Αίτηση υπό MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης Εκκαθάρισης: 752/18, 20/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A689 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εκκαθάρισης: 752/18 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 203, 209 211 (ε), 212 (α), (β), (γ), 213, 214 & 333 -και- Αναφορικά με την εταιρεία MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED -και- Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ για τη διάλυση της εταιρείας MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED Αίτηση υπό MILTIADES NEOPHYTOU CIVIL ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LIMITED Αιτήτριας Αίτηση ημερ. 26/10/18 για παραμερισμό της Αίτησης Εκκαθάρισης Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Θεοδώρου για κ.κ. Ηρακλής Ν. Κυριακίδης ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Πανταζή για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές, οι οποίοι είναι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης ημερομηνίας 26.9.2018, έχουν αποταθεί στο Δικαστήριο εκκρεμούσης της αίτησης εκκαθάρισης για τα ακόλουθα διατάγματα: 1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται και/ή αναστέλλεται και/ή να διαγράφεται η με την με τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται με αυτήν, ένεκα του ότι είναι κακόπιστη και/ή αντικανονική και/ή ενοχλητική και/ή κακόβουλη και/ή καταπιεστική και/ή εκβιαστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς. 2. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται στην Εταιρεία ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ και/ή σε οποιοδήποτε εκπρόσωπο καν ή αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο και/ή οιονδήποτε πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό της, από του να προβεί σε οποιαδήποτε δημοσίευση και/ή δημοσιοποίηση και/ή κοινοποίηση και/ή γνωστοποίηση της με τον ως άνω με αριθμό και τίτλο Αίτησης και/ή περίληψη της εν λόγω Αίτησης, σε οποιανδήποτε εφημερίδα και/ή οιονδήποτε πρόσωπο και/ή άλλως πως. 3. Οποιανδήποτε άλλη διαταγή και/ή διάταγμα και/ή οδηγία που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις. Η νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 1-10, 2005, 211, 212(α), 213, 214, 215-242, 243 και 382 του περί Εταιρειών Νόμου 113, το άρθρο 9 του περί πολιτικής δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ο περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και το Σύνταγμα. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση βασίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο XXXXX Νεοφύτου διευθυντής της αιτήτριας. Η αιτήτρια εταιρεία είναι περιορισμένης ευθύνης με έδρα Λευκωσία και ασχολείται με την παροχή οικοδομικών και εργολαβικών υπηρεσιών. Την 20.12.2007 υπέγραψε με το Πανεπιστήμιο Κύπρου συμφωνητικό έγγραφο ιδίας ημερομηνίας δυνάμει του οποίου ανέλαβε έναντι αμοιβής την εκτέλεση, συμπλήρωση και συντήρηση του συνόλου των εργασιών των κτιριακών εγκαταστάσεων των κοινωνικών δραστηριοτήτων του Πανεπιστήμιου Κύπρου. Ανάμεσα στις εργασίες ήταν και η προμήθεια και η εγκατάσταση αλουμινίων και σχετικών με αυτά εξαρτημάτων και υλικών. Στις 29.10.2008 η αιτήτρια μαζί με την καθ' ης η αίτηση υπέγραψαν συμφωνητικό έγγραφο υπεργολαβίας. Ήταν μεταξύ άλλων, ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της Συμφωνίας Υπεργολαβίας οι ακόλουθοι: I. Η Καθ' ης η Αίτηση αναλαμβάνει τις εργασίες για τα Αλουμίνια στο Έργο για το κατ' αποκοπή ποσό των €854.300,00, χωρίς δικαίωμα απαίτησης της για τυχόν αυξήσεις στις τιμές των εργατικών και υλικών. II. Πάσα εργασία θα είναι άριστης ποιότητας και σύμφωνη με τα σχέδια και τους τεχνικούς όρους του Αρχιτέκτονα του Έργου, κ.κ. Κλεάνθους & Συνεργάτες. Θα ετύγχαναν δε έγκρισης, τόσο από τον Αρχιτέκτονα, όσο και από τον εργοδότη του Έργου. III. Η Καθ' ης η Αίτηση υπέχει υποχρέωση πιστής τήρησης του προγράμματος του Εργοδότη ή της Εταιρείας. IV. Σε περίπτωση μη πιστής τήρησης των τεθέντων υπό την Εταιρεία χρονικών περιθωρίων ή παράλειψης της να ακολουθήσει πιστά το πρόγραμμα της Εταιρείας ή και των γραπτών ή προφορικών οδηγιών της, ή σε περίπτωση που παραλείψει η Καθ' ης η Αίτηση να αποπερατώσει τις εργασίες της μέχρι την καθορισθείσα και συμφωνηθείσα βάσει της Συμφωνίας Υπεργολαβίας, ημερομηνία αποπεράτωσης, τότε αυτή θα είναι υπόχρεη σε καταβολή ποσών στην Εταιρεία, ως αυτά θα υπολογισθούν δυνάμει των προνοιών της Συμφωνίας Υπεργολαβίας και θα δύναται η τελευταία να αφαιρέσει ή και συμψηφίσει αυτά, από τυχόν χρήματα οφείλει ή θα οφείλει στην Καθ' ης η Αίτηση. V. Η Καθ' ης η Αίτηση, πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Υπεργολαβίας, έλαβε γνώση όλων των σχετικών όρων, προδιαγραφών, σχεδίων και προνοιών της συμφωνίας ανάθεσης του Έργου, μεταξύ του Εργοδότη και της Εταιρείας, και εγγυήθηκε την πιστή τήρηση τους, στην έκταση που αφορά τις δικές της ενέργειες ή εργασίες. Αντίγραφο της Συμφωνίας Υπεργολαβίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις 7.1.2008. Η καθ' ης η αίτηση παρουσίαζε αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και οι εργασίες δεν συνάδαν με τις υποδείξεις του αρχιτέκτονα του έργου. Έγιναν επανειλημμένες παρατηρήσεις και ή οχλήσεις και υποδείξεις στην αιτήτρια από τον αρχιτέκτονα και τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου. Η μη έγκαιρη προμήθεια και τοποθέτηση των υλικών προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση και αλλαγή στην σειρά εκτέλεσης των εργασιών. Έγιναν υποδείξεις στην καθ' ης η αίτηση για να συμμορφωθεί και να ακολουθήσει πιστά το πρόγραμμα εκτέλεσης των εργασιών χωρίς θετική ανταπόκριση. Η καθ' ης η αίτηση προσπαθούσε σε αντίθεση με τα πιο πάνω να επιρρίψει τις ευθύνες της στον εργοδότη για να δικαιολογηθεί. Επικαλέστηκε την έλλειψη στοιχείων για τα είδη κιγκαλερίας που είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία κατασκευής των θυρών και τις εγκαταστάσεις τους. Ισχυρίστηκε ότι ο μη διορισμός από τον εργοδότη προμηθευτή ειδών κιγκαλερίας προκαλούσε καθυστέρηση. Η αιτήτρια εξαιτίας πιέσεων από αρχιτέκτονα του έργου και αφού έλαβε υπόψη της αυτά που είχε προβάλει η καθ' ης η αίτηση ως δικαιολογία, απέστειλε στον αρχιτέκτονα τις επιστολές ημερομηνίας 30.4.2009 και 15.6.2009. Εάν η καθ' ης η αίτηση καθυστερούσε στην εκτέλεση των εργασιών ή δεν τις εκτελούσε πιστά το κόστος θα το επωμιζόταν η αιτήτρια ως εργολάβος του έργου. Υπήρχε όρος στην συμφωνία υπεργολαβίας δικαίωμα του εργολάβου να απαιτήσει από τον εργολάβο να αρνηθεί να καταβάλει το ποσό. Ο αρχιτέκτονας απάντησε στις επιστολές της αιτήτριας με την επιστολή ημερομηνίας 17.6.2009 και διαψεύδει τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με τις αδυναμίες που παρουσιάζουν οι εργασίες της και αφορούσαν μη πιστή τήρηση των οδηγιών του, αλλά και τους λόγους καθυστέρησης. Στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση απέστειλε δική της επιστολή ημερομηνίας 30.7.2009, με κοινοποίηση στον εργοδότη. Η εταιρεία δεν έλαβε απάντηση από τον αρχιτέκτονα. Οι εργασίες του έργου προχωρούσαν κανονικά και τελείωσαν τις 22.9.2010. Η αιτήτρια υπέβαλε προσωρινό λογαριασμό και ο αρχιτέκτονας εξέδωσε προσωρινό πιστοποιητικό πληρωμής στις 13.12.2011 που δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις της αιτήτριας σε σχέση με δικαιολογημένες παρατάσεις χρόνου και εξόδων επίσπευσης εκτέλεσης εργασιών. Υπήρχαν απαιτήσεις για καθυστέρηση εκτέλεσης εργασιών για 116 ημέρες. Η απαίτηση αυτή στηριζόταν αποκλειστικά σ' αυτό που ισχυρίστηκε η καθ' ης η αίτηση και επέρριπτε τις ευθύνες στον εργοδότη. Οι απαιτήσεις για επίσπευση του χρόνου ήταν σημαντικές για να ολοκληρωθεί έγκαιρα το έργο για να μην ζητηθούν από τον εργοδότη αποζημιώσεις για τις καθυστερήσεις σε σχετική ρήτρα του συμβολαίου. Η εταιρεία υποστήριξε τις θέσεις της καθ' ης η αίτηση ώστε η ίδια να μην υποστεί ζημιά. Σε διαφορετική περίπτωση ο εργοδότης θα προχωρούσε σε αποκοπές πληρωμών καθώς και το ποσό των €3.075 σε αποζημιώσεις ως ρήτρα καθυστερήσεων. Οι αιτήσεις υποβλήθηκαν τις 22.8.2012, η απόφαση του αρχιτέκτονα εκδόθηκε εκπρόθεσμα και ο εργοδότης αρνήθηκε να την εκτελέσει. Επικαλέστηκε καθυστερήσεις και κακοτεχνίες. Έγιναν συζητήσεις για διακανονισμό, αλλά μέχρι τέλους 2012 ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε τίποτε άλλο προς πληρωμή. Οι αποκοπές ποσών έγιναν από τον εργοδότη εις βάρος της εταιρείας και αφορούσαν καθυστερήσεις που έγιναν από υπαιτιότητα της καθ' ης η αίτηση και που εκτέλεσε εργασίες όχι σύμφωνα με οδηγίες του αρχιτέκτονα. Προτού ο εργοδότης προβάλει απαιτήσεις εναντίον της αιτήτριας, πληρώθηκε στην καθ' ης η αίτηση η τελευταία αναλογία ποσού σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες της. Από τότε έπαυσαν οι πληρωμές σε αυτή σύμφωνα με τις πρόνοιες της υπεργολαβίας που θέλουν την αιτήτρια να αποκόπτει νόμιμα και να συμψηφίζει ποσά εάν είναι υπαίτια για ζημιά. Στην περίοδο μέχρι την 2.10.2012 δεν διαμαρτυρήθηκε για πληρωμή και μόνο τότε απέστειλε επιστολή για διευθέτηση του ποσού. Τον Αύγουστο είχε υποβληθεί ενδιάμεσος λογαριασμός να εξετασθεί από τον αρχιτέκτονα. Εφόσον ο εργοδότης αρνήθηκε να πληρώσει η καθ' ης η αίτηση συμφώνησε να περιμένει την κατάληξη των προσπαθειών προς διευθέτηση των διαφορών της αιτήτριας με εργοδότη και τότε αν δικαιούται πληρωμή να το πάρει. Σε ενάμιση χρόνο αργότερα η καθ' ης η αίτηση επανήλθε και ψευδώς ισχυρίσθηκε μη απάντηση αναφορικά με την θέση από αιτήτρια και ζήτησε να συμφωνηθεί μεταξύ τους λογαριασμός και να τιμολογηθεί για σκοπούς φορολογικούς. Ακολούθως, στις 27.3.2015, σύμφωνα με το τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση Διάλυσης, ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση ότι υπεγράφη συμφωνία τελικού λογαριασμού μεταξύ των εδώ διαδίκων. Σε σχέση με τη συμφωνία σημειώνονται τα ακόλουθα: Ουδέποτε περιήλθε στην γνώση του και ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες σε οιονδήποτε εξουσιοδοτημένο από την Εταιρεία πρόσωπο να την υπογράψει. Ουδεμία σφραγίδα φέρει της Εταιρείας, δεν υπογράφεται από μάρτυρες και δεν αποτελεί πρωτότυπο έγγραφο αλλά αντίγραφο. Αμφισβητείται η ύπαρξη, όσο και η νομιμότητα της και εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής. Είναι δε δεδομένο, ότι κατά την αποστολή και των δύο επιστολών απαίτησης που απέστειλε η Καθ' ης η Αίτηση στην Εταιρεία, ουδέποτε αναφέρθηκε στο έγγραφο αυτό, ούτε και το παρουσίασε. Για πρώτη φορά το προβάλλει στα πλαίσια της Αίτησης Διάλυσης. Σε κάθε περίπτωση, ουδέποτε η Εταιρεία συμφώνησε με το έγγραφο αυτό, ενώ είχε και κατά την ημερομηνία που φέρει τούτο αλλά μέχρι και σήμερα, απαιτήσεις από την Καθ' ης η Αίτηση, οι οποίες και αναμένεται να ξεκαθαρίσουν στα πλαίσια της εκκρεμούσας προαναφερόμενης διαιτησίας. Απαιτήσεις μάλιστα που δύναται να ξεπερνούν ακόμα και το 1 εκ. Οπόταν, σε καμία περίπτωση θα δεσμεύετο η Εταιρεία να αποποιηθεί το δικαιωμάτων της να στραφεί κατά της Καθ' ης η Αίτηση για τις απαιτήσεις αυτές. Στο μεταξύ ο εργοδότης αρνήθηκε να καταβάλει κάποιο ποσό στην αιτήτρια και να συμφωνήσει σε τελικό λογαριασμό του έργου. Η αιτήτρια καταχώρησε την Αίτηση αρ. XXXXX/2015 και εξασφάλισε διάταγμα στις XXXXX.2016 με το οποίο αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ των μερών υπήρχαν διαφορές και όλες οι διαφορές παραπέμφθηκαν σε διαιτησία. Υπεγράφη συμφωνητικό διαιτησίας την 31.10.2016. Ξεκίνησε η διαδικασία της διαιτησίας και μέχρι σήμερα εκκρεμεί. Στα πλαίσια της διαιτησίας κατατέθηκε το δικαιωματικό πρόγραμμα ως μέρος της Έκθεσης Απαίτησης όπου φαίνεται ότι εργασίες αλουμινίων καθυστέρησαν 116 ημέρες. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται από το πρόγραμμα αυτό, ότι ενώ οι εργασίες της Καθ' ης η Αίτηση επί του Κτηρίου 7 (γίνεται αναφορά μόνο στο κτήριο αυτό καθότι αφορά καθυστερήσεις της κρίσιμης διαδρομής όπως επεξηγείται στην λεκτική παρουσίαση του δικαιωματικού προγράμματος), ενώ έπρεπε να ξεκινήσουν στις 5/11/2009 και να ολοκληρωθούν στις 25/2/2010, η Καθ' ης η Αίτηση, αδικαιολόγητα καθυστέρησε, σε διάφορα στάδια πριν την έναρξη των εργασιών στο Κτήριο 7, έως και την 8/3/2010 οπότε και ξεκίνησαν οι εργασίες σ' αυτό και ολοκληρώθηκαν στις 21/6/2010. Σύνολο 116 ημέρες καθυστέρηση. Ο χρόνος αυτός των 116 ημερών, προκύπτει από την διαφορά των ημερομηνιών περάτωσης των εργασιών της αρχικής συμβατικής υποχρέωσης, έως την τελική που προκύπτει μετά από τους επηρεασμούς. Η καθυστέρηση ήταν από υπαιτιότητα της καθ' ης η αίτηση και αυτό έφερε αλυσιδωτές επιπτώσεις στο σύνολο των εργασιών. Το συνολικό ποσό απαίτησης της Εταιρείας εναντίον του εργοδότη, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων για αποκοπές ποσών λόγω καθυστερήσεων και κακοτεχνιών, ανάμεσα σ' αυτές και οι καθυστερήσεις που σημειώθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση, ανέρχεται σε ποσό πέραν των €8.000.000. Οι εκτιμηθείσες δε ζημιές και απώλεια κερδών που υπέστη η Εταιρεία εξαιτίας των καθυστερήσεων και μη σύμφωνων με τις οδηγίες του αρχιτέκτονα εργασιών της, υπολογίζεται στα €1.700.000,00 περίπου. Το ποσό τούτο, η Εταιρεία το απαιτεί από τον εργοδότη σύμφωνα με τα όσα η Καθ' ης η Αίτηση μετέφερε προς αυτή, προκειμένου να δικαιολογήσει τις δικές της ατασθαλίες, κακοτεχνίες και καθυστερήσεις, που οδήγησαν στην αποκοπή ποσών από τον εργοδότη του Έργου από τις εκτελεσθείσες υπ' αυτή εργασίες. Εάν δε αποδειχθεί στα πλαίσια της διαιτησίας αυτής, ότι όντως η καθυστέρηση οφείλετο στην Καθ' ης η Αίτηση, τότε η Εταιρεία θα κληθεί να καταβάλει και για κάθε μέρα καθυστέρησης, το ποσό των €3.075, ήτοι σύνολο για 116 ημέρες, €356.700. Στην εκκρεμούσα διαδικασία της διαιτησίας η καθ' ης η αίτηση εταιρεία κλήθηκε από τον εργοδότη του έργου. Εξαιτίας των δεδομένων και εκκρεμούντων διαφορών μεταξύ της αιτήτριας, εργοδότη του έργου που αφορούν και τις απαιτήσεις της καθ' ης η αίτηση αυτή δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση αίτησης διάλυσης. Τέτοια αίτηση γίνεται μόνο για εκκαθαρισμένες απαιτήσεις. Οι απαιτήσεις αυτές αντικατοπτρίζουν στην ουσία μέρος των ζημιών που είχε υποστεί η αιτήτρια από υπαιτιότητα της καθ' ης αίτηση. Είχε δικαίωμα η αιτήτρια να αφαιρέσει, αποκόψει και να συμψηφίσει τις ζημιές αυτές. Το ποσό θα αποκρυσταλλωθεί μόνο στα πλαίσια της διαιτησίας. Εάν αυτά που προβάλει η καθ' ης η αίτηση για να δικαιολογήσει τις δικές της ατασθαλίες δεν ευσταθούν ή δεν γίνουν πιστευτά η αιτήτρια θα υποστεί ζημιά που θα ξεπερνά το ποσό των €1.700.000 που υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό στην αίτηση εκκαθάρισης. Την 16.10.2017 η καθ' ης η αίτηση απέστειλε επιστολή με επίκληση στο άρθρο 212α του Κεφ. 113 που απαντήθηκε δεόντως από τους δικηγόρους της αιτήτριας και απέρριψαν την απαίτησή της. Μεσολάβησαν διαβουλεύσεις προς εξεύρεση τρόπου επίλυσης των προβλημάτων και η καθ' ης η αίτηση απέστειλε νέα επιστολή με το ίδιο περιεχόμενο την 7.6.2018 με εκ νέου απειλή προώθησης αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της αιτήτριας. Αυτή η επιστολή απαντήθηκε από τους δικηγόρους της αιτήτριας την 5.9.2018. Αυτό έγινε έξι χρόνια αργότερα ώστε καταχρηστικά και καταπιεστικά να εξαναγκάσει την αιτήτρια να πληρώσει ποσό που αμφισβητείται. Προώθηση καταστροφικής αίτησης θα επιφέρει με βεβαιότητα καταστροφικά αποτελέσματα στην αιτήτρια, απώλεια πελατών και μείωση του κύκλου εργασιών και στη συνέχεια αδυναμία της εταιρείας να ανταπεξέλθει στην καθημερινή της λειτουργία. Η απαγόρευση δημοσιεύσεων δεν θα επηρεάσει τα δικαιώματα κάποιου πιστωτή. Η τυχόν δημοσίευση ή κοινοποίηση της αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Εταιρείας, αλλά και η ίδια η συνέχιση και προώθηση της αίτησης αυτής, θέτει σε κίνδυνο τη συνέχιση ισχύος των υφιστάμενων, εκκρεμούντων προς εκτέλεση συμβολαίων της, και αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Καθ' ης η Αίτηση, ένεκα του ότι υπήρξε κατ' εξοχήν υπεργολάβος της Εταιρείας σε θέματα αλουμινίων τα τελευταία περίπου 20 χρόνια. Η δε φήμη και πελατεία της Εταιρείας με την τυχόν γνωστοποίηση ή δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης, θα πληγεί ανεπανόρθωτα, με αντίστοιχες οικονομικές και άλλες ζημιές και απώλεια κερδών. Εξού και προωθεί την Αίτηση Διάλυσης η Καθ' ης η Αίτηση, εκβιαστικά και με τον κίνδυνο απώλειας των έργων που η Εταιρεία εκτελεί με το δημόσιο, αλλά και ιδιώτες, επιδιώκει δια της αιτήσεως αυτής να την εξαναγκάσει σε καταβολή μη εκκαθαρισμένων και δικαίως αμφισβητούμενων ποσών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εταιρεία στο παρόν στάδιο είναι συμβαλλόμενο μέρος με το Δημόσιο, είτε αποκλειστικά ως μόνος εργολάβος, είτε σε συνεργασία με άλλες εταιρείες ως υπεργολάβοι της, σε δημόσια έργα και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων: I. Έχει αναλάβει την κατασκευή και 10ετή συντήρηση του βιολογικού σταθμού στο ΒΑΤΙ. II. Την 20ετή λειτουργία του βιολογικού σταθμού στον Αστρομερίτη. III. Την 10ετή συντήρηση του συνεδριακού Κέντρου «Φιλοξένια» στην Λευκωσία. IV. Την 15ετή συντήρηση του Κτήριού Πολεοδομίας και Οικήσεως στην Λευκωσία. Περαιτέρω, έχει υποβάλει σχετικές προσφορές για την ανάληψη έργων του δημοσίου και αναμένεται να κατακυρωθούν υπέρ της σημαντικά έργα. Δύο εξ αυτών, τα έργα για το Γήπεδο της Λεμεσού και για το Αντλιοστάσιο της Λάρνακας. Τυχόν προώθηση της αίτησης εκκαθάρισης της Εταιρείας, ή ακόμα και απλής δημοσίευσης ή γνωστοποίησης της σχετικής προς τον σκοπό τούτο αίτησης, θα αναγκάσει την Εταιρεία να εγκαταλείψει τα έργα, και αν δεν το κάνει, θα την εξαναγκάσει το ίδιο το Δημόσιο ως εργοδότης να το πράξει, καθότι αποτελεί ρητό όρο όλων των συμβολαίων του δημοσίου, η άμεση παύση και τερματισμός τους, στις περιπτώσεις που έχει προωθηθεί σχετική αίτηση εναντίον του συμβαλλομένου εργολάβου του. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Καθ' ης η Αίτηση ένεκα, όπως προαναφέρθηκε, της συνεργασίας της με την Εταιρεία τα τελευταία 20 περίπου χρόνια, εξ ου και επέλεξε την οδό της Αίτησης Εκκαθάρισης. Για να εξαναγκάσει την Εταιρεία να της καταβάλει ποσά μη εκκαθαρισμένα προκειμένου να αποφύγει το ρίσκο κατάρρευσης της, ακόμα και με την απλή δημοσίευση της αίτησης αυτής. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει 9 λόγους ένστασης. 1. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό και/ή πραγματικά υπόβαθρο. 2. Η υπό εξέταση αίτηση περιλαμβάνει θέσεις και επιχειρηματολογία η οποία δεν εμπίπτει στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης και/ή ουσιαστικά πρόκειται για υπεράσπιση στην κυρίως αίτηση. 3. Τα όσα εγείρει η Αιτήτρια άπτονται της ουσίας της κυρίως αίτησης εκκαθάρισης και/ή θα πρέπει να αποφασιστούν κατόπιν προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τους διάδικους και/ή το Δικαστήριο δεν δύναται να υπεισέλθει και/ή να αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης εκκαθάρισης και/ή των πραγματικών γεγονότων στο παρόν στάδιο και/ή στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. 4. Η κυρίως αίτηση είναι απολύτως δικαιολογημένη και βασίζεται σε εκκαθαρισμένη απαίτηση στην οποία δεν υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση. 5. Η Αιτήτρια δεν έχει δείξει ότι υπάρχει γνήσια αμφισβήτηση και εγείρει θέματα τα οποία αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων σε μια προσπάθεια να προκαλέσει καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας. Η Αιτήτρια πριν την επίδοση της απαίτησης προς αυτήν ουδέποτε έθεσε οιοδήποτε από τα θέματα τα οποία εγείρει τώρα προς την Καθ' ης η Αίτηση. 6. Η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση είναι γνήσια, για συγκεκριμένο εκκαθαρισμένο ποσό και η Καθ' ης η Αίτηση είναι πιστωτής εν τη εννοία του Νόμου. 7. To οφειλόμενο ποσό αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση, η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Αιτήτρια, η οποία για πρώτη φορά εγείρει ισχυρισμούς περί μη εκκαθαρισμένης και/ή αμφισβητούμενης οφειλής, εκ των υστέρων και/ή κακόπιστα και/ή καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες της και/ή η αμφισβήτηση είναι κακόπιστη και/ή δεν είναι ουσιαστική. 8. Η διαγραφή δικογράφου, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση η διαγραφή της καταχωρηθείσας αίτησης για διάλυση, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι το οποίο σαφώς δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. 9. Οι προσπάθειες που έγιναν για εξεύρεση λύσης δεν αφορούσαν την οφειλή ή μη του ποσού εκ μέρους της Αιτήτριας, αλλά του τρόπου καταβολής αυτού και η Αιτήτρια δήλωσε αδυναμία καταβολής αυτού. Εν πάση περιπτώσει αυτά δεν είναι θέματα τα οποία εξετάζονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο XXXXX Παπαϊωάννου, διευθυντής της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Αρνείται ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες από την καθ' ης η αίτηση δεν συνάδαν με τις υποδείξεις του αρχιτέκτονα. Ποτέ δεν είχαν γίνει υποδείξεις, οχλήσεις περί καθυστερήσεων ή μη ορθή εκτέλεση οδηγιών του αρχιτέκτονα. Οι επιστολές ημερομηνίας 30.4.2009 και 15.6.2009 δεν έχουν σχέση με καθυστερήσεις ή μη πιστή εκτέλεση των εργασιών των καθ' ων η αίτηση. Το περιεχόμενο των επιστολών αυτών μιλά από μόνο του. Στο τεκμήριο 2 αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα ότι οι υπεργολάβοι ξυλουργικών εργασιών και κατασκευών αλουμινίου θα έπρεπε να είχαν γίνει από τον προμηθευτή ειδών κιγκαλερίας. Καμία όχληση υπήρξε από την αιτήτρια σε σχέση με καθυστερήσεις και την εργασία τους και δεν υπάρχει καμία γραπτή αναφορά της αιτήτριας σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα που θα ήταν λογικό να υπάρχει εάν τα πιο πάνω γεγονότα ήταν η πραγματικότητα. Σε σχέση με το τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην αίτηση δεν υπάρχει αναφορά σε καθυστερήσεις αλλά στην πιθανότητα η καθ' ης η αίτηση να μην μπορέσει να ανταποκριθεί στο υπάρχον χρονοδιάγραμμα. Η ίδια η αιτήτρια ανέφερε ότι οι εργασίες για το σύνολο του έργου εκτελούνταν κανονικά μέχρι την 22.9.2010 και τότε ολοκληρώθηκαν. Προσπαθεί η αιτήτρια να δημιουργήσει τεχνητές αμφιβολίες στην απαίτηση της καθ' ης η αίτηση. Είναι ισχυρισμοί που δεν υποστηρίζονται από κάποιο έγγραφο. Αναφορικά με την παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα: Η συμφωνία ημερομηνίας 27.3.2015 υπεγράφη μετά από έλεγχο ο οποίος έγινε από την αιτήτρια και κατέληξαν στον τελικό λογαριασμό. Τη συμφωνία υπογράφει ο κ. XXXXX Βαλιαντής ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος του έργου (Τεκμήριο 1). Ήταν το άτομο το οποίο διευθετούσε τους τελικούς λογαριασμούς, όχι μόνο για το συγκεκριμένο έργο, αλλά με τον ίδιο είχαν συνεργασία και σε όλα τα έργα που συνεργάζονταν με την αιτήτρια. Η αιτήτρια ουδέποτε συμφώνησε με το έγγραφο αυτό ή ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε την υπογραφή αυτού. Το άτομο που υπέγραψε είναι υπάλληλος της αιτήτριας, είναι αυτός τον οποίο γνώριζαν ότι ήταν ο υπεύθυνος για τη διευθέτηση των τελικών λογαριασμών. Η αιτήτρια ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είχε οποιεσδήποτε απαιτήσεις έναντι της καθ' ης η αίτηση, γι' αυτό και ουδέποτε ήγειρε οποιαδήποτε απαίτηση, ούτε μετά την αποστολή προς αυτήν των επιστολών ημερομηνίας 2.10.2012 και 25.4.2014 (Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Αντίθετα, μετά την επιστολή ημερομηνίας 25.4.2014 υπεγράφη η συμφωνία ημερομηνίας 27.3.2015 μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση, σύμφωνα με την οποία κατέληξαν στο συνολικό ποσό των €890.963,00 προς πλήρη και τελική διευθέτηση όλων των θεμάτων που πηγάζουν από την μεταξύ τους συμφωνία. Μετά τη συμφωνία ημερομηνίας 27.3.2015 το διατακτικό πληρωμής ημερομηνίας 24.4.2015 για το ποσό των €96.465,00 (Τεκμήριο 2). Ακολούθως, το λογιστήριο της αιτήτριας απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 30.4.2015 η οποία στάληκε μέσω τηλεομοιότυπου στις 5.5.2015 με την οποία ζητούσε να προσκομίσει η καθ' ης η αίτηση κάποια στοιχεία για να προχωρήσει στην πληρωμή (Τεκμήριο 3). Η αιτήτρια τα έστειλε, η πληρωμή όμως δεν έγινε, παρά το ότι στάληκε από την καθ' ης η αίτηση και το τιμολόγιο αρ. 0495 ημερομηνίας 6.5.2015. Επί του τεκμηρίου 11 δεν υπάρχει καμία αναφορά σε κατασκευές αλουμινίου και καμία επιστολή ή άλλο έγγραφο είχε αποσταλεί στην καθ' ης η αίτηση με αναφορά σε ατασθαλίες, κακοτεχνίες και καθυστερήσεις της καθ' ης η αίτηση που οδήγησαν σε αποκοπή ποσών από τον εργοδότη του έργου. Όλοι οι ισχυρισμοί αυτοί προτάθηκαν μετά την αποστολή της απαίτησης της καθ' ης η αίτηση. Η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη διότι βασίζεται σε διατακτικό το οποίο εξέδωσε η ίδια η αιτήτρια κατόπιν αποστολής του τιμολογίου το οποίο παρέλαβε η αιτήτρια η οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή αρνήθηκε ότι οφείλει το ποσό. Αντίθετα, με την επιστολή ημερομηνίας 30.4.2015 δηλώνει ότι θα πληρώσει. Το ποσό του τιμολογίου προκύπτει από την τελική συμφωνία διακανονισμού μεταξύ της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση. Ο ισχυρισμός ότι αυτός ο διακανονισμός δεν ήταν εξουσιοδοτημένος δεν στηρίζεται σε τεκμήρια και είναι ισχυρισμός που προβλήθηκε για να καθυστερήσει η διαδικασία. Η επιστολή τεκμήριο 13 αφορά την πρώτη αναφορά ισχυρισμό για κακοτεχνίες. Έγιναν διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών όπου συμφώνησαν ότι όφειλαν το απαιτούμενο ποσό αλλά αδυνατούσαν να το καταβάλουν. Ούτε ευσταθεί ότι η καθ' ης η αίτηση αδράνησε στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων της για 6 χρόνια. Το τελικό διατακτικό πληρωμής εκδόθηκε στις 24.4.2015 και το τιμολόγιο με αριθμό 495 στις 6.5.2015 και η αιτήτρια έκανε υποσχέσεις να πληρώσει αλλά υπήρχε αδυναμία να υλοποιήσει την υπόσχεση. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στην ουσία αυτό που επιδιώκουν οι αιτητές είναι να παρεμποδίσουν τους καθ' ων η αίτηση να προωθήσουν την αίτηση τους. Επειδή η κυρίως αίτηση αφορά αναγνωρισμένη από τον νόμο διεκδίκηση στο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουσθούν θα πρέπει να στερηθεί το δικαίωμα αυτό μόνο για αδιαμφησβήτητους λόγους. Ο αποδεικτικός τοίχος που δικαιολογεί φραγμό στο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να ακουσθούν, πρέπει να τεθεί πολύ ψηλά. Τo θέμα που έχουν εγείρει οι αιτητές είναι ότι η αίτηση εγείρεται καταχρηστικά για αλλότριους λόγους, όχι επειδή η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη της, αλλά για να πιεστούν να πληρώσουν ποσό χρημάτων που αμφισβητείται στο παρόν στάδιο κατά πόσο οφείλεται. Η θέση τους ως έχει διατυπωθεί είναι ότι ο εργοδότης του έργου δεν τους έχει πληρώσει ως εργολάβους του έργου και αυτή η διαφορά είναι το αντικείμενο διαιτησίας. Στον βαθμό που ο εργοδότης κριθεί ότι έχει δίκαιο, αυτό οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση ήτοι, δεν εκτέλεσαν ικανοποιητική ποιότητα εργασίας και καθυστέρησαν την εκτέλεση του έργου 116 ημέρες, με αποτέλεσμα να προκληθεί η αποδιοργάνωση του όλου έργου με επακόλουθες συνέπειες. Σε τέτοια περίπτωση, επικαλούνται πρόνοια στην γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών που δίδει στον εργολάβο το δικαίωμα να κάνει προσθαφαιρέσεις από τα οφειλόμενα στους καθ' ων η αίτηση ποσά. Κύριος λόγος που θεωρούν ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει καν να ακούσει την αίτηση διάλυσης, είναι επειδή η οφειλή που θεμελιώνει την αίτηση είναι αμφισβητούμενη και όχι εκκαθαρισμένη. Οι πρόνοιες του άρθρου 211 του περί Εταιρειών Νόμου προβλέπουν ότι εταιρεία μπορεί να διαλυθεί από το Δικαστήριο εάν η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Το άρθρο 212 προνοεί ότι μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της εάν η διαδικασία εκτέλεσης που θεμελιώνεται σε δικαστική απόφαση η διαταγή του Δικαστηρίου υπέρ του πιστωτή διεκπεραιωθεί χωρίς να ικανοποιηθεί ο πιστωτής είτε για όλο το ποσό ή μέρος του ποσού. Το άρθρο 218 του Κεφ. 113 προνοεί ότι πιστωτής δύναται να αιτηθεί για τη διάλυση της οφειλέτιδας εταιρείας με εναρκτήρια αίτηση (petition). Ο κανονισμός 92 των Company (Winding
- up)rules του 1933 που έχουν εφαρμογή παραπέμπουν στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας ως δικονομικό πλαίσιο για ζητήματα που μπορεί να προκύψουν στην διαδικασία διάλυσης εταιρείας. Όμως ο κ. 92 προνοεί ότι οι θεσμοί της πολιτικής δικονομίας εφαρμόζονται μόνο στο βαθμό που δεν έρχονται σε αντίθεση με τους Company (Winding
- up)rules. [βλ. KMC Motors Ltd. v. Jorephanco Trading and Contracting Co. 1 ΑΑΔ 390
(1984)]. Στην περίπτωση που γίνει αίτηση για την διάλυση εταιρείας είναι φανερό ότι το δικονομικό μέτρο που εφαρμόζεται με βάσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 είναι εναρκτήρια αίτηση (petition) επομένως, δεν έχει εφαρμογή η Δ.48 διότι υπάρχει συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια που προβλέπει την διαδικασία με την οποία πιστωτής θα ζητήσει από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για την διάλυση της οφειλέτιδας εταιρείας. Πιστωτής δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για την διάλυση εταιρείας μόνο στην περίπτωση που πληρούται μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 212 του Κεφ. 113. Οι αιτητές επικαλέστηκαν το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 για να στηρίξουν το αίτημα τους για διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας. Είναι θέση τους στα πλαίσια της αίτησης ότι η οφειλή είναι εκκαθαρισμένη και ότι μπορούν να αποδείξουν ότι η καθ' ης η εταιρεία στην αίτηση διάλυσης δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Προς τούτο, επικαλούνται τελικό λογαριασμό πληρωμής ημερομηνίας 27.3.2015 που ισχυρίζονται ότι είχε υπογραφτεί από την αιτήτρια εταιρεία και τους ιδίους ως υπεργολάβους για το επίδικο ποσό των €890.968,00 προς πλήρη και τελική διευθέτηση των θεμάτων που πηγάζουν από την μεταξύ τους συμφωνία ημερομηνίας 29.10.2008 συμπεριλαμβανομένων όλων των απαιτήσεων, ανταπαιτήσεων και διαφορών μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σύμφωνα με την συνημμένη περίληψη. Το έγγραφο περιέχει το ακόλουθο λεκτικό ότι το 'καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύεται ανέκκλητα ότι δεν θα εγείρει στο μέλλον οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με το υπό αναφορά έργο σε σχέση με τα συμφωνηθέντα.' (τεκμήριο Ζ στην ένσταση). Οι λεπτομέρειες του έργου για τις κτιριακές εγκαταστάσεις των κοινών δραστηριοτήτων του Πανεπιστημίου Κύπρου που είναι αναπόσπαστο μέρους του εγγράφου (τεκμήριο 2 στην ένσταση) καταδεικνύουν ότι έχουν γίνει πληρωμές ύψους €794.500 έναντι του οφειλόμενου ποσού που περιλαμβάνει και επιπρόσθετες εργασίες ύψους €61.200 και παραμένει ως υπόλοιπο το ποσό των €96.465,00 που τα μέρη έχουν αναγνωρίσει σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ότι συνιστά δεσμευτική και τελεσίδικη συμφωνία του τελικού λογαριασμού και ότι δεν υπάρχει καμία εκκρεμότητα αναφορικά με τα υπό αναφορά θέματα. Το έγγραφο είναι φωτοαντίγραφο και είναι υπογραμμένο. Στην συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν το τιμολόγιο αριθμό 495 και βάση αυτού στις 16 Οκτωβρίου 2017 απέστειλαν απαίτηση πληρωμής στους αιτητές βάση τελικού διατακτικού πληρωμής που εξέδωσαν οι αιτητές. (βλ. Τεκμήριο 12 στην αίτηση). Συνεπώς, προκύπτει ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν παραθέσει λεπτομερή στοιχεία και τεκμήρια για να αποδείξουν ότι το ποσό που ζητείται με την αίτηση διάλυσης οφείλεται. Είναι θέση των αιτητών στην παρούσα αίτηση ότι αυτό το ποσό δεν οφείλεται και θέση τους είναι ότι οι λογαριασμοί που έχουν παρουσιάσει οι καθ' ων η αίτηση δεν είναι γνήσια έγγραφα. Αναφέρουν ότι ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες σε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από την εταιρεία να υπογράψει τον τελικό λογαριασμό και αυτό δεν φέρει την σφραγίδα της εταιρείας. Αμφισβητείται η εγκυρότητα της συμφωνίας αυτής και ήταν θέση τους ότι το έγγραφο αυτό δεν παρουσιάσθηκε μαζί με τις δύο επιστολές απαίτησης του χρέους. Σε κάθε περίπτωση η εταιρεία ουδέποτε συμφώνησε με το έγγραφο αυτό αφού ο εργολάβος έχει απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο έναντι του εργοδότη στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας που εκκρεμεί. Επιπρόσθετα , προς επίρρωση της θέσης ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι γνήσιο επικαλούνται την καθυστέρηση των καθ' ων η αίτηση να απαιτήσουν έγκαιρα το οφειλόμενο ποσό δυνάμει αυτό με αποτέλεσμα αυτό το δικαίωμα να έχει παραγραφεί ως αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66
(1)/
- Έχει τεθεί ενώπιον μου αναντίλεκτη μαρτυρία ότι τα μέρη έχουν συναντηθεί προς τον σκοπό της εξεύρεσης διακανονισμού για το χρέος μετά το 2015 χωρίς όμως να καταλήξουν σε κάποιο αποτέλεσμα. Είναι η άποψη μου ότι το γνήσιο ή όχι της απαίτησης χρέους είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το γνήσιο του εγγράφου ημερομηνίας 27.3.2015 βάση του οποίου εκδόθηκε το τιμολόγιο που είχε αποσταλεί στους αιτητές για πληρωμή και αποτέλεσε η αιτία να αποσταλούν δύο απαιτήσεις πληρωμής στον διευθυντή της αιτήτριας εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 212α του Κεφ.
- Στην περίπτωση που το έγγραφο είναι γνήσιο και τα μέρη είχαν διεξαγάγει συνομιλίες γύρω από το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου θα πρέπει η αίτηση εκκαθάρισης να ακουσθεί διότι δεν είναι η περίπτωση που οι καθ' ων η αίτηση προωθούν το συγκεκριμένο αίτημα κακόπιστα αλλά επειδή θεωρούν είτε ορθά ή λανθασμένα ότι έχουν δικαίωμα στο ποσό ως η αδιαμφισβήτητη οφειλή που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών. Αν το έγγραφο αυτό δεν είναι γνήσιο ή εάν αληθεύει ότι άγνωστο και μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την εταιρεία το υπέγραψε και το έβγαλαν οι καθ' ων η αίτηση από τα συρτάρια τους εκ των υστέρων για να πιέσουν τα πράγματα ενώ γνωρίζουν ότι εκκρεμεί η διαιτησία που συμπεριλαμβάνει και ζητήματα που άπτονται της συμφωνίας υπεργολάβου βάση της οποίας δύναται να γίνουν και άλλες αποκοπές για να τεκμηριώσουν την οφειλή τότε η αίτηση εκκαθάρισης προωθείται κακόπιστα. Το καλόπιστο του χρέους εξαρτάται κατά την άποψη μου από το πιο πάνω γεγονός διότι εάν το έγγραφο είναι πλαστό ή πλασματικό ως προς το περιεχόμενο του οι καθ' ων η αίτηση έχουν ενεργήσει με δόλιο τρόπο και έτσι δεν ενεργούν καλή τη πίστει. Στην υπόθεση Moulettaris Machinery Co. Ltd. v Ζήνωνος 1 ΑΑΔ 1649
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι οι περιστάσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 212 δεν περιορίζουν την γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία μίας εταιρείας να πληρώνει τα χρέη της. Οι εξειδικευμένοι λόγοι που απαριθμούνται στο άρθρο 212 όμως εάν αποδειχθούν εγείρουν νομοθετικά τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας της πληρωμής χρεών. Στην υπόθεση Constructions Ltd. v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων 1 ΑΑΔ 14
(1991)επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το άρθρο 211(e) αφορά γενικότερη εξέταση του ζητήματος κατά πόσο μία εταιρεία είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μέσα σ' αυτό το γενικότερο πλαίσιο λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και αυτά που έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου η οφειλέτιδα εταιρεία. Όμως στην περίπτωση όπου η αίτηση βασίζεται στις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται στο άρθρο 212 οδηγεί από μόνο του στην κατάληξη ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. Εξηγήθηκε ότι σε τέτοια περίπτωση εγείρεται το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής των χρεών. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την περίπτωση ο Διευθυντής Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων είχε καταχωρήσει 19 εντάλματα κινητών εναντίον της οφειλέτιδας εταιρείας και ότι και τα 19 επεστράφησαν ανεκτέλεστα. Υπό το φως τέτοιας πειστικής μαρτυρίας δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλη κατάληξη παρά του ότι η οφειλέτιδα εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τα χρέη της και έτσι με βάση των αρχών της επιείκειας ήταν ορθό να εκδοθεί το διάταγμα. Η πιο πάνω νομολογία προέκυψε μετά από σχετική ανάλυση της Αγγλικής νομολογίας όπου ερμηνεύονται τα άρθρα 222 και 223 του Αγγλικού Bankruptcy Act 1948 που έχουν το ίδιο λεκτικό με τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ.
- Η Αγγλική υπόθεση In re Douglas Griggs Engineering Ltd. 1 Ch.D. [1963] 19 είναι βοηθητική σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται από το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει ενώπιον του αίτηση που βασίζεται στο Αγγλικό άρθρο 223 το οποίο είναι αντίστοιχο με το δικό μας άρθρο
- Σε εκείνη την υπόθεση οι πιστωτές είχαν εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον της οφειλέτιδας εταιρείας και απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους της οφειλέτιδας εταιρείας και ζήτησαν να πληρωθούν ή να υποδείξουν οι δικηγόροι της εταιρείας κατά πόσο υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας για να εκτελέσουν την απόφαση στην περίπτωση που η οφειλέτιδα εταιρεία ήθελε να αρνηθεί να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Οι δικηγόροι της οφειλέτιδας εταιρείας απάντησαν ότι δεν είχαν στο γραφείο τους περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας για να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση και ούτε είχε περιουσιακά στοιχεία η οφειλέτιδα εταιρεία στο εγγεγραμμένο της γραφείο. Αυτή η μαρτυρία αποδείχθηκε ικανοποιητική για να κρίνει το Δικαστήριο ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Είναι φανερό επομένως, ότι σκοπός αυτών των άρθρων ήταν να απαλλάξει τον πιστωτή από εξαντλητική απόδειξη σε σχέση με την ικανότητα της οφειλέτιδας εταιρείας να πληρώνει τα χρέη της, ώστε να δικαιούται εκεί που είναι ορθό την έκδοση διατάγματος. Στο σύγγραμμα Palmers Company Law 20th edition, Chapter 69, Winding up by the Court, pg. 697, επεξηγείται ότι συνήθως όταν καταχωρείται αίτηση διάλυσης που επικαλείται την αδυναμία της εταιρείας να πληρώνει τα χρέη της ως λόγος για την διάλυση της εταιρείας, συνήθως η μόνη οδός που απομένει για την χρεώστρια εταιρεία να πετύχει την απόρριψη της αίτησης, είναι να καταδείξει ότι υπάρχει καλή τη πίστει αμφισβήτηση του χρέους. The fact that the petitioner has made repeated application for payment and that the company has neglected to pay affords cogent evidence that it is unable to pay its debts and this is the evidence generally relied upon. Almost the only answer open to the company is to show that the debt claimed is bona fide disputed in which case a winding up petition is not a proper mode of enforcing it. Δεν είναι επιτρεπτό να χρησιμοποιείται η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα που αμφισβητεί ότι οφείλει. Όπως επεξήγησε το Εφετείο στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd V. In Re The Companies Law, Cap. 113,
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 κατά την εξέταση αιτήσεως για την διάλυση της εταιρείας έχουν εφαρμογή οι αρχές της επιεικείας και έτσι στην περίπτωση που διάδικος χρησιμοποιεί αυτή την διαδικασία για άλλο σκοπό από αυτή που προορίζεται, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει ζήτημα διαγραφής της αίτησης εκ προοιμίου. Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει επίσης εξηγηθεί σε πολλές αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό όμως δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με τις αρχές της επιείκειας (equity), όπως αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. Θα ήταν πράγματι άδικο να επέτρεπε το Δικαστήριο την προώθηση της διαδικασίας διάλυσης με όλα τα συνεπακόλουθα αποτελέσματα πχ. δημοσίευση, αναστολή και παρακώληση στην λειτουργία της εταιρείας εάν διαπίστωνε εκ προοιμίου ότι το θεμέλιο της αίτησης είναι σαθρό, με αποτέλεσμα η αίτηση να συνιστά όχημα καταπίεσης της εταιρείας. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Pelmako το ότι η αίτηση είναι καταχρηστική πρέπει να προκύπτει ξεκάθαρα από την ίδια την αίτηση ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή της ως θέμα δικαίου προτού το Δικαστήριο της επιληφθεί και ακούσει των πραγματικών παραστάσεων των μερών επί της ουσίας. Η διαγραφή αίτησης για διάλυση, όπως και κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Υποδεικνύεται επίσης στην πρωτόδικη απόφαση ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται αυτοτελώς με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει. (Βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R., 425). Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Αναλύεται επίσης η έννοια του όρου "frivolous and vexatious" (Βλ. Bullen & Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12th ed., p. 145). (κακόβουλου και ενοχλητικού δικονομικού μέτρου), για να διαπιστωθεί αν το υπόμνημα για διάλυση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, όπως υπάρχει ισχυρισμός. Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκριση τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ. 113. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602). Από την ανάγνωση της αίτησης διάλυσης των αιτητών δεν θεωρώ ότι μπορώ εκ προοιμίου να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι αυτή η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν προκύπτει από την ανάγνωση της αίτησης ως συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο ή ότι αυτή η αίτηση είναι όχημα καταπίεσης και όχι μία γνήσια προσπάθεια να προωθηθεί τέτοιο διάβημα επειδή η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώνει τα χρέη της. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι οι εκατέρωθεν θέσεις των μερών σε σχέση με το καλόπιστο ή όχι της απαίτησης πληρωμής του χρέους. Ως υπέδειξα, πιο πάνω, είναι αδύνατον στο στάδιο αυτό στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης που έχει γίνει δυνάμει της Δ.48 να γίνουν ευρήματα γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση οριστικά να αποφασίσει επί του ζητήματος κατά πόσο υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Το πιο πάνω ζήτημα θα είναι αντικείμενο για οριστική επίλυση στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Οι καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια αυτής της αίτησης εξάλλου αρνούνται ότι υπάρχει καλή τη πίστει αμφισβήτηση του χρέους και είναι κατά την άποψη μου αδύνατον να αποφασίσω κατά πόσο η αμφισβήτηση του χρέους είναι (bona fide) καλή τη πίστει χωρίς να ακούσω και να αξιολογήσω τις πραγματικές παραστάσεις των μερών επί της ουσίας. Πολλά περιστρέφονται γύρω από την γνησιότητα του εγγράφου 2015. Ακόμη και το ζήτημα της παραγραφής εξαρτάται από το γεγονός της έκδοσης γνήσιου τελικού λογαριασμού αμετάκλητο ως προς τις συνέπειες του καθώς και όλων των απαιτήσεων μεταξύ των μερών. Στο βαθμό που αυτό το έγγραφο είναι γνήσια συμφωνία μεταξύ των μερών, τότε δίκαιο έχουν οι αιτητές ότι εφαρμογή έχει το άρθρο 7
(2)του περί παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 61
(1)/2012 που παρατίθεται πιο κάτω:
(2)Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Εάν προστεθεί στην περίοδο των τριών ετών και η περίοδος της αναστολής, τότε ορθά λογίζεται ότι ο χρόνος της παραγραφής ήταν η 1.1.2019 για τον σκοπό της έγερσης αγωγής, με βάση συμφωνητικό έγγραφο που καταρτίστηκε στις 27 Μαρτίου 2015. Όμως ο νόμος 61
(1)/2012 παραπέμπει στον περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως προς τον ορισμό της λέξης 'αγωγή' .Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του νόμου, 'αγωγή' σημαίνει 'πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ'. Οπότε η παρούσα διαδικασία η οποία έχει καταχωρηθεί το 2018 πρόκειται για πολιτική διαδικασία που έχει ξεκινήσει με άλλο τρόπο συνεπώς, εάν η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη απαίτηση έστω και με συμφωνία του 2015 η αδυναμία των καθ' ων η αίτηση να καταχωρήσουν αγωγή για το ίδιο θέμα δεν σημαίνει αυτόματα ότι το χρέος δεν υφίσταται σε Δικαστήριο εκκαθάρισης που διέπεται από τις αρχές της επιείκειας. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα της παραγραφής εντός των πλαισίων μίας διαδικασίας που δεν προσφέρεται για την τελική διεξαγωγή πραγματικών συμπερασμάτων δεν είναι ορθό και λογικό να αποτελέσει αιτία οι καθ' ων η αίτηση να μην ακουσθούν καθόλου. Ούτε και τελειώνει το ζήτημα της προώθησης αίτησης εκκαθάρισης με την παραγραφή διότι σύμφωνα με την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου η διαφορά του εργοδότη με τον εργολάβο παραπέμφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου σε διαιτησία το 29.2.2016, δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερα της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας μεταξύ των μερών σε σχέση με τον τελικό λογαριασμό. Το ότι η συμφωνία, εάν αποδειχθεί ότι είναι γνήσια, μπορεί να έχει ξεπεραστεί είναι και αυτό ένα ενδεχόμενο ενόψει του γεγονότος ότι τα μέρη συνέχισαν να διαβουλεύονται και οι καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν την απαίτηση τους παρά μόνο το 2018. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι τα πραγματικά ζητήματα που έχουν θέσει τα μέρη ενώπιον μου είναι περίπλοκα. Αυτή η διαδικασία που βασίζεται σε ενδιάμεσο δικονομικό διάβημα δεν είναι το κατάλληλο όχημα επίλυσης αυτών των ζητημάτων. Είναι αυτονόητο ότι εάν δεν μπορώ να καταλήξω σε πραγματικό συμπέρασμα ότι οι καθ' ων η αίτηση ουδέποτε είχαν γνήσια εκκαθαρισμένη απαίτηση για το χρέος, δεν μπορώ να τους στερήσω το δικαίωμα να ακουσθούν στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης για να πείσουν ότι απαίτησαν την οφειλή επειδή έχουν δικαίωμα στα χρήματα. Αυτή δεν είναι μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου αδιαμφησβήτητα γίνεται κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου για άλλο σκοπό. Κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται με τα δικά της γεγονότα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το χρέος είναι αμφισβητούμενο και όχι εκκαθαρισμένο. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν CJ Kyprianou Promotions Ltd 1B AAΔ 991
(2010)το Εφετείο επικύρωσε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που εκδίκασε την ουσία της αίτησης εκκαθάρισης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το χρέος ήταν αμφισβητούμενο και κακώς χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία εκκαθάρισης για να κριθεί κατά πόσο το χρέος πράγματι οφειλόταν. Σε εκείνη την υπόθεση υπήρχαν περίπλοκα γεγονότα που έχρηζαν αξιολόγησης από το Δικαστήριο σε σχέση με την ύπαρξη της οφειλής, μεταξύ άλλων, και την διαπίστωση κατά πόσο υπήρξε διάρρηξη συμβατικής σχέσης εξ υπαιτιότητας της "οφειλέτιδας" εταιρείας. Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποιός θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιός μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Άρθρου 213(Ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Άρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments) [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co.) [1877] 6 Ch. D. 477." Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός στερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό να χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797). Δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης. Η αμφισβήτηση πρέπει να είναι και καλόπιστη (bona fide) (βλ. σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive." Εξαιρετικό παράδειγμα για το τι συνιστά καλή τη πίστει αμφισβήτηση του χρέους είναι η περίπτωση που περιγράφεται στην Αγγλική υπόθεση Mann v. Goldstein 1 WLR 1091 [1968]. Σε εκείνη την περίπτωση δύο ομάδες μετόχων αποφάσισαν να χωρίσουν τα περιουσιακά στοιχεία μίας κοινής εταιρείας. Η μία πλευρά καταχώρησε αίτηση διάλυσης της κοινής επιχείρησης επικαλούμενης οφειλής για αμοιβή διευθυντικού στελέχους της εταιρείας για τα προηγούμενα έτη. Η άλλη πλευρά απάντησε ότι αυτή η οφειλή είχε πληρωθεί. H πλευρά των αιτητών ισχυρίσθηκε ότι ήταν μία θυγατρική εταιρεία του όφειλε χρήματα και όχι η μητρική ενώ ο καθ' ου η αίτηση απάντησε ότι ήταν άλλη εταιρεία που όφειλε τα χρήματα και όχι η θυγατρική. Στην απόφαση το Αγγλικό Δικαστήριο δίδει καθοδήγηση σε σχέση με τον τρόπο προσέγγισης και αξιολόγησης μαρτυρίας σε σχέση με το καλόπιστο της αμφισβήτησης του χρέους. Στα πλαίσια αίτησης για την διάλυση εταιρείας όπως και στην πτωχευτική διαδικασία εφαρμόζονται οι αρχές της επιείκειας. Είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα για την διάλυση εταιρείας μόνο εάν αποδειχθεί με πειστική μαρτυρία ότι πράγματι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώνει τα χρέη της. Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Μαnn πιο πάνω στην περίπτωση που πρόσωπο είναι πιστωτής και νομιμοποιείται να εγείρει τέτοια αίτηση κατά της εταιρείας δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου ότι η αίτηση θα αποτύχει παταγωδώς. Όταν υπάρχει αξίωση για το χρέος και εγείρεται ζήτημα ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της αυτό εξετάζεται στα πλαίσια της αίτησης. "I come now to the allegation of lack of bona fide and to abuse of process. It seems to me that to pursue a substantial claim in accordance to the procedure provided in the normal manner even though with personal hostility and even venom, and from some ulterior motive such as the hope of compromise or some indirect advantage is not an abuse of court or acting mala fide but acting bone fide according to the process. And certainly no authority suggesting otherwise has been brought to my attention. In re Welsh Brick Industries .Lord Greene MR treated a bona fide claim as being a claim based on substantial ground which referred to considering whether or not the dispute is bona fide or putting it another way whether or not there is some substantial ground for defending the action. When the debt is disputed by the company on some substantial ground and not some ground which is frivolous or without substance and which the court should therefore ignore and the company is solvent the court will restrain the prosecution of a petition to wind up the company." Οι καθ' ων η αίτηση αναγνωρίζουν ότι οι αιτητές αμφισβητούν τα στοιχεία που πλαισιώνουν το χρέος, όμως είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αυτά τα επιχειρήματα δεν γίνονται καλή τη πίστει εξαιτίας του ότι η αιτήτρια υπέγραψε την συμφωνία εξέδωσε το διατακτικό και έλαβε το τιμολόγιο χωρίς να αμφισβητήσει τίποτε. Προς αυτό παρέθεσε επιστολή του λογιστηρίου της αιτήτριας, το περιεχόμενο της οποίας μιλά από μόνο του. Ο μόνος όρος που προβλήθηκε τότε, ώστε το λογιστήριο της αιτήτριας να προχωρήσει με την πληρωμή του τιμολογίου, είναι να λάβει το πρωτότυπο . Δεν έθεσε άλλο όρο για την πληρωμή του τιμολογίου με το περιεχόμενο της απαίτησης. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση έχουν επιχειρηματολογήσει ότι οι αιτητές σε ανύποπτο χρόνο που εκτελούσαν τις εργασίες δεν έθεσαν θέμα αδικαιολόγητης καθυστέρησης των καθ' ων η αίτηση . Ούτε έθεσαν ζήτημα ότι η εργασία τους ήταν ελλιπής ή μη ικανοποιητική. Αντίθετα, οι ίδιοι οι αιτητές έχουν προσκομίσει μαρτυρία ότι οι καθ' ων η αίτηση δικαιολογημένα είχαν καθυστερήσει κάποιες εργασίες εξαιτίας των προβλημάτων που προκάλεσε ο εργοδότης. Το ότι οι αιτητές υποστήριξαν τις θέσεις του υπεργολάβου τους σε ανύποπτο χρόνο για να διεκδικήσουν πληρωμή από τον εργοδότη είναι μαρτυρία ότι πιθανόν να μην έχουν καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Όμως αυτό και πάλι δεν μπορεί να αποφασισθεί στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας που δεν προσφέρεται για επίλυση περίπλοκων πραγματικών ζητημάτων. Από την άλλη οι αιτητές προβάλλουν τα άρθρα 2, 5 και 6 της συμφωνίας εργολαβίας τεκμήριο 1 στην αίτηση για να ισχυριστούν ότι εφόσον εκκρεμεί η διαιτησία δεσμευτική για την έγκριση και αποδοχή της εργασίας των καθ' ων η αίτηση παραμένει ανοικτό το θέμα ο εργολάβος να μπορεί να αφαιρέσει ποσό από τα χρήματα που οφείλει ή θα οφείλει στον υπεργολάβο. Προφανώς δεν μπορεί να ευσταθούν και οι δύο θέσεις αλλά και ούτε μπορεί το Δικαστήριο χωρίς να ακούσει και τις δύο πλευρές να αποφασίσει εάν είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι το χρέος δεν είναι εκκαθαρισμένο. Θα ήταν άδικο να στερηθούν οι καθ' ων η αίτηση του δικαιώματος να ακουσθούν εάν πράγματι όλα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ τους το 2015 και μάλιστα με την υπογραφή τελικού λογαριασμού και την αποστολή τιμολογίου που δεν το αμφισβήτησαν οι αιτητές τότε. Σε άλλη Αγγλική Υπόθεση Bryanston Finance Ltd. v De Vries [1976] Ch. 63 το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν δικαιολογείται ο εκ των προτέρων περιορισμός της άσκησης δικαιώματος του πιστωτή να καταχωρήσει αίτηση διάλυσης για χρέος που ισχυρίζεται ότι οφείλεται και είναι δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο εκτός και εάν αποδειχθεί ότι συντρέχουν πολύ σοβαροί λόγοι να διεκδικήσει τον περιορισμό αυτού του δικαιώματος. «It has long been recognized that the jurisdiction of the court to stay an action in limine as an abuse of process is a jurisdiction to be exercised with great circumspection and exactly the same consideration must apply to a quia timet injunction to restrain commencement of proceedings. The principles are in my opinion just as applicable to a winding up petition as to an action. The right to petition the court for a winding up order in appropriate circumstances is a right conferred by statute. A would be petitioner should not be restrained from exercising it except on clear and persuasive grounds.» Εν κατακλείδι, οι καθ' ων η αίτηση με την αίτηση διάλυσης ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές εκκαθαρισμένου χρέους και ισχυρίζονται ότι οι αιτητές ουδέποτε είχαν εγείρει ζήτημα σε σχέση με την εργασία τους. Επικαλούνται ένα έγγραφο που ισχυρίζονται ότι συνιστά τελικός λογαριασμός και που περιέχει λεκτικό που δεν χωράει αμφισβήτηση ως προς το οφειλόμενου του χρέους. Οι αιτητές έχουν καταχωρήσει λεπτομερή ένορκη δήλωση που περιέχει θέματα προς εκδίκαση. Έχουν εγείρει ζήτημα ότι πιθανόν να έχουν να πάρουν το ποσό των €356.700 δυνάμει της συμφωνίας υπεργολαβίας στην περίπτωση που στα πλαίσια της διαιτησίας αποφασισθεί ότι οι καθ' ων η αίτηση αδικαιολόγητα προκάλεσαν καθυστέρηση στο έργο. Εγείρουν ζήτημα ότι ενόψει αυτής της εκκρεμοδικίας οι καθ' ων η αίτηση κακόπιστα και εν αναμονή της εκκρεμοδικίας επιχειρούν να πιέσουν τα πράγματα για να πληρωθούν ενώ γνωρίζουν ότι υπάρχει βάσιμη πιθανότητα ότι θα κληθούν να επιστρέψουν χρήματα που οι αιτητές τους έχουν ήδη καταβάλει. Εξαιτίας της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας δεν μπορώ να καταλήξω σε πραγματικά ευρήματα σε σχέση με το βάσιμο των θέσεων της κάθε πλευράς. Οι αιτητές στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης οφείλουν, στον βαθμό που ουσιώδη γεγονότα αμφισβητούνται, να ζητήσουν να προσφέρουν προφορική ή έτερη μαρτυρία ώστε να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που εναποτίθεται στους ώμους των αιτητών, ώστε να δικαιούνται να ζητούν την εκκαθάριση της εταιρείας με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113. Κατά την εναρκτήρια αίτηση το Δικαστήριο οφείλει να κάνει ευρήματα γεγονότων και στο βαθμό που τα γεγονότα είναι αντικρουόμενα ή ελλιπής ο αιτητής οφείλει να τα αποδείξει με πρόσθετη μαρτυρία ή με αντεξέταση των μαρτύρων που αντικρούουν τα γεγονότα της αίτησης. Στη υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπάρη για άδεια και καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari ημερομηνίας 03.12.2013, η Δικαστής Σταματίου επεξήγησε ότι στα πλαίσια εναρκτήριων αιτήσεων η μαρτυρία της υπόθεσης περιορίζεται συνήθως στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και ένστασης, αλλά εκεί όπου υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα σημαντικά για την επίλυση των σημαντικών ζητημάτων, το Δικαστήριο πάντοτε διατηρεί την εξουσία να επιτρέψει την λήψη και προφορικής μαρτυρίας. «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd ημερομηνίας 28.05.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Στην παρούσα περίπτωση, τα γεγονότα επιβεβαιώνονται με αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις. Αμφισβητούμενο γεγονός είναι το κατά πόσο το χρέος είναι οφειλόμενο και κατά πόσο υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους για τους λόγους που έχουν υποστηρίξει οι αιτητές και ενόψει της ύπαρξης εκκρεμοδικίας μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου του έργου. Χωρίς θετικό πραγματικό εύρημα του Δικαστηρίου περί τούτου δεν δύναται να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Δεν μπορεί αυτόματα να υιοθετηθεί η εκδοχή των αιτητών στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης σε σχέση με το θέμα με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αρνηθεί να ακούσει την αίτηση επί της ουσίας. Το ζήτημα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης εκκαθάρισης είναι ζήτημα προς επίλυση εφόσον το Δικαστήριο προβεί σε ευρήματα γεγονότων λαμβανομένου υπόψη το αποδεικτικό βάρος της κάθε πλευράς στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Όμως το ζήτημα δεν είναι ανάγκη να απασχολήσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο επειδή με την παρούσα αίτηση οι αιτητές επιδιώκουν ενδιάμεση θεραπεία με την έκδοση συντηρητικού διατάγματος και ως ενδιάμεσο ένδικο διάβημα στα πλαίσια της εκκαθάρισης πρόκειται για ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο διατηρεί καθ' ύλην αρμοδιότητα να αποφασίσει. Κύριο επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η αίτηση της εκκαθάρισης δεν ευσταθεί διότι υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Στην περίπτωση που εξελιχθεί η διαδικασία εκκαθάρισης και γίνουν δημοσιεύσεις σε σχέση με την αίτηση εκκαθάρισης, αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την εταιρεία. Έχουν αναλάβει αριθμό έργων υπό την ιδιότητα τους ως εργολάβοι και επίσης ως εργολάβοι του δημοσίου, θα εξαναγκάσουν το ίδιο το δημόσιο ως εργοδότης τους να εγκαταλείψει τα έργα. Εκείνο που το Δικαστήριο επεξήγησε στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Alfa Concrete Ltd. 1 ΑΑΔ 1640
(2003)είναι ότι η δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης δεν είναι υποχρεωτικό διάβημα στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης. Η δημοσίευση της αίτησης θεωρείται ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να περιέρχεται σε γνώση όλων των ενδιαφερομένων η αίτηση εκκαθάρισης, αντί μέσω της επιδόσεως της εν λόγω αίτησης. Στην υπόθεση Alfa Concrete, πιο πάνω, όπως και στην δική μας την περίπτωση, η εταιρεία εναντίον της οποίας στρεφόταν η αίτηση εκκαθάρισης είχε καταχωρήσει ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε να μην διαταχθεί η δημοσίευση. Ο αιτητής για να προωθήσει το αίτημα αυτό επικαλέστηκε λόγους περί κακόπιστης διαδικασίας στην αίτηση εκκαθάρισης. Στις 5.11.03, που ήταν ορισμένη η ενδιάμεση αίτηση δεν εμφανίστηκαν οι αιτητές ενώπιον του Δικαστηρίου και το τελευταίο, αναπόφευκτα, απέρριψε την αίτηση για μη δημοσίευση. Παρόλο ότι η αίτηση για μη δημοσίευση είχε απορριφθεί ήταν καθήκον του Δικαστηρίου, μετά την απόρριψη της αίτησης και τον ορισμό της κύριας αίτησης για ακρόαση, να μεριμνήσει για την επίδοση της κύριας αίτησης στα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Αντί αυτού το Δικαστήριο επέλεξε να διατάξει τη δημοσίευση της αίτησης, με βάση την ορθή πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το Εφετείο θεώρησε ότι η πρωτόδικη διαταγή για δημοσίευση της αίτησης δεν ήταν τίποτε περισσότερο από διαταγή για επίδοσή της σε ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με τρόπο ώστε να περιέλθει στη γνώση όσο το δυνατό περισσότερων ενδιαφερομένων προσώπων, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο είχε ευθύνη να μεριμνήσει. Η επιλογή του Δικαστηρίου να προχωρήσει με δημοσίευση αντί να διατάξει την επίδοση της αίτησης εκκαθάρισης δεν κρίθηκε παράτυπο διάβημα στην διαδικασία. Κατά συνέπεια, εφόσον είναι αδύνατον να υποδειχθεί εκ των προτέρων ποια είναι τα συγκεκριμένα πρόσωπα που έχουν συμφέρον ή ενδιαφέρον ως πιστωτές, μέλη ή άλλως στην εταιρεία εναντίον της οποίας στρέφεται η αίτηση εκκαθάρισης ο μοναδικός τρόπος γνωστοποίησης της διαδικασίας είναι η δημοσίευση της αίτησης. Οι αιτητές έχουν προβάλει διάφορα γεγονότα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για να καταδείξουν ότι έχουν καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Έχουν προβάλει σειρά από γεγονότα για να υποστηρίξουν ότι η αίτηση εκκαθάρισης δεν έχει γίνει καλόπιστα Ως υπέδειξα πιο πάνω, τα μέρη έχουν παρουσιάσει εκατέρωθεν θέσεις σε σχέση με το καλόπιστο ή όχι της απαίτησης πληρωμής του χρέους. Εξαιτίας της φύσης της ενδιάμεσης διαδικασίας είναι αδύνατον στο στάδιο αυτό, στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης που έχει γίνει δυνάμει της Δ.48, να γίνουν ευρήματα γεγονότων ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση οριστικά να αποφασίσει επί του ζητήματος κατά πόσο υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Το πιο πάνω ζήτημα θα είναι αντικείμενο για οριστική επίλυση στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης. Η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει την αίτηση εκκαθάρισης επειδή έχει επίσημα απαιτήσει την πληρωμή των €96.465,00 πλέον τόκο 9 % επί του ποσού των €96.465 από 6.5.2015 δυνάμει εγγράφων που τα επικαλείται στην απαίτηση, ήτοι συμφωνία τελικού λογαριασμού και διατακτικό πληρωμής με επίδοση της απαίτησης πληρωμής σε διευθυντή της εταιρείας δυνάμει των άρθρων 211(ε) και 212(α) του Κεφ. 113. Η πιο πάνω περίπτωση είναι μία από τις περιπτώσεις αναγνωρισμένη από τον νόμο για την οποία αφού αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου δικαιολογείται η εκκαθάριση της εταιρείας. Το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 είναι παρόμοιο με το άρθρο 223 του Αγγλικού Companies Act 1949 στο οποίο απαριθμούνται οι περιπτώσεις βάση των οποίων μία εταιρεία θεωρείται ότι δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, σελ. 738 Supra note 7, επεξηγείται ότι στην περίπτωση που ο αιτητής έχει αποστείλει απαίτηση πληρωμής δυνάμει του άρθρου 223 και η οφειλέτης εταιρεία αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει το χρέος τεκμαίρεται ότι η εταιρεία δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η μόνη δικαιολογία για την μη πληρωμή του χρέους είναι μία ουσιαστική και καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Εάν δεν αποδείξει η εταιρεία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση του χρέους είναι μάταιο να αρνηθεί να πληρώσει το χρέος και το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του αυθαίρετη απόφαση της εταιρείας να μην πληρώσει το χρέος. Στην Κυπριακή απόφαση GIP Constructions v Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 ΑΑΔ 14, το Εφετείο επεξήγησε ότι η αποστολή απαίτησης πληρωμής με βάση το άρθρο 212 του Κεφ. 113 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας της πληρωμής των χρεών της εταιρείας. Το Εφετείο επεξήγησε, περαιτέρω, τις νομικές συνέπειες της διαδικασίας που ακολουθούν δυνάμει των συγκεκριμένων προνοιών του άρθρου 212 του Κεφ. 113. Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή μέσα στα πλαίσια της γενικότερης εξέτασης του κατά πόσο η οφειλέτης εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της δυνάμει το άρθρου 211 του Κεφ. 113, έστω και αν η μαρτυρία κάλυπτε και μια από τις εξειδικευμένες περιπτώσεις του άρθρου 212 του Νόμου. Η διαφορά μεταξύ των δύο προνοιών συνίσταται στο ότι απόδειξη μιας των εξειδικευμένων περιπτώσεων του άρθρου 212 δημιουργεί τεκμήριο αδυναμίας πληρωμής χρεών, ενώ στην εξέταση με βάση τον γενικό ισχυρισμό του άρθρου 211 το ότι η εταιρεία αδυνατεί να πληρώσει το χρέος της κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, περιλαμβανομένων και εκείνων που τυχόν θα προβάλει η εταιρεία. Αίτηση εκκαθάρισης που στηρίζεται μόνο στις πρόνοιες του άρθρου 211 και όχι το άρθρο 212(α), διαφέρει ως προς το αποδεικτικό υλικό που είναι αναγκαίο ο αιτητής να προσκομίσει για να ζητήσει την εκκαθάριση της εταιρείας. Όταν η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 211, πρέπει να αποδειχθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ότι αυτή αδυνατεί να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις της, δηλαδή ότι είναι αφερέγγυα. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση C. Phasarias Ltd Εταιρεία Σκυροποιΐας Λεωνίκ Λτδ 1Β ΑΑΔ 1457
(2009)το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν ανάγκη να αποδειχθεί πέραν της απαίτησης για πληρωμή και το γεγονός ότι η οφειλέτιδα εταιρεία ήταν αφερέγγυα. Όμως, σε εκείνη την περίπτωση δεν μπορούσε να προχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 212Α επειδή η επίδοση της απαίτησης δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο. Οι πιστωτές αναγκάσθηκαν να προχωρήσουν την αίτηση μόνο στην βάση του άρθρου 212(β) και επί του άρθρου 211(ε). Οπότε εκεί δεν πέτυχε η αίτηση διότι δεν ήταν σε θέση η αιτητές να προσκομίσουν θετική μαρτυρία γενική ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Αυτή η αίτηση αφορά απαίτηση για πληρωμή χρέους. Σε τέτοια περίπτωση αποφεύγεται η εκκαθάριση της εταιρείας εάν η οφειλέτης εταιρεία εγείρει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους. Χρέος το οποίο καλόπιστα αμφισβητείται έχει ερμηνευθεί στην Αγγλική υπόθεση In re Gold Mines 26 C.A. 210. Σε εκείνη την υπόθεση η εργοδότηση υπαλλήλου είχε τερματισθεί για λόγους υπαιτιότητας του υπαλλήλου. Ο υπάλληλος απαίτησε πληρωμή για μισθούς διότι τερματίσθηκε η εργοδότηση του χωρίς προειδοποίηση. Η εταιρεία αμφισβητούσε την απαίτηση του υπαλλήλου, η οποία ανερχόταν στο ποσό των 110 Αγγλικών Στερλινών. Ο υπάλληλος καταχώρησε αίτηση για την διάλυση της εταιρείας και ισχυρίσθηκε ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Η εταιρεία κατέθεσε το ποσό της απαίτησης σε μετρητά στο Δικαστήριο αφού αμφισβητούσε ότι ο υπάλληλος είχε δικαίωμα σε τέτοιο μισθό. Η πιο πάνω απόφαση δείχνει ότι δεν είναι αρκετό η απαίτηση πληρωμής να αμφισβητείται ότι οφείλεται αλλά η αμφισβήτηση πρέπει να είναι καλόπιστη και ουσιαστική. Στην Αγγλική υπόθεση In re a Company
(1997)BCC 830 ο Δικαστής Chadwick είπε τα ακόλουθα σε σχέση με την πρακτική που πρέπει να ακολουθείται όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το χρέος για το οποίο έχει καταχωρηθεί η αίτηση αμφισβητείται: «It is in my view important to re-emphasize that there is no rule of practice in this court that a petition will be struck out or dismissed merely because the company alleges that the debt is disputed. The true rule, which has existed for many years, is the rule of practice that this court will not allow a winding-up petition to be used for the purpose of deciding a substantial dispute raised on bona fide grounds». Ελεύθερη μετάφραση: «Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να τονίσω ότι δεν υπάρχει κανόνας πρακτικής της πτωχευτικής διαδικασίας που να καθορίζει ότι αίτηση διάλυσης θα πρέπει να απορριφθεί μόνο επειδή η καθ' ης η αίτηση εταιρεία ισχυρίζεται ότι το χρέος αμφισβητείται. Η πρακτική που ακολουθείται για πολλά χρόνια είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει στη διαδικασία αίτησης διάλυσης της εταιρείας να εγερθούν και να επιλυθούν διάφορα ζητήματα σε σχέση με αξίωση που αμφισβητείται καλόπιστα για λόγους ουσίας». Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να εκδώσει διάταγμα για τη εκκαθάριση της εταιρείας, ακόμη και εάν το χρέος που έχει απαιτηθεί αμφισβητείται. Μόνο στην περίπτωση που εγείρεται ζήτημα ουσίας που προκύπτει από καλόπιστη πεποίθηση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν οφείλεται το εν λόγω ποσό δικαιολογείται η μη τήρηση των προνοιών του άρθρου 212(α) του Κεφ.
- Νοείται ότι το Δικαστήριο με βάση τις αρχές της επιείκειας δικαιούται να εξετάσει όλα τα δεδομένα. Δεν περιορίζεται από τις επιφανειακές παραστάσεις των μερών. A winding up petition is a perfectly proper remedy for enforcing payment of a just debt. It is the mode of execution the court gives to a creditor against a company unable to pay its debts. (βλ. Palmers Company Precedents, Stevens, seventeenth edition, part two, winding up forms and practice, Compulsory winding up and right to petition pg. 25). Στην Αγγλική υπόθεση In Re World Industrial Bank [1909] WN 148 το Αγγλικό Δικαστήριο, εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης εναντίον εταιρείας ακόμη και για μικρή οφειλή. Εξέδωσε το διάταγμα εκκαθάρισης ακόμη και εάν αποδείχθηκε ότι η εταιρεία είχε τα χρήματα να καλύψει το χρέος επειδή παράλληλα ήταν εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν πλήρωνε το χρέος ετσιθελικά και αυθαίρετα όχι καλή τη πίστει. Το καλόπιστο της αμφισβήτησης του χρέους δεν μπορεί να αποφασισθεί εκ προοιμίου στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης αίτησης και έτσι ενόψει όλων των γεγονότων που προβάλλονται, πιο πάνω, ένα πιθανό αποτέλεσμα της αίτησης εκκαθάρισης είναι η έκδοση διαταγής του Δικαστηρίου για εκκαθάριση της εταιρείας. Αυτή είναι περίπτωση που υπάρχει πιθανότητα να αποδειχθεί ότι η απαίτηση πληρωμής έγινε σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου και που εάν αποδειχθεί τεκμαίρεται ότι η εταιρεία δεν έχει ικανοποιήσει το χρέος και δεν είναι σε θέση να πληρώνει τα χρέη της. Μαρτυρία ότι ο πιστωτής έχει ζητήσει χρέος και δεν έχει πληρωθεί είναι εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία δεν μπορεί να πληρώνει τα χρέη της. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω πιθανότητας πρέπει να κριθεί κατά πόσο αυτή είναι κατάλληλη περίπτωση όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της έκδοσης των αιτούντων διαταγμάτων. Οι αιτητές επιδιώκουν την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με το οποίο θα ανασταλεί η διαδικασία καθότι εάν δεν προχωρήσει η δημοσιοποίηση της αίτησης εκκαθάρισης δεν θα λάβουν γνώση της διαδικασίας επηρεαζόμενα και/ή ενδιαφερόμενα πρόσωπα στην διαδικασία. Αυτό ισοδυναμεί με εμπόδιο στην διαδικασία εκκαθάρισης. Η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει εκτός και εάν τηρηθούν οι προϋποθέσεις διασφάλισης της φυσικής δικαιοσύνης σε σχέση με συμφέροντα συγκεκριμένων προσώπων που δυνατόν να επηρεασθούν από την καταχώρηση της αίτησης και έχουν το δικαίωμα να λάβουν γνώση ώστε να ακουσθούν. Επομένως η έκδοση τέτοιας ενδιάμεσης διαταγής που επενεργεί ως συντηρητικό διάταγμα κατά διαδικασίας που έχει διενεργηθεί από διάδικο στα πλαίσια δικαιώματος που του δίδει ο νόμος πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο εάν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως ότι το νομικό δικαίωμα που ασκείται συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επεξηγηματική απόφαση Δικαστικής προσέγγισης που είναι διασταλτική για την χορήγηση συντηρητικών διαταγμάτων είναι απόφαση από Ιρλανδέζικο Δικαστήριο στην υπόθεση Truck and Machinery Sales v Marubeni Komatsu [1996] 1 ΙR
- Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδώσει παρόμοιο συντηρητικό διάταγμα σε σχέση με αίτηση εκκαθάρισης στα πλαίσια σχεδόν πανομοιότυπων άρθρων με τα δικά μας, ήτοι τα άρθρα 211 και 212 του Κεφ. 113 και του Ιρλανδέζικου νόμου άρθρο 214 του Companies Act
- «It is also clear that, even where the company appears to be insolvent, the court may nonetheless, in the exercise of its equitable discretion, restrain the presentation of the petition where it is satisfied that the petition is being presented for an ulterior or collateral purpose and not in good faith by a creditor forming part of a class of creditors which seeks the administration of the assets of the company for the benefit of that class in an orderly manner under the supervision of the court: see In re a Company [1983] BCLC
- I am also satisfied, however, that the jurisdiction to restrain the presentation of the petition is one to be exercised only with great caution. In Bryanston Finance Ltd ν De Vries (No 2) [1976] 1 Ch 63, Buckley LJ, with whom the other members of the court agreed, observed at ρ 78 of the report that:- "It has long been recognised that the jurisdiction of the Court to stay an action in limine as an abuse of process is a jurisdiction to be exercised with great (circumspection and exactly the same considerations must apply to a quia timet injunction to restrain commencement of proceedings. These principles are, in my opinion, just as applicable to a winding-up petition as to an action. The right to petition the court for a winding-up order in appropriate circumstances is a right conferred by statute. A would-be petitioner should not be restrained from exercising it except on clear and persuasive grounds. I recognise that the presentation of a petition may do great damage to a company's business and reputation, though I think that the potential damage in the present case may have been rather exaggerated. The restraint of a petition may also gravely affect the would-be petitioner and not only him but also others, whether creditors or contributories. If the presentation of the petition is prevented the commencement of the winding-up will be postponed until such time as the petition is presented or a winding-up resolution is passed. This is capable of far reaching effects." Επομένως, διά να πετύχει τέτοια αίτηση πρέπει ο αιτητής να αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι η καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης είναι καταχρηστικό δικονομικό διάβημα. Το αποδεικτικό βάρος αυτό μπορεί να ικανοποιηθεί όταν ο αιτητής μπορεί να καταδείξει τα ακόλουθα: ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι καταδικασμένη να αποτύχει, ότι υπάρχει εναλλακτική θεραπεία για το πρόσωπο που έχει προωθήσει την αίτηση εκκαθάρισης και τρίτο ότι η οικονομική κατάσταση της υπό εκκαθάριση εταιρείας δεν δικαιολογεί το μέτρο της εκκαθάρισης. Το τελευταίο είναι απαραίτητο να αποδειχθεί διότι το Δικαστήριο θα προσεγγίσει την αίτηση για την έκδοση του συντηρητικού διατάγματος με γνώμονα τα συμφέροντα των πιστωτών της εταιρείας. Τούτο είναι το ορθό και το δίκαιο υπό τις περιστάσεις για τους ακόλουθους λόγους: "In a solvent company the proprietary interests of the shareholders entitle them as a general body to be regarded as the company when questions of the duty of directors arise. If, as a general body, they authorise or ratify a particular action of the directors, there can be no challenge to the validity of what the directors have done. But where a company is insolvent the interests of the creditors intrude. They become prospectively entitled, through the mechanism of liquidation, to displace the power of the shareholders and directors to deal with the company's assets. It is in a practical sense their assets and not the shareholders' assets that, through the medium of the company, are under the management of the directors pending either liquidation, return to solvency, or the imposition of some alternative administration." Στην δική μας την περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου καμία από τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, δεν έχουν προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξουν ότι η αίτηση εκκαθάρισης είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Αντίθετα, έχουν κατατεθεί ενώπιον μου στοιχεία που καταδεικνύουν ότι είναι ανοικτό το ενδεχόμενο η αίτηση εκκαθάρισης να πετύχει εφόσον υπάρχει απαίτηση για χρέος και η εταιρεία αδυνατεί να την πληρώσει. Η μαρτυρία ότι υπάρχει καλόπιστη αμφισβήτηση του χρέους δεν είναι συντριπτική ώστε να είναι πρόδηλο ότι η αίτηση εκκαθάρισης έγινε καταχρηστικά ή για άλλους λόγους. Οι αιτητές δεν έχουν προτείνει εναλλακτική λύση στην καταχώρηση της αίτησης για την ικανοποίηση του χρέους ώστε να διασφαλίσουν τα συμφέροντα του καθ' ου η αίτηση ως πιθανού πιστωτή της εταιρείας. Τρίτο, δεν έχω δει στοιχεία που να με πείθουν ότι η εταιρεία θα είναι σε θέση στο προσεχές μέλλον να πληρώσει το χρέος στην περίπτωση που εκδώσω την ενδιάμεση διαταγή που ζητούν οι αιτητές για μη δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης που κατ' ανάγκη θα συμπαρασύρει και το δικαίωμα του αιτητή να προχωρήσει την διαδικασία εκκαθάρισης που είναι δικαίωμα που του παρέχεται από τον νόμο ως πιστωτής της εταιρείας. Σε άλλη απόφαση Ιρλανδέζικου Δικαστηρίου Coalport Building Company Ltd. V Castle Contracts [2004] IEHC 6 το Δικαστήριο εξέδωσε συντηρητικό διάταγμα το οποίο θα παρεμπόδιζε την δημοσίευση της αίτησης εκκαθάρισης επειδή οι αιτητές ήταν σε θέση να καταβάλουν ολόκληρο το αμφισβητούμενο ποσό του χρέος στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, σε εκείνη την περίπτωση το χρέος αφορούσε υπηρεσίες που ήταν σε αμφισβήτηση και το οφειλόμενο ποσό ήταν €108,137.13 ενώ η αξία του κύκλου εργασιών της υπό εκκαθάρισης εταιρείας αποδεδειγμένα ξεπερνούσε το ποσό των 5 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Παρά το γεγονός ότι οι αιτητές δεν έχουν προσκομίσει στοιχεία για την οικονομική ευρωστία της εταιρείας έχουν αναφέρει ότι έχουν σοβαρό κύκλο εργασίας με έργα του δημοσίου. Επίσης, στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας μεταξύ εκείνης και του εργοδότη, συμπεριλαμβάνονται απαιτήσεις για αποκοπές λόγω καθυστερήσεων και κακοτεχνιών που κατ' ισχυρισμό της αιτήτριας προκλήθηκαν από τους καθ' ων η αίτηση για τις οποίες θα δικαιούται να αφαιρέσει ποσό χρημάτων που υπερβαίνει το ποσό της απαίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας υπεργολαβίας (τεκμήριο 1 στην αίτηση). Τα πιο πάνω, δεν συνιστούν θετική μαρτυρία για την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας να καταβάλει όλο ή μέρος του οφειλόμενου χρέους. Η αιτήτρια δεν έχει προτείνει καμία λύση ως εναλλακτικό μέτρο για το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να προσφύγει στο Δικαστήριο προκειμένου να διασφαλίσει το δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος, ήτοι την καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας. Παρά την διαπίστωση, πιο πάνω, δίδεται μία ύστατη ευκαιρία στους αιτητές να προτείνουν εναλλακτικό μέτρο προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Εάν καταθέσουν ολόκληρο το ποσό της απαίτησης οφειλής στο Δικαστήριο, ή καταθέσουν το ποσό σε λογαριασμό πελατών του δικηγόρου τους ή ακόμη καταθέσουν ανέκκλητη τραπεζική εγγύηση σε σχέση με το ποσό διάρκειας δύο ετών προς όφελος των καθ' ων η αίτηση εντός 30 ημερών από σήμερα, θα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία θετικά προς έγκριση του αιτήματος τους, διαφορετικά αναπόφευκτα η αίτηση να τεθεί ενώπιον μου την Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022 και ώρα 9.00 π.μ. και το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση με έξοδα εις βάρος των αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παράλληλα, ορίζεται η αίτηση εκκαθάρισης για οδηγίες την ίδια ημέρα ώστε να προωθηθεί με γοργούς ρυθμούς, στην περίπτωση που η παρούσα αίτηση, εν τέλει, απορριφθεί. (Υπ.) ..................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο