RISE TRADING CO. LTD ν. NIKOMARI TRADING LTD, Αγωγή αρ.: 2090/2019, 7/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2090/2019 Μεταξύ: RISE TRADING CO. LTD Ενάγουσα και NIKOMARI TRADING LTD Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 25.02.2020 Ημερομηνία: 07.01.2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κος Σ. Θεοφάνους για N. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για την Εναγόμενη/Αιτήτρια: κα Φ. Ιωσήφ για ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα, εταιρεία που εδράζεται στην Ιαπωνία, διεκδικεί από την Εναγόμενη, εταιρεία που εδράζεται στη Λεμεσό, ποσό 32.158,52 Ευρώ. Ισχυρίζεται πως συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη 1.328 αυθεντικά ρολόγια μάρκας "Klasse 14", έναντι συνολικού τιμήματος 99.038,00 Ευρώ, προκειμένου να τα μεταπωλήσει σε πελάτες της στην Ιαπωνία. Ωστόσο, διαπίστωσε, μετά την πληρωμή του τιμήματος, ότι τα 581 από αυτά τα ρολόγια δεν ήταν αυθεντικά, αλλά απομιμήσεις. Από το ποσό των 48.485,52 Ευρώ που συνιστά την αξία των ρολογιών και το 8% που αφορούσε το τελωνειακό κόστος, η Εναγόμενη επέστρεψε το ποσό των 16.380,00 Ευρώ, που αντιστοιχούσε στα 252 ρολόγια, και θα κατέβαλλε και το εναπομείναν ποσό των 35.158,52 Ευρώ με συγκεκριμένες δόσεις, βάσει συμφωνίας εξόφλησης που συνήψαν με την Ενάγουσα. Πλήρωσε, όμως, μόνον το ποσό των 3.000,00 Ευρώ, καταλείποντας υπόλοιπο 32.158,52 Ευρώ. Η Εναγόμενη, με την Έκθεση Υπεράσπισής της, που καταχώρισε την 22.01.2020, παρότι αρνείται και απορρίπτει το μεγαλύτερο μέρος της απαίτησης της Ενάγουσας κατά τρόπο γενικό, από τους θετικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 7 και 8 του δικογράφου της, προκύπτει ότι δεν αμφισβητεί ότι συμβλήθηκε με την Ενάγουσα για τα ρολόγια, αλλά ότι διαφώνησε ως προς την αξία που διεκδίκησε να της επιστραφεί η Ενάγουσα, που η Εναγόμενη θεωρεί ότι θα έπρεπε να είναι μικρότερη, και ως προς το ότι συνήψαν οποτεδήποτε κάποια συμφωνία εξόφλησης. Η Ενάγουσα, είχε αρχικά αναζητήσει λεπτομέρειες από την Εναγόμενη, με επιστολή της ημερομηνίας 24.01.2020, σε σχέση με την παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης, και έπειτα, με απαντητικό δικόγραφο που καταχώρισε την 25.02.2020, εκπρόθεσμα μα με ενυπόγραφη συγκατάθεση της από πλευράς Εναγόμενης, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης. Η Ενάγουσα, βάσει της Δ.30,κ.1(β) των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας («ΚΠΔ»), την 25.02.2020, καταχώρισε αίτηση για έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, που εκδόθηκε και ορίστηκε την 13.05.2020. Την ίδια ημέρα, όμως, 25.02.2020, η Εναγόμενη καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο να της επιτραπεί η τροποποίηση της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, ώστε βασικά να αφαιρεθεί ο θετικός ισχυρισμός που είχε αρχικά περιληφθεί σε αυτήν ότι «ουδέποτε αρνήθηκε να πληρώσει το ποσό της αξίας των προϊόντων, η οποία όμως δεν αντιπροσωπεύεται και δεν είναι αυτή που φαίνεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Ενάγουσας, αλλά πολύ μικρότερη», και να περιοριστεί στη γενική άρνηση. Βασίζει την αίτησή της στη Δ.25 ΚΠΔ και την υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου κυρίας XXXX, εκ των δικηγόρων της Εναγόμενης, η οποία αναφέρει πως, σε πρόσφατη συνάντηση που είχαν με αντιπρόσωπο της Εναγόμενης, διαπιστώθηκε πως, εκ παραδρομής, λήφθηκαν υπόψη επιστολή και γεγονότα που είχαν σταλεί στην Εναγόμενη από διαφορετική εταιρεία και όχι από την Ενάγουσα και αφορούσαν σε άλλη υπόθεση. Θεωρεί την τροποποίηση «τυπικής φύσεως» και ότι δεν επηρεάζει ούτε επαναπροσδιορίζει με οποιονδήποτε τρόπο τα επίδικα θέματα ούτε επηρεάζουν τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα, με ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρισε την 09.07.2020, με σχετική δικονομική βάση, προβάλλει συνολικά 8 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση της Εναγόμενης δεν πρέπει να επιτύχει και αυτοί συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 ΚΠΔ για να μπορεί να επιτραπεί η τροποποίηση, η αίτηση είναι πραγματικά αβάσιμη και καταχρηστική, αφού δεν προκύπτει από γνήσια ανάγκη τροποποίησης, αλλά αποσκοπεί στην πρόκληση καθυστέρησης. Η δικηγόρος κυρία XXXX, εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας, που υποστηρίζει με ένορκη της δήλωση την ένσταση της Ενάγουσας, επαναλαμβάνει και εξηγεί περαιτέρω αυτούς τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση, και οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα. Έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη Δ.25,κ.3 ΚΠΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή της, όπως και στην υπό κρίση περίπτωση, μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες με βάση τη Δ.30 ΚΠΔ, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται. Αυτός είναι πλέον ο κανόνας. Οι μόνες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό είναι το «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας», και οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη σύνταξη του δικογράφου. Εν προκειμένω, ενδιαφέρει μόνον η πρώτη περίπτωση, της ύπαρξης «εν παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας», εφόσον δεν επιχειρείται η εισαγωγή κάποιου νέου γεγονότος. Παρά το γεγονός ότι η τροποποίηση της Δ.25 ΚΠΔ, όπως και της Δ.30 ΚΠΔ, στόχευσαν στην αρχή της σύντομης διαχείρισης των υποθέσεων, αποτελεσματικά και με το μικρότερο δυνατό κόστος, δεν εξουδετερώνει τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εγκρίνει τη διόρθωση ελαττώματος ή λάθους, με βάση τη Δ.25,κ.5 ΚΠΔ, εάν και όταν και όπως αυτό είναι δίκαιο, προκειμένου να καθοριστεί πραγματικό ζήτημα ή επίδικο θέμα. Νοείται ότι η Δ.25,κ.5 ΚΠΔ ούτε ερμηνεύεται ούτε εφαρμόζεται αντίθετα από τον κανόνα της Δ.25,κ.3 ΚΠΔ. Η παραδρομή ή ο καλόπιστος χαρακτήρας του λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας δεν έχουν ένα σταθερό περιεχόμενο, αλλά περισσότερο προσδιορίζονται με βάση τα δεδομένα της εκάστοτε περίπτωσης. Εάν δεν είναι άλλως πώς κατάδηλο πως το επίμαχο σημείο του δικογράφου συντάχθηκε με σκοπιμότητα ή συνειδητά και ηθελημένα ή με σοβαρού βαθμού αμέλεια ως προς τη διερεύνηση και διατύπωση των γεγονότων ή των νομικών σημείων, η καλοπιστία του λάθους μπορεί να διερευνηθεί και να εξαχθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αιτούμενης τροποποίησης και τη δραστικότητά της για τον καθορισμό του πλαισίου της διαφοράς, το είδος της διαφοράς, τις περιστάσεις και τον χρόνο που διαπιστώνεται και προβάλλεται, και άλλους κατά βάση περιφερειακούς παράγοντες, που δεν θα μπορούσαν να εκτεθούν εκ των προτέρων με τρόπο εξαντλητικό. Κατά λογική πάντως ακολουθία, όσο πιο κρίσιμο για την υπόθεση του αιτούντος την τροποποίηση είναι το σημείο του οποίου ζητείται η τροποποίηση, τόσο μεγαλύτερη είναι και η δυσκολία να πειστεί το Δικαστήριο ότι εμφιλοχώρησε απλή παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στην αρχική διατύπωση. Η κακή επικοινωνία του δικηγόρου, που συνηθέστερα συντάσσει το δικόγραφο για τον πελάτη του, δεν θεωρώ ότι μπορεί να εμπίπτει στην κατηγορία της παραδρομής ή του καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας· ειδάλλως θα έπρεπε να αναμένουμε την εύκολη παράκαμψη του νέου κανόνα ότι δεν επιτρέπονται οι τροποποιήσεις των δικογράφων από ένα συγκεκριμένο στάδιο της διαδικασίας και μετέπειτα. Έπειτα, η δυνατότητα του Δικαστηρίου να επιτρέπει διορθώσεις λαθών προκειμένου να διασαφηνίζεται καλύτερα το πλαίσιο της διαφοράς που θα κληθεί να αποφασίσει, είναι προσανατολισμένη τελικά στην ίδια ανάγκη, της σύντονης, ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, ώστε να μην μπορεί να γίνει χρήση της εκεί όπου η σκοπούμενη τροποποίηση προφανέστερα συσκοτίζει τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Εναγόμενη έπρεπε να εκθέσει την υπεράσπισή της σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη αποδέχθηκε την επιστροφή του ποσού των 48.485,52 Ευρώ και ότι την 22.02.2019 επέστρεψε το ποσό των 16.380,00 Ευρώ, που όμως αντιστοιχούσε μόνον στα 252 ρολόγια, από τα 581 την αξία των οποίων θα έπρεπε να επιστρέψει, σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, ότι η Εναγόμενη είχε αποδεχθεί την επιστροφή συγκεκριμένου ποσού και ότι είχε μάλιστα πληρώσει ένα ποσό σε συγκεκριμένη ημερομηνία, είναι ουσιώδεις για την υπόθεση, ώστε να αναμένονταν πως και η υπεράσπιση της Εναγόμενης σε αυτούς θα ήταν συγκεκριμένη και σαφής. Να αναφέρει λόγου χάριν εάν αποδέχθηκε ή όχι εκείνο το ποσό των 48.485,52 Ευρώ ότι πρέπει να επιστραφεί και εάν την 22.02.2019 κατέβαλε ή όχι το ποσό 16.380,00 Ευρώ και εάν εκείνο το ποσό αντιστοιχεί σε 252 ρολόγια ή όχι. Βεβαίως, συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης θα αναμένονταν και σε άλλα σημεία. Με την αρχική διατύπωση της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, η Εναγόμενη αρνήθηκε γενικά αυτούς τους ισχυρισμούς της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, και εισήγαγε τον θετικό ισχυρισμό ότι ουδέποτε αρνήθηκε να πληρώσει το ποσό της αξίας των προϊόντων, η οποία όμως δεν αντιπροσωπεύεται και δεν είναι αυτή που φαίνεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Ενάγουσας, αλλά πολύ μικρότερη. Με την αρχική διατύπωση, η Εναγόμενη δημιούργησε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι δεν αμφισβητεί καταρχάς το γεγονός ότι συμβλήθηκε με την Ενάγουσα για την αγορά των ρολογιών γενικά, ή και ότι θα έπρεπε να επιστραφεί ένα ποσό, αλλά ότι διαφώνησαν ως προς την αξία που θα έπρεπε να επιστραφεί. Αυτό σε συνάρτηση και με τον θετικό ισχυρισμό που επίσης εισήγαγε στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, ότι ουδέποτε αποδέχθηκε τη συμφωνία εξόφλησης, αλλά είχε εκφράσει τη διαφωνία της σε διάφορες περιπτώσεις, αφού δεν συμφωνούσαν με την ποιότητα και αξία που αναγράφονταν σε αυτήν (τη συμφωνία εξόφλησης). Ο θετικός ισχυρισμός της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής της δεν λέει βασικά κάτι διαφορετικό από τον θετικό ισχυρισμό της παραγράφου 8 της Έκθεσης Υπεράσπισής της, ότι τα μέρη διαφώνησαν στο στάδιο που η Ενάγουσα πρόβαλε την ανάγκη να της επιστραφεί μία αξία, με την Εναγόμενη να θεωρεί ορθό να επιστραφεί ένα διαφορετικό ποσό από αυτό που θεωρούσε η Ενάγουσα. Λόγω της ανάγκης συγκεκριμένης απάντησης στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησής της, λόγω του συντακτικού και ουσιαστικού συσχετισμού του θετικού ισχυρισμού της Εναγόμενης που περιέχεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισής της με αυτόν που περιέχεται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισής της (της οποίας, όμως, δεν αιτείται τροποποίησης), δεν θεωρώ ότι στη σύνταξη της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης ενυπήρξε παραδρομή ή καλόπιστο λάθος. Αυτό το συμπέρασμα ενισχύει η γνώση του είδους της διαφοράς των μερών, της σχετικής απλότητάς της, της σημαντικότητας του συγκεκριμένου σημείου στο οποίο απευθύνονταν η υπεράσπιση, του χρόνου που είχε στη διάθεσή της η Εναγόμενη για την ετοιμασία της Έκθεσης Υπεράσπισής της (από την 07.10.2019 που εμφανίστηκε στη διαδικασία μέχρι την 22.01.2020 που συντάχθηκε το δικόγραφο). Ενισχύει και ο ίδιος ο λόγος που δίδει η Εναγόμενη, δια της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτησή της, ότι είχε υπόψη της άλλην υπόθεση, ενώ σύντασσε υπεράσπιση για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εξάλλου, έχοντας υπόψη τη μεσολάβηση και της επιστολής της Ενάγουσας ημερομηνίας 24.01.2020 σε σχέση ακριβώς με το περιεχόμενο της παραγράφου 7 (ερωτήθηκε για το ακριβές μικρότερο ποσό που θα έπρεπε να επιστραφεί και στις λεπτομέρειες του ηλεκτρονικού μηνύματος), σε συνάρτηση με τον χρόνο στον οποίον υποβλήθηκε η αίτηση για τροποποίηση, το περιεχόμενο της τροποποίησης που αιτείται η Εναγόμενη, που είναι βασικά να αφαιρέσει εντελώς τον θετικό ισχυρισμό αφήνοντας τη γενική της άρνηση, δεν θεωρώ ότι υπάρχει γενικά παραδρομή ή λάθος στη διαδικασία, η διόρθωση του οποίου θα μπορούσε να βοηθηθεί το Δικαστήριο στη διάγνωση των ενώπιον του θεμάτων. Ειδικότερα, καθόλου δεν θα βοηθηθεί το Δικαστήριο με μια γενική άρνηση συγκεκριμένων ισχυρισμών. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση δεν συνιστά τέτοια περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να υπάρξει εξαίρεση από τον γενικό κανόνα της Δ.25,κ.3 ΚΠΔ ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες δεν επιτρέπεται η τροποποίηση των δικογράφων, ούτε τέτοια περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια βάσει της Δ.25,κ.5 ΚΠΔ. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. [δίδονται οδηγίες και δικάσιμος για την αγωγή] (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.