← Κύπρος

ΣΙΔΕΡΗ ν. ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2956/13, 8/6/2021

ΣΙΔΕΡΗ ν. ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2956/13, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A701 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2956/13 Μεταξύ? XXXXX ΣΙΔΕΡΗ, από τη Λευκωσία Ενάγουσας και

  1. ΑΡΕΤΑΙΕΙΟΝ ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΛΤΔ
  2. XXXXX ΦΑΝΗ Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Λαδά Για Εναγόμενο αρ. 1: κ. Μανουλος με κα Στυλιανού Για Εναγόμενο αρ. 2: κα Ευγενίου Ενδιάμεση απόφαση, ημερ. 8/6/
  3. Στην υπό αναφορά υπόθεση, η Ενάγουσα αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη λόγω λανθασμένης διάγνωσης και/ή παράλειψης παροχής της δέουσας θεραπευτικής αγωγής σε αυτήν από ιατρούς του Εναγομένου 1 (Αρεταίειου Νοσοκομείου) και του Εναγομένου
  4. Η υπαίτια αμελής πράξη και/ή παράλειψη συνέβη κατ' ισχυρισμό κατά ή περί τις 16 Μαΐου
  5. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησής της ότι κατά ή περί τις 12 Μαΐου 2011 αυτή σκόνταψε ενόσω βρισκόταν στο σπίτι της και έπεσε κάτω. Μετά πάροδο τεσσάρων ημερών, ήτοι στις 16 Μαΐου 2011, λόγω συνεχιζόμενων αφόρητων πόνων στην πλάτη, η Ενάγουσα προσήλθε στις Πρώτες Βοήθειες του Αρεταίειου Νοσοκομείου και κατά την εισαγωγή της στις Πρώτες Βοήθειες εξετάστηκε από γυναίκα γιατρό, η οποία έδωσε οδηγίες να ληφθούν ακτινογραφίες. Ο Εναγόμενος 2 είναι, ως αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, ο ακτινολόγος ο οποίος έλαβε τις ακτινογραφίες της Ενάγουσας κατά την εν λόγω ημερομηνία και εξέδωσε έκθεση ότι δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα. Έτσι κρίθηκε ότι το πρόβλημα ήταν μυϊκό και ότι η επί καθήκοντι γυναίκα γιατρός χορήγησε στην Ενάγουσα παυσίπονα και της έδωσε εξιτήριο. Επειδή όμως η Ενάγουσα συνέχισε να έχει αφόρητους πόνους, επισκέφθηκε άλλον ιατρό κατά η περί τις 6 Ιουλίου 2011, ο οποίος ήταν ειδικότητας ορθοπεδικού γιατρού και ο όποιος μόλις είδε την ακτινογραφία που έβγαλε η Ενάγουσα στο Αρεταίειο Νοσοκομείο διέγνωσε ότι ένας θωρακικός σπόνδυλος είχε κάταγμα. Κατά την ίδια ημερομηνία η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε νέα ακτινογραφία, η οποία έδειξε ολική καθίζηση του σπονδύλου, επιδείνωση δηλαδή της κατάστασης της με κλίση 30 μοιρών. Στη συνέχεια, κατά ή περί τις 17 Αυγούστου 2011, η Ενάγουσα επισκέφθηκε ειδικό νευροχειρουργό στη Λεμεσό, όπου της έγινε MRI και επιβεβαιώθηκε η σοβαρότητα και μονιμότητα της βλάβης που επήλθε. Εκείνος ο γιατρός της συνέστησε εγχείρηση στη σπονδυλική στήλη, η Ενάγουσα όμως στις 18 Αυγούστου 2011 επισκέφτηκε άλλον ειδικό Νευροχειρουργό στην Λευκωσία, ο οποίος αν και συμφώνησε με την σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας της, εντούτοις εισηγήθηκε να μην γίνει εγχείρηση εκτός εάν αρχίσουν να παραλύουν τα κάτω άκρα. Κατ' ακολουθίαν των πιο πάνω ισχυρισμών γεγονότων, η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της ισχυρίζεται ότι το Αρεταίειο Νοσοκομείο είναι υπαίτιοι για αμέλεια, λόγω του ότι απέτυχαν να κάνουν σωστή διάγνωση της κατάστασης της υγείας της Ενάγουσας, εφόσον δεν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε κάταγμα σπονδύλου και ότι το πρόβλημα δεν ήταν απλώς μυικό. Περαιτέρω το παράπονο της ενάγουσας αφορά στο ότι αμελώς δεν της παρασχέθηκε η ορθή και κατάλληλη θεραπεία αφού, αντί να ακινητοποιήσουν το σπόνδυλό της με νάρθηκα ή να την εισάξουν στην κλινική για παρακολούθηση, της έδωσαν εξιτήριο. Επιπλέον, απέτυχαν να την παραπέμψουν σε ειδικό ορθοπεδικό και νευροχειρουργό. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 ακτινολόγο είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η αμέλεια του έγκειται στο ότι αυτός απέτυχε να εκδώσει ορθή και/ή κατάλληλη έκθεση για την ακτινογραφία, εφόσον δεν διαπίστωσε ότι υπήρχαν παθολογικά ευρήματα και ειδικότερα απέτυχε να διαπιστώσει το κάταγμα του θωρακικού σπονδύλου. Ούτε ο Εναγόμενος 1 ούτε ο Εναγόμενος 2 αποδέχονται την ευθύνη για αμέλεια που τους αποδίδεται από την Ενάγουσα. Η δικογραφία συνίσταται στα εξής? Η έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου 1 καταχωρήθηκε 21 Απριλίου
  6. Η έκθεση υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 καταχωρήθηκε 5 Δεκεμβρίου
  7. Η απάντηση της ενάγουσας στις υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2 καταχωρήθηκε 9 Ιουνίου
  8. Στη συνέχεια οι εναγόμενοι 1 και 2 αντάλλαξαν μεταξύ τους δικόγραφα. Συγκεκριμένα? Στις 20.11.2015 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Εναγομένου
  9. Στη συνέχεια στις 21 Μαρτίου 2016 ο εναγόμενος 1 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην Έκθεση Απαίτησης του Εναγομένου
  10. Τέλος η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του Εναγομένου 1 καταχωρήθηκε στις 28 Μαρτίου
  11. Αναφέρω εδώ ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 (Αρεταίειου Νοσοκομείου) υπάρχει γενική και πλήρης άρνηση των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Προωθείται ως γραμμή υπεράσπισης ότι το Αρεταίειο ενήργησε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο νόμιμα, με πάσα επιμέλεια και φροντίδα και εφοδίασε την Ενάγουσα με κατάλληλο και προσοντούχο παραιατρικό και ιατρικό προσωπικό και ουδεμία πράξη και/ή παράλειψη υπήρξε η οποία να αντιβαίνει στο νομό και τους σχετικούς κανονισμούς. Ήταν περαιτέρω η δικογραφημένη θέση του Αρεταίειου ότι ακολουθήθηκε η πρέπουσα διαδικασία και μετά την εξέταση των σχετικών ακτινογραφιών, η θεραπευτική αγωγή δόθηκε σύμφωνα με την διάγνωση βάσει των ακτινογραφιών. Καλείται η Ενάγουσα να αποδείξει αυστηρά τους ισχυρισμούς της περί αμελείας. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 2, ως γραμμή υπεράσπισης έναντι της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι αυτός αγνοεί και συνεπώς αρνείται το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης εφόσον είναι η θέση του ότι δεν είναι ο ίδιος που έλαβε τις ακτινογραφίες της Ενάγουσας, δεν εξέδωσε εκείνος την έκθεση ότι δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα ούτε ήταν αρμόδιος για να λάβει απόφαση για το είδος της ακτινογραφίας ή και για την ανάγκη διενέργειας ακτινογραφίας. Γι' αυτό και ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως όσα η Ενάγουσα περιγράφει ως αμελείς πράξεις και / ή παραλείψεις δεν έχουν οποιαδήποτε αιτιώδη συνάφεια με πράξεις και /ή παραλείψεις του ίδιου του Εναγομένου
  12. Καταλήγει και αυτός να καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Η έναρξη της ακρόασης της αγωγής έγινε στις 8.9.
  13. Πρώτη μάρτυρας για την υπόθεση της Ενάγουσας ήταν η ίδια η Ενάγουσα. Η πανδημία του κορωνοϊού προκάλεσε αρκετές αναβολές στις ακροαματικές συνεδρίες. Ως δεύτερος κατά σειρά μάρτυρας για την υπόθεση της Ενάγουσας προσήλθε στο δικαστήριο στις 2.6.2021 και ολοκλήρωσε την κυρίως εξέταση του. Κατά την ίδια δικάσιμο, άρχισε η αντεξέτασή του από τον συνήγορο του Εναγομένου 1, η οποία αντεξέταση στο παρόν στάδιο βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Επισημαίνω ότι ο ΜΕ2 είναι ο Δρ. XXXXX Σιμόπουλος, ορθοπεδικός γιατρός στην κλινική Ευαγγελίστρια. Πρόκειται για τον ιατρό που επισκέφτηκε η Ενάγουσα στις 6.7.2011 ως ανέφερε η ίδια κατά την ένορκη προφορική μαρτυρία της ενώπιον του δικαστηρίου. Σχετική περί τούτου η γραπτή της δήλωση που κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α» και ιδίως η παράγραφος 11 του Εγγράφου Α. Ήταν αυτός ο γιατρός που, όπως ανέφερε η Ενάγουσα, διέγνωσε την ύπαρξη κατάγματος μόλις είδε την ακτινογραφία που της είχαν βγάλει στο Αρεταίειο Νοσοκομείο. Ήταν του Δρ. Σιμόπουλου γνώμη, όπως την μετέφερε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο με την παράγραφο 11 του Εγγράφου Α, ότι οι ιατροί του Αρεταίειου θα έπρεπε να είχαν εντοπίσει το κάταγμα αμέσως και θα έπρεπε να την είχαν ακινητοποιήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και να της φορέσουν νάρθηκα τριών σημείων. Θα έπρεπε επίσης να της είχαν συστήσει να μην κάνει δουλειές του σπιτιού, να μην σκύβει και να μην σηκώνει βάρη ή να οδηγά. Περαιτέρω, όπως η Ενάγουσα ανέφερε στην παράγραφο 12 του Εγγράφου Α, ο Δρ. Σιμόπουλος, κατά την επίσκεψή της σε αυτόν ημερ. 6.7.2011, έδωσε εντολή να υποβληθεί σε νέες ακτινογραφίες και η σχετική ακτινογραφία που παρουσίασε την ολική καθίζηση της σπονδυλικής στήλης με κλίση 30 μοιρών ήταν το τεκμήριο που κατέθεσε η Ενάγουσα με αριθμό Τεκμήριο 3Α υπό Έγγραφο Α και η έκθεση του Δρ. Σιμόπουλου βάσει της εν λόγω νέας ακτινογραφίας ήταν το τεκμήριο που κατέθεσε η ενάγουσα υπ' αριθμόν Τεκμήριο 3Β υπό Έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέταση του Δρ. Σιμόπουλου (ΜΕ2) ενώπιον του δικαστηρίου στις 2.6.2021, αυτός υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη Έγγραφο Β. Επιβεβαίωσε ο γιατρός στην παράγραφο 2 του Εγγράφου Β ότι η Ενάγουσα πήγε στο γραφείο του στην Ευαγγελίστρια στις 6.7.2011, συνοδευόμενη από την θυγατέρα της και παραπονείτο για έντονους πόνους στην πλάτη. Επιβεβαίωσε επίσης ο Δρ. Σιμόπουλος ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτός είδε την ακτινογραφία και την έκθεση που είχε ετοιμασθεί στο Αρεταίειο ως τα Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Α, καθώς επίσης δήλωσε ενόρκως ότι ο ίδιος αμέσως πρόσεξε ότι υπήρχε «συμπιεστικό κάταγμα του όγδοου θωρακικού σπονδύλου με ελάττωση του ύψους του σώματος πέραν του 50 τοις 100%». Ο μάρτυρας αυτός είδε επίσης και αναγνώρισε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 3Α και 3Β υπό Έγγραφο Α που ήταν η νέα ακτινογραφία που διενήργησε η Ενάγουσα στην κλινική Ευαγγελίστρια κατόπιν δικών του οδηγιών, καθώς επίσης είδε και αναγνώρισε την έκθεση του ακτινολόγου της Ευαγγελίστριας, διά της οποίας ο ΜΕ2 επιβεβαίωσε το κάταγμα και την επιδείνωση της κατάστασης του σώματός της Ενάγουσας με πλήρη καθίζηση αυτού (σχετική η παράγραφος 7 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Β). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του, ο Δρ. Σιμόπουλος αναφέρθηκε στην μετέπειτα συνεχιζόμενη παρακολούθηση της Ενάγουσας από τον ίδιο και στη διενέργεια νέα ακτινογραφίας, ημερ. 24.9.2013, η οποία συνεχίζει να δείχνει μόνιμη πλήρη καθίζηση και η οποία δεν επιδέχεται πλέον άλλες θεραπείες. Συγχρόνως, ο Δρ. Σιμόπουλος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 9 του Εγγράφου Β, είδε και συνέταξε ιατρικές εκθέσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της Ενάγουσας στις 12.9.2011 (Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), 24.9.2013 (Τεκμήριο 7) και στις 5.2.2014 (Τεκμήριο 8), τις οποίες δήλωσε ότι συνεχίζει να υιοθετηθεί πλήρως και να επαναλαμβάνει το περιεχόμενό τους. Η κυρίως εξέταση του Dr. Σιμόπουλου υπήρξε σύντομη. Κατά την αντεξέτασή του Δρ Σιμόπουλου από τον συνήγορο του Εναγομένου 1 (Αρετείου), αυτός ρωτήθηκε μεταξύ άλλων αν γνώριζε κατά πόσο η Ενάγουσα λάμβανε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή πριν τις 16.5.2011 και ο ίδιος απάντησε «πιστεύω ναι». Ερωτήθηκε τότε από τον ίδιο συνήγορο Υπεράσπισης αν είναι ορθό να υποθέσει ότι «εάν κατά την πρώτη επίσκεψη της ενάγουσας σε σας, σας είχε αναφέρει ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή, θα φαινόταν στον ιατρικό φάκελο;» και η απάντηση του μάρτυρα δόθηκε υπό τη μορφή ερώτησης ως εξής: «Κατά την πρώτη επίσκεψη μετά το ατύχημα;». Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να διερωτηθεί ο συνήγορος Υπεράσπισης «πότε ήταν η πρώτη επίσκεψη της ενάγουσας σε σας;» και ο Δρ Σιμόπουλος απάντησε λέγοντας «14 Μαρτίου 2000». Ερωτηθείς ο Δρ Σιμόπουλος να πει για ποιο λόγο τον είχε επισκεφθεί η ενάγουσα το 2000, απάντησε λέγοντας «Λόγω πόνου που είχε στο δεξιό ισχίο». Ερωτηθείς τότε να διευκρινίσει αν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό ή αν την παρακολουθούσε και μετά τις 14 Μαρτίου 2000, ο μάρτυρας απάντησε «την είχα ξαναδεί και μετά», και εξήγησε ότι τούτο συνέβη «λόγω του ότι έπασχε από οστεοπόρωση». Σε αυτό το σημείο ο συνήγορος υπεράσπισης του Εναγομένου 1 (Αρεταίειου) πρόσεξε ότι ο μάρτυρας συμβουλευόταν κάποια έγγραφα που είχε μπροστά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Τον ρώτησε αν, εκτός από την γραπτή του δήλωση ως το Έγγραφο Β, είχε μπροστά του κάτι άλλο και ο μάρτυρας παραδέχτηκε σε εκείνο το σημείο ότι είχε τις σημειώσεις του ιατρείου του, δηλαδή την «ιατρική κάρτα ασθενούς». Ο συνήγορος υπεράσπισης ζήτησε αμέσως να κατατεθεί ως τεκμήριο στο δικαστήριο η εν λόγω ιατρική κάρτα, η οποία όπως δέχθηκε ο συγκεκριμένος μάρτυρας υπέχει τη θέση ιατρικού φακέλου της ασθενούς και από την οποία ο μάρτυρας φάνηκε ότι διάβαζε τις σημειώσεις που τηρούσε σε σχέση με το χρονικό των επισκέψεων της ενάγουσας στο ιατρείο του. Ηγέρθη ένσταση από την συνήγορο της Ενάγουσας, η οποία επεσήμανε αμέσως προς το Δικαστήριο ότι η ιατρική κάρτα περιέχει προσωπικά δεδομένα που αφορούν στην υγεία της ενάγουσας. Δεν το γνώριζε η ίδια ότι ο γιατρός θα την κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν ερωτήθηκε ίδια για να πει αν θα έδιδε την συγκατάθεση της και εφόσον δεν κλήτευσε η πλευρά της ίδιας τον γιατρό με σκοπό να φέρει την ιατρική κάρτα για να κατατεθεί ως τεκμήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε και η συνήγορος της Ενάγουσας ήταν ενήμερη ότι θα ετίθετο τέτοιο θέμα, είχε έντονη ένσταση στο να δοθεί άδεια του Δικαστηρίου να κατατεθεί η ιατρική κάρτα ως τεκμήριο. Από την άλλη, απαντώντας στην ένσταση, ο κύριος Μάνουλος δήλωσε ότι ο νόμος που αφορά στα δικαιώματα των ασθενών δείχνει ότι μπορούν να παρουσιαστούν στο δικαστήριο ιατρικοί φάκελοι ασθενών, ειδικά όταν οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων αφορούν σε ιατρική αμέλεια, χωρίς να χρειάζεται συγκατάθεση του ασθενούς, όταν ο σκοπός της παρουσίασης αφορά και συνδέεται με την δικαστική διαδικασία. Τούτων λεχθέντων από πλευράς του κ. Μάνουλου, η κυρία Λαδά ζήτησε να της δοθεί χρόνος να αγορεύσει γραπτώς για να αναλύσει την ένστασή της. Επεσήμανε ότι ακόμη και αν υπάρχει πρόνοια στην νομοθεσία ως αυτήν που αναφέρει ο κύριος Μάνουλος, τούτη θα πρέπει να αφορά περιοριστικά τα επίδικα ζητήματα της αμέλειας που συνέβη κατά ή περί τις 16 Μαΐου 2011 και όχι για όλο το φάκελο ασθενούς από το 2000 μέχρι και σήμερα. Το δικαστήριο θεώρησε δίκαιο στο σημείο αυτό να δοθεί η ευκαιρία σε αμφότερους τους δικηγόρους να αναπτύξουν γραπτώς τις τοποθετήσεις τους γύρω από τις πρόνοιες της νομοθεσίας, έτσι ώστε να μπει κατά τρόπο συγκεκριμένο το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο της ένστασης και της απάντησης αντίστοιχα. Ρωτήθηκε ασφαλώς ο κ. Μάνουλος αν είχε οποιεσδήποτε άλλες ερωτήσεις να υποβάλει στον μάρτυρα στο πλαίσιο της αντεξέτασης, προτού διακοπεί η διαδικασία για τις γραπτές αγορεύσεις, αλλά ο κ. Μάνουλος δήλωσε αναγκασμένος να διακόψει την αντεξέταση του μάρτυρα σε αυτό το σημείο, καθ' ότι θεωρεί ότι είναι καθοριστικό το ζήτημα της παρουσίασης του ιατρικού φακέλου για τις μετέπειτα ερωτήσεις που ο ίδιος θα έχει να υποβάλει στο μάρτυρα, λαμβάνοντας υπόψη τη ροή που είχε η αντεξέτασή του μέχρι εκείνη τη στιγμή. Πράγματι το δικαστήριο έταξε σύντομες προθεσμίες προς τις δύο πλευρές, οι οποίες και τηρήθηκαν ευλαβικά από αμφότερους τους δικηγόρους και είμαστε σήμερα σε θέση να δοθεί από πλευράς του δικαστηρίου το ruling του επί τοις ενστάσεως. Παραθέτω πιο κάτω τις εκατέρωθεν σύντομες, αλλά περιεκτικές αγορεύσεις των συνηγόρων: «ΓΡΑΠΤΗ ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΣΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΗΜΕΡ. 02.06.21 ΓΙΑ ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΩΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά την αντεξέταση του ΜΕ2 Δρα. Σιμόπουλου, ζητήθηκε από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1 να κατατεθεί ως τεκμήριο το πρωτότυπο της ιατρικής κάρτας της Ενάγουσας που φυλασσόταν στο ιατρείο του. Η ιατρική αυτή κάρτα της Ενάγουσας ουδέποτε ήταν στην κατοχή της, δεν γνωρίζει τι περιέχει, δεν περιλαμβάνεται στις αποκαλύψεις εγγράφων που καταχωρήθηκαν, και εμπίπτει στο τμήμα των εγγράφων τα οποία καλύπτονται από απόρρητο. Η Ενάγουσα ουδέποτε γνώριζε για την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της ιατρικής αυτής κάρτας και ουδέποτε ζήτησε από τον ΜΕ2 να την προσκομίσει στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ2 έχει κληθεί ως μάρτυρας από την Ενάγουσα, και δεν περιλαμβάνεται στην κλήση του ρητό αίτημα για προσκόμιση της ιατρικής κάρτας της. Η Ενάγουσα ουδέποτε έδωσε συγκατάθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη, προσωπικά ή μέσω αντιπροσώπου, γραπτή ή προφορική, άμεση ή έμμεση για προσκόμιση και/ή πρόσβαση και/ή δημοσίευση και/ή επεξεργασία και/ή οποιαδήποτε πράξη έχει σχέση με προσωπικά ιατρικά της δεδομένα. Ορθή διαδικασία: · Είναι ατυχής και αντινομική η προσπάθεια της Εναγόμενης 1 να παρουσιάσει ένα έγγραφο όπως τον ιατρικό φάκελο της Ενάγουσας το οποίο καλύπτεται από εμπιστευτικότητα (περισσότερα πιο κάτω) εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι κατά τη λήψη της μαρτυρίας μάρτυρα της Ενάγουσας, ο οποίος χωρίς να του ζητηθεί και με δική του πρωτοβουλία το έφερε μαζί του, χωρίς ενδεχομένως να αντιλαμβάνεται τις νομικές πτυχές και συνέπειες αυτού. Η ορθή διαδικασία είναι η εξής: ι) Οι διάδικοι προέβησαν σε αμοιβαία αποκάλυψη εγγράφων μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου, με γενική πρόνοια για έγγραφα που καλύπτονται από απόρρητο. Εάν ήθελαν μπορούσαν να ζητήσουν με επιστολή αντίγραφο του ιατρικού φακέλου της Ενάγουσας που τηρεί ο ΜΕ2, να απαντήσει η Ενάγουσα ότι δεν δίνει συγκατάθεση, και να προχωρήσουν να υποβάλουν αίτηση στο Δικαστήριο για αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου (special discovery). Το Δικαστήριο τότε θα αποφάσιζε το θέμα, και εάν εξέδιδε διάταγμα τότε και μόνο ενδεχομένως να δημιουργείτω «νομική υποχρέωση» (δέστε πιο κάτω). Αιτήματα για τυχόν αποκάλυψη εμπιστευτικών ιατρικών αρχείων πρέπει να γίνονται πριν την έναρξη της ακρόασης για να γνωρίζουν όλα τα μέρη την μαρτυρία που δύναται να προσκομισθεί, ειδικά για ένα τόσο σοβαρό θέμα το οποίο καλύπτεται από ειδική νομοθεσία και από το ευρωπαϊκό δίκαιο. ιι) Εναλλακτικά θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 να κλητεύσει τον ΜΕ2 duces tecum και να εξειδικεύσει τα έγγραφα τα οποία του ζητά να προσκομίσει. Η Εναγόμενη 1 επέλεξε να μην προβεί σε κανένα από τα δικονομικά διαβήματα που είχε στη διάθεση της. Ν.1(Ι)/2005 · Σύμφωνα με τον περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμο, Ν.1(Ι)/2005 η ιατρική κάρτα της Ενάγουσας είναι εμπιστευτική. · Το έγγραφο που επιχειρεί η Εναγόμενη 1 να καταχωρηθεί ως τεκμήριο αποτελεί «ιατρικό αρχείο» σύμφωνα με το Αρ.2 του Ν.1(Ι)/
  14. · Αρ. 3 - οι πρόνοιες του Ν.1(Ι)/2005 είναι συμπληρωματικές των δικαιωμάτων που απορρέουν από διεθνείς συμβάσεις αναφορικά με προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις οποίες η Δημοκρατία έχει κυρώσει, όπως την Ευρωπαϊκή Χάρτα Δικαιωμάτων των Ασθενών (ΕΧΔΑ) την οποία έχει προσυπογράψει η Κυπριακή Δημοκρατία. Βάσει της ΕΧΔΑ προστατεύεται πλήρως η εμπιστευτικότητα των ιατρικών αρχείων και ιατρικών φακέλων των ασθενών. Παραπέμπουμε και στο Αρ. 169

(3)του Συντάγματος βάσει του οποίου διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού νόμου. · Αρ. 15 Ν.1(Ι)/2005 - Βάσει του Αρ. 15
(1)του Ν.1(Ι)/2005 « όλες οι πληροφορίες για την ιατρική κατάσταση του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται εμπιστευτικές ακόμα και μετά το θάνατό του και δεν αποκαλύπτονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή.». Αυτός είναι ο κύριος κανόνας εμπιστευτικότητας ιατρικών πληροφοριών ασθενούς. Δεν γίνεται καμία αναφορά σε εξαίρεση για εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες. · Αρ.15
(2)Ν.1(Ι)/2005 - οι εξαιρέσεις στον κύριο κανόνα του Αρ. 15
(1)δεν ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει ούτε στο Αρ.15
(2)(ε) εφόσον δεν υπάρχει νομική υποχρέωση που να έχει δημιουργηθεί από εξωγενείς παράγοντες ή που να προϋπήρχε. · Το Αρ.15 Ν.1(Ι)/2005 ΔΕΝ υπόκειται στις πρόνοιες άλλου νόμου, ούτε στις πρόνοιες του Ν125(Ι)/2018 (περισσότερα για αυτό το νόμο πιο κάτω). Συνεπώς, η υποχρέωση για εμπιστευτικότητα των ιατρικών δεδομένων της Ενάγουσας υπερισχύει οποιασδήποτε τυχόν άλλης πρόνοιας νόμου. · Αρ. 21 Ν.1(Ι)/2005 - αφορά το πώς ασκούνται τα δικαιώματα βάσει του Ν.1(Ι)/
  1. Δεν υπάρχει εξαίρεση για δικαστικές διαδικασίες. · Συνεπώς, είναι ξεκάθαρο ότι ο Ν.1(Ι)/2005 προστατεύει πλήρως την εμπιστευτικότητα των ιατρικών αρχείων της Ενάγουσας, η οποία επανατονίζουμε ουδέποτε έδωσε συγκατάθεση προφορική ή γραπτή ρητή ή εξυπακουόμενη για την οποιαδήποτε δημοσίευση ή προσκόμιση ή επεξεργασία των προσωπικών ιατρικών της δεδομένων που περιέχονται στην ιατρική της κάρτα. · Παραπέμπουμε και στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Ηλιάδη και Σάντη, σελίδα 123, που επισυνάπτουμε ως Συνημμένο
  2. Ν.125(Ι)/2018 · Βάσει του νόμου αυτού προστατεύεται η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων φυσικών ατόμων. · Αρ. 2 - Στον όρο «προσωπικά δεδομένα» περιλαμβάνονται δεδομένα με τα οποία μπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα συγκεκριμένου ατόμου όπως στοιχεία δελτίου ταυτότητας, κτλ · Αρ. 5 - με το άρθρο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να δημοσιεύσει/περιλάβει στην έκδοση και δημοσίευση της απόφασης του στοιχεία όπως το όνομα των διαδίκων χωρίς την ρητή συγκατάθεση τους. Δεν καλύπτει όμως περιπτώσεις όπως την παρούσα που αφορούν την δημοσίευση εμπιστευτικών ιατρικών δεδομένων και μάλιστα δεδομένων τα οποία δεν αφορούν τα επίδικα θέματα που εξετάζει το Δικαστήριο (περισσότερα πιο κάτω). · Εν πάση όμως περιπτώσει ισχύει η αρχή 'Generalia specialibus non derogant' βάσει της οποίας όταν υπάρχει εξειδικευμένη πρόνοια, ήτοι ο Ν.1(Ι)/2005 που είναι ο ειδικός νόμος για τα ιατρικά αρχεία, αυτή υπερισχύει γενικής πρόνοιας όπως είναι ο Ν.125(Ι)/
  3. Άνεϋ επηρεασμού των πιο πάνω: Ιδιοκτησία · Είναι δεδομένο βάσει της κυπριακής νομοθεσίας και νομολογίας ότι ο ιατρικός φάκελος ανήκει στον ίδιο τον ασθενή. Δεν είναι ιδιοκτησία του ιατρού ούτε του ιατρικού κέντρου ή νοσηλευτηρίου στο οποίο φυλάσσεται. · Συνεπώς, μόνο η Ενάγουσα μπορεί να δώσει συγκατάθεση για την προσκόμιση και/ή πρόσβαση και/ή δημοσίευση και/ή χρήση και/ή επεξεργασία του ιατρικού της φακέλου. Η συγκατάθεση αυτή πρέπει να είναι ρητή και γραπτή. Τέτοια συγκατάθεση δεν δόθηκε από την Ενάγουσα στον Δρα. Σιμόπουλο ο οποίος δεν είχε δικαίωμα να προσκομίσει αυτά τα έγγραφα στο Δικαστήριο. Μάλιστα η Ενάγουσα δεν γνώριζε για την πρόθεση αυτή του Δρ. Σιμόπουλου, δεν του ζήτησε να προσκομίσει τον ιατρικό της φάκελο στο Δικαστήριο, και δεν γνώριζε καν την ύπαρξη ή το περιεχόμενο της ιατρικής αυτής κάρτας. Σχετικότητα · Προκύπτει από το πρακτικό της 02/06/2021 ότι τα στοιχεία που αναγράφονται στο επίδικο ιατρικό αρχείο δεν έχουν καμία σχέση με τα επίδικα θέματα τα οποία εξετάζει το Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά αφορούν επίσκεψη της Ενάγουσας στον Δρ. Σιμόπουλο την 14.03.2000 έντεκα ολόκληρα χρόνια πριν τα σχετικά με την αγωγή γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν την 16.05.
  4. · Υπενθυμίζουμε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα εξής θέματα: εάν την 16.5.2011 έγινε ορθή διάγνωση του κατάγματος της Ενάγουσας που φαίνεται στο Τεκμήριο 1, και εάν της δόθηκε την 16.05.2011 η ορθή θεραπεία. ΔΕΝ εξετάζεται ο λόγος γιατί έσπασε τον σπόνδυλο της, ούτε υπάρχει ισχυρισμός ότι ευθύνονται οι Εναγόμενοι για το ότι υπέστη η Ενάγουσα κάταγμα. · Επιπλέον, δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 ότι έχει την οποιαδήποτε σχέση με τα επίδικα θέματα το ιατρικό ιστορικό της Ενάγουσας, και ειδικά το ιατρικό ιστορικό της 11 χρόνια πριν τα επίδικα θέματα. · Τονίζουμε ότι η εναγόμενη 1 οφείλει να αποδείξει τα εξής για το έγγραφο που επιδιώκει να κατατεθεί ως τεκμήριο: ι. ότι είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα ιι. Ότι είναι απαραίτητο να κατατεθεί ως τεκμήριο ιιι. οφείλει να υποδείξει ποια τμήματα του εγγράφου είναι σχετικά και γιατί. Δηλαδή, οφείλει να πει γιατί είναι σχετικό το ιατρικό ιστορικό της Ενάγουσας του 2000 με το ότι δεν είδαν την 16.05.2011 οι γιατροί της Εναγόμενης 1 το κάταγμα το οποίο διαφαίνεται στην ακτινογραφία Τεκμήριο
  5. · Παραπέμπουμε στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Ηλιάδη και Σάντη, στις σελίδες 70-71, υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα» που επισυνάπτουμε ως Συνημμένο
  6. · Συνεπώς, εκτός από εμπιστευτικό το περιεχόμενο της ιατρικής κάρτας είναι και εντελώς άσχετο με τα επίδικα θέματα. Αλίευση μαρτυρίας - «γενική αντεξέταση της μορφής του ψαρέματος» · Η παρούσα περίπτωση αποτελεί κλασσική περίπτωση αλίευσης μαρτυρίας. Η εναγόμενη 1 δεν μπορεί να γνωρίζει τι περιέχει το επίδικο ιατρικό αρχείο ούτε το πώς αυτό είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αντιθέτως, ο μόνος σκοπός του επίδικου αιτήματος είναι να εκμαιεύσει τυχόν μαρτυρία, ήτοι αλίευση μαρτυρίας (fishing). · Επιπλέον ενδεικτικό της προσπάθειας αλίευσης μαρτυρίας από την Εναγόμενη 1 είναι ότι δεν συγκεκριμενοποιεί και/ή εξειδικεύει τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο επίδικο ιατρικό αρχείο τα οποία ζητά να κατατεθούν ως μαρτυρία ούτε τα συνδέει με τα επίδικα θέματα ενώπιον του Δικαστηρίου. · Παραπέμπουμε στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Ηλιάδη και Σάντη, στην σελίδα 704, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτουμε ως Συνημμένο 3, στο σημείο (ι.α). Δεν τίθεται ούτε θέμα να «άνοιξε την πόρτα» ο ΜΕ2 εφόσον: · Ο ΜΕ2 καλύπτεται από το καθήκον εμπιστευτικότητας του Αρ.15 Ν.1(Ι)/2005 και δεν έχει δικαίωμα να δημοσιεύσει και/ή προσκομίσει και/ή παραχωρήσει πρόσβαση στα ιατρικά αρχεία της Ενάγουσας χωρίς την ρητή και γραπτή της συγκατάθεση. · Ο κανόνας αυτός του «άνοιξε την πόρτα» δεν ισχύει εφόσον δεν είναι η ίδια η Ενάγουσα που δίνει μαρτυρία. Δηλαδή, εάν τώρα αντεξεταζόταν η ίδια η Ενάγουσα ενδεχομένως το θέμα να ήταν διαφορετικό. · Εν πάση περιπτώσει όμως επιμένουμε στις πιο πάνω θέσεις μας ότι 1) τα ιατρικά αρχεία της Ενάγουσας είναι εμπιστευτικά βάσει νόμου και βάσει της ΕΧΔΑ, 2) ότι το έγγραφο αυτό είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα, 3) ότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, και 4) ότι αποτελεί ξεκάθαρη προσπάθεια αντεξέτασης της μορφής του ψαρέματος (fishing). Επιπλέον αναφέρουμε τα εξής: το έγγραφο το οποίο επιχειρείται να καταχωρηθεί ως τεκμήριο δεν είναι ένα οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο μπορεί να γίνει απλά αποδεκτό και να αγνοηθεί στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας εάν διαφανεί ότι δεν καλύπτεται από τη δικογράφηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Στην παρούσα περίπτωση το έγγραφο αυτό καλύπτεται από αυστηρές νομοθετικές πρόνοιες εμπιστευτικότητας οι οποίες δεν μπορούν να αγνοηθούν ούτε να παρακαμφθούν. Στην περίπτωση εμπιστευτικών ιατρικών αρχείων αυτή καθαυτή η δημοσίευση και/ή γνωστοποίηση τους σε οποιοδήποτε άτομο το οποίο δεν είναι ο ίδιος ο ασθενής ήτοι η Ενάγουσα αποτελεί καταστρατήγηση του θεμελιώδους δικαιώματος της για εμπιστευτικότητα των ιατρικών της δεδομένων. Επαναλαμβάνουμε ότι από τις πρόνοιες του Αρ. 15 Ν.1(Ι)/2005 δεν εξαιρούνται οι δικαστικές διαδικασίες ούτε τα Δικαστήρια. Δεν νοείται να επιτρέψει το Δικαστήριο πρόσβαση και/ή δημοσίευση και/ή επεξεργασία σε εμπιστευτικό ιατρικό αρχείο της Ενάγουσας χωρίς την ρητή και γραπτή συγκατάθεση της, ειδικά στα πλαίσια δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας, και ως τεκμήριο το οποίο μπορεί να φωτοτυπηθεί και να κυκλοφορήσει περαιτέρω από τους διαδίκους ή τους συνηγόρους τους ή άλλους μάρτυρες τυχόν κληθούν στο μέλλον ή οποιονδήποτε τυχόν καταβάλει το επιβαλλόμενο τέλος στο πρωτοκολλητείο για έρευνα φακέλου. Πόσο δε μάλλον όταν το περιεχόμενο του αρχείου αυτού δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Υπενθυμίζουμε ότι δεν ζητούν να γίνει τεκμήριο ο ιατρικός της φάκελος κατά την επίδικη περίοδο της 16.5.2011 αλλά ιατρικά της αρχεία από το 2000, έντεκα ολόκληρα χρόνια πριν να επισυμβεί το επίδικο γεγονός. Θέση μας βέβαια είναι ότι καλύπτονται από το Αρ.15 του Ν.1(Ι)/2005 όλα τα ιατρικά αρχεία της Ενάγουσας οποιασδήποτε ημερομηνίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το αίτημα της Εναγόμενης 1 για κατάθεση των ιατρικών αρχείων της Ενάγουσας ως τεκμήριο θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας.». Γραπτή Αγόρευση Εναγόμενης 1 αναφορικά με την ένσταση σε κατάθεση του ιατρικού φακέλου της Ενάγουσας ημερομηνίας 02/06/2021 Εντιμότατη, [.] Η συνήγορος της Ενάγουσας έφερε ένσταση στηριζόμενη στους ακόλουθους λόγους: (α) ότι είναι άσχετα με την παρούσα υπόθεση καθώς αφορούν περιστατικό 14/03/2000 και (β) γιατί ο σχετικός ιατρικός φάκελος αποτελεί προσωπικά δεδομένα και ότι η Ενάγουσα δεν είχε δώσει την συγκατάθεσή της, ούτε είχε ενημερωθεί σχετικά με την μεταφορά του ιατρικού φακέλου της απο τον Δρ. Σιμόπουλο στο Δικαστήριο. Στηριζόμενη προφανώς στον νόμο περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) κατά την απάντηση στην ένσταση που είχε εγερθεί, η συνήγορος της Ενάγουσας διέκοψε την απάντηση και ζήτησε όπως γίνουν γραπτώς οι αγορεύσεις αναφορικά με την ένσταση που είχε εγείρει, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό με την σύμφωνο γνώμη του συνήγορου της Εναγόμενης
  7. Έχω λάβει την αγόρευση της συναδέλφου ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου σας και οφείλω να αναφέρω ότι η θέση μου είναι ότι η συνάδελφος καταχρηστικά προσπαθεί μέσω της γραπτής της αγόρευσης να προσθέσει νομικές βάσεις στην ένστασή της, οι οποίες δεν είχαν αναφερθεί ενώπιον του Δικαστήριου. Οι αγορεύσεις των διαδίκων δεν μπορούν να αποτελόυν μέσο διεύρυνσης των επίδικων θεμάτων. (Σχετική απόφαση είναι (NA Theophanous (Matic) Laundries Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)3 ΑΑΔ 739 και η Μισιρλής ν. Δημοκρατίας (αρ.1)
(1995)3 ΑΑΔ 379). Καταρχάς, το αίτημα της στηριζόταν στον περι προστασίας προσωπικών δεδομένων νόμο και όχι στον περι Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμο, όμως το θέμα το κατά πόσο θα ήταν νόμιμό να κατατεθεί, θεωρώ ότι οφείλω να το απάντησω άσχετα αν είχε εγερθεί με αναφορά στην ορθή νομοθεσία ή όχι. Όμως για το θέμα της ιδιοκτησίας του φακέλου που εγείρει, καθώς και το θέμα αλίευσης μαρτυρίας καθώς και οτιδήποτε άλλο αναφέρει που δεν ήταν μέρος της ένστασης που είχε εγερθεί, δεν θα απαντήσω καθώς αυτά εγείρονται καταχρηστικά και στην ουσία εάν επιτραπεί αυτή η διεύρυνση της ένστασης και μάλιστα με αυτό τον τρόπο, ουσιαστικά θα δοθεί δικαίωμα στην Ενάγουσα όταν επιθυμεί να εμποδίσει την παρουσίαση μαρτυρίας να λέει ότι έχει ένσταση χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση με αίτημα για γρατπές αγορεύσεις και στην συνέχεια να αναζητά νομική βάση ώστε να εμποδίζει την προσκόμιση μαρτυρίας. Εάν μου ζητηθεί από το Δικαστήριο να απαντήσω και για αυτά, που τονίζω σε καμία περίπτωση δεν είχαν εγερθεί στην ένσταση με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1, θα απαντήσω. Περαιτέρω, θεωρώ σημαντικό να αναφέρω ότι η δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έχει τοποθετηθεί κατά πόσον η πελάτισσα της έχει δώσει ή όχι την συγκατάθεσή της για την κατάθεση του εγγράφου στο Δικαστήριο από την στιγμή που είχε ζητηθεί από το Δικαστήριο να μάθει, αφού όπως η ίδια ανάφερε δεν γνώριζε εάν είχε συγκατατεθεί η Ενάγουσα, εάν η Ενάγουσα θα συγκατατίθετο σε κάτι τέτοιο και η απάντηση της ήταν ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της την δεδομένη χρονική στιγμή. Τώρα αναφορικά με το επιχείρημα (α) ότι το εν λόγω έγγραφό είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία αυτό, είναι τουλάχιστον ατυχές. Η απόπειρα της συνηγόρου να πείσει το Δικαστήριο ότι ο παρών φάκελός αναφέρεται μόνο στο περιστατικό της 14/03/2000 έχει ήδη διαψευθεί από τον μάρτυρα, ο οποίος ανάφερε ότι είδε την Ενάγουσα και σε μεταγενέστερη ημερομηνία για περιστατικό οστεοπόρωσης. Περαιτέρω σχετικότητα υπάρχει και με την αξιοπιστία της Ενάγουσας καθώς κατά την αντεξέταση της είχε ερωτηθεί αν πριν το εν λόγω περιστατικό λάμβανε φαρμακευτική αγωγή ή αν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας με την ίδια να απαντά ότι δεν λάμβανε καμία φαρμακευτική αγωγή και ότι δεν αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Να αναφέρουμε ότι το περιεχόμενο του φακέλου δεν είναι γνωστό στην Εναγόμενη 1 και ουδέποτε πριν την παρούσα δικάσιμο η Εναγόμενη 1 γνώριζε την ύπαρξη του, καθώς ουδέποτε μας αναφέρθηκε κάτι σχετικό ή ότι η Ενάγουσα επισκεπτόταν σε τακτική βάση τον Δρ. Σιμόπουλο ώστε να υποθέσουμε ότι μπορεί να τηρεί σχετικό φάκελο. Σε κάθε περίπτωση όμως, από την στιγμή που ο μάρτυρας ανάφερε ότι τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του νόμιμα είναι ο ιατρικός φάκελος της Ενάγουσας, ο οποίος με βάση την νομοθεσία και συγκεκριμένα με βάση τον περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμος του 2004 (1(I)/2005) άρθρο 17 έχει υποχρέωση να τηρεί τον σχετικό φάκελο, στον οποίο γίνεται ρητή αναφορά στην πιο πάνω νομοθεσία «...Τα αρχεία αυτά περιλαμβάνουν λεπτομερή στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν την ταυτότητα του ασθενούς και του αρμόδιου παροχέα υπηρεσιών υγείας, καθώς και ιατρική πληροφόρηση αναφορικά με τη θεραπεία που λαμβάνει ο ασθενής, το προηγούμενο ιατρικό ιστορικό του, στο βαθμό που αυτό είναι γνωστό, τη διάγνωση της παρούσας ιατρικής κατάστασής του και της θεραπευτικής αγωγής που παρέχεται» Εφόσον ο μάρτυρας ανάφερε ότι είναι ο ιατρικός φάκελος και εφόσον αυτός τηρείται με βάση την πιο πάνω νομοθεσία, είναι ξεκάθαρο ότι σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα τα οποία αφορούν ισχυριζόμενη ιατρική αμέλεια και λανθασμένη ισχυριζόμενη φαρμακευτική αγωγή είναι φυσικά άμεσα σχετικός. Τώρα, αναφορικά με το επιχείρημα (Β) ότι σύμφωνα με την νομοθεσία εμποδίζεται η κατάθεση του εν λόγω εγγράφου στο Δικαστήριο, να αναφέρω ότι συμφωνώ με την συνάδελφο ότι ο νόμος που αφορά το εν λόγω έγγραφο είναι ο περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμος του 2004 (1(I)/2005) και όχι ο νόμος περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018), ο οποίος ήταν και ο αρχικός νόμος που επικαλέσθηκε προς υποστήριξη της ένστασής της. Σε κάθε περίπτωση όμως στον νόμο 125(Ι)/2018 στο άρθρο 5 αναγράφονται τα ακόλουθα : Επεξεργασία δεδομένων από τα δικαστήρια και τη Βουλή των Αντιπροσώπων 5. Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του στοιχείου (ε) της παραγράφου
(1)του άρθρου 6 του Κανονισμού, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και είναι νόμιμη όταν διενεργείται- (α) Από τα δικαστήρια στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, περιλαμβανομένης της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που είναι αναγκαία για το σκοπό δημοσίευσης ή έκδοσης απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου, και (β) από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στο πλαίσιο των εξουσιών της. Νομίζω και μόνο απο το λεκτικό του νόμου είναι ξεκάθαρο ότι δεν εμποδίζει την κατάθεση του εγγράφου σε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, με βάση τον 1(Ι)/2005 τον οποίο η συνήγορος της Ενάγουσας επικαλείται στην αγόρευση της στο άρθρο 15 παράγραφο 2, αναφέρονται οι εξαιρέσεις στο θέμα εμπιστευτικότητας, παραθέτω αυτούσιο το άρθρο: Εμπιστευτικότητα. 15.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), όλες οι πληροφορίες για την ιατρική κατάσταση του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται εμπιστευτικές ακόμα και μετά το θάνατό του και δεν αποκαλύπτονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή. (β) Ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας ή οποιοσδήποτε εργαζόμενος σε ιατρικό ίδρυμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά σε ασθενή η οποία περιέρχεται σε γνώση του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή της εργασίας του. (γ) Η διεύθυνση του ιατρικού ιδρύματος ή ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας προβαίνει στις κατάλληλες διευθετήσεις για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι κάτω από τη διεύθυνσή του δεν αποκαλύπτουν τέτοιες πληροφορίες.
(2)Το ιατρικό ίδρυμα ή ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας μπορούν να αποκαλύπτουν σε τρίτο πρόσωπο ιατρικές πληροφορίες εάν - (α) ο ασθενής δώσει τη γραπτή συγκατάθεσή του. Η συγκατάθεση του ασθενούς μπορεί να θεωρείται δεδομένη, όταν η πληροφορία δίδεται σε πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στη θεραπεία του ασθενούς · (β) η αποκάλυψη γίνεται για σκοπούς θεραπείας του ασθενούς από άλλο αρμόδιο παροχέα υπηρεσιών υγείας · (γ) οι πληροφορίες αποκαλύπτονται στο ιατρικό ίδρυμα που παρέχει φροντίδα υγείας στον ασθενή ή σε μέλος του προσωπικού του για το σκοπό επεξεργασίας, ή αρχειοθέτησής τους, ή για σκοπούς γνωστοποίησής τους, η οποία απαιτείται δια νόμου· (δ) η αποκάλυψη των πληροφοριών γίνεται για σκοπούς δημοσίευσής τους σε ιατρικά περιοδικά ή για σκοπούς έρευνας ή διδασκαλίας, νοουμένου ότι πληροφορία από την οποία δυνατό να προσδιοριστεί η ταυτότητα του ασθενούς δεν αποκαλύπτεται· (ε) υπάρχει νομική υποχρέωση προς τούτο. (στ) το Συμβούλιο του Ιατρικού Σώματος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου έχει αποφασίσει, αφού δόθηκε ευκαιρία στον ιατρό και τον ασθενή να εκφράσουν την άποψή τους, ότι η απόκρυψη των πληροφοριών αυτών δυνατό να συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη σωματική ακεραιότητα άλλων ατόμων ή να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία σαν σύνολο: Νοείται ότι, κάθε πληροφορία αποκαλύπτεται στο βαθμό που απαιτείται για κάθε περίπτωση και λαμβάνεται κάθε μέτρο για σκοπούς διαφύλαξης της ταυτότητας του ασθενούς: Νοείται περαιτέρω ότι, κάθε πρόσωπο που λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία δυνάμει του παρόντος εδαφίου οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.
(3)Όλες οι πληροφορίες και στοιχεία που είναι δυνατό να αποκαλύψουν την ταυτότητα του ασθενούς πρέπει να προστατεύονται. Έμφαση πρέπει να δωθεί στην παράγραφο 2 στο σημείο (ε) το οποίο και έχω τονίσει. Πότε υπάρχει νομική υποχρέωση, είναι το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί. Νομικό δικαίωμα να ζητηθεί η κατάθεση εγγράφου υπάρχει με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμος (ΚΕΦ.9) άρθρο
  1. Η νομική υποχρέωση όμως θα δημιουργηθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου σας για κατάθεση του εν λόγω εγγράφου, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν πρέπει να κατατεθεί για κάποιο άλλο λόγο, τότε προφανώς δεν θα δημιουργηθεί νομική υποχρέωση. Δηλαδή με την απόφαση του Δικαστηρίου σας ότι το έγγραφο τηρεί τις προϋποθέσεις όπως τίθενται στο ΚΕΦ.9, τότε δημιουργείται η νομική υποχρέωση. Περαιτέρω και σε αντίθεση με την επιχειρηματολογία της συναδέλφου, είναι η θέση μου ότι η έκφραση νομική υποχρέωση όπως διατυπώνεται είναι πολύ πιο γενική από την ρητή εξαίρεση που αναγράφεται στον Νόμο περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) άρθρο 5, καθώς με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο η νομική υποχρέωση μπορεί να καθοριστεί απο άλλους νόμους κανονισμούς κτλ, οι οποίοι δεν περιορίζονται, όπως γίνεται στον 125(Ι)/2018, μόνο σε δικαστική διαδικασία. Στην παρούσα υπόθεση, η νομική υποχρέωση επαναλαμβάνω δημιουργείται όταν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι το έγγραφο πρέπει να κατατεθεί με βάση το Κεφ.9 Όσον αφορά τους ισχυρισμούς ότι η νομική υποχρέωση πρέπει να προϋπήρχε ή να έχει δημιουργηθεί από εξωγενείς παράγοντες, όπως ισχυρίζεται η συνάδελφος, μια απλή ανάγνωση του νομού εξουδετερώνει αυτό το επιχείρημα, καθώς τέτοιες προϋποθέσεις δεν τίθενται σε αυτόν από τον νομοθέτη. Περαιτέρω, αναφορικά με την ισχυριζόμενη ορθή διαδικασία να αναφέρω τα ακόλουθα: Η ύπαρξη του εν λόγω εγγράφου ήταν άγνωστη στην Ενάγόμενη
  2. Η Ενάγουσα επιμελώς απέκρυψε και/ή δεν ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί τον Δρ. Σιμόπουλο πριν το εν λόγω περιστατικό, ούτε στις δικογραφημένες θέσεις της, ούτε στην μαρτυρία της αναφέρει κάτι σχετικό και δεν αποκάλυψε ότι ο Δρ. Σιμόπουλος τηρούσε σχετικό ιατρικό φάκελο. Αντίθετα, μας ανέφερε επί των δικογραφημένων θέσεων της ότι είχε επισκεφθεί τουλάχιστον άλλους δυό ιατρούς και αν συμπεριλάβουμε και την επίσκεψη της στην Εναγόμενη 1 τρείς ιατρούς, κατά την αντεξέταση της δε μας ανάφερε και για ακόμη 1 ιατρό στην Αθήνα. Πως θα μπορούσαμε να ζητήσουμε έγγραφο που δεν γνωρίζαμε ότι υπάρχει. Εδώ εγείρεται ακόμη ένα ζήτημα καθώς η συνήγορος της Ενάγουσας εκφράζει βεβαιότητα ότι η Ενάγουσα δεν θα συγκατατίθετο στην παρουσίαση του εν λόγω έγγραφου. Πέραν όμως τον πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι αν ακολουθείτο η εν λόγω διαδικασία, ο κυρίως μάρτυρας προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας θα γινόταν και μάρτυρας της Εναγόμενης 1 με ότι αυτό συνεπάγεται αναφορικά με αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του και/ή με την στέρηση της Εναγομένης 1 του δικαιώματος αντεξέτασής του. Αναφορικά δε με την κλήση duces tecum στην οποία αναφέρεται η συνάδελφος και πάλι, είναι ξεκάθαρο ότι μάρτυρας που κλητεύται με κλήση duces tecum δεν μπορεί να αντεξεταστεί καθώς η κατάθεση του εγγράφου γίνεται χωρίς όρκο και χωρίς δικαίωμα να υποβληθούν ερωτήσεις στον μάρτυρα, ο οποίος και πάλι απο μάρτυρας της Ενάγουσας θα μετατραπόταν σε μάρτυρα της Εναγόμενης
  3. Είναι προφανές ότι οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας αναφορικά με ορθή διαδικασία δεν ευσταθούν, αντίθετα ερωτήματα εγείρει η επιμελής απόκρυψη της ύπαρξης του εν λόγω εγγράφου από την Ενάγουσα, θέμα όμως που δεν αφορά την παρούσα διαδικασία, πλήν των πιο πάνω αναφορών και θα αναλυθεί κατά τις τελικές μας αγορεύσεις. Επιπλέον, να αναφέρω ότι το επιχείρημα που αναπτύσσεται από την Ενάγουσα ότι από την τυχόν κατάθεση του εν λόγω φακέλου θα δημιουργηθεί κίνδυνος να διαρρεύσουν τα εν λόγω έγγραφα, είτε από τους διάδικους, είτε από τους συνήγορους τους ή άλλους μάρτυρες ή οποιονδήποτε πληρώσει για έρευνα στο φάκελο, εκτός από ατυχές είναι κατά την άποψη μου και παράλογο. Πως γίνεται η συνάδελφος να μας λέει ότι στο μέλλον μπορεί κάποιος να παρανομήσει και μάλιστα να ζητά από το Δικαστήριο να στερήσει σήμερα δικαίωμα σε διάδικο, μόνο και μόνο γιατί στο μέλλον μπορεί να υπάρξει παραβίαση της νομοθεσίας. Περαιτέρω, η νομοθεσία δεν δίνει καμία τέτοια θεραπεία, αν υπάρχει παραβίαση του νόμου στο μέλλον, αυτό θα κριθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο όταν διαπιστωθεί αυτή η παραβίαση. Ενόψει των πιο πάνω, ζητώ από το σεβαστό Δικαστήριο όπως απορρίψει την ένσταση όπως αυτή έχει εγερθεί και να διατάξει την κατάθεση του εγγράφου ώς τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία.». ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι οι συνήγοροι κατέληξαν στις γραπτές αγορεύσεις τους να εστιάζουν την προσοχή τους και να καλούν το Δικαστήριο να κρίνει, αφενός, το επίμαχο αίτημα του συνηγόρου του Εναγομένου 1 και, αφετέρου, την ένσταση της συνηγόρου της Ενάγουσας, στις πρόνοιες του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου του 2004 (1(I)/2005), παρά στις πρόνοιες του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (125(I)/2018). Αποδέχομαι ως νομικά ορθή τη θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι η κάρτα ασθενούς που τηρούσε ο Δρ. Σιμόπουλος αναφορικά με την Ενάγουσα ως ασθενή του, εμπίπτει στην έννοια του όρου «ιατρικό αρχείο» για τους σκοπούς του περί της Κατοχύρωσης και της Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ασθενών Νόμου του 2004 (Ν. 1(I)/2005) και ότι τυγχάνει προστασίας η εμπιστευτικότητα των δεδομένων που αυτή περιέχει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του εν λόγω Νόμου. Σημειώνω συναφώς ότι ο όρος «ιατρικά αρχεία» ορίζεται στον Νόμο αυτό ότι σημαίνει: «τα αρχεία τα οποία καταρτίζονται εγγράφως ή ηλεκτρονικώς, ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και τα οποία αποτελούνται από πληροφορίες που σχετίζονται με τη σωματική ή πνευματική υγεία ή κατάσταση του ασθενούς του οποίου η ταυτότητα μπορεί να προσδιοριστεί από αυτές και τα οποία καταρτίζονται από ή εκ μέρους προσώπου το οποίο παρέχει κατ' επάγγελμα υπηρεσίες υγείας.·». Παραθέτω το άρθρο 15 του ιδίου Νόμου το οποίο καθορίζει το επίπεδο προστασίας της εμπιστευτικότητας? «Εμπιστευτικότητα. 15.-
(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), όλες οι πληροφορίες για την ιατρική κατάσταση του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία προσωπικού χαρακτήρα τηρούνται εμπιστευτικές ακόμα και μετά το θάνατό του και δεν αποκαλύπτονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή. (β) Ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας ή οποιοσδήποτε εργαζόμενος σε ιατρικό ίδρυμα δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε πληροφορία που αφορά σε ασθενή η οποία περιέρχεται σε γνώση του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ή της εργασίας του. (γ) Η διεύθυνση του ιατρικού ιδρύματος ή ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας προβαίνει στις κατάλληλες διευθετήσεις για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι κάτω από τη διεύθυνσή του δεν αποκαλύπτουν τέτοιες πληροφορίες.
(2)Το ιατρικό ίδρυμα ή ο αρμόδιος παροχέας υπηρεσιών υγείας μπορούν να αποκαλύπτουν σε τρίτο πρόσωπο ιατρικές πληροφορίες εάν - (α) ο ασθενής δώσει τη γραπτή συγκατάθεσή του. Η συγκατάθεση του ασθενούς μπορεί να θεωρείται δεδομένη, όταν η πληροφορία δίδεται σε πρόσωπο το οποίο συμμετέχει στη θεραπεία του ασθενούς · (β) η αποκάλυψη γίνεται για σκοπούς θεραπείας του ασθενούς από άλλο αρμόδιο παροχέα υπηρεσιών υγείας · (γ) οι πληροφορίες αποκαλύπτονται στο ιατρικό ίδρυμα που παρέχει φροντίδα υγείας στον ασθενή ή σε μέλος του προσωπικού του για το σκοπό επεξεργασίας, ή αρχειοθέτησής τους, ή για σκοπούς γνωστοποίησής τους, η οποία απαιτείται δια νόμου· (δ) η αποκάλυψη των πληροφοριών γίνεται για σκοπούς δημοσίευσής τους σε ιατρικά περιοδικά ή για σκοπούς έρευνας ή διδασκαλίας, νοουμένου ότι πληροφορία από την οποία δυνατό να προσδιοριστεί η ταυτότητα του ασθενούς δεν αποκαλύπτεται· (ε) υπάρχει νομική υποχρέωση προς τούτο. (στ) το Συμβούλιο του Ιατρικού Σώματος του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου έχει αποφασίσει, αφού δόθηκε ευκαιρία στον ιατρό και τον ασθενή να εκφράσουν την άποψή τους, ότι η απόκρυψη των πληροφοριών αυτών δυνατό να συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη σωματική ακεραιότητα άλλων ατόμων ή να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία σαν σύνολο: Νοείται ότι, κάθε πληροφορία αποκαλύπτεται στο βαθμό που απαιτείται για κάθε περίπτωση και λαμβάνεται κάθε μέτρο για σκοπούς διαφύλαξης της ταυτότητας του ασθενούς: Νοείται περαιτέρω ότι, κάθε πρόσωπο που λαμβάνει οποιαδήποτε πληροφορία δυνάμει του παρόντος εδαφίου οφείλει να τηρεί τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.
(3)Όλες οι πληροφορίες και στοιχεία που είναι δυνατό να αποκαλύψουν την ταυτότητα του ασθενούς πρέπει να προστατεύονται.». Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων, επισημαίνω ότι ο γενικός κανόνας είναι υπέρ της τήρησης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που αφορούν στην ιατρική κατάσταση του ασθενούς, τη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία. Ο Ν. 1(Ι)/2005 είναι κατά πολύ πιο αυστηρός στο επίπεδο προστασίας που επιδιώκει απ'ότι ο γενικός νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων, εφόσον αναφέρει ρητά στο άρθρο 15
(1)(α) αυτού ότι η τήρηση της εμπιστευτικότητας ισχύει ακόμη και μετά θάνατον ενός ασθενούς, ενώ ο νόμος περί προσωπικών δεδομένων (Ν.125(Ι)/18) εξασφαλίζει την προστασία των προσωπικών δεδομένων μόνο ζώντων προσώπων. Με την τήρηση του πιο πάνω κανόνα εμπιστευτικότητας είναι επιφορτισμένοι πρώτα και κύρια οι αρμόδιοι παροχείς υπηρεσιών υγείας ή οποιοσδήποτε εργαζόμενος σε ιατρικό ίδρυμα (βλ. το άρθρο 15
(1)(β)). Η τήρηση της πιο πάνω γενικής υποχρέωσης εμπιστευτικότητας υπόκειται σε συγκεκριμένες εξαιρέσεις, οι οποίες απαριθμούνται στο άρθρο 15
(2)ως οι περιπτώσεις (α) έως (στ). Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι οι περιπτώσεις αυτές εξειδικεύονται από το Νομοθέτη, εν τη σοφία του, κατά τρόπο εξαντλητικό. Δηλαδή δεν είναι απλώς ενδεικτικές περιπτώσεις. Είναι οι μόνες επιτρεπτές εξαιρέσεις. Τούτο επιβάλλει καθήκον στο Δικαστήριο να τις ερμηνεύει στενά, όχι διασταλτικά. Έχει αποσαφηνισθεί στην αγόρευση της κας Λαδά, αλλά και με ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο και τους αντιδίκους της Ενάγουσας στις 7.6.2021 ότι η Ενάγουσα δεν συγκατατίθεται στην αποκάλυψη του περιεχομένου του εν λόγω ιατρικού αρχείου προς το Δικαστήριο ή/και προς τους αντιδίκους της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Επομένως ξεκάθαρα, δεν εφαρμόζεται η περίπτωση «(α)» του άρθρου 15
(2). Κατά τα άλλα, από τις εκατέρωθεν υποβληθείσες γραπτές αγορεύσεις, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι αμφότεροι οι συνήγοροι συζητούν μόνο την περίπτωση «(ε)» του άρθρου 15
(2)ως ενδεχόμενη νομική βάση του αιτήματος του συνηγόρου του Εναγομένου 1 για αποκάλυψη στο Δικαστήριο του περιεχομένου του ιατρικού αρχείου της Ενάγουσας που τηρούσε ο ΜΕ2 (Δρ. Σιμόπουλος). Τίθεται επομένως το ζήτημα αν «υπάρχει νομική υποχρέωση προς αποκάλυψη του ιατρικού αρχείου προς τρίτους», οι οποίοι εν προκειμένω συνίστανται στον Εναγόμενο 1 και, κατ' επέκταση, το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εν εξελίξει δημόσιας ακροαματικής εκδίκασης της αγωγής της Ενάγουσας κατά του Εναγομένου 1 που αφορά σε ιατρική αμέλεια. Η νομική υποχρέωση είναι δυνατόν να απορρέει, κατά την κρίση μου, είτε από δικονομική διάταξη είτε από το ουσιαστικό δίκαιο. Θα εξετάσω και τις δύο πτυχές. Από δικονομικής σκοπιάς, έχει δίκαιο η κα Λαδά να σημειώνει ότι η Ενάγουσα δεν είχε εκδηλώσει οποτεδήποτε βούληση να στηρίξει την απαίτησή της στο περιεχόμενο ιατρικού φακέλου ο οποίος να χρονολογείται από το
  1. Δεν δικογράφησε ποτέ ότι η αξίωσή της συσχετίζεται με επιδείνωση οποιασδήποτε προϋπάρχουσας κατάστασης συνεπεία αμέλειας των Εναγομένων 1 και
  2. Αφετηρία της δικής της αξίωσης είναι ο χειρισμός που έτυχε στο Αρεταίειο από 16.5.2011 και έπειτα. Για τούτο το λόγο, πράγματι, μέχρι στιγμής δεν είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη της συγκεκριμένης ιατρικής κάρτας που τηρούσε ο Δρ. Σιμόπουλος ως θεράπων ιατρός της Ενάγουσας από το 2000, ως μέρος της μαρτυρίας που θα προσκόμιζε η Ενάγουσα κατά την ακρόαση. Η ίδια δεν είχε πρόθεση να την αξιοποιήσει. Αυτό που αποκάλυψε ήταν μόνο τα ιατρικά πιστοποιητικά και τις ακτινογραφίες που είχε στην κατοχή της αναφορικά με το επίδικο συμβάν, περιλαμβανομένων των ιατρικών πιστοποιητικών που είχε ετοιμάσει ο Δρ. Σιμόπουλος για τη δική του διάγνωση ή/και πρόβλεψη ή/και προτεινόμενη θεραπεία. Σχετική η Ε/Δ αποκάλυψης εγγράφων στην οποία προέβη η κα XXXXX Σιδέρη, θυγατερα της Ενάγουσας στις 17.10.2016 που είναι καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Κατά την ένορκη μαρτυρία της Ενάγουσας και κατά την κυρίως εξέταση του Δρ. Σιμόπουλου από την Ενάγουσα δεν έγινε αναφορά ή χρήση της ιατρικής κάρτας που τηρούσε ο Δρ. Σιμόπουλος για την Ενάγουσα, προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας. Επομένως, δεν υπήρξε οποιοασδήποτε χειρισμός κατά την ακρόαση από δικής της πλευράς, που να αιφνιδιάζει τον Εναγόμενο 1 ή/και να τον αναγκάζει να απαντήσει σε μαρτυρία που δόθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας με αναφορά στο περιεχόμενο του ιατρικού αρχείου που τηρούσε ο Δρ. Σιμόπουλος. Υπό το φως των ανωτέρω, μέχρι στιγμής δεν προκύπτει νομική υποχρέωση και δεν μπορεί να εξαναγκασθεί μάρτυρας της Ενάγουσας να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο, χωρίς τη συγκατάθεσή της, το ιατρικό αρχείο που τηρούσε ο Δρ. Σιμόπουλος, εφόσον τούτο δεν συσχετίζεται με προηγηθείσα αποκάλυψη του εγγράφου αυτού ως μέρους της δικής της μαρτυρίας. Ούτε είναι η περίπτωση που να εκδόθηκε οποτεδήποτε μέχρι σήμερα Διάταγμα, κατόπιν αίτησης από πλευράς Εναγομένου 1, για ειδική αποκάλυψη ή/και για προσαγωγή του εν λόγω ιατρικού αρχείου, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το προφορικό αίτημα του κ. Μάνουλου ενώπιον του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε στις πρόνοιες της Δ.
  3. Είναι, συγχρόνως, αλήθεια ότι ήταν ο ίδιος ο Δρ. Σιμόπουλος που από μόνος του, αβίαστα, δήλωσε ότι συμβουλευόταν το περιεχόμενο του ιατρικού αρχείου (ιατρικής κάρτας) που είχε στην κατοχή του προκειμένου να απαντά κατά την αντεξέτασή του. Ο μάρτυρας έθεσε το πραγματικό υπόβαθρο αυτό. Σημειώνω ότι ο ίδιος ως παροχέας ιατρικών υπηρεσιών δεσμεύεται και από επαγγελματικούς Κανονισμούς για την τήρηση του ιατρικού απορρήτου, το οποίο όμως επίσης δεν είναι απόλυτο. Έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα «Το δίκαιο της Απόδειξης, δικονομικές και ουσιαστικές πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, Λευκωσία, 2014, εκδόσεις Hipassus Publishing Ltd, όπου στην σελίδα 999 επεξηγείται ότι στην περίπτωση ιατρού και ασθενούς ο νόμος δεν αναγνωρίζει απόλυτο προνόμιο στον ιατρικό λειτουργό να μην αποκαλύπτει τον περιεχόμενο των επαγγελματικών επικοινωνιών με τον ασθενή του. Παρατίθεται εκεί σχετική νομολογία Αγγλικών Δικαστηρίων, η οποία υιοθετήθηκε και στην Κύπρο στην υπόθεση Βράκας και άλλος εναντίον Δημοκρατίας
(1973)2 CLR
  1. Αναφέρεται επίσης ότι σήμερα το ζήτημα του ιατρικού απορρήτου διέπεται από τους περί Ιατρικής Επαγγελματικής Δεοντολογίας Κανονισμούς του 91 (ΚΔΠ 100/91), οι οποίοι έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμεία Συντάξεων) Νόμου 16 του
  2. Παραθέτω τις σχετικές διατάξεις των Κανονισμών? «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Κανονισμός 9 Η σχέση ιατρού ασθενή είναι ιερή. Σ' αυτήν ο ασθενής εμπιστεύεται και δίνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες στον ιατρό για να τον διευκολύνει στη διάγνωση και θεραπεία με τη βεβαιότητα πως αυτός θα τηρήσει απόλυτη εχεμύθεια. Μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση του αρρώστου ή του νόμιμου αντιπροσώπου του μπορεί ο ιατρός να αποκαλύψει τις πληροφορίες αυτές. Την ίδια υποχρέωση για τήρηση απόλυτης εχεμύθειας θα πρέπει ο ιατρός να μεταδώσει και στους βοηθούς του ή σε άτομα που προπαρα[1]σκευάζονται για το ιατρικό επάγγελμα. Κανονισμός 11 Το ιστορικό, η κλινική εικόνα και τα αποτελέσματα εξετάσεων του ασθενή μπορούν να ανακοινωθούν σε ιατρικά συνέδρια, περιοδικά ή συζητήσεις ιατρικού περιεχομένου μόνο όταν δεν αποκαλύπτεται άμεσα ή έμμεσα η ταυτότητα του ασθενή, εκτός αν ο ασθενής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του δώσει τη συγκατάθεση του για το σκοπό αυτό γραπτώς. Κανονισμός 12 Την ίδια εχεμύθεια θα πρέπει να τηρεί ο ιατρός και στην περίπτωση που εκδίδει πιστοποιητικά ή εκθέσεις σε ασφαλιστικές εταιρείες ή άλλους οργανισμούς δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου ή για σκοπούς δικαστηρίου, εκτός εάν ο ασθενής δώσει τη συγκατάθεση του για το αντίθετο. Κανονισμός 13 Στην περίπτωση εξέτασης ατόμου από ιατρό με την ιδιότητα του συμβούλου μιας εταιρείας ή οργανισμού για σκοπούς πρόσληψης σε εργασία ή επάνοδο μετά από άδεια ασθενείας, ο ιατρός δικαιούται να δώσει στον εργοδότη μόνο πληροφορίες που σχετίζονται με την ικανότητα ή όχι του ατόμου να ασκήσει το επάγγελμα στο οποίο θα εργοδοτηθεί. Εξαίρεση στην υποχρέωση για διαφύλαξη του ιατρικού απορρήτου αποτελεί η περίπτωση που ο ιατρός διατάσσεται από το δικαστήριο να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον ασθενή. Τότε μπορεί βέβαια και πάλι να αρνηθεί αν είναι διατεθειμένος να υποστεί τις συνέπειες του νόμου. Μια τέτοια στάση του αν και παράνομη δε θεωρείται αντι[1]δεοντολογική. Άλλες περιπτώσεις που ο ιατρός μπορεί να αποκαλύψει πληροφορίες που περιέχονται στο επαγγελματικό απόρρητο είναι εκείνες κατά τις οποίες η απόκρυψη τους μπορεί να συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη σωματική ακεραιότητα άλλων ατόμων ή να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία σαν σύνολο. Κανονισμός 15 Η τήρηση του ιατρικού απορρήτου θα πρέπει να εξασφαλίζεται και κατά τη συμπλήρωση, διαφύλαξη και χρησιμοποίηση των ιατρικών φακέλων (RECORDS). Ο ασθενής ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του δικαιούται να ζητήσει να λάβει γνώση του περιεχομένου του φακέλου του εκτός εάν η μετάδοση των πληροφοριών αυτών θεωρηθεί επιζήμια για τον ασθενή. . Η συνεχώς αυξανόμενη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών υπολογιστών (COMPUTERS) για την καταγραφή όλων των δεδομένων του ασθενή δημιουργεί νέα προβλήματα στην εξασφάλιση του ιατρικού απορρήτου, γι" αυτό θα πρέπει να κωδικοποιηθούν και να τηρούνται αυστηροί κανονισμοί για τον τρόπο λειτουργίας και το προσωπικό που θα τους χειρίζεται έτσι που να αποφεύγεται διαρροή πληροφοριών σε μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα.». Από τις πιο πάνω πρόνοιες κρίνω ότι προκύπτει με σαφήνεια ως αναγκαία η έγγραφη συγκατάθεση του ασθενούς προκειμένου να μπορεί ένας γιατρός να αποκαλύψει ή και να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενο του ιατρικού του φακέλου, ακόμη και για σκοπούς Δικαστηρίου (βλ. τον Κανονισμό 12 και τον Κανονισμό 15 πιο πάνω). Εδώ δεν είναι η περίπτωση που να χωρεί η έκδοση Δικαστικού Διατάγματος εξαναγκασμού ιατρού να αποκαλύψει ιατρικές πληροφορίες αφορώσες στην περίπτωση εξέτασης ατόμου από ιατρό με την ιδιότητα του συμβούλου μιας εταιρείας ή οργανισμού για σκοπούς πρόσληψης σε εργασία ή επάνοδο μετά από άδεια ασθενείας, όπως αναφέρεται στον Κανονισμό 13 πιο πάνω. Ούτε είναι η περίπτωση όπου αν δεν εξαναγκάσει το Δικαστήριο τον γιατρό σε αποκάλυψη των πληροφοριών, «η απόκρυψη τους μπορεί να συνεπάγεται σοβαρό κίνδυνο για την υγεία ή τη σωματική ακεραιότητα άλλων ατόμων ή να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην κοινωνία σαν σύνολο.», όπως επίσης αναφέρεται στον Κανονισμό 13 πιο πάνω. Επομένως, τυχόν έκδοση απόφασης από μέρους του Δικαστηρίου που να ανάγκαζε τον Δρ. Σιμόπουλο χωρίς την έγγραφη συγκατάθεση της ασθενούς του (εδώ Ενάγουσας) να αποκαλύψει το περιεχόμενο της ιατρικής της κάρτας από την πρώτη επίσκεψή της στο ιατρείο του που έγινε, ως ο ίδιος ανέφερε, το 2000, θα τον έθετε σε θέση παράβασης του επαγγελματικού απόρρητου κατά παράβαση των οικείων Κανονισμών του Επαγγελματικού σώματος των γιατρών. Για τους πιο πάνω λόγους, απορρίπτω στο παρόν στάδιο το αίτημα του συνηγόρου του Εναγομένου 1 για κατάθεση ως τεκμηρίου της ιατρικής κάρτας που βρίσκεται στην κατοχή του αντεξεταζόμενου κ. Σιμόπουλου, ελλείψει της ρητής και έγγραφης συγκατάθεσης της ασθενούς - Ενάγουσας. Εναπόκειται στην πλευρά του Εναγομένου 1 να προβεί στη λήψη κατάλληλου ένδικου διαβήματος για να ζητήσει από το Δικαστήριο να παρουσιασθεί σε αυτό από τον Δρ. Σιμόπουλο το εν λόγω ιατρικό αρχείο, να επιθεωρηθεί από το Δικαστήριο και να κρίνει αν χωρεί η κατάθεσή του στο Δικαστήριο. (υπ.)....... Α. Πανταζή, Ε.Δ. 8.6.
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.