ΜΑΤΣΑΣ ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4306/2013, 30/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A704 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4306/2013 Μεταξύ: [ ] ΜΑΤΣΑΣ Ενάγουσα -και- [ ] ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Εναγομένου --------------- Ημερομηνία: 30/11/21 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Νεοφύτου Για τον Εναγόμενο: κ. Χαβιαράς Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή O Ενάγοντας, δικηγόρος αξιώνει από τον Εναγόμενο ποσό €5,260 ως οφειλόμενο ποσό για δικηγορικές υπηρεσίες Οι υπηρεσίες και αυτό δεν αμφισβητείται σχετίζονται με αγωγή στο Ε.Δ. Λ/σιας, με μέρη την Κ.Δ. και εταιρεία, την οποίαν εκπροσωπούσε άλλο δικηγορικό γραφείο. Ο Ενάγων είχε παρουσιαστεί στην αγωγή για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Δεν υπήρξε διοριστήριο δικηγόρου ούτε και έγγραφη συμφωνία. Δεν αμφισβητείται ότι ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Εναγόμενο να συνδράμει στην αγωγή, ότι τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, ότι είχαν συναντηθεί στο παρελθόν. Μαρτυρία Τα λεχθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα Τεκμήρια που επίσης κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Έχουν βεβαίως ληφθεί υπόψη συνολικά, αλλά δεν επαναλαμβάνονται πλήρως, στην ολότητά τους (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 916). Είναι νομολογημένο ότι αρκεί η σύνοψη της μαρτυρίας. Στην Καννάουρου κ.α. ν. Σταδιώτη κ.α.,
(1990)1 Α.Α.Δ. 35 αναφέρθηκε ότι: « Ότι απαιτείται είναι ο ορθός προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, η σύνοψη του ουσιώδους μέρους της μαρτυρίας, ο συσχετισμός της με τα ευρήματα και συμπεράσματα καθώς και η συνάρτηση της ετυμηγορίας με τα επίδικα θέματα και τα ευρήματα του δικαστηρίου. (Βλ. μεταξύ άλλων Theodora Ioannidou v. Charilaos Dikeos
(1969)1 C.L.R. 235 και Pioneer Candy Ltd v .Tryfon & Sons
(1981)1 C.L.R. 540)» Έδωσαν μαρτυρία ο Ενάγοντας κι ο Εναγόμενος. Ο Ενάγοντας υιοθέτησε το περιεχόμενο Γραπτής Δήλωσης. Σύμφωνα με αυτήν, ασκεί από το 2012 το δικηγορικό επάγγελμα, αφού υπηρέτησε στη Νομική Υπηρεσία για 37 χρόνια, μετά την αφυπηρέτηση του
- Ο Εναγόμενος απευθύνθηκε στον Ενάγοντα προσωπικά και του ζήτησε να μελετήσει και να βοηθήσει άλλο δικηγόρο στην υπόθεση 2105/12 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία αφορούσε διαφορά μεταξύ εταιρείας της οποίας διευθυντής ήταν ο Ενάγοντας και του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας αναφορικά με τη χρήση της εκεί καφετέριας. Τον Ιανουάριο του 2012 συνάφθηκε προφορική συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου υπό την προσωπική του ιδιότητα, στο πλαίσιο της οποίας ο Εναγόμενος του έδωσε οδηγίες να συνεργαστεί και να αναλάβει από κοινού τη μελέτη και την προετοιμασία μαζί με το δικηγορικό γραφείο άλλου δικηγόρου της πιο πάνω αγωγής, η οποία ήταν σε κλίμακα €500.000 - € 2.000.000 ευρώ, ως επίσης και μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, καθώς και τη μελέτη αλληλογραφίας μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και του Υπουργού Υγείας και της διεύθυνσης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας σχετικά με την άδεια χρήσης καφετέριας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Προφορικά συμφωνήθηκε ο τρόπος χρέωσης να ήταν με βάση τους περί Ελάχιστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων τη Δικηγορία Κανονισμούς. Ο ίδιος εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο προσωπικά και σε περίπτωση που θα εκπροσωπούσε μαζί με τον άλλο δικηγόρο την εταιρεία του Εναγόμενου θα υπογραφόταν σχετικό διοριστήριο το οποίο ουδέποτε υπογράφτηκε. Στο πλαίσιο της προφορικής τους συμφωνίας ο Ενάγοντας παρείχε δικηγορικές υπηρεσίες και νομικές συμβουλές και διεξήγαγε μελέτη εγγράφων σε σχέση με την υπόθεση, προκειμένου να συμβουλεύσει τον Εναγόμενο προσωπικά. Παρουσιάστηκε επίσης στις 15/6/12 σε ακρόαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Περαιτέρω για τον πιο πάνω σκοπό, δηλαδή για την παροχή νομικών συμβούλων και δικηγορικών υπηρεσιών με οδηγίες εν γνώση και κατόπιν εντολών του Εναγόμενου και σε τουλάχιστον τρεις συναντήσεις στην παρουσία και του ιδίου μετέβηκε σε 8 ημερομηνίες στο δικηγορικό γραφείο του άλλου δικηγόρου, όπου μελέτησαν και προετοιμάστηκαν για τη σχετική αγωγή και για την αίτηση έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Ο καθορισμός των ημερομηνιών γινόταν από τον άλλο δικηγόρο. Ο Εναγόμενος του τηλεφωνούσε επανειλημμένα και τακτικά τόσο κατά τις συναντήσεις, όσο και μετά τις συναντήσεις με τον άλλο δικηγόρο και ζητούσε όπως τον Ενάγοντα να τον ενημερώσει για τις απόψεις του σε σχέση με την υπόθεση. Επίσης με οδηγίες και κατ' εντολή του Εναγόμενου μετέβηκε τρεις φορές στη Νομική Υπηρεσία για συζήτηση της υπόθεσης με λειτουργό που τη χειριζόταν εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Για τον πιο πάνω σκοπό μελέτησε ολόκληρο το περιεχόμενο του φακέλου και προετοιμάστηκε ώστε να έχει πλήρη γνώση των γεγονότων και των νομικών θεμάτων που εγείρονταν, ώστε να επέβαλλε στις συναντήσεις με τον άλλο δικηγόρο συγκεκριμένες εισηγήσεις, απόψεις και προτάσεις. Η υπόθεση ήταν πολύπλοκη και ογκώδης, με μεγάλο αριθμό και σοβαρής σπουδαιότητας έγγραφα, μεγάλης οικονομικής σημασίας για τον Εναγόμενο, με πολλά νομικά σημεία και η μελέτη της αλληλογραφίας και η σχετική προετοιμασία έπρεπε να διεκπεραιωθεί σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια. Αναφορικά με τις πιο πάνω νομικές συμβουλές, μελέτη και υπηρεσίες που προσέφερε στον Εναγόμενο επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής του (ο Εναγόμενος είχε ήδη τερματίσει τη συνεργασία του με τον άλλο δικηγόρο). Παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις του Εναγόμενου για διευθέτηση της αμοιβής του, και παρά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Εναγόμενο, εν τούτοις ο τελευταίος ουδέποτε επικοινώνησε και συνεχίζει να αρνείται να προβεί στην εξόφληση του ποσού. Προσπάθειες έγιναν μέσω και του άλλου δικηγόρου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Γύρω στις 3/6/13, αφού οι προσπάθειες του δεν έφεραν αποτέλεσμα, απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο, αναλύοντας την αμοιβή του. Ο Εναγόμενος ουδέποτε απάντησε είτε γραπτώς, είτε προφορικώς και ουδέποτε αρνήθηκε την οφειλή του. Περί το τέλος του 2020 ο Εναγόμενος μετέβηκε στο γραφείο του Ενάγοντα ενημερώνοντας τον ότι «δεν έχω μία να σου δώσω». Ποτέ ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε την οφειλή είτε γραπτώς, είτε προφορικώς. Κατέθεσε επίσης επιστολή προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 3/6/2013 Τεκμήριο 1 (η οποία να σημειωθεί ότι συντάσσεται σε επιστολόγραφο δικηγορικής εταιρείας), όπου ο Ενάγοντας απευθύνεται προς τον Εναγόμενο (αναφέρεται ο τελευταίος ως διευθυντής εταιρείας). Θα αναφερθώ στο περιεχόμενό της, γιατί έχει τη σημασία του. Γίνεται στην επιστολή αναφορά σε οδηγίες που δόθησαν στον Ενάγοντα για συνεργασία με συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο για τον από κοινού χειρισμό αγωγής μεταξύ της εταιρείας και του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα και μελέτη αλληλογραφίας μεταξύ της εταιρείας και του Υπουργείου Υγείας ως και της διεύθυνσης του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας σε σχέση με τη χρήση της καφετέριας του νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ως περαιτέρω αναφέρεται στην επιστολή ο Ενάγοντας μετέβηκε πολλές φορές στο δικηγορικό γραφείο του άλλου δικηγόρου για μελέτη του ογκώδους φακέλου που σχηματίστηκε και για την απαιτούμενη προετοιμασία για την υπόθεση και το προσωρινό διάταγμα. Περαιτέρω, με δικές του και πάλι οδηγίες μετέβηκε τρεις φορές στη Νομική Υπηρεσία για συζήτηση της υπόθεσης με τη λειτουργό που χειριζόταν την υπόθεση με σκοπό τη δυνατότητα εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Επανειλημμένα ο Εναγόμενος του τηλεφωνούσε για ενημέρωσή του σχετικά με την πορεία της μελέτης και προετοιμασίας της υπόθεσης, αλλά και των επαφών που είχε με δίκες του οδηγίες για την υπόθεση. Επίσης εμφανίστηκε με άλλο δικηγόρο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 15/6/
- Για τις εν λόγω υπηρεσίες ο Ενάγοντας επικοινώνησε επανειλημμένα με τον Εναγόμενο για τη διευθέτηση της αμοιβής του αφού όπως πληροφορήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης στις 15/6/12 σχετικά με το αίτημα για το προσωρινό διάταγμα αποτάθηκε σε άλλο δικηγόρο για την εκπροσώπησή του. Πάρα τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του ότι θα επικοινωνούσε μαζί του για τη διευθέτηση της αμοιβής εν τούτοις παρέλειψε να επικοινωνήσει και θα διευθετήσει το ζήτημα. Άκαρπες ήταν και οι προσπάθειες μέσω και του άλλου δικηγόρου για εξόφληση του Ενάγοντα. Τέλος καλείται ο Εναγόμενος σε εξόφληση ποσού 5.260 ευρώ πλέον 18% ΦΠΑ, πλέον 150 ευρώ έξοδα επιστολής, το οποίο και αναλύει ο Ενάγοντας σε 800 ευρώ για μελέτη της υπόθεσης, 3.360 ευρώ για προετοιμασία για την υπόθεση σε συνεργασία με τον άλλο δικηγόρο, 600 ευρώ για 3 φορές μετάβαση στη Νομική Υπηρεσία για συζήτηση της υπόθεσης και 500 ευρώ για εμφάνιση και αγόρευση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 15/6/
- Επιπλέον ζητούνται 150 ευρώ έξοδα επιστολής. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τον Εναγόμενο. Συναντήθηκαν μία φορά παλαιότερα λόγω διαφοράς που είχε με υπάλληλο του. Τον επισκέφθηκε π Εναγόμενος όταν πρωτοάνοιξε το δικηγορικό του γραφείο το Γενάρη του
- Δέχθηκε ότι τον συνάντησε και σε ξενοδοχείο. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι είχε μία υπόθεση στο Δικαστήριο και δεν του ανέφερε εταιρεία. Του είπε ότι την χειριζόταν άλλος δικηγόρος κι επειδή είχε σχέση με τη νομική υπηρεσία και σχετική εμπειρία, του ζήτησε να βοηθήσει τον άλλο δικηγόρο σε απάντηση αλληλογραφίας που είχε και χαρακτηριστικά για να παραταθεί η άδεια χρήσης του κυλικείου. Όταν ενημερώθηκε επικοινώνησε με τον Εναγόμενο και στη συνέχεια ορίστηκαν συναντήσεις στο άλλο δικηγορικό γραφείο και άρχισαν να απαντούν στις διάφορες επιστολές που χρειάζονταν απάντηση και να προγραμματίσουν τον τρόπο που θα χειρίζονταν την υπόθεση. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ρητά ότι η εταιρεία είχε ήδη δικηγόρο. Ο ίδιος είδε μεν το σώμα της Αγωγής και της Αίτησης και διαπίστωσε ότι δεν ήταν διάδικος ο Εναγόμενος. Εξήγησε ότι ο Εναγόμενος ήθελε δικηγόρο γιατί ήταν διευθυντής της εταιρείας, ενδιαφερόταν για το συμφέρον της. Η εταιρεία είχε δικηγόρο και δεν χρειαζόταν. Ο ίδιος ο Εναγόμενος θεώρησε ότι ο δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση για την εταιρεία καλό ήταν να είχε και τον ίδιο για να τον βοηθά να παραταθεί η άδεια χρήσης του κυλικείου. Επειδή η συμφωνία ήταν προφορική κι επειδή η εταιρεία είχε ήδη δικηγόρο, δεν υπογράφηκε έντυπο εκπροσώπησης, γιατί θεώρησε ο Εναγόμενος ότι ήταν καλό να έχει κι εκείνον να τον συμβουλεύει και να τον βοηθά, για οτιδήποτε θα τον βοηθούσε να παραταθεί η άδεια χρήσης. Αυτός ήταν ένας από τους λόγους. Νομίζει επίσης ότι ήταν και ο μόνος μέτοχος ο Εναγόμενος. Ήταν η πρώτη ή δεύτερη υπόθεση μετά που αφυπηρέτησε ο ίδιος ο Ενάγοντας από τη νομική υπηρεσία. Επειδή δεν θα διοριζόταν δικηγόρος της εταιρείας και δεν υπέγραψε διοριστήριο (retainer), τον ρώτησε ο Εναγόμενος για τη χρέωση και του απάντησε ο Ενάγοντας ότι θα τον πλήρωνε σύμφωνα με τους Κανονισμούς για αμοιβή των δικηγόρων και μάλιστα του ανέφερε ότι δεν θα το χρέωνε το ανώτατο όριο. Ο Εναγόμενος του ζήτησε τις υπηρεσίες του κι αυτός ήταν υπεύθυνος να πλήρωνε. Αν γινόταν η συμφωνία θα υπέγραφε και διοριστήριο. Ακριβώς δεν υπέγραψε γιατί του το ζήτησε προφορικά ο Εναγόμενος. Όταν είχαν συμφωνήσει δεν είχε δει το φάκελο της υπόθεσης. Δεν αποτάθηκε για πιστοποίηση της αμοιβής του στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο γιατί δεν ήταν υποχρεωμένος να το πράξει Αποτάθηκε στο Δικαστήριο. Είχε το δικαίωμα να χρεώσει όσα χρέωσε με δεδομένο ότι είχε 37 χρόνια υπηρεσίας στο επάγγελμα του δικηγόρου και χρέωσε έναν άγνωστό του. Εργάστηκε με τον άλλο δικηγόρο πολλές ώρες και ο ίδιος ο Εναγόμενος ήταν παρών κι επενέβαινε. Δεν ετοίμασε κατάλογο εξόδων γιατί δεν υπήρχε διοριστήριο. Όσον αφορά τη δικαστική διαδικασία, εμφανίστηκε ο υιός του άλλου δικηγόρου ενώπιον Π.Ε.Δ. και τον συνόδευσε κι εμφανίστηκε ως πιο έμπειρος. Αυτό δεν ήταν μέσα στα πλαίσια των υπηρεσιών που συμφώνησε αλλά προέκυψε. Ο άλλος δικηγόρος τον ενημέρωσε ότι δεν εξοφλήθηκε ακόμα. Στις συναντήσεις ήταν παρών και ο ίδιος ο Εναγόμενος τέσσερις φορές κι επίσης γνώριζε για τις άλλες συναντήσεις κι επικοινωνούσε μαζί τους τηλεφωνικώς. Ο Ενάγοντας δεν είναι επαίτης και διεκδικεί χρήματα για υπηρεσίες που πρόσφερε. Ο Εναγόμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: ‑ Εταιρεία με το δικό του όνομα είχε δικαστηριακή διαφορά με το Γενικό Νοσοκομείο σε σχέση με τις άδειες χρήσης της καντίνας. Συγκεκριμένα ενώ η άδεια μπορούσε να ανανεωθεί για άλλα 5 χρόνια αυτό δεν έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα να κινηθούν νομικές διαδικασίες. Την υπόθεση ανέλαβε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο που χειριζόταν τις υποθέσεις της εν λόγω εταιρείας και στην εξέλιξη της υπόθεσης λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο ιδρυτής του γραφείου, έγινε εισήγηση όπως μαζί με τον γιο του διοριστεί ακόμα ένας δικηγόρος. Τυχαία σε μια συνάντηση στο Γενικό Νοσοκομείο γνώρισε τον Ενάγοντα μέσω κάποιου κοινού τους φίλου και τον Ιανουάριο του 2012 κατόπιν συνάντησης που διευθέτησε ο φίλος τους και στην παρουσία άλλων προσώπων ανέφερε στον Ενάγοντα το πρόβλημα της εταιρείας και το ότι την υπόθεση χειριζόταν άλλος δικηγόρος και ο Ενάγοντας του απάντησε ότι δεν είχε ο ίδιος δικηγορικό γραφείο γιατί ήταν τότε με άδεια από τη Νομική Υπηρεσία και ότι θα επικοινωνούσε με τον άλλο δικηγόρο για να συνεννοηθούν και αντάλλαξαν τηλέφωνα. Τηλεφωνήθηκαν μετά που λίγες μέρες και ο Ενάγοντας τον ενημέρωσε ότι θα μετέβαινε στο γραφείο του άλλου δικηγόρου για να δουν μαζί την υπόθεση. Δεν μίλησαν μεταξύ τους για αμοιβή, αλλά ούτε και έγινε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία. ‑ Από την πρώτη φορά που μίλησε με τον Ενάγοντα ο ίδιος κατέστησε σαφές ότι η υπόθεση αφορούσε την εταιρεία και ο ίδιος ενημερωνόταν για την υπόθεση από τον άλλο δικηγόρο, όντας διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας. ‑ Στην παρουσία του και στην παρουσία του Ενάγοντα έγιναν δύο συναντήσεις στο γραφείο του άλλου δικηγόρου. Ουδέποτε έγινε αναφορά σε άλλες συναντήσεις με τον άλλο δικηγόρο και ουδέποτε έγινε αναφορά σε συναντήσεις στη Νομική Υπηρεσία. Κάτι τέτοιο ήταν άλλωστε αχρείαστο εφόσον υπήρχε άλλος δικηγόρος για την εταιρεία, η οποία υπόγραψε διοριστήριο έγγραφο μόνο με το γραφείο του άλλου δικηγόρου και δεν του ζητήθηκε να υπογράψει διοριστήριο στον Ενάγοντα. Ασφαλώς ούτε ο ίδιος υπόγραψε οτιδήποτε, ούτε και του ζητήθηκε, εφόσον δεν χρειαζόταν ο ίδιος δικηγόρο, αλλά η εταιρεία. ‑ Στις 15/6/12 μετέβηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για σκοπούς ακρόασης αίτησης για έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων. Παρουσιάστηκαν για την εταιρεία ο Ενάγοντας με τον γιο του άλλου δικηγόρου και είχαν μια ολιγόλεπτη συζήτηση με το Δικαστήριο και ακολούθως ο Δικαστής απέρριψε την αίτηση. Ο ίδιος θυμάται ότι ο Δικαστής ανέφερε στον Ενάγοντα ότι έχει ήδη αποφασίσει, όμως ο Ενάγοντας επέμενε να μιλήσει και αυτός τον άφησε. Μέχρι τις 15/6/12 ο Ενάγοντας δεν ανέφερε ποτέ οτιδήποτε για αμοιβή. Μετά την πιο πάνω απόφαση ζήτησε όπως του αναφερθεί από τον άλλο δικηγόρο το ποσό της αμοιβής του για να διευθετηθεί από την εταιρεία και θυμάται ότι ήταν περίπου €2500 - €3000, τα οποία η εταιρεία κατέβαλε. Το ίδιο ζητήθηκε και από τον Ενάγοντα παρά το ότι δεν ανέφερε ποτέ οτιδήποτε για αμοιβή. Όταν ο Ενάγοντας τον πληροφόρησε ότι ζητούσε €6.206 ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, ο ίδιος του απάντησε ότι η εταιρεία δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το εν λόγω ποσό ειδικά με βάση του τι πληρώθηκε ο άλλος δικηγόρος. ‑ Ουδέποτε ο ίδιος δεσμεύτηκε προσωπικά να πληρώσει το πιο πάνω ποσό στον Ενάγοντα. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν ξεκάθαρες για εκπροσώπηση της εταιρείας. ‑ Ο Ενάγοντας ουδέποτε πληροφόρησε τον Εναγόμενο ή την εταιρεία για το ποσό που θα χρέωνε με οποιονδήποτε τρόπο. Η επιστολή, Τεκμήριο 1, ημερομηνίας 23/3/2001 δεν τον αφορά, αλλά αφορά την εταιρεία και απευθύνεται σε εκείνο ως διευθυντή της. ‑ Αναφορικά με συνάντηση που είχε με τον Ενάγοντα στο γραφείο του τελευταίου περί τα τέλη του 2020 διευκρινίζει ότι εκεί μετέβηκε με προτροπή άλλου δικηγόρου για να λήξει το ζήτημα και εξήγησε στον Ενάγοντα ότι δεν είναι τον ίδιο που πρέπει να «κυνηγά» αλλά την εταιρεία. Ο Ενάγοντας επέμενε στη στάση του και ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν έχει προσωπικά λεφτά για να του δώσει. ‑ Ο ίδιος αρνήθηκε την οφειλή από την πρώτη στιγμή που ο Ενάγοντας του ανέφερε το ποσό. Κατά την αντεξέτασή του, διαφώνησε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συναντήθηκαν πρώτη φορά όπως τις ανέφερε ο Ενάγοντας. Επέμενε ότι αυτό έγινε στην καντίνα του νοσοκομείου. Η δική του εκδοχή είναι ότι τον Ιανουάριο του 2012 ζήτησε από κοινό τους φίλο να διευθετήσει συνάντηση με τον Ενάγοντα. Πήγε και μίλησε μαζί του και του ανέφερε ότι είχε μία υπόθεση για την καντίνα του νοσοκομείου (διευκρίνισε άμεσα ότι εννοούσε την εταιρεία) και ο Ενάγοντας του απάντησε ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο. Του ανέφεραν ότι η εταιρεία Α. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ έχει πρόβλημα με το νοσοκομείο και ότι θέλουν ακόμα ένα δικηγόρο μαζί με το δικηγόρο της εταιρείας, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Δεν μίλησαν στη συνάντηση για αμοιβή. Όταν τέλειωσε η υπόθεση και πλήρωσε τον άλλο δικηγόρο ο Ενάγοντας του ζήτησε € 6200 τα οποία ο ίδιος αμφισβήτησε και του ανέφερε ότι δεν μπορεί να του δώσει τα λεφτά που ζητά. Ανέφερε επί λέξει (έχει τη σημασία του ως θα αναφερθεί πιο κάτω: «.... είπα να τον πληρώσω τζιαί τούτον τζιαί λέει μου εν 6100, πόθεν 6100; Ο άλλος δικηγόρος 3.000 που είχε την υπόθεση ενάμισι χρόνο τζιαί εσύ που δεν μπήκες μέσα σε υπόθεση, αφού την υπόθεση έφκαλεν μας τη μέρα που πήγε Δικαστήριο, ο Δικαστής είπε του ότι εν φκαρμένη η υπόθεση τζιαί θέλεις να δώσω 6.200; Η εταιρεία λέω του εν τζιαμέ αν θέλεις να πιάσεις που την εταιρεία πιάσε, λέω του εγώ δεν μπορώ να σου δώσω τούντα λεφτά που θέλεις και κίνησε αγωγή πάνω μου.» Δεν έγινε προηγουμένως αναφορά σε χρήματα. Δεν του είπε οτιδήποτε ο Ενάγοντας γενικά αλλά ούτε και του είπε ποτέ ο Ενάγοντας ότι θα τον χρέωνε με τους Κανονισμούς του Δικαστηρίου. Δεν ανέλαβε προσωπικά να εξοφλήσει την αμοιβή. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τον ενδιάφερε να μάθει αν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί, ανέφερε ότι στον ίδιο δεν έγινε αναφορά για χρήματα, αλλά η υπόθεση αφορούσε την εταιρεία. Η υπόθεση ήταν ολοκληρωμένη στο Δικαστήριο όταν ανέλαβε ο Ενάγοντας. Δεν γνωρίζει για τις συναντήσεις του Ενάγοντα στο γραφείο του άλλου δικηγόρου ή στη νομική υπηρεσία. Μίλησε 2-3 φορές μ τον Ενάγοντα στο τηλέφωνο. Γνωρίζει για τις συναντήσεις του Ενάγοντα με τον άλλο δικηγόρο μόνο για 2 φορές από τις 9 που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, στις οποίες ήταν και ο Εναγόμενος παρών.. Ερωτώμενος εάν απάντησε στην επιστολή Τεκμήριο 1, ανέφερε ότι ήταν για την εταιρεία και την έστειλε ο Ενάγοντας σε εκείνον. Ποτέ δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα γιατί δεν το ζήτησε (εννοούσε από την εταιρεία). Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν πληρώθηκε ο Ενάγοντας από την εταιρεία απάντησε επί λέξει: «Δεν ξέρω τι έκανε. Ζήτησε λεφτά; Όταν του είπαμε να τον πληρώσουμε μας είπε 6,
- Του είπα ότι εν πολλά τα λεφτά. Μου είπε έτσι δουλέφκω εγώ φίλε μου. Αφού δεν έκανες τίποτε . Κι έληξε η υπόθεσ绨. Εφόσον ο Ενάγοντας του ζήτησε €6,200 και ο ίδιος του είπε ότι ήταν υψηλή η χρέωση δεν υπήρχε λόγος για αντιπρόταση. Ο ίδιος δεν χρωστά στον Ενάγοντα. Ό,τι οφείλεται είναι από την εταιρεία ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης
(2011)1Α Α.Α.Δ. 462, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη. Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. (Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Αξιολόγησα τη μαρτυρία συνολικά και σφαιρικά και όχι κατά μικροσκοπικό τρόπο, πάντα σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσαν οι μάρτυρες ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τους μάρτυρες στο εδώλιο και να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους από τις αντιδράσεις τους, την αμεσότητα ή μη των απαντήσεών τους και τη συνοχή του περιεχομένου της. Ο Ενάγοντας αν και δεν θεωρώ, για λόγους που θα εξηγήσω και πιο κάτω, ότι έδρασε με τον καταλληλότερο τρόπο στο ζήτημα της χρέωσης αλλά και της συμφωνίας για την αμοιβή του, δεν περιέπεσε σε κάποια αντίφαση και συνάγω ότι ήταν ειλικρινής και ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, τόσο γενικά όσο και ειδικά σε σχέση με το πρόσωπο που τον διόρισε. Έχω πεισθεί ότι γνώριζε τον ίδιο τον Εναγόμενο και με αυτόν συμφώνησε να συναλλαχθεί, ακόμη κι αν ήταν μέτοχος ή διευθυντής εταιρείας με το όνομά του που είχε συγκεκριμένη υπόθεση στο Δικαστήριο, κι έχω πεισθεί ότι εκείνον θεώρησε ότι είχε πελάτη του. Όταν μάλιστα ζήτησε την αμοιβή του, από τον Εναγόμενο την ζήτησε (βλ. Τεκμήρια 1 και 4). Παρά το ότι δεν ενήργησε με τον ορθότερο τρόπο, το οποίο αποδίδω στην απειρία του σε συναλλαγές του ιδιωτικού τομέα, όντας 37 έτη στη νομική υπηρεσία της Δημοκρατίας -ανέφερε άλλωστε ότι ήταν από τις πρώτες υποθέσεις που αναλάμβανε μετά την αφυπηρέτησή του- και παρά το κατά τα φαινόμενα υπερβολικό των χρεώσεών του, κρίνω ότι παρέμεινε σταθερός στην εκδοχή του για τον ποιον εκπροσώπησε και για το ότι είχε συμφωνήσει με τον Εναγόμενο προσωπικά, ως επίσης και σε σε σχέση με τις υπηρεσίες που προσέφερε. Ήταν διάχυτος δε και πολύ εμφανής ο εκνευρισμός του και η ενόχλησή του όταν έδινε μαρτυρία για το ότι έπρεπε να διεκδικεί δικαστικά την αμοιβή του και ιδίως όταν ένιωθε να αμφισβητούνται οι ισχυρισμοί του κατά την αντεξέτασή του. Αυτά όμως δεν τον καθιστούν αναξιόπιστο. Τουναντίον, ενισχύουν την εντύπωσή μου για την αλήθεια των λεγομένων του, αφού φανέρωναν αυθεντικότητα. Όσον αφορά στο ότι δε δεν δικογράφησε ειδικά το ότι συμφωνήθηκε η αμοιβή του στη βάση των σχετικών Κανονισμών, δεν θεωρώ ότι αυτό τον εμποδίζει να προβάλει τον ισχυρισμό. Προβλεπόταν από την ίδια την κείμενη νομοθεσία, ως ίσχυε τότε (οι σχετικοί Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί 1985-2006 καταργήθηκαν με την ΚΔΠ 172/2018, Κατάργηση των περί των Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμών του 1985 έως 2017) ότι ένας δικηγόρος θα αμοιβόταν και μάλιστα με υποχρεωτικά κατώτατα όρια βάσει αυτών για υπηρεσίες του όταν δεν προβλεπόταν διαφορετικά και δεν θεωρώ ότι έχρηζαν δικογράφησης οι σχετικοί ισχυρισμοί του Ενάγοντα. Έρχομαι στην απαίτηση του Ενάγοντα, σε σχέση με τις λεπτομέρειες αυτής. Δεν αμφιβάλλω ότι έλαβαν χώρα τόσο οι συναντήσεις στη Νομική Υπηρεσία στην οποίαν αναφέρθηκε όσο και η μελέτη, οι συναντήσεις και η προετοιμασία για την εμφάνιση και η εμφάνιση στο Δικαστήριο για το προσωρινό διάταγμα (η τελευταία βέβαια σημειώνω τα λεγόμενα του Ενάγοντα ότι δεν ήταν συμφωνημένη αλλά προέκυψε). Όσον αφορά το τιμολόγιο, το οποίο κι εκδόθηκε από την εταιρεία Μάτσας ΔΕΠΕ -όπως επισημαίνει ο κ. Χαβιαράς στην Αγόρευσή του- δεν τέθηκε το ζήτημα στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του, ούτε και δικογραφείται ισχυρισμός ότι δεν νομιμοποιείται ενεργητικά ο Ενάγοντας στην αξίωσή του γιατί δεν ήταν αυτός που παρείχε υπηρεσίες αλλά εταιρεία. Το τιμολόγιο όμως Τεκμήριο 4, παρά το εμφανές λάθος του Ενάγοντα να εκδοθεί αυτό μέσω δικηγορικής εταιρείας με το όνομά του, δείχνει ξεκάθαρα με ποιον συναλλάχθηκε ο Ενάγοντας και από ποιον ζήτησε να πληρωθεί, που δεν ήταν η εταιρεία του Εναγομένου αλλά ο ίδιος ο Εναγόμενος. Παρατηρώ επίσης ότι αποστάλθηκε κι επιστολή στο λογότυπο της εταιρείας Μάτσας. Από το περιεχόμενο της επιστολής όμως («μου δώσατε», «μετέβηκα» «εμφανίσθηκα» «[ ] Μάτσας, Δικηγόρος» αναφορές στον ίδιο τον Ενάγοντα και την προσφώνηση «Κύριε» στο Τεκμήριο 1) όπως και από το όνομα στο τιμολόγιο Τεκμήριο 4 που είναι αυτό του Εναγόμενου) προκύπτει ότι η σχέση δικηγόρου πελάτη ήταν μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου προσωπικά και μάλιστα ότι ήταν στον τελευταίο που παρασχέθηκαν νομικές υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος από την άλλη, δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Επαναλάμβανε συνεχώς το όνομα της εταιρείας τοποθετώντας το σε επανειλημμένες περιπτώσεις σε προτάσεις του, κατά τρόπο που να δείχνει ότι το έκανε επιτηδευμένα και όχι με ειλικρίνεια. Ήταν έκδηλο από τη συμπεριφορά του ότι υπήρχε παράπονο από τη χρέωση του Ενάγοντα προς τον ίδιο και ότι γι' αυτό επιχειρεί να μετακυλίσει τη δική του οφειλή προς την εταιρεία. Όπως μάλιστα, το έθεσε προς τον Ενάγοντα, συνάγεται ότι η εταιρεία έτυχε επίκλησης την υστάτη, ακριβώς γιατί ο ίδιος ο Εναγόμενος θεωρούσε ότι ήταν η χρέωση υπερβολική (σύμφωνα με δικά του λεγόμενα : «Η εταιρεία λέω του εν τζιαμέ αν θέλεις να πιάσεις που την εταιρεία πιάσε, λέω του εγώ δεν μπορώ να σου δώσω τούντα λεφτά που θέλεις και κίνησε αγωγή πάνω μου.») Δεν με έπεισε ο Εναγόμενος ότι ανέφερε στον Ένάγοντα ρητά ότι θα ενεργούσε για την εταιρεία. Είναι σαφές ότι και προφασίστηκε την εταιρεία και την προφασίζεται ακόμη για να μην πληρώσει το ποσό στον Ενάγοντα, το οποίο ο ίδιος θεωρεί υπερβολικό. Εξηγώ. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε συμφωνία επί του ποσού της αμοιβής, αλλά από την άλλη ισχυρίζεται ότι ρητά συμφώνησε ότι δρούσε για την εταιρεία ο Ενάγοντας και επέμενε ότι του ανέφερε και το όνομά της. Δεν είναι πιστευτό, ενώ από τη μία αδιαφορούσε για το σημαντικότερο από ό,τι φάνηκε για εκείνον και δεν το συζήτησε ποτέ - αυτό που μάλιστα ο ίδιος έδειξε να τον ενδιαφέρει τόσο όταν επήλθε- δηλαδή τη χρέωση και τη δικηγορική αμοιβή, να μερίμνησε να είχε συμφωνήσει ρητά για το ότι ο Ενάγοντας θα εκπροσωπούσε την εταιρεία. Όταν μάλιστα ακολούθησε έκδοση τιμολογίου στο όνομά του και παράλληλη επιστολή που του ζητούσε πληρωμή, δεν απάντησε γραπτώς, αλλά τότε από ότι φαίνεται από τις απαντήσεις του και τα δικά του λεγόμενα, θυμήθηκε προφορικά να επικαλεστεί την εταιρεία. Η απάντησή του ήταν η ακόλουθη: «άλλος δικηγόρος 3.000 που είχε την υπόθεση ενάμισι χρόνο τζιαί εσύ που δεν μπήκες μέσα σε υπόθεση, αφού την υπόθεση έφκαλεν μας τη μέρα που πήγε Δικαστήριο, ο Δικαστής είπε του ότι εν φκαρμένη η υπόθεση τζιαί θέλεις να δώσω 6.200;» άρα ήταν η χρέωση που τον ενδιέφερε, την οποίαν θεωρούσε υπερβολική. Είπε στον Ενάγοντα κι αυτό που παράθεσα προηγουμένως: «Η εταιρεία λέω του εν τζιαμέ αν θέλεις να πιάσεις που την εταιρεία πιάσε, λέω του εγώ δεν μπορώ να σου δώσω τούντα λεφτά που θέλεις και κίνησε αγωγή πάνω μου.» Ισχυρίστηκε επίσης, σε προφανή προσπάθεια να μειώσει την αξία της εργασίας του δικηγόρου του, ότι, όταν εμφανίστηκε ο Ενάγοντας ενώπιον Δικαστηρίου για την υπόθεση της εταιρείας, το Δικαστήριο προκαθόρισε τη θέση του λέγοντας στον Ενάγοντα ότι δεν θα εξέδιδε το διάταγμα πριν καν ο τελευταίος αγορεύσει. Δεν έχω οποιαδήποτε πρακτικά της εν λόγω διαδικασίας στη διάθεσή μου, αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ο οποίος μάλιστα δεν τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του, ότι ο Δικαστής είχε αποφάσισε επί ενός σημείου (ότι δεν θα εξέδιδε ένα διάταγμα), αλλά στη συνέχεια άφησε το δικηγόρο να αγορεύσει. Ούτε η απάντησή του ήταν τέτοια επί του Τεκμηρίου 1 (ως φάνηκε και από τα λεγόμενά του πιο πάνω) ώστε στην ουσία να αμφισβητεί ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος όφειλε το ποσό. Επισημαίνω εδώ μία σοβαρή αντίφαση. Ανέφερε ότι δεν απάντησε στην επιστολή γιατί αφορούσε την εταιρεία, ενώ από την άλλη το τιμολόγιο Τεκμήριο 4 ήταν στο δικό του όνομα και από την άλλη είπε στον Ενάγοντα «εγώ δεν μπορώ να σου δώσω τούντα λεφτά που θέλεις.», άρα ήταν σαφές για εκείνον ότι η δικηγορική αμοιβή ζητείτο από εκείνον κι όχι από την εταιρεία. Δικογραφικά πάντως στην παρ. 13 της Υπεράσπισής του, σημειώνω ότι ο Εναγόμενος αναφέρει ότι με την κοινοποίηση της απαίτησης του Ενάγοντα διαμαρτυρήθηκε έντονα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το ποσό που ζητούσε από τον Εναγόμενο αντιπροσώπευε τη συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή του (άρα δέχεται ότι ήταν για το ύψος της αμοιβής ότι διαφώνησε και όχι για το εάν εκπροσωπείτο ο ίδιος). Προσθέτω επίσης ότι υπάρχει στην παράγραφο 14 της Υπεράσπισης, η ακόλουθη αναφορά, την οποία δεν μπορώ επ' ουδενί να αγνοήσω, εφόσον αποτελεί θετικό ισχυρισμό του ίδιου του Εναγόμενου, που ενισχύει την εκδοχή ότι παρασχέθηκαν στον ίδιο προσωπικά νομικές υπηρεσίες από τον Ενάγοντα: «Είναι περαιτέρω η θέση του Εναγόμενου ότι ουδεμία συμφωνία σύναψε .. με τον Ενάγοντα αναφορικά με το ύψος της αμοιβής του για τις παρασχεθείσες από αυτόν στον Εναγόμενο νομικές υπηρεσίες." Συνεπώς, εκτός από τις δηλώσεις του προς τον Ενάγοντα, οι οποίες και συνιστούν ως τέθηκαν παραδοχή ότι η σχέση δικηγόρου - πελάτη ήταν μεταξύ του Ενάγοντα και του ιδίου κι εκτός όπου τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο συμφωνούν με τα όσα ο Ενάγοντας ανέφερε - ο οποίος και κρίθηκε αξιόπιστος από εμένα-, δεν γίνεται πιστευτός ως προς τα υπόλοιπα ο Εναγόμενος. Συνεπώς βρίσκω ότι: - Στις αρχές του 2012 ανέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος προσωπικά στον Ενάγοντα να του παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες σε σχέση με υπόθεση εταιρείας στην οποία ήταν διευθυντής και μέτοχος - Ο Ενάγοντας στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας παρείχε τις αναφερόμενες στο Τεκμήριο 1 υπηρεσίες. - Ο Εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει τον Ενάγοντα, όταν ο τελευταίος του ζήτησε ποσό €5,260 πλέον Φ.Π.Α με επιστολή Τεκμήριο 1 και τιμολόγιο Τεκμήριο 4, θεωρώντας τις χρεώσεις του υπερβολικές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κατ' αρχήν επειδή εγείρει ζήτημα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου, ότι έπρεπε αποταθεί για πιστοποίηση αμοιβής ο Ενάγοντας και δεν το έπραξε, επισημαίνω ότι Κανονισμοί αναφέρονται σε δυνητική και όχι υποχρεωτική επιλογή που εμποδίζει τη δικαστική οδό (βλ. Κανονισμός 14 των οι Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί 1985-2006 «δύναται να αποταθεί») Είναι αυτονόητο, οι Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί αφορούσαν, ως ίσχυαν τότε, σε υποχρεωτικές χρεώσεις από τους δικηγόρους με συγκεκριμένα καθορισμένα κατώτερα όρια. Επίσης να αναφέρω ότι ζητείται ποσό μικρότερο στην Έκθεση Απαίτησης από αυτό που ζητήθηκε από τον Εναγόμενο με το Τεκμήριο 1, καθότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν απαιτείται ο αντίστοιχος ΦΠΑ επί του ποσού των €5260. Δεν προκύπτει όμως ζήτημα, καθότι είναι εμφανές από που προέκυψε και σημαίνει περιορισμό της απαίτησης και του τυχόν ποσού που θα αποδιδόταν σε περίπτωση πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης του Ενάγοντα (που ως θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω δεν θα ικανοποιηθεί πλήρως) Ως αναφέρθηκε στα ευρήματα μου πιο πάνω, δέχομαι την παροχή των υπηρεσιών ως αναλύονται στο Τεκμ. 1. Ήταν όμως υπηρεσίες που δικαιολογούνταν να χρεωθούν; Όντως, παρασχέθηκαν στον Εναγόμενο, μέτοχο και διευθυντή της εταιρείας, η οποία είχε ήδη δικηγόρο για την εκπροσώπησή της στο Δικαστήριο βάσει διοριστηρίου, νομικές υπηρεσίες. Σε αυτά τα πλαίσια, οιεσδήποτε ενέργειες από τον Ενάγοντα που γίνονταν όχι για τον Εναγόμενο, αλλά για την ίδια την εταιρεία, εφόσον δεν υπήρξε συμβατική σχέση του Ενάγοντα με την εταιρεία δεν μπορούν να κριθούν δικαιολογημένες χρεώσεις προς τον Εναγόμενο. Συνεπώς, η μετάβαση στη Νομική Υπηρεσία για συζήτηση της υπόθεσης εκ μέρους της εταιρείας και όχι του Εναγόμενου, ενώ αυτή είχε διορισμένο δικηγόρο ή η εμφάνιση στο Δικαστήριο σε υπόθεση που η εταιρεία είχε ήδη διορισμένο δικηγόρο, παρά τη συμφωνία Ενάγοντα Εναγόμενου, ήταν ουσιαστικά υπηρεσίες προς την ίδια την εταιρεία για τις οποίες δεν θεωρώ ορθό να αξιώνεται ποσό από το μέτοχό της, εφόσον δεν εξουσιοδοτήθηκε -αφού δεν διορίστηκε- ποτέ από την εταιρεία να την εκπροσωπεί ο Ενάγοντας. Από την άλλη, παρατηρώ ότι χρεώσεις που ουσιαστικά αφορούν άλλες υπηρεσίες του προς τον ίδιο τον Εναγόμενο, θα μπορούσαν να τύχουν αμοιβής (9 συναντήσεις με το δικηγόρο της εταιρείας και 28 ώρες για εκείνες ως και 8 ώρες για τη μελέτη της υπόθεσης) αν και δεν έχω συγκεκριμένα στοιχεία για την απόλυτη αναγκαιότητα κάθε υπηρεσίας που προσφέρθηκε, πέραν της γενικής αναφοράς στην επιστολή. Θα έπρεπε να δοθεί στο Δικαστήριο, με περαιτέρω εξειδίκευση η ευκαιρία να αξιολογηθεί κατά πόσον χρειάζονται τόσες πολλές ώρες. Παρά ταύτα, γεγονός παραμένει ότι ο Ενάγοντας απασχόλησε δικηγόρο, ενόχλησε δικηγόρο, διόρισε δικηγόρο για να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον ίδιο και υποστηρικτικές υπηρεσίες στο δικηγόρο της εταιρείας του. Αυτό δεν μπορεί να μην του δημιουργεί οιαδήποτε ευθύνη να καταβάλει αμοιβή στο δικηγόρο του. Αποτελεί προσβολή προς το ίδιο το σύστημα δικαιοσύνης μέρος του οποίου είναι και ο θεσμός του συνηγόρου η πλήρης άρνηση πληρωμής. Έχω δε δικαστική γνώση, για το ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία και κοινωνία, δεν εκτιμάται πολλές φορές η παροχή υπηρεσιών. Δεν μπορεί να υποτιμάται με αυτό τον τρόπο το λειτούργημα και ο κόπος ενός λειτουργού της δικαιοσύνης. Ούτε είναι ορθό να ταλαιπωρούνται λειτουργοί της δικαιοσύνης για να εισπράττουν τα δεδουλευμένα τους, καθότι η ίδια η δικαιοσύνη απαιτεί να είναι προσηλωμένοι, χωρίς αντιπερισπασμούς στα σημαντικά καθήκοντα που έχουν. Από την άλλη όμως, είναι ορθότερο και οι ίδιοι οι δικηγόροι, να φροντίζουν να είναι σαφείς προς τις χρεώσεις τους, με γραπτές συμφωνίες με εκείνους και με σαφή επεξήγησή τους, για αποφυγή παρεξηγήσεων και για να είναι η εικόνα σαφέστερη. Να τους χρεώνουν δε με την εξέλιξη της υπόθεσης και όχι να περιμένουν μέχρι το τέλος της υπόθεσης για να τους δώσουν μία χρέωση, την οποίαν οι τελευταίοι μπορεί να θεωρήσουν υπερβολική ή να την αρνηθούν. Δεν ήταν ορθή η πρακτική που ακολούθησε ο Ενάγοντας με όλο το σεβασμό προς την πολυετή εμπειρία του ως δικηγόρος. Όφειλε ο Ενάγοντας, επί του προκειμένου, να ενεργήσει πιο προσεκτικά, γιατί θεωρώ ότι γνώριζε ή έστω όφειλε να γνωρίζει για την έλλειψη εκτίμησης που υπάρχει για την προσφορά δικηγορικών υπηρεσιών. Όφειλε να χρέωνε έγκαιρα, αναλόγως των υπηρεσιών του, να ήταν πιο σαφής προς τα ποσά που θα χρέωνε και όχι να αφήσει τη χρέωση για το τέλος. Αν και όχι υποχρεωτικό, θα ήταν προτιμητέο να συμφωνούσε γραπτώς για τη χρέωσή του προς τον Εναγόμενο. Οι ίδιοι οι Κανονισμοί προβλέπουν ότι ένας δικηγόρος πρέπει να δίνει λογαριασμό για την αμοιβή του στον πελάτη του μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα (Κανονισμός 8 των Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμοί 1985-2006 που ίσχυαν τότε. Είναι αναμφισβήτητο ότι έχουν αναλωθεί πολλές ώρες δικηγορικών υπηρεσιών εκ μέρους του Ενάγοντα για την εν λόγω υπόθεση. Υπήρξε δικηγορική εργασία και αυτή δεν αμφισβητείται. Και δε θα ήταν δίκαιο ή ορθό, εάν έμενε δικηγορική εργασία, η οποία μάλιστα έτυχε ανάθεσης, χωρίς αμοιβή κι εάν ένα πρόσωπο που επωφελήθηκε των υπηρεσιών δικηγόρου, αφηνόταν να αποφύγει τις ευθύνες του. Οπότε ακόμη και αν δεν υπήρξε λεπτομερής ανάλυση των υπηρεσιών του Ενάγοντα ως προς την αναγκαιότητα των ωρών που χρεώθηκαν (πέραν γενικής αναφοράς στο αντικείμενο της Αγωγής που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο και σε περίπλοκα νομικά ζητήματα), κρίνω ότι δικαιούται εύλογης αμοιβής ο Ενάγοντας. Έχω υπόψη μου την ενδελεχή ανάλυση της συναδέλφου κας Γ.Πετάση, Α.Ε.Δ σήμερα, Ε.Δ. ως ήταν τότε, επί της εύλογης αμοιβής και των αρχών που την διέπουν στην υπόθεση Ε.Δ. Λ/σιας Ορφανού ν. Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 202/2012, απόφαση ημερ. 3/7/2019, την οποίαν και παραθέτω « Στη βάση της αμέσως πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου το μοναδικό ζήτημα που παραμένει να κριθεί είναι οι θεραπείες που θα αποδοθούν στον Ενάγοντα. Στο δίκαιο των συμβάσεων η συνήθης θεραπεία είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων. Σκοπός των αποζημιώσεων δεν είναι η τιμωρία οποιουδήποτε αλλά η κάλυψη των ζημιών του και η επαναφορά του αναίτιου μέρους στη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν εφαρμοζόταν η σύμβαση όπως είχε συμφωνηθεί (σχετικό είναι και το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[3]). Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €3,000 πλέον Φ.Π.Α. εκ 15% αναφορικά με την μέχρι την στιγμή της διακοπής της συνεργασίας εκτελεσθείσα εργασίας. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 16, τα μέρη συμφώνησαν όπως η αμοιβή του Ενάγοντα ήταν πληρωτέα στη βάση της δεύτερης επιλογής που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 16 και παρατίθεται αναλυτικά πιο πάνω (βλέπε σελίδα 10 πιο πάνω). Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό της προκαταβολής εκ €500, και σύμφωνα με τον Ενάγοντα κατέστη οφειλόμενο και πληρωτέο το μεγαλύτερο μέρος της αμοιβής του για το δεύτερο στάδιο του έργου. Εξήγησε, μάλιστα, ο Ενάγοντας ότι κατέληξε στο ποσό των €3,000 ως μέρος της αμοιβής του για το στάδιο αυτό που ανερχόταν σε €3,500, έχοντας υπόψη την ολοκλήρωση των προσχεδίων, τελικών σχεδίων, τις συναντήσεις του με τον κ. XXXXX Καλαθά και την αρμόδια λειτουργό των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Λακατάμιας, και το ότι συνεπεία του τερματισμού της συμφωνίας δεν είχαν γίνει συναντήσεις με όλους τους μελετητές και τα σχέδια δεν υποβλήθηκαν για έγκριση και έκδοση άδειας οικοδομής. Υπό αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και προσδιορίσει κατά πόσον η αμοιβή που αξιώνει ο Ενάγοντας είναι εύλογη και δικαιολογημένη. Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 70[4] του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 κωδικοποιεί, κατά τρόπο γενικότερο, την αρχή του κοινού δικαίου του quantum meruit που αφορά κατηγορία θεραπείας οιονεί συμβατική (quasi-contractual remedy) που απορρέει από ευθύνη οιονεί συμβατική (quasi-contractual liability) (βλέπε Sekavin S.A. v Ship "Platon Ch."
(1987)1 C.L.R. 297). Στην υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος επίκλησης της αρχής του quantum meruit από απαιτητή διάδικο, οι οποίες έχουν ως εξής:
(1)η πράξη πρέπει να έχει γίνει νόμιμα,
(2)για κάποιο άλλο πρόσωπο,
(3)να έχει γίνει από κάποιο πρόσωπο χωρίς πρόθεση να πράξει χαριστικά, και
(4)το πρόσωπο για το οποίο έχει γίνει η πράξη να απολαμβάνει το όφελος της. (βλέπε επίσης το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β', στη σελίδα 830) Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, στην παράγραφο 1350 κάτω από την επικεφαλίδα Express or Implied Contract αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perfom them without intending to pay for them.» Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, στη σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Είναι φανερό ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις για σκοπούς επίκλησης της αρχής του quantum meruit, μιας και δεν ολοκληρώθηκαν όλες οι εργασίες που αφορούν στο δεύτερο στάδιο της δεύτερης επιλογής του Τεκμηρίου 16, με τρόπο ώστε η αμοιβή την οποία αξιώνει ο Ενάγοντας να μην μπορεί να θεωρηθεί συμφωνημένη. Ως εκ τούτου, εκείνο που παραμένει είναι ο υπολογισμός της εύλογης αμοιβής στην οποία δικαιούται. Ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εύλογης αμοιβής στα πλαίσια αυτά σχετικά είναι τα λεχθέντα στην Χ''Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 173 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123).» Ως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Χρ. Μαρνέρος & Σία Λίμιτεδ ν. Χριστοδούλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 743, η πλευρά του ενάγοντα έχει το βάρος να αποδείξει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, όχι μόνο τις εργασίες στις οποίες προέβηκε, αλλά και την εύλογη αμοιβή για αυτές: «Όπως ήταν διατυπωμένη η έκθεση απαιτήσεως προέκυπτε σαφώς ότι η απαίτηση της εφεσείουσας ήταν για το υπόλοιπο εύλογης αμοιβής εργατικών και υλικών για το μπογιάτισμα της οικοδομής του εφεσίβλητου. Με την παράθεση δύο τιμολογίων για εργατικά και υλικά, και την αφαίρεση του ποσού που πληρώθηκε σε διάφορες ημερομηνίες από τον εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα να παραμένει το υπόλοιπο των £Κ3.710, η εφεσείουσα απλώς συγκεκριμενοποιούσε το ποσό που απαιτούσε να της πληρωθεί ως υπόλοιπο εύλογης αμοιβής. Με την υπεράσπισή του ο εφεσίβλητος αμφισβητούσε το εύλογο της αμοιβής, όπως την υπολόγιζε η εφεσείουσα, και, διαζευκτικά, ισχυριζόταν ότι τα ποσά που είχε ήδη καταβάλει στην εφεσείουσα υπερκάλυπταν την εύλογη αμοιβή που εδικαιούτο. Ορθά ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε ότι το επίδικο ζήτημα ήταν, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ποια ήταν η εύλογη αμοιβή των εργασιών του μπογιατίσματος. Και ορθά αποφάσισε ότι η εφεσείουσα, ενώ είχε το βάρος της απόδειξης, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τόσο των εργασιών αυτών όσο και της ανάλογης εύλογης αμοιβής απέτυχε να αποσείσει αυτό το βάρος.» Τίθεται, συνεπώς, προς εξέταση κατά πόσον τα ευρήματα του Δικαστηρίου παρέχουν την βάση για τον υπολογισμό της αξιωμένης αποζημίωσης, ο καθορισμός της οποίας, πρέπει να σημειωθεί, είναι ζήτημα δικαστικής κρίσης και όχι διακριτικής ευχέρειας (βλ. Lipkin Gorman v Karpnale Ltd [1991] 2 AC 548). Στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, αναφέονται τα ακόλουθα στη σελίδα 80: «Assessment of a reasonable sum. The courts have laid down no rules limiting the way in which a reasonable sum is to be assessed. Where a quantum meruit is recoverable for work done outside a contract, it is wrong to regard the work as though it had been performed to any extent under the contract. The contractor should be paid at a fair commercial rate for the work done. Where a quantum meruit is recoverable for work done pursuant to a void contract, it is wrong in principle to apply the provisions of the void contract to the assessment of the quantum meruit. But it is unclear whether, in determining what is a reasonable sum, it is permissible or relevant to consider the plaintiffs conduct in performing the work and whether by reason of such conduct the defendant has suffered any unnecessary additional costs. Useful evidence in any particular case may include abortive negotiations as to price, a calculation based on the net cost of labour and materials used plus a sum for overheads and profit, measurements of work done and materials supplied, and the opinion of quantity surveyors, experienced builders or other experts as to a reasonable sum. Although expert evidence is often desirable there is no rule of law that it must be given and in its absence the court normally does the best it can on the materials before it to assess a reasonable sum.». » Θα επιδικαστεί λοιπόν κάποιο ποσό κατ' αποκοπή ως εύλογη αποζημίωση -υπό τας περιστάσεις και συγκεκριμένα θα υπολογιστεί με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα για τη μελέτη και για τη συμβουλευτική συνδρομή από τον Ενάγοντα ως δικηγόρο του Εναγόμενου προς το δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση εκ μέρους της εταιρείας - κατ' αποκοπή ποσό €2,000 πλέον Φ.Π.Α., εάν υπάρχει, με τις σημερινές του τιμές, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Ως όρος για σύνταξη της απόφασης είναι η έκδοση τιμολογίου από τον ίδιο τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο, το οποίο να παραδοθεί στον/στην Πρωτοκολλητή και να τοποθετηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου. Έρχομαι στα έξοδα. Θα αποστώ από τον κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Η αγωγή αυτή και η όποια σπατάλη δικαστικού χρόνου, θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν ο Εναγόμενος χρεωνόταν κανονικά σε εύλογο χρόνο από την παροχή των υπηρεσιών με έκδοση σχετικών χρεώσεων και εάν υπήρχε εκ των προτέρων γραπτή συμφωνία, ώστε να μην του δοθεί η ευκαιρία να αμφισβητεί τις υπηρεσίες του Ενάγοντα και να επικαλείται την αναληθή του εκδοχή περί μη παροχής νομικών υπηρεσιών προς τον ίδιο. Ορθές συναλλακτικές πρακτικές σε κάθε υπηρεσία και ειδικά στην παροχή δικηγορικών - νομικών υπηρεσιών, δρουν προληπτικά, αποτρέπουν παρεξηγήσεις, αδιαφάνεια και δημιουργία αχρείαστων διαφορών και συνεπώς αποτρέπουν επακόλουθη σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Με δεδομένη τη μη καταβολή της αναμενόμενης επιμέλειας σε αυτό τον τομέα, αλλά και τη μερική μόνο επιτυχία της Αγωγής σε σχέση με το ύψος της απαίτησης, θα αποστώ από τον κανόνα για επιδίκαση εξόδων υπέρ του επιτυχόντα διάδικου και δεν εκδίδω οιαδήποτε περαιτέρω διαταγή για έξοδα, πλην του να ακυρώσω οιαδήποτε τυχόν προηγούμενη διαταγή εξόδων έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα στα πλαίσια της Αγωγής. Κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της. Υπογρ....... Ξενής Ξενοφώντος, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο