίβλητη επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 44Β
(2), εφόσον διαλαμβάνεται εκεί πως παρέλκει υποχρέωση αποστολής τέτοιας ειδοποίησης όταν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση. Δηλαδή όπως εδώ είναι η εφεσίβλητη. Αυτό απαντά βεβαίως και τις αιτιάσεις του εφεσείοντα πως τούτο το Δικαστήριο θα αποφανθεί για την υποθήκη και τυχόν υπερχρεώσεις. Όλα όσα σήμερα αιτιάται ο εφεσείων έχουν τελεσιδικήσει με την Γενική Αίτηση 141/20 και σε κάθε περίπτωση εκφεύγουν του ελέγχου τούτου του Δικαστηρίου που είναι αυστηρά περιορισμένος στις διατάξεις του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου. Εν κατακλείδι ο ίδιος ο εφεσείων δηλώνει πως αναμένει ακόμη την απόφαση της αίτησης του για το σχέδιο Εστία, δήλωση η οποία καθιστά σαφές πως ούτε η προϋπόθεση της παραγράφου (ζ) του άρθρου 44Γ
(3)υφίσταται. Τέλος, ουδέν αναφέρθηκε από πλευράς εφεσείοντα σε σχέση με τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (στ) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου. Συνεπώς, ούτε αυτή η πρόνοια του νόμου υφίσταται. Υπενθυμίζεται πως οι αιτιάσεις του εφεσείοντα περί αντισυνταγματικότητας του νόμου απεσύρθησαν κατά την ακρόαση της έφεσης και ως εκ τούτου δεν εξετάζεται οτιδήποτε σχετικό. Για όλους τους λόγους που ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η έφεση είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Δεν βρίσκω κανένα λόγο που να δικαιολογεί απόκλιση από τον βασικό κανόνα, δηλαδή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1873). Ως εκ τούτου υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος του εφεσείοντα επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο