SAUNDERS κ.α. ν. HEWITT κ.α., Αρ. Αγωγής: 4202/19, 2/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A680 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4202/19 Μεταξύ:
- XXXXX SAUNDERS
- XXXXX SAUNDERS Ενάγοντες και
- XXXXX HEWITT
- XXXXX PAVLIDOU
- Vipan Limited
- Iris Corporate Services Limited
- Iris Directors Limited
- XXXXX Theodorou
- Gloucester Heat Treatment Specialists Limited
- XXXXX Wells
- XXXXX Hewitt Εναγόμενοι Ημερομηνία: 2α Δεκεμβρίου 2021 Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Αλεξάνδρου Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση 1, 7, 8 και 9: κα Ζεβρού -------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση επιζητεί την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Προτού η διερεύνηση υπεισέλθει σε αυτό που αφορά η αρχική διαδικασία και ποιο είναι το μαρτυρικό υλικό που την πλαισιώνει, το οποίο σήμερα ζητείται να συμπληρωθεί, σημειώνεται πως η αίτηση εδράζεται σε αριθμό Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, μεταξύ άλλων τη Δ.39 και τη Δ.48 κκ1-4
(1)
(2)και 7-9, ως επίσης το κοινοδίκαιο, τις αρχές της επιείκειας και τις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τώρα, η αρχική αίτηση, εν προκειμένω η αίτηση της οποίας η μαρτυρία ζητείται να συμπληρωθεί, καταχωρίστηκε την 21/09/2020 και με αυτή ζητείτο η έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων. Μάλιστα την 23/09/2020 το Δικαστήριο, με διαφορετική σύνθεση, επιλήφθηκε την αίτηση και εξέδωσε τα διατάγματα των παραγράφων 1 και 2 και περαιτέρω, έδωσε οδηγίες επίδοσης σε σχέση με τα λοιπά αιτητικά. Ας σημειωθεί περαιτέρω πως καίτοι οι εναγόμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 εμφανίστηκαν στη διαδικασία της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, δήλωσαν πως δεν θα ενστούν σε αυτό και περαιτέρω, θα συμμορφωθούν με τις τελικές οδηγίες του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια ούτε και στην υπό κρίση διαδικασία συμμετείχαν, εφόσον είναι τούτη επικουρική της κυρίως αιτήσεως στην οποία εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα. Ένσταση στην επίδικη διαδικασία καταχώρισαν οι εναγόμενοι 1, 7, 8 και 9, οι οποίοι εμφανίζονται με κοινό συνήγορο. Κρίνω πως δεν εξυπηρετείται η διαδικασία από επανάληψη των λόγων ένστασης. Άλλωστε το ζήτημα έχει να κάνει πρωτίστως με εφαρμογή των νομικών αρχών στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και εν τέλει, κατά πόσο δικαιολογείται ή μη η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Βολεύει την όλη διαδικασία να προσδιοριστούν εκ προοιμίου οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, εφόσον τούτες είναι που οριοθετούν το πλαίσιο διακύμανσης του δικαστικού τούτου έργου. Εν προκειμένω αδιαμφισβήτητο είναι πως το Δικαστήριο κέκτειται εξουσία να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Τα διαλαμβανόμενα στον κ.4
(2)της Δ.48 διατυμπανίζουν του λόγου το ασφαλές. Περιπλέον, όπως σε κάθε άλλη περίπτωση που το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, η άσκηση τούτης δεν είναι ανέλεγκτη. Κριτήριο έγκρισης αιτήματος ως το υπό κρίση, είναι η απόδειξη καλού λόγου. Δεν εξυπηρετείται η διαδικασία από αυστηρό και εξαντλητικό προσδιορισμό του τι εστί καλός λόγος. Κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων και ως εκ τούτου δεν δημιουργείται αυστηρό δικαστικό προηγούμενο σε σχέση με την περιπτωσιολογία του πράγματος. Εκείνο όμως που δεσμεύει από τις προηγούμενες αποφάσεις, είναι οι αρχές επί των οποίων θεμελιώθηκε η όποια κατάληξη. Και εξηγώ, στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα (Αρ. 1)
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195, 199, αναφέρθηκε ότι διευκρινίσεις είναι επιθυμητές εφόσον παρέχουν στο Δικαστήριο σφαιρική και ολοκληρωμένη εικόνα. Αντιθέτως επαναλήψεις είναι ανεπίτρεπτες. Η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως προς το σκοπό επανάληψης μαρτυρίας και επιχειρηματολογίας, κρίθηκε ανεπίτρεπτη και στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1Α Α.Α.Δ. 643,
- Εν κατακλείδι, στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημερομηνίας 03/11/2016, υπεδείχθη πως ο καλός λόγος «προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Βάσει όλων των ανωτέρω στρέφομαι πλέον σε αυτό που αποτελεί το ιδιαίτερο αντικείμενο της επίδικης διαδικασίας. Είναι κατανοητό ότι για τον αναγνώστη να αντιληφθεί το εύλογο ή μη του υπό κρίση αιτήματος, προϋπόθεση είναι να σκιαγραφηθεί, έστω σε αδρές γραμμές, η μαρτυρία που υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αυτό γιατί η υπό κρίση αίτηση επιζητεί συμπλήρωση αυτής τούτης της μαρτυρίας του προσωρινού διατάγματος. Ομολογουμένως στην προκείμενη περίπτωση το έργο του Δικαστηρίου δεν είναι ευχερές. Παρεμβάλλεται εν προκειμένω, εν είδει επισήμανσης που οφείλει να απασχολήσει, πως η αρχική αίτηση, δηλαδή η αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δεν αποτελεί εξαίρεση στη μάστιγα που εσχάτως πλήττει τέτοιου είδους αιτήσεις. Αναφέρομαι βεβαίως στον όγκο του μαρτυρικού υλικού εφόσον αποτελείται από μια ένορκη δήλωση που καταλαμβάνει 14 σελίδες και στην οποία επισυνάπτονται έξι τεκμήρια, καθώς και άλλες δύο ένορκες δηλώσεις και ένα κείμενο γεγονότων. Η δε μια εκ των δηλώσεων που επισυνάπτονται (η ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1) φέρει συνημμένα έγγραφα τα οποία αριθμούνται σε 163 σελίδες. Στον αντίποδα, ουδόλως φειδωλή είναι και ένορκη δήλωση του ομνύοντα την ένσταση, η οποία ανέρχεται σε 31 πυκνογραμμένες σελίδες και συνοδεύεται από 14 τεκμήρια. Η εν λόγω αναφορά απλώς και μόνο για να καταστεί αντιληπτός ο όγκος του μαρτυρικού υλικού που το Δικαστήριο διεξήλθε για μόνο λόγο να αποφασιστεί το εύλογο ή μη του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Δεν είναι αυτοσκοπός τούτης της διαδικασίας να μεταφερθεί αυτούσια και με πάσα λεπτομέρεια η μαρτυρία που υποστηρίζει είτε την αίτηση είτε την ένσταση στην κυρίως διαδικασία. Επιβάλλεται εντούτοις κάποια σκιαγράφηση για σκοπούς κατανόησης του αποτελέσματος της επίδικης αίτησης. Το λοιπόν, η αγωγή φαίνεται να έχει αντικείμενο ένα εμπίστευμα που καταρτίστηκε την 21/04/2015 από κάποια XXXXX Hewitt. Η εν λόγω εμπιστευματοπάροχος απεβίωσε την 15/04/2017 ως εκ τούτου στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η αποβιώσασα. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση και με αυτό νοείται πάντα η αίτηση και ένσταση σε σχέση με τη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, η αποβιώσασα είναι μητέρα των δύο εναγόντων από τον πρώτο της γάμο. Ο εναγόμενος 1 είναι ο τρίτος σύζυγος της αποβιωσάσης, με τον οποίο ήταν παντρεμένη τα τελευταία 20 χρόνια. Ταυτόχρονα με την αποβιώσασα, εμπίστευμα κατήρτισε και ο εναγόμενος
- Η περιουσία του εμπιστεύματος και των δύο φαίνεται να είναι 1000 μετοχές της εναγομένης 3 εταιρείας, τις οποίες το ζεύγος κατείχε εξ ημισείας. Οι μετοχές της αποβιωσάσης, που είναι και το αντικείμενο της αγωγής, είναι οι υπ' αριθμό 501-
- Η δε εναγομένη 3 είναι ο μοναδικός μέτοχος της εναγομένης 7 και αυτό είναι το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή οι 100 εκδοθέντες μετοχές που κατέχει στην τρίτη αυτή εταιρεία. Η εναγομένη 2 είναι η επίτροπος του εμπιστεύματος που κατήρτισαν η αποβιώσασα και ο σύζυγός της και η μοναδική μέτοχος της εναγομένης
- Είναι δε εργαζόμενη στην εναγομένη 4 και αυτή είναι η εμπλοκή της τελευταίας εταιρείας. Διευθυντές της εναγομένης 3 είναι οι εναγόμενοι 5 και
- Οι εναγόμενοι 8 και 9 είναι διευθυντές της εναγομένης 7 εταιρείας, ενώ ο εναγόμενος 9 είναι υιός του εναγομένου 1 από τον πρώτο του γάμο. Είναι η θέση των εναγόντων πως το εμπίστευμα που κατήρτισε η αποβιώσασα μητέρα τους είχε ως αρχικό δικαιούχο την αποβιώσασα και σε περίπτωση θανάτου τούτης δικαιούχος καθίστατο ο εναγόμενος 1 και σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου δικαιούχος καθίστατο ο υιός του εναγόμενος
- Παρόλα ταύτα, το εμπίστευμα έτυχε τροποποίησης την 5η Νοεμβρίου του 2016, αφότου η αποβιώσασα έπεισε τον εναγόμενο 1, ο οποίος μέχρι τότε αρνείτο, να αφήσει τις μετοχές της στα παιδιά και τα εγγόνια της. Με την τροποποίηση, υποστηρίζουν οι ενάγοντες, αρχικός δικαιούχος παρέμεινε η αποβιώσασα και σε περίπτωση θανάτου τούτης ο εναγόμενος
- Σε περίπτωση θανάτου του εναγομένου 1 τότε δικαιούχοι καθίστανται· η ενάγουσα 1 κατά 29%, ο ενάγων 2 κατά 17%, ο εναγόμενος 8 κατά 20% και το υπόλοιπο 34% εξ ημισείας στις δυο εκεί αναφερόμενες εγγονές της αποβιωσάσης. Πρόσθετος ισχυρισμός των εναγόντων είναι πως την 20/10/2016 η αποβιώσασα έδωσε γραπτές οδηγίες στην επίτροπο, εν προκειμένω την εναγομένη 2, ώστε το μηνιαίο μέρισμα που προκύπτει από τις εργασίες της εναγομένης 7 και το οποίο αντιστοιχούσε στην ίδια ως κατόχου του 50% των μετοχών βάσει του εμπιστεύματος, να της αποστέλλεται σε συγκεκριμένο λογαριασμό στο Γιβραλτάρ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των εναγόντων αυτό το μηναίο μέρισμα ανέρχεται περί τις £9.000 για το 50%. Περιπλέον είναι η θέση των εναγόντων πως η αποβιώσασα κατήρτισε και διαθήκη στο Γιβραλτάρ, της οποίας το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο είναι ο σχετικός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο εμβάζονταν τα μερίσματα από την εναγομένη
- Σύμφωνα με τις πρόνοιες της διαθήκης, δικαιούχοι της αναφερόμενης περιουσίας καθίσταντο η ενάγουσα 1 και ο ενάγων 2 κατά 45% έκαστος και το υπόλοιπο 10% σε μια εγγονή της αποβιωσάσης. Η ουσία του παραπόνου των εναγόντων έγκειται στον ισχυρισμό ότι μετά τον θάνατο της αποβιωσάσης ο εναγόμενος 1 επιχείρησε με αθέμιτα μέσα να οικειοποιηθεί τα μερίσματα που είχαν ήδη κατατεθεί στο λογαριασμό της αποβιωσάσης στο Γιβραλτάρ και ακολούθως ζήτησε όπως οι 500 μετοχές τούτης στην εναγομένη 3, οι οποίες αποτελούν την περιουσία του εμπιστεύματος, να μετατραπούν σε μετοχές που δεν θα έχουν δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα στο να λαμβάνουν μέρισμα. Ακολούθως ζήτησε την ακύρωση της τραπεζικής εντολής μεταφοράς των μερισμάτων προς το λογαριασμό στο Γιβραλτάρ, όπερ και εγένετο. Παράνομα και χωρίς να λάβει την έγκριση των μετόχων της εναγομένης 7, που είναι η εναγομένη 3, διαφοροποίησε το υφιστάμενο μετοχικό κεφάλαιο τούτης, προσθέτοντας πέραν των 100 συνήθων μετοχών που ανήκαν στην εναγομένη 3 και μια μετοχή τύπου Α, η οποία φαίνεται να κατέληξε στον ίδιο. Παράλληλα οι 100 μετοχές της εναγομένης 3 κατέστησαν τάξης Β, χωρίς δικαίωμα ψήφου και είσπραξης μερισμάτων. Παρατίθεται με λεπτομέρεια το σύνολο της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν τα μέρη, καθώς και οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν χρειάζεται να αναφερθεί οτιδήποτε περαιτέρω. Σημειώνεται απλώς ότι το αναφερόμενο εμπίστευμα είναι το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1, η οποία δήλωση επισυνάπτεται στην κυρίως ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Κατά τον ίδιο τρόπο προσκομίστηκε και η τροποποίηση του εμπιστεύματος ημερομηνίας 05/11/2016, καθώς επίσης η διαθήκη στο Γιβραλτάρ. Τέλος σημειώνεται ότι εκτελεστές της διαθήκης στο Γιβραλτάρ είναι δύο, εν προκειμένω ο ενάγων 2 και ο εναγόμενος
- Είναι δε η θέση των εναγόντων ότι ο ενάγων 2 κινεί την παρούσα διαδικασία υπό διπλή ιδιότητα, δηλαδή τόσο αυτή του τελικού δικαιούχου του εμπιστεύματος και του κληρονόμου της αποβιωσάσης με βάση τη διαθήκη του Γιβραλτάρ, όσο και ως εκτελεστής της εν λόγω διαθήκης. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αποδίδει με λεπτομέρεια την εταιρική δομή που προηγήθηκε της σύστασης της εναγομένης
- Υποστηρίζεται εκεί ότι η εναγομένη 7 ιδρύθηκε το 1983 από τον εναγόμενο 1, δηλαδή ιδρύθηκε πολύ πριν το γάμο του με την αποβιωσάση. Όταν δε το 1997 παντρεύτηκε την αποβιωσάση της μεταβίβασε 10 μετοχές. Ακολούθως και για φορολογικούς σκοπούς συστάθηκε η εναγομένη 3, η οποία κατέστη μοναδικός μέτοχος των 100 εκδοθέντων μετοχών της εναγομένης
- Είναι η θέση του ομνύοντα την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πως ο εναγόμενος 1 ανέκαθεν θεωρούσε τους ενάγοντες παιδιά του. Δέχεται τη δημιουργία των δύο εμπιστευμάτων το 2015, εντούτοις αρνείται ότι ήταν σε γνώση του η τροποποίηση εκείνου της αποβιωσάσης το Νοέμβριο του
- Προσθέτει πως η συμφωνία των συζύγων ήταν όπως αντικατοπτρίζεται στο εμπίστευμα του
- Οι μετοχές δόθηκαν στην αποβιωσάση ως δώρο για τη διάρκεια της ζωής της και η συμφωνία ήταν πως με το θάνατό της θα κατέληγαν στον υιό του, δηλαδή τον εναγόμενο
- Επίσης, αρνείται ότι οι σχέσεις του εναγόμενου 1 με τον υιό του (εναγόμενο 9) δεν ήταν αρμονικές. Προσθέτει ότι ένεκα της ανωτέρω συμφωνίας των συζύγων οι αιτητές θα αποζημιώνονταν με τη μεταβίβαση σε αυτούς οικίας 5 υπνοδωματίων στο County Mayo στην Ιρλανδία, πράγμα που έγινε το
- Καταλήγει δε πως η μονομερής τροποποίηση του εμπιστεύματος από την αποβιωσάση δίχως την προηγούμενη ενημέρωση του ιδίου και του εναγομένου 9, που ήταν οι τελικοί δικαιούχοι, είναι άκυρη. Εντούτοις στην ένσταση προωθείται η θέση πως μετά το θάνατο της αποβιωσάσης οι ενάγοντες ξεκίνησαν ενορχηστρωμένο σχέδιο σε διάφορες δικαιοδοσίες με σκοπό την υφαρπαγή της περιουσίας του εναγομένου
- Σχολιάζεται αλληλογραφία που αποκάλυψε η ενάγουσα 1 και υποστηρίζεται πως οι ενάγοντες είναι αυτοί που εισήλθαν στην οικία του εναγόμενου 1 και χωρίς τη συγκατάθεσή του απέστειλαν τούτα τα μηνύματα. Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντα πως μετά το θάνατο της αποβιωσάσης ο εναγόμενος 1 πληροφορήθηκε από την εναγομένη 4 ότι ήταν ο επιζών τελικός δικαιούχος της εναγομένης
- Σε σχέση με το λογαριασμό της αποβιωσάσης στο Γιβραλτάρ υποδεικνύεται ότι η τράπεζα είναι εκείνη που δεν αποδεχόταν την κατάθεση του μερίσματος μετά το θάνατο τούτης και παραπέμπει σε σχετική παράγραφο της δήλωσης του ενάγοντα 2, όπου φαίνεται ότι και ο ίδιος έτυχε ανάλογης ενημέρωσης από την τράπεζα. Παρ' όλα τούτα, αναγνωρίζεται ότι ο εναγόμενος 1 ζήτησε από την επίτροπο να ακυρώσει τη σταθερή εντολή στον λογαριασμό στο Γιβραλτάρ και προστίθεται ότι ζήτησε την αλλαγή της ταξινόμησης των μετοχών της εναγομένης 3, εφόσον ο ίδιος (εναγόμενος 1), είναι ο μοναδικός και τελικός δικαιούχος του εμπιστεύματος. Προστίθεται ότι από το Νοέμβριο του 2017 η εναγομένη 3 διέκοψε την καταβολή μερίσματος και αυτό οφείλεται στο ότι η τράπεζα Lloyd's International στο Isle of Man, απ' όπου γίνονταν οι πληρωμές, ζήτησε πρόσθετα στοιχεία ταυτοποίησης, τα οποία όμως δεν δόθηκαν από την επίτροπο (εναγομένη 2) με αποτέλεσμα την παγοποίηση του λογαριασμού. Τέλος, είναι η θέση του ομνύοντος πως στον διαρρεύσαντα χρόνο μετά το θάνατο της αποβιωσάσης, ο εναγόμενος 1 κατήρτισε νέο εμπίστευμα το οποίο αντικατέστησε τα προηγούμενα. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως ανέκαθεν ο εναγόμενος 1 ήταν πρόθυμος για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, εντούτοις οι ενάγοντες είναι εκείνοι που προέβαλαν παράλογες απαιτήσεις. Σκόπιμο κρίνεται να σημειωθεί εδώ πως βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας οι ενάγοντες εξασφάλισαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει οιανδήποτε ενέργεια και/ή παράλειψη η οποία δυνατόν να επηρεάσει ή μειώσει την περιουσία, είτε του εμπιστεύματος (παράγραφος 1), είτε των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 3 (παράγραφος 2). Ό,τι σήμερα ζητείται να προστεθεί στο μαρτυρικό υλικό με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, είναι πως και τα δύο εμπιστεύματα, τόσο της αποβιωσάσης όσο και του εναγομένου 1, έτυχαν τροποποίησης την 5/11/
- Με την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιθυμείται να προστεθεί ότι ο εναγόμενος 8 δεν συμπεριλαμβανόταν στο αρχικό εμπίστευμα, ώστε να υποστηριχθεί ότι ήταν σε γνώση του εναγομένου 1 η τροποποίηση. Προς τούτο υποδεικνύονται και υφιστάμενα τεκμήρια στη δήλωση της ενάγουσας 1, ώστε να καταδειχθεί πως η τελευταία ήταν μαζί με την αποβιωσάση και τον εναγόμενο 1 στην Τενερίφη καθ' ον χρόνο διενεργείτο η τροποποίηση του εμπιστεύματος. Επίσης, γίνεται αναφορά σε αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ του XXXXX Χαραλαμπίδη από την εναγομένη 4 και την αποβιωσάση, πάντα σε σχέση με την τροποποίηση του εμπιστεύματος. Εντούτοις το αναφερόμενο ως τεκμήριο Α δεν επισυνάπτεται στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σχολιάζεται η θέση του ομνύοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφορικά με την οικία στην επαρχία Mayo στην Ιρλανδία και υποστηρίζεται πως αυτή αγοράστηκε με χρήματα της αποβιωσάσης. Αρνείται ότι η αποβιώσασα και ο εναγόμενος 1 συζήτησαν ποτέ με τους ενάγοντες να τους αφήσουν την εν λόγω οικία επειδή δεν θα λάμβαναν οποιοδήποτε μερίδιο στις εναγόμενες 4 ή 7 ή στην GHΤ. Γίνεται δε αναφορά σε τεκμήριο Β, το οποίο χαρακτηρίζεται ως η Ιρλανδική διαθήκη της αποβιωσάσης όπου φαίνεται πως η εν λόγω οικία αφήνεται στους ενάγοντες. Ούτε σε αυτή την περίπτωση προσκομίστηκε το τεκμήριο Β. Σχολιάζεται το ισχυριζόμενο νέο εμπίστευμα (τεκμήριο 10 στην ένσταση) και υποστηρίζεται ότι δεν ήταν σε γνώση των εναγόντων. Τίθενται δε διάφοροι νομικοί σχολιασμοί που σκοπούν στο να καταδείξουν ότι το εν λόγω εμπίστευμα είναι νομικά έκπτωτο. Ακόμη διενεργείται σύνοψη βασικών γεγονότων της υπόθεσης και δη ενεργειών του εναγομένου
- Παράλληλα τίθενται διάφορα ερωτήματα σε σχέση με ενέργειες του εναγομένου 1 είτε αναφορικά με το λογαριασμό στο Γιβραλτάρ, είτε για τη μετατροπή των μετοχών της εναγομένης
- Γίνονται αναφορές σε παραλείψεις της επιτρόπου να παράσχει πληροφορίες, καθώς και σε ενέργειές της που σύμφωνα με τα ισχυριζόμενα συνέδραμαν τις ενέργειες του εναγομένου
- Υποστηρίζεται πως η αποβιώσασα ήταν σημαντικό και αναπόσπαστο μέρος της έγγαμης σχέσης και ήταν αναμεμειγμένη σε επιχειρηματικές και οικονομικές δραστηριότητες. Προτάσσεται άρνηση του ισχυρισμού του ομνύοντα την ένσταση πως ο ενάγων 2 δεν παρέστη στο γάμο του ζεύγους και επιθυμείται κατάθεση αριθμού φωτογραφιών ως τεκμηρίου. Ούτε αυτό το τεκμήριο τέθηκε υπόψιν του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπλέον εγείρεται ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 είναι εκείνος που αρνήθηκε να συνεργαστεί ακόμη και ως εκτελεστής της διαθήκης και γίνεται επίκληση σχετικής αλληλογραφίας που αντάλλαξε με τον ενάγοντα
- Ούτε και αυτό το τεκμήριο τέθηκε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σχολιάζεται ο ισχυρισμός στην ένσταση περί μηνιαίων πληρωμών που λάμβαναν οι ενάγοντες και γίνεται επίκληση κατάστασης λογαριασμού όπου φαίνεται, ως υποστηρίζεται, πως τούτος ήτο κοινός με την αποβιωσάση και όχι προσωπικός του εναγομένου
- Επίσης γίνεται αναφορά σε ηλεκτρονικό μήνυμα το οποίο ο εναγόμενος 1 απέστειλε στον ενάγοντα 2 και του ανέφερε πως αν δεν ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του θα σταματήσουν οι μηνιαίες πληρωμές από το Jersey. Ουδένα εκ των δύο αυτών εντύπων παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο. Περιπλέον, γίνεται ισχυρισμός πως δικηγόροι στην Τενερίφη επιβεβαιώνουν ότι πρόθεση του εναγομένου 1 ήταν να πωλήσει τις εκεί περιουσίες χωρίς να λάβει υπόψη τα μερίδια των εναγόντων. Ούτε αυτό το έγγραφο αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Ακόμη, δικηγόροι του εναγομένου 1 στην Ιρλανδία παρουσιάζονται να δηλώνουν πως δεν έχουν γνώση απόπειρας των εναγόντων να αφαιρέσουν παράνομα οποιαδήποτε ποσά από την περιουσία της αποβιωσάσης. Ούτε και αυτό το έγγραφο αποκαλύφθηκε. Τέλος, υποστηρίζεται πως η αποβιώσασα είναι και εκείνη που παρείχε στην ενάγουσα 1 πρόσβαση ελέγχου της αλληλογραφίας της και γι' αυτό το σκοπό την πληροφόρησε τον κωδικό του εν λόγω λογαριασμού. Ο δε ενάγων 2 δύναται, ως εκτελεστής της διαθήκης τούτης, να έχει πρόσβαση στον εν λόγω λογαριασμό. Είμαι της γνώμης πως δεν είναι πολλά όλα όσα χρειάζεται να ειπωθούν σε σχέση με την επίδικη αίτηση. Η εκτενής παράθεση του περιεχομένου της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αποκαλύπτει πως το μεγαλύτερο μέρος τούτης δεν είναι παρά ανάρμοστη νομική επιχειρηματολογία συνυφασμένη με παραπομπές σε υφιστάμενη μαρτυρία, είτε από τις δηλώσεις είτε από τα τεκμήρια, που συνιστούν επεξηγήσεις δίκην αγόρευσης. Αυτό είναι προδήλως ανεπίτρεπτο, όχι απλώς για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αλλά για κάθε ένορκη δήλωση η οποία οφείλει να είναι αυστηρά προσηλωμένη σε γεγονότα. Περιπλέον, το γεγονός ότι ο ομνύων επιθυμεί να επαναλάβει γεγονότα, όσο σοβαρά και αν ο ίδιος πιστεύει πως είναι και ακολούθως να σχολιάσει τούτα ωσάν να πρόκειται για αγόρευση, σαφώς κείτεται έξω από την περιπτωσιολογία που δικαιολογεί έγκριση αιτήματος ως το υπό κρίση. Πέραν των ανωτέρω εύστοχη κρίνεται και η άλλη θέση των καθ' ων η αίτηση με παραπομπή στην πρωτόδικη υπόθεση Fazita Investments Limited κ.α. v. Polish Real Estate Investment Limited κ.α., αρ. αγ. 1223/16, ημερ. 21/5/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, όπου η Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. ανέφερε: «Σημειώνεται ότι υπάρχει ακόμα ένας λόγος για τον οποίο η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτός αφορά την παράλειψη των Αιτητών να επισυνάψουν στην προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (τεκμήριο Α), τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα οποία απαριθμούν ως Τεκμήρια 1-
- Αφ' ης στιγμής οι Αιτητές επεσύναψαν στην παρούσα Αίτηση την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της και αναφέρθηκαν σε έγγραφα ως μέρος της προτεινόμενης μαρτυρίας τους, είχαν την υποχρέωση να τα επισυνάψουν σ' αυτήν, προκειμένου οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 να λάβουν γνώση του περιεχομένου τους όπως και το Δικαστήριο, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά υποστηρίζουν τις προβαλλόμενες θέσεις και ισχυρισμούς τους. Αντίθετη προσέγγιση θα καταστρατηγούσε κατά την άποψη μου, τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(2), εφόσον η διαπίστωση από το Δικαστήριο «καλού λόγου», καθιστά απαραίτητο όπως τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η προτεινόμενη μαρτυρία που επιθυμείται να προσαχθεί, τόσο υπό μορφή ένορκης δήλωσης όσο και υπό μορφή επισυνημμένων σ' αυτήν εγγράφων ως τεκμηρίων.» Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Παπακόκκινου ανωτέρω, είναι υποχρέωση της πλευράς που αιτείται συμπληρωματική ένορκη δήλωση να επισυνάπτει τούτη στην αίτηση που υποβάλλεται. Καίτοι στην εν λόγω απόφαση δεν αναφέρεται πως αυτή η υποχρέωση καλύπτει και τα τεκμήρια, είναι καθ' όλα λογικό πως δεν νοείται ημιτελής συμμόρφωση με τούτη την πρόνοια. Όπου στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση γίνεται επίκληση νέων τεκμηρίων, αναμενόμενο είναι να αποκαλύπτονται και αυτά, ώστε το Δικαστήριο αλλά και η άλλη πλευρά να είναι σε θέση να εκτιμήσουν πλήρως τη μαρτυρία που ζητείται να εισαχθεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Η εδώ παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή την πρόνοια για έναν αριθμό οκτώ τεκμηρίων, είναι πρόσθετος λόγος απόρριψης της αίτησης. Πέραν όμως των ανωτέρω πλέον σημαντικός είναι και ο λόγος της υπόθεσης Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, όπου ο αείμνηστος Νικήτας Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Δέχομαι την εισήγηση ότι η αρχή που εφαρμόστηκε στις υποθέσεις στις οποίες βασίστηκε ο δικηγόρος του πλοίου είναι ευρύτερης εμβέλειας. Δεν περιορίζεται σε αιτήσεις για άδεια επίδοσης αγωγής στην αλλοδαπή. Το κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των περιπτώσεων είναι η εξασφάλιση προσωρινής προστασίας μονομερώς. Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο. Η θέση που διατύπωσε υποστηρίζεται, πιστεύω, από την απόφαση Luis Vuitton, ανωτέρω. Στη σελ. 1453 αναφέρεται ότι: "Ενδιάμεση αίτηση - Τα γεγονότα που την θεμελιώνουν πρέπει να αποκαλύπτονται σε ένορκη ή ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση - Δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, ή η καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων δηλώσεων." Ομοίως στην υπόθεση Sons of Afif Yamout, ανωτέρω, υπογραμμίστηκε ότι υπό παρόμοιες συνθήκες (σελ. 191): "Δεν μπορεί η μαρτυρία να συμπληρωθεί από μαρτυρία που προσκομίζει ο αντίδικος για υποστήριξη ένστασης του στην έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος." Τέλος, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Demstar Limited, ανωτέρω, στη σελ. 6: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. (Βλέπε Salt Electronic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" & 2 others, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 165/88, ημερομηνίας 29 Ιουνίου 1989. Amathus Navigation Co Ltd (ανωτέρω)». Ανάλογη ήταν η τοποθέτηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμίτεδ κ.α.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, 1676, όπου αναφέρθηκε ότι: «Θεωρούμε την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου ∆ικαστή λανθασµένη. Αφενός γιατί σε διαδικασίες της εξεταζόµενης φύσης δεν έχει θέση ο χαρακτηρισµός οποιουδήποτε των διαδίκων ως αναξιόπιστου και, αφετέρου, η αναφορά που γίνεται για καταχώριση συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης ή για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα της εφεσίβλητης 1 για τεκµηρίωση του κατεπείγοντος είναι τουλάχιστο ατυχής. Το κατεπείγον, πρέπει να τεκµηριώνεται εξ υπαρχής και η εικόνα που µεταδίδεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη µονοµερή αίτηση επιτρέπεται να µεταβληθεί ή αλλοιωθεί µεταγενέστερα (Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του πλοίου Lira
(2001)1 Α.Α.Δ. 1220) είτε µε αντεξέταση είτε µε συµπληρωµατική ένορκη δήλωση. Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά µε την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραµµα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το ∆ικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αµφισβητουµένων γεγονότων. Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότατη που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συµπληρωµατική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησµονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκµηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουµε πως η αντίκρουση ισχυρισµών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγµατος που χορηγήθηκε µονοµερώς θα µπορούσε να τεκµηριώσει «καλό λόγο».» Η σχετική αρχή επαναλήφθηκε στην υπόθεση Κόκκινου ανωτέρω. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες έχουν εξασφαλίσει μονομερώς δύο εκ των διαταγμάτων που αιτούντο. Το μεγαλύτερο μέρος της προτιθέμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν επιχειρεί τίποτα άλλο παρά να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που ηγέρθηκαν με την ένσταση. Εντούτοις η υπόθεση Κούππα ανωτέρω, υποδεικνύει πως τέτοιος λόγος δεν αναγνωρίζεται ως καλός. Κατά τα λοιπά ουδεμία εξήγηση δόθηκε από την πλευρά των εναγόντων γιατί αυτά τα στοιχεία δεν αποκαλύφθηκαν ευθύς εξαρχής. Όπως και να 'χει όμως το πράγμα, οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν καλό λόγο, ο οποίος συνιστά αδήριτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρούται προτού να εγκριθεί το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Για καθ' ένα ξεχωριστά και όλους μαζί τους λόγους που ανωτέρω αναφέρθηκαν, η αίτηση των εναγόντων κρίνεται ανυπόστατη και αδικαιολόγητη και ως τέτοια απορρίπτεται. Δεν βρίσκω κανένα λόγο που να δικαιολογεί απόκλιση από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης (βλ. Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1873) και ως εκ τούτου τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 7, 8 και 9 και σε βάρος των εναγόντων 1 και 2, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................... Λ. Α. Παντελή Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο