Παπαλαζάρου κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2003/21, 22/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A677 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2003/21 Μεταξύ:
- XXXXX Παπαλαζάρου
- XXXXX Παπαλαζάρου
- XXXXX Παπαλαζάρου Ενάγοντες και
- ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ
- GORDIAN HOLDINGS LIMITED Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 8/10/21 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Α. Ιακώβου για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες Για την Καθ' ης η Αίτηση 2: κ. Ρ. Βερζανλής και κα Α. Ανδρέου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τους αιτητές στις 7 Σεπτεμβρίου 2021 εναντίον της καθ' ης η αίτηση και της Τράπεζας Κύπρου. Με την αγωγή ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου ότι δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις με αριθμό XXXXX76-00 και XXXXX19-00 αντίστοιχα δεν καταβλήθηκαν στην εταιρεία Παπαλαζάρου Λτδ, γεγονός που εζήμιωσε τα συμφέροντα των εναγόντων επί του προσώπου της ακίνητης περιουσίας τους, την οποία υποθήκευσαν υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές της εναγόμενης 1 προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ένα μήνα αργότερα και με αυτήν ζητούνται τα ακόλουθα δύο διατάγματα εναντίον των καθ' ων η αίτηση: Α. Παρεμπίπτον διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει και/ή αναστέλλει την πώληση δια Δημοσίου Πλειστηριασμού η οποία έχει προγραμματισθεί για την 23ην/11/2021 και/ή την προώθηση από τους καθ' ων η αίτηση / εναγομένους της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 10/XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Φ/Σχ.30/06Ε1/10, Στρόβολος, η οποία προωθείται από τους καθ' ων η αίτηση / εναγομένους αρ. 2 στην βάση ειδοποίησης 'τύπου ΙΑ', μέχρι της τελείας εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής. Β. Παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους καθ' ων η αίτηση/εναγομένους αρ. 2 την έκδοση και αποστολή στους ενάγοντες οποιοσδήποτε άλλης και/ή περαιτέρω ειδοποίησης σε σχέση με την πώληση του ανωτέρω ακινήτου μέχρι της τελείας εκδίκασης και αποπεράτωσης της αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, 2, 3, 8, 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 32 και ο Νόμος 87(Ι)/2018, άρθρο 6γ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση υποστηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο XXXXX Παπαλαζάρου, ενάγοντας 2 στην αγωγή. Εργοδοτείται στην Alpha Bank ως λογιστής. Η Gordian Holdings έχει καταχωρήσει εναντίον τους διαδικασίες εκποιήσεως ακινήτων. Οι τρεις είναι συνιδιοκτήτες του ακινήτου και ο καθένας είναι ιδιοκτήτης 1/3 του ενός δευτέρου του ακινήτου εξ αδιαιρέτου. Το ακίνητο το απέκτησαν από τον πατέρα τους που έχει αποβιώσει. Η εταιρεία Παπαλαζάρου Λτδ είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και μέτοχοι ήταν ο αποβιώσασας πατέρας τους και ο αδελφός του πατέρα τους. Μετά τον θάνατο των ιδρυτών της εταιρείας, αυτή αποσυντονίστηκε με αποτέλεσμα να βρεθεί εκτεθειμένη σε οφειλές στην Τράπεζα Κύπρου που αδυνατούσε να εξυπηρετήσει επειδή στην ουσία η εταιρεία τερμάτισε τις εργασίες της. Καταχωρήθηκε η αγωγή XXXXX/12 από την Τράπεζα Κύπρου και εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εταιρείας για το ποσό των ΛΚ209.
- Κανείς τους δεν είναι σε θέση να ελέγξει την ορθότητα της οφειλής. Η εταιρεία είχε τρεχούμενο με όριο ΛΚ120.000 το οποίο αυξήθηκε στις ΛΚ200.000 στις 5.9.
- Περισυνελλέξαν έγγραφα από την τράπεζα για να ελέγξουν το υπόλοιπο. Η εταιρεία όφειλε στην τράπεζα το ποσό των ΛΚ183.358 που σημαίνει ότι είχε κάνει χρήση του ορίου της, ως χορηγήθηκε από την τράπεζα. Τα αδέλφια δεν είχαν ανάμιξη στα πεπραγμένα της εταιρείας, αλλά ήταν όλοι υπόλογοι ως εγγυητές και ενυπόθηκοι οφειλέτες. Προσπάθησαν να βρουν λύση χωρίς αποτέλεσμα με τους λειτουργούς της τράπεζας και στην συνέχεια η Τράπεζα Κύπρου πώλησε την συγκεκριμένη οφειλή στην καθ' ης η αίτηση. Στις αρχές του 2021 προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τα υπό εκποίηση ακίνητα μερίδια τους και αποφάσισαν να εκκενώσουν τα κτίρια επί του ακινήτου και να τα ενοικιάσουν. Στην προσπάθεια να επιλύσουν τα διάφορα οικονομικά ζητήματα, εντόπισαν δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις που είχε η εταιρεία στην Τράπεζα Κύπρου, η μία για το ποσό των ΛΚ165.690 και η άλλη για το ποσό των ΛΚ20.
- Η πρώτη κατάθεση αφορούσε τον λογαριασμό XXXXX76-00 και αρ. πιστοποιητικού XXXXX99 με ημερομηνίας έναρξης την 16.11.1998 και ημερομηνία λήξης την 16.1.
- Η δεύτερη κατάθεση έλαβε χώρα δυνάμει του λογαριασμού αρ. XXXXX19-00 και αριθμό πιστοποιητικού XXXXX22 με ημερομηνία έναρξης την 23.5.1997 και ημερομηνία λήξης την 23.5.
- Οι δύο καταθέσεις έφεραν επιτόκιο 6.5%. Κανείς λειτουργός δεν ήταν σε θέση να τους παρέχει πληροφόρηση για την τύχη των δύο εμπρόθεσμων καταθέσεων. Όταν στις 5/9/1997 η Τράπεζα αύξησε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού στις ΛΚ200.000 τα δύο ποσά των ανωτέρω καταθέσεων υπήρχαν στην Τράπεζα. Όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά των καταθέσεων, το πιστοποιητικό για τις ΛΚ20.000 εξεδόθη 23/5/1997, έληγε 23/5/1998 και το πιστοποιητικό των ΛΚ165.690 εξεδόθη 16/1/1998 και έληγε 16/1/
- Και στα δύο όμως πιστοποιητικά αναφέρεται ότι αντικατέστησαν προηγούμενα πιστοποιητικά με συγκεκριμένους αριθμούς, τα οποία προφανώς αφορούσαν προηγούμενες χρονικές περιόδους. Από το γεγονός αυτό προκύπτει ότι στις 5/9/1997 που αυξάνετο το όριο της εταιρείας, η Τράπεζα δεν ζήτησε και δεν έλαβε εξασφαλίσεις και δεν δέσμευσε τα ποσά των δύο καταθέσεων και αρκέστηκε στις υποθήκες πολλαπλάσιας αξίας που είχε προς όφελος της. Από την κατάσταση λογαριασμού, συνημμένο 3, προκύπτει ότι στις 31/1/2000 η οφειλή της Εταιρείας ανερχόταν σε ΛΚ183.358,
- Στην προσπάθεια του να είναι αντικειμενικός και να μην παραπλανήσει το Δικαστήριο, κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα: Εάν η Τράπεζα πριν από τις 31/1/2000 είχε συμψηφίσει τα ποσά των εμπρόθεσμων καταθέσεων στο ανωτέρω υπόλοιπο, η οφειλή της Εταιρείας στα προηγούμενα χρονικά διαστήματα θα ανερχόταν σε διπλάσιο περίπου ποσό, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ποσά των δύο καταθέσεων μαζί με τους τόκους ανέρχοντο στο ποσό των ΛΚ200.000 περίπου. Δηλαδή, η Εταιρεία θα είχε υπερβεί το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της (ΛΚ200.000 το όριο) κατά ΛΚ190.000-200.
- Γεγονός που καμία Τράπεζα δεν θα επέτρεπε. Κατά συνέπεια, τα ποσά των εμπρόθεσμων καταθέσεων, δεν χρησιμοποιήθηκαν από την Τράπεζα για τη μείωση των οφειλών της Εταιρείας. Υπό την ιδιότητα του ως ανώτερο τραπεζικό στέλεχος εξέφρασε με βεβαιότητα την άποψη ότι τόσο η Τράπεζα Κύπρου, όσο και η οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα δεν θα επέτρεπαν (και δεν επιτρέπουν) σε κανένα δανειολήπτη να υπερβαίνει κατά το διπλάσιο το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού του. Από έρευνα που διενήργησε στους τραπεζικούς λογαριασμούς του αποβιώσαντα πατέρα του, αυτός δεν διατηρούσε κανένα τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά του. Τα χρήματα πιστεύει ότι δεν αποσύρθηκαν από την τράπεζα. Επίσης, η ειδοποίηση 'τύπου ΙΑ' είναι λανθασμένη διότι τα μερίδια των αιτητών είναι μόνο 1/6 και όχι 1/3 διότι το άλλο ήμισυ του ακινήτου ανήκει σε άλλο πρόσωπο. Επίσης το ακίνητο είχε επιβαρυνθεί με υποθήκη από τον ίδιο και τον αδελφό του Νίκο Παπαλαζάρου και όχι από τον αδελφό του Ανδρέα Παπαλαζάρου, σε αντίθεση με αυτά που καταγράφονται στην ειδοποίηση 'τύπου ΙΑ'. Το ποσό την υποθήκης ήταν για ΛΚ50.
- Στις ειδοποιήσεις που τους αποστάλθηκαν διεκδικείται το ποσό των €85.430,00 πλέον παρόμοιο ποσό ως τόκοι. Η καθ' ης η αίτηση διενήργησε εκτίμηση του μεριδίου τους και την εκτίμησε ως η αξία των δύο μεριδίων ήτοι 2/6 στο ποσό των €140.
- Διενήργησαν και εκείνοι εκτίμηση και ανέρχεται η αξία των μεριδίων στο ποσό των €146.
- Η εκτίμηση της τράπεζας είναι χαμηλότερη κατά το ήμισυ. Η καθ' ης η αίτηση καθόρισε επιφυλαχθείσα τιμή στο ποσό των €152.000 για το 1/3 του ακινήτου. Δικαιούχος των εμπρόθεσμων καταθέσεων ήταν η εταιρεία Αδελφοί Παπαλαζάρου. Στις 24.8.2000 η τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του τρεχούμενου που όφειλε στην τράπεζα για το ποσό των ΛΚ192.590,00 σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού. Τα ποσά των εμπρόθεσμων καταθέσεων ανέρχονταν στις ΛΚ200.000 περίπου και δεν είχαν κατασχεθεί και ούτε συμψηφισθεί με το υπόλοιπο αυτό και έτσι για τους λόγους αυτούς η εταιρεία δεν όφειλε στην Τράπεζα Κύπρου κανένα ποσό. Στις 24.8.2000 η τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του λογαριασμού και οι δύο μέτοχοι της εταιρείας είχαν αποβιώσει. Εκείνος και τα αδέλφια του δεν γνώριζαν για την ύπαρξη των γραμματίων. Εάν οι εμπρόθεσμες καταθέσεις είχαν ανανεωθεί, η τράπεζα είχε την ευχέρεια και τη δυνατότητα στη λήξη της ανανέωσης να δεσμεύσει τα ποσά αυτά και να τα κάνει χρήση για την εξόφληση των οφειλών της εταιρείας. Στις 28.5.2002 η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε και καταχώρησε αγωγή και δεν γίνεται μνεία ή αναφορά στις εμπρόθεσμες καταθέσεις. Προχώρησε σε μεταγενέστερο χρόνο και πώλησε στην καθ' ης η αίτηση οφειλή της εταιρείας η οποία σήμερα υπερβαίνει το ποσό των €900.000,
- Η καθ' ης η αίτηση κατέστη δικαιούχος όλων των υποθηκών επί όλης της ακίνητης τους ιδιοκτησίας. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, τα θέματα που δημιουργούνται είναι σοβαρότατα. Εκείνος και τα αδέλφια του έχουν παραμείνει εκτεθειμένοι με το ανωτέρω ποσό και με όλη την ακίνητη τους περιουσία υποθηκευμένη. Οι αδιαφανείς διαδικασίες που ακολούθησε και εφάρμοσε η Τράπεζα τους προκάλεσαν και συνεχίζουν να τους προκαλούν σοβαρότατες ζημίες. Η Τράπεζα είχε θεσμοθετημένο καθήκον και υποχρέωση να τους ενημερώσει ως εγγυητές για όλα τα θέματα που αφορούσαν την υπόθεσή τους. Η Τράπεζα γνώριζε ότι ήταν εγγυητές της Εταιρείας και ότι είχε εκδοθεί εναντίον τους απόφαση του Δικαστηρίου. Γνώριζε την ύπαρξη των εμπρόθεσμων καταθέσεων και τις αποσιώπησε. Και παράτυπα, παράνομα και καταχρηστικά προχώρησε και πώλησε την οφειλή της Εταιρείας στην GORDIAN, η οποία επιχειρεί με τις ανωτέρω διαδικασίες να πωλήσει την ακίνητη τους περιουσία. Και τα ποσά των καταθέσεων παραμένουν εις χείρας της Τράπεζας. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση και έχει προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η Αίτηση είναι προδήλως νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή καταχρηστική και/ή δεν μπορεί να εγκριθεί καθότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον των Αιτητών αναφορικά με την επίδικη υποθήκη.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω λόγων ένστασης, δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/1960 αναφορικά με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή δεν έχει τεκμηριωθεί με μαρτυρία η στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, ήτοι: (α) Δεν υπάρχουν πιθανότητες οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στην κυρίως αγωγή, (β) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην κυρίως αγωγή (γ) Δεν έχει διαφανεί ότι εκτός και εάν δεν εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητών είναι κακόπιστη και/ή παραπλανητική και/ή είναι τέτοιας φύσεως που δεν τους επιτρέπει να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας.
- Δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητες επιτυχίας στην κυρίως αγωγή.
- Οι Αιτητές καθυστέρησαν υπέρμετρα στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και/ή ενδιάμεσης αίτησης και/ή λόγω της ολιγωρίας που οι Αιτητές επέδειξαν στην καταχώρηση και/ή προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή ενδιάμεσης αίτησης και/ή των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε θεραπείες του Δικαίου της Επιείκειας και/ή στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές ηθελημένα και/ή εσκεμμένα επιχείρησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και/ή δεν προέβηκαν σε ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο και/ή εσκεμμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο μια παραπλανητική και/ή αναληθή κατάσταση πραγμάτων, με σκοπό να πετύχουν την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων μονομερώς και γενικότερα η όλη δικονομική συμπεριφορά τους καταδεικνύει ότι δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια» και με καλή πίστη.
- Η Gordian νόμιμα και νομότυπα ανέλαβε και/ή απέκτησε και/ή μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτήν οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις που οι Αιτητές είχαν υπογράψει και/ή εγγράφει υπέρ της Εναγομένης 1 και/ή νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή δικαιωματικά η Gordian ξεκίνησε και/ή συνεχίζει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού την οποία μεταβίβαση και/ή εκχώρηση οι Αιτητές εμμέσως πλην σαφώς παραδέχθηκαν και ουδέποτε αμφισβήτησαν.
- Η ανάληψη και/ή απόκτηση και/ή εκχώρηση και/ή μεταφορά στην Gordian των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφου Υποθήκης που οι Αιτητές υπέγραψαν και/ή ενέγραψαν υπέρ της Εναγομένης 1, εγκρίθηκε και/ή έγινε αποδεκτή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την έκδοση στα πλαίσια της Γ ενικής Αίτησης υπ. αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 με το οποίο επικυρώθηκε με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 το Σχέδιο Διακανονισμού με το οποίο μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν από την Εναγομένη 1 στην Gordian οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή οι Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών που οι Αιτήτες είχαν υπογράψει και/ή εγγράφει υπέρ της Εναγομένης
- Οι Αιτητές κωλύονται από το να εξαιτούνται την αναστολή της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή την αναστολή του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου καθότι σύμφωνα με το Έγγραφο Υποθήκης η Καθ' ης η Αίτηση έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκου ακινήτου με όποιο τρόπο ήθελε επιλέξει χωρίς να ειδοποιήσει και/ή ενημερώσει τους Αιτητές.
- Η απόφαση πλειστηριασμού είναι εύλογη και η διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ακολουθήθηκε ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τις δυνατότητες που της παρέχει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, οι συμφωνίες που υπεγράφησαν μεταξύ των μερών και ασκώντας τα εκ του νόμου προβλεπόμενα δικαιώματά της.
- Οι Αξιώσεις των Αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμώνται σε χρήμα και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της Gordian να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής τους, ούτε και έχει προσκομιστεί θετική μαρτυρία και/ή οιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη φερεγγυότητα της Gordian, παράγων ο οποίος οδηγεί σε απόρριψη της ενδιάμεσης Αίτησης καθότι δεν πληρείται η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς δεν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, διότι η Gordian θα αποστερηθεί των εκ του Νόμου και του Συντάγματος προβλεπόμενων δικαιωμάτων της να ανακτήσει τα οφειλόμενα ποσά, στη βάση των δυνατοτήτων που της παρέχει το νομοθετικό πλαίσιο και η Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου αλλά και στη βάση της διαδικασίας η οποία διεξήχθη απρόσκοπτα και ορθά. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Παύλος Δημητρίου, λειτουργός του τμήματος της ανάκτησης χρεών της Τράπεζας Κύπρου. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Η τράπεζα καταχώρησε εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και των αιτητών την αγωγή XXXXX/2002 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση με την οποία διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που επιβαρύνεται με την επίδικη υποθήκη. Έχουν μεταβιβασθεί από την Τράπεζα στην Gordian ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη, εξασφαλίσεις, νομικές διαδικασίες και άλλα στοιχεία, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και αυτές που αφορούν τους αιτητές, δηλαδή τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις αλλά και τις εξασφαλίσεις που δόθηκαν προς την Τράπεζα, κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/
- Αντίγραφα των ειδοποιήσεων που έχουν ταχυδρομηθεί προς τους αιτητές από την Τράπεζα ("goodbye letter") αφενός και από την Gordian ("hello letter") επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του εν λόγω Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 23/05/2019, στο οποίο ρητά αναφέρονται τόσο ο τραπεζικός λογαριασμός όσο και η επίδικη υποθήκη υπ' αριθμό XXXXX/1992 στις σελίδες 40 και 264 αντίστοιχα του Συνημμένου στο Διάταγμα Σχεδίου Διακανονισμού. Η επίδικη σύμβαση υποθήκης με αριθμό XXXXX/1992 συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή, έχουν πλέον μεταβιβασθεί στην καθ' ης η αίτηση από τις 30.5.
- Η καθ' ης η αίτηση απέστειλε ειδοποιήσεις μέσω συστημένου ταχυδρομείου και ακολούθως μετά τέτοιων ανεπιτυχών προσπαθειών επέδωσε μέσω ιδιώτη επιδότη τις νενομισμένες ειδοποιήσεις 'τύπου Ι' αναφορικά με την επίδικη υποθήκη, η οποία είχε εγγραφεί ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Δεν υπήρχε ανταπόκριση και στην συνέχεια απέστειλε στα μέρη τις νενομισμένες ειδοποιήσεις 'τύπου ΙΑ' και 'ΙΒ' και τους ενημέρωσε ότι ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου είχε προγραμματιστεί για τις 23.11.2021 και τους ενημέρωσε ότι θα είχαν το δικαίωμα να διορίσουν δικό τους εκτιμητή για τον καθορισμό της επιφυλαχθείσας τιμή πώλησης του ακινήτου. Έχουν διενεργηθεί τρεις εκτιμήσεις αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, μία από πλευράς της καθ' ης η αίτηση, η άλλη από πλευράς του ενυπόθηκου οφειλέτη Μάριου Παπαλαζάρου και η τρίτη από ανεξάρτητο εκτιμητή μέσω του ΕΤΕΚ, λόγω απόκλισης μεγαλύτερης του 25% μεταξύ των δύο πρώτων εκτιμήσεων. Για σκοπούς υπολογισμού της αγοραίας αξίας χρησιμοποιήθηκαν δύο πλησιέστερες εκτιμήσεις όπως αυτή που διενεργήθηκε από την καθ' ης η αίτηση. Αυτή διενεργήθηκε από το ΕΤΕΚ και η τιμή πώλησης, ως ορίστηκε, αντιπροσωπεύει την μέση αγοραία αξία των εν λόγω εκτιμήσεων. Η περιγραφή που δίδεται στον πίνακα ειδοποιήσεων ΙΑ είναι ' μερίδιο του ακινήτου που θα πωληθεί 1/3 όσο και το λεκτικό της εν λόγω ειδοποίησης' ιδιοκτησίας του XXXXX Παπαλαζάρου και XXXXX Παπαλαζάρου. Το εν λόγω μερίδιο αναγράφεται και στο έγγραφο της σύμβασης υποθήκης με αριθμό XXXXX/1992 το οποίο υπέγραψαν οι αιτητές. Την 8.10.2021 καταχωρήθηκε η αίτηση και διατάχθηκε η επίδοση. Οι αιτητές δεν έχουν συζητήσιμη υπόθεση επειδή τα όσα παραθέτουν στην αγωγή τους έχουν ήδη αποτελέσει το αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της οποία διατάσσεται η πώληση του ακινήτου. Απέκρυψαν το πιο πάνω γεγονός από το Δικαστήριο παραλείποντας να παρουσιάσουν την εκ συμφώνου απόφαση. Περαιτέρω, δεν αληθεύει ότι οι αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά διότι οι αξιώσεις των αιτητών είναι χρηματικής φύσεως και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της καθ' ης η αίτηση να καταβάλει τυχόν αποζημιώσεις. Η καθ' ης η αίτηση είναι φερέγγυα και μπορεί να καταβάλει αποζημιώσεις. Διαθέτει επαρκή αποθέματα και καθαρά στοιχεία ενεργητικού. Είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων και έχει αδειοδοτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα. Με βάση τους μη ελεγμένους ισολογισμούς ημερομηνίας 31.12.2020 σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Gordian, η τελευταία παρουσιάζεται να διαθέτει περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.031.602.103,00 εκ των οποίων στοιχεία συνολικής αξίας €61.595.451,00 αφορούν ρευστά διαθέσιμα σε Τραπεζικά Ιδρύματα ενώ το μετοχικό κεφάλαιο αυτής, τη δεδομένη στιγμή, ανέρχεται σε €1.000.000 και η αξία του «υπέρ του άρτιου» ποσού («Share Premium») ανέρχεται σε €44.000.000.
- Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 σχετική βεβαίωση των ελεγκτών της Gordian κ.κ. Deloitte Ltd ημερομηνίας 27.07.2021, το περιεχόμενο της οποίας ομιλεί από μόνο του, γεγονός το οποίο καθιστά χωρίς καμία αμφιβολία δυνατή την αποκατάσταση οποιοσδήποτε ζημιάς κληθεί να αποκαταστήσει σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Οι αιτητές έλαβαν ορισμένα ποσά υπό μορφή δανειοδότησης και παρείχαν ως εξασφάλιση την επίδικη υποθήκη. Το αγώγιμο δικαίωμα που εκφράζεται με την αγωγή αφορά την μη καταβολή στην εταιρεία Αδελφοί Παπαλαζάρου των δύο εμπρόθεσμων καταθέσεων για το ποσό των €283.329,00 και €34.200, αντίστοιχα, με αποτέλεσμα οι αιτητές να ζημιώσουν υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές. Η διαφορά τους δεν αφορά την απόδοση των ποσών χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα σε εμπρόθεσμες καταθέσεις στην Τράπεζα Κύπρου. Η αξίωση τους, αντίθετα, αφορά ζημιά που θεωρούν ότι έχει προκύψει από συγκεκριμένο χειρισμό των εμπρόθεσμων καταθέσεων εκ μέρους της τράπεζας. Επιδιώκουν την αναστολή του πλειστηριασμού διότι θεωρούν ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει τέτοιο δικαίωμα ως συνέπεια του τρόπου με τον οποίο η Τράπεζα Κύπρου χειρίστηκε τις εμπρόθεσμες καταθέσεις. Θεωρούν ότι το ζήτημα των εμπρόθεσμων καταθέσεων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να προχωρήσει στην εκποίηση της υποθήκης. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο αυτή η απαίτηση ως έχει διαμορφωθεί συνιστά σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με πιθανότητα να πετύχει, εάν δοθεί στα μέρη το δικαίωμα να ακουσθούν επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν.14/
- Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
- Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία
- Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd
(1975)AC 396, το Αγγλικό εφετείο επεξήγησε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στον βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια, με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του, ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Η έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος είναι πάντοτε ζήτημα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει όμως να ασκείται δικαστικά με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Jonitexo Ltd. v Adidas
(1983)1 CLR 263, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 Ν.14/60δεν πρέπει να περιορίζεται από άκαμπτους και αυστηρούς κανόνες διότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ασκήσει την κρίση του και να χορηγήσει αυτή την θεραπεία εκεί όπου θα απονεμηθεί δικαιοσύνη. Τέλος έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα σε κατοπινό στάδιο εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Πάντοτε το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που θα προκαλείται η λιγότερη αδικία σε κάθε πλευρά. Το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοια διαταγή που να προκαλέσει την λιγότερη ζημιά. Στην υπόθεση Bacardi v Vinco 1 ΑΑΔ 788
(1996)το Εφετείο επεσήμανε ότι είναι 'θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση ή μη του προσωρινού διατάγματος ήταν εσφαλμένη.' Στα πλαίσια έκδοσης προσωρινού διατάγματος το Δικαστήριο δεν μπορεί να εισέλθει σε τόσο βάθος των γεγονότων που να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής και να προβεί σε τελικά συμπεράσματα σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Γι' αυτό το Δικαστήριο πρέπει πάντοτε να επιδιώκει στο στάδιο αυτό να ενεργήσει με τρόπο που να μην ανατρέπει τις ισορροπίες. Κάποτε είναι ανάγκη η έκδοση προσωρινού διατάγματος για την διατήρηση του status quo κάποτε όμως o αιτητής αποτείνεται για θεραπεία τόσο καθυστερημένα που ανατρέπεται το status quo με την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίσει το όλο ζήτημα με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Δικαστής Π. Καλλής στην υπόθεση Bacardi. «Aν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli εκτός εάν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo.» Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd v Muskita Aluminium
(2002)1 ΑΑΔ 2015, καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179). Πιο συγκεκριμένα, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ................................................................................................. Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .............................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας». Το ζήτημα που εγείρουν οι αιτητές δεν μπορεί να είναι σοβαρό με πιθανότητες επιτυχίας, επειδή βασίζεται σε μία υπόθεση και όχι πραγματικά γεγονότα που τα έχουν ισχυριστεί θετικά οι αιτητές με τις πραγματικές τους παραστάσεις προς υποστήριξη της αίτησης. Παρουσίασαν δύο τεκμήρια που καταδεικνύουν ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία κατείχε δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις το 1997 και το 1999 για το συνολικό ποσό των ΛΚ185.690,
- Στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/02 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εταιρείας για το ποσό των ΛΚ209.900 στις 24.3.2003, αλλά δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία ότι αυτές οι εμπρόθεσμες καταθέσεις με τα πιο πάνω υπόλοιπα που φέρουν τόκο υπήρχαν κατατεθειμένα στην τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης της απόφασης ώστε η Τράπεζα να είχε την ευχέρεια να ενώσει τους λογαριασμούς του πελάτη της και να προβεί σε συμψηφισμό του χρέους. Καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτά τα ποσά υπήρχαν κατατεθειμένα κατά τον επίδικο χρόνο επειδή είχαν διεξαγάγει έρευνα μετά τον θάνατο του πατέρα τους και δεν διαπίστωσαν να έχει χρήματα στο όνομα του. Επομένως, δεν μπορούν να ορκισθούν θετικά ότι υπήρχαν τέτοια χρήματα κατατεθειμένα στην τράπεζα κατά το έτος 2002 και βασίζονται σε υποθέσεις σε σχέση με τα χρήματα. Η άγνοια τους σε σχέση με το τι απέγιναν τα χρήματα ήταν ο λόγος που ζητούσαν πληροφορίες από τους λειτουργούς της τράπεζας ως προς την τύχη των χρημάτων. Οπότε δεν μπορεί να είναι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ζήτημα που αφορά χειρισμό από την τράπεζα χρημάτων κατατεθειμένων σε εμπρόθεσμες καταθέσεις χωρίς να είναι γνωστό κατά πόσο υπήρχαν τέτοιο χρήματα κατατεθειμένα στην τράπεζα κατά τον χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή. Είναι ανοικτό το ενδεχόμενο αυτά τα χρήματα να αποσύρθηκαν από την τράπεζα ενώ ζούσε ο πατέρας και θείος των αιτητών. Το πιο πάνω ενδεχόμενο είναι μία εξίσου πιθανή πραγματικότητα επειδή η τράπεζα δεν θα είχε λόγο να περιμένει 8 χρόνια να εισπράξει το λαβείν της και να προχωρήσει να εκχωρήσει την συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση στην καθ' ης η αίτηση προς απομόχλευση του χαρτοφυλακίου της εάν είχε τέτοια εξασφάλιση εις χείρας για να την κάνει χρήση να ξοφλήσει το χρέος. Ο δεύτερος λόγος που δεν υπάρχει κανένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, είναι επειδή κάθε θέμα που αφορά την υποθήκη έχει αποφασισθεί στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/02 εις την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και των αιτητών 1 και 2 ως εναγόμενοι στην αγωγή και διατάχθηκε η πώληση των 2/6 μεριδίων του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του ποσού των ΛΚ50.000 πλέον τόκους. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι οι αιτητές υπέγραψαν την υποθήκη XXXXX/92 ως εξασφάλιση για κάθε υποχρέωση της πρωτοφειλέτιδας προς την τράπεζα (τεκμήριο 2 στην ένσταση). Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε εκ συμφώνου για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που επιβαρύνεται με την επίδικη υποθήκη. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι η πρωτοφειλέτιδα τερμάτισε τις εργασίες της. Είναι επίσης αναντίλεκτο γεγονός ότι η πρωτοφειλέτιδα κατά το έτος 2000 είχε κάνει χρήση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού της. Στη συνέχεια, είναι αναντίλεκτο ότι κατόπιν συμφωνίας που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο της τράπεζας εκχωρήθηκε στην καθ' ης η αίτηση. Έχει ψηφιστεί 'Σχέδιο Διακανονισμού' από την πλειοψηφία των μετόχων των δύο εταιρειών στα πλαίσια γενικής συνέλευσης που έχει εγκριθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και που έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο. Το 'Σχέδιο' αυτό είχε το αποτέλεσμα της μεταβίβασης κάποιων εργασιών της Τράπεζας Κύπρου στην Gordian Ltd, ήτοι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Σκοπός αυτής της διοργάνωσης ήταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχεδίου η απομόχλευση της έκθεσης της Τράπεζας Κύπρου σε πιστωτικούς κινδύνους 'σε σχέση με τις Μεταβιβαζόμενες Διευκολύνσεις σύμφωνα με το ούτω καλούμενο 'Capital Requirements Regulation' δηλαδή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθμό 575/2013.' Αυτός είναι και ο λόγος που αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της αναδιοργάνωσης καταχωρήθηκε η αίτηση 372/2019 προς επικύρωση του Σχεδίου Αναδιοργάνωσης από το Δικαστήριο με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Το διάταγμα εκδόθηκε ως προνοεί το άρθρο 198 και αυτό ήταν δεσμευτικό για την υπό διακανονισμό εταιρεία σε σχέση με εκείνες τις εργασίες που καθορίζονται στο σχέδιο ως διευκολύνσεις. Το αποτέλεσμα του διατάγματος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 23.5.19 προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 200 του Κεφ. 113 πιο κάτω: «Διατάξεις για διευκόλυνση της αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης εταιρειών 200.-
(1)Όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 198 για την επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού μεταξύ εταιρείας και οποιωνδήποτε τέτοιων προσώπων όπως αναφέρονται στο άρθρο εκείνο, και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο συμβιβασμός ή διακανονισμός προτάθηκε για τους σκοπούς ή αναφορικά με σχέδιο για την αναδιοργάνωση οποιασδήποτε εταιρείας ή εταιρειών ή για τη συγχώνευση οποιωνδήποτε δύο ή περισσότερων εταιρειών, και ότι σύμφωνα με το σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας που επηρεάζεται από το σχέδιο (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η μεταβιβάζουσα εταιρεία") πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση"), το Δικαστήριο δύναται, είτε με το διάταγμα που επικυρώνει το συμβιβασμό ή διακανονισμό ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να προνοεί για όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω θέματα- (α) τη μεταβίβαση στην εταιρεία προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, ολόκληρου ή μέρους της επιχείρησης και της ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (β) την παραχώρηση ή, καταμερισμό από την εταιρεία στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεωστικών ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή άλλων παρόμοιων συμφερόντων στην εταιρεία εκείνη που θα παραχωρηθούν ή καταμεριστούν με βάση το συμβιβασμό ή διακανονισμό από την εταιρεία εκείνη σε ή για οποιοδήποτε πρόσωπο· (γ) τη συνέχιση από ή εναντίον της εταιρείας στην οποία γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει· (δ) τη διάλυση, χωρίς εκκαθάριση, οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει· (ε) την πρόνοια που πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία μέσα σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που το Δικαστήριο διατάσσει, διαφωνούν με το συμβιβασμό ή διακανονισμό· (στ) τέτοια συναφή, επακόλουθα και συμπληρωματικά θέματα που είναι αναγκαία για εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής διεξαγωγής της αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης.
(2)Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση, και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτό, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.
(3)Όταν εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, κάθε εταιρεία σχετικά με την οποία εκδίδεται το διάταγμα μεριμνά όπως αντίγραφο του παραδοθεί στον έφορο εταιρειών για εγγραφή μέσα σε επτά ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, και αν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για την παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης.
(4)Στο άρθρο αυτό ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής, και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 198, η έκφραση "εταιρεία" στο άρθρο αυτό δεν περιλαμβάνει άλλη εταιρεία εκτός από εταιρεία με την έννοια του Νόμου αυτού.» Σε σχέση με οτιδήποτε που να αφορά την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου έχει δημιουργηθεί ζήτημα δεδικασμένου, με αποτέλεσμα να υπάρχει νομικό κώλυμα να προωθείται η παρούσα αγωγή με την οποία να αξιώνονται δηλωτικού χαρακτήρα αξιώσεις και αποζημιώσεις σε σχέση με την νομιμότητα του πλειστηριασμού, που είναι ζήτημα που αποφασίσθηκε οριστικά με την πώληση του ακινήτου στα πλαίσια της εκ συμφώνου απόφασης μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου, της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και των αιτητών ως εγγυητές και ενυπόθηκοι οφειλέτες. Οτιδήποτε που να αφορά την εγκυρότητα του ενυπόθηκου συμφωνητικού εγγράφου και το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να πραγματοποιήσουν τα δικαιώματα τους ως πηγάζουν από αυτό, έχει ήδη αποφασισθεί εφόσον έχει εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση με την οποία έχει διαταχθεί η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου βασιζόμενη επί του ιδίου ενυπόθηκου συμφωνητικού εγγράφου, ως προκύπτει από το παράρτημα Α που επισυνάπτεται στην απόφαση και είναι τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Στην απόφαση Γαβριήλ ν Αγαπίου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1868, επεξηγήθηκε ότι ακόμη και η απόρριψη αγωγής στην οποία δεν έχει προηγηθεί ακροαματική διαδικασία επιφέρει τη λύση διαφοράς της αγωγής και καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο προκύπτει όποτε υπάρχει ταυτότητα των συμφερόντων (δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της μίας αγωγής είναι τα ίδια με την δεύτερη αγωγή) και ταυτότητα των διαδίκων. Η δέσμευση που προκύπτει από το δεδικασμένο βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους των διαδίκων. Η παρούσα αγωγή διεξάγεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων επειδή στην καθ' ης η αίτηση έχει μεταβιβασθεί η επίδικη ιδιοκτησία (ήτοι πιστωτική διευκόλυνση) δυνάμει του διατάγματος ως αποτέλεσμα και εν δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 200 ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής. Περαιτέρω, αφορά το ίδιο αντικείμενο επειδή αφορά την νομιμότητα της εκποίησης ακινήτου που έχει αποφασισθεί στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2002 και ήταν εξασφάλιση για το ίδιο χρέος της οφειλέτιδας εταιρείας που οι αιτητές είχαν εγγυηθεί ως ενυπόθηκοι οφειλέτες. Με την αίτηση ζητείται η ματαίωση του πλειστηριασμού που έχει ήδη αποφασισθεί ότι είναι δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να το ασκήσει με την δικαστική απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου. Είχε γίνει διάγνωση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αιτητών και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας στα πλαίσια της αγωγής, καθώς και της εγκυρότητας του συμφωνητικού εγγράφου ενυπόθηκου ακινήτου, βάση του οποίου διατάχθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτή η διαφορά επιλύθηκε με εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής και έτσι δεν μπορεί να τεθεί θέμα δηλωτικού χαρακτήρα αξίωσης ή αποζημίωσης σε σχέση με το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την πώληση του ακινήτου. Στην υπόθεση Σοφία Κλεόπα ν Χριστοφόρου Αντωνίου
(2002)1 ΑΑΔ 58, το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που τα θέματα των δύο αγωγών είναι τα ίδια το δεδικασμένο δεν καλύπτει μόνο τις θεραπείες που ζητήθηκαν με τις αγωγές, αλλά καλύπτει και θέματα που προκύπτουν και θα μπορούσαν να εγερθούν με τις αγωγές. Σε εκείνη την υπόθεση η πρώτη αγωγή αφορούσε απαίτηση για ζημιές του οχήματος που ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ενώ, σε δεύτερη αγωγή, που αφορούσε το ίδιο δυστύχημα εναντίον του ίδιου διαδίκου ενσωματώθηκε απαίτηση για σωματικά τραύματα και γενικές αποζημιώσεις. Το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση στην οποία αποφασίσθηκε ότι η δεύτερη αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει εξαιτίας του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε με την ίδια αιτία αγωγής στην πρώτη αγωγή με το εξής σκεπτικό: «Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: «..........δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί». Προηγουμένως, στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309, έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα λιθογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: «Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ.
- Ε.Ε.Α.Δ.
- 714.» Στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/02 υπήρξε οριστική επίλυση της διαφοράς των διαδίκων με την έκδοση δικαστικής απόφασης εκ συμφώνου. Τα ζητήματα που εγείρονται με την παρούσα αγωγή θα έπρεπε οι αιτητές να τα επικαλεστούν στα πλαίσια εκείνης της αγωγής ήτοι, ότι η τράπεζα δεν είχε το συμβατικό δικαίωμα ή δικαίωμα άλλως πως να προχωρήσει με την πώληση των ακινήτων. Αντίθετα, συμφώνησαν ότι είχε τέτοιο δικαίωμα βάση των συμφωνηθέντων. Η συμφωνία επισημοποιήθηκε σε απόφαση στην αγωγή. Παραβιάζει και προσκρούει στο δεδικασμένο η αναβίωση ζητήματος σε σχέση με την εγκυρότητα της ενυπόθηκης συμφωνίας και κατά συνέπεια του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης που έχει ήδη επιλυθεί οριστικά στο παρελθόν. Τρίτο και τελευταίο, ακόμη και να υπήρχαν τέτοιες εμπρόθεσμες καταθέσεις, η τράπεζα δεν θα ήταν υπόχρεα να προχωρήσει σε συνένωση όλων των λογαριασμών του οφειλέτη πελάτη της ώστε να αποπληρώσει τον ένα λογαριασμό με άλλο λογαριασμό που έχει πιστωτικό υπόλοιπο ενόψει συμφωνίας με τον πελάτη της ότι αυτοί οι λογαριασμοί διατηρούνται ως ξεχωριστοί λογαριασμοί. Εκείνο που επεξήγησε το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Mutton v Peat [1900] 2 Ch. 79 σε σχέση με την συμβατική σχέση της Τράπεζας με τον πελάτη της, στην περίπτωση που ο πελάτης διατηρεί σειρά από λογαριασμούς, ο πελάτης μπορεί να δώσει οδηγίες οι λογαριασμοί να διατηρούνται ξεχωριστά και τις οδηγίες αυτές οφείλει η τράπεζα να τις τηρεί. Είναι ανοικτή η προοπτική αυτούς τους ξεχωριστούς λογαριασμούς να τους διαχειρίζεται η τράπεζα ως έναν ενιαίο λογαριασμό στην απουσία ειδικής συμβατικής ρύθμισης. Περιουσιακά στοιχεία του πελάτη που είναι στην κατοχή της τράπεζας θεωρούνται εξασφαλίσεις για την υποχρέωση του πελάτη να αποπληρώσει το χρέος του. Εκείνο που επεξήγησε άλλο Αγγλικό εφετείο στην υπόθεση Halesowen Presswork v Westminster Bank Ltd [1971] 1 QB 1, είναι ότι στην περίπτωση που ο πελάτης της τράπεζας δεν ζητήσει ρητώς την πρόσμιξη και συνένωση των διάφορων τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί με την τράπεζα, αυτή δεν είναι υπόχρεα να προβεί σε συμψηφισμό για να αποπληρώσει χρέος από τον ένα λογαριασμό με πιστωτικό υπόλοιπο από τον άλλο. Η λογική αυτής της θεώρησης των πραγμάτων είναι ότι υπάρχει ρητή συμφωνία μεταξύ του πελάτη και της τράπεζας που αντικατοπτρίζει την εκφρασθείσα πρόθεση του πελάτη της τράπεζας να διατηρεί τους διάφορους λογαριασμούς ξεχωριστά. Η κατάσταση δεν διαφοροποιείται στην περίπτωση που σε συγκεκριμένο λογαριασμό ο πελάτης έχει προβεί στην παροχή συγκεκριμένης εξασφάλισης. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης είναι σχετικό διότι επεξηγεί ότι εάν ήταν διαφορετικά τα πράγματα ο τραπεζίτης θα μπορούσε πάντοτε να κάνει χρήση του ενός λογαριασμού για να ξοφλήσει τον άλλο λογαριασμό, με αποτέλεσμα να αγνοήσει τις οδηγίες και την συμβατική σχέση της τράπεζας με τον πελάτη της. Στην Halesowen Presswork, το Εφετείο ασχολήθηκε εκτενώς με το δικαίωμα της εξασφάλισης του τραπεζίτη (banker's lien) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε περιπτώσεις όπου υπήρχε ρητή συμφωνία μεταξύ των μερών για την διατήρηση διαφόρων λογαριασμών ξεχωριστά η διευθέτηση αυτή θα μπορούσε ακόμη και να επιβιώσει την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της εταιρείας πελάτη της τράπεζας ώστε να υποχρεωθεί η τράπεζα να ενταχθεί στην ομάδα των ανεξασφάλιστων πιστωτών κατά την διαδικασία εκκαθάρισης. "If, therefore, in the present case the bank possessed the right of lien and was otherwise entitled to exercise it, there is nothing in the manner in which the bank maintained the relevant entries in its books to abrogate that right. When, then, does a banker possess this right? On the authorities it appears to me that the right of lien arises whenever a customer is indebted to a banker as a banker upon the customer's general balance of account and that the lien continues so long as the customer remains so indebted. But the right to exercise the lien can and no doubt often is modified or excluded by special contract, express or implied. There are several examples of such modification or exclusion in the cases to which I have referred. One is in Brandao v. Barnett, 3 C.B.
- Another (as I think) is in Bradford Old Bank Ltd. v. Sutcliffe [1918] 2 K.B.
- Yet another is in Greenhalgh v. Union Bank of Manchester [1924] 2 K.B.
- If, for example (as is frequently the case), a banker permits a customer to have a loan account and also a trading account which is a current account, the former ex hypothesi overdrawn, the latter assumedly in credit, and no other relevant terms are agreed, the arrangement will not work if at any moment the bank is free to exercise its right of lien over the latter account. I would respectfully adopt what Scrutton L.J. said at p. 847 in Bradford Old Bank Ltd. v. Sutcliffe [1918] 2 K.B. 833 that: ". No customer could otherwise have any security in drawing a cheque on his current account if he had a loan account greater than his credit balance on the current account." Κατά συνέπεια, ο τραπεζίτης δεν μπορεί να εφαρμόσει το δικαίωμά του να κατασχέσει εξασφάλιση που έχει στην κατοχή του αδιάκριτα, χωρίς περιορισμούς και χωρίς την συγκατάθεση του πελάτη του στην απουσία ρητής συμφωνίας περί του αντιθέτου. Επομένως, το επίδικο ζήτημα υπό τις περιστάσεις δεν είναι τι απέγιναν οι δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις που οι αιτητές ισχυρίζονται ότι θα έπρεπε να πιστωθούν έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου, αλλά ποια ήταν η συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με τους ξεχωριστούς λογαριασμούς. Επί του τελευταίου ζητήματος οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας για να προωθήσουν τις θέσεις τους και να αποδείξουν ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα στις εμπρόθεσμες καταθέσεις. Υπάρχει αντίθετη μαρτυρία ότι τα μέρη συμφώνησαν στην έκδοση απόφασης στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2002 ως αποτέλεσμα της οποίας αποφασίσθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Ο Δικαστής Winn, πιο πάνω, εξήγησε εν τέλει ότι το δικαίωμα του τραπεζίτη να κάνει οποιαδήποτε χρήση περιουσιακού στοιχείου του πελάτη στην κατοχή του ως εξασφάλιση για να ικανοποιήσει την οφειλή του πελάτη προς το τραπεζικό ίδρυμα, δεν έχει υπεροχή έναντι κάθε συμφωνίας μεταξύ των μερών. Μετά βεβαιότητας ο τραπεζίτης δεν έχει το δικαίωμα να διαχειρίζεται τους ξεχωριστούς λογαριασμούς του πελάτη χωρίς περιορισμό μέχρι τη στιγμή του τερματισμού των λογαριασμών εξαιτίας των οφειλών του πελάτη προς το πιστωτικό ίδρυμα. Ακόμη και να μην υπήρχε συγκεκριμένη συμφωνία μεταξύ των μερών που να περιόριζε το δικαίωμα της τράπεζας να κάνει χρήση της εξασφάλισης του πιστωτικού υπολοίπου σε άλλο λογαριασμό, θα έπρεπε οι αιτητές, τουλάχιστον, να αποδείξουν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι οι δύο εμπρόθεσμες καταθέσεις υπήρχαν και είχαν πιστωτικό υπόλοιπο κατά την στιγμή του τερματισμού των λογαριασμών. Στην παρούσα περίπτωση, οι αιτητές δεν προσκόμισαν μαρτυρία ότι δυνατόν να υπήρχαν τέτοια υπόλοιπα κατατεθειμένα προς όφελος της εταιρείας μέχρι την στιγμή του τερματισμού των λογαριασμών της εταιρείας. Σχετική επί του θέματος του υποχρεωτικού συμψηφισμού διαφόρων λογαριασμών του πελάτη είναι και η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Bradford Old Bank Ltd. V Sutcliffe [1918] 2 KB 833, που ασχολήθηκε με το ζήτημα σε υπόθεση με γεγονότα όμοια με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Η τράπεζα είχε χορηγήσει δάνειο στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και ως εξασφάλιση για το δάνειο η εταιρεία παραχώρησε δύο ομόλογα της εταιρείας και δύο προσωπικές εγγυήσεις των διευθυντών της εταιρείας. Η τράπεζα συνέχισε να παρέχει αυτές τις πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία μέχρι που η τράπεζα διοργανώθηκε με την συγχώνευση της σε άλλο τραπεζικό ίδρυμα που απέκτησε όλα τα περιουσιακά δικαιώματα και εξασφαλίσεις της πρώτης τράπεζας. Η νέα τράπεζα καταχώρησε αγωγή εναντίον της πρωτοφειλέτιδα εταιρείας και προχώρησε να ανακτήσει τα ομόλογα που είχε παραχωρήσει η εταιρεία ως εξασφάλιση του δανείου. Παράλληλα η τράπεζα διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με την νέα τράπεζα και σ' αυτόν τον λογαριασμό είχαν κατατεθεί διάφορα ποσά. Ο τρεχούμενος λογαριασμός εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο που προέκυψε μετά την δημιουργία της οφειλής του πελάτη στην τράπεζα με την χορήγηση δανείου. Το Εφετείο έκρινε ότι το δάνειο και ο τρεχούμενος λογαριασμός δεν θα μπορούσε να το διαχειριστεί η τράπεζα ως έναν ενιαίο λογαριασμό. Κρίθηκε ότι οι μεταγενέστερες πιστώσεις στον τρεχούμενο λογαριασμό δεν μπορούσαν να γίνουν χρήση ώστε λογιστικά να θεωρηθεί ότι είχε αποπληρωθεί το χρέος εξαιτίας της ύπαρξης των πιστώσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό. Ως αποτέλεσμα, ο εγγυητής του δανείου εξακολουθούσε να είναι υπόλογος για το υπόλοιπο που είχε δημιουργηθεί από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία σε σχέση με το δάνειο. Δεν ήταν υπεράσπιση για τον εγγυητή ότι η τράπεζα απέτυχε να πιστώσει έναντι του δανείου τις μεταγενέστερες πιστώσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό της ίδιας εταιρείας. Η συμφωνία μεταξύ της τράπεζας, της πρωτοφειλέτιδα εταιρείας και των δύο εγγυητών ήταν να διατηρούνται οι δύο λογαριασμοί ξεχωριστά και να μην αναμειγνύονται τα κεφάλαια των ξεχωριστών λογαριασμών. Επομένως, η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα, χωρίς την συναίνεση των πελατών της, να κάνει χρήση των μεταγενέστερων πιστώσεων για να ξοφληθεί το δάνειο. Η τράπεζα είχε δικαίωμα να κάνει χρήση των πιστώσεων αυτών ως είχε συμφωνήσει με τους πελάτες της. Το σκεπτικό της απόφασης καταγράφεται πιο κάτω ως ακολούθως: "The first point argued appears to involve a misunderstanding of the relation of loan and current accounts. The sums paid into the current account are appropriated by the customer to that account, and cannot be used by the bank in discharge of the loan account without the consent of the customer. No customer could otherwise have any security in drawing a cheque on his current account if he had a loan account greater than his credit balance on current account. The 3400l. debit balance on loan account cannot be treated as discharged by subsequent payments into the current account." Με την ίδια λογική, η τράπεζα στην παρούσα περίπτωση δεν είχε το δικαίωμα το 1997 ή το 1999, κατά την λήξη των δύο εμπρόθεσμων καταθέσεων, να αρπάξει τα πιστωτικά υπόλοιπα που προέκυπταν για να τα συνενώσει με τις πιστωτικές διευκολύνσεις και να ξοφλήσει το υπόλοιπο. Δεν είχε τέτοιες οδηγίες από τους πελάτες της. Κατά τον τερματισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων δεν είναι γνωστό εάν υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα στις εμπρόθεσμες καταθέσεις ώστε να γίνουν χρήση προς ικανοποίηση του χρέους. Ακόμη και να υπήρχαν τέτοια κεφάλαια κατατεθειμένα στην τράπεζα κατά τον χρόνο του τερματισμού, δεν είναι γνωστό τι είχε συμφωνήσει η τράπεζα με τους πελάτες της που να περιόριζε το δικαίωμα της να κάνει χρήση των πιστωτικών υπολοίπων ως εξασφάλιση στην κατοχή της για την εξόφληση του χρέους. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας για τις εμπρόθεσμες καταθέσεις ώστε να στηρίξουν τη θέση τους ότι η Τράπεζα Κύπρου ενήργησε με τρόπο που παραβίασε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Τουναντίον, υπάρχουν ενδείξεις ότι το ζήτημα των εμπρόθεσμων καταθέσεων είναι σκέψη που την έκαναν οι αιτητές εκ των υστέρων. Τους είχε αποσταλεί η ειδοποίηση 'τύπου Ι' για την έναρξη της διαδικασίας πλειστηριασμού από το 2019, και ισχυρίζονται ότι έμαθαν για τις εμπρόθεσμες καταθέσεις από τις αρχές του 2021, παρόλο τούτου καταχώρησαν την παρούσα αίτηση μόλις στις 8 Οκτωβρίου 2021, αφού είχε παρέλθει και ένας μήνας από την αποστολή της ειδοποίησης 'τύπου ΙΑ' που τους ενημέρωνε για τον προγραμματισμό του πλειστηριασμού. Περαιτέρω, αποδέχθηκαν όπως εκδοθεί απόφαση εκ συμφώνου εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας στις 24 Μαρτίου 2003 για την πώληση των ακινήτων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν θεωρώ ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που έχει πιθανότητες επιτυχίας. Παρά την διαπίστωση μου πιο πάνω και του γεγονότος ότι η αίτηση αυτή ως έχει προωθηθεί είναι άνευ αντικειμένου, γεγονός που συμπαρασύρει και το επείγον του αιτήματος, για χάριν της πληρότητας θα ασχοληθώ και με την τρίτη προϋπόθεση. Ως υπέδειξα, πιο πάνω, οι αιτητές γνώριζαν τα γεγονότα που επικαλούνται με την αίτηση τους πριν από μήνες και ροκάνιζαν τον χρόνο. Περαιτέρω, είχαν εισέλθει σε διαπραγματεύσεις με την καθ' ης η αίτηση και είναι μόνο όταν ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις και είχε προχωρήσει η διαδικασία της εκτίμησης του ακινήτου και η επίδοση της ειδοποίησης 'τύπου ΙΑ' μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες αποστολής της ειδοποίησης 'τύπου Ι' διά του ταχυδρομείου και πετυχημένη προσπάθεια ιδιωτικής επίδοσης που καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Ενόψει αυτού του ιστορικού δεν πείθουν ότι το ζήτημα είναι γνήσιο και κατεπείγον. Περαιτέρω, δεν έχουν πείσει ότι οι χρηματικές αποζημιώσεις δεν θα είναι ικανοποιητικές προς αποκατάσταση των περιουσιακών τους δικαιωμάτων στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι έχουν υποστεί ζημιά υπό την ιδιότητα τους ως ενυπόθηκοι οφειλέτες στην παρούσα αγωγή. Το ακίνητο που περιγράφεται ως χωράφι στον Δήμο Στροβόλου, Απόστολου Βαρνάβα και Άγιο Μακάριο, του οποίου οι αιτητές είναι ιδιοκτήτες μεριδίου 1/6 έκαστος εξ αδιαιρέτου με τρίτο άτομο που δεν σχετίζεται με αυτούς, δεν έχει ειδικό χαρακτήρα και δεν έχει αξιοποιηθεί από τους αιτητές με συγκεκριμένο τρόπο ώστε η αξία του να μην αποτιμάται σε χρήμα. Δεν αγνοώ ότι τα ακίνητα πρόκειται για περιουσιακά στοιχεία με ειδικό χαρακτήρα. Εκείνο που επεξήγησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της Κκίζη ν Κύζη ως διαχειριστής της περιουσίας της Κκίζη 1
(2001)1 ΑΑΔ 1248, είναι ότι 'η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει.' Όμως στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν αναδείξει κάποιο στοιχείο σε σχέση με το ακίνητο που να αποδεικνύει ότι το χρήμα δεν θα είναι η κατάλληλη θεραπεία, στην περίπτωση που οι αξιώσεις τους επί της αγωγής αποδειχθούν. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταθέσει ικανοποιητική μαρτυρία ότι είναι κάτοχος θετικού ισολογισμού που μπορεί να υπερκαλύψει χρηματικές αξιώσεις των αιτητών στην αγωγή. Τα πράγματα είναι αντίστροφα στην παρούσα περίπτωση και εκείνος που κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά είναι η καθ' ης η αίτηση και όχι οι αιτητές. Έρχονται οι αιτητές στο Δικαστήριο την ύστατη στιγμή και πιθανόν όχι καλοπροαίρετα, εφόσον δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο στην αγωγή XXXXX/02 και συμφώνησαν όπως το χρέος ικανοποιηθεί με την πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου. Ζητούν να ανατρέψουν τα δεδομένα, ήτοι να στερήσουν από την καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα της να κάνει χρήση μίας νόμιμης εξασφάλισης για την αποπληρωμή χρέους που δημιούργησε η υπό εκκαθάριση εταιρεία προς αποκατάσταση του δικού της ισολογισμού ως πιστωτής της εταιρείας. Δεν είμαι ικανοποιημένη ότι η χορήγηση των ενδιάμεσων θεραπειών που προωθούν οι αιτητές διορθώνει μία αδικία και αντίθετα, φαίνεται να διαταράσσει άδικα νόμιμα αποκτηθέντα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα και υπέρ της καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο