ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ANIMALIA GENETICS LTD, υπό διαχείριση μέσω του Διαχειριστή Ιωαννίδη, Αρ. Αγωγής: 2662/20, 14/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A687 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2662/20 Μεταξύ: ΜΙΚΗΣ ΝΑΤΑΡ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Ενάγοντες και ANIMALIA GENETICS LTD, υπό διαχείριση μέσω του Διαχειριστή XXXXX Ιωαννίδη Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8/12/20 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 14 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για αιτητές/ενάγοντες: κ. Μ. Σπύρου, για κ.κ. Ηλίας Α. Στεφάνου ΔΕΠΕ Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους: κ. Ν. Σταύρου για κ.κ. Τορναρίτης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η παράγραφος Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η νομική βάση της αίτησης είναι οι διαταγές Δ.18, Δ.39 και Δ.48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που περιέχονται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο XXXXX Νάταρ διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται διότι κατά τον επίδικο χρόνο κατείχε την θέση του διευθυντή των αιτητών. Επανέλαβε και επιβεβαίωσε τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Μέσα στα καθήκοντα του ήταν η εποπτεία των ανεξόφλητων τιμολογίων και η λήψη μέτρων για τα προβληματικά και ανεξόφλητα τιμολόγια και οφειλές. Οι αιτητές είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολούνται με την πώληση καυσίμων μηχανέλαιων και άλλων συναφών προϊόντων έχοντας την έδρα τους στην βιομηχανική περιοχή Γερίου. Οι καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και, ως φαίνεται από το τεκμήριο 5 στην αίτηση, περιήλθαν υπό καθεστώς διαχείρισης δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης και ως παραλήπτης/διαχειριστής ορίστηκε ο Πέτρος Ιωαννίδης. Κατά παράκληση των καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές τους πώλησαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα επί πιστώσει διάφορα εμπορεύματα καύσιμα και μηχανέλαια συνολικής αξίας €249.268,12, ποσό για το οποίο οι αιτητές εξέδιδαν τιμολόγια τα οποία παραλάμβαναν οι καθ' ων η αίτηση. Κατόπιν παράκλησης των καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού και κατέγραφαν χρεώσεις και πιστώσεις. Οι αιτητές, εν σχέση με προϊόντα που πώλησαν προς τους καθ' ων η αίτηση εξέδωσαν τα κάτωθι τιμολόγια, στα οποία περιγράφονται τα προϊόντα εκάστης αγοράς καθώς και η τιμή πώλησης αυτών, τα οποία οι καθ' ων η αίτηση αποδέχτηκαν και για τα οποία οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν, μέχρι και σήμερα, καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση τους:
- Υπ' αριθμό 22321, ημερομηνίας 05/11/2013 για το ποσό των €1.810,12σ.
- Υπ' αριθμό 72194, ημερομηνίας 13/11/2013 για το ποσό των €1.345,20σ.
- Υπ' αριθμό 72195, ημερομηνίας 13/11/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 72180, ημερομηνίας 15/11/2013 για το ποσό των €2.959,44σ.
- Υπ' αριθμό 22272, ημερομηνίας 18/11/2013 για το ποσό των €2.326,96σ.
- Υπ' αριθμό 72209, ημερομηνίας 25/11/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 72215, ημερομηνίας 02/12/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 18537, ημερομηνίας 02/12/2013 για το ποσό των € 707,06σ.
- Υπ' αριθμό 22543, ημερομηνίας 03/12/2013 για το ποσό των €1.916,32σ.
- Υπ' αριθμό 18542, ημερομηνίας 11/12/2013 για το ποσό των €1.414,11σ.
- Υπ' αριθμό 72221, ημερομηνίας 11/12/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 22700, ημερομηνίας 11/12/2013 για το ποσό των € 713,55σ.
- Υπ' αριθμό 72222, ημερομηνίας 11/12/2013 για το ποσό των €2.439,29σ.
- Υπ' αριθμό 22866, ημερομηνίας 13/12/2013 για το ποσό των €2.737,60σ.
- Υπ' αριθμό 72234, ημερομηνίας 24/12/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 72235, ημερομηνίας 24/12/2013 για το ποσό των €1.345,20σ.
- Υπ' αριθμό 23498, ημερομηνίας 27/12/2013 για το ποσό των €2.053,20σ.
- Υπ' αριθμό 72242, ημερομηνίας 31/12/2013 για το ποσό των €2.690,40σ.
- Υπ' αριθμό 72247, ημερομηνίας 03/01/2014 για το ποσό των €1.972,96σ.
- Υπ' αριθμό 72248, ημερομηνίας 03/01/2014 για το ποσό των €1.793,60σ.
- Υπ' αριθμό 23709, ημερομηνίας 10/01/2014 για το ποσό των €2.159,40σ.
- Υπ' αριθμό 72313, ημερομηνίας 13/01/2014 για το ποσό των €1,356,60σ.
- Υπ' αριθμό 72315, ημερομηνίας 15/01/2014 για το ποσό των €2.713,20σ.
- Υπ' αριθμό 18474, ημερομηνίας 23/01/2014 για το ποσό των € 713,05σ.
- Υπ' αριθμό 72321, ημερομηνίας 23/01/2014 για το ποσό των €1.899,24σ.
- Υπ' αριθμό 72322, ημερομηνίας 23/01/2014 για το ποσό των € 904,40σ.
- Υπ' αριθμό 19138, ημερομηνίας 20/11/2015 για το ποσό των €1.429,66σ.
- Υπ' αριθμό 29314, ημερομηνίας 01/12/2015 για το ποσό των €3.808,00σ.
- Υπ' αριθμό 19149, ημερομηνίας 02/12/2015 για το ποσό των € 786,65σ.
- Υπ' αριθμό 19278, ημερομηνίας 24/06/2016 για το ποσό των €2.572,48σ.
- Υπ' αριθμό 31508, ημερομηνίας 27/06/2016 για το ποσό των €1.999,89σ.
- Υπ' αριθμό 31509, ημερομηνίας 27/06/2016 για το ποσό των €1.000,31σ.
- Υπ' αριθμό 31510, ημερομηνίας 27/06/2016 για το ποσό των €1.000,88σ.
- Υπ' αριθμό 31526, ημερομηνίας 11/07/2016 για το ποσό των €4.016,10σ.
- Υπ' αριθμό 31532, ημερομηνίας 18/07/2016 για το ποσό των €4.007,08σ.
- Υπ' αριθμό 31546, ημερομηνίας 27/07/2016 για το ποσό των €3.848,46σ.
- Υπ' αριθμό 19292, ημερομηνίας 29/07/2016 για το ποσό των €1.022,81σ.
- Υπ' αριθμό 31604, ημερομηνίας 05/08/2016 για το ποσό των €2.213,40σ.
- Υπ' αριθμό 31613, ημερομηνίας 12/08/2016 για το ποσό των €3.516,45σ.
- Υπ' αριθμό 31616, ημερομηνίας 22/08/2016 για το ποσό των €3.604,51σ.
- Υπ' αριθμό 31626, ημερομηνίας 31/08/2016 για το ποσό των €3.373,65σ.
- Υπ' αριθμό 31703, ημερομηνίας 12/09/2016 για το ποσό των €3.111,85σ.
- Υπ' αριθμό 30816, ημερομηνίας 20/09/2016 για το ποσό των €3.427,20σ.
- Υπ' αριθμό 31808, ημερομηνίας 28/09/2016 για το ποσό των €3.427,20σ.
- Υπ' αριθμό 30824, ημερομηνίας 12/10/2016 για το ποσό των €1.475,60σ.
- Υπ' αριθμό 31839, ημερομηνίας 29/10/2016 για το ποσό των €2.488,52σ.
- Υπ' αριθμό 32451, ημερομηνίας 10/11/2016 για το ποσό των €2.502,27σ.
- Υπ' αριθμό 31929, ημερομηνίας 25/11/2016 για το ποσό των €1.955,17σ.
- Υπ' αριθμό 19371, ημερομηνίας 29/11/2016 για το ποσό των €1.963,50σ.
- Υπ' αριθμό 32507, ημερομηνίας 06/12/2016 για το ποσό των €2.191,98σ.
- Υπ' αριθμό 32230, ημερομηνίας 19/12/2016 για το ποσό των €1.998,84σ.
- Υπ' αριθμό 32587, ημερομηνίας 30/12/2016 για το ποσό των €2.905,98σ.
- Υπ' αριθμό 32018, ημερομηνίας 03/01/2017 για το ποσό των € 613,92σ.
- Υπ' αριθμό 19413, ημερομηνίας 12/01/2017 για το ποσό των € 85,39σ.
- Υπ' αριθμό 32961, ημερομηνίας 12/01/2017 για το ποσό των €1.780,24σ.
- Υπ' αριθμό 34073, ημερομηνίας 04/02/2017 για το ποσό των €1.000,00σ.
- Υπ' αριθμό 34383, ημερομηνίας 24/03/2017 για το ποσό των €1.800,00σ.
- Υπ' αριθμό 35069, ημερομηνίας 11/04/2017 για το ποσό των € 400,00σ.
- Υπ' αριθμό 35303, ημερομηνίας 13/04/2017 για το ποσό των €1.440,00σ.
- Υπ' αριθμό 35312, ημερομηνίας 27/04/2017 για το ποσό των €1.727,88σ.
- Υπ' αριθμό 34308, ημερομηνίας 22/05/2017 για το ποσό των €1.820,00σ.
- Υπ' αριθμό 34326, ημερομηνίας 30/05/2017 για το ποσό των €1.707,41σ.
- Υπ' αριθμό 34331, ημερομηνίας 08/06/2017 για το ποσό των €1.456,56σ.
- Υπ' αριθμό 34347, ημερομηνίας 15/06/2017 για το ποσό των €2.551,36σ.
- Υπ' αριθμό 35166, ημερομηνίας 28/06/2017 για το ποσό των € 900,00σ.
- Υπ' αριθμό 35174, ημερομηνίας 04/07/2017 για το ποσό των €1.275,68σ.
- Υπ' αριθμό 35192, ημερομηνίας 14/07/2017 για το ποσό των € 450,ΟΟσ.
- Υπ' αριθμό 34607, ημερομηνίας 26/07/2017 για το ποσό των €1.724,31σ.
- Υπ' αριθμό 34617, ημερομηνίας 07/08/2017 για το ποσό των €1.499,40σ.
- Υπ' αριθμό 33612, ημερομηνίας 14/08/2017 για το ποσό των €1.500,00σ.
- Υπ' αριθμό 34628, ημερομηνίας 25/08/2017 για το ποσό των €1.499,40σ.
- Υπ' αριθμό 34642, ημερομηνίας 04/09/2017 για το ποσό των €1.199,52σ.
- Υπ' αριθμό 34647, ημερομηνίας 13/09/2017 για το ποσό των € 749,70σ.
- Υπ' αριθμό 35406, ημερομηνίας 18/09/2017 για το ποσό των €1.349,46σ.
- Υπ' αριθμό 35359, ημερομηνίας 30/09/2017 για το ποσό των € 600,00σ.
- Υπ' αριθμό 35437, ημερομηνίας 06/10/2017 για το ποσό των € 942,48σ.
- Υπ' αριθμό 19652, ημερομηνίας 06/10/2017 για το ποσό των € 654,50σ.
- Υπ' αριθμό 35447, ημερομηνίας 12/10/2017 για το ποσό των € 588,75σ.
- Υπ' αριθμό 35367, ημερομηνίας 16/10/2017 για το ποσό των €1.962,50σ.
- Υπ' αριθμό 35118, ημερομηνίας 26/10/2017 για το ποσό των € 785,40σ.
- Υπ' αριθμό 35126, ημερομηνίας 31/10/2017 για το ποσό των € 800,00σ. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 7, δέσμη η οποία αποτελείται από τα πιο πάνω αναφερόμενα τιμολόγια. Τα πιο πάνω τιμολόγια παραλήφθηκαν από αντιπροσώπους των καθ' ων η αίτηση. Δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι της οφειλής. Οι Καθ' ων η Αίτηση, προς εξόφληση μέρους της αξιούμενης οφειλής τους εξέδωσαν και παρέδωσαν, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, προς τους Ενάγοντες, σε διάφορες ημερομηνίες, αριθμό επιταγών, από λογαριασμούς τους στην Τράπεζα Κύπρου και στην CDB Bank αντίστοιχα, ως αυτές περιγράφονται κατωτέρω: Τράπεζα Κύπρου
- Υπ' αριθμό XXXXX50, ημερομηνίας 28/12/2015 για το ποσό των €2.429,66σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX10, ημερομηνίας 28/12/2015 για το ποσό των €5.594,65σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX17, ημερομηνίας 28/12/2015 για το ποσό των €3.349,06σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX19, ημερομηνίας 28/01/2016 για το ποσό των €3.903,60σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX21, ημερομηνίας 28/01/2016 για το ποσό των €7.398,24σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX36, ημερομηνίας 28/01/2016 για το ποσό των €4.474,80σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX63, ημερομηνίας 28/04/2016 για το ποσό των €3.570,40σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX65, ημερομηνίας 28/04/2016 για το ποσό των €3.627,52σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX82, ημερομηνίας 28/05/2016 για το ποσό των €4.272,50σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX83, ημερομηνίας 28/05/2016 για το ποσό των €2.798,04σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX99, ημερομηνίας 28/05/2016 για το ποσό των €4.272,50σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX08, ημερομηνίας 28/05/2016 για το ποσό των €2.624,35σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX14, ημερομηνίας 28/05/2016 για το ποσό των €2.570,40σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX26, ημερομηνίας 28/06/2016 για το ποσό των €3.678,69σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX39, ημερομηνίας 28/06/2016 για το ποσό των €2.526,17σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX99, ημερομηνίας 04/07/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX96, ημερομηνίας 25/07/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX97, ημερομηνίας 28/07/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX98, ημερομηνίας 03/08/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX99, ημερομηνίας 05/08/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX56, ημερομηνίας 11/08/2016 για το ποσό των €1.200,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX70, ημερομηνίας 12/08/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX71, ημερομηνίας 16/08/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX76, ημερομηνίας 19/08/2016 για το ποσό των €2.500,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX77, ημερομηνίας 23/08/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX80, ημερομηνίας 01/09/2016 για το ποσό των €2.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX81, ημερομηνίας 03/09/2016 για το ποσό των €2.000,00σ. CDB Bank
- Υπ' αριθμό XXXXX12, ημερομηνίας 05/10/2016 για το ποσό των €4.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX13, ημερομηνίας 16/10/2016 για το ποσό των €4.000,00σ.
- Υπ' αριθμό XXXXX71, ημερομηνίας 16/01/2017 για το ποσό των €2.500,00σ. Επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο 8, δέσμη η οποία αποτελείται από τις πιο πάνω αναφερόμενες ακάλυπτες επιταγές. Οι πάνω αναφερόμενες επιταγές που εξέδωσαν οι καθ' ων η αίτηση και παρουσιάστηκαν σε πιστωτικά ιδρύματα δεν πληρώθηκαν εξαιτίας μη διαθέσιμων κεφαλαίων ή λόγω του ότι ο λογαριασμός των καθ' ων η αίτηση ήταν κλειστός ή παγοποιημένος κατά τον χρόνο παρουσίασης των επιταγών ή επειδή ο εκδότης έδωσε οδηγίες για μη πληρωμή. Η συνεννόηση των μερών είναι ότι οι επιταγές θα παραδίδοντο νοούμενου ότι θα πληρωθούν οι επιταγές προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Εάν δεν πληρώνονταν θα ακυρωνόταν η πίστωση από τον λογαριασμό. Οι εναγόμενοι αναγνώρισαν το οφειλόμενο ποσό ύψους €252.497,49 στις 4.10.2017 και η γραπτή αναγνώριση του χρέους επισυνάπτεται ως τεκμήριο. Ο διευθυντής τους, XXXXX Παπαευσταθίου, υπέγραψε στην παρουσία τους. Η οφειλή μειώθηκε στο ποσό των €249.289 εξαιτίας πληρωμών που κατέβαλαν οι καθ' ων η αίτηση από τις 2.10.2017 μέχρι 6.11.
- Σε δύο προγενέστερες ημερομηνίες, 11.1.2017 και 12.6.2017, οι καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν την οφειλή τους. Οι Αιτητές, από την ημερομηνία διορισμού του διαχειριστή/παραλήπτη Πέτρου Ιωαννίδη, ήτοι την 1 Νοεμβρίου 2017, συνέχισαν και συνεχίζουν να προμηθεύουν με προϊόντα τους καθ' ων η αίτηση, και λόγω της κατάστασης στην οποία περιήλθαν οι καθ' ων η αίτηση, ανοίχτηκε στις 4 Νοεμβρίου 2017 και διατηρείται μέχρι και σήμερα, ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός με την ονομασία «Animalia Genetics Ltd (Διαχείριση)». Για τις παραδώσεις των εν λόγω προϊόντων από τις 4 Νοεμβρίου 2017 και εντεύθεν, οποιοδήποτε ποσό καταβαλλόταν από τους καθ' ων η αίτηση προς τους αιτητές, χρεωνόταν στο υπόλοιπο του νέου λογαριασμού και εκδίδονταν τιμολόγια προς «Animalia Genetics Ltd - Διαχείριση». Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού επισυνάπτεται η πρώτη σελίδα του εν λόγω λογαριασμού ως Τεκμήριο
- Παρά την πιο πάνω μετέπειτα συνεργασία των μερών, οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό. Ενόψει όλων των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, καθώς επίσης και στην Έκθεση Απαίτησης, το περιεχόμενο της οποίας επαναλαμβάνεται και βεβαιώνεται ως αληθές, οι καθ' ων η αίτηση καμία απολύτως υπεράσπιση έχουν εις την ως άνω αγωγή για τους λόγους που συνοπτικά επαναλαμβάνονται κατωτέρω και ως εκ τούτου είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί συνοπτική απόφαση υπέρ των Αιτητών: (α) Θέτοντας την υπογραφή του ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση στο Τεκμήριο 9, αναγνώρισε εγγράφως την ύπαρξη της οφειλής των καθ' ων η αίτηση προς τους αιτητές, ως αυτή αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο. Το ποσό των €249.268,12σ κατέληξε να είναι το αξιούμενο ποσό λόγω των μετέπειτα χρεώσεων και πιστώσεων, ως αυτές αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού και οι οποίες έλαβαν χώρα μεταξύ τις 2 Οκτωβρίου 2017 και μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2017, συμπεριλαμβανομένων. (β) Οι καθ' ων η αίτηση κατά την εμπορική συνεργασία τους, με τους αιτητές, εξέδωσαν τις ως άνω αναφερόμενες επιταγές για αποπληρωμή μέρους των ανεξόφλητων τιμολογίων, οι οποίες όμως, ουδέποτε τιμήθηκαν, με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό των επιταγών να εξακολουθεί να οφείλεται στους αιτητές. Το συνολικό ποσό των επιταγών αποτελεί μέρος του τελικού αξιωμένου ποσού. Επισυνάπτονται στην αίτηση τα ακόλουθα τεκμήρια που θεμελιώνουν και εξακριβώνουν τα λεγόμενα του ομνύοντα:
- Το τεκμήριο 5 αφορά όλες τις χρεοπιστώσεις σε κατάσταση λογαριασμού που αφορά τους καθ' ων η αίτηση. Στις χρεώσεις καταγράφεται ο αριθμός του τιμολογίου, το είδος των προϊόντων που είχαν παραγγελθεί και παραληφθεί, καθώς και η αξία του τιμολογίου. Υπάρχει καταγραφή των πληρωμών με την μορφή της πληρωμής καθώς και της ημερομηνίας της πληρωμής. Στην τελευταία στήλη διαμορφώνεται η εξίσωση που αφορά το τελικό υπόλοιπο ημερολογιακά ως αποτέλεσμα των χρεοπιστώσεων ώστε εν τέλει το τελικό υπόλοιπο στις 6 Νοεμβρίου 2017 να αφορά το ποσό των €249.268,
- Το τεκμήριο 6 είναι τα πρωτότυπα τιμολόγια αριθμημένα και με ημερομηνίες. Εάν συγκριθούν τα στοιχεία των τιμολογίων με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 5 ανταποκρίνονται. Επί παραδείγματι, το τιμολόγιο 22321 ημερομηνίας 5.11.2013 ανταποκρίνεται με ανάλογη καταχώρηση στην σελίδα 14 του τεκμηρίου
- Τα πλείστα είναι υπογραμμένα ότι έχουν παραληφθεί.
- Το τεκμήριο 7 είναι οι πρωτότυπες επιταγές που αντιστοιχούν σε μέρους του λογαριασμού που οφείλεται και αφορούν πληρωμή επί αυτού. Στις επιταγές αναγράφεται η επισήμανση της τράπεζας 'Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα'.
- Τέλος, το υπόλοιπο τεκμηριώνεται και θεμελιώνεται ότι οφείλεται επειδή επί των τεκμηρίων 9, 10 και 11 ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση, XXXXX Παπαευσταθίου, σε ημερομηνίες 4.10.2017, 11.1.2017 και 12.6.2017 επιβεβαίωσε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό επί του λογαριασμού που διαμορφώνεται με βάση τις προγενέστερες χρεοπιστώσεις. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας αίτησης λόγω του ότι η αίτηση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ειδικότερα, λόγω του ότι η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση υπογράφεται από πρόσωπο που δεν έχει ή που δεν μπορούσε να είχε προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που υποστηρίζουν την αίτηση.
- Οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση έχουν πολύ καλή, ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Τα γεγονότα της υπόθεσης που εκθέτουν οι εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα ένσταση αποτελούν ευλογοφανή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και δείχνουν ότι πρέπει να επιτραπεί σ' αυτούς να εγείρουν την υπεράσπιση τους.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται και/ή δεν παραδέχονται ότι οφείλουν το ποσό που αναφέρεται στην αξίωση της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων.
- Οι ενάγοντες δεν παρέχουν τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της απαίτησης και συγκεκριμένα δεν αποκαλύπτουν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο XXXXX Ιωαννίδης, παραλήπτης/διαχειριστής των εναγομένων. Ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του XXXXX Νάταρ περιέχει ανακρίβειες και ανυπόστατους ισχυρισμούς και έτσι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.18 κ. 1 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ο Γιώργος Νάταρ δεν έχει καταδείξει με την ένορκο δήλωση του, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Διαταγής 18 Θεσμός 1, ότι είναι πρόσωπο που έχει θετική γνώση ή οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση, αντιθέτως ότι είναι πρόσωπο, που η γνώση του, βασίζεται πάνω σε πληροφορίες που του δόθηκαν από άλλους ή από έγγραφα. Περαιτέρω βασίζεται πάνω σε γεγονότα για τα οποία είναι προφανές ότι δεν μπορούσε να μαρτυρήσει με βάση την προσωπική του γνώση. Συγκεκριμένα, η γνώση του ενόρκως δηλούντα στηρίχθηκε σε έγγραφα συνταγμένα ετοιμασθέντα χωρίς τη συμμετοχή του και ειδικά σε ότι αφορά τις καταστάσεις λογαριασμών, οι οποίες έχουν ετοιμασθεί από τρίτους και έχουν εκτυπωθεί μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν προσυπογράφονται από τον ομόσαντα. Αυτό από μόνο του δεν ικανοποιεί με επάρκεια την απαίτηση της Δ.18 Θ. 1 αναφορικά με την προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Τούτο, επίσης, προκύπτει και από τα έγγραφα που έχουν καταθέσει οι ενάγοντες ως Τεκμήρια 6, 7, 9, 10, 11 και 12 από τα οποία δεν καθορίζεται ο βαθμός της εμπλοκής του με την υπόθεση και της συμμετοχής που είχε. Προκύπτει ότι τα έγγραφα τα οποία επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 6, 7, 9, 10, 11 και 12 δεν φέρουν την υπογραφή του ενόρκως δηλούντα, που να υποδηλοί την προσωπική του εμπλοκή, συμμετοχή ή γνώση στην κατάρτιση του εγγράφου αυτού. Το γεγονός ότι επισυνάφθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα στην ένορκη δήλωση έγινε για την ενδυνάμωση της, όμως, η Δ.18 επιβάλλει τη θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης από τον ομνύοντα, όχι την παράθεση πρωτογενούς μαρτυρίας για την απόδειξη της. Αυτός προσπαθεί να επιβεβαιώσει γεγονότα, για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση. Αρνούνται οι καθ' ων η αίτηση ότι οφείλουν το ποσό που αναφέρεται στην αξίωση της απαίτησης. Το τεκμήριο 7 που είναι δέσμη τιμολογίων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Κάποια από αυτά δεν φέρουν υπογραφή. Κάποια τιμολόγια αφορούν προϊόντα που όταν παραλήφθηκαν ήταν ελαττωματικά. Δεν ήταν κατάλληλα για τον σκοπό που παραλήφθηκαν και επιστράφηκαν στους ενάγοντες. Είναι τιμολόγια που δεν αναγνωρίζονται από τους εναγόμενους και γι' αυτό δεν πληρώνονται. Ο τερματισμός της συνεργασίας μεταξύ τους επήλθε όταν οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εναντίον τους. Η απαίτηση τους καθιστά μη εξασφαλισμένους πιστωτές και θα πρέπει να τεθούν στην ιεραρχία των πιστωτών που προβλέπει η νομοθεσία. Η αγωγή καταχωρήθηκε αφού πρώτα έκαναν προσφορά στους εναγόμενους για αγορά του σταθμού των εναγόμενων και αφού απέτυχαν καταχώρησαν την αγωγή. Αναφορικά με τη μη πληρωμή των επιταγών, αναφέρει ότι υπάρχει λόγος για τους οποίους δεν πληρώθηκαν κάποιες επιταγές. Αφορούν ελαττωματικά προϊόντα που δεν ήταν κατάλληλα για τον σκοπό που ζητήθηκαν. Σε σχέση με τις τρεις αναγνωρίσεις που υπέγραψε ο κ. Παπαευσταθίου, αυτός φαίνεται να τελούσε υπό σύγχυση λόγω των οικονομικών προβλημάτων της εταιρείας και είχε υποστεί ψυχική πίεση να υπογράψει. Η εταιρεία είχε φτάσει στα όρια της και έτσι δεν γινόταν κανένας έλεγχος των πραγμάτων. Υπάρχει αμφιβολία ως προς την αξιοπιστία των συγκεκριμένων εγγράφων ως προς το ύψος της οφειλής στις συγκεκριμένες ημερομηνίες που είναι διαφορετικό από το ποσό που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού. ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να με απασχολήσει είναι κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι ελάχιστες προϋποθέσεις ώστε να ικανοποιηθεί ο δικαιοδοτικός όρος δυνάμει της Δ.18 κ. 1 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Οι καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι δεν έχει ικανοποιηθεί επειδή ο ομνύοντας δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει προσωπικά όλες τις καταχωρήσεις στην κατάσταση λογαριασμού, την έκδοση κάθε τιμολογίου, και την παραγγελία και την παραλαβή κάθε εμπορεύματος που καταγράφονται στα τιμολόγια. Το κατά πόσο θα έπρεπε να προσκομιστεί προσωπική και άμεση θετική μαρτυρία για όλα τα πιο πάνω θα πρέπει να απαντηθεί με αναφορά των βασικών προϋποθέσεων της Δ.18 κ.
- Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στη συνοπτική διαδικασία είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για την δίκαια επίλυση της αγωγής, δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 θ. 1(α) είναι ως ακολούθως:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26 θ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
- Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον εναγόμενο ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. (Βλ. Kyprianides v Ioannou
(1961)1 CLR 265, Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 CLR, Hermes Insurance Ltd. v Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην παρούσα περίπτωση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν εκπληρωθεί. Η υποχρέωση του ενάγοντα να καταχωρήσει ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα το οποίο να επαληθεύεται με ένορκη δήλωση στα πλαίσια της αίτησης γίνεται διά να διαπιστώσει το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα του κλητήριου ότι ο ενάγοντας έχει νόμιμη αξίωση εναντίον του ενάγοντα. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.18 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι το O. 14 r.1. Στην σελίδα 174 αναφέρεται ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται συνοπτική απόφαση εάν υπάρχει ελάττωμα στο κλητήριο ένταλμα ή στην έκθεση απαίτησης που θεμελιώνει την απαίτηση του ενάγοντα. Εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι ουσιαστική τότε η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εάν το ελάττωμα ή παράλειψη είναι τυπική τότε μπορεί να δοθεί άδεια στον ενάγοντα να προβεί σε τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος. "If a special indorsement is defective the defect cannot be made good by affidavit evidence .The meaning of those cases is that where the defect in the endorsement is one of form and not of substance it may be remedied by amendment but not by affidavit in support. Where however, the defect is one of substance the application for summary judgement will be dismissed." Στην αγγλική απόφαση Ryley v Master Sheba Gold Mining Co.
(1892)4 Q.B.D. 674, αποφασίσθηκε ότι εφόσον δεν υπήρχε αναφορά στο κλητήριο ένταλμα πάνω σε ποια βάση δικαιούτο ο ενάγοντας να χρεώσει τόκο αυτό ήταν ουσιαστική παράλειψη στο κλητήριο ένταλμα με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση. "It is important that a man, who is to be proceeded against summarily for judgement, should know exactly how much he has to pay if he wishes to stay the action and should not be called upon to take the risks of calculation." Όπως στην απόφαση Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 61, 66, η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτηση του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην αίτηση για συνοπτική απόφαση. Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση πρέπει με την αίτηση να επαληθεύονται. Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση του τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.
- Ενόψει των κατευθυντήριων γραμμών που διατυπώνονται, πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ομνύοντας δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Τα δύο γεγονότα, τα οποία είναι ουσιαστικά για την επαλήθευση της αιτίας αγωγής, βρίσκονται και τα δύο στην προσωπική αντίληψη του ομνύοντα και ως εκ τούτου βρίσκω ότι οι αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1 έχουν πληρωθεί. Είναι ο διευθυντής των αιτητών και γνωρίζει ότι κατόπιν παράκλησης των καθ' ων η αίτηση είχε ζητηθεί και παραληφθεί το εμπόρευμα που καταγράφεται στα σχετικά τιμολόγια. Ανέφερε επίσης ότι είχε την εποπτεία και την παρακολούθηση των ανεξόφλητων τιμολογίων καθώς και την έκδοση των καταστάσεων λογαριασμών για την ορθότητα του υπολοίπου. Είχε προσωπική γνώση του γεγονότος ότι εκδόθηκαν επιταγές έναντι του οφειλόμενου χρέος και ότι αυτά ως εμφαίνεται από τα ίδια τεκμήρια στην κατοχή του είχαν επιστραφεί χωρίς να πληρωθούν εξαιτίας μη διαθέσιμου υπολοίπου ή για άλλους λόγους που αναφέρονται στις επιταγές. Τέλος είναι το πρόσωπο στην παρουσία του οποίου ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση υπέγραψε την αναγνώριση της οφειλής. Ο σκοπός της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι για να δείξει ότι ο ενάγοντας έχει στην κατοχή του αποδεκτή μαρτυρία βάσει της οποίας δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Αυτή η μαρτυρία είναι αναγκαία. Είναι βάση αυτής της μαρτυρίας, που εάν αποδειχθεί ότι είναι η αλήθεια κατά την ακροαματική διαδικασία, ο ενάγοντας θα αποδείξει ότι δικαιούται απόφαση στην αγωγή. Η επαλήθευση πρέπει να δείχνει ότι δεν υπάρχουν επίδικα θέματα στην αγωγή και ότι ο ενάγοντας με βάση αυτής της μαρτυρίας δικαιούται απόφαση δυνάμει του νόμου. Κάθε έκθεση απαιτήσεως πρέπει να περιέχει όλα τα γεγονότα αναγκαία για να στοιχειοθετείται η αξίωση. Η Δ. 19 θ.4 προνοεί ως ακολούθως: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are, to be proved." Αυτή η υποχρέωση δε είναι τυπική αλλά ουσιαστική. Το κλητήριο ένταλμα που δεν περιέχει τα γεγονότα που να στοιχειοθετεί την αξίωση του ενάγοντα πάσχει και είναι ελαττωματικό. Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να περιέχει αρκετά γεγονότα από τα οποία να προκύπτει πιο είναι το αγώγιμο δικαίωμα και να πληροφορείται ο εναγόμενος επαρκώς για την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με το Annual Pracitce Book, 1953, η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19 θ.4 είναι το O.20 r.
- Στην αγγλική απόφαση Philipps v Philipps & Others [1878] 4 QBD 127 επεξηγήθηκε ποια είναι η σημασία να υπάρχει συμμόρφωση σ' αυτή την διάταξη και τονίσθηκε ότι συμμόρφωση προς τους θεσμούς σε σχέση με τα αναγκαία γεγονότα που πρέπει να υπάρχουν στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι τυπική υποχρέωση. "I have always said that a plaintiff cannot be permitted to go to trial and say that he was entitled to a sum of money, but that he cannot give the defendant any particulars of it. It is impossible that a plaintiff can plead embarrassing pleadings contrary to the rules that have been framed for making them clear and distinct on the surmise that there may be difficulty in stating that which the rules require. The object of the rules is threefold. It is that the plaintiff may state what his case is for the information of the defendant.secondly, that the defendant may be at liberty to say that the statement is not sufficient in point of law.and thirdly, that the defendant instead of being driven to deny everything by an ambiguous and uncertain statement involving conclusions of law as well as actual facts and so going down to try an expensive issue, may be at liberty to single out any one statement and to answer it." Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska
(1972)1 CLR 130, 140 λέχθηκε ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται από τον εναγόμενο διά να προβάλει ένσταση στην αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν αποτελεί διάβημα με το οποίο ο εναγόμενος υποτάσσεται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Πρέπει πρώτα το Δικαστήριο να διαπιστώσει εάν έχει την δικαιοδοσία. Η ύπαρξη τέτοιας δικαιοδοσίας αντλείται αποκλειστικά από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα. " [I]t is not legitimate to expect to file an application with an affidavit not complying with the rule and so get information on oath as to the nature of the defendant's defence. So if there is no such affidavit as is required by order 18 r. 1 there cannot be jurisdiction under that Order to give judgement. A defendant making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant -plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court. It should be examined if the plaintiff by his application has brought himself within the ambit of the order". Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση της ενάγουσας στηρίζεται σε κατ' ισχυρισμόν συμβατική υποχρέωση που έχει αναλάβει η εναγόμενη να εκπληρώσει έναντι της ενάγουσας, ήτοι την πληρωμή του ποσού των €249.268,12 που δεν έχει ακόμη πληρωθεί. Τα γεγονότα επαληθεύονται από τον διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας ο οποίος ανέφερε ότι είχε προσωπική γνώση των γεγονότων και ήταν σε θέση να ορκισθεί θετικά σε σχέση με την δημιουργία της οφειλής. Στην δική μας την περίπτωση το αρμόδιο πρόσωπο που είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των συναλλαγών διότι ήταν προσωπικά εμπλεκόμενος και έλεγχε τις εμπορικές συναλλαγές της εταιρείας των αιτητών ως διευθυντής της ήταν σε θέση να επαληθεύσει τα ουσιώδη γεγονότα που απαρτίζουν την έκθεση απαίτησης που αφορούν οφειλόμενο ποσό από τους εναγόμενους για την αξία εμπορευμάτων που πωλήθηκαν έναντι πίστωσης και παραδόθηκαν στους εναγόμενους έναντι κατάστασης λογαριασμού, τιμολογίων και αναγνώρισης χρέους. Είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης Τα έγγραφα ως προς το περιεχόμενο τους και τις λεπτομέρειες αυτών διασταυρώνονται και ανταποκρίνονται με τα γεγονότα για τα οποία ο ομνύοντας έχει ορκισθεί θετικά. Κατά συνέπεια επαληθεύεται το γεγονός της παραγγελίας και της παράδοσης των εμπορευμάτων, της ύπαρξης του υπολοίπου και το γεγονός ότι αυτό εξακολουθεί να οφείλεται. Ορκίσθηκε ότι είχε θετική γνώση των γεγονότων και ότι ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών στους οποίος περιλαμβάνεται και ο λογαριασμός των εναγομένων. Στην παρούσα περίπτωση η ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο. Επομένως, τίθεται ερώτημα εάν ο διευθυντής της που ήταν υπεύθυνος για την παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών πελατών επί πίστωση και είχε άμεση επαφή με τους εναγόμενους για τον σκοπό της εξόφλησης των οφειλόμενων ποσών είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να καταθέσει σε σχέση με τα γεγονότα όπως απαιτείται με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18 που απαιτούν θετική γνώση των γεγονότων. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν Τράπεζα Κύπρου
(1997)1 ΑΑΔ 782,he λέχθηκε ότι δεν είναι αρκετό το φυσικό πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην ένορκη δήλωση να καταθέτει με βάση αυτά που πιστεύει ή πληροφορείται. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας είναι εταιρεία θα πρέπει να ορκισθεί φυσικό πρόσωπο σε σχέση με τα γεγονότα. Ο απαιτούμενος βαθμός γνώσης για κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με την φύση της απαίτησης και ανάλογα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση. Στην παρούσα περίπτωση ο ενόρκως δηλούντας είχε άμεση επαφή με τον λογαριασμό των εναγομένων και των εγγράφων που σχετίζονται μ' αυτόν. Εποπτεύει και ελέγχει την διακίνηση αυτού του λογαριασμού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επειδή με βάση την θέση του είχε την υποχρέωση να εποπτεύει τον εν λόγω λογαριασμό και αυτά είναι τα καθήκοντα που εκτελεί καθημερινά έχω την άποψη ότι θα πρέπει να έχει θετική γνώση όλων των γεγονότων και στοιχείων που αφορούν τον εν λόγω λογαριασμό. Περαιτέρω, το πιο σημαντικό που είναι το τελικό οφειλόμενο ποσό το επιβεβαίωσε θετικά επειδή είχε την εποπτεία της κατάστασης λογαριασμού και ήταν παρών κατά την υπογραφή συνάντησης που είχε με τον διευθυντή των εναγόμενων κατά την οποία εκείνος εκ μέρους της εναγόμενης αναγνώρισε το χρέος. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα έχει επαληθεύσει θετικά την απαίτησή της. Ως εκ τούτου, έχω ικανοποιηθεί ότι οι αιτητές έχουν εκθέσει τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι δικαιούνται στην απαίτηση και ότι αυτά τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση έχουν επιβεβαιωθεί δεόντως και θετικά με την μαρτυρία του Γιώργου Νάταρ, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ. 1. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που έχουν θέσει ενώπιον μου οι καθ' ων η αίτηση. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπισθεί στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, η ένορκή του δήλωση θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφής ισχυρισμούς δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση. [Βλ. Hermes Insurance Co. Ltd (πιο πάνω)]. Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για την διαπίστωση καλής υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση(bona fide defence). Εάν η ένορκη δήλωση του εναγόμενου αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα, τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958, σελ. 248, ο ενάγοντας να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη του ενάγοντα να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της αιτήσεώς του υποδηλοί ότι πρέπει να εκδικασθεί η αγωγή και να ακουσθεί μαρτυρία. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόασης συνοπτικής αιτήσεως, ο εναγόμενος στερείται το δικαίωμα της δίκης επομένως είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 AAΔ 239 τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ. 243-244: "Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκή του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση.. .Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο." Το Εφετείο επεξήγησε στην απόφαση N.V. Caterchef Ltd. v P.C.P. Electronics, 1 ΑΑΔ 1912
(1999), ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια συγκεκριμένα γεγονότα με τρόπο που να εκφράζεται μία καλόπιστη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Παρόλο ότι η ένσταση των εναγόμενων δεν πρέπει να στερείται πειστικότητας στο βαθμό που να είναι έκδηλη η ανυπαρξία υπεράσπισης, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας καθορισμένος βαθμός πειστικότητας που να υπαγορεύει πότε ένας εναγόμενος δικαιούται να υπερασπιστεί. Δεν είναι ανάγκη όλα τα επιχειρήματα των εναγόμενων να έχουν τεθεί ολοκληρωμένα και με λεπτομέρεια ή εκεί μόνο που τα επιχειρήματα τους είναι πειστικά και αληθοφανής για να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν. Η συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όταν το Δικαστήριο είναι τόσο βέβαιο από τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του που δεν χρειάζεται να ακούσει την υπόθεση ώστε να προβεί στην κρίση ότι η υπεράσπιση που προβάλλεται είναι αστήρικτη. Εκεί όμως που εύλογα τίθενται κάποια ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου προς κρίση, διαπίστωση και επίλυση είναι δίκαιο τα πιο πάνω να τα διενεργήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Η πιο πάνω προσέγγιση είναι σύμφωνη και με την επισήμανση του Εφετείου στην απόφαση Ευάγγελος Λαζάρου ν Γιάννης Μακεδόνας 1 ΑΑΔ 817, όπου λέχθησαν τα ακόλουθα: ' It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant's own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that is inherently incredible'. Το επιχείρημα των καθ' ων η αίτηση ότι ένας μικρός αριθμός των τιμολογίων δεν φέρουν υπογραφή δεν ισοδυναμεί με ισχυρισμό ότι τα εμπορεύματα ουδέποτε είχαν παραγγελθεί ή/και παραληφθεί. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός ως απομονωμένο γεγονός δεν εκφράζει μία ολοκληρωμένη υπεράσπιση εις απάντηση της θετικής μαρτυρίας του ομνύοντα στην αίτηση ότι τα εμπορεύματα είχαν παραδοθεί στους καθ' ων η αίτηση επί πίστωση, καθώς και μαρτυρίας ότι έχουν εκδοθεί επιταγές έναντι του οφειλόμενου ποσού και το χρέος έχει αναγνωρισθεί ως οφειλόμενο από τον διευθυντή των καθ' ων η αίτηση. Οπότε, η μη υπογραφή 7 ή 8 τιμολογίων από τα περίπου 100 τιμολόγια που επισυνάπτονται στην αίτηση ως τεκμήρια, δεν είναι γεγονός από μόνο του που εκφράζει μία ολοκληρωμένη υπεράσπιση που χρήζει εκδίκασης μεταξύ των μερών. Δεν έχει σημασία ότι κάποια σκόρπια τιμολόγια δεν φέρουν υπογραφή. Τέτοιος ισχυρισμός δυνατόν να αποτελούσε υπεράσπιση εάν οι καθ' ων η αίτηση μπορούσαν να προβάλουν ταυτόχρονα θετική και συγκεκριμένη μαρτυρία ότι τα συγκεκριμένα εμπορεύματα που αναφέρονται στα συγκεκριμένα τιμολόγια δεν είχαν παραγγελθεί και παραδοθεί. Ο ισχυρισμός ότι κάποια εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά ή ακατάλληλης ποιότητας αποτελεί γενικό και αόριστο επιχείρημα χωρίς τεκμηρίωση. Οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αναφέρει ποια ήταν τα εμπορεύματα που ήταν ελαττωματικά ώστε να προσδιορίσουν με σαφήνεια γιατί δεν ήταν της κατάλληλης ποιότητας ώστε να ανάγεται το θέμα σε πειστική υπεράσπιση. Από μία ματιά στο περιεχόμενο των τιμολογίων που επισυνάπτονται στην αίτηση, προκύπτει ότι το εμπόρευμα ήταν στις πλείστες περιπτώσεις Eurodiesel, Gasoil, και Kerosene. Οπότε όφειλαν οι καθ' ων η αίτηση να προβάλλουν συγκεκριμένο ισχυρισμό σε σχέση με την ποιότητα των εμπορευμάτων και να καταπιαστούν με τις λεπτομέρειες του ισχυρισμού πχ. γιατί το πετρέλαιο ήταν ακατάλληλο για τον σκοπό. Το ότι δεν πρόκειται για γνήσια υπεράσπιση προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν έχει τεθεί ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι διαμαρτυρήθηκαν για την καταλληλότητα των εμπορευμάτων σε ανύποπτο χρόνο. Το ίδιο ισχύει για τις ακάλυπτες επιταγές. Δεν έχει προβληθεί το επιχείρημα ότι συγκεκριμένες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί με αναφορά συγκεκριμένα εμπορεύματα που θεωρήθηκαν ότι ήταν ακατάλληλα ώστε να πείθουν οι καθ' ων η αίτηση ότι υπάρχει γνήσια υπεράσπιση επί αυτής της βάσης. Tα γεγονότα που έχουν παραθέσει στην ένορκή τους δήλωση είναι ότι όντως υπήρχε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης για την παραγγελία και παραλαβή εμπορευμάτων επί πίστωση. Μάλιστα προβάλλουν ως γεγονός ότι η συνεργασία αυτή συνέχισε μέχρι πρόσφατα όταν τερμάτισαν τελικά οι ίδιοι την συνεργασία εξαιτίας της έγερσης της αγωγής. Δεν έχουν προσδιορίσει ποιες επιταγές ανακαλέσαν και ποια εμπορεύματα ήταν ακατάλληλα ή ελαττωματικά. Υπάρχει μαρτυρία ότι οι επιταγές δεν είχαν πληρωθεί, όχι επειδή είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους, αλλά επειδή φέρουν την σφραγίδα ότι δεν υπήρχε ικανοποιητικό υπόλοιπο να πληρωθούν. Οι επιταγές πληρώθηκαν ταυτόχρονα και/ή μεταγενέστερα της δημιουργίας του υπολοίπου. Επομένως, το να επικαλείται η εναγόμενη ότι δεν πλήρωσαν για την έκδοση επιταγών επειδή τα εμπορεύματα δεν ήταν καλά ή κατάλληλα, έρχεται σε αντίθεση με τα γεγονότα που έχουν εκθέσει με την ένορκή τους δήλωση. Διά να υπάρχει έγκυρη συμφωνία εν ισχύ πρέπει να υπάρχει αντιπαροχή για την υπόσχεση ή το αντάλλαγμα που δίδεται από το ένα μέρος εις το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Το τι σημαίνει αντιπαροχή επεξηγείται με σαφήνεια και περιληπτικά στο Halsbury's Laws of England 4th edition, Volume 4, par. 380: 'Meaning of Consideration. Valuable consideration was in former days said in general terms to consist ' either in some right, interest, profit, or benefit accruing to the one party, or some forbearance, detriment loss, or responsibility given suffered, or undertaken by the other.' Επομένως, εφόσον όλες οι επιταγές εκδόθηκαν ως αντάλλαγμα τα εμπορεύματα που αποδέχθηκαν οι καθ' ων η αίτηση, υπήρχε σε ισχύ νόμιμη συμφωνία. Επομένως, ο ισχυρισμός τους ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν επειδή τα εμπορεύματα ήταν ελαττωματικά δεν συνάδει με το γεγονός της έκδοσης των επιταγών που είναι γεγονός που πραγματοποιήθηκε κατά την παράδοση των εμπορευμάτων ή μεταγενέστερα της παράδοσης των εμπορευμάτων σε σχέση με την παραγγελία και παράδοση εμπορευμάτων επί πιστώσει. Δεν έχουν προβάλει ως υπεράσπιση τον ισχυρισμό ότι έχουν απαλλαγεί από το καθήκον τους και/ή υποχρέωσή τους να εκτελέσουν τα συμφωνηθέντα, υπεράσπιση που διαφέρει από υπεράσπιση που βασίζεται στο γεγονός ότι δεν υπήρχε αντιπαροχή που να θεμελιώνει την συμφωνία κατά την σύναψή της. Οι καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι οι αιτητές με την παράδοση των εμπορευμάτων είχαν συντελέσει όλες τις υποχρεώσεις τους με βάση την συμφωνία. Συνεπώς, είναι αντιφατικό το γεγονός ότι μεταγενέστερα της παραλαβής των εμπορευμάτων ή έστω ταυτόχρονα με την παράδοση αυτών επί πιστώσει εκδόθηκαν επιταγές έναντι του υπολοίπου χωρίς να υπάρχει ταυτόχρονη διαμαρτυρία και αφού, ως έχουν αναφέρει, με την επιστροφή των εμπορευμάτων. Η λογική υπαγορεύει ότι δεν θα προχωρούσαν με την έκδοση των επιταγών εάν δεν είχαν αναγνωρίσει το χρέος που δημιουργήθηκε με την κατάσταση λογαριασμού επί πιστώσει. Το Δικαστήριο σ' αυτές τις αιτήσεις θα πρέπει να εντοπίζει επίδικα θέματα προς εκδίκαση και όχι να τα επιλύει. Απορώ ποιες είναι οι προβαλλόμενες θέσεις των εναγόμενων ώστε να αποφανθώ κατά πόσο δημιουργούν επίδικο θέμα; Περαιτέρω, η υπεράσπιση του εναγόμενου δεν πρέπει να προβάλλεται αόριστα, αλλά με τρόπο ολοκληρωμένο και κατανοητό, ως και επίσης να περιέχει λεπτομέρειες και συγκεκριμένα γεγονότα (condescend upon particulars) από τα οποία να προκύπτει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν είναι ρόλος του Δικαστηρίου να κάνει διάφορες εικασίες σε προσπάθειά του να αντιληφθεί ακριβώς ποια είναι η υπεράσπιση που έχουν προβάλει οι εναγόμενοι. Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα που έχουν προβάλει οι καθ' ων η αίτηση με την ένορκή τους δήλωση δεν θεμελιώνουν υπεράσπιση βασιζόμενη σε έλλειψη αντιπαροχής για την έκδοση της επιταγής. Γίνονται κάποιοι αόριστοι ισχυρισμοί περί ελαττωματικών και ακατάλληλων εμπορευμάτων σε σχέση με επιταγές που εκδόθηκαν ταυτόχρονα και μεταγενέστερα της παραλαβής των εμπορευμάτων. Όμως το Δικαστήριο αγνοεί και δεν μπορεί να αντιληφθεί, πώς αυτά τα γεγονότα αποτελούν καλή υπεράσπιση στην αγωγή; Το ότι η εναγόμενη είναι υπό διαχείριση και οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή ως ανεξασφάλιστοι πιστωτές που θα πληρωθούν σύμφωνα με την πιστωτική ιεραρχία που προβλέπει η νομοθεσία, δεν είναι υπεράσπιση που χρήζει προβολής και επίλυσης στα πλαίσια της αγωγής. Δεν προβάλλεται ως θετικό γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση εταιρεία βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης που να δικαιολογεί την αυτόματη αναστολή της διαδικασίας. Συνεπώς, δεν υπάρχει δικονομικό κώλυμα στο αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών βασιζόμενο σε υπόλοιπο από κατάσταση λογαριασμού. Τέλος ο ισχυρισμός ότι ο XXXXX Παπαευσταθίου υπέγραψε σε τρεις περιπτώσεις αναγνώριση χρέους υπό ψυχική πίεση επειδή η εταιρεία εκείνο το διάστημα ήταν στα όρια της, δεν είναι υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Η αναγνώριση του χρέους δεν είναι τίποτε άλλο από δήλωση της εναγόμενης εναντίον συμφέροντος δηλαδή, μία παραδοχή των καθ' ων η αίτηση διά του διευθυντή τους που τους δεσμεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σημειώνω ότι η αναγνώριση του χρέους είναι και γεγονός αντιφατικό με τις υπόλοιπες θέσεις που έχουν προβάλει οι καθ' ων η αίτηση με την ένσταση τους. Οι θέσεις αυτές όντως δεν συνδυάζονται με το γεγονός ότι ο διευθυντής της εταιρείας κατ' επανάληψη υπέγραψε ότι όφειλε το συγκεκριμένο υπόλοιπο στους αιτητές. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός της ψυχικής πίεσης, δηλαδή το λεγόμενο 'duress' είναι ειδική υπεράσπιση που την επικαλείται συμβαλλόμενο μέρος για να ακυρώσει συμφωνία που δεν είναι το αποτέλεσμα της ελεύθερης θέλησης του συμβαλλόμενου που επικαλείται την υπεράσπιση. Η αναγνώριση του χρέους δεν είχε υπογραφτεί κατά την σύναψη των συμφωνηθέντων και της δημιουργίας του υπολοίπου αλλά είναι έγγραφα που ετοιμάσθηκαν αργότερα, επομένως, είναι άγνωστο γιατί αυτό το γεγονός συνιστά υπεράσπιση στην αγωγή και οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν επεξηγήσει ποια είναι η σπουδαιότητα αυτού του ισχυρισμού ενόψει και των άλλων θέσεων που έχουν προβάλλει σε σχέση με την δημιουργία του υπολοίπου και της έκδοσης των επιταγών. Εάν προβάλλεται ως υπεράσπιση για την περίπτωση της ακύρωσης των συμφωνηθέντων, θα πρέπει να αποδειχθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ήτοι, ότι οι αιτητές ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί της θέλησης του άλλου επειδή: (α) είχαν πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή (β) είχαν καταρτίσει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης. Επιπρόσθετα, πρέπει να αποδειχθεί ότι η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής. Κανένα γεγονός δεν έχει προβληθεί για να στοιχειοθετηθούν τα πιο πάνω. Ούτε είναι γνωστό γιατί επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση την ψυχική πίεση σε σχέση με την αναγνώριση του χρέους σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις εφόσον η αναγνώριση του χρέους δεν είναι συμφωνία αλλά επιπρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο μαζί με τα άλλα πολλά που έχουν προσκομίσει οι αιτητές για να επαληθεύσουν τον ισχυρισμό τους ότι το ποσό οφείλεται και ακόμη εκκρεμεί. Απουσιάζουν τα ελάχιστα αναγκαία γεγονότα ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα υπεράσπιση σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό. Οι ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για συνοπτική απόφαση. Οι εναγόμενοι δεν έχουν πείσει ότι έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν εντοπίζεται κανένα ζήτημα με το οποίο θα μπορούσε να ασχοληθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια δίκης. Συνεπώς, με δεδομένη την οφειλή των εναγομένων στους ενάγοντες θα πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην αγωγή. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως η παράγραφος Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως. Τα έξοδα αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο