← Κύπρος

Δρουσιώτης κ.α. ν. Λαζαρίδης, Αρ. Αγωγής: 3454/13, 30/12/2021

Δρουσιώτης κ.α. ν. Λαζαρίδης, Αρ. Αγωγής: 3454/13, 30/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A700 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3454/13 Μεταξύ:

  1. XXXXX Δρουσιώτης
  2. XXXXX Δρουσιώτης δια της πληρεξούσιας αντιπροσώπου τους XXXXX Χριστοφή Ενάγοντες και XXXXX Λαζαρίδης Εναγόμενος ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο - εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα: κα Ε. Σατράκη Για ενάγοντες - εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενους: κ. Γ. Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 31/05/13 οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από τον εναγόμενο το ποσό των €3408,76, ως ποσό που κατ' εκείνους τους όφειλε ο τελευταίος δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ή γραμματίου ή χρεωστικού ομολόγου ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους. Ήταν ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ότι στις 15/07/11, ο εναγόμενος υπέγραψε προς όφελος τους γραμμάτιο συνήθους τύπου ή γραμμάτιο σε διαταγή ή γραμμάτιο ή χρεωστικό ομόλογο ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους, με το οποίο ανέλαβε όπως τους πληρώσει το ποσό των €7.688,75 με μηνιαίες δόσεις εκ €500 η κάθε μια μέχρι εξοφλήσεως, η πρώτη δόση πληρωτέα την 15/07/11, πλέον τόκο 8% ετησίως από 15/07/
  3. Σύμφωνα με την Ε/Α, αν και ο εναγόμενος κατέβαλε μέχρι και τις 28/2/2013 το συνολικό ποσό των €5.000 έναντι της οφειλής του, εντούτοις καμιά άλλη δόση δεν κατέβαλε έκτοτε με αποτέλεσμα να παραμείνει έτσι στις 15/05/12 να οφείλεται το ποσό των €2.688,75 πλέον τόκους €720,01 ήτοι συνολικά €3408,76, που είναι και το ποσό που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή πλέον τόκο 8% από 15/5/
  4. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος, ο οποίος με την υπεράσπιση του παραδέχεται ότι υπέγραψε το έγγραφο που ισχυρίζονται οι ενάγοντες στις 15/07/11 σε σχέση με οφειλή ύψους €7.688,75 καθώς επίσης και ότι μέχρι και τις 28/02/13 είχε καταβάλει με δόσεις έναντι της εν λόγω οφειλής, το συνολικό ποσό των €5000, αρνείται ότι οφείλει να πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό ή το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες. Παραθέτω αυτούσια τη δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου ως προς το γιατί αυτός θεωρεί ότι δεν οφείλει να πληρώσει οτιδήποτε πέραν των όσων παραδέχεται ότι έχει ήδη πληρώσει: «α)Το αναφερόμενο στην Έκθεση Απαίτησης Γραμμάτιο, υπογράφτηκε πράγματι από τον Εναγόμενο προς όφελος των εναγόντων, στις 15/711, για το ποσό των €7.688,75.-, πλέον τόκους. Το οφειλόμενο ποσό προερχόταν από καθυστερημένα ενοίκια για το διαμέρισμα των εναγόντων που βρίσκεται στην οδό XXXXX 29, Διαμ. 6, Λευκωσία, τα οποία όφειλε να πληρώσει η ενοικιάστρια, XXXXX Devic, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της Εταιρείας C.P.L. ΤΗΑΙ ELEMENTS CENTRE LTD, κύριος μέτοχος και Διευθυντής της οποίας είναι ο Εναγόμενος. (β) Την ίδια ημερομηνία, 15/7/11, οι ενάγοντες και η Εταιρεία C.P.L. ΤΗΑΙ ELEMENTS CENTRE LTD, μέσω του Διευθυντή της που είναι ο Εναγόμενος, συνήψαν νέο ενοικιαστήριο έγγραφο, για το ίδιο πιο πάνω διαμέρισμα, για περίοδο δύο ετών, από 1/6/11 μέχρι και 31/5/
  5. Το ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ήταν κενό από οποιαδήποτε επίπλωση, εξοπλισμό ή ηλεκτρικές συσκευές. (γ)Ο Εναγόμενος πλήρωνε κανονικά, τόσο τις δόσεις του έναντι του πιο πάνω Γραμματίου όσο και τα τρέχοντα ενοίκια της Εταιρείας του, για το διαμέρισμα των εναγόντων. (δ) Κατά ή περί το 2012, το ενοικιαζόμενο διαμέρισμα, στο οποίο διέμεναν υπάλληλοι της ενοικιάστριας Εταιρείας, παρουσίασε πάμπολλα προβλήματα διαρροών ύδατος στους τοίχους του διαμερίσματος και δημιουργίας αφόρητης υγρασίας και μούχλας στο εσωτερικό του, καθιστώντας το ακατάλληλο για κατοίκηση (ε)Ο Εναγόμενος. κατ' επανάληψη, κάλεσε τους ενάγοντες και/ή τους αντιπροσώπους τους να επιδιορθώσουν τη βλάβη, η οποία σε καμία περίπτωση δεν οφειλόταν στην ομαλή και φυσιολογική χρήση του διαμερίσματος, αυτοί όμως παρέλειψαν και/ή αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να το πράξουν. (στ) Αποτέλεσμα τούτου, κατά ή περί τον Οκτώβριο 2012 οι υπάλληλοι της ενοικιάστριας Εταιρείας εγκατέλειψαν το διαμέρισμα, λόγω ακαταλληλότητάς του και τον Δεκέμβριο 2012, η Εταιρεία C P.L. ΤΗΑΙ ELEMENTS CENTRE LTD και οι ενάγοντες τερμάτισαν πρόωρα, με κοινή συναίνεση, το μεταξύ τους ενοικιαστήριο έγγραφο και η ενοικιάστρια εταιρεία παρέδωσε το διαμέρισμα. (ζ) Κατά την παράδοση του ενοικιαζόμενου διαμερίσματος στους ενάγοντες, υπήρχε σ' αυτό πλήρης επίπλωση, εξοπλισμός και ηλεκτρικές συσκευές, όλα ιδιοκτησίας του Εναγομένου. Συγκεκριμένα, στο καθιστικό υπήρχε τριθέσιος και διθέσιος καναπές, μία πολυθρόνα, ένα ντιβάνι, ένα γραφείο για ηλεκτρονικό υπολογιστή και καρέκλα, χαλί, τηλεόραση 32", ενισχυτής, DVD και δορυφορική αντένα. Στο ένα υπνοδωμάτιο υπήρχε κρεβάτι Queen Size και το στρώμα του, μία πολυθρόνα και μία συσκευή κλιματισμού. Στο δεύτερο υπνοδωμάτιο υπήρχε ένα μονό κρεβάτι και το στρώμα του, ένας καθρέφτης και μία τηλεόραση 26". Στην κουζίνα υπήρχε ένα ψυγείο με δύο πόρτες, μία ηλεκτρική κουζίνα με κεραμική εστία και φούρνο, άλλος μικρός ηλεκτρικός φούρνος, βραστήρας, τοστιέρα και άλλα κουζινικά είδη και σκεύη. Τέλος, στο μπαλκόνι υπήρχε πλαστικό τραπέζι με τέσσερις καρέκλες και σε ολόκληρο το διαμέρισμα υπήρχαν φωτιστικά οροφής και κουρτίνες σε κάθε παράθυρο. (η) Όλα τα πιο πάνω έπιπλα, εξοπλισμός και ηλεκτρικές συσκευές, συνολικής συμφωνηθείσας αξίας €3.800.-, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των διαδίκων και/ή μεταξύ του Εναγομένου και αντιπροσώπου των εναγόντων, κατά τον χρόνο παράδοσης του διαμερίσματος, όπως παραμείνουν στο διαμέρισμα προς όφελος των εναγόντων, για πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του Εναγομένου που απέρρεαν από το επίδικο Γραμμάτιο. (θ) Ο Εναγόμενος επιφυλάσσεται να παρουσιάσει κατά την δικάσιμο, ή και νωρίτερα εφόσον του ζητηθεί, περαιτέρω λεπτομέρειες των πιο πάνω ισχυρισμών του καθώς και πλήρη τιμοκατάλογο των αναφερόμενων στις πιο πάνω παραγράφους επίπλων, εξοπλισμού και ηλεκτρικών συσκευών.» Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο εναγόμενος, πέραν της Υπεράσπισης που προβάλλει σε σχέση με την αξίωση των εναγόντων, προβάλλει και ανταπαίτηση εναντίον των τελευταίων, ισχυριζόμενος ότι οι ενάγοντες οφείλουν να του πληρώσουν εκείνου το ποσό των €3800, το οποίο συνιστά, κατά τον ίδιο, τη συμφωνηθείσα αξία των αντικειμένων του που παρέμειναν στο διαμέρισμα, καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες αδικαιολόγητα πλουσιότερους σε βάρος του. Υπό το πιο πάνω δικογραφικό πλαίσιο η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση σε διάφορες ημερομηνίες. Στις 07/12/15 όμως, η πλευρά του εναγόμενου δήλωσε, συμφωνούντων και των εναγόντων, ότι ο εναγόμενος δέχεται απόφαση στην αγωγή, ήτοι «.απόφαση εναντίον του και υπέρ των Εναγόντων για το ποσό των € 3408,76 με τόκο 8% από 15/5/13 πλέον έξοδα των εναγόντων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο». Πρόσθετα της δήλωσης αυτής, δηλώθηκε στο Δικαστήριο και η συμφωνία των διαδίκων ως προς το ότι «θα παραμείνει για εκδίκαση μόνο η ανταπαίτηση» και ότι «η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης και των εξόδων θα τελεί υπό αναστολή μέχρι την έκδοση τελικής πρωτόδικης απόφασης ως προς την ανταπαίτηση». Ακολούθως, το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης, εξέδωσε στη βάση των όσων δηλώθηκαν ενώπιον του απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου ως η αξίωση των πρώτων και διέταξε όπως η εν λόγω απόφαση τελεί υπό αναστολή μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης, η οποία ήχθη προς ακρόαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Κατά την ακρόαση της ανταπαίτησης, η πλευρά του εναγόμενου κάλεσε δύο μάρτυρες, την XXXXX Devic (ΜΑ1) και τον εναγόμενο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα, ενώ η πλευρά των εναγόντων κάλεσε μια μόνο μάρτυρα, την Ε. Χριστοφή, πληρεξούσια αντιπρόσωπο των τελευταίων (ΜΥΑ1). Η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία κινήθηκε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με τα δικόγραφα των μερών, με την ουσία της κυρίως εξέτασης του κάθε μάρτυρα να λαμβάνει τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφα Α, Β & Γ αντίστοιχα). Ειδικότερα, οι μεν μάρτυρες για την ανταπαίτηση προώθησαν και οι δυο τους τη θέση ότι: «...κατά την παράδοση του ενοικιαζόμενου διαμερίσματος από τον εναγόμενο στους ενάγοντες κατά ή περί τον Δεκέμβριο 2012 υπήρχε σε αυτό πλήρης επίπλωση, εξοπλισμός και ηλεκτρικές συσκευές, όλα ιδιοκτησίας του εναγόμενου πλέον. Όλα τα πιο πάνω έπιπλα, εξοπλισμός και ηλεκτρικές συσκευές συνολικής αξίας € 3.800, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ του εναγόμενου και της κυρίας XXXXX Χριστοφή, αντιπροσώπου των εναγόντων κατά τον χρόνο παράδοσης του διαμερίσματος... όπως παραμείνουν στο διαμέρισμα προς όφελος των εναγόντων για πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του εναγόμενου που απέρρεαν από το επίδικο γραμμάτιο. Προφανώς η πιο πάνω συμφωνία με την εκπρόσωπο των εναγόντων αθετήθηκε από αυτούς με αποτέλεσμα να κινήσουν την αγωγή αυτή και να απαιτούν το υπόλοιπο από το γραμμάτιο που υπέγραψε ο εναγόμενος. Όμως οι ενάγοντες επωφελήθηκαν από τα έπιπλα και τις ηλεκτρικές συσκευές που υπήρχαν στο διαμέρισμα το οποίο θεωρείται πλέον ως επιπλωμένο... Είναι φανερό ότι οι ενέργειες των εναγόντων είναι σκέψεις εκ των υστέρων προκειμένου να επωφεληθούν μεν από την περιουσία του εναγόμενου, αλλά και να απαιτούν την εξόφληση του γραμματίου.» (βλ. παρ. 8, 9 , 10 & 12, Έγγραφο Α και 9, 10, 11 & 13 Έγγραφο Β). Η δε πλευρά των εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων από την άλλη, μέσω της ΜΥΑ1 προώθησε τη θέση ότι: «.εκείνο που είχε λεχθεί κατά την παράδοση του ακινήτου ήταν το εξής: Η Devic παρουσίασε έναν κατάλογο με έπιπλα και εξοπλισμό και μου ζητήθηκε από τον εναγόμενο να τα λάβω υπόψη μου για μείωση του χρέους του προς τους ιδιοκτήτες ενάγοντες. Εγώ του είπα ότι σε περίπτωση κατά την οποία το διαμέρισμα που θα ενοικιάζετο σύντομα μαζί με τα έπιπλα και το ενοίκιο λόγω των επίπλων θα ήταν μεγαλύτερο από €380 που ζητούσαν οι ενάγοντες, τότε θα βλέπαμε το θέμα που έθεσαν σχετικά με τις οφειλές του εναγόμενου. Σε διαφορετική περίπτωση θα τους έδινα το κλειδί για να παραλάβουν και να μεταφέρουν αλλού τα έπιπλα. Το ακίνητο παρέμεινε στην κατάσταση που ήταν από τον Δεκέμβριο του 2012 όταν το εγκατέλειψε η (κάποια εταιρεία του εναγόμενου που το ενοικίασε την 15/7/11)... οπόταν οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στον δικηγόρο τους... ο οποίος τους απέστειλε (της ενοικιάστριας εταιρείας)... συστημένη επιστολή με την οποία τους καλούσε όπως όχι πιο αργά από δέκα

(10)ημέρες παραλάβουν όλα τα αντικείμενα τα οποία αυτοί εγκατέλειψαν στο ακίνητο. Επειδή (η ενοικιάστρια εταιρεία) δεν είχε ανταποκριθεί στην πιο πάνω επιστολή ... οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες και τα έπιπλα και ο εξοπλισμός μεταφέρθησαν στον υπόγειο κλειστό χώρο του ιδίου ακινήτου. Οι ενάγοντες έδωσαν περαιτέρω οδηγίες στον δικηγόρο τους ο οποίος απέστειλε ξανά σχετική επιστολή ... με ημερομηνία 5/4/18... ο εναγόμενος... ποτέ δεν παρέλαβε τα έπιπλα ούτε υπέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για αυτά. Η μεταφορά των επίπλων επιβάλλετο καθώς οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να έχουν το διαμέρισμα ανοίκιαστο και σε αυτή την κατάσταση. Μετά την μεταφορά των επίπλων και εξοπλισμού στο υπόγειο το διαμέρισμα ενοικιάστηκε σε άλλον ενοικιαστή από την 1/7/2014 χωρίς έπιπλα ή εξοπλισμό για το ποσό των € 350 τον μήνα. .... είναι η θέση των εναγόντων ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε ο εναγόμενος στην υπεράσπιση και ανταπαίτησή του, η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο την 16/1/2014, είναι δεύτερες σκέψεις και έγιναν με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες... μάλιστα, αυτός μετά τον Δεκέμβριο του 2012 που εγκατέλειψε (η εταιρεία του) το ακίνητο και που έγινε η υποτιθέμενη ισχυριζόμενη συμφωνία για πλήρη εξόφληση όλων των υποχρεώσεων του εναγόμενου που απορρέουν από το επίδικο γραμμάτιο ... ο εναγόμενος την 28/2/13 πλήρωσε στους ενάγοντες το ποσό των €500 ως έναντι του γραμματίου...». Σημειώνω εδώ ότι το γραμμάτιο που είναι παραδεκτό ότι υπέγραψε ο εναγόμενος εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας στις 15/07/11 προς όφελος των εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 κατά την ακρόαση, ενώ όσον αφορά τα έπιπλα και τον εξοπλισμό που φέρεται να παρέμεινε στο επίμαχο διαμέρισμα κατά τον Δεκέμβριο του 2012, η πλευρά του εναγόμενου εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα κατέθεσε σχετικό κατάλογο ως Τεκμήριο
  1. Όσον αφορά την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών και με την οποία η πλευρά των εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων κάλεσε μεταξύ άλλων την πλευρά του εναγόμενου εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα στις 27/1/2014, 5/4/18 και 14/6/18 να παραλάβει τα συγκεκριμένα έπιπλα και εξοπλισμό, αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήρια 2, 3 και
  2. Σημειώνω εδώ επίσης ότι κατά τον εναγόμενο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα, «.ο ίδιος δεν γνωρίζει καν τι απέγιναν τα συγκεκριμένα έπιπλα και εξοπλισμός του ή αν έχουν πλέον οποιανδήποτε αξία εφόσον δεν επιχείρησε να τα δει.». Παρά ταύτα, κατ' εκείνον, τον εναγόμενο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα δηλαδή, δεν μπορούν οι ενάγοντες εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι να ισχυρίζονται τώρα ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν έχουν καμία αξία αφού είχαν οι ίδιοι αναγνωρίσει το όφελος που θα αποκόμιζαν κρατώντας τα, εξ' ου και συμφώνησαν να τα κρατήσουν προς εξόφληση των ποσών που τους οφείλονταν - «.όταν μιλούμε για συγκεκριμένη λίστα με έπιπλα τα οποία έχει (η ΜΥΑ1) εξετάσει και αποδεχτεί ως μια φτηνή λύση, λόγω του ότι ήταν μεταχειρισμένα, για να εξοφλήσει, για να μπορέσει να δώσει παρακάτω το διαμέρισμα της, αυτή τη στιγμή ερχόμαστε εκ των υστέρων να λέμε ότι ήταν άχρηστα και ότι τα δύο χρόνια τα οποία λέτε εσείς ότι το διαμέρισμα ήταν ανοίκιαστο, κάτι το οποίο δεν το γνωρίζω, μέσα σ' αυτά τα δύο χρόνια δεν πάθαν τίποτε, αλλά ήταν χαλασμένα όταν της τα έδωσα για αυτόν τον λόγο είναι άχρηστα. Αυτό μας λέτε. Εμείς δεν συμφωνούμε». Ρωτήθηκε βέβαια κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας για ποιο λόγο δεν προσήλθε ποτέ να παραλάβει τ' αντικείμενα του μετά που έλαβε τις επιστολές των εναγόντων και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν έπραξε κάτι τέτοιο ήταν διότι κατ' εκείνον είχε συμφωνηθεί όπως τα έπιπλα κρατηθούν προς εξόφληση των οφειλών του δυνάμει του γραμματίου και δεν θα πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενους να αθετήσουν την εν λόγω συμφωνία. Αναφέρω τέλος ότι μεγάλο μέρος της ακροαματικής διαδικασίας αναλώθηκε και στο κατά πόσο ήταν δικαιολογημένο ή εύλογο να κρατηθούν τα διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμός του εναγόμενου προς εξόφληση της οφειλής του η οποία πρόκυπτε από το γραμμάτιο, με αποτέλεσμα η προσκομισθείσα μαρτυρία να επεκταθεί και στην κατάσταση στην οποία ήταν το διαμέρισμα πριν, κατά και μετά τις διάφορες περιόδους ενοικίασης του αλλά και στον βαθμό συντήρησης που αυτό τύγχανε από πλευράς εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, ειδική αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Κρίνω όμως σκόπιμο ν' αναφέρω στο παρόν στάδιο το εξής. Η επιχειρηματολογία της πλευράς του εναγόμενου εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα περιστράφηκε γύρω από τη θέση του τελευταίου ότι αυτός, ο εναγόμενος εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας δηλαδή, είχε το βάρος να αποδείξει και απέδειξε τη συμφωνία που ισχυριζόταν ότι είχε κάμει με τους ενάγοντες προς εξόφληση του υπόλοιπου της οφειλής του, ως αυτή προέκυπτε από το γραμμάτιο της 15/07/11, ενώ στην αντίπερα όχθη, η πλευρά των εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι αυτό που ουσιαστικά επιχειρεί να πράξει ο εναγόμενος μέσω της ανταπαίτησής του είναι το συμψηφισμό της δικής του αξίωσης με την αξίωση των εναγόντων κάτι το οποίο δεν επιτρέπεται ούτε και αναγνωρίζεται στην Κύπρο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνοντας λοιπόν ότι για σκοπούς καλύτερης κατανόησης θα αναφέρομαι στον εναγόμενο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα ως «εναγόμενο» και στους ενάγοντες εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενους ως «ενάγοντες», αναφέρω τα εξής. Έχοντας κατά νου το δικογραφικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα υπόθεση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τελικά εξελίχτηκαν και προωθήθηκαν οι εκατέρωθεν εκδοχές, κρίνω, για τους λόγους που θα διαφανούν και πιο κάτω, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αναγκαία η εξέταση και αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, αφού μια τέτοια διεργασία κανένα ουσιαστικό σκοπό δεν θα εξυπηρετήσει για την επίλυση της ανταπαίτησης του εναγόμενου (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B413). Εξηγώ. Κατ' αρχή, από τη δικογραφία αλλά και την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει να συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι στις 15/07/11 ο εναγόμενος δέχτηκε και αναγνώρισε ενυπογράφως ότι όφειλε να πληρώσει στους ενάγοντες με ισόποσες μηνιαίες δόσεις το ποσό των €7.688,75 πλέον τόκο 8% ετησίως από 15/07/11, καθώς επίσης και ότι έναντι της οφειλής του αυτής, ο εναγόμενος είχε καταβάλει στους ενάγοντες μέχρι τις 28/2/2013, το συνολικό ποσό των €5.
  1. Παρέμενε δηλαδή να πληρωθεί προς τους τελευταίους το ποσό των €2.688,75 πλέον τόκους € 720,01, ήτοι το συνολικό ποσό των €3408,
  2. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι από το Δεκέμβριο 2012 και μέχρι σήμερα, οι ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους διάφορα αντικείμενα και εξοπλισμό του εναγόμενου, τα οποία βρίσκονταν στο διαμέρισμα καθ' όσον χρόνο αυτό ενοικιάζετο στον τελευταίο, και τα οποία αντικείμενα ο εναγόμενος δεν επιχείρησε ποτέ να τα παραλάβει αν και οι ενάγοντες τον κάλεσαν γραπτώς να το πράξει μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Τέλος, όπως προκύπτει και από το φάκελο της υπόθεσης, στις 07/12/15 εκδόθηκε στην αγωγή εκ συμφώνου απόφαση εναντίον του εναγόμενου και υπέρ των εναγόντων, ως η απαίτηση των τελευταίων, ήτοι για €3408,76 πλέον τόκο 8% από 15/5/
  3. Για όλα τα πιο πάνω παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα συνεπώς κάμνω ανάλογα ευρήματα. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξίωναν από τον εναγόμενο το ποσό των €3.408,76, ως ποσό που κατ' εκείνους παρέμεινε να τους οφείλεται από μια μεγαλύτερη οφειλή που ο τελευταίος αναγνώρισε εγγράφως στις 15/07/11 ότι τους όφειλε και την οποία δεσμεύτηκε να την εξοφλήσει. Υπενθυμίζω επίσης ότι με την υπεράσπιση του ο εναγόμενος δεν αρνήθηκε ότι συνεπεία των πληρωμών που είχε κάμει έναντι της οφειλής του αυτής, είχε παραμένει ως υπόλοιπο το ποσό που αξιωνόταν με την αγωγή, ισχυρίστηκε όμως ότι το υπόλοιπο αυτό το είχε εξοφλήσει πλήρως δυνάμει μιας συμφωνίας που είχε κάμει με τους ενάγοντες, στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε όπως οι τελευταίοι κρατήσουν προς εξόφληση του ποσού που τους οφειλόταν τον εξοπλισμό και τα έπιπλα του εναγόμενου, τα οποία είχαν αμοιβαία εκτιμηθεί για σκοπούς της συγκεκριμένης συμφωνίας ν' αξίζουν το ίδιο με την οφειλή του τελευταίου. Το δικόγραφο όμως του εναγόμενου δεν σταματά στο σημείο αυτό, αφού ο τελευταίος προχωρεί και ανταπαιτεί από τους ενάγοντες την αξία των αντικειμένων που, σύμφωνα με την υπερασπιστική του γραμμή, είχε συμφωνηθεί να κρατηθούν από τους ενάγοντες ως αντιπαροχή για τη συμφωνία εξόφλησης της οφειλής του. Με γνώμονα τώρα τα προαναφερθέντα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά και το πιο πάνω δικογραφικό πλαίσιο, το οποίο ήταν, όπως φαίνεται και από τα όσα έλαβαν χώρα κατά την ακρόαση, ακριβώς το πλαίσιο επί του οποίου προωθήθηκε τελικά η ανταπαίτηση του εναγόμενου, θα πρέπει θεωρώ να απαντηθεί πρώτα το ερώτημα που έθιξε με την τελική της αγόρευση η πλευρά των εναγόντων, ήτοι το κατά πόσο στην πραγματικότητα ο εναγόμενος επιχειρεί μέσω της ανταπαίτησης του να συμψηφίσει τη δική του αξίωση με την αξίωση των εναγόντων, κάτι όμως που είναι ανεπίτρεπτο στο κυπριακό δικαιικό σύστημα (βλ. Αντωνίου v. Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 720). Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δίνεται ευθέως θεωρώ από τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Heatron Co. Ltd ν. Πολύκαρπου Nικολάου
(1999)1 ΑΑΔ 577, η ουσία των γεγονότων της οποίας προσομοιάζει σε μεγάλο βαθμό με την ουσία των εδώ επίδικων γεγονότων. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.Ο εφεσίβλητος ήταν από το 1990 υπάλληλος της εφεσείουσας η οποία ήταν εμπορική εταιρεία, ασχολείτο όμως και με δικές του εργασίες, στα πλαίσια των οποίων αγόραζε εμπορεύματα από την εφεσείουσα. Από τις 30.6.1992 μέχρι τις 20.3.1993 αγόρασε τέτοια εμπορεύματα συνολικής αξίας £2,689.64 σεντ, ποσό το οποίο δεν πλήρωσε. Είναι αυτό το ποσό το οποίο η εφεσείουσα ζητούσε με την αγωγή της, αφαιρώντας £292 ως αναλογούντα 13ο μισθό προς τον εφεσίβλητο για το 1993 (που έπαυσε να συνεργάζεται με την εφεσείουσα). Ο Εφεσίβλητος, αποδεχόμενος ότι είχε αγοράσει από την εφεσείουσα εμπορεύματα συνολικής αξίας £2,689.64 σεντ, πρόβαλε ως υπεράσπιση του ότι, καθ'όσον η Εφεσείουσα δεν του είχε πληρώσει τη συμφωνηθείσα και οφειλόμενη προμήθεια του επί των υπ΄αυτού πωλουμένων εμπορευμάτων της Εφεσείουσας για το 1991 και το 1992, "κατά ή περί τις αρχές του Ιούνη 1993 οι διάδικοι κατέληξαν σε συμβιβαστική λύση του θέματος της προμήθειας στο ποσό των ΛΚ2,689.64 όση ήταν η οφειλή του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες για την αγορά από αυτούς διαφόρων εμπορευμάτων ..... Ο Εναγόμενος περαιτέρω αρνείται ότι μετά την ειρημένη συμφωνία ότι οφείλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό." Συμφωνώντας δε ότι η Εφεσείουσα του οφείλει τις £292 ως αναλογούντα 13ο μισθό του για το 1993, ζητούσε αυτό το ποσό ανταπαιτητικά καθ΄όσον, όπως έλεγε, αυτό δεν είχε ποτέ συμψηφισθεί με τη δική του οφειλή... . Η υπεράσπιση αυτή δεν είναι δε συμψηφισμός ή set off αλλά accοrd and satisfaction, με την έννοια και το αποτέλεσμα ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να απαλλάξουν εκάτερο των υποχρεώσεων του. Δεν ερμηνεύουμε την παράγραφο 2(δ) της υπεράσπισης ως να περιορίζετο σε συμφωνία αναφορικά με το ύψος των οφειλομένων προμηθειών του Εφεσίβλητου. Η παράγραφος 2(δ) ομιλεί όχι μόνο για "συμβιβαστική" λύση του θέματος των προμηθειών αλλά και συσχετισμό του συμφωνηθέντος ποσού προς το οφειλόμενο από τον Εφεσίβλητο για την αγορά εμπορευμάτων. Η δε παράγραφος 2(ε) καθιστά σαφές ότι μετά την εν λόγω συμφωνία ο Εφεσίβλητος δεν όφειλε πλέον οποιοδήποτε ποσό στην Εφεσείουσα, διευκρινίζοντας έτσι το νόημα της παραγράφου 2(δ) ως εγείρουσας υπεράσπιση accord and satisfaction. Εξ άλλου, δεν θα είχε νόημα η αναφορά στην υπεράσπιση του Εφεσίβλητου στις οφειλόμενες προμήθειες του ως θέμα υπεράσπισης, παρά μόνο σε συσχετισμό με την ισχυριζόμενη συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής. Εξ ου και ο Εφεσίβλητος δεν ανταπαιτεί τις προμήθειες του, παρά μόνο το παραδεκτά οφειλόμενο υπόλοιπο του 13ου μισθού του για το 1993, γεγονός που συνάδει με την ερμηνεία της υπεράσπισης ως αναφερομένης σε συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής..Η αντίκρυση αυτή καλύπτει και την αναφορά στους λόγους έφεσης σε συμψηφισμό. Η προβαλλόμενη με την υπεράσπιση συμφωνία δεν ανάγεται σε συμψηφισμό με την τεχνική έννοια του μονομερούς set off, κάτι που δεν θα ήταν όντως δυνατό στο κυπριακό δίκαιο σε αναφορά με το συμψηφισμό ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις (ίδε: Aντωνίου ν. Cyprus Popular Bank Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 720). Η συμφωνία προβάλλεται ως συμφωνία συμψηφισμού (όρο τον οποίο η ίδια η υπεράσπιση δεν χρησιμοποιεί) με την έννοια accord and satisfaction, που αποτελεί ιδίω δικαιώματι ισχύουσα σύμβαση, η αντιπαροχή για την οποία είναι η εκατέρωθεν ανταλλαγή προηγουμένων ανεξαρτήτων ή μη ανεξαρτήτων υποχρεώσεων. Η ισχύς μιας τέτοιας σύμβασης δεν έγκειται στην αριθμητική αντιπαραβολή των εκατέρωθεν οφειλομένων ποσών αλλά στην ίδια τη συμφωνία ως δημιουργούσα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των όρων της οι οποίοι καθορίζουν και το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της. Κρίνουμε λοιπόν ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι η υπεράσπιση του Εφεσίβλητου κάλυπτε επαρκώς τη θέση την οποία πρόβαλε στο Δικαστήριο και ορθώς ερμήνευσε την υπεράσπιση ως αναφερόμενη σε συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής υποχρεώσεων, με αυτή την έννοια δε και μόνο χρησιμοποιείται από το πρωτόδικο Δικαστήριο ο όρος "συμφωνία συμψηφισμού"..» Με βάση λοιπόν τα λεχθέντα στην Heatron, ναι μεν δεν αναγνωρίζεται στην Κύπρο το δικαίωμα του συμψηφισμού απαιτήσεων και αυτό, όπως επεξηγείται και στην υπόθεση Αντωνίου στην οποία η Heatron παραπέμπει, λόγω και των προνοιών της Δ.19 Θ.3, είναι όμως πλήρως επιτρεπτή η προβολή, αποκλειστικά ως υπεράσπιση βέβαια, της θέσης ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε κάποια συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής εκατέρωθεν υποχρεώσεων, αν αυτή είναι πραγματικά η θέση που προωθείται. Το ότι είναι αποκλειστικά ως υπερασπιστική γραμμή που επιτρέπεται να προωθηθεί μια τέτοια θέση τονίζεται έντονα στη Heatron, αφού για την εκεί κατάληξη του το Ανώτατο Δικαστήριο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι ο εκεί εναγόμενος δεν πρόβαλλε τις κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεις που του οφείλονταν ως βάση για προώθηση ανταπαίτησης αλλά μόνο ως βάση για την υπεράσπιση του στην αξίωση των εκεί εναγόντων - «Εξ ου και ο Εφεσίβλητος δεν ανταπαιτεί τις προμήθειες του.γεγονός που συνάδει με την ερμηνεία της υπεράσπισης ως αναφερομένης σε συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής.» Με άλλα λόγια, αν κάποιος διάδικος επικαλείται τις υποχρεώσεις που του οφείλονται ώστε να καταδείξει την αντιπαροχή που ισχυρίζεται ότι έδωσε για να απαλλαχτεί εκ συμφώνου από τις υποχρεώσεις που είχε απέναντι στον αντίδικο του, αυτό είναι επιτρεπτό και αναγνωρίζεται από το κυπριακό Δίκαιο ως πλήρης υπεράσπιση αν μπορεί να αποδειχθεί. Αν όμως ο διάδικος επικαλείται τις υποχρεώσεις που του οφείλονται εκείνου ώστε να στηρίξει κάποια ανταπαίτηση εναντίον του αντίδικου του, τότε δεν θα του επιτραπεί να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω υποχρεώσεις ώστε να συμψηφίσει τις εκατέρωθεν αξιώσεις, αλλά μόνο για να εγείρει και να προωθήσει μια εντελώς ξεχωριστή αξίωση, η οποία όμως δεν μπορεί να εξαρτάται από το κατά πόσο αυτός δεσμεύεται ή όχι από τις υποχρεώσεις που οφείλει απέναντι στον αντίδικο του. Η λογική βέβαια του πράγματος είναι απλή. Είτε υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία αμοιβαίας απαλλαγής των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οπόταν η αγωγή απορρίπτεται και κανένας διάδικος «δεν παίρνει και δεν δίνει τίποτα», είτε οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις δεσμεύουν τον κάθε διάδικο κατά ξεχωριστό και ανεξάρτητο τρόπο, οπόταν ο καθ' ένας τους έχει ξεχωριστό και ανεξάρτητο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του άλλου, και τα δικαιώματα αυτά μπορούν αμφότερα να επιτύχουν ή να απορριφθούν, ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης που θα έχει το καθένα τους. Και τα δύο όμως «σενάρια» δεν μπορούν να ισχύουν και να προωθούνται ταυτόχρονα, αν μη τι άλλο διότι κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται ουσιαστικά «διπλό όφελος» για τον διάδικο που προβάλλει το συγκεκριμένο ισχυρισμό - με τις ίδιες υποχρεώσεις δηλαδή θα αποκομίζεται και το όφελος της απαλλαγής αλλά και το όφελος της επιτυχίας της ανταπαίτησης. Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, διαπιστώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος προβάλλει στην υπεράσπιση του ισχυρισμό ανάλογο με τον ισχυρισμό στην Heatron, ήτοι ισχυρισμό περί σύναψης συμφωνίας με τους ενάγοντες για αμοιβαία απαλλαγή των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των διαδίκων. Αντίθετα όμως με τη Heatron, ο εδώ εναγόμενος προχώρησε ένα βήμα παραπέρα και τις ίδιες υποχρεώσεις που πρόβαλε στα πλαίσια της υπεράσπισης του ως την κατ' ισχυρισμό αντιπαροχή που αυτός έδωσε για σκοπούς της φερόμενης συμφωνίας αμοιβαίας απαλλαγής υποχρεώσεων, τις κατέστησε και βάση για να προβάλει ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων και δη ανταπαίτηση, όχι σε σχέση με την επιστροφή αυτών καθ' αυτών των αντικειμένων του, αλλά σε σχέση με την αξία που τ' αντικείμενα αυτά φέρονται να εκτιμήθηκαν για σκοπούς της συμφωνίας απαλλαγής. Αυτό όμως είναι ακριβώς το στοιχείο που δεν υπήρχε στη Heatron, εξ' ου και κρίθηκε εκεί ως νομικά αποδεκτή η συγκεκριμένη γραμμή που προώθησε ο εκεί εναγόμενος. Υπό αυτή τη σκοπιά λοιπόν, η παρούσα ανταπαίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί ως θνησιγενής αφού όλη η εκδοχή που δικογράφησε αλλά και που προώθησε η πλευρά του εναγόμενου, κρίνεται να συνιστά ουσιαστικά μια προσπάθεια συμψηφισμού της ανταπαίτησης με την απαίτηση των εναγόντων και ως τέτοια δεν μπορεί να επιτραπεί ούτε και να επιτύχει. Ακόμη όμως και να μπορούσε να «σταθεί» από μόνη της η ανταπαίτηση του εναγόμενου, π.χ στη βάση παράβασης της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας απαλλαγής, αυτή και πάλι θα απορριπτόταν λόγω του τρόπου με τον οποίο εξελίχτηκε η υπόθεση. Εξηγώ. Το όλο υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε και προωθήθηκε κατά την ακρόαση η ανταπαίτηση του εναγόμενου να πληρωθεί από τους ενάγοντες την αξία των αντικειμένων που παρέμειναν στο διαμέρισμα, ήταν ο πραγματικός ισχυρισμός το τελευταίου ότι είχε συμφωνηθεί με τους ενάγοντες όπως αυτοί κρατήσουν τ' αντικείμενα του προς πλήρη εξόφληση της οφειλής του. Αυτό όμως το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου οικοδομήθηκε η όλη η εκδοχή του εναγόμενου, ήτοι ότι αυτός κανένα ποσό δεν οφείλει, έπαυσε ουσιαστικά να υπάρχει όταν αυτός δέχτηκε ανεπιφύλακτα όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον του και υπέρ των εναγόντων ως η απαίτηση των τελευταίων. Με άλλα λόγια, με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του, ο ίδιος ο εναγόμενος δέχτηκε ουσιαστικά ότι η οφειλή του ουδέποτε εξοφλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο ή με οποιαδήποτε συμφωνία. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να κριθεί στα πλαίσια της ανταπαίτησης ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει όπως ο εναγόμενος απαλλαγεί από κάθε οφειλή του και καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αθέτησαν τη συμφωνία αυτή; Μια τέτοια κατάληξη, η οποία βεβαίως θα συνιστούσε ουσιαστικά ανεπίτρεπτο συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων, θα ήταν σαφέστατα και αντίθετη αλλά και αντιφατική με την απόφαση που ήδη εκδόθηκε υπέρ των εναγόντων, κάτι όμως το οποίο είναι επίσης ανεπίτρεπτο (βλ. μεταξύ άλλων Ritchie Russell και Άλλοι,
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω απόφαση παραπέμπει όπως η Γεώργιος Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 καθώς επίσης και την ΚΟΝΝΑΡΗ ν. ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2018:A405, ECLI:CY:AD:2018:A405, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 35/2014, 18/9/2018). Κοντολογίς, εφόσον με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης υπέρ των εναγόντων και εναντίον του ιδίου, ο εναγόμενος ενσυνείδητα παρουσίασε την οφειλή του προς τους ενάγοντες να μην έχει εξοφληθεί και δέχτηκε όπως διαταχθεί να πληρώσει στους τελευταίους το υπόλοιπο της οφειλής που αναγνώρισε και δεσμεύτηκε εγγράφως στις 15/07/11 ότι θα πλήρωνε, δεν μπορεί την ίδια στιγμή να ζητά από το Δικαστήριο ν' αποφασίσει ότι αδικαιολόγητα και αντισυμβατικά οι ενάγοντες αξίωσαν να πληρωθούν το εν λόγω υπόλοιπο. Και σίγουρα, δεν μπορεί ο εναγόμενος να δέχεται αφ' ενός ότι οφείλει να πληρώσει το ποσό που αξιώνουν οι ενάγοντες και την ίδια στιγμή να αξιώνει να πληρωθεί από τους τελευταίους το ίδιο ποσό, ισχυριζόμενος ότι αυτό ήταν το ποσό που υποτίθεται ότι συμφωνήθηκε ότι άξιζαν τα αντικείμενα του ώστε να υλοποιηθεί η φερόμενη συμφωνία απαλλαγής του. Είτε υπήρξε συμφωνία εκατέρωθεν απαλλαγής, οπόταν ο εναγόμενος ούτε υποχρεούται να πληρώσει οτιδήποτε και ούτε δικαιούται να πληρωθεί οτιδήποτε, είτε δεν υπήρξε συμφωνία εκατέρωθεν απαλλαγής, οπόταν δικαιολογημένα οι ενάγοντες απαίτησαν να πληρωθούν το υπόλοιπο της οφειλής τους και δικαιολογημένα ο εναγόμενος ζητά να αποζημιωθεί για τ' αντικείμενα του. Άλλωστε, η ισχύς μιας συμφωνίας απαλλαγής εκατέρωθεν υποχρεώσεων «.δεν έγκειται στην αριθμητική αντιπαραβολή των εκατέρωθεν οφειλομένων ποσών αλλά στην ίδια τη συμφωνία ως δημιουργούσα δικαιώματα και υποχρεώσεις δυνάμει των όρων της οι οποίοι καθορίζουν και το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα της.» (βλ. Heatron ανωτέρω). Όπως λοιπόν και αν ήθελε προσεγγισθεί η ανταπαίτηση του εναγόμενου, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Επισημαίνω εδώ ότι η πιο πάνω κατάληξη μου ίσως να ήταν διαφορετική αν ο εναγόμενος ανταπαιτούσε απλά την επιστροφή των αντικειμένων του ή αν αντί για έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον του στην αγωγή, δήλωνε απλά ως παραδεκτό γεγονός ότι από το σύνολο των €7.688,75 πλέον τόκους που δεσμεύτηκε εγγράφως να πληρώσει, παρέμειναν €2.688,75 πλέον €720,01 τόκοι, ήτοι συνολικά €3408,76 οπόταν απαίτηση και ανταπαίτηση θα μπορούσαν να συνεκδικαστούν και το Δικαστήριο θα μπορούσε με μία απόφαση να επιλύσει ταυτόχρονα όλα τα επίδικα ζητήματα. Αναφέρω τελος ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι οι ενάγοντες, οι οποίοι έχουν ήδη εξασφαλίσει απόφαση υπέρ τους στην αγωγή, συνεχίζουν να έχουν στην κατοχή τους τα αντικείμενα του εναγόμενου. Όπως όμως ανέφερα και πιο πάνω, πέραν του ότι ο εναγόμενος δεν ζήτησε ποτέ διάταγμα επιστροφής των αντικειμένων του, οι ενάγοντες δεν αρνήθηκαν να παραδώσουν αυτά στον εναγόμενο και είναι συνειδητά που ο τελευταίος δεν επεδίωξε μέχρι σήμερα να τα παραλάβει. Αν λοιπόν ο εναγόμενος εξακολουθεί να θέλει τα αντικείμενα του, τότε σύμφωνα με τις γραπτές δεσμεύσεις των εναγόντων, η παραλαβή τους είναι ακόμη εφικτή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων και εναντίον εναγόμενου εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται βεβαίως ότι εφόσον έχουν ήδη επιδικασθεί κάποια έξοδα στην αγωγή υπέρ των εναγόντων εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων, εκεί όπου τα έξοδα είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση, αυτά θα είναι περιορισμένα σε ένα σετ (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.