← Κύπρος

Virosez Trading Limited ν. S. Savvides & A. Pekris Clearing & Forwarding Agents Limited, Αρ. Αγωγής: 2994/12, 22/12/2021

Virosez Trading Limited ν. S. Savvides & A. Pekris Clearing & Forwarding Agents Limited, Αρ. Αγωγής: 2994/12, 22/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A692 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2994/12 Μεταξύ: Virosez Trading Limited Ενάγουσα και S. Savvides & A. Pekris Clearing & Forwarding Agents Limited Εναγόμενη Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα Δ. Χριστοδούλου με κα Ε. Μενεγάκη για κ.κ. Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία ΔΕΠΕ Για την εναγόμενη: κ. Γ. Κορφιώτης για κ.κ. Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αρχική απαίτηση της ενάγουσας υπερέβαινε τις €100.000, όμως κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η αξίωση περιορίστηκε στο ποσό που αναγράφεται στις παραγράφους Α μέχρι Ε της Έκθεσης Απαιτήσεως: Α. €3.586,00 σεντ, ως αποζημιώσεις ως ποσό καταβληθέν από την Ενάγουσα ως Χρηματική Επιβάρυνση στο Τελωνείο Λευκωσίας για τη διάθεση των 14.750 πακέτων τσιγάρων λόγο των λανθασμένων τελωνίσεων στις 11/9/2007 και 02/10/2007, χωρίς την καταβολή φόρου κατανάλωσης και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το οποίο κατέστη οφειλόμενο και χρωστούμενο και απαιτητό από την Ενάγουσα λόγω της αμελής εξάσκησης των καθηκόντων και/ή επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης. Β. €1.807 σεντ ως αποζημιώσεις ως ποσό καταβληθέν από την Ενάγουσα στο Τελωνείο Λευκωσίας ως τόκος επί του ποσού των €3.586,00 σεντ που αφορούσε Χρηματική Επιβάρυνση λόγο των λανθασμένων τελωνίσεων στις 11/9/2007 και 02/10/2007, 14.750 πακέτων τσιγάρων χωρίς την καταβολή φόρου κατανάλωσης και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το οποίο κατέστη οφειλόμενο και χρωστούμενο και απαιτητό από την Ενάγουσα λόγω της αμελής εξάσκησης των καθηκόντων και/ή επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης. Γ. €6.169,00 σεντ, ως αποζημιώσεις ως ποσό καταβληθέν από την Ενάγουσα ως Χρηματική Επιβάρυνση στο Τελωνείο Λευκωσίας για την επανατοποθέτηση των κατασχεσθέντων σε τελωνειακή αποθήκη αποταμίευσης λόγο της λανθασμένης τελώνισης στις 11/9/2007 και 02/10/2007, 25.250 πακέτων τσιγάρων χωρίς την καταβολή φόρου κατανάλωσης και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το οποίο κατέστη οφειλόμενο και χρωστούμενο και απαιτητό από την Ενάγουσα λόγω της αμελής εξάσκησης των καθηκόντων και/ή επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης. Δ. €1.240,00 σεντ ως αποζημιώσεις ως ποσό καταβληθέν από την Ενάγουσα στο Τελωνείο Λευκωσίας ως τόκος επί του ποσού των €6.169,00 σεντ που αφορούσε Χρηματική Επιβάρυνση λόγο της λανθασμένης τελώνισης στις 11/9/2007 και 02/10/2007, 25.250 πακέτων τσιγάρων χωρίς την καταβολή φόρου κατανάλωσης και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και το οποίο κατέστη οφειλόμενο και χρωστούμενο και απαιτητό από την Ενάγουσα λόγω της αμελής εξάσκησης των καθηκόντων και/ή επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης. Ε. Το ολικό ποσό των €55,21 σεντ, ως ποσό που πληρώθηκε από την Ενάγουσα για τα Αποθηκευτικά Τέλη Τελωνειακής Αποθήκης Αποταμίευσης, όπου επανατοποθετήθηκαν τα 25.250 πακέτα τσιγάρων τα οποία κατασχέθηκαν από το Τελωνείο Λευκωσίας λόγω της λανθασμένης τελώνισης αυτών στις 11/9/2007 και 2/10/2007 χωρίς την καταβολή φόρου κατανάλωσης και Φόρου Προστιθέμενης Αξίας λόγω της αμελής εξάσκησης των καθηκόντων και/ή επαγγελματικής αμέλειας της Εναγόμενης. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Η εναγόμενη είναι εταιρεία που ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών εκτελωνισμού. Αρχές Σεπτεμβρίου 2007 η ενάγουσα ανέθεσε στην εναγόμενη δυνάμει προφορικής συμφωνίας την φύλαξη και εκτελωνισμό 40,000 πακέτων τσιγάρων. Ήταν όρος της συμφωνίας ότι ο εκτελωνισμός θα γινόταν τμηματικά βάση οδηγιών της ενάγουσας. Την 10.9.2007 η ενάγουσα έκανε τα τσιγάρα εισαγωγή από την Αρμενία. Τα 20000 πακέτα ήταν μάρκας Cigaronne White και τα άλλα 20000 πακέτα Lady's Diamond. Τα πακέτα παρέμειναν υπό την φύλαξη της εναγόμενης μέχρι οδηγίες της ενάγουσας για εκτελωνισμό τους. Την 11.9.,2007 δόθηκαν προφορικές οδηγίες να προχωρήσουν με τον εκτελωνισμό ποσότητας τσιγάρων η οποία θα αντιστοιχούσε στην καταβολή φόρων ύψους €3.500,

  1. Η εναγόμενη προχώρησε με την εκτελώνιση 10,000 πακέτων Cigaronne White και 10,000 πακέτων Lady's Diamond και καταβλήθηκε στην εναγόμενη το ποσό των €3.500 προς διευθέτηση οφειλών φόρων και/ή δασμών στην Δημοκρατία για την εκτελώνιση των πακέτων και εν αγνοία της ενάγουσας για οποιαδήποτε παρατυπία και/ή αμέλεια στην εκτελώνιση .Τα παρέλαβε και τα διέθεσε στην αγορά. Την 30.9.2007 η εναγόμενη ζήτησε από την ενάγουσα όπως προχωρήσει με οδηγίες για τον εκτελωνισμό και των υπόλοιπων εμπορευμάτων της αφού η εναγόμενη ήθελε να τερματίσει την λειτουργία της αποθήκης bonded της και η ενάγουσα ανταποκρίθηκε και έδωσε οδηγίες. Κατόπιν οδηγιών της ενάγουσας η εναγόμενη προχώρησε με τον εκτελωνισμό των υπόλοιπων πακέτων τσιγάρων πάλι με το ποσό των ΛΚ3.500 προς διευθέτηση όλων των οφειλόμενων φόρων και δασμών στην Δημοκρατία και εν αγνοία της ενάγουσας τα παρέλαβε και τα διέθεσε στην αγορά. Στις αρχές Δεκεμβρίου 2007 υπέπεσε στην αντίληψη της εναγόμενης ότι για την εκτελώνιση των εμπορευμάτων δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη διαδικασία στον εκτελωνισμό για τα εμπορεύματα που εκτελώνισαν κατά ή περί την 11.9.2007, αλλά και για τα υπόλοιπα που εκτελωνίστηκαν την 2.10.2007 λόγω άγνοιας και/ή αμέλειας των ιδίων. Δεν δηλώθηκε και δεν καταβλήθηκε στις τελωνειακές αρχές ο νόμιμος φόρος κατανάλωσης και το ΦΠΑ. Κατά την 20.12.2007 τα εμπορεύματα που είχαν εκτελωνιστεί αλλά όχι διατεθεί στην αγορά δηλαδή 26500 πακέτα Cigarrone White και 12000 πακέτα Lady's Diamond κατασχέθηκαν από τις τελωνειακές αρχές από τους αποθηκευτικούς χώρους της ενάγουσας. Την 20.12.2007 οι ενάγοντες ζήτησαν με επιστολή προς τον ανώτερο τελώνη να εγκριθεί η επανατοποθέτηση των κατασχεθέντων εμπορευμάτων σε αποθήκη αποταμίευσης για να καταστεί εφικτή η σταδιακή εκτελώνιση τους και η σταδιακή πληρωμή των φόρων και δασμών. Το τελωνείο με επιστολή ημερομηνίας 18.3.2008 απαίτησε την καταβολή του ποσού των €81.790 ως οφειλόμενο φόρο κατανάλωσης και €12.269 ως οφειλόμενο φόρο ΦΠΑ, €9.405,85 ως χρηματική επιβάρυνση πλέον 8% τόκους υπερημερίας από τις ημερομηνίες που κατατέθηκαν οι διασαφήσεις εκτελωνισμού εντός 21 ημερών, διαφορετικά θα προχωρούσαν με την λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της ενάγουσας. Με δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 20.3.2008, το τελωνείο Λευκωσίας απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας για την άμεση καταβολή των οφειλόμενων ποσών των τσιγάρων που διατέθηκαν στην αγορά αλλά και την προσωρινή επανατοποθέτηση των υπό κατάσχεση τσιγάρων σε κάποια φορολογική αποθήκη και την κάλεσε να καταβάλει το ποσό της επιστολής ημερομηνίας 18.3.
  2. Την 7.4.2008 η ενάγουσα κατέβαλε στο τμήμα τελωνείων πληρωμή για τα ήδη διατεθέντα εμπορεύματα το ποσό των €31.187,00 ως οφειλόμενο φόρο κατανάλωσης και €4.678 ως ΦΠΑ, πλέον €3.586 ως χρηματική επιβάρυνση, πλέον €1.807,00 τόκους σε σχέση με τα κατασχεθέντα 25.250 πακέτα τσιγάρα, το ποσό των €6.169 ως χρηματική επιβάρυνση, πλέον €1.240 τόκους επί του ποσού. Την 14.4.2008 η ενάγουσα κατόπιν επιστολής των δικηγόρων της προς το τμήμα τελωνείο, έλαβε γνώση του τμήματος τελωνείου της πληρωμής και ενέκρινε την τοποθέτηση των κατασχεθέντων πακέτων τσιγάρων σε τελωνειακή αποθήκη με την καταβολή των επιπλέον αποθηκευτικών τελών συνολικού ύψους €55,
  3. Η Εναγόμενη λόγω των αμελών πράξεων και/ ή παραλείψεων και/ ή επαγγελματικής αμέλειας της ,δεν προέβηκε στις νόμιμες ενέργειες και/ ή διαβήματα για τον νόμιμο εκτελωνισμό των τσιγάρων ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και κατόπιν των οδηγιών της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα αμέλησε να δηλώσει στις αρμόδιες αρχές τον φόρο κατανάλωσης και Φ.Π.Α με αποτέλεσμα: α) Την κατάσχεση 25.250 πακέτων τσιγάρων ιδιοκτησία της Ενάγουσας από το Τμήμα Τελωνείων, με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να εισάξει τσιγάρα με μεγαλύτερο κόστος για την εξυπηρέτηση των πελατών ύψους €22.799,00 και που είχε επίσης ως αποτέλεσμα την μείωση των πωλήσεων, την αύξηση του κόστους και τελικώς την απώλεια της αντιπροσωπείας της των εν λόγω τσιγάρων και συνεπώς την απώλεια κέρδους της τάξης των €120.000,00 σεντ. β) Την πληρωμή του ποσού των €9.755,00 σεντ στο Τελωνείο Λευκωσίας ως Χρηματική Επιβάρυνση για καθυστέρηση καταβολής φόρου κατανάλωσης στα πακέτα τσιγάρα που εκτελωνίστηκαν χωρίς προηγουμένως να καταβληθούν οι νόμιμοι φόροι, πλέον τόκους του ύψους των €3.
  4. γ) Την πληρωμή του ολικού ποσού των €55,21 σεντ, ποσό που πληρώθηκε από την Ενάγουσα για τα Αποθηκευτικά Τέλη των κατασχεθέντων εμπορευμάτων μετά την επανατοποθέτηση τους, σε Τελωνειακή αποθήκη Αποταμίευσης. Με την υπεράσπιση της η εναγόμενη παραδέχεται τα γεγονότα της υπόθεσης πλην όμως αρνείται ότι η εναγόμενη είχε δώσει προφορικές οδηγίες στην ενάγουσα για εκτελώνιση των υπόλοιπων εμπορευμάτων που είχαν γίνει εισαγωγή στις 11.9.
  5. Κατόπιν παραδρομής ή λάθους κατά την διαδικασία της εκτελώνισης έγινε εκτελώνιση πολύ μεγαλύτερης ποσότητας τσιγάρων από αυτά που έπρεπε να εκτελωνιστούν με βάση τους φόρους και δασμούς που κατέβαλε η ενάγουσα. Η ενάγουσα παρά το ότι είχε αντιληφθεί ότι οι φόροι και δασμοί που είχαν καταβληθεί ήταν κατά πολύ μικρότεροι από τους οφειλόμενους, παρέλειψε να αναφέρει κάτι και, αντίθετα, έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη να εκτελωνίσει και τα υπόλοιπα τσιγάρα. Η ενάγουσα παρέλαβε την υπόλοιπη ποσότητα παρά το ότι αντιλήφθηκε ότι οι φόροι και δασμοί δεν είχαν καταβληθεί. Η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 10 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης και θα ισχυρισθεί ότι τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως ακολούθως: (α) Όταν η εναγόμενη μερικές εβδομάδες αργότερα, αντελήφθη ότι οι δύο εκτελωνίσεις έγιναν χωρίς να καταβληθούν οι νενομισμένοι φόροι και/ή δασμοί, ανέφερε το γεγονός τόσο στην Ενάγουσα όσο και στις Αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές. (β) Το γεγονός αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, οι Τελωνειακές Αρχές να αποδεχθούν ότι οι εκτελωνίσεις οφείλοντο σε καλόπιστο λάθος και να αποδεχθούν όπως τα εμπορεύματα που δεν είχαν διατεθεί, τοποθετηθούν ξανά σε αποθήκες τελωνειακής αποταμίευσης αφού καταβληθούν οι νενομισμένοι φόροι και δασμοί για τα υπόλοιπα και πληρωθεί κάποιο ποσό ως χρηματική επιβάρυνση, μόνο αντί της κατάσχεσης και/ή άλλων επιπρόσθετων οικονομικών επιβαρύνσεων που μπορούσαν να επιβληθούν. Την 18.4.2008 με βάση την ποσότητα των τσιγάρων που η εναγόμενη φρόντισε να επανατοποθετηθούν σε αποθήκη τελωνειακής αποταμίευσης, οι τελωνειακές αρχές απαίτησαν όπως καταβληθεί το ποσό €38.912,00 για τους δασμούς και φόρους που δεν είχαν καταβληθεί και ποσό €9.755 ως χρηματική επιβάρυνση. Η εναγόμενη δεν έχει ευθύνη, αλλά παρόλα αυτά συμφώνησε με την ενάγουσα να καταβάλει στις 18.4.2008 τα ποσά στο τελωνείο και η ενάγουσα να αποπληρώσει την εναγόμενη σταδιακά με μεταχρονολογημένες επιταγές που η ενάγουσα πράγματι είχε εκδώσει. Η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 17 της Έκθεσης Απαίτησης και ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι εκτός του ποσού των €9.755,00 που αφορούσε τη χρηματική επιβάρυνση, η ενάγουσα ουδέν ποσό είχε επιβαρυνθεί το οποίο δεν θα έπρεπε να καταβάλει για την εκτελώνιση και/ή φύλαξη των τσιγάρων της. Αντίθετα ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα είχε όφελος λόγω της πληρωμής από την εναγόμενη του προαναφερόμενου ποσού και/ή είχε στην διάθεση της τα εμπορεύματα πριν καταβάλει τους νενομισμένους δασμούς και/ή φόρους. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά προς τους πιο πάνω ισχυρισμούς της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι: (α) Οποιοδήποτε λάθος και/ή παράλειψη της δεν είχε αιτιώδη συνάφεια προς τα επιβληθέντα υπό του τελωνείου πρόστιμα και/ή συνέπειες. (β) Η ενάγουσα αντελήφθη και/ή όφειλε να αντιληφθεί ότι οι εκτελωνίσεις των εμπορευμάτων έγιναν χωρίς να καταβληθούν οι νενομισμένοι δασμοί και/ή προσπάθησε να επωφεληθεί από αυτό με την εκτελώνιση και των υπόλοιπων εμπορευμάτων και/ή επικαλέστηκε το αξίωμα "volenti non fit injuria". (γ) Η Ενάγουσα παρέλειψε να εφοδιάσει την εναγόμενη με τα απαιτούμενα έγγραφα και/ή βεβαιώσεις για τις τιμές λιανικής πώλησης των τσιγάρων που είναι απαραίτητα για τον καθορισμό των απαιτούμενων φόρων και/ή δασμών και/ή του φόρου κατανάλωσης Η εναγόμενη επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα συμφώνησε να παραιτηθεί και/ή διευθέτησε κάθε απαίτησή της με την ανάληψη από την εναγόμενη της ευθύνης να πληρώσει για λογαριασμό της το ποσό των €48.667,00 το οποίο η ενάγουσα κατέβαλε στη συνέχεια προς αυτήν σταδιακά και χωρίς οποιοδήποτε τόκο. Η εναγόμενη επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα, συνεπεία της συμπεριφοράς της, κωλύετο και/ή δεν είχε δικαίωμα να διεκδικήσει οτιδήποτε από αυτήν, αφού εξαρχής είχε αντιληφθεί ότι οι καταβληθέντες δασμοί ήταν έκδηλα ανεπαρκείς και/ή δυσανάλογοι προς την αξία των εμπορευμάτων που είχαν εκτελωνισθεί. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος μάρτυρας ήταν ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας, Hovhannes Topalian. Επανέλαβε τις δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας. Ανέφερε ότι το 2007 όταν έκανε εισαγωγή των 40.000 πακέτων τσιγάρων από την Αρμενία είχε κάνει η ενάγουσα εταιρεία το πρώτο της επιχειρηματικό βήμα. Σε σχέση με την προφορική συμφωνία με την εναγόμενη ανέφερε ότι η εναγόμενη είχε αναλάβει την ευθύνη της εκτελώνισης των 40.000 πακέτων τσιγάρων. Διάλεξε προσωπικά την εναγόμενη εταιρεία για την εκτελώνιση επειδή ο κ. Πεκρής τον διαβεβαίωσε για την πολύχρονη πείρα της εναγόμενης στην εκτελώνιση τσιγάρων. Είχε πληροφορήσει τον κ. Πεκρή ότι η εκτελώνιση θα γινόταν σταδιακά για να μπορεί η ενάγουσα να αντεπεξέλθει σε σχέση με τις οικονομικές της υποχρεώσεις σε δασμούς και φόρους. Την 11.9.2007 ο κ. Πεκρής τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι παρέλαβε τα 40.000 πακέτα και τους ζήτησε να του δώσει οδηγίες για την εκτελώνιση τους. Του είπε ότι ήθελε να προχωρήσει με εκτελώνιση ποσότητας τσιγάρων η οποία θα αντιστοιχούσε σε φόρους και δασμούς ύψους ΛΚ3.
  6. Με την εκτελώνιση αυτή θα ήταν σε θέση να υπολογίσει πόσα τσιγάρα θα μπορούσε να εκτελωνίσει την επόμενη φορά. Άφησε μία επιταγή στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας και τον διαβεβαίωσε ο Πεκρής ότι θα προέβαινε στις απαιτούμενες ενέργειες. Η εκτελώνιση έγινε σε σχέση με 20.000 πακέτα, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2007, ο Ανδρέας Πεκρής τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να δώσει οδηγίες για την εκτελώνιση των άλλων 20.000 πακέτων τσιγάρων που ήταν φυλαγμένα στην αποθήκη bonded της εναγόμενης εταιρείας, διότι η εναγόμενη επιθυμούσε να τερματίσει την λειτουργία της αποθήκης. Τον ενημέρωσε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα αποθήκευσης των τσιγάρων και έτσι δεν βιαζόταν για την εκτελώνιση των υπόλοιπων τσιγάρων της εισαγωγής. Λόγω της καλής συνεργασίας του με την εναγόμενη μέχρι τότε και λόγω του ότι το ποσό που θα έπρεπε να πληρώσει ήταν το ποσό των ΛΚ3.500 όπως είχε πληρώσει και την πρώτη φορά όταν έγινε η πρώτη εκτελώνιση 20.000 πακέτων τσιγάρων όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο κ. Πεκρής, συμφώνησε και έδωσε οδηγίες στον Ανδρέα Πεκρή όπως προχωρήσει στον εκτελωνισμό των υπόλοιπων πακέτων τσιγάρων, δηλαδή 10.000 πακέτων "Cigaronne White" και 10.000 πακέτων "Lady's Diamond", παραδίδοντας και πάλι δεύτερη επιταγή για το ποσό των ΛΚ3.500, ώστε να πληρωθούν οι απαραίτητοι φόροι προς τη Δημοκρατία. Έχει στην κατοχή του αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού υπ' αριθμόν 2061010030460

(1010030460)την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όπου φαίνεται ότι η ενάγουσα εξέδωσε τις ανωτέρω δύο επιταγές για το ποσό των ΛΚ3.500 έκαστη και οι οποίες ξεκαθάρισαν η πρώτη στις 14.9.2007 και η δεύτερη στις 4.10.
  1. Ενόψει τούτου, η εναγομένη προχώρησε κατά ή περί τις 2.10.2007 στον εκτελωνισμό 10.000 πακέτων "Cigaronne White" και 10.000 πακέτων "Lady's Diamond". Στις δύο περιπτώσεις νόμιζε ότι είχε γίνει εκτελώνιση θεωρώντας ότι η εναγόμενη είχε τακτοποιήσει τους φόρους και δασμούς. Στις 20 Δεκεμβρίου δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Σάββα Σαββίδη, διευθυντή της εναγόμενης, που του είπε ότι είχε γίνει λάθος και ότι η διαδικασία εκτελώνισης των τσιγάρων που είχε ακολουθηθεί δεν ήταν η ορθή. Του είπε ότι θα έπρεπε να πληρώσει το ποσό των ΛΚ60.000 και ο ΜΕ1 του απάντησε ότι θα έπρεπε να πωλήσει το διαμέρισμα του. Έχει την αίσθηση ότι ο κ. Πεκρής ήξερε τι γινόταν και γι' αυτό βιαζόταν να βγουν τα υπόλοιπα τσιγάρα από το bonded ώστε να μην αποκαλύψει το λάθος. Αμφισβητεί ότι η εναγόμενη έμαθε για το λάθος όταν απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 5.12.2007 προς τον Ανώτερο Τελώνη στη Λευκωσία. Συνεπεία της ανωτέρω επιστολής που παραλήφθηκε από το Τελωνείο στις 11.12.2007, κατά ή περί τις 20.12.2007, οι τελωνειακές αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας κατάσχεσαν 13.250 πακέτα τσιγάρων "Cigaronne White" και 12.000 πακέτα τσιγάρων "Lady's Diamond", σύνολο 25.250 πακέτων που αποτελούσαν τον όγκο των εμπορευμάτων που είχε στην κατοχή της η ενάγουσα και τα οποία δεν είχαν διατεθεί ακόμη στην αγορά. Η κατάσχεση των εν λόγω εμπορευμάτων έγινε σύμφωνα με το Τελωνείο για λόγους που αφορούσαν τη λανθασμένη εκτελώνισή τους και συγκεκριμένα, επειδή ως ενημερώθηκε από τους λειτουργούς του Τελωνείου διότι δεν είχαν καταβληθεί ο φόρος κατανάλωσης και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας για την ποσότητα των τσιγάρων που είχε εκτελωνίσει η εναγομένη και τις δυο φορές. Κατά την ίδια ημερομηνία, δηλαδή στις 20.12.2007 ζήτησε με επιστολή του προς τον Ανώτερο Τελώνη Λευκωσίας, έγκριση για επανατοποθέτηση των ανωτέρω αναφερομένων κατασχεθέντων εμπορευμάτων, σε αποθήκη αποταμίευσης προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκ νέου εκτελώνιση των τσιγάρων δια της διευθετήσεως των οφειλόμενων φόρων, αναφέροντας ότι το σφάλμα κατά την εκτελώνιση δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα της ενάγουσας. Πριν την κατάσχεση των τσιγάρων η ενάγουσα είχε συνεργασία με διανομείς των τσιγάρων, ήτοι διάφορα περίπτερα για την πώληση των τσιγάρων. Επειδή οι ποσότητες είχαν κατασχεθεί από το τελωνείο και επειδή το τελωνείο άργησε να του απαντήσει, αναγκάστηκε να κάνει εισαγωγή και άλλων τσιγάρων αρχές το
  2. Στις 18.3.2008 το Τελωνείο Λευκωσίας δια επιστολής του προς την ενάγουσα απαίτησε την καταβολή υπό της ενάγουσας των πιο κάτω ποσών: (α) €81.790,75 σεντ ως οφειλόμενο φόρο κατανάλωσης· (β) €12.269,47 σεντ ως οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας (γ) €9.405,85 σεντ ως χρηματική επιβάρυνση που προέκυψε λόγω των παρατυπιών που έλαβαν χώρα ενόψει της συμπεριφοράς της εναγόμενης κατά την εκτελώνιση και (δ) 8% δημόσιος τόκος υπερημερίας από τις 11.9.2007 και 2.10.2007 που κατατέθηκαν οι διασαφήσεις τελωνισμού από την εναγομένη. Μάλιστα σύμφωνα με το Τελωνείο Λευκωσίας τα ως άνω ποσά έπρεπε να καταβληθούν εντός 21 ημερών διαφορετικά η ενάγουσα κινδύνευε να βρεθεί αντιμέτωπη με δικαστικά μέτρα εναντίον της. Στις 20.3.2008 οι Τελωνειακές Αρχές απέστειλαν δεύτερη επιστολή στην ενάγουσα ως απάντηση στην επιστολή του ημερομηνίας 20.12.2007, δια της οποίας απορρίφθηκε το αίτημα για προσωρινή τοποθέτηση των κατασχεθέντων τσιγάρων σε αποθήκη μέχρι τη σταδιακή εκτελώνισή τους. Κατά τον Απρίλιο του 2008 και μετά την ανωτέρω απάντηση, ζήτησε την βοήθεια δικηγόρου ήτοι του κ. XXXXX Γ Βασιλειάδη όπου και στις 4.4.2008 ο δικηγόρος του απέστειλε επιστολή στη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων με την οποία την ενημέρωναν ότι στις 7.4.2008 θα κατέβαλλε το οφειλόμενο ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα προϊόντα τα οποία είχαν διατεθεί στην αγορά ενώ ζήτησαν και την αποθήκευση των κατασχεθέντων προϊόντων ώστε να επιτραπεί η τμηματική καταβολή των φόρων. Στις 7.4.2008 η Ενάγουσα κατέβαλε στις Τελωνειακές Αρχές το συνολικό ποσό των €48.667,00 σεντ όπως αναλυτικά αναφέρεται κατωτέρω: (α) €31.187,00 σεντ ως οφειλόμενος φόρος κατανάλωσης (β)€4.678,00 σεντ ως Φ Π.Α. (γ) €9.755 σεντ ως χρηματική επιβάρυνση (δ) €3.047 σεντ ως τόκος. Τα πιο πάνω ποσά κατέβαλε εκ μέρους της ενάγουσας η εναγομένη αναγνωρίζοντας το λάθος της και κατά την ίδια ημερομηνία η εναγομένη παρέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές προς την ενάγουσα εξοφλώντας την οφειλή. Υπό το φως της πιο πάνω εξέλιξης, οι Τελωνειακές αρχές ενέκριναν με επιστολή τους ημερομηνίας 14.4.2008 την επανατοποθέτηση των κατασχεθέντων πακέτων τσιγάρων σε τελωνειακή αποθήκη και την τμηματική καταβολή των Φόρων Κατανάλωσης και Φ.Π.Α. αναλόγως της ποσότητας η οποία θα εκτελωνιζόταν, υπό τον όρο της καταβολής από την ενάγουσα αποθηκευτικών τελών ύψους €55,21 σεντ. Εξαιτίας της αμέλειας που επέδειξε η εναγομένη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, των αμελών πράξεων και παραλείψεών της, που συνίσταντο στη μη λήψη και ολοκλήρωση των απαραίτητων ενεργειών για το νόμιμο και νομότυπο εκτελωνισμό των τσιγάρων, η ενάγουσα βρέθηκε αντιμέτωπη με σωρεία προβλημάτων, με ιδιαίτερα σοβαρό αντίκτυπο. Συγκεκριμένα: α) Συνεπεία της κατάσχεσης στο Τελωνείο των 25.250 πακέτων τσιγάρων για την περίοδο από 20.12.2007 μέχρι και τα μέσα Απριλίου 2008, η ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €22.799,00 σεντ λόγω επαγγελματικής αμέλειας της εναγόμενης. β) Αποτέλεσμα του λάθους της εναγομένης στον υπολογισμό του σωστού ποσού των δασμών ήταν η μείωση των πωλήσεων και η αύξηση του κόστους της με αποτέλεσμα να απωλεσθεί και η συνεργασία της ενάγουσας με την Αρμενική εταιρεία "SPS Cigaronne Co. Ltd" και να απωλέσει καθαρό κέρδος για το έτος 2008 ύψους €34.
  3. Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση που ετοίμασε ο ελεγκτής και λογιστής της ενάγουσας, ο κ. XXXXX Χρυσοστόμου, η ενάγουσα απώλεσε και 10% αύξηση στις πωλήσεις με αποτέλεσμα περαιτέρω απώλεια κέρδους ύψους €100.
  4. γ) Η ενάγουσα αναγκάστηκε περαιτέρω να καταβάλει συνεπεία της αμέλειας της εναγομένης στην εκτέλεση των καθηκόντων της στο Τελωνείο της Κυπριακής Δημοκρατίας το συνολικό ποσό των €12.857,21 σεντ ως επιβάρυνση, το οποίο προκύπτει αναλυτικά από την επιστολή του τμήματος τελωνείου ημερομηνίας 14/4/
  5. Αναλυτικά η ενάγουσα κατέβαλε ως χρηματική επιβάρυνση για τον λανθασμένο εκτελωνισμό των 40.000 πακέτων τσιγάρων που έγινε από πλευράς εναγομένης το συνολικό ποσό των €9.755 και το επιπλέον ποσό των €3.047 ως τόκους συν το ποσό των €55,21 σεντ ως ποσό που πληρώθηκε από την ενάγουσα για τα αποθηκευτικά τέλη τελωνειακής αποθήκης αποταμίευσης, όπου επανατοποθετήθηκαν τα 25.250 πακέτα τσιγάρων τα οποία κατασχέθηκαν από το Τελωνείο Λευκωσίας λόγω της λανθασμένης εκτελώνισης αυτών. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν είχε αντίγραφο της συμφωνίας με την εταιρεία SPS. Τα τσιγάρα είχαν έρθει στην Κύπρο τον Σεπτέμβριο και η συμφωνία είχε γίνει περίπου ενάμιση μήνα προηγουμένως. Γνώριζε σε ποιες τιμές θα του πωλούσαν τα τσιγάρα η εταιρεία από τα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί. Είπε του κ. Πεκρή να εκτελωνίσει τα τσιγάρα αξίας ΛΚ3.500 για να ξέρει πόσα είναι το κάθε τσιγάρο. Είχε δηλώσει στο Τμήμα Τελωνείου τις μάρκες και τις τιμές λιανικής πώλησης των τσιγάρων και είχε την έγκριση του Υπουργείο Οικονομικών. Τα τσιγάρα Cigaronne White ήταν ΛΚ2,35 ανά πακέτο και τα Lady Diamond ΛΚ2,15 ανά πακέτο. Αυτές είναι οι τιμές που πώλησε τα πρώτα του τσιγάρα. Δεν ήξερε πόσα ήταν ο φόρος γι' αυτό είπε στον κ. Πεκρή να του εκτελωνίσει ΛΚ3.500 τσιγάρα για να ξέρει πόσα ήταν ένα πακέτο. Γνώριζε πόσα είναι η αγορά των τσιγάρων και η τιμή που έβαλε ήταν στα περίπτερο της μάρκας Davidoff. Δεν ήξερε για φόρους και δασμούς γι' αυτό διόρισε τον εκτελωνιστή. Ήταν η πρώτη του φορά που έκανε εισαγωγή και πρώτη του επιχείρηση. Δεν ήξερε ότι στο αεροδρόμιο τα τσιγάρα που πωλούνται €20, στο περίπτερο πωλούνται €
  6. Τα πρώτα τσιγάρα των 20.000 πακέτων που είχαν εκτελωνιστεί του είχαν κοστίσει από τον προμηθευτή περίπου 10 χιλιάδες. Δεν αναρωτήθηκε ότι ήταν πολύ κερδοφόρα επιχείρηση. Αρνήθηκε την υποβολή σε σχέση με την δεύτερη εκτελώνιση ότι ο κ. Πεκρής του είχε πει ότι θα έκλεινε την αποθήκη bonded τέλος του χρόνου και δεν τον πίεσε αμέσως να εκτελωνίσει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι γνώριζε ότι το ποσό των ΛΚ3.500 δεν κάλυπτε τους φόρους για 20.000 πακέτα τσιγάρα. Τον κ. Πεκρή τον γνώρισε μέσω του φίλου του Άγγελου, ο οποίος είναι γαμπρός του Πεκρή. Τον Πεκρή τον γνώρισε περίπου 10 ημέρες πριν την εισαγωγή των τσιγάρων. Σε δεύτερη υποβολή απάντησε ότι δεν ξέρει από πότε τον είχε γνωρίσει. Μετά απάντησε δεν θυμάται πότε τον γνώρισε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο κ. Σαββίδης είχε επικοινωνήσει μαζί του την 5.12.2007 και του είπε για το λάθος. Επέμενε ότι δεν τον ειδοποίησε μέχρι το απόγευμα της 20.12.
  7. Δεν θυμάται για τα τιμολόγια που του έδωσε ο κ. Πεκρής. Δεν τα αναγνώρισε και έτσι κατατέθηκαν σε εκείνο το στάδιο της διαδικασίας για αναγνώριση. Μετά από λίγα λεπτά που του τηλεφώνησε ο κ. Σαββίδης του τηλεφώνησε κάποιος κ. Ρουσουνίδης από το τελωνείο με το φορτηγό του τελωνείου για να γίνει η κατάσχεση των τσιγάρων. Κατασχέθηκαν 25.250 πακέτα τσιγάρα. Κάθε κουτί είχε περίπου 25 πακέτα. Συμφώνησε με την καταγραμμένη κατάσταση κατάσχεσης του τελωνείου ως προς την ποσότητα. Το υπόλοιπο το απόθεμα του ήταν πουλημένο σε περίπτερα. Δεν σκέφτηκε ότι είχε υπερβολικά κέρδη. Ήταν τόσο μικρός ο χρόνος και είχε ξεκινήσει να πωλεί σε περίπτερα που δεν είχε αντιληφθεί τι συνέβαινε. Η εναγόμενη πλήρωσε στο τελωνείο το ποσό των €48.667 την 7.4.2008 και ο λόγος είναι ότι από την 20.12.2007 είχε ζητήσει τα τσιγάρα να επιστραφούν στην αποθήκη bonded ώστε να πληρώσει μόνο τη διαφορά σε φόρους σε σχέση με την τιμή λιανικής πώλησης των υπόλοιπων τσιγάρων. Δεν μπορούσε να πληρώσει με δική του επιταγή το τελωνείο και το τελωνείο δεν θα αναγνώριζε την δική του επιταγή. Το τελωνείο το πλήρωσε η εναγόμενη και εκείνος πλήρωσε την εναγόμενη επιταγές 5 χιλιάδες για κάθε εβδομάδα. Συμφώνησε ότι είχε κάνει συμφωνία με την εναγόμενη να πληρώσει εκείνη και εκείνος σταδιακά θα την αποπλήρωνε. Συμφώνησε ότι όταν βγήκαν από συνάντηση με το τελωνείο ο κ. Πεκρής του είχε πει ότι θα μπορούσε να μην είχε πληρώσει. Εκείνος στην επιστολή του είχε προτείνει να πληρώσει στο τελωνείο την διαφορά της οφειλής σε δασμούς και φόρους και όχι πρόστιμο. Την ημέρα της πληρωμής ήταν μαζί με τον κ. Πεκρή για να πληρώσουν την διαφορά των τσιγάρων και εκείνη την ώρα έμαθε για το πρόστιμο. Ο ίδιος είχε καταθέσει το τεκμήριο 13 που κάνει αναφορά για το πρόστιμο και του είχε αποσταλεί από το τελωνείο. Ανέφερε ότι είχε πει του κ. Πεκρή ότι εκείνος έπρεπε κανονικά να πληρώσει το πρόστιμο επειδή εκείνος έκανε το λάθος. Εκείνος έκανε το λάθος δύο φορές όμως ο μάρτυρας έβαλε το σπίτι του υποθήκη για να ξεκινήσει την επιχείρηση του. Δύο φορές έκανε το λάθος η εναγόμενη και δεν είχαν πληρωθεί οι φόροι της κατανάλωσης. Δεν απέφυγε να πληρώσει τους δασμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά το πρόστιμο δεν ήξερε ότι έπρεπε να το πληρώσει. Του είπαν στο τελωνείο ότι αναγνωρίζουν το λάθος της εταιρείας και όχι του εκτελωνιστή. Τις δικές του επιταγές τις έδωσε στον κ. Πεκρή μετά που εκείνος είχε βγάλει δική του επιταγή να πληρώσει το τελωνείο. Είχε υπόψη του το τεκμήριο 12 και μετά εξέδιδε σταδιακά τις επιταγές για τον εκτελωνιστή. Παρά του ότι γνώριζε ότι το ποσό των €10.000 αφορούσε πρόστιμο έβγαλε τις επιταγές για εκείνο το ποσό σταδιακά για να αποπληρώσει την εναγόμενη και ανέμενε ότι αυτό το ποσό θα του το επέστρεφε ο. κ Πεκρή. Την 16.1.2008 ήρθε μία παρτίδα δικών του τσιγάρων διαφορετικής μάρκας Cigaronne Black. Δεν είχε απόθεμα στις 16.1.2008 από τα άλλα τσιγάρα. Την 7.4.2008 έφερε ολόκληρο κιβώτιο με τσιγάρα. Στο κιβώτιο αυτό υπήρχαν άλλες μάρκες, όχι το άσπρο Cigaronne που είχε εισαγάγει αρχικά. Παρόλο ότι υπήρχε ευχέρεια εισαγωγής μέχρι το 2008 ήταν πλέον κατεστραμμένος στα περίπτερα διότι για 4 μήνες του ζητούσαν τσιγάρα συγκεκριμένης μάρκας δεν είχε να τους πωλήσει. Αναγκάστηκε να συνεργαστεί στη συνέχεια με την εναγόμενη διότι είχε καταστραφεί. Τις χρωστούσε και δεν μπορούσε να κάνει κάτι παρά να συνεργαστεί μαζί της. Στην συνέχεια του κίνησε αγωγή ο εκτελωνιστής διότι του χρωστούσε η εταιρεία του το υπόλοιπο ποσό των €17.
  8. Δεν είχε χρήματα να τον πληρώσει και του πώλησε το απόθεμα του για να ξοφλήσει την οφειλή και τα €1.500 δικηγορικά έξοδα. Ως προς την ζημιά που έπαθε ανέφερε ότι δεν απέφυγε να πληρώσει τους φόρους και από την πρώτη ημέρα που κατασχέθηκαν τα τσιγάρα απέστειλε επιστολή και ζήτησε να του πουν την διαφορά των τσιγάρων σε σχέση με τα πουλημένα. Για το απόθεμα ζήτησε να επιστραφεί στο bonded. Επέμενε ότι την ημέρα της κατάσχεσης δεν είχε χρήματα από τις πωλήσεις. Την 16.3.2011 έγιναν μεταβιβάσεις των ποσοτήτων τσιγάρων στο bonded Filipa για τις €17.000 που χρωστούσε. Ως αποτέλεσμα αυτού διευθετήθηκε η αγωγή. Ως προς το τεκμήριο Ε για αναγνώριση δεν την αναγνώρισε ως την επιστολή που παρέδωσε στον κ. Πεκρή τον Σεπτέμβριο 2007 όταν τον γνώρισε. Δέχθηκε ωστόσο, ότι τις προπαρασκευαστικές του ενέργειες για την εισαγωγή τις έκανε από τον Μάιο
  9. Για το τεκμήριο 14 δεν θυμάται εάν το έδωσε στον κ. Πεκρή, αλλά ανέφερε ότι του είχε δώσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα. Στο τελωνείο είχε δηλώσει ότι τα Cigaronne θα τα πωλούσε ΛΚ2,35 το πακέτο στα περίπτερα και εκείνος θα τα πωλούσε σε τιμή ΛΚ2,
  10. Αυτές τις τιμές που έπιασε τις έμαθε από τα περίπτερα και δεν γνώριζε για τους φόρους. Οι περιπτερούχοι του είπαν ότι παίρνουν πολύ λίγο κέρδος από το τσιγάρα, ήτοι 10 με 11 σεντ. Άφηνε ΛΚ1,50 κέρδος πάνω στην κούτα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι υπήρχε συζήτηση με τον κ. Πεκρή ότι ως εισαγωγέας θα προπλήρωνε τους δασμούς πριν τους ζητήσει να εκτελωνίσουν οτιδήποτε. Δεν είχε στην κατοχή του καταστάσεις λογαριασμών σε σχέση με χρεοπιστώσεις με την εναγόμενη εταιρεία και ανέφερε ότι τα έχει όλα ο λογιστής του XXXXX Χρυσοστόμου. Δέχθηκε ότι κάθε φορά που πλήρωνε ο κ. Πεκρής την εκτελώνιση, του έφερνε τιμολόγιο που εξηγούσε αναλυτικά τι είχε πληρώσει. Όμως είπε ότι δεν διάβασε το τιμολόγιο και τα μάζεψε και τα πήρε στον λογιστή του. Επιχειρηματολόγησε ότι δεν γνώριζε για τους απλήρωτους φόρους και δασμούς μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 2007 και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ήθελε να δουλέψει και είχε κάνει δάνειο για τον σκοπό αυτό. Δεν αναγνώρισε την απόδειξη του τελωνείου τεκμήριο 12 σε σχέση με την πληρωμή των €48.
  11. Σε σχέση με την αγωγή με αριθμό XXXXX/2008 που καταχώρησε εναντίον του η εναγόμενη, ανέφερε ότι πλήρωσε τις €17.000 αλλά επιφύλαξε τα δικαιώματά του. Ήταν η θέση του ότι είχε πει του κ. Πεκρή ότι το πρόστιμο θα έπρεπε να τον πληρώσουν εκείνοι επειδή εκείνοι είχαν κάνει το λάθος. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής δεν καταχωρήθηκε ανταπαίτηση. Δεν αναγνώρισε το τεκμήριο Η για αναγνώριση, ήτοι το υπόλοιπο μεταξύ του πληρωθέντος ποσού του τεκμηρίου 12 και τις 45 χιλιάδες που είχε δώσει και αφορά settlement invoice
  12. Ούτε είχε υπόψη του 6 μεταγενέστερες εκτελωνίσεις που είχε διεξάγει η εναγόμενη προς όφελος της ενάγουσας μεταξύ 22.4.2008 μέχρι 30.7.2008 για τις οποίες η εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των €31.
  13. Στην ερώτηση εάν αυτή η πληρωμή ήταν μέσα στην συμφωνία ο μάρτυρας απάντησε ' Τι συμφωνία είναι, δεν κατάλαβα.' Ανέφερε ότι κατά τη στιγμή της κατάσχεσης είχε πωλήσει 14.750 πακέτα. Αρνήθηκε όμως ότι είχε οικονομικό όφελος από την πώληση και ανέφερε ότι πώλησε το διαμέρισμα του για να ξοφλήσει και δεν έγινε πλούσιος ως του υπέβαλε ο κ.Κορφιώτης. Αρνήθηκε την υποβολή ότι γλίτωσε τόκους επειδή το τελωνείο έβαλε τόκους στον οφειλόμενο φόρο που έπρεπε κανονικά να πληρωθεί από τον Σεπτέμβρη μέχρι αρχές Δεκεμβρίου. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι σε σχέση με την δεύτερη εκτελώνιση του είχε πει ο κ. Πεκρής ότι είχαν διευθετήσει αποθήκη σε άλλη εταιρεία και ότι εμπορεύματα που κατείχε η εναγόμενη μέχρι εκείνη την ημέρα μπορούσε να τα μεταφέρει σε εκείνη την αποθήκη. Ως δεύτερη και τελευταία μάρτυρας κλήθηκε η τελωνειακός λειτουργός XXXXX Ρόπαλη στον κλάδο διερεύνησης του τελωνείου. Γνώριζε ότι η εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιήθηκε πολλά χρόνια σε εκτελωνισμούς, αλλά η πρώτα φορά που ήρθε σε επικοινωνία με τον κ. Πεκρή ήταν στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. Ανέφερε ότι τα εισαγμένα τσιγάρα είχαν τεθεί στην αποθήκη αποταμίευσης και ο διαχειριστής της αποθήκης ήταν η εναγόμενη εταιρεία. Υπήρχαν όροι και προϋποθέσεις για να δοθεί άδεια λειτουργίας της αποθήκης. Ο διαχειριστής της αποθήκης πρέπει να φροντίσει ώστε να διασφαλίζονται οι πρόσοδοι του κράτους. Υπάρχουν δύο ειδών αποθήκες αποταμίευσης, ιδιωτικές αποθήκες όπου αποθηκεύονται εμπορεύματα που ανήκουν στον διαχειριστή και δημόσιες αποθήκες όπου αποθηκεύονται εμπορεύματα διάφορων εμπόρων. Σε κάθε περίπτωση, ο διαχειριστής αποθήκης είναι συνυπεύθυνος για τη σωστή τήρηση των τελωνειακών διαδικασιών. Είναι υπόχρεος να γνωρίζει ότι την ώρα που θα εκτελωνίσουν τα εμπορεύματα από την αποθήκη θα πρέπει να καταβληθούν οι επιβεβλημένοι φόροι. Ο διαχειριστής πρέπει να παρέχει εγγύηση στις τελωνειακές αρχές. Το τελωνείο ορίζει ότι όταν κάποιος θέλει να κάνει εισαγωγή θα κάνει δήλωση εισαγωγής. Με βάση την νομοθεσία ορίζεται για τον λόγο αυτό αντιπρόσωπος. Για το τελωνείο εάν κάνει λάθος στην δήλωση ο αντιπρόσωπος είναι σαν να έκανε ο ίδιος ο εισαγωγέας το λάθος. Όταν βρέθηκαν διαφορές που προέκυψαν με την μη πληρωμή του φόρου, το τελωνείο απέστειλε εκ των υστέρων επιστολή με βεβαίωση άλλης τελωνειακής οφειλής. Η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε την οφειλή. Η εναγόμενη ήταν η αντιπρόσωπος της ενάγουσας που καταχώρησε τις διασαφήσεις στο σύστημα 'Θησέας' που διατηρεί το τελωνείο και είναι ο εκτελωνιστής που τα εκτελώνισε και παρέδωσε τα εμπορεύματα στην ενάγουσα εταιρεία. Είναι η εναγόμενη εταιρεία που ενημέρωσε για το λάθος. Εάν είχαν γίνει σωστά οι διασαφήσεις και πληρωνόταν ο φόρος δεν θα είχαν την χρηματική επιβάρυνση και τους τόκους. Ο φάκελος δεν βρέθηκε διότι όλοι οι φάκελοι καταστρέφονται με την πάροδο επτά ετών. Εάν η ενάγουσα είχε πληρώσει του φόρους και δασμούς κανονικά δεν θα μπορούσε να εκτελωνίσει τέτοια μεγάλη ποσότητα και γι' αυτό ζήτησε την αποθήκευση τους για να μπορεί να τα βγάζει σταδιακά. Δεν θα πωλούσε τόσα πολλά τσιγάρα για να βγάλει κέρδος και θα είχε επωφεληθεί αν τα πλήρωνε κανονικά. Το τελωνείο δίνει την ευχέρεια πιο εύκολης διεξαγωγής των διαδικασιών όταν γίνει κάποιο λάθος αναφορικά με αξιώσεις για δασμούς. Είναι αξίωση του τμήματος η επιβάρυνση των 10% επιπλέον της οφειλής να εισπράττεται ως αστικό χρέος. Ως αστικό χρέος εισπράττονται και οι τόκοι από την στιγμή που είναι το οφειλόμενο ποσό απαιτητό. Οι φόροι κατανάλωσης που επιβάλλονται είναι γενικοί και ειδικοί και σχετίζονται με τη λιανική τιμή πώλησης και 3% ΦΠΑ. Με το τεκμήριο 14 πληροφορήθηκε η ενάγουσα ότι είχαν εγκριθεί οι ανώτερες λιανικές τιμές για τις συγκεκριμένες δύο κατηγορίες τσιγάρων. Για τις διασαφήσεις το μηχανογραφημένο σύστημα 'Θησέας' ξεκίνησε τη λειτουργία του το
  14. Το σύστημα ως ήταν το 2007 δεν ήταν ελλιπής απλά έδιδε περισσότερη ελευθερία στο πρόσωπο που επέβαλε την διασάφηση ή τον αντιπρόσωπό του. Το σύστημα στην προκειμένη περίπτωση αντέδρασε με ένδειξη κόκκινη επειδή τα εμπορεύματα ήταν τσιγάρα. Έγινε λάθος από την αρχή της αποταμίευσης κατά την αποδοχή της διασάφησης από τον τελωνειακό λειτουργό και μετά έγινε άλλο λάθος κατά την εκτελώνιση και αποδέσμευση της διασάφησης από το σύστημα από άλλον τελωνειακό λειτουργό. Αφαίρεσε μέρος του αποθέματος και αυτόματα έγινε ο υπολογισμός από το σύστημα. Αυτό που θα γίνει για το μέρος των εμπορευμάτων που βγαίνει από την αποθήκη το βγάζει αυτόματα το σύστημα. Σε σχέση με την λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων το μεγαλύτερο μέρος της τιμής είναι φόροι και δασμοί. Για κάθε πακέτο εισπράττεται ως φόρος το ποσό των €1,10 και 34% επί της ανώτατης τιμής πώλησης. Δηλαδή εάν η τιμή πώλησης είναι €5, τα €3 είναι φόροι και δασμοί. Υπάρχει η γενικότερη αντίληψη στην αγορά ότι τα τσιγάρα έχουν πολλούς φόρους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο λόγος που προτάθηκε εξώδικη διευθέτηση είναι εξαιτίας της εκούσιας αποκάλυψης της εναγόμενης. Η χρηματική επιβάρυνση θα έμπαινε έτσι και αλλιώς στην τιμή. Επιβλήθηκε η επιπρόσθετη χρέωση στην ενάγουσα διότι αυτή ήταν η οφειλέτης. Μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Πεκρής, διευθυντής της εναγόμενης. Ανέφερε ότι γνώρισε τον ΜΕ1 τον Σεπτέμβριο 2007, μαζί με τον Γιώργο Γεωργίου και του είπαν ότι περίμεναν αεροπορικώς ποσότητα τσιγάρων και ζήτησαν πληροφορίες για συνεργασία για την φύλαξη και εκτελώνιση τσιγάρων. Για τις χρεώσεις είπε στον ΜΕ1 ότι οι φόροι θα πρέπει να προκαταβάλλονται. Μετά από λίγες μέρες ήρθε στο γραφείο ο ΜΕ1 και τους παρέδωσε ΛΚ2.500 για το αεροπορικό ναύλο και έγγραφα για την παραλαβή των τσιγάρων. Παρέλαβε τα τσιγάρα από τον μεταφορέα και το Τελωνείο Λάρνακας την 11.9.2007 και τα μετέφερε στην αποθήκη αποταμίευσης της εναγόμενης. Η εναγόμενη παρέδωσε τα τιμολόγια 2170 και 2171 την 11.9.2007 στον ΜΕ
  15. Ο ΜΕ1 του είπε να φροντίσει την εκτελώνιση μέρος από τα τσιγάρα που είχαν αποταμιευθεί των οποίων οι φόροι ήταν ύψους ΛΚ3.500 και του παρέδωσε σχετική επιταγή. Παρά το ότι γνώριζε ότι για τον εκτελωνισμό τσιγάρων απαιτείται, εκτός από την καταβολή εισαγωγικού δασμού, η καταβολή φόρων κατανάλωσης (γενικός και ειδικός) και Φ.Π.Α., για λόγο που δεν μπορεί να εξηγήσει μέχρι σήμερα, στην διασάφηση εισαγωγής που κατέθεσε στο σύστημα "Θησέας" και με βάση τα στοιχεία που έλαβε από το σύστημα TARIC, που επίσης αποτελούσε σύστημα του Τελωνείου που υπολόγιζε, όπως νόμιζε, όλους τους δασμούς και φόρους που επιβάλλοντο, ζήτησε να εκτελωνισθούν τα μισά από τα αποθηκευμένα τσιγάρα, αφού από τα στοιχεία του TARIC το ποσό των £3.500,00 θα εκάλυπτε αυτήν την ποσότητα. Κατά το χρονικό διάστημα εκείνο, είχαν εφαρμοστεί διαδικασίες ηλεκτρονικής εκτελώνισης εμπορευμάτων, οι οποίες επέτρεπαν την καταβολή των φόρων, χωρίς την μεσολάβηση Τελωνειακού, εκτός εάν ο "Θησέας" με την ένδειξη "κόκκινο" αντί "πράσινο" έδειχνε ότι κάτι δεν ήταν σωστό και θα έπρεπε, πλέον η έγκριση της διασάφησης, να γίνει από υπεύθυνο τελωνειακό λειτουργό, ο οποίος την έλεγχε και την προσυπέγραφε για να γίνει αποδεκτή στην συνέχεια για πληρωμή στο ταμείο και παραλαβή των εμπορευμάτων. Η σχετική διασάφηση έδειξε στο σύστημα «Θησέας» κόκκινο χρώμα με αποτέλεσμα να την πάρει σε έντυπη μορφή στον υπεύθυνο τελωνειακό λειτουργό που την εξέτασε χωρίς να αντιληφθεί το λάθος. Πλήρωσε τους φόρους και παρέλαβε 60 κιβώτια δηλαδή, 20.000 πακέτα τσιγάρων αντί 1.500 πακέτων που έπρεπε κανονικά να πάρει με το ποσό που πλήρωσε. Ετοίμασε το τιμολόγιο 2184 μαζί με τα πακέτα τσιγάρων και τα παρέδωσε στον ΜΕ
  16. Ο ΜΕ1 δεν σχολίασε κάτι παρόλο ότι πιστεύει ότι εκ των υστέρων πρέπει να αντιλήφθηκε το λάθος. Λίγες μέρες αργότερα ο ΜΕ1 του έφερε επιταγή ΛΚ3.500 και του ζήτησε να εκτελωνίσει τα υπόλοιπα. Έγινε η διαδικασία με δύο έγγραφα διασάφησης και πάλι έγινε το ίδιο λάθος. Ετοίμασε τα τιμολόγια 2344 και 2345 ημερομηνίας 2.10.2007 και τα παρέδωσε στον ΜΕ1 μαζί με τα υπόλοιπα 60 κιβώτια. Αρχές Δεκεμβρίου 2007 έγινε αντιληπτό το λάθος από τον κ. Σαββίδη και ενημέρωσαν αμέσως τον ΜΕ1 και το τελωνείο. Απέστειλαν και το τεκμήριο
  17. Στην αρχή το τελωνείο δεν υποψιάστηκε δόλο, αλλά στην συνέχεια δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι η ενάγουσα παρέλαβε τέτοια ποσότητα τσιγάρων χωρίς να το αντιληφθεί. Την 20.12.2007 κατασχέθηκαν 25.250 πακέτα τσιγάρων από την οικία του ΜΕ1 και απαίτησαν την πληρωμή των δασμών. Στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε, τόσο η εναγόμενη όσο και η ενάγουσα ή οι δικηγόροι της, προσπάθησαν οι τελωνειακός αρχές να αποδεχθούν όπως τα κατασχεθέντα γίνει αποδεκτό όπως κατατεθούν ξανά σε αποθήκη αποταμίευσης, για να μειωθεί το ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί άμεσα. Παρά το ότι οι αρμόδιοι τελωνειακοί λειτουργοί δεν αποδέχονταν κάτι τέτοιο, το Τεκμήριο 10 είναι σχετικό. Στην συνέχεια σε συνάντηση που έγινε στο Αρχιτελωνείο στις αρχές Απριλίου 2008, στην οποία ήταν ο ίδιος παρών, ο κ. Τοπαλιάν και ο δικηγόρος του συμφώνησαν με την κα Χατζηγιάννη να αποδεχθούν την υπό του Τελωνείου προτεινόμενη χρηματική επιβάρυνση και τους τόκους, αφού το Τελωνείο θα επέτρεπε την επανατοποθέτηση των κατασχεθέντων σε αποθήκη αποταμίευσης. Και πάλι στη συνάντηση αυτή είχε αναφερθεί από πλευράς ενάγουσας, ότι το λάθος οφείλετο στην εναγόμενη και δεν πρέπει να της επιβληθεί χρηματική επιβάρυνση. Η κα Χατζηγιάννη ανέφερε ότι αυτό θα ίσχυε, εάν υπήρχε κάποια μικρή διαφορά στους φόρους και όχι όπως στην παρούσα περίπτωση που η ενάγουσα κατέβαλε ποσό £7.000,00 αντί £55.000,00 περίπου. Με την έξοδο τους από το γραφείο της κας Χατζηγιάννη, ανέφερε στον κ. Τοπαλιάν ότι ίσως θα έπρεπε να μην αποδεχθεί τον συμβιβασμό που έγινε και ο ίδιος υπέγραψε και ότι επίσης είχε δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν είχε την απαιτούμενη ρευστότητα για να πληρώσει το συμφωνημένο ποσό και του πρότεινε να τα πληρώσει η εναγόμενη αλλά θα έπρεπε να επιστρέψει το ποσό στην ολότητα του μέσα στους επόμενους μήνες. Ο ΜΕ1 αποδέχθηκε την πρόταση αλλά του είπε ότι η σύντομη επιστροφή του ποσού θα του προκαλούσε πρόβλημα ρευστότητας και έτσι δέχθηκε εκείνο το διάστημα να τους εκτελωνίσει ποσότητες τσιγάρων που θα χρειαζόταν χωρίς να απαιτεί προκαταβολή της πληρωμής των φόρων και δασμών. Με την πιο πάνω εξήγηση πλήρωσε στο τελωνείο το ποσό των €48.667 στις 7.4.
  18. Την 18.
  19. 2008 εξέδωσε το τιμολόγιο με αριθμό 895 μαζί με την απόδειξη τεκμήριο 12 και τα παρέδωσε στον ΜΕ
  20. Ο ΜΕ1 του έδωσε 8 μεταχρονολογημένες επιταγές και του έδωσε οδηγίες για νέα εκτελώνιση τσιγάρων. Στις 30.7.2008 ο κ. Τοπαλιάν του παρέδωσε άλλες δύο επιταγές, τα στοιχεία των οποίων αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 για συνολικό ποσό €7.526,00 τηρώντας ό,τι είχαν συμφωνήσει, δηλαδή να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό που πλήρωσαν με το τεκμήριο 12 και τα τιμολόγια τους 896 και 897 ημερομηνίας 18.4.2008, για συνολικό ποσό €3.859,00 για δύο εκτελωνίσεις που έγιναν την 18.4.
  21. Την ίδια μέρα εξέδωσε και παρέδωσε στον κ. Τοπαλιάν την απόδειξη της εναγόμενης, Τεκμήριο
  22. Στην απόδειξη αυτή αναγράφεται ότι αφορά το υπόλοιπο του τιμολογίου 895 και εξοφλεί τα τιμολόγια 896 και
  23. Συνέχισαν να εκτελωνίζουν ποσότητες τσιγάρων μέχρι την 30.7.2008 χωρίς η ενάγουσα να προπληρώνει του φόρους και ο σχετικός λογαριασμός είχε χρέωση €31.502,
  24. Η τελευταία φορά που έκαναν εκτελώνιση ήταν την 19.2.2009 όμως ο λογαριασμός της εναγόμενης είχε χρεωστικό υπόλοιπο €17.318,00 (τεκμήριο 26). Κατά τον Νοέμβριο 2009 και αφού η ενάγουσα δεν πλήρωσε τίποτε έναντι του οφειλόμενου ποσού καταχωρήθηκε εναντίον της η αγωγή 7756/
  25. Με την υπεράσπιση τους οι ενάγοντες για πρώτη φορά ήγειραν το ζήτημα της αμέλειας και ζημιάς. Τελικά η προαναφερόμενη αγωγή την 8.7.2011 αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα, αφού η ενάγουσα με το Τεκμήριο 18 τους πληροφόρησε ότι είχε μεταβιβάσει στην εταιρεία SOFERAT TRADING LTD κάθε δικαίωμα της επί των ευρισκόμενων στην αποθήκη αποταμίευσης τσιγάρων, η οποία ανέλαβε να πληρώσει και το υπόλοιπο των €17.318,00 πλέον ποσό €1.500,00 για τα έξοδα της αγωγής. Η ενάγουσα δεν είχε ζημιά από το λάθος αλλά κέρδισε εξαιτίας της πίστωσης που είχε επειδή για μεγάλο χρονικό διάστημα η εναγόμενη πλήρωνε τους φόρους και δασμούς για λογαριασμό της. Επιπρόσθετα, η χρηματική επιβάρυνση που η ίδια συμφώνησε αφορούσε το γεγονός ότι παρέλαβε τα τσιγάρα και τα διέθεσε στην αγορά υπό συνθήκες που έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν είχε καταβληθεί ο φόρος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι είναι αλήθεια ότι ο ΜΕ1 του είπε να βγάλει από την αποθήκη ΛΚ3.500 αξίας τσιγάρα επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τα εκτελωνίσει όλα, αλλά μπήκε στο σύστημα 'Θησέας' για να αποστείλει τη διασάφηση στο τελωνείο. Κάθε μέρα κάνει αριθμό διασαφήσεων για διάφορα εμπορεύματα. Το σύστημα έδειξε ότι ήθελαν έλεγχο τα έγγραφά του. Πήγε στο τελωνείο, πήρε τα έγγραφά του και είχαν ελεγχθεί οι ηλεκτρονικοί φάκελοι που είχαν καταθέσει στο τελωνείο. Τέσσερεις τελωνειακοί λειτουργοί είδαν το φάκελο και κανείς δεν είχε προσέξει το λάθος. Διευκρίνισε ότι εκ των υστέρων ενημερώθηκε ότι είχε ενημερωθεί πλήρως ο ΜΕ1 για τους δασμούς και τις διαδικασίες και αυτός είναι ο λόγος που όταν το τελωνείο του ζήτησε την τιμή λιανικής πώλησης την είχε διαθέσιμη. Όταν είδε τον ΜΕ1 για πρώτη φορά ήταν έτοιμος, είχε τα έγγραφα του υγειονομείου και όταν ήρθε κοντά του είχαν περάσει 3 μήνες κατά τους οποίους προετοιμάσθηκε για την εισαγωγή. Το ζήτημα του λάθους κατά την εκτελώνιση, τους προβλημάτισε 32 μήνες μετά, όταν θα έκαναν το κλείσιμο του φακέλου και κατά το στάδιο ενημέρωσης του τελωνείου με σχετικά έντυπα. Τότε αμέσως έτρεξε στο τελωνείο για να ενημερώσει ώστε να αποδειχθεί ότι δεν υπήρχε δόλος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Το ότι η ενάγουσα έκανε την συγκεκριμένη εισαγωγή των τσιγάρων, του συγκεκριμένου είδους , ποσότητας από την Αρμενία δεν αμφισβητείται. Το ότι αυτά τα τσιγάρα είχαν τοποθετηθεί στην αποθήκη αποταμίευσης που διατηρούσε η εναγόμενη δεν αμφισβητείται και ότι αυτό είχε συμβεί επειδή ο ΜΕ1 δεν είχε τους οικονομικούς πόρους να προβεί στην εκτελώνιση όλων των τσιγάρων δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η εκτελώνιση πραγματοποιήθηκε από τους εναγόμενους και ότι το λάθος που έγινε σε σχέση με την πληρωμή του φόρου κατανάλωσης οφείλεται στο λάθος που καταγράφεται στην διασάφηση των εμπορευμάτων σε σχέση με τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Εκείνο που αμφισβητείται είναι κατά πόσο ο ΜΕ1 είχε αντιληφθεί ότι είχε γίνει το λάθος εκ των υστέρων και δεύτερο αμφισβητείται κατά πόσο ο ΜΕ1 θα πρέπει να κριθεί τουλάχιστον συνυπεύθυνος για το λάθος που πραγματοποιήθηκε με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η ενάγουσα να πληρώσει το πρόστιμο και τους τόκους που προκύψαν από την μη πληρωμή του οφειλόμενου φόρου κατανάλωσης. Κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω κάθε μάρτυρα και να σχηματίσω μία γενική εντύπωση για την αξιοπιστία του κάθε μάρτυρα. Παρατήρησα τον αυθορμητισμό του κάθε μάρτυρα και την αμεσότητα με την οποία απαντούσε τις ερωτήσεις κατά την αντεξέταση. Η γενική εντύπωση που αποκόμισα από κάθε μάρτυρα ήταν σημαντική για την διαμόρφωση της άποψης μου. Η αποτίμηση μου σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων ασφαλώς δεν περιορίζεται στην φαινομενική εντύπωση που μου δημιούργησε εκ πρώτης όψεως ο κάθε μάρτυρας. Η πεποίθηση μου ότι ένας μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας βεβαιώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία της υπόθεσης. Το ερώτημα ως προς την αξιοπιστία πρέπει να απαντηθεί με αυτοτέλεια έτσι που να δημιουργείται η απαραίτητη εικόνα της βεβαιότητας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας την ποιότητα της και την πειστικότητα της σε σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης. (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 506). Ως εκ τούτου έχω αξιολογήσει ξεχωριστά κάθε μάρτυρα σε σχέση με τα λεγόμενα του και τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει για να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής του. Επιπρόσθετα, έχω αναλύσει την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα με αναφορά και την υπόλοιπη μαρτυρία της υπόθεσης ώστε σε κάθε περίπτωση η προφορική μαρτυρία να έχει διασταυρωθεί με άλλα στοιχεία ή να έχει καταρριφθεί από άλλα στοιχεία και/ή μαρτυρία που αποδεικνύονται ως αναντίλεκτη στην υπόθεση. Έλαβα υπόψη μου πιθανά ελατήρια που μπορεί να είχε κάθε μάρτυρας να πει ή να μην πει την αλήθεια ώστε να διαπιστωθούν με την μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 έχει καταχωρήσει αγωγή εναντίον της εναγόμενης το 2012 για πρόστιμο και τόκους που πλήρωσε στο τελωνείο στις 14.4.2008, ως συνέπεια του γεγονότος ότι δεν πληρώθηκαν οι σωστοί φόροι και δασμοί κατά την εκτελώνιση των ποσοτήτων τσιγάρων στις 12.9.2007 και 2.10.2007, αντίστοιχα, από την αποθήκη αποταμίευσης της εναγόμενης. Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει ο ΜΕ1 συνέχισε την συνεργασία του με την εναγόμενη και συνέχισε να κάνει εισαγωγές και εκτελωνίσεις κάνοντας χρήση των υπηρεσιών και των χρημάτων της εναγόμενης. Επίσης, η εναγόμενη κατά το έτος 2009 καταχώρησε αγωγή εναντίον της ενάγουσας για οφειλόμενα ποσά που σχετίζονται με τις εκτελωνίσεις και τα χρήματα που δάνεισε η εναγόμενη στην ενάγουσα. Στο διάστημα των τεσσάρων ετών, ο ΜΕ1 δεν κατηγόρησε και δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον της εναγόμενης σε σχέση με το υποτιθέμενο λάθος της ως συνέπεια του οποίου ισχυρίζεται ότι επιτέλεσε η μοναδική αιτία για να του προκληθεί η συγκεκριμένη ζημιά. Είχε την ευκαιρία να προβάλει ανταπαίτηση με την αγωγή 7756/2009 για να μειώσει την απαίτηση της ενάγουσας που τότε ήταν πέραν των €17.000 και παρόλο τούτο προτίμησε να διευθετήσει την απαίτηση της εναγόμενης χωρίς να θέσει θέμα ότι και εκείνη του όφειλε χρήματα εξαιτίας του λάθους που είχε διαπράξει κατά την εκτελώνιση των τσιγάρων. Η απραξία του ΜΕ1 κλονίζει την αξιοπιστία του και είναι ένδειξη ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκ των υστέρων και όχι με τις καλύτερες προθέσεις. Δεύτερον, εφόσον περίμενε τέσσερα χρόνια για να καταχωρήσει την αγωγή και άλλα οκτώ χρόνια για να ακουσθεί η απαίτηση του, θα ανέμενε κανείς ότι θα εφοδίαζε το Δικαστήριο με όλο το αναγκαίο έγγραφο υλικό για να αξιολογηθεί το γνήσιο της απαίτησής του. Δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο την κατάσταση λογαριασμού που διατηρούσε με την εναγόμενη και αφορούσε τις χρεοπιστώσεις της ενάγουσας κατά τον επίδικο χρόνο. Δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο τα τιμολόγια που εξέδωσε η ενάγουσα σε διάφορα περίπτερα σε σχέση με τα τσιγάρα της εισαγωγής που είχε διαθέσει στην αγορά προτού το τελωνείο διαπιστώσει ότι είχε γίνει λάθος και για τα οποία, εν τέλει, η ενάγουσα όφειλε το ποσό των €48.000 σε οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Δεν αναγνώρισε το τεκμήριο 6 που του υποδείχθηκε και αφορούσε την επιστολή ημερομηνίας 5.12.2007 που η εναγόμενη είχε συντάξει σε συνεννόηση με τον ΜΕ1 και που εξηγούσε γιατί είχε γίνει το λάθος, προβάλλοντας ταυτόχρονα τους λόγους για τους οποίους η ενάγουσα θα πρέπει να κριθεί με επιείκεια. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα που δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο για να αποδείξει την απαίτησή του, ανέφερε ότι τα έδωσε στον λογιστή του και το μόνο έγγραφο που προσκόμισε στο Δικαστήριο ήταν το τεκμήριο 5 που είναι ο τραπεζικός του λογαριασμός στην Alpha Bank για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο
  1. Η τραπεζική κατάσταση για τους δύο μήνες δεν αντικατοπτρίζει την οικονομική του κατάσταση και δεν αποδεικνύει ότι δεν είχε πολλές χιλιάδες έσοδα από την διάθεση των τσιγάρων στην αγορά για τα οποία δεν κατέβαλε τους νόμιμους οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Δεν προσκόμισε έγγραφα στοιχεία για να υποστηρίξει τα λεγόμενα του και αντίθετα δεν ήταν αποκαλυπτικός ως προς τα έσοδα που εισέπραξε από την πώληση των πακέτων τσιγάρων από τον Σεπτέμβριο μέχρι αρχές Δεκεμβρίου 2007 όταν ανακαλύφθηκε το λάθος. Επίσης, αρνήθηκε να επιβεβαιώσει απτά στοιχεία που του τέθηκαν από τον κ. Κορφιώτη κατά την αντεξέταση, που αποδεικνύουν ότι υπήρχε πολύμηνη συνεργασία της εναγόμενης και της ενάγουσας μετά τις 14.4.2008, καθώς και να επιβεβαιώσει τη βοήθεια που έλαβε από την εναγόμενη με τη μορφή οικονομικής ενίσχυσης, ούτως ώστε να μην επηρεασθεί η οικονομική δραστηριότητα της ενάγουσας. Γι' αυτά τα θέματα ο ΜΕ1 ουδέποτε απάντησε με χειροπιαστό τρόπο και σκόπιμα προσπαθούσε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο αναφέροντας συνεχώς ότι αναγκάστηκε να πωλήσει το διαμέρισμά του για να ξοφλήσει τα χρέη του. Τον πιο πάνω ισχυρισμό ουδέποτε τον τεκμηρίωσε και δεν τον συσχέτισε με τις πληρωμές που έκανε για να ξοφλήσει την εναγόμενη μετά τις 14.4.
  2. Σε σχέση με τη δεύτερη εκτελώνιση των τσιγάρων στις 2.10.2007, δεν είναι δυνατόν να μην αντιλήφθηκε το λάθος. Ο λόγος που τοποθέτησε τα τσιγάρα στην αποθήκη αποταμίευσης είναι επειδή δήλωσε οικονομική αδυναμία να προχωρήσει σε εκτελώνιση των τσιγάρων μονομιάς. Εφόσον είχε αντίληψη του γεγονότος ότι δεν είχε αρκετά χρήματα να εκτελωνίσει όλα τα τσιγάρα, δεν είναι δυνατόν να πίστευε ότι οι δύο δόσεις των ΛΚ3.500 ήταν αρκετά χρήματα για να εκτελωνίσει όλα τα τσιγάρα της εισαγωγής, διαφορετικά δεν θα τα τοποθετούσε στην αποθήκη αποταμίευσης. Είναι μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι η αποθήκη θα παρέμενε ανοικτή μέχρι το τέλος του χρόνου επομένως, δεν μπορεί να αληθεύει ο ισχυρισμός ότι έπρεπε να τα εκτελωνίσει όλα αρχές Οκτωβρίου και μάλιστα λίγες μέρες μετά την πρώτη εκτελώνιση. Είχε βιαστεί ο ίδιος να κάνει την εκτελώνιση και για να πράξει με τέτοιο τρόπο είναι μία ισχυρή ένδειξη ότι πρέπει, τουλάχιστον, να είχε υποψιαστεί το λάθος και έσπευσε να το επωφεληθεί. Δεν μπορεί να αληθεύει ο ισχυρισμός του ότι δεν είχε ανάγκη να κάνει εκτελώνιση επειδή είχε μεγάλο στοκ στο σπίτι. Το τελωνείο είχε προβεί στην κατάσχεση 25.250 πακέτων τσιγάρων. Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο μέρος των τσιγάρων που είχε γίνει εισαγωγή είχε ήδη διατεθεί στην αγορά. Εάν οι πραγματικοί οφειλόμενοι δασμοί και φορολογία για την ποσότητα τσιγάρων που διατέθηκε στην αγορά ήταν ΛΚ55.051 (βλ. τεκμήριο 9), αυτό σημαίνει ότι είχε εισπράξει σε πωλήσεις ένα αρκετά μεγαλύτερο ποσό χρημάτων. Δέχτηκε ότι είχε διαθέσει τα τσιγάρα σε τιμές πώλησης των τσιγάρων, σε τιμές που είχε δηλώσει αρχικά στο τελωνείο κατά την εισαγωγή των τσιγάρων (βλ. τεκμήριο 14). Επομένως, τα υπερκέρδη που είχε εισπράξει από την πώληση των τσιγάρων δεν ήταν δυνατόν να μην τον θέσει στην υποψία ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο λόγος που έγινε το λάθος, σύμφωνα με το τεκμήριο 9, είναι επειδή δεν είχε δηλωθεί ο φόρος κατανάλωσης των εμπορευμάτων, με αποτέλεσμα η μη καταγραφή του φόρου κατανάλωσης να επηρεάσει και την ορθή καταγραφή του ΦΠΑ. Σύμφωνα με την ΜΕ1 το ποσό επιβολής του φόρου και των δασμών σε σχέση με τα τσιγάρα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη λιανική τιμή πώλησης. Ο ΜΕ1 είχε προβεί σε όλες τις διεργασίες για την εισαγωγή των τσιγάρων προτού προσεγγίσει τον ΜΥ1 για να τον βοηθήσει με τον εκτελωνισμό και για να κάνει χρήση της αποθήκης αποταμίευσης επομένως, δύσκολα γίνεται πιστευτό ότι δεν αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγε καλά με την πρώτη εκτελώνιση. Είχε στη διάθεση του υπερκέρδη σε σχέση με την πώληση των τσιγάρων ενώ αυτό το κέρδος δεν ήταν μέσα στις αρχικές του εκτιμήσεις. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του ότι δεν είχε καταλάβει τίποτε μέχρι την στιγμή της δεύτερης εκτελώνισης και θεωρεί ότι σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, έσπευσε και βιάστηκε να κάνει και τη δεύτερη εκτελώνιση. Είναι περίεργο ότι απέφυγε να απαντήσει σε ερωτήσεις σε σχέση με τις πραγματικές του εισπράξεις από τα τσιγάρα κατά τους μήνες Σεπτέμβριο μέχρι Δεκέμβριο του
  3. Επίσης, δεν μπορεί να είναι αλήθεια ότι ο ΜΥ1 δεν τον ενημέρωσε για την πρόθεση του τελωνείου να του επιβάλει φορολογίες και να κατάσχει τα τσιγάρα πριν την 20.12.
  4. Ο ΜΥ1 ενημερώθηκε για την εξέλιξη αυτή στις 5.12.
  5. Ήταν θέση του ΜΥ1 ότι το τεκμήριο 6 το είχε συντάξει σε συνεννόηση με τον ΜΕ
  6. Από το περιεχόμενο της επιστολής προκύπτει ότι ο XXXXX Σαββίδης προσπαθούσε να δικαιολογήσει τον ΜΕ1 για να πείσει το τελωνείο ότι το λάθος ήταν καλόπιστο, παρόλο ότι το λάθος προκλήθηκε από τη μη δήλωση των σωστών φόρων και δασμών στις διασαφήσεις. Εάν η προσπάθεια του ΜΥ1 ήταν απλά να σώσει την άδεια του για το λάθος που είχε γίνει, δεν θα παραδεχόταν ότι είχαν πει στον πελάτη τους να προχωρήσει στην εκτελώνιση των τσιγάρων ενόψει του τερματισμού της λειτουργίας της αποθήκης, καθώς και ότι ο πελάτης τους πρώτη φορά έκανε εισαγωγή και δεν είχε ιδέα για το λάθος. Το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής αποδεικνύει ότι συντάχθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του ΜΕ1 και έτσι είναι αδύνατον να αληθεύει ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι βρέθηκε εξαπίνης όταν το τελωνείο τον ειδοποίησε ότι σε λίγα λεπτά θα πήγαινε στο διαμέρισμα του να κάνει κατάσχεση των τσιγάρων. Εφόσον γνώριζε ότι υπήρχε πρόβλημα από τις 5.12.2007 όταν με την βοήθεια του XXXXX Σαββίδη συντάχθηκε το τεκμήριο 6, προκαλεί επίσης καχυποψία το γεγονός ότι δεν επέστρεψε όλα τα εναπομείναντα τσιγάρα στην κατοχή του στην αποθήκη αποταμίευσης ως είχε υποσχεθεί να κάνει, για να πείσει για το καλόπιστο των προθέσεων του και για να αποφύγει την κατάσχεση των τσιγάρων. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είχε υποβάλει απαίτηση έναντι της εναγόμενης νωρίτερα και γιατί δεν είχε καταχωρήσει ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής XXXXX/2009, ανέφερε ότι επιφύλαξε τα δικαιώματα του για να δικαιολογηθεί. Όμως για να αποδείξει ότι πράγματι είχε επιφυλάξει τα δικαιώματα του παρουσίασε την επιστολή τεκμήριο 18, η οποία είναι φωτοαντίγραφο και περιέχει μία χειρόγραφη σημείωση του ΜΕ1 σε σχέση με την επιφύλαξη. Δεν είναι γνωστό πότε σημειώθηκε η χειρόγραφη σημείωση επί της επιστολής και ούτε είναι γνωστό κατά πόσο η χειρόγραφη σημείωση περιήλθε εις γνώση της εναγόμενης που είχε αν προτείνει συμβιβασμό για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιη για το επίπεδο της γνώσης του ΜΕ1 σε σχέση με το λάθος και τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Οι νοητικές διεργασίες του προσώπου δεν προσδιορίζονται εύκολα με θετική μαρτυρία. Οι μόνες ενδείξεις για τις νοητικές διεργασίες του είναι οι δηλώσεις και οι πράξεις [βλ. Καυκαρής ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 203
(1990)]. Ο ΜΕ1 προχώρησε στην εκτελώνιση μεγάλου αριθμού πακέτων τσιγάρων και τα διέθεσε στην αγορά προς πώληση με τιμές που θα του επέφεραν πολλές χιλιάδες κέρδη. Τα απρόσμενα κέρδη που είχε από την επαγγελματική του δραστηριότητα θα πρέπει λογικά να του είχαν δημιουργήσει υποψίες για το νόμιμο των πράξεων του. Δεν μπορώ να είμαι βέβαιη ότι γνώριζε ότι είχε καταφέρει με το λάθος να αποφύγει τις φορολογικές του υποχρεώσεις όμως ενόψει όλων των πιο πάνω απορρίπτω την θέση του ότι δεν κατάλαβε τίποτε και δεν τον αποδέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Η ΜΕ2 ήταν τυπική μάρτυρας και ο ρόλος της στο Δικαστήριο ήταν να ενημερώσει σε σχέση με τη διαδικασία που ακολούθησε το τελωνείο για να διαπιστώσει ότι έγινε λάθος και για να αποφασίσει κατά πόσο θα υπήρχαν συνέπειες και κυρώσεις σε σχέση με τη μη καταβολή των οφειλόμενων φόρων και δασμών. Δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν ήταν διαφωτιστική η μαρτυρία της για να ενημερώσει πώς λήφθηκε η τελική απόφαση για τα γεγονότα που είχαν συμβεί στις 20.12.2007 και 14.4.2008, διότι ο φάκελος της υπόθεσης είχε καταστραφεί εξαιτίας του χρόνου που παρήλθε. Ως γνώστης των διαδικασιών του τελωνείου είναι αποδεκτή η θέση της ότι οι οφειλόμενοι φόροι και δασμοί είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων. Επειδή έτσι έχουν τα πράγματα είναι λογική και ορθή η γνώμη της ότι κανείς δεν μπορεί να καθορίσει τη λιανική τιμή πώλησης του εμπορεύματος που έχει εισαγάγει χωρίς να έχει υπόψη του ότι μεγάλο μέρος της τιμής περιλαμβάνει τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Η μαρτυρία της είναι επιβεβαιωτικής της μαρτυρίας του ΜΥ1 ότι ο λόγος που η υπόθεση εν τέλει οδηγήθηκε σε συμβιβασμό ως υπόθεση με αστικό χρέος προς το τελωνείο, είναι επειδή το λάθος ήρθε στην αντίληψη του τελωνείου με ενέργειες και την πρωτοβουλία της εναγόμενης. Σε διαφορετική περίπτωση, θα αντιμετώπιζαν την υπόθεση ως υπόθεση δόλιας αποφυγής των οφειλόμενων φόρων εξαιτίας του γεγονότος ότι μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων είχε διατεθεί στην αγορά. Κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας. Ο ΜΥ1 μου έκανε καλή εντύπωση. Παραδέχθηκε από την πρώτη στιγμή ότι έκανε λάθος εξαιτίας του λάθους που έγινε στις διασαφήσεις. Αποδέχομαι τη θέση του ότι το λάθος ήταν καλόπιστο. Δεν θα είχε κανένα κίνητρο να κάνει τέτοιο λάθος από την οποία δεν θα είχε κανένα οικονομικό όφελος και παράλληλα να σπεύδει να δηλώσει το λάθος στο τελωνείο που δεν το είχε προσέξει εξαρχής. Δεν προσπάθησε να αποφύγει την ευθύνη του, παρόλο ότι ο νόμος αναγνωρίζει τον εισαγωγέα ως το πρόσωπο υπεύθυνο για να καταβάλει τους φόρους. Διαισθανόμενος την ευθύνη των πράξεων του έσπευσε να πείσει το τελωνείο ότι ο πελάτης τους δεν είχε ευθύνη και ότι ενήργησε καλοπροαίρετα. Πλήρωσε τους φόρους επειδή ο πελάτης του δεν είχε χρήματα και παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στον πελάτη να συνεχίσει τις εισαγωγές χωρίς να υποχρεώσει τον πελάτη να του λογοδοτήσει για τα χρήματα που είχε εισπράξει ήδη, επειδή είχε διαθέσει απόθεμα τσιγάρων στα περίπτερα στην αγορά. Ως προς τον ισχυρισμό του ότι δεν αληθεύει ότι προέτρεψε τον ΜΕ1 να προβεί στην δεύτερη εκτελώνιση των τσιγάρων στις αρχές Οκτωβρίου, αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με αυτά που είχε καταγράψει ο αντιπρόσωπος της εναγόμενης στο τεκμήριο 6 ήτοι: 'Λόγω του ότι θα τερματίσουμε την λειτουργία του Bonded τέλος του 2007 είπαμε στον πελάτη μας να εκτελωνίσει και τα υπόλοιπα'. Η εν λόγω επιστολή έφερε την υπογραφή του XXXXX Σαββίδη και η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι αυτή η επιστολή είχε ετοιμασθεί σε συνεργασία με τον ΜΕ1. Δεν αποκλείεται τα πιο πάνω να αποτελούσαν τις θέσεις του ΜΕ1 όταν ετοιμάσθηκε η επιστολή, όμως ο ΜΥ1 δεν αποσαφήνισε γιατί είχε πει κάτι διαφορετικό με την ένορκη μαρτυρία. Συνεπώς, το τεκμήριο 6 που συντάχθηκε από υπάλληλο της εναγόμενης θεωρείται παραδοχή εναντίον του συμφέροντος της εναγόμενης. Ως προς την αποδεικτική αξία δηλώσεων διαδίκων εναντίον συμφέροντος σχετική είναι η απόφαση Kayat Trading Ltd. v Genzyme Cor. 1 ΑΑΔ 2330
(2011)στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «[η] αποδοχή δηλώσεων εναντίον συμφέροντος ή παραδοχής, ως μαρτυρία για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους, αποτελεί εξαίρεση του κοινού δικαίου στον κανόνα της εξ ακοής μαρτυρίας. Είναι επίσης ορθό ότι ο Νόμος 32(Ι)/2004 που τροποποίησε τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, έχει διευρύνει το πλαίσιο της αποδοχής της εξ ακοής μαρτυρίας μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από τον ίδιο τον τροποποιητικό νόμο και με βάση τις διαδικασίες, όπως προνοούνται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6». Ο ΜΥ1 αναίρεσε την πιο πάνω παραδοχή με την ένορκη του μαρτυρία και η πλευρά της ενάγουσας δεν τον αντεξέτασε σε σχέση με την προηγούμενη του αντιφατική θέση. Ο ΜΥ1 έδωσε εξήγηση ότι το τεκμήριο 6 είχε συνταχθεί με τη συμβολή του ΜΕ1. Όμως ακόμη και η εξήγηση αυτή να αληθεύει, σημαίνει ότι απέστειλαν από κοινού επιστολή στο τελωνείο με την οποία παρουσίασαν τα γεγονότα διαφορετικά από την πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, αυτό το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 δεν μπορεί να είναι πιστευτό. Ως προς το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, αυτή είναι συνεπής με όλο το περιεχόμενο της αλληλογραφίας καθώς και των αναντίλεκτων γεγονότων της υπόθεσης και έτσι τη θεωρώ αξιόπιστη. Ως εξήγησα, πιο πάνω, η μαρτυρία του MY1, στο σύνολο της, συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία της αξιοπιστίας διά τον λόγο ότι δεν είναι δυνατόν να προχωρούσε να κάνει τέτοιο λάθος και μετά να το είχε αναφέρει με δική του πρωτοβουλία στο τελωνείο, εκτός και εάν ενεργούσε πάντοτε καλοπροαίρετα [βλ. Σαββα ν Αστυνομία 2 ΑΑΔ 391
(1998)]. Έχω προσεγγίσει το ζήτημα της αξιοπιστίας του ΜΥ1 υπό το σύνολο της μαρτυρίας του (βλ. Ρόπα ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 68
(2000). Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας που να απαγορεύει την αποδοχή μέρος της μαρτυρίας και απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα το Δικαστήριο να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει το άλλο μέρος εάν το μέρος που αποδέχεται έχει όλα τα στοιχεία της αξιοπιστίας και αυτή η αρχή πρέπει να ακολουθείται ως θέμα αρχής όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου. (βλ. Χρυσάνθου ν Δημοκρατίας 2 ΑΑΔ 221
(2011). Επομένως, κρίνοντας την αξιοπιστία του ΜΥ1 από το σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνεται γενικά αξιόπιστος με εξαίρεση το πιο πάνω σημείο, για το οποίο έχω κάνει ειδική μνεία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά συνέπεια, τα πραγματικά γεγονότα είναι ότι ο ΜΕ1 ήρθε σε επικοινωνία με τον ΜΥ1 για να γίνει χρήση της αποθήκης αποταμίευσης που διατηρούσε η εναγόμενη εταιρεία επειδή δεν είχε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς της εισαγωγής τσιγάρων. Τοποθετήθηκαν τα τσιγάρα στην αποθήκη αποταμίευσης και η εναγόμενη ετοίμασε τις διασαφήσεις κατά την άφιξη και τοποθέτηση των εμπορευμάτων στην αποθήκη. Ο ΜΕ1 είχε υπόψη του τη λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων και έδωσε οδηγίες στην εναγόμενη να του εκταμιεύσει τσιγάρα αξίας ΛΚ3.500. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει η ενάγουσα να αποπληρώνει πριν την εκταμίευση τους οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Ο ΜΥ1 νόμιζε ότι με βάση τα στοιχεία του TARIC το ποσό των ΛΚ3.500,00 κάλυπτε τη μισή ποσότητα των τσιγάρων που είχε αποταμιευθεί στην αποθήκη και είχε γίνει εισαγωγή από την ενάγουσα. Πλήρωσε τους φόρους και παρέλαβε 60 κιβώτια δηλαδή 20.000 πακέτα τσιγάρα αντί περίπου τα 1.500 πακέτα που κανονικά είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει από την αποθήκη και τα παρέδωσε στην ενάγουσα. Λίγες μέρες αργότερα πραγματοποιήθηκε η εκτελώνιση και του δεύτερου μισού της παρτίδας χωρίς να αντιληφθεί το λάθος σε σχέση με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και παρέδωσε την υπόλοιπη ποσότητα των τσιγάρων. Παρόλο ότι είναι αλήθεια ότι η αποθήκη αποταμίευσης θα έκλεινε στο τέλος του χρόνου και το ανέφερε αυτό στον ΜΕ1 με σκοπό να πραγματοποιήσει την εκτελώνιση των τσιγάρων, δεν υποχρέωσε τον ΜΕ1 να προχωρήσει με τη δεύτερη εκτελώνιση τη συγκεκριμένη στιγμή. Ο ΜΕ1 δεν είναι δυνατόν να μην είχε αντιληφθεί ότι κάτι δεν πήγε σωστά. Γνώριζε ότι δεν είχε τα χρήματα για να εισαγάγει τα τσιγάρα και να πληρώσει τους δασμούς και φόρους. Αυτός ήταν ο λόγος που προτίμησε να τα τοποθετήσει στην αποθήκη. Περαιτέρω, είχε την επιστολή τεκμήριο 14 στην κατοχή του που παρέπεμπε στον περί Φόρου Κατανάλωσης Νόμου 91
(1)/2004. Διέθεσε μεγάλο μέρος των τσιγάρων στην αγορά σε τιμές που καταγράφονται στο τεκμήριο 14 και έτσι δεν είναι δυνατόν να μην είχε ανάλογες πωλήσεις και εισπράξεις. Του επιβλήθηκε το πρόστιμο και ο τόκος επί του προστίμου, όχι εξαιτίας του λάθος που είχε γίνει κατά την εκτελώνιση των τσιγάρων, αλλά επειδή διέθεσε μεγάλο μέρος των τσιγάρων στην αγορά σε λιανικές τιμές που είχε δηλώσει. Δεν αληθεύει ότι έμαθε για το πρόβλημα την 20.12.2007 λίγο πριν γίνει η κατάσχεση των τσιγάρων. Γνώριζε για το πρόβλημα μόλις τον ειδοποίησε ο XXXXX Σαββίδης και μαζί συντάξανε το τεκμήριο 6 που είχε αποσταλεί στο τελωνείο. Οι εναγόμενοι έκαναν το λάθος καλοπροαίρετα και το ανακάλυψαν κατά τον χρόνο που έκλειναν την αποθήκη εκταμίευσης (αποταμίευσης;) και έσπευσαν να ενημερώσουν το τελωνείο. Το τελωνείο αποδέχθηκε όπως ο ΜΕ1 επιστρέψει τα κατασχεθέντα τσιγάρα σε αποθήκη αποταμίευσης νοουμένου ότι καταβάλει τους οφειλόμενους φόρους κατανάλωσης, ΦΠΑ, πρόστιμο και τόκο. Το ποσό πληρώθηκε από την εναγόμενη η οποία στη συνέχεια αποδέχθηκε επί πιστώσει να πραγματοποιήσει αρκετές εκτελωνίσεις σε σχέση με τις εισαγωγές τσιγάρων της ενάγουσας. Η ενάγουσα εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές για την οφειλή, πλην όμως η ενάγουσα παρέλειψε να πληρώσει ένα ποσό περίπου €17.000 και η εναγόμενη καταχώρησε αγωγή εναντίον της ενάγουσας για να εισπράξει το ποσό. Η αγωγή διευθετήθηκε αφού η ενάγουσα μεταβίβασε την κυριότητα των τσιγάρων στην εταιρεία Soferrat Trading Ltd. H ενάγουσα δεν καταχώρησε ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής. Η ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΌ ΤΗΝ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΜΕΡΏΝ Η ενάγουσα δεν έχει εκφράσει με σαφήνεια την απαίτηση της εναντίον της εναγόμενης στη βάση της αμέλειας. Απουσιάζουν τα αναγκαία ουσιαστικά γεγονότα ώστε να διατυπωθεί αγώγιμο δικαίωμα επί αυτής της βάσης. Με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαιτήσεως υπάρχει ισχυρισμός ότι η εναγόμενη εκτελώνισε 20.000 πακέτα τσιγάρα κατόπιν οδηγιών και πληρώθηκε από την ενάγουσα προς την εναγόμενη το ποσό των ΛΚ3.500 εν αγνοία της ενάγουσας για οποιαδήποτε παρατυπία και/ή αμέλεια σε σχέση με την εκτελώνιση των τσιγάρων. Δεν προσδιορίζεται ποια είναι η πράξη της εναγόμενης που η ενάγουσα θεωρεί ήταν παράτυπη και/ή αμελής. με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί ο οφειλόμενος φόρος και δασμοί. Δεν προσδιορίζει εάν το λάθος είναι η συμπλήρωση της διασάφησης κατά το στάδιο τοποθέτησης των τσιγάρων στην αποθήκη, η μη πληρωμή των φόρων, ή ο μη έλεγχος του συστήματος ώστε να καταφανεί κατά πόσο το λάθος εμπίπτει στις συμφωνημένες υποχρεώσεις που ανέλαβε η εναγόμενη να εκτελέσει για την ενάγουσα. Επίσης, η ενάγουσα δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει ποιοι ήταν οι ρητοί όροι της συμφωνίας μεταξύ των μερών ώστε να προσδιορισθεί εάν το λάθος της εναγόμενης αφορά υποχρέωση που ανέλαβε να εκτελέσει με συγκεκριμένο τρόπο. Δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών που να καθορίζει τα δικαιώματά τους και τις υποχρεώσεις τους. Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G & C Exhaust Systems Ltd 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500, στο ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων». Τα μέρη δεν είχαν ετοιμάσει γραπτή συμφωνία που να κυβερνά την επαγγελματική τους σχέση και τις ευθύνες και υποχρεώσεις της κάθε πλευράς. Η πρόθεση τους θα πρέπει να συναχθεί από αυτά που λέχθηκαν μεταξύ τους και από την συμπεριφορά τους. Είναι αναντίλεκτο ότι ο ΜΕ1 προσέγγισε τον ΜΥ1 για να κάνει χρήση της αποθήκης αποταμίευσης επειδή δεν είχε χρήματα να κάνει εισαγωγή όλης της ποσότητας των τσιγάρων και ταυτόχρονα να τα διαθέσει στην αγορά για πώληση στους περιπτερούχους. Ανέθεσε στην εναγόμενη εταιρεία την εκτελώνιση των τσιγάρων από την αποθήκη. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει η ενάγουσα να προπληρώνει όλους τους δασμούς και φόρους προκειμένου να γίνει η εκτελώνιση. Από την συμπεριφορά των μερών προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε αναθέσει στην εναγόμενη να υποβάλει τις διασαφήσεις κατά τον χρόνο της τοποθέτησης των τσιγάρων στην αποθήκη αποταμίευσης της εναγόμενης. Κατά την πρώτη εκτελώνιση ο ΜΕ1 είχε δώσει στον ΜΥ1 ΛΚ3.500 για να εκτελωνίσει ανάλογη ποσότητα τσιγάρων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο ήταν υποχρέωση της εναγόμενης με βάση τα συμφωνηθέντα να υπολογίσει τους φόρους και δασμούς και να βεβαιώσει ότι όλα έγιναν νόμιμα. Δεν ανταλλάχθηκαν τέτοιες λέξεις μεταξύ των μερών και δεν υπήρχε ρητή πρόνοια στην συμφωνία ότι η εναγόμενη όφειλε να βεβαιώσει για τη σωστή πληρωμή των φόρων και δασμών κατά την εκτελώνιση των προϊόντων. Μπορεί να εξαχθεί σιωπηρός όρος στην συμφωνία επειδή η ενάγουσα είχε τοποθετήσει τα εμπορεύματα της στην αποθήκη της εναγόμενης και της ανέθεσε την εκτελώνιση των τσιγάρων. Δεν είναι διαφωτιστική η μαρτυρία του ΜΕ1 επί τούτου του σημείου. Δεν ήταν καν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο ποιο ήταν το χρηματικό αντάλλαγμα της εναγόμενης για να αναλάβει τέτοια υποχρέωση έναντι της ενάγουσας. Είναι άλλο να απαιτεί ο ΜΕ1 η εναγόμενη να κάνει σωστά την εκτελώνιση και είναι εντελώς διαφορετικά να είχε συμβληθεί για κάτι τέτοιο ώστε να είναι ξεκάθαρο ότι είναι μέσα στις υποχρεώσεις της ώστε αργότερα να της καταλογίζει ευθύνη για τις πράξεις της. Η συμφωνία ως προς τις λεπτομέρειες, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της εναγόμενης κατά την εκτελώνιση είναι σιωπηλή. Πιθανόν η παράλειψη αυτή να ερμηνευθεί σιωπηρά ότι αδιαμφησβήτητα η εναγόμενη είχε αναλάβει τέτοιο καθήκον προς συμπλήρωση των συμφωνηθέντων [βλ. Shirlaw v Southern Foundries [1939] 2 K.B. 206 για σιωπηρούς όρους που αδιαμφησβήτητα συμπληρώνουν τα συμφωνηθέντα (so obvious without saying)]. Διά να κριθεί κατά πόσο έτσι έχουν τα πράγματα, σχετικός είναι ο περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμος 91
(1)/2004 που τα δύο μέρη είχαν υπόψη τους ως το νομικό πλαίσιο που καθόριζε την νόμιμη εκτελώνιση των τσιγάρων. Σχετική είναι και η μαρτυρία της ΜΕ2 ότι ο φόρος κατανάλωσης που επιβάλλεται κατά την εκτελώνιση των τσιγάρων είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων. Το άρθρο 5
(1)προνοεί ότι ο φόρος αυτός πληρώνεται κατά την έξοδο των τσιγάρων από την αποθήκη αποταμίευσης όπου ο φόρος τελούσε υπό το καθεστώς αναστολής. Το άρθρο 6 που παραθέτω πιο κάτω προνοεί για τα πρόσωπα που είναι υπόχρεα να πληρώσουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης: '.6.-
(1)Υπόχρεος να καταβάλει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που καθίσταται απαιτητός σύμφωνα με το άρθρο 5 είναι: · (α) σε σχέση με την έξοδο εναρμονισμένων προϊόντων από καθεστώς αναστολής όπως αναφέρεται στο άρθρο 5
(1)(α): · ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος παραλήπτης ή κάθε άλλο πρόσωπο που απελευθερώνει ή εξ ονόματος του οποίου απελευθερώνονται τα εναρμονισμένα προϊόντα από καθεστώς αναστολής και σε περίπτωση παράτυπης εξόδου από τη φορολογική αποθήκη, κάθε άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην έξοδο αυτή, · σε περίπτωση παρατυπίας κατά τη διακίνηση εναρμονισμένων προϊόντων υπό καθεστώς αναστολής, όπως αυτή ορίζεται στα εδάφια
(1),
(2)και
(4)του άρθρου 7: ο εγκεκριμένος αποθηκευτής, ο εγγεγραμμένος αποστολέας ή κάθε άλλο πρόσωπο που εγγυήθηκε την πληρωμή σύμφωνα με τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 11Β, και κάθε πρόσωπο που συμμετείχε στην παράτυπη έξοδο και το οποίο γνώριζε ή όφειλε ευλόγως να γνωρίζει τον παράτυπο χαρακτήρα της εξόδου.' Επίσης σχετικό είναι το άρθρο 10 που προδιαγράφει τα καθήκοντα του εγκεκριμένου αποθηκευτή ήτοι, υποχρεούται (α) να τηρεί λογιστικά βιβλία των αποθεμάτων και των κινήσεων των εναρμονισμένων προϊόντων ανά φορολογική αποθήκη, (β) να θέτει στη διάθεση του Διευθυντή προς επιθεώρηση τα εναρμονισμένα προϊόντα, (γ) να δέχεται οποιονδήποτε έλεγχο ή απογραφή των προϊόντων, (δ) να παρέχει εγγύηση για διασφάλιση των συμφερόντων του δημοσίου, (ε) να εισάγει στη φορολογική αποθήκη του και να προβαίνει στη λογιστική εγγραφή, με την περάτωση της διακίνησης, όλων των εναρμονισμένων προϊόντων τα οποία διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 11
(2), (στ) να τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και οποιουσδήποτε όρους ή άλλες υποχρεώσεις που ήθελαν επιβληθεί από το Διευθυντή. Αυτό δίνει και την εξήγηση γιατί κατά την διαπίστωση του λάθους ο ΜΥ1, ως συνυπεύθυνος για την καταβολή του φόρου, αμέσως έσπευσε να το αναφέρει στο τελωνείο ώστε, ως ανέφερε, να αποφύγει τα χειρότερα των κυρώσεων. Το άρθρο 15 επιβάλλει όπως ο εισαγωγέας διακινήσει τα εμπορεύματα που είναι σε καθεστώς αναστολής μόνο με την πραγματοποίηση της κάλυψης ηλεκτρονικού διοικητικού εγγράφου που θα υποβληθεί στο τελωνείο. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου, το τελωνείο προχωρεί στην συνέχεια στην επαλήθευση των ηλεκτρονικών στοιχείων. Η διαδικασία της επιβολής του φόρου διέπεται από το άρθρο 19 πιο κάτω: «19.
(1)Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο ο φόρος κατανάλωσης επιβάλλεται, καταβάλλεται και εισπράττεται κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5.
(2)Η επιβολή και είσπραξη του φόρου κατανάλωσης διενεργείται με την υποβολή διασάφησης σε τέτοιο τύπο και κατά τέτοιο τρόπο και η οποία περιέχει τέτοια στοιχεία, όπως δύναται να καθορίσει ο Διευθυντής, και η οποία δύναται να είναι και σε μηχανογραφημένη μορφή από το υπόχρεο προς τούτο πρόσωπο ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του.» Στην περίπτωση που γίνει λάθος ή παρατυπία, δίδεται δικαίωμα στο τελωνείο να κάνει εκ των υστέρων βεβαίωση του φόρου κατανάλωσης με βάση το άρθρο 20 πιο κάτω: «20.
(1)Επιπρόσθετα από οποιεσδήποτε άλλες περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να υποβάλει τη διασάφηση που απαιτείται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή δεν τηρεί τα αναγκαία αρχεία, βιβλία, έγγραφα ή στοιχεία ούτε παρέχει τις αναγκαίες διευκολύνσεις για επαλήθευση των στοιχείων της διασάφησης, ή όταν ο Διευθυντής κρίνει ότι η διασάφηση που υποβλήθηκε είναι ελλιπής ή ότι περιέχει σφάλματα ή όταν ελλείπουν τα ενισχυτικά προς υποστήριξη αυτής έγγραφα, τότε ο Διευθυντής μπορεί να βεβαιώσει το ποσό του οφειλόμενου φόρου κατανάλωσης ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του και στη συνέχεια να το γνωστοποιήσει στο πρόσωπο αυτό.
(2)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να εφαρμόσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και λόγω της αμέλειας ή άρνησης ή της παράλειψης του προκύπτει ποσό οφειλόμενο τότε ο Διευθυντής δύναται ασκώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του να βεβαιώσει το οφειλόμενο ποσό.
(3)Σε περίπτωση που λόγω υποβολής στο Τελωνείο από οποιοδήποτε πρόσωπο οποιασδήποτε δήλωσης ή γνωστοποίησης ή πιστοποιητικού ή οποιασδήποτε άλλης φύσης εγγράφου, δεν καταβλήθηκε το πλήρες ποσό που οφείλετο, με βάση τον παρόντα Νόμο, ή επιστράφηκε ή παραχωρήθηκε έκπτωση ή αποδόθηκε ποσό μεγαλύτερο εκείνου που σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο προβλέπετο, το οφειλόμενο ποσό ή το ποσό που επιστράφηκε αχρεώστητα ή που παραχωρήθηκε ως έκπτωση, βεβαιώνεται και κοινοποιείται στο πρόσωπο αυτό.
(4)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και κοινοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο σύμφωνα με τα πιο πάνω εδάφια, τότε το ποσό της βεβαίωσης θεωρείται, χωρίς να θίγονται οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως ποσό οφειλόμενο από το πρόσωπο αυτό και δύναται να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν αποσυρθεί η σχετική βεβαίωση ή αναθεωρηθεί το σχετικό ποσό.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οποιαδήποτε κοινοποίηση σε προσωπικό αντιπρόσωπο, διαχειριστή πτώχευσης, παραλήπτη, διαχειριστή, εκκαθαριστή ή σε πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε άλλη παρόμοια ιδιότητα, θεωρείται ως κοινοποίηση στο πρόσωπο σε σχέση με το οποίο ενεργεί τοιουτοτρόπως.» Το άρθρο 23, πιο κάτω, βεβαιώνει την ΜΕ2 ότι στην περίπτωση της εκ των υστέρων βεβαίωσης του φόρου, είναι υποχρεωτική η επιβολή προστίμου και τόκου επί του προστίμου από την ημέρα που το ποσό της εκ των υστέρων βεβαίωσης του φόρου και προστίμου κατέστη οφειλόμενο. «Χρηματική επιβάρυνση - τόκος 23.
(1)Επί οποιουδήποτε ποσού που βεβαιώνεται εκ των υστέρων σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο επιβάλλεται χρηματική επιβάρυνση ίση προς το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού που βεβαιώνεται.
(2)Κάθε πρόσωπο που υπόκειται σε χρηματική επιβάρυνση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)πιο πάνω, καταβάλλει στο Διευθυντή τόκο προς εννέα τοις εκατό (9%) ετησίως επί του καταβλητέου ποσού (συμπεριλαμβανομένης της χρηματικής επιβάρυνσης), από την ημέρα που το εν λόγω ποσό κατέστη οφειλόμενο.» Στις 14 Απριλίου 2008 το τελωνείο αποδέχθηκε την εισήγηση των μερών να επιστρέψουν τα εναπομείναντα τσιγάρα της εισαγωγής στην αποθήκη αποταμίευσης σε καθεστώς αναστολής του φόρου, νοούμενου ότι καταβληθεί ο φόρος σε σχέση με τα τσιγάρα που είχαν διατεθεί στην αγορά μαζί με το πρόστιμο και τον επιβαλλόμενο τόκο επί του οφειλόμενου ποσού. Εφόσον το οφειλόμενο ποσό βεβαιώθηκε εκείνη την ημέρα επειδή το τελωνείο αποδέχθηκε την πρόταση των μερών και το πρόστιμο και τόκος επιβάλλεται διά νόμου, δεν μπορεί να ευθύνεται το τελωνείο για την καθυστέρηση που προκλήθηκε, επειδή το τελωνείο ερεύνησε την υπόθεση προκειμένου να κάνει δεκτή την πρόταση. Η εκ των υστέρων επιβολή του φόρου κατανάλωσης είναι άμεσο αποτέλεσμα του λάθους που έγινε στις διασαφήσεις κατά τον χρόνο της εκτελώνισης των τσιγάρων. Τέλος, σχετικό είναι το άρθρο 82 επειδή προνοεί ότι ο φόρος κατανάλωσης λογίζεται και είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την λιανική τιμή πώλησης των εισαγμένων τσιγάρων. «Ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά 82.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου επιβάλλεται, εισπράττεται και καταβάλλεται προς όφελος των γενικών προσόδων της Δημοκρατίας ειδικός φόρος κατανάλωσης στα βιομηχανοποιημένα καπνά που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στο ίδιο Παράρτημα.
(2)(α) Ο συνολικός ειδικός φόρος κατανάλωσης (πάγιος φόρος και αναλογικός φόρος εξαιρουμένου του ΦΠΑ) στα τσιγάρα καθορίζεται σε ποσοστό επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, το οποίο διαρθρώνεται σε ένα πάγιο στοιχείο και σε ένα αναλογικό στοιχείο, σύμφωνα με τους συντελεστές που εκτίθενται στο Τρίτο Παράρτημα. (β) Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2013, το πάγιο στοιχείο του ειδικού φόρου κατανάλωσης δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 5% ούτε ανώτερο του 76,5% του ποσού της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης που προκύπτει από το άθροισμα: (
  1. i)του πάγιου ειδικού φόρου κατανάλωσης. (
  2. ii)του αναλογικού ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης. (γ) Από 1ης Ιανουαρίου 2014, το πάγιο στοιχείο του ειδικού φόρου κατανάλωσης επί των τσιγάρων δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5% ούτε ανώτερο του 76,5% του ποσού της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης που προκύπτει από το άθροισμα: (
  3. i)του πάγιου ειδικού φόρου κατανάλωσης. (
  4. ii)του αναλογικού ειδικού φόρου κατανάλωσης και του φόρου προστιθέμενης αξίας, που επιβάλλονται επί της σταθμισμένης μέσης τιμής λιανικής πώλησης. (δ) Το αναλογικό στοιχείο είναι αποτέλεσμα του κλάσματος που έχει ως αριθμητή το γινόμενο του συντελεστή ειδικού φόρου κατανάλωσης επί την σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης, μείον τον πάγιο φόρο και παρονομαστή την σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης.
(3)Η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης υπολογίζεται με αναγωγή στη συνολική αξία όλων των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση, βάσει της λιανικής τιμής πώλησης, περιλαμβανομένων όλων των φόρων, διαιρούμενη δια της συνολικής ποσότητας των τσιγάρων που τίθενται σε ανάλωση. Καθορίζεται το αργότερο έως την 1η Μαρτίου κάθε έτους, βάσει των δεδομένων που αφορούν τις συνολικές ποσότητες που τέθηκαν σε ανάλωση κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος: Νοείται ότι η σταθμισμένη μέση τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου θα καθορισθεί με βάση τα στοιχεία του έτους 2009.
(3)Η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων που λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα τσιγάρα, καθορίζεται ανεξάρτητα από το σήμα και την προέλευσή τους, σύμφωνα με τα στοιχεία συνολικών πωλήσεων που είναι γνωστά την 1ην Ιανουαρίου κάθε έτους, με γνωστοποίηση του Διευθυντή και η έναρξη εφαρμογής της ορίζεται μεταξύ 1 και 15 Ιανουαρίου κάθε έτους: Νοείται ότι η πλέον ζητούμενη τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου θα καθοριστεί με απόφαση του Διευθυντή.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου τιμή λιανικής πώλησης, είναι η ανώτερη τιμή λιανικής πώλησης προς τους καταναλωτές, κάθε συγκεκριμένου προϊόντος βιομηχανοποιημένου καπνού, στην οποία περιλαμβάνονται και οι επιβαλλόμενοι τελωνειακοί δασμοί, ειδικοί φόροι κατανάλωσης και Φόρος Προστιθέμενης Αξίας.» ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Το ότι ο φόρος κατανάλωσης συνδέεται με την τιμή λιανικής πώλησης είναι παράγοντας σχετικός με την ευθύνη της εναγόμενης. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εναγόμενη γνώριζε επακριβώς την τιμή λιανικής πώλησης των τσιγάρων που η ενάγουσα είχε πρόθεση να διαθέσει τα τσιγάρα στην αγορά. Η τιμή λιανικής πώλησης δεν καταγράφεται ρητώς στις διασαφήσεις (βλ. Τεκμήρια 21 μέχρι 24). Ακόμη και αυτό το στοιχείο να υπήρχε καταγραμμένο στο σύστημα, ο ΜΥ1 δεν είχε υπόψη του αυτό το στοιχείο για να σκεφτεί εκείνη την στιγμή ότι υπήρχε κάτι που υπήρχε λάθος με την αποδέσμευση. Ο μόνος που γνώριζε τα εμπορεύματα που είχε εισαγάγει και τις λιανικές τιμές πώλησης επακριβώς ήταν ο ΜΕ1. Αυτός είναι και το πρόσωπο που στη συνέχεια τα διέθεσε στην αγορά. Δεν θεωρώ ότι ο ΜΕ1 θα έπρεπε λογικά να αναμένει ότι η εναγόμενη θα έπρεπε να γνωρίζει για τον οφειλόμενο φόρο κατανάλωσης εάν δεν είχε διαβιβάσει ρητώς στην εναγόμενη την λιανική τιμή πώλησης, ώστε αυτή να το έχει υπόψη της κατά την εκτελώνιση των τσιγάρων. Ούτε μπορεί να ευσταθεί η θέση του ΜΕ1 ότι ήταν πρώτη φορά εισαγωγέας τσιγάρων και δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τέτοια πράγματα. Γνώριζε αρκετά για να καθορίσει την λιανική τιμή πώλησης και να γνωρίζει ότι δεν είχε τα χρήματα να κάνει την εισαγωγή και έτσι τοποθέτησε τα τσιγάρα στην αποθήκη αποταμίευσης για να τα εκτελωνίσει αργότερα. Του υποδείχθηκε ο νόμος 91
(1)/2004 από το αρμόδιο κυβερνητικό τμήμα με το τεκμήριο
  1. Ο νόμος προβλέπει ότι ως το πρόσωπο που επωφελείται από την εισαγωγή είναι υπεύθυνος για την μη πληρωμή του φόρου, για την εκτελώνιση των τσιγάρων από το καθεστώς αναστολής και για την συμπλήρωση της ηλεκτρονικής διασάφησης. Ακόμη και να γίνει δεκτό ότι δεν γνώριζε αυτά τα πράγματα, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έπρεπε να τα γνωρίζει εφόσον πραγματοποίησε την εισαγωγή. Η ευθύνη αυτή δεν θεωρώ ότι μπορεί να μετατοπιστεί στους ώμους της εναγόμενης εφόσον δεν την ενημέρωσε ρητώς για την λιανική τιμή της πώλησης. Δεν μπορεί να ανέμενε ότι η εναγόμενη θα μπορούσε να πραγματοποιήσει σωστά την εκτελώνιση εφόσον δεν της έδωσε τις δέουσες πληροφορίες για να την κάνει σωστά και δεν της το ανέφερε ρητώς ότι θα πρέπει να γίνει η πληρωμή του φόρου και των δασμών με δεδομένη τη λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει όπως η ενάγουσα προπληρώσει πριν την εκτελώνιση τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους και εκτός εάν οι εναγόμενοι γνώριζαν εκ των προτέρων το πιο πάνω στοιχείο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι η εναγόμενη είχε την υποχρέωση να υπολογίσει σωστά τον οφειλόμενο φόρο κατανάλωσης. Θα απέρριπτα την απαίτηση της ενάγουσας στην βάση της επαγγελματικής αμέλειας μόνο για τον λόγο ότι ενόψει της παραπληροφόρησης που έγινε δεν μπορεί να εξαχθεί σιωπηρά ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει ότι η εναγόμενη όφειλε να υπολογίσει σωστά τον φόρο κατανάλωσης. Ούτε και τέθηκε ενώπιον μου θετική και αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπήρχε ρητή συμφωνία σε σχέση με την υποχρέωση της εναγόμενης να υπολογίσει τον φόρο κατανάλωσης κατά την εκτελώνιση των τσιγάρων. Ακόμη και να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη είχε τέτοια υποχρέωση μόνο και μόνο επειδή αποδέχθηκε να πραγματοποιήσει την εκτελώνιση των τσιγάρων εκ μέρους της ενάγουσας, και πάλι θα απέρριπτα την αγωγή και θα εξηγήσω τον λόγο γιατί. Ακόμη και στην απουσία ρητού όρου σε σχέση με την πιστή εκτέλεση της συμφωνίας, σε κάποιες περιπτώσεις η ουσία της συμφωνίας αφορά την πιστή εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να γίνει εισαγωγή σιωπηλού όρου στην συμφωνία σε σχέση με την πιστή και σωστή εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας, διότι αυτό αφορά την ουσία της συμφωνίας. Χωρίς την ύπαρξη τέτοιου όρου, η εκτέλεση της συμφωνίας θα ήταν χωρίς νόημα και αντικείμενο. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη είχε αναλάβει την εκτελώνιση των τσιγάρων εκ μέρους της ενάγουσας, ως εξήγησα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι σιωπηρά είχε αναλάβει να γνωρίζει ότι έπρεπε να πληρώσει τον ειδικό και γενικό φόρο κατανάλωσης μόνο με την ανάθεση της εργασίας. Θα μπορούσε να ενταχθεί όρος σιωπηρός τύπου εγγύησης (warranty) ως εκ της φύσεως της εργασίας που κλήθηκε η εναγόμενη να εκτελέσει. Στην Αγγλική υπόθεση Platform Funding Ltd. V Bank of Scotland [2008] All ER 422 το Αγγλικό Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που επαγγελματίας αναλάβει μία εργασία που ανήκει στη σφαίρα της επαγγελματικής του πείρας και ικανότητας, αναλαμβάνει την υποχρέωση να την εκτελέσει με την δέουσα προσοχή και επιμέλεια. Το κατά πόσο μπορεί να ενταχθεί το καθήκον επιμέλειας σε σχέση με τη συγκεκριμένη υποχρέωση ( ήτοι, την υποχρέωση σωστού υπολογισμού των φόρων και δασμών της εκτελώνισης που έχει αναλάβει) στην συμφωνία ως σιωπηρός όρος εξαρτάται από την φύση της εργασίας. Η σκέψη 18 της απόφασης είναι σχετική: «
  2. I am inclined to think that the reason why the law does not ordinarily construe the contract in such cases as giving rise to an unqualified obligation owes more to the nature of the services themselves, the context in which they are to be provided and the fact that the desired result is not one which any professional person can reasonably guarantee, than to the fact that the provision of the services involves the exercise of special skill. In other contexts the law has no difficulty in implying an unqualified obligation to achieve the desired result. For example, if one employs a skilled craftsman to make a table, the law will normally imply a term that the table will be reasonably fit for its purpose; and as Lord Denning observed, again in Greaves & Co. (Contractors) Ltd v Baynham Meikle & Partners.» Μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα, ότι κατά τη διαδικασία της εκτελώνισης ο ιδιοκτήτης της αποθήκης αποταμίευσης που έχει αναλάβει να εκτελωνίσει τα τσιγάρα οφείλει, όπως του εναποθέτει ο νόμος , να πληρώσει τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους. Διά να πραγματοποιήσει αυτό το καθήκον όταν αυτό του έχει ανατεθεί από άλλο θα πρέπει να ασκήσει την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή. Όμως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει προσκομισθεί θετική μαρτυρία ότι είχε την υποχρέωση να πληρώσει τον ειδικό φόρο κατανάλωσης. Του δόθηκαν οδηγίες να εκτελωνίσει ΛΚ3.500 αξίας τσιγάρα χωρίς ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας να του δώσει ειδικές οδηγίες και τις αναγκαίες πληροφορίες , όπως επί παραδείγματι, την λιανική τιμή πώλησης των τσιγάρων, ώστε να είναι υπόψη του αυτό το ζήτημα. Κανένας επαγγελματίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του δεν μπορεί να εγγυηθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα σε σχέση με την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Δεν δικαιολογείται απόκλιση του συνηθισμένου καθήκοντος της δέουσας και εύλογης επιμέλειας. Δεν μπορεί σιωπηρά να τεθεί ένα πιο αυστηρό πλαίσιο επιμέλειας στην απουσία ρητής και καθορισμένης συνεννόησης των μερών σε σχέση με το συγκεκριμένο αποτέλεσμα που επιδιώκεται σε σχέση με την εκτέλεση της εργασίας. Ως προς την δυσκολία εφαρμογής αυτής της αρχής σε κάθε περίπτωση σχετική είναι η σκέψη 51 πιο κάτω: «[fundamentally failed to carry out their instructions. In another context, and admittedly without the present issue before the court, the same distinction, between carrying out instructions at all, and carrying them out well or badly, was made in Veba Oil Supply and Trading GmbH v. Petrograde Inc [2002] 1 All ER (Comm)
  3. I think the judge put the matter well and succinctly when he said:
  4. Of course, like any distinction drawn by the law for the purpose of fairly and accurately articulating the briefly stated arrangements of mankind, it is possible to think of more or less difficult cases which challenge the issue of which side of the line a particular decision should fall on.» Η διάκριση, στην προκειμένη περίπτωση, είναι μεταξύ της αποτυχίας της εναγόμενης να εκτελέσει την εργασία που της ανατέθηκε και της αποτυχίας της να εκτελέσει την εργασία που της ανατέθηκε αλλά όχι σωστά. Κατά την άποψη μου, δεν δόθηκαν τα αναγκαία στοιχεία και οδηγίες στην εναγόμενη για να είναι σε θέση να γνωρίζει ακριβώς ποια εργασία της είχε ανατεθεί. Εάν γνώριζε ο ΜΥ1 την τιμή λιανική πώλησης των τσιγάρων, θεωρώ ότι θα είχε προσέξει σε κάθε περίπτωση ότι είχε παραδώσει 20.000 πακέτα τσιγάρα στην ενάγουσα πληρώνοντας ένα πολύ μικρό ποσοστό της αγοραίας αξίας των τσιγάρων σε φόρους και δασμούς. Όμως ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι λανθασμένα έχω κατατάξει την υπόθεση σε σχέση με την παράλειψη της εναγόμενης να γνωρίζει επακριβώς τι έπρεπε να πληρωθεί προκειμένου τα τσιγάρα να διακινηθούν εκτός του καθεστώς της υπό αναστολής, θα απέρριπτα την αγωγή και για τον λόγο ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης επαγγελματικής αμέλειας και της ζημιάς που έχει προκληθεί στην ενάγουσα. Οι φόροι κατανάλωσης που όφειλε η ενάγουσα να πληρώσει, θα πρέπει να τα πλήρωνε είτε είχε γίνει το λάθος ή όχι σε σχέση με προϊόντα που τα είχε διαθέσει στην αγορά. Το πρόστιμο και ο τόκος που πλήρωσε επί των οφειλόμενων φόρων δεν επιβλήθηκε εξαιτίας της λανθασμένης εκτελώνισης. Με την βοήθεια της εναγόμενης η ενάγουσα κατάφερε να επιστρέψει τα κατασχεθέντα τσιγάρα στην αποθήκη αποταμίευσης χωρίς να πληρώσει τους οφειλόμενους φόρους. Η ζημιά της ενάγουσας προκλήθηκε εν τέλει από την λανθασμένη ενέργεια του ΜΕ1 να διαθέσει τα τσιγάρα προς πώληση στα περίπτερα και όχι από το γεγονός ότι είχαν διακινηθεί με λανθασμένη εκτελώνιση από την αποθήκη αποταμίευσης. Ο ΜΕ1 ήξερε και/ή θα πρέπει να γνώριζε τις φορολογικές του υποχρεώσεις κατά τον χρόνο που διέθεσε τα τσιγάρα στην αγορά. Δεν μπορεί να μέμφεται την εναγόμενη για λάθος δικό του να διαθέσει τα τσιγάρα στην αγορά χωρίς να πληρώσει του οφειλόμενους φόρους και δασμούς. Δεν έπεισε, εξάλλου, ότι τελούσε υπό το καθεστώς άγνοιας σε σχέση με τις φορολογικές του υποχρεώσεις. Γνώριζε ότι δεν είχε τα χρήματα να πληρώσει του φόρους και δασμούς και αυτός είναι ο λόγος που κατέθεσε τα τσιγάρα σε αποθήκη αποταμίευσης. Όμως μέσα σε διάστημα 40 ημερών από την άφιξη της εισαγωγής του είχε εκτελωνίσει όλη την ποσότητα των τσιγάρων. Σε σχέση με τη δεύτερη εκτελώνιση που αφορούσε τα υπόλοιπα τσιγάρα, κανείς δεν του είπε ότι το κόστος εκτελώνισης θα ήταν το ποσό των ΛΚ3.
  5. Μόνος του υπολόγισε αυτό το ποσό και το παρέδωσε στον ΜΥ1 με απαίτηση να εκτελωνιστεί η υπόλοιπη ποσότητα. Απορρίπτεται η θέση του ότι έμαθε για το πρόβλημα στις 20.12.2008, την ημερομηνία κατάσχεσης των τσιγάρων. Γνώριζε τουλάχιστον από τις 5.12.2007 ότι όφειλε πολλά χρήματα στο τελωνείο για τα αφιχθέντα τσιγάρα και δεν έκανε τίποτε να επιστρέψει τα τσιγάρα. Σωστό είναι και το επιχείρημα της εναγόμενης ότι για να καθορίσει λιανική τιμή πώλησης που περιλάμβανε το κέρδος το δικό του και του περιπτέρου, πρέπει να έλαβε υπόψη του και το κόστος των τσιγάρων που περιλαμβάνει και τους φόρους του. Κατά συνέπεια, δεν έχει αποδείξει ότι δεν γνώριζε τίποτε και είχε απόλυτη ευθύνη σύμφωνα με τον νόμο 91
(1)/2004 να γνωρίζει και να πληρώσει τους φόρους. Η ενέργεια του να διαθέσει τα τσιγάρα στην αγορά χωρίς να αποδοθούν οι φόροι και δασμοί στο κράτος είναι δική του ευθύνη και όχι της εναγόμενης. Δεν αποδεικνύεται η απαίτηση. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.