S.M.E.K. PROPERTIES LIMITED ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 319/2021, 22/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A676 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 319/2021 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 όπως τροποποιήθηκε. Και Επί τοις αφορώσι την ειδοποίηση «Τύπος ΙΑ» και του Δελτίου Ειδοποίηση Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού που επιδόθηκαν στην εφεσείουσα την 26/08/2021 σύμφωνα με τις πρόνοιες των Άρθρων 44Γ
(2)και Κανονισμό 4 αντίστοιχα του νόμου Ν.9/1965 όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο Ν.142(Ι)/2014, τον Νόμο 87(Ι)/2018 και τον νόμο Ν.212(Ι)/2020, Ν.62(Ι)/2020και τον νόμο Ν.98(Ι)/2021. Μεταξύ: S.M.E.K. PROPERTIES LIMITED Αιτήτρια/Εφεσείουσα και THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητοι Ημερομηνία: 22α Νοεμβρίου 2021 (το κείμενο στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 1/12/2021) Εμφανίσεις: Για την εφεσείουσα: κ. Πουτζιουρής Για την εφεσίβλητη: κα Θεοχάρους -------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η γνωστή στο νόμο διαδικασία έφεσης που προβλέπεται στο άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965(στη συνέχεια ο νόμος). Στη δεδομένη περίπτωση αυτό που ζητείται είναι: «Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται ή/και να παραμερίζονται οι ειδοποιήσεις «Τύπος ΙΑ» και το Δελτίου και Ειδοποίηση Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού που επιδόθηκαν στην εφεσείουσα την 26/08/221 αντίστοιχα σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 44Γ
(2)και Κανονισμό 4 αντίστοιχα του Ν.9/1965 όπως τροποιήθηκε με τον Ν.142(Ι)/2014, το Ν.87(Ι)/2018και τον Ν.212(Ι)/2020, Ν.61(Ι)/2020και το Ν.98(Ι)/2021για τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό την 22/11/2021 των ακινήτων της εφεσείουσας στην Λευκωσία ως περιγράφονται στην επίδικη ειδοποίηση τύπος ΙΑ και το Δελτίο Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού, όλα στην Έγκωμη, από τους καθ' ων η αίτηση στην βάση των επίδικων ειδοποιήσεων που βαρύνονται με την Υποθήκη XXXXX/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, από τους καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητους, ένεκα κακής επίδοσης των ειδοποιήσεων και/ή μη επίδοσης σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και/ή ως πρόωρων, ως άκυρων και/ή ως εσφαλμένων και/ή αντικανονικών και/ή παράνομων και/ή ως αντίθετες με το σχετικό νόμο και/ή ως αντισυνταγματικών και/ή ότι αποτελούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή επειδή παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της εφεσείουσας και/ή επειδή συντρέχουν οι λόγοι έφεσης πιο κάτω και/ή οι λόγοι έφεσης που αναπτύσσονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει της παρούσα αίτηση.». Ως είναι φυσικό η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που στη δεδομένη περίπτωση ομνύει κάποιος XXXXX Κολλυφάς, διευθυντής της εφεσείουσας και της εταιρείας Ivanhoe Pub Ltd, που όπως θα διαφανεί με τα όσα ακολουθούν, σχετίζεται με την εν λόγω διαδικασία. Για την ώρα δεν κρίνεται χρήσιμο να παρατεθούν οι ισχυρισμοί του ομνύοντα. Περαιτέρω σημειώνεται ότι η έφεση εδράζεται σε δεκαέξι λόγους (αρχικώς οι λόγοι ήταν 17 αλλά στο στάδιο των αγορεύσεων απεσύρθη ο 15ος λόγος έφεσης), οι οποίοι καταλαμβάνουν επτά πυκνογραμμένες σελίδες. Στον αντίποδα η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της εφεσίβλητης επίσης υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, που σε αυτή την περίπτωση ορκίζεται κάποιος XXXXX Αδαμίδης, ο οποίος δηλώνει ότι από την 29/03/2013 ήταν λειτουργός στο τμήμα ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ενώ από την 01/10/2021 εργοδοτείται από την εφεσίβλητη. Και σε αυτή την περίπτωση η δικανική ανάπτυξη δεν φείδεται εκτάσεως. Οι λόγοι ένστασης ανέρχονται σε δεκατέσσερις (αρχικώς ήταν δεκαπέντε αλλά ο 2ος λόγος ένστασης απεσύρθη) και καλύπτουν τρεις σελίδες. Δράττομαι εδώ της ευκαιρίας να σχολιάσω μια παράπλευρη αλλά ουδαμώς επουσιώδη πτυχή της διαδικασίας. Πρέπει να καταστεί σαφές ότι σημαντικό όσο και αν θεωρείται ένα αίτημα, δεν εξυπηρετείται από υπέρμετρη ανάπτυξη και επανάληψη λόγων. Με αυτό δεν υποτιμάται και ούτε παραγνωρίζεται ο μόχθος των συνηγόρων που κατάρτησαν τα σχετικά δικόγραφα. Αντιθέτως η εργασία και ο χρόνος που δαπάνησαν κρίνεται δεδομένος και σε κάθε περίπτωση διαπιστώνεται από τον όγκο των όσων προσκόμισαν στο Δικαστήριο. Παρ' όλα ταύτα, η επάρκεια και πληρότητα του δικανικού λόγου δεν εξαρτάται από την έκταση που καταλαμβάνει και ούτε είναι ταυτόσημη βερμπαλιστικής προσέγγισης. Αντιθέτως, μεστότητα και ευκρίνεια επιχειρημάτων είναι το ζητούμενο, συστατικά που δεν συνάδουν και δεν προκύπτουν από περιπλοκότητα και αχρείαστη επανάληψη των λόγων έφεσης ή ένστασης, πρακτική η οποία μόνο ασάφεια και σύγχυση μπορεί να επιφέρει. Με αυτές τις λίγες παρατηρήσεις στρέφω το βλέμμα μου στους λόγους έφεσης, επιχειρώντας σύντμηση τούτων κατά το μέγιστο δυνατό, ώστε να αποφευχθεί η διόγκωση της απόφασης δια της επανάληψης. Το λοιπόν. οι λόγοι έφεσης 2, 3, 4, 5, 6, 7, 10 και 11 άπτονται της συνταγματικότητας του σχετικού νόμου. Ως βασική επιχειρηματολογία έχουν την αναδρομική ισχύ τούτου η οποία, σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα, αντίκειται αριθμού συνταγματικών διατάξεων που εξειδικεύονται, ενώ επίκληση γίνεται και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Οι δε λοιποί λόγοι έφεσης άπτονται άλλων ιδιαίτερων ζητημάτων, όπως. ότι δεν έχει τηρηθεί η οδηγία για αναδιάρθρωση μη εξυπηρετούμενων δανείων (1ος λόγος). ότι η εφεσείουσα ουδέποτε υπήρξε υπερήμερη για 120 ημέρες σε σχέση με τη σύμβαση υποθήκης (8ος λόγος). ότι οι εφεσίβλητοι δεν συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις του νόμου σε σχέση με ειδοποιήσεις, επιδόσεις, ενέργειες και εκτιμήσεις (9ος λόγος). ότι το δάνειο για το οποίο εγγράφηκε η υποθήκη έχει εξοφληθεί και συνεπώς η προώθηση του πλειστηριασμού είναι δόλια, παράνομη, κακόπιστη και καταχρηστική (12ος λόγος). ότι το διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών είναι παράνομο, εφόσον άλλος είναι ο αρμόδιος υπουργός (13ος λόγος). ότι το σχετικό διάταγμα είναι ultra vires του σχετικού νόμου (14ος λόγος). ότι η επίδοση του τύπου ΙΑ διενεργήθηκε καταχρηστικά και σε χρόνο που δεν θα επέτρεπε να εκδικαστεί πριν τον πλειστηριασμό (16ος λόγος). και τέλος, ότι οι εφεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνται να βασίζονται στις ενέργειες των προκατόχων τους (της τράπεζας), εφόσον η συμφωνία των δυο δεν συμπεριλαμβάνει εκχώρηση και/ή άδεια συνέχισης της επίδικης εκποίησης (17ος λόγος). Κρίνω πως μετά τη σύνοψη των λόγων έφεσης αρμόζει να μνημονευθούν τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 44Γ
(3)του σχετικού νόμου, εφόσον αυτό είναι που αποτελεί τον πυρήνα της νομικής βάσης της έφεσης και περιπλέον, διέπει και οριοθετεί τη σχετική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αναφέρεται εκεί ότι: «44Γ.-
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του Μέρους VIA του περί Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου ή τέτοια διαδικασία εκκρεμεί κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2019: (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.». Τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου δεν επεκτείνεται επί παντός επιστητού. Αντιθέτως είναι αυστηρά προσηλωμένος στα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) μέχρι και (ζ), διαπίστωση η οποία προκύπτει από την αναφορά στο σχετικό εδάφιο. «μόνο για τους ακόλουθους λόγους». Συνεπώς μόνο τα όσα εκεί αναφέρονται είναι εκείνα που το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει και όχι οτιδήποτε περαιτέρω. Η σημασία αυτής της διαπίστωσης έχει να κάνει με αυτό τούτο το περιεχόμενο της έφεσης. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτου φανερώνει ότι περιέχονται σε αυτό διάχυτοι ισχυρισμοί που αμφισβητούν και προηγούμενους τύπους ειδοποιήσεως που απεστάλησαν, λόγου χάριν οι τύποι Θ και Ι. Μάλιστα σε μεγάλο βαθμό οι ισχυρισμοί αυτοί συμπλέκονται και με τον τύπο ΙΑ, καθιστώντας έτσι δύσκολη την απομόνωση τους από το υπόλοιπο σύνολο. Περιπλέον, προτάσσονται ισχυρισμοί που δεν καλύπτονται από το σχετικό άρθρο. Φερ' ειπείν ο 8ος λόγος έφεσης ο οποίος υποστηρίζει ότι η εφεσείουσα ουδέποτε υπήρξε υπερήμερη για 120 ημέρες σύμφωνα με το άρθρο 27 του νόμου, εκφεύγει του πλαισίου της επίδικης διαδικασίας. Ανάλογη είναι η κατάληξη και για τον 12ο λόγο έφεσης, όπου υποστηρίζεται ότι το δάνειο για το οποίο εγγράφηκε η υποθήκη έχει εξοφληθεί και γι' αυτό πρέπει η υποθήκη να εξαλειφθεί. Ούτε αυτό είναι ζήτημα που καλύπτεται από το άρθρο 44Γ
(3)ώστε να δύναται να απασχολήσει την υπό κρίση διαδικασία. Υποδεικνύεται συναφώς ότι παρά τα αναφερόμενα στην έφεση η διεργασία η οποία ακολουθεί, δεν μπορεί παρά να παραμείνει αυστηρά προσηλωμένη στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 44Γ
(3)του νόμου, εφόσον αυτό είναι που συνιστά το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δικαστηρίου. Συνεπώς οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας που εκφεύγουν των διαλαμβανομένων στο άρθρο 44Γ
(3), δεν θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης. Τώρα, αναφορά οφείλεται και στο ότι η ακρόαση της έφεσης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις και ουδεμία εκ των δύο πλευρών αιτήθηκε αντεξέταση. Ως εκ τούτου τα όποια συμπεράσματα του Δικαστηρίου προκύπτουν από αντιπαραβολή των εκατέρωθεν ισχυρισμών, με δεδομένο πάντα το γενικό βάρος απόδειξης, το οποίο είναι στους ώμους του ενάγοντος, εδώ της εφεσείουσας και το ειδικό βάρος σε σχέση με επιμέρους ισχυρισμούς στους ώμους εκείνου που τους προωθεί. Είναι κατ' αυτό τον τρόπο που προσεγγίστηκε η μαρτυρία. Από τις ένορκες δηλώσεις των ομνυόντων διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί των διαδίκων δεν είναι εφ' όλης της ύλης αντίθετοι. Ως εκ τούτου ευθύς πιο κάτω παρατίθεται σύνοψη των όσων συνιστούν κοινό έδαφος. Σημειώνεται όμως ότι εκεί όπου οι ισχυρισμοί διίστανται, αυτό θα αναφέρεται ρητά και θα αποφασίζεται πάραυτα. Το λοιπόν. συνιστά γεγονός ότι η εφεσείουσα συνεβλήθη με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, η οποία στη συνέχεια πώλησε τα δικαιώματά της από την εν λόγω συμφωνία στην εφεσίβλητη. Η ειδοποίηση που στάληκε στην εφεσείουσα και την πληροφορούσε δια τούτη την πώληση, είναι το τεκμήριο 6 στην έφεση, ενώ σχετικά είναι και τα τεκμήρια 4(α) και (β) στην ένσταση. Το δε διάταγμα του Δικαστηρίου που επικύρωσε το σχέδιο διακανονισμού των μεταβιβαζόμενων διευκολύνσεων, εξασφαλίσεων και δικαιωμάτων, είναι το τεκμήριο 3 στην ένσταση. Ως εκ των ανωτέρω όπου στη συνέχεια θα γίνεται αναφορά σε τράπεζα, θα εννοείται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ενώ η εφεσίβλητη θα καλείται ως τέτοια. Περιπλέον, από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η εφεσείουσα συνεβλήθη με την τράπεζα και συνεπεία τούτης της σύμβασης προέκυψε και η επίδικη υποθήκη με αριθμό XXXXX/
- Συγκεκριμένα την 25/09/2009 η εφεσείουσα συνήψε συμφωνία δανείου με την τράπεζα, η οποία εξασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων και από την επίδικη υποθήκη. Το σχετικό έγγραφο συνομολόγησης της επίδικης υποθήκης είναι το τεκμήριο 3 στην έφεση και το τεκμήριο 6 στην ένσταση. Γεγονός με το οποίο συμφωνούν όλα τα μέρη συνιστά και το ότι την 25/01/2012 η εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd συνήψε νέα συμφωνία δανείου με την τράπεζα και αυτή είναι το τεκμήριο 2 στην έφεση. Η εφεσίβλητη δέχεται πως η νέα αυτή συμφωνία δανείου εξόφλησε άλλες οφειλές και χρέη, αν και όμως αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς της εφεσείουσας. Παρεμβάλλω εν προκειμένω πως επ' αυτού δεν έχει σημασία η ακριβής θεώρηση του πράγματος από τους διαδίκους. Κρίσιμο εν προκειμένω είναι το γεγονός που και οι δύο πλευρές αποδέχονται, δηλαδή πως η επίδικη υποθήκη διατηρήθηκε εν ζωή με σκοπό να εξασφαλίσει και το δάνειο που συνήφθη την 25/01/
- Αυτό δε το γεγονός επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 7 στην ένσταση, δηλαδή έντυπο ημερομηνίας 24/01/2012 που υπεγράφη από την Ivanhoe Pub Ltd, εταιρεία που έλαβε τόσο το αρχικό όσο και το επόμενο δάνειο και αναφέρει τους όρους βάσει των οποίων εκδόθηκε το δάνειο ημερομηνίας 25/01/
- Στις εκεί αναφερόμενες υφιστάμενες εγγυήσεις/εξασφαλίσεις, μνημονεύεται και η υποθήκη XXXXX/09 ημερομηνίας 25/09/2009, επί ακινήτου ιδιοκτησίας της εφεσείουσας, για το ποσό των €55.
- Συνεπώς η διατήρηση της υποθήκης για το λόγο που αναφέρεται στο τεκμήριο 7 στην ένσταση, συνιστά αταλάντευτο γεγονός και εν πάση περιπτώσει αυτή είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου. Από την αναντίλεκτη και αναμφισβήτητη μαρτυρία του ομνύοντα την ένσταση διαπιστώνεται ότι η εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd δεν κατέβαλε τις δόσεις της σε σχέση με το αναφερόμενο δάνειο και συνεπεία τούτου η τράπεζα απέστειλε αριθμό προειδοποιητικών επιστολών. Οι εν λόγω επιστολές είναι το τεκμήριο 8 στην ένσταση και όπως φανερώνει το περιεχόμενο τους, εστάλησαν στην εφεσείουσα, τον ομνύοντα και την Ivanhoe Pub Ltd. Εν τέλει την 31/10/2019 η τράπεζα τερμάτισε εγγράφως τη συμφωνία και κατέστησε όλα τα ποσά οφειλόμενα και απαιτητά. Οι επιστολές τερματισμού που εστάλησαν σε όλα τα μέρη, συνοδευόμενες και από κατάσταση λογαριασμού, είναι το τεκμήριο 9 στην ένσταση. Ακολούθως, την 19/02/2020 η τράπεζα καταχώρισε αγωγή εναντίον της Ivanhoe Pub Ltd, της εφεσείουσας και του ομνύοντα την έφεση. Τα δικόγραφα της εν λόγω αγωγής, η οποία φέρει αριθμό 432/20, είναι το τεκμήριο 10 στην ένσταση. Δεδομένο είναι πως στην εν λόγω αγωγή η εφεσείουσα και μαζί και οι λοιποί εναγόμενοι, καταχώρισαν ανταπαίτηση. Η ανταπαίτηση αυτή φαίνεται στο τεκμήριο 8 της έφεσης. Επίσης, γεγονός είναι πως την 26/08/2021 η εφεσείουσα έλαβε γνώση επιστολής τύπου ΙΑ που προώθησε η εφεσίβλητη. Αυτό συνιστά βασική θέση του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση. Παρεμβάλλεται εντούτοις πως η θέση της εφεσείουσας εξικνούται στο ότι ο τύπος ΙΑ της επιδόθηκε και πως αυτό αντίκειται των διατάξεων του σχετικού νόμου, ήτοι του άρθρου 44Γ
(3), σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο άρθρο 44ΙΕ, ως έχει τροποποιηθεί, που διαλαμβάνουν ότι ο τύπος ΙΑ αποστέλλεται με συστημένο ταχυδρομείο. Προς τούτο δε παρέπεμψε στα λεχθέντα της πρωτόδικης υπόθεσης Ξενίδου κ.ά. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αίτηση-Έφεση 1/21 ημερομηνίας 28/01/2021 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπου λέχθηκε ότι: «Από το ιστορικό των πιο πάνω τροποποιήσεων του Νόμου, προκύπτει ότι, ενώ με τον προηγούμενο Νόμο, η ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων αποτελούσε ένα διαζευκτικό τρόπο επίδοσης, τούτου εξαγομένου εκ του διαζευκτικού «ή», με την επελθούσα τροποποίηση, ο Νομοθέτης αφαίρεσε το διαζευκτικό «ή», και θέλησε μόνο εκεί που η παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή δεν είναι εφικτή, τότε θα διενεργείται αυτή με ιδιωτική επίδοση. Με άλλα λόγια, η πρόθεση του νομοθέτη, δια της τροποποίησης του Νόμου, είναι ότι η ιδιωτική επίδοση δεν αποτελεί πλέον διαζευκτικό τρόπο επίδοσης, αλλά εναλλακτικό τρόπο, και μόνο εκεί και όπου δεν είναι εφικτό να διενεργηθεί επίδοση της ειδοποίησης ή της επικοινωνίας με συστημένη επιστολή. Και το βάρος περί του νομότυπου της επίδοσης το φέρει, στην παρούσα υπόθεση, η καθ' ης η αίτηση. Από τα ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντα στοιχεία, δεν φαίνεται, ούτε και υποστηρίζεται οτιδήποτε ως προς το αν η καθ' ης η αίτηση προχώρησε με επίδοση της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ στους αιτητές και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με συστημένη επιστολή, ως η σχετική επιτακτική νομοθετική πρόνοια και γιατί αυτό δεν κατέστη εφικτό, ώστε να έχει το δικαίωμα να προχωρήσει με επίδοση μέσω του ιδιώτη επιδότη.» Καίτοι υιοθετώ πλήρως το λόγο της υπόθεσης Ξενίδου ανωτέρω, είμαι της γνώμης πως στην προκείμενη περίπτωση δεν χρειάζεται ερμηνεία των σχετικών άρθρων όπως ούτε και καταφυγή στα λεχθέντα της προειρημένης απόφασης. Αυτό γιατί όπως προκύπτει από τα λεγόμενα του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και επιπλέον επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια, η εφεσίβλητη πρώτα απέστειλε ειδοποίηση με συστημένο ταχυδρομείο, ως προβλέπεται στο σχετικό νόμο και αφότου αυτή παρελήφθη προέβη, επιπλέον και εκ του περισσού, σε επίδοση της ίδιας επιστολής, δηλαδή του τύπου ΙΑ. Αυτό όμως που επικαλείται για σκοπούς της επίδικης διαδικασίας, δεν είναι την επίδοση αλλά το συστημένο ταχυδρομείο. Ωσαύτως το τεκμήριο 13 στην ένσταση επιβεβαιώνει το γεγονός ότι την 20/08/2021 η εφεσίβλητη απέστειλε τον τύπο ΙΑ με συστημένο ταχυδρομείο, τόσο στην εφεσείουσα και στον διευθυντή της, όσο και στην εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd, αλλά και στην τράπεζα. Οι σελίδες 2 μέχρι και 4 του τεκμηρίου 13 αποκαλύπτουν ότι καθ' ένας από τους ανωτέρω ενδιαφερόμενους παρέλαβε τη συστημένη επιστολή την 26/08/2021. Παρεμβάλλεται εν παρόδω ότι η εφεσείουσα δεν αμφισβήτησε τη θέση της εφεσίβλητης πως τα τεκμήρια 11-13 της ένστασης είναι έγγραφα του ταχυδρομείου. Συνεπώς αυτό εκλαμβάνεται ως δεδομένο. Ως εκ τούτου, διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι πως η υπό κρίση επιστολή απεστάλη στα ενδιαφερόμενα μέρη δια συστημένου ταχυδρομείου, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Το γεγονός ότι μετά την κατ' αυτό τον τρόπο γνωστοποίηση της επιστολής και συγκεκριμένα ότι την 19/10/2021 η εφεσίβλητη προχώρησε και σε επίδοση τούτης στην εφεσείουσα, τον διευθυντή της και την εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd (η επίδοση επίσης αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 13), δεν αναιρεί το νομότυπο της προηγηθείσας κοινοποίησης της εν λόγω επιστολής, δηλαδή αυτής που στάληκε με συστημένο ταχυδρομείο και παραλήφθηκε την 26/08/2021, γεγονός που το αποδέχεται ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση. Ως εκ των ανωτέρω κατάληξή μου είναι πως η γνωστοποίηση της επιστολής προς παν ενδιαφερόμενο είναι αυτή που διενεργήθηκε με συστημένο ταχυδρομείο και ως τέτοια συνάδει με και πληροί τις πρόνοιες του νόμου. Αν και με την έφεση δεν έχει τεθεί με δέουσα καθαρότητα λόγος που να αμφισβητεί αυτό τούτο το περιεχόμενο του τύπου ΙΑ που απέστειλε η εφεσείουσα, εντούτοις σημειώνεται ότι αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (συνιστά μέρος του τεκμηρίου 13 στην ένσταση) και διαπιστώνεται ότι φέρει το περιεχόμενο που ο νόμος προβλέπει, δηλαδή αναφέρει το ακίνητο που αφορά και ότι πρόθεση της εφεσίβλητης είναι να προχωρήσει με την πώληση τούτου δια διαδικασίας πλειστηριασμού. Αυτή η διαπίστωση σε συνδυασμό με την προηγηθείσα, που άπτεται του μέσου επίδοσης της επιστολής, αποκαλύπτει ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν χωρεί επίκληση των λόγων που διαλαμβάνονται στις παραγράφους (α) και (β) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου, καθ' ότι η επιστολή επιδόθηκε νομότυπα και με το ορθό περιεχόμενο. Πρόσθετος ισχυρισμός της εφεσείουσας είναι ότι η υπό κρίση επιστολή (τύπος ΙΑ) δεν επιδόθηκε σε όλους τους ενδιαφερόμενους και ειδικά δικαιούχους εμπράγματων βαρών και εγγυητές (βλ. 9ο λόγο έφεσης). Εντούτοις σε αυτό απαντά το τεκμήριο 14 στην ένσταση, δηλαδή πιστοποιητικό έρευνας του μητρώου του Κτηματολογίου σε σχέση με ακίνητη περιουσία που κατέχει η εφεσείουσα. Ό,τι προκύπτει από το εν λόγω τεκμήριο είναι πως μοναδική ακίνητη περιουσία της εφεσείουσας είναι αυτή η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της έφεσης. Εντούτοις από το ίδιο τεκμήριο προκύπτει πως οι μοναδικές επιβαρύνσεις που έχει το εν λόγω ακίνητο είναι δύο υποθήκες. Η πρώτη είναι η υπό κρίση και η άλλη επίσης είναι προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Υπενθυμίζεται ότι έχει ήδη διαπιστωθεί πως η εφεσίβλητη απέστειλε συστημένη επιστολή και στην τράπεζα, η οποία επίσης την παρέλαβε την 26/08/
- Και σε αυτή την περίπτωση η επιστολή αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
- Περιπλέον, το τεκμήριο 7, δηλαδή το έγγραφο της τράπεζας που υπεγράφη από την εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd σε σχέση με το δάνειο που εξόφλησε εκείνο για το οποίο συστάθηκε η υποθήκη και το οποίο (έγγραφο) καταγράφει τις εξασφαλίσεις που θα συνέχιζαν να υφίστανται, αναφέρει πως το δάνειο εξασφαλίζεται από προσωπική εγγύηση του διευθυντή της εταιρείας, δηλαδή του XXXXX Κολλυφά και της εφεσείουσας. Υπενθυμίζεται και πάλιν πως η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι η σχετική επιστολή (τύπος ΙΑ) απεστάλη τόσο στην εταιρεία Ivanhoe Pub Ltd, όσο και στον διευθυντή τούτης που είναι ο ομνύων την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την έφεση. Άλλοι εγγυητές δεν αποκαλύπτονται από το τεκμήριο 7 στην ένσταση, ούτε και η εφεσείουσα παρέθεσε οιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με αυτό. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι ο σχετικός λόγος έφεσης δεν ευσταθεί και αυτό γιατί βάσει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου η επιστολή της εφεσίβλητης επιδόθηκε σε όλους όσους έπρεπε να επιδοθεί. Ούτε όμως και τα διαλαμβανόμενα της παραγράφου (γ) του άρθρου 44Γ
(3)ισχύουν στη δεδομένη περίπτωση. Εν προκειμένω αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων πως η τράπεζα απέστειλε στην εφεσείουσα ειδοποίηση τύπου Ι, ημερομηνίας 01/09/2020 (βλ. 4η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως XXXXX Κολλυφά). Πέραν της σχετικής παραδοχής του ομνύοντος την έφεση, η αποστολή της παρά πάνω ειδοποιήσεως επιβεβαιώνεται και από το τεκμήριο 11 στην ένσταση, το οποίο αποτελείται από ενημερωτικά έγγραφα που εκδίδει το ταχυδρομείο και στην προκείμενη περίπτωση δεικνύουν την παράδοση της σχετικής επιστολής. Βάσει όλων των ανωτέρω δεδομένη εκλαμβάνεται η παραδοχή του ομνύοντος την έφεση πως η ειδοποίηση τύπος Ι τους απεστάλη, ενώ σε συνδυασμό με το τεκμήριο 11 στην ένσταση προκύπτει πως η εν λόγω επιστολή παρελήφθη την 08 και 09/09/
- Με αυτό ως δεδομένο προκύπτει πως ο τύπος ΙΑ δύνατο να εκδοθεί μετά πάροδο 45 ημερών από την ημερομηνία 09/09/
- Όπως έχει ήδη λεχθεί στην προκείμενη περίπτωση η ειδοποίηση του τύπου ΙΑ ταχυδρομήθηκε την 20/08/2021, δηλαδή 11 και πλέον μήνες μετά την αποστολή του τύπου Ι. Είναι γι' αυτό το λόγο που προαναφέρθηκε πως ούτε απ' αυτής της βάσης δικαιολογείται η έφεση. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως πως η εφεσείουσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε υπήρξε υπερήμερη για 120 ημέρες, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρο 27 και 44Β του νόμου. Σε σχέση με αυτό επαναλαμβάνω απλώς ότι δεν αποτελεί λόγο που ελέγχεται σε αυτό το πλαίσιο της διαδικασίας. Παρ' όλα ταύτα υποδεικνύεται εκ νέου πως την 31/10/2019 η τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία που είχε με τα μέρη, της εφεσείουσας συμπεριλαμβανομένης και απαίτησε το οφειλόμενο ποσό. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 9 στην ένσταση. Πλέον όμως σημαντικό είναι το τεκμήριο 8 στην ένσταση, που όπως προαναφέρθηκε εμπεριέχει τις προειδοποιητικές επιστολές, ήτοι του τύπου Θ, που η τράπεζα απέστειλε στην εφεσείουσα και στους λοιπούς συμβαλλόμενους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το σύνολο των ανωτέρω είναι σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τις πρόνοιες του νόμου και δεν επιτρέπει στη σχετική θέση της εφεσείουσας να επιτύχει. Καίτοι έχει ήδη διαπιστωθεί πως η τράπεζα καταχώρισε αγωγή εναντίον της εφεσείουσας, στην οποία η τελευταία ήγειρε ανταπαίτηση, εντούτοις η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποκαλύπτει να έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ της εφεσείουσας. Αυτή όμως είναι η προϋπόθεση που θέτει η παράγραφος (δ) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου και συνεπώς υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος διαπιστώνεται πως ούτε αυτή η προϋπόθεση πληρούται. Παραδόξως η εφεσείουσα αιτιάται πως δεν τηρήθηκε η οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας για αναδιάρθρωση μη εξυπηρετούμενων δανείων (βλ. 1ο λόγο έφεσης). Λέγω παραδόξως εφόσον ο ομνύων τη δήλωση που υποστηρίζει την έφεση, δεν παρέθεσε οιαδήποτε γεγονότα που να αποκαλύπτουν οτιδήποτε σχετικό και να δικαιολογούν υπαγωγή της σχετικής θέσης στα διαλαμβανόμενα της παραγράφου (ε) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου. Ούτε και ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε αίτηση στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, κατά πώς ορίζεται στον Ν.84(Ι)/10 και εντέλει ότι η τράπεζα αρνήθηκε να προσέλθει. Συνεπώς ούτε αυτή η θέση της έφεσης ευσταθεί και απορρίπτεται. Εν κατακλείδι, ουδέν ισχυρίστηκε η εφεσείουσα δια το οποίο να δύναται να υπαχθεί η έφεση κάτω από τις διατάξεις των παραγράφων (στ) και (ζ) του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου. Συνεπώς ούτε αυτή η πτυχή του άρθρου εξυπηρετεί την επίδικη έφεση. Ενόψει όλων των ανωτέρω διαπιστώνεται πως ουδεμία πτυχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας δικαιολογεί επίκληση οιασδήποτε εκ των προνοιών του άρθρου 44Γ
(3)και συνακόλουθα η έκδοση διατάγματος αναχαίτισης της σκοπούμενης πώλησης βάσει του σχετικού άρθρου δεν δικαιολογείται. Παρ' όλα ταύτα το έργο του Δικαστηρίου δεν τελειώνει εδώ. Όπως έχει προειπωθεί η εφεσείουσα υποστηρίζει πως συγκεκριμένες διατάξεις του σχετικού νόμου αντιβαίνουν των συνταγματικών διατάξεων που υπεδείχθησαν και ως εκ τούτου καλεί το Δικαστήριο να αποστεί από εφαρμογή τούτων. Εν πρώτοις σημειώνεται ότι αποτελεί αναγνωρισμένη δικαιϊκή αρχή πως το Δικαστήριο δεν πραγματεύεται αφηρημένα (in abstracto) και επί ματαίω τη συνταγματικότητα των νόμων. Άλλωστε ποιος λόγος υφίσταται να λειτουργήσει τοιουτοτρόπως, όταν αρχή δικαίου αναγνωρίζει πως ο νόμος καλύπτεται από τεκμήριο συνταγματικότητας. Συνεπώς η διερεύνηση αντίθετου επιχειρήματος επιτρέπεται μόνο εκεί όπου είναι απολύτως απαραίτητο δια τους σκοπούς της υπόθεσης (βλ. Board for Registration of Architects & Civil Engineers v. Christodoulos Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, 654-5). Εν προκειμένω η πλευρά της εφεσίβλητης έθεσε υπόψη μου την απόφαση στην υπόθεση Κούλα κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτ./Έφ. 108/18, ημερομηνίας 18/07/2019, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου ο Δαυίδ Π.Ε.Δ. ανέφερε τα εξής σχετικά: «Είναι γεγονός ότι η γενική αρχή δικαίου, αναγνωρίζει ότι ένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ. Τούτο είναι δυνατόν, μόνο εάν είναι δηλωτικός ή αν αφορά θέματα διαδικαστικά ή απόδειξης. Στις περιπτώσεις δε που ο νομοθέτης επιθυμεί να δώσει αναδρομική ισχύ σε νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες δεν καλύπτονται από τις αναφερόμενες εξαιρέσεις, θα πρέπει ρητά να αναφέρει τούτο. Κατ' ουσία, υπάρχει τεκμήριο μη αναδρομικότητας στο νόμο εκτός εάν ο νομοθέτης θεσπίσει νομοθετήματα όπως τα πιο πάνω ή εάν αναφέρει τούτο με ρητή πρόνοια (βλ. Χριστοφίδης v. Πατίχης
(2002)1(Α) ΑΑΔ 245 και Σάντης ν. Interfund Investments Ltd
(2012)1(B) ΑΑΔ 1670). Συνακόλουθα, η αναδρομική ισχύς του νόμου, από μόνη της, δεν οδηγεί μονοδρομικά στο συμπέρασμα ότι το νομοθέτημα είναι αντισυνταγματικό. Σημειώνεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο νομοθέτης μέσω του τροποποιητικού νόμου Ν.87(Ι)/2018, αλλά και προγενέστερου τροποποιητικού νόμου, ήτοι του Ν.142(Ι)/2014, ρητά και κατηγορηματικά έχει προσδώσει αναδρομικότητα στις διατάξεις του μέρους VIA του Ν.9/1965. Με κάθε σεβασμό προς τις εισηγήσεις της ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών - εφεσειόντων, η εισαγωγή του μέρους VIA στο σχετικό νομοθέτημα, δεν φαίνεται από μόνη της να προκαλεί οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση στα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των εφεσειόντων ως προβάλλεται από την πλευρά τους. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ιδιοκτήτες των ενυπόθηκων ακινήτων που περιγράφονται στις Υποθήκες με αρ. Υ17751/2007, Υ17752/2007 και Υ7979/2009, Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας, διέθεσαν τη συγκεκριμένη ακίνητη τους περιουσία, ως ενυπόθηκη εγγύηση προς εξασφάλιση της τράπεζας για την παραχώρηση από την τελευταία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων. Ότι ρυθμίζεται μέσω της συγκεκριμένης τροποποίησης, είναι θέματα διαδικασίας που άπτονται της μεθόδου αξιοποίησης των ως άνω από μακρού χρόνου ενυπόθηκων ακινήτων, προς ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους, το οποίο, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, έχει ήδη καταστεί υπερήμερο. Η ενσωμάτωση των συγκεκριμένων προνοιών στο νόμο, δεν διαφοροποιεί ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα των ιδιοκτητών όπως αυτά είχαν συμφωνηθεί και καθοριστεί με την αποδοχή από μέρους τους της παραχώρησης των ως άνω ακινήτων τους για εγγραφή υποθήκης προς εξασφάλιση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων. Ούτε βεβαίως οποιοδήποτε κεκτημένα δικαιώματα των εφεσειόντων. Η έγερση και μόνο των αγωγών υπ' αρ. 5504/2013 και 4651/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δεν αποκρυσταλλώνει οποιοδήποτε κεκτημένο δικαίωμα για τους εφεσείοντες (δες κατ' αναλογία Republic v Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419). Είχα την ευκαιρία σε υποθέσεις του είδους να υποδείξω, (βλ. μεταξύ άλλων Αρ. Αίτησης - Έφεσης 437/2018 απόφαση ημερ. 21.03.2019, Ε.Δ. Λευκωσίας και Αρ. Αίτησης - Έφεσης 275/2018 απόφαση ημερ. 18.09.2018, Ε.Δ. Λευκωσίας) όπως και άλλοι αδελφοί μου δικαστές, ως εντοπίστηκε τούτο από την ευπαίδευτη συνήγορο που εμφανίζεται για την εφεσίβλητη τράπεζα, θέση που επαναλαμβάνω και στα πλαίσια της παρούσας, ότι μέσω άρθρων που ενσωματώθηκαν στο μέρος VIA του Ν.9/1965, προστίθεται ακόμα ένας «διαδικαστικός διάδρομος» για την εκποίηση των ακινήτων που με την ελεύθερη βούληση των ιδιοκτητών τους έχουν ήδη υποθηκευτεί προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων. Πρόκειται για νομοθέτημα που ουσιαστικά αφορά διαδικαστικά ζητήματα, χωρίς να πλήττονται ή να διαφοροποιούνται στην ουσία και τον πυρήνα τους, αναγνωρισμένα από το Σύνταγμα και το νόμο δικαιώματα, ως ειδικότερα προκρίνει η πλευρά των εφεσειόντων στην υπό συζήτηση περίπτωση. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι στα ίδια τα Έγγραφα Υποθήκης, (τεκμήριο αρ.1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εφεσιβλήτων), ειδικότερα στους όρους αριθμός 5, παρέχεται η δυνατότητα στον ενυπόθηκο δανειστή να προβεί σε οποιαδήποτε πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων: «. είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση ή όπως προβλέπεται πιο κάτω, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε εμένα.». Οι συμβαλλόμενοι ενυπόθηκοι οφειλέτες δηλαδή, ευθύς εξ αρχής συνομολόγησαν, γνώριζαν και προφανώς αποδέχονταν τη δυνατότητα της τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων αν το επιθυμεί και απευθείας, χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τους ίδιους. Συνακόλουθα, η προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων δυνάμει του μέρους VIA μέσω ιδιωτικής πώλησης απευθείας χωρίς την εμπλοκή του κτηματολογίου, φαίνεται εξ αρχής να είναι απόλυτα σύμφωνη με τους όρους των υποθηκών που οι εφεσείοντες ενυπόθηκοι οφειλέτες παραχώρησαν. Η προβαλλόμενη θέση περί παραβίασης του άρθρου 30 του Συντάγματος με την εισαγωγή των σχετικών άρθρων δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Πολλαπλά δικονομικά μέσα και διαβήματα παρέχονται στους εφεσείοντες επιτρέποντας τους να επιζητήσουν ενώπιον των δικαστηρίων θεραπείες σε σχέση με τα ζητήματα που τους απασχολούν στα πλαίσια της όποιας διαφοράς έχουν με την τράπεζα. Άλλωστε, οι εκκρεμούσες ως άνω αγωγές που δρομολογήθηκαν είτε από την πλευρά των εφεσειόντων είτε από την πλευρά της τράπεζας, δεν καθίστανται άνευ αντικειμένου με την προώθηση και μόνο της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965. Ήδη ως έχει τεθεί υπόψη του δικαστηρίου από την πλευρά των εφεσειόντων, στα πλαίσια της αγωγής Αρ. 5504/2013 που οι ίδιοι προωθούν σε βάρος της τράπεζας, δρομολόγησαν αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με την προώθηση της διαδικασίας εκποίησης των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων. Ομοίως, η ενσωμάτωση των ως άνω άρθρων στο μέρος VIA του Ν.9/1965, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, δεν φαίνεται να προσβάλλει τα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα που διασφαλίζονται στα άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος, ενώ η προβαλλόμενη θέση περί παραβίασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, κατά τον τρόπο που εισηγείται τούτο η πλευρά των εφεσειόντων, δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί. Έχοντας κατά νου τις σχετικές πρόνοιες του νόμου, η θέση πως με τη θέσπιση τους η Βουλή των Αντιπροσώπων παρεμβαίνει στις αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας, κατά τον γενικό έστω τρόπο που εισηγούνται οι εφεσείοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.». Ομολογώ ότι τα ανωτέρω με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο και συνεπώς υιοθετούνται πλήρως. Προσθέτω μόνο πως η αναδρομική ισχύς της σχετικής νομοθεσίας και δη του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου, αναγνωρίστηκε, έστω εμμέσως, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. ECLI:CY:AD:2018:D378, Αίτ. 101/18, ημερομηνίας 14/08/2018. Συνεπώς τούτο το χαρακτηριστικό της υπό κρίση νομοθεσίας, εκλαμβάνεται ως δεδομένο. Παρ' όλα ταύτα η αιτιολόγηση της κατάληξης του Δαυίδ Π.Ε.Δ. είναι καθ' όλα πειστική και ορθή. Η συνεισφορά της σχετικής νομοθεσία στο δικαιϊκό στερέωμα, δεν έγκειται σε οτιδήποτε άλλο πλην ενός πρόσθετου μέσου για την εκποίηση υποθηκευμένων ακινήτων. Αδυνατώ να συλλάβω το εύλογο του επιχειρήματος της εφεσείουσας, περί παραβίασης του άρθρου 26 του Συντάγματος. Η επενέργεια του άρθρου 44Γ
(3)του νόμου δεν έχει να κάνει με τη συμφωνία των διαδίκων, αλλά με τις συνέπειες αυτής που ελευθέρα βούληση έχουν συνάψει. Το τεκμήριο 6 στην ένσταση είναι η σύμβαση των διαδίκων και όπως αποκαλύπτεται από τον όρο 4 τούτης. η τράπεζα κατέστη δικαιούχος του ποσού των €55.000 από την 20/09/2009, ημερομηνία που υπεγράφη η συμφωνία των διαδίκων. Βάσει του τεκμηρίου 6 στην ένσταση, διαπιστώνεται ότι της παραχωρήθηκε δικαίωμα: «. να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω του Κτηματολογίου είτε απ' ευθείας είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση, η Τράπεζα μπορεί να χρησιμοποιήσει το προϊόν αυτής της πώλησης για μερική ή πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων της οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη.». Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι η εφεσείουσα είναι εκείνη που απαλλοτρίωσε προς όφελος της τράπεζας και πλέον της εφεσίβλητης, ύψιστα βασικά δικαιώματα κυριότητας της υπό αναφορά περιουσίας. Επ' αυτού αποκαλυπτικός είναι ο λόγος της υπόθεσης Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A360, Πολ. Έφ. 203/13, ημερομηνίας 11/09/2019, όπου λέχθηκε πως: «Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.». Ως εκ των ανωτέρω ουδεμία παραβίαση του άρθρου 26 του Συντάγματος διαπιστώνεται. Σε σχέση με τον 13ο λόγο έφεσης, ομολογώ ότι δεν εντοπίζω λογική πίσω από τον συλλογισμό της εφεσείουσας. Θεωρεί αρμόδιο Υπουργό τον Υπουργό Εσωτερικών και βάσει τούτου υποστηρίζει ότι το άρθρο του νόμου, το οποίο όμως δεν υποδεικνύει, που εξουσιοδότησε τον Υπουργό Οικονομικών για έκδοση σχετικού κανονισμού που να ρυθμίζει τον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό, αντίκειται του Συντάγματος. Προσθέτει δε πως ένεκα τούτου διαπιστώνεται νόσφιση εξουσίας από τον Υπουργό Οικονομικών. Με όλο το σεβασμό αλλά η υπόθεση Τριανταφυλλίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ. 429, 450, στην οποία παραπέμπει, άλλο είναι που αναφέρει. Υποδεικνύεται εκεί ότι: «Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η Βουλή, όμως, εξουσιοδοτεί άλλα όργανα να νομοθετούν αναφορικά με λεπτομερειακές πρόνοιες μέσα στα πλαίσια του νόμου. Στη σύγχρονη κοινωνία με τις πολύπλοκες ανάγκες και τα πολλαπλά προβλήματα, όχι μόνο είναι επιτρεπτό, αλλά είναι κοινή τακτική η νομοθετική εξουσία να θεσπίζει νόμο και να αφήνει τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή του να συμπληρώνονται από δευτερογενή νομοθεσία. Η νομοθετική εξουσία έχει το δικαίωμα εξουσιοδότησης και η νομοθεσία με εξουσιοδότηση είναι και αυτή έκφραση της βούλησης του λαού μέσω της λαϊκής αντιπροσωπείας - (βλ., μεταξύ άλλων, Police and Theodoros Nicola Hondrou and Another 3 R.S.C.C. 82·Ethnikos v. K.O.A
(1984)3 C.L.R. 1150, σελ. 1155·President of Republic v. House of Representatives
(1986)3 C.L.R. 1168).». Νομίμως και ενεργώντας εντός του πλαισίου του νόμου η νομοθετική εξουσία επέλεξε να ορίσει ως αρμόδιο έκδοσης αυτού του κανονισμού τον Υπουργό Οικονομικών. Επ' αυτού δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε μεμπτό και οι σχετικές αιτιάσεις της εφεσείουσας είναι ανίκανες να εδραιώσουν αντίθετο συμπέρασμα. Τουναντίον, αυθαίρετη είναι η εισήγηση πως υποχρέωση ήτο να οριστεί ο Υπουργός Εσωτερικών. Ούτε συμμερίζομαι τη θέση της εφεσείουσας πως ο εν λόγω κανονισμός - περί ηλεκτρονικού πλειστηριασμού - είναι ultra vires των διατάξεων του νόμου. Όπως υποδείχθηκε στην Partastampo Shipping and Fishing Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, Υπουργείου Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος κ.α.
(2011)3(Α) Α.Α.Δ. 370, 376: «Το αν μια κανονιστική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας που έχει δοθεί από τον εξουσιοδοτούντα νόμο, ότι δηλαδή είναι ultra vires, είναι θέμα που εξαρτάται από την ερμηνεία του σχετικού νόμου σε κάθε περίπτωση, αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο των προνοιών του και το νομοθετικό καθεστώς που υφίστατο κατά το χρόνο της θέσπισής του. Στη Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 98, τέθηκαν ως ακολούθως τα πλαίσια έκδοσης κανονισμών με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη: (α) Οι Κανονισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την εφαρμογή των σκοπών του Νόμου, και (β) πρέπει να συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου. (Δέστε και Utah Construction & Engineering Pty Ltd and Another v. Pataky [1965] 3 All E.R. 650, The Nicosia Race Club v. The Republic
(1984)3 C.L.R. 799). Eάν οι Κανονισμοί δεν υπερβαίνουν τα πλαίσια που καθορίζονται από τον εξουσιοδοτούντα νόμο, η σκοπιμότητα ενός νομοθετικού ή κανονιστικού μέτρου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, και στην Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8. (Δέστε και Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 522).». Βάσει των ανωτέρω αρχών εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή τον σχετικό κανονισμό. Είμαι της γνώμης ότι ο κανονισμός του 2019 δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες λειτουργίας του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, όπως δηλαδή ακριβώς η εξουσιοδότηση που χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 44Ζ
(1)(β) του νόμου. Οι δε διατάξεις του κανονισμού δεν αντιβαίνουν των διαλαμβανομένων στον βασικό νόμο, αλλά αντιθέτως συνάδουν με αυτό. Σκοπός τούτων είναι η εφ' όλης της ύλης καθιέρωση ηλεκτρονικής διαδικασίας και είναι σε αυτό το πλαίσιο που τίθενται ορισμοί και χρονοδιαγράμματα, τα οποία όμως σε κάθε περίπτωση δεν αντίκεινται των διατάξεων του νόμου. Ως εκ τούτου καταλήγω πως ούτε αυτό το επιχείρημα της εφεσείουσας είναι ικανό να ανακόψει την πορεία της διαδικασίας που άρχισε με τον τύπο ΙΑ. Βάσει όλων των ανωτέρω ουδεμία παραβίαση των Συνταγματικών διατάξεων διαπιστώνεται και συνεπώς η έφεση είναι και ως προς τούτο υποκείμενη σε απόρριψη. Ανίκανος να διαταράξει την πορεία της διαδικασίας που προάγεται με τον τύπο ΙΑ, είναι και ο 16ος λόγος έφεσης. Διατείνεται η εφεσείουσα πως η εφεσίβλητη όφειλε να αρχίσει τη διαδικασία από την αρχή, δηλαδή αποστέλλοντας εκ νέου τις ειδοποιήσεις Θ και Ι και τότε μόνο να αποστείλει τον τύπο ΙΑ. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το τεκμήριο 3 στην ένσταση, δηλαδή το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε το σχέδιο διακανονισμού μεταξύ της τράπεζας και της εφεσίβλητης διαλαμβάνει ότι: «ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως το Σχέδιο (συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, (α) της όποιας μεταβίβασης/υποκατάστασης προβλέπεται σε αυτό, (β) της όποιας συνέχισης νομικών διαδικασιών προβλέπεται σε αυτό και (γ) των όποιων υποκαταστάσεων/αντικαταστάσεων/προσθηκών προβλέπονται σε αυτό αναφορικά με τέτοιες νομικές διαδικασίες) εκπληρωθεί σύμφωνα με τους όρους αυτού.». Τα ανωτέρω δεν χωρούν πολλαπλών ερμηνειών. Το σχέδιο διακανονισμού προβλέπει τη συνέχιση των νομικών διαδικασιών και είμαι της γνώμης πως σε αυτό εμπίπτει και η υπό κρίση διαδικασία του Ν.9/
- Συνεπώς ούτε αυτή η θέση της εφεσείουσας ευσταθεί. Προτού ολοκληρώσω οφείλω να επισημάνω άλλη μια παραδοξότητα αναφορικά με το αίτημα. Αιτιάται η εφεσείουσα πως η στάση της εφεσίβλητης είναι καταχρηστική και αυτό επειδή η ειδοποίηση επιδόθηκε την 26/08/2021 και ο πλειστηριασμός ορίστηκε την 22/11/2021, ώστε «να μην υπάρχει χρόνος να εκδικαστεί η έφεση». Με όλο το σεβασμό αλλά ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ των δυο ημερομηνιών κρίνεται ικανοποιητικός και αν τηρούντο οι προθεσμίες και από την εφεσείουσα δεν θα προκαλείτο οιονδήποτε πρόβλημα. Αν είναι κάποιος που κατασπατάλησε πολύτιμο χρόνο, αυτός είναι η εφεσείουσα, η οποία δεν καταχώρισε την έφεση της στις 45 ημέρες, ως προβλέπεται από το νόμο, αλλά στις
- Δεν αποφαίνομαι βεβαίως για το εκδοθέν διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης της έφεσης, εφόσον πρόκειται για διάταγμα άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου και ως τέτοιο εκφεύγει του ελέγχου τούτου του Δικαστηρίου. Εντούτοις δεν μπορεί να μην υποδειχθεί το οξύμωρο της πάρα πάνω θέσης, δηλαδή ότι αν και η εφεσείουσα δεν συμμορφώθηκε με τις νενομισμένες προθεσμίες, εντούτοις ψέγει τη στάση της εφεσίβλητης. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος η σχετική θέση της εφεσείουσας κρίνεται τουλάχιστον ατυχής. Για όλους τους λόγους που ανωτέρω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η έφεση είναι αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Δεν βρίσκω κανένα λόγο που να δικαιολογεί απόκλιση από τον βασικό κανόνα, δηλαδή ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1873). Ως εκ τούτου υπέρ της εφεσίβλητης και σε βάρος της εφεσείουσας επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο