ΙΩΑΝΝΟΥ και ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντος ΙΩΑΝΝΟΥ ν. Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγωγή αρ. 426/2015, 18/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 426/2015 Μεταξύ: XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ και XXXX ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντος XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγουσες και
- Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXX ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
- XXXX ΠΗΛΑΚΟΥΡΗΣ
- XXXX ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ Εναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 02.11.2015 XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ και XXXX ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποθανόντος XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγουσες και
- Α/ΦΟΙ Μ. & Π. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
- XXXX ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
- XXXX ΠΗΛΑΚΟΥΡΗΣ
- XXXX ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ
- XXXX ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΗ
- XXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 04.12.2019 Ημερομηνία: 18.01.2021 Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες/Αιτήτριες: Σ. Νεοκλέους για PHC TSANGARIDES LLC Για την Εναγόμενη 1/Καθ' ης η αίτηση: ΚΩΣΤΑΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση: ΜΑΡΙΟΣ ΗΛΙΑ και ΗΛΙΑ & ΗΛΙΑ ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3/Καθ' ου η αίτηση: ΑΝΔΡΕΑΣ Μ. ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 4/Καθ' ης η αίτηση: Μ. Παναγίδης Για τον Εναγόμενο 5/Καθ' ου η αίτηση: Χ. Π. Αδάμου Για τον Εναγόμενο 6/Καθ' ου η αίτηση: ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγουσες, με αγωγή που ήγειραν την 29.01.2015, ενάγουν υπό την ιδιότητά τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXX Ιωάννου. Αξιώνουν αποζημιώσεις προς όφελος των οικείων του αποβιώσαντος, λόγω απώλειας (bereavement), δυνάμει του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 («Κεφ.148»). Ο θάνατος προκλήθηκε ως συνέπεια εργατικού ατυχήματος που έγινε την 27.06.2013, σε εργοτάξιο στο χωριό Αμίαντος, το οποίο, κατά τη θέση που έχουν οι Ενάγουσες, οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση εκ του νόμου και των κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4, 5 και
- Περαιτέρω, οι Ενάγουσες διεκδικούν και ποσό 2.390,00 Ευρώ ως αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές. Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, ο αποβιώσας, σύζυγος και πατέρας τριών παιδιών, εργάζονταν ως οικοδόμος, υπάλληλος και αξιωματούχος της Εναγόμενης 1, η οποία εκτελούσε το έργο, ήτοι ανέγερση διώροφης οικοδομής. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο μελετητής του έργου, ο Εναγόμενος 3 ήταν χειριστής εκσκαφέα, η Εναγόμενη 4 είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου και του έργου, ο Εναγόμενος 5 ο σύζυγος της ιδιοκτήτριας, και ο Εναγόμενος 6 επίσης αξιωματούχος της Εναγόμενης
- Ο αποβιώσας τραυματίστηκε ενώ εργάζονταν στη βάση τοίχου αντιστήριξης, μέρος του οποίου υποχώρησε, καταπλακώνοντάς τον. Δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης νόμιμων καθηκόντων για κάθε εναγόμενο, καθώς επίσης λεπτομέρειες του θανάσιμου τραυματισμού, που προκύπτουν από την ιατροδικαστική έκθεση της Δρ. XXXX. Οι Ενάγουσες ισχυρίζονται ότι, ως αποτέλεσμα του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, υπέστησαν ζημιές, λόγω απώλειας οικείου (bereavement) ειδικές ζημιές. Οι τελευταίες ανέρχονται σε 2.390,00 Ευρώ και αφορούν συνολικά σε έξοδα κηδείας, αγορά τάφου και έξοδα διαχείρισης. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5 και 6 εμφανίζονται στη διαδικασία δια διαφορετικών δικηγόρων και έχουν καταχωρίσει ξεχωριστές υπερασπίσεις. Η Εναγόμενη 1, στην υπεράσπιση που καταχώρισε την 16.05.2017, εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή αντιβαίνει τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ. 148, γιατί για τον ίδιο θάνατο έχουν εγερθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ακόμα τέσσερις αγωγές, με αριθμούς XXXX/2015, XXXX/2015, XXXX/2015 και XXXX/2015 («οι άλλες αγωγές»), δια των οποίων η σύζυγος και τα τέκνα του αποβιώσαντος ζητούν γενικές αποζημιώσεις. Όμοια προδικαστική ένσταση προβάλλει ο Εναγόμενος 2, δια της υπεράσπισής του που καταχώρισε την 13.01.2017, ο Εναγόμενος 3, δια της υπεράσπισής του που καταχώρισε την 16.05.2017, η Εναγόμενη 4, δια της υπεράσπισής της που καταχώρισε την 26.05.2017, ο Εναγόμενος 5, δια της υπεράσπισής του που καταχώρισε την 31.05.2017, και ο Εναγόμενος 6, δια της υπεράσπισής του που καταχώρισε την 04.05.
- Όλοι οι Εναγόμενοι αρνούνται προσωπική ευθύνη και δικογραφούν λεπτομέρειες αμέλειας ή και παράβασης νόμιμων καθηκόντων του αποβιώσαντος και συνεναγομένων τους. Οι Ενάγουσες, σε αυτή την κοινή προδικαστική ένσταση, απαντούν, σε διάφορες ημερομηνίες που καταχώρισαν σχετικά απαντητικά δικόγραφα, ότι δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή τους όπως την ήγειραν, υπό την ιδιότητά τους ως διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντος. Οι Ενάγουσες είχαν επιχειρήσει συνένωση της παρούσας αγωγής με τις άλλες αγωγές, εγχείρημα το οποίο είχαν τελικά εγκαταλείψει το 2018, αποσύροντας τη σχετική αίτηση. Σε στάδιο πλέον ακρόασης της παρούσας υπόθεσης, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής τους, ώστε να προστεθεί στο παρακλητικό της και η θεραπεία των γενικών αποζημιώσεων, υπό το διακριτικό σημείο Γ (με ανάλογη αλλαγή στην αρίθμηση των υφιστάμενων), ως εξής: «Γ. Γενικές αποζημιώσεις ως συνεισφορά λόγω θανάτου του XXXX Ιωάννου και/ή άλλου είδους αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων αποζημιώσεων δυνάμει του άρθρου 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και/ή λόγω απώλειας και/ή ζημιάς που προκύπτει στους εξαρτώμενους και/ή κληρονόμους του αποβιώσαντος από τον θάνατο του που επήλθε λόγω αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγόμενων 1, 2, 3, 4, 5 & 6.» Η αίτηση είναι στη βάση της Δ.25 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ), χρησιμοποιούνται, μεταξύ άλλων, τόσον ο Κανονισμός 1 όσο και ο Κανονισμός 5 της Δ.25, και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου, κυρίας XXXX, εκ των δικηγόρων των Εναγουσών, η οποία αποδίδει την ανάγκη τροποποίησης στο γεγονός ότι, κατόπιν αίτησης του Εναγόμενου 3, οι άλλες αγωγές, με αποφάσεις του Δικαστηρίου που προσκομίζει ως Τεκμήριο 2 (όχι το σκεπτικό των αποφάσεων, αλλά τα σχετικά διατάγματα), αναστάλθηκαν, και αυτό συνιστά, κατά τη θέση της, νέο δεδομένο, που δεν υπήρχε κατά την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Με τη σκοπούμενη τροποποίηση, οι Ενάγουσες επιθυμούν να προσθέσουν στην παρούσα αγωγή τις θεραπείες που ζητούσαν με τις άλλες αγωγές, κάτι που, εάν δεν πράξουν, θεωρούν ότι θα προκληθεί αδικία. Θεωρούν, οι Ενάγουσες, πως ούτε τα δικαιώματα των Εναγόμενων επηρεάζονται, αλλά ούτε και καθυστέρηση υπήρξε από την έκδοση των αποφάσεων για αναστολή, καθότι στο μεσοδιάστημα γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης. Εξάλλου, όπως αναφέρει, δεν έχει αρχίσει ακόμα η ακροαματική διαδικασία και η αίτηση υποβλήθηκε έγκαιρα πριν από την αρχικά προγραμματισμένη ημερομηνία ακρόασης. Η αίτηση αυτή συνάντησε τις ενστάσεις όλων των Εναγομένων, με σχετική δικονομική βάση, δια των οποίων προβάλλουν σωρεία λόγων, για τους οποίους θεωρούν πως η αίτηση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, και υποστηρίζονται η κάθε μία από μαρτυρία που βασικά υιοθετεί και επεξηγεί περαιτέρω τους λόγους ένστασής τους. Αυτοί οι λόγοι συνοψίζονται, κοινά, στο ότι η αίτηση είναι νομικά λανθασμένη και αβάσιμη (π.χ. απουσιάζει το αναγκαίο δικογραφικό υπόβαθρο για προσθήκη νέου παρακλητικού), πραγματικά αβάσιμη και αδικαιολόγητη, και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.25 ΚΠΔ. Υπάρχει υπέρμετρη - πολυετής - καθυστέρηση, η οποία δεν δικαιολογείται, ενώ ουδέποτε είχαν μεσολαβήσει κάποιες προσπάθειες διευθέτησης, όπως αόριστα και ατεκμηρίωτα προβάλλουν οι Ενάγουσες. Υπάρχει επηρεασμός των Εναγόμενων από τη σκοπούμενη τροποποίηση, καθότι επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής/νέα απαίτηση, που θα μπορούσε να περιληφθεί από την αρχή, που υπαιτίως δεν είχε περιληφθεί, που δεν βασίζεται σε νέα γεγονότα μη εξ αρχής γνωστά κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης, και που η προσθήκη της θα προκαλέσει παρέλκυση της διαδικασίας και περαιτέρω καθυστέρηση. Οι Εναγόμενοι είχαν ενημερώσει εξ αρχής, δια των υπερασπίσεών τους, για το πρόβλημα στην αγωγή, οι Ενάγουσες, ωστόσο, επέλεξαν να προωθούν παράλληλα πέντε ξεχωριστές αγωγές για το ίδιο συμβάν. Στην ουσία, επιχειρείται ετεροχρονισμένα διόρθωση αμελών παραλείψεων σε σχέση με τη μη διεκδίκηση αποζημιώσεων των εξαρτώμενων εξ αρχής με μία - με την ίδια- αγωγή. Το δε αγώγιμο, όμως, της νέας βάσης έχει παραγραφεί πλέον. Η αναστολή των άλλων αγωγών, που εν πάση περιπτώσει δεν πρέπει να αφορά το τι θα συμβεί στην παρούσα αγωγή, δεν συνιστά νέο γεγονός, που να δίδει δικαίωμα τροποποίησης της παρούσας αγωγής, πέραν του ότι δημιουργεί και δεδικασμένο. Οι δύο αγωγές εξ αυτών δεν έχουν απλά ανασταλεί, αλλά έχουν απορριφθεί. Πρόκειται για διάβημα που ενέχει κακοπιστία και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς αντεξέταση. Αναφορά στα επιμέρους γεγονότα που αναφέρονται στην κάθε ένορκη δήλωση θα γίνει όπου μόνον χρειάζεται. Προς αυτό, να αναφερθεί ότι δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι εφαλτήριο για την καταχώριση της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης υπήρξε το αποτέλεσμα στις άλλες αγωγές, οι οποίες αφορούσαν το ίδιο θανατηφόρο εργατικό ατύχημα και στις οποίες ενήγαγαν οι οικείοι του αποβιώσαντος ο καθένας προσωπικά, και ότι αυτό το αποτέλεσμα των άλλων αγωγών (είτε είναι αναστολή είτε απόρριψη) είχε προκύψει τα τέλη 2017 με τις αρχές του
- Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι επί του παρόντος μόνον η παρούσα αγωγή εκκρεμεί για τον συγκεκριμένο θάνατο. Αμφισβητούμενο γεγονός είναι εάν μεσολάβησαν προσπάθειες διευθέτησης, η αξιολόγηση της μαρτυρίας για το οποίο θα είναι σχετική μόνον εάν το γεγονός (εάν μεσολάβησαν ή όχι προσπάθειες διευθέτησης) είναι επίσης σχετικό με ό,τι εξετάζει το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία, δηλαδή με κατά πόσο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ ή εναντίον της τροποποίησης που ζητούν οι Ενάγουσες. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγουσών και όλων των Εναγόμενων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις, αναλύοντας τις προϋποθέσεις και τη νομολογία επί της Δ.25, ως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της, επιχειρηματολογώντας περαιτέρω, η μία πλευρά ως προς το ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την αίτηση, και η άλλη πλευρά ως προς το ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Διατηρώ πάντοτε υπόψη μου ό,τι χρήσιμα έχει λεχθεί στο Δικαστήριο. Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, αρ.2/2014, ημερομηνίας 15.09.2014, τροποποιήθηκε η Δ.25, αρχικά με ισχύ για όλες τις αγωγές που θα καταχωρούνταν από την 01.01.
- Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.1/2015, ημερομηνίας 30.01.2015, δεν είχε τότε ανασταλεί η ισχύς του προηγούμενου Διαδικαστικού Κανονισμού, και είχε, μεταξύ άλλων, προστεθεί η διευκρίνιση ότι, για υφιστάμενες αγωγές και αγωγές που είχαν καταχωριστεί μέχρι και την 31.12.2014, η Δ.25 που ίσχυε πριν από την 01.01.2015 θα εξακολουθούσε να εφαρμόζεται μέχρι την αποπεράτωση τους. Ωστόσο, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, αρ.2/2015, ημερομηνίας 29.04.2015, η εφαρμογή της νέας Δ.25 αναστάλθηκε αναφορικά με αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000, μέχρι την 31.12.
- Από 01.01.2016, οι διατάξεις της νέας Δ.25 τυγχάνουν, ασχέτως κλίμακας, καθολικής εφαρμογής. Για αγωγές που καταχωρίστηκαν μέχρι και την 31.12.2014 και για αγωγές κλίμακας πέραν των €10.000 που καταχωρίστηκαν εντός της περιόδου της εν λόγω αναστολής, ήτοι μέχρι 31.12.2015, οι πρόνοιες της παλαιάς Δ.25 θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται μέχρι την αποπεράτωσή τους. Με δεδομένο ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 29.01.2015 σε κλίμακα άνω των €10.000,00 και καλύπτεται από την εν λόγω αναστολή, επιτρέπει την εφαρμογή, επί αυτής, της Δ.25, ως εκείνη ίσχυε πριν από την τροποποίησή της. Σύμφωνα με το κείμενο της παλαιάς Δ.25,κ.1: The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. σε μετάφραση: Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο των διαδικασιών, να επιτρέψει σε οποιοδήποτε μέρος να αλλάξει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφά του, με τέτοιο τρόπο και τέτοιους όρους που μπορεί να είναι δίκαιοι, και όλες οι τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται ως αναγκαίες για τον σκοπό καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Κατά το κείμενο της διαταγής αυτής, η τροποποίηση των δικογράφων συνιστά θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ο άξονας γύρω από τον οποίον το Δικαστήριο ασκεί την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την τροποποίηση είναι η ανάγκη για καθορισμό των αμφισβητούμενων γεγονότων. Ο ρόλος των δικογράφων είναι ακριβώς αυτός, να εκθέτουν τα γεγονότα επί των οποίων η κάθε διάδικη πλευρά στηρίζει την υπόθεσή της. Όπως συνόψισε και η Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε4/2017, ημερομηνίας 11.10.2018, και επαναλήφθηκε και στην πρόσφατη K. & M. (Transport) Ltd v. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου, ECLI:CY:AD:2020:A364, Πολ.Έφ. 341/2013, ημερομηνίας 22.10.2020, υπήρχε μια διαχρονική τάση στη νομολογία να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις των δικογράφων, ακόμα και εκεί όπου η ανάγκη προέκυπτε λόγω αμέλειας ή καθυστέρησης· νοουμένου πάντα ότι δεν προκαλούνταν αδικία στην άλλη πλευρά που θα ήταν αδύνατον να αποζημιωθεί με χρήμα[1]. Όπως λέχθηκε και στην Andrenal Shipping Company Ltd κ.α. ν. Compania Naviera Iris S.A. κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A373, Πολ.Έφ. 49/2014, ημερομηνίας 20.07.2016, το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι αυτό που κυριαρχεί και διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, η ακρόαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο είναι ορισμένα από τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται, για να προσδιοριστεί αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Σε περίπτωση όπου υπάρχει καθυστέρηση, το βάρος να την αιτιολογήσει ο αιτητής διαφοροποιείται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Δεν απαγορεύεται η υποβολή αίτησης για τροποποίηση ακόμα και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ωστόσο όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο της δίκης, τόσο μεγαλύτερη είναι η δυσκολία του αιτητή, κατ' επέκταση η δικαστική φειδώ, ειδικότερα εάν πρόκειται να εκτροχιαστεί η δίκη από μια προδιαγεγραμμένη πορεία, με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων[2]. Η τροποποίηση της Δ.25,κ.1 δεν αναίρεσε ακριβώς το προηγούμενο πνεύμα που υπήρχε σχετικά με τις τροποποιήσεις δικογράφων· αυτό εξακολουθεί να είναι πάντοτε η ανάγκη καλύτερου προσδιορισμού των επιδίκων θεμάτων και το συμφέρον της δικαιοσύνης σε σχέση με την ενώπιον του διαφορά. Την κατέστησε πιο ελεύθερη (δεν χρειάζεται καν η άδεια του Δικαστηρίου) πριν από την έναρξη της προδικασίας, ωστόσο, μετά από την έναρξη της προδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, την πρόβλεψε ως ένα εξαιρετικό διάβημα, επαναπροσδιορίζοντας και συγκεκριμενοποιώντας τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για να ασκήσει την εξουσία του να επιτρέψει ή να μην επιτρέψει την τροποποίηση, εξυπηρετώντας πάντα το ίδιο, το συμφέρον της δικαιοσύνης· το οποίο, όμως, δεν παραμένει πλέον ένα ζήτημα απλά διακριτικό. Εκεί όπου υπάρχει παραδρομή ή καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, το Δικαστήριο κατ' εξαίρεση θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η ήδη υφιστάμενη νομολογιακή αρχή, υπό την παλαιά Δ.25, ήταν και είναι ότι η ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και η εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος· η διαμόρφωση της βάσης της αγωγής ή της υπεράσπισης, ως ουσιωδέστατο θέμα, μπορεί να μην υποδηλώνει και παραδρομή ή καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκλείεται εκ προοιμίου. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας (δόλου), ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της[3], αυτό ασχέτως εάν ο αιτητής θα πρέπει να αποδείξει πρώτα τη δική του καλοπιστία. Εάν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για ετοιμασία της δικογραφίας, το Δικαστήριο, και πάλι, κατ' εξαίρεση, θα επιτρέψει την τροποποίηση. Η Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, λέγοντας πως η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης (νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά) δεν έλεγε κάτι άλλο από το ότι μπορεί νέα γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του αιτητή σε μεταγενέστερο της καταχώρισης του δικογράφου του χρόνο να πρέπει να προστεθούν στη δικογραφία, ακόμα και αν αλλάζει η βάση της υπόθεσής του. Με κάποιες προσεγγίσεις, είναι αμφίβολο εάν η νέα Δ.25 κατέστησε λιγότερο ή περισσότερο «φιλελεύθερη» την τροποποίηση δικογράφων. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά και στη νέα Δ.25 είναι για να εξηγηθεί πως, εκεί όπου κινούμαστε στο χρονικό μεταίχμιο της τροποποίησης αυτής, μα διαδικαστικά εφαρμόζεται η παλαιά Δ.25 και όχι η νέα Δ.25, δεν σημαίνει πως είναι δυνατόν το συμφέρον της δικαιοσύνης να ερμηνεύεται με έναν τρόπο εντελώς αντίθετο με ό,τι ουσιαστικά είναι αποδεκτό σήμερα. Η διαδικαστική αναστολή δεν είχε το νόημα της δημιουργίας δύο διαφορετικών εποχών αντιμετώπισης του ζητήματος της τροποποίησης δικογράφων, με διαφορά απλά μίας ημέρας, ώστε μέχρι την 31.12.2015 να ισχύει κάτι εντελώς αντίθετο από αυτό που θα ισχύει από την 01.01.2016. Δηλαδή, η ίδια η τροποποίηση της Δ.25, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής ισχύος της, καθοδηγεί τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ακόμα και στη βάση της παλαιάς Δ.25 και είναι με αυτό το πνεύμα που γίνεται χρήση και της προϋφιστάμενης νομολογίας και εφαρμόζονται οι πάγιες νομολογιακές αρχές. Σύμφωνα με την Δ.25,κ.5, στην οποία βασίζεται επίσης η αίτηση, και η πρόνοια της οποίας δεν έχει αλλάξει με τη νέα Δ.25: The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings. σε μετάφραση: Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο, και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πώς που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να θεωρεί δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιεσδήποτε διαδικασίες, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή θέμα που εγέρθη από ή από τον οποίο εξαρτώνται οι διαδικασίες. Όπως υποδείχθηκε και στην E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου βάσει αυτής της διαταγής, η οποία είναι ευρεία, τόσο που δεν περιορίζεται καν σε τροποποιήσεις πριν από την έκδοση της απόφασης. Το Δικαστήριο μπορεί, σε οποιονδήποτε χρόνο και σε οποιαδήποτε διαδικασία, να παρεμβαίνει, για να μπαίνουν τα πράγματα στις σωστές τους ράγες· και πάλι, με άξονα αυτό το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μία περίπτωση θα μπορούσε να είναι και η αποφυγή πολλαπλών αγωγών που λανθασμένα κινήθηκαν για το ίδιο θέμα. Στο σύνολό τους οι διαδικαστικοί κανονισμοί υφίστανται γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τη διασφάλιση του συμφέροντος της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση. Συναφώς, ουδεμία ερμηνεία και εφαρμογή μπορεί να αποβαίνει στο να μην εξυπηρετείται αυτό ακριβώς το ζητούμενο. Είναι κατανοητό πως οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τις Ενάγουσες επέλεξαν να καταχωρίσουν ξεχωριστές αγωγές, εκ μέρους των διαχειριστριών, και για κάθε έναν από τους οικείους του αποβιώσαντος προσωπικά, ασχέτως εάν τα γεγονότα αφορούν τον ίδιο θάνατο και παρά τις πρόνοιες του άρθρου 58 του Κεφ.
- Ήταν ένας προφανώς συνειδητός νομικός χειρισμός, με πλάνο τη μετέπειτα συνένωση των εν λόγω αγωγών, που όμως δεν ήταν ορθός. Το λάθος που μπορεί να εμφιλοχωρήσει και να συνιστά την αιτία της ζητούμενης θεραπείας τροποποίησης δικογράφου υπό την Δ.25,κ.1 δεν αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίον ο δικηγόρος επιλέγει να ασκήσει τα καθήκοντά του να προωθήσει τις απαιτήσεις των πελατών του ενώπιον του Δικαστηρίου. Από την άλλη, τα νομικά, δικονομικά ή διαδικαστικά λάθη δεν είναι οπωσδήποτε αθεράπευτα και μοιραία, εάν ο προσανατολισμός είναι πάντοτε το προαναφερόμενο συμφέρον της δικαιοσύνης. Πιο σχετική όμως σε αυτή την περίπτωση είναι η Δ.25,κ.
- Είναι βασικά διόρθωση της όλης διαδικασίας που ζητούν οι Ενάγουσες, για να μπορέσουν να διαγνωστούν με πληρότητα τα δικαιώματα των οικείων του αποβιώσαντος που θεωρούν ότι δημιουργήθηκαν λόγω του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος. Τα γεγονότα σε σχέση με το εργατικό ατύχημα ήταν, σε κάθε περίπτωση, εξ αρχής γνωστά στις Ενάγουσες, και δεν υπάρχει κάποιο νέο γεγονός. Οι άλλες αγωγές αναστάλθηκαν ή απορρίφθηκαν και έμεινε να εκκρεμεί η παρούσα αγωγή, η οποία φαίνεται πως αποτελεί τη μόνη αγωγή σήμερα για τον συγκεκριμένο θάνατο. Αυτό δεν συνιστά νέο γεγονός συναφές με την αιτία αγωγής. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει γνώση των λόγων αναστολής ή απόρριψης των άλλων αγωγών, εάν κάποιο άλλο Δικαστήριο ενασχολήθηκε με την ουσία των υποθέσεων, και ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να εκδικάσει και να αποφανθεί επί ζητήματος δεδικασμένου (res judicata) ή άλλου κωλύματος στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας. Εάν επιτραπεί η εισαγωγή της αξίωσης και οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι υπήρξαν συνθήκες που δημιούργησαν κώλυμα σε σχέση με τη διεκδίκηση του συγκεκριμένου είδους αποζημιώσεων που θέλουν οι Ενάγουσες, θα μπορούν μάλλον να προβάλουν σχετικά στα δικά τους δικόγραφα, και το ζήτημα να ακουστεί σε κατοπινό στάδιο. Αυτό που δεν θα ήταν ίσως προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, θα ήταν οι Εναγόμενοι να επωφεληθούν απλώς ενός δικονομικού ή νομικού λάθους, σε σχέση με τον τρόπο προώθησης των απαιτήσεων των οικείων του αποβιώσαντος ενώπιον του Δικαστηρίου (δια ξεχωριστών αγωγών). Με την αίτησή τους, όπως προαναφέρθηκε, οι Ενάγουσες, δεν αξιώνουν την τροποποίηση των γεγονότων που εκθέτουν στο δικόγραφό τους. Βάσει των ίδιων γεγονότων, και ως δικογραφείται η όλη διαφορά αναμεταξύ των ιδίων διαδίκων, δηλαδή των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντος από τη μια και των Εναγόμενων από την άλλη, ζητούν τροποποίηση προκειμένου να διευρύνουν τις αξιώσεις τους. Δεν αλλάζουν την αιτία της αγωγής τους. Η αγωγή τους συνιστά και θα εξακολουθήσει να συνιστά, εάν γίνει δεκτή η τροποποίηση, αγωγή σε σχέση με πράξη που προκαλεί θάνατο, η οποία εγέρθηκε προς όφελος των οικείων του αποβιώσαντος (άρθρο 58 § 2) από και στο όνομα των διαχειριστριών της περιουσίας του αποβιώσαντος (άρθρο 58 § 11). Η αγωγή βάσει του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την παράγραφο 7, δύναται να συνίσταται από αξίωση ή να περιλαμβάνει αξίωση για αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement). Συνιστά υποχρέωση του ενάγοντος, με βάση την παράγραφο 14, να παρέχει πλήρη στοιχεία ως προς τα πρόσωπα για τα οποία αξιώνει αποζημιώσεις και τη φύση της αξίωσης σε σχέση με την οποία επιδιώκεται η είσπραξη αποζημιώσεων. Η φύση της αξίωσης για απώλεια αφορά ήδη στη σύζυγο και τα τρία τέκνα του αποβιώσαντος και δεν θα αλλάξει αυτό το δεδομένο σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση. Με βάση την παράγραφο 15, στηv αγωγή δύvαvται vα επιδικαστoύv τέτoιες απoζημιώσεις, άλλες από τις απoζημιώσεις λόγω απώλειας, oι oπoίες αvαλoγoύv πρoς τη ζημιά η oπoία πρoκύπτει από τo θάvατo στoυς εξαρτώμενους αvτίστoιχα. Είναι τέτοια περαιτέρω αξίωση που επιθυμούν να προσθέσουν με την τροποποίηση που ζητούν οι Ενάγουσες, η οποία συνιστά διαφορετικής φύσης αξίωση από την απώλεια (bereavement), αλλά με βάση την ίδια αιτία αγωγής· με βάση την αιτία αγωγής για την οποία εγέρθηκε ήδη η αγωγή εντός της προθεσμίας των 3 ετών από τον θάνατο του αποβιώσαντος και ουδένας αιφνιδιασμός δημιουργείται στους Εναγόμενους, που να κρούει στην ουσία των κανόνων παραγραφής. Ο επηρεασμός των Εναγόμενων ευλόγως υπάρχει σε κάποιο βαθμό. Ενώ είναι επί του παρόντος εκτεθειμένοι, με την παρούσα αγωγή, σε μίαν απαίτηση σχετικά περιορισμένη, γιατί οι αποζημιώσεις λόγω απώλειας περιορίζονται νομοθετικά έως συγκεκριμένο ποσό, εάν επιτραπεί η τροποποίηση και η διεύρυνση των αξιώσεων, θα είναι εκτεθειμένοι σε μία δυνητικά μεγαλύτερη χρηματική απαίτηση. Εάν υπάρχει ή όχι το δικονομικό υπόβαθρο στα γεγονότα για να στηρίξουν οι Ενάγουσες μία περαιτέρω αξίωση που θέλουν να προσθέσουν στην απαίτησή τους, και κατ' επέκταση εάν αυτή έχει ή όχι πιθανότητες επιτυχίας, αν και δεν φαίνεται να αποτελεί ξεκάθαρα κριτήριο με βάση την εγχώρια νομολογία, δεν αποκλείεται μια έκδηλα αβάσιμη αξίωση που επιχειρείται να προστεθεί να λαμβάνεται υπόψη μαζί με άλλους παράγοντες, για τον προσδιορισμό εάν είναι συνολικά προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί τέτοια τροποποίηση. Ασφαλώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προδικάζει αξιώσεις που δεν έχουν καν προστεθεί στην απαίτηση, αλλά, εάν με βάση τους διαδικαστικούς κανονισμούς θα πρέπει να δικογραφούνται λεπτομέρειες της εξάρτησης ή της κάθε ζημιάς, με σχετική επάρκεια, και δεν δικογραφούνται, αλλά επιχειρείται η εισαγωγή αξίωσης για τέτοια ζημιά, το Δικαστήριο μπορεί να εκλαμβάνει ότι το εγχείρημα της τροποποίησης δεν θα είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης· σε συνάρτηση όχι με τον επηρεασμό των Εναγόμενων, αλλά με το ότι θα εξαναγκάσει ένα πιθανόν προβληματικό επανάνοιγμα της δικογραφίας (με τον χρόνο και το κόστος που δημιουργεί), την ίδια στιγμή που ο σκοπός της τροποποίησης είναι η διασαφήνιση και ο ορθός προσδιορισμός των πραγματικών επίδικων θεμάτων και όχι η συσκότισή τους. Και πάλι, στην προκειμένη περίπτωση, η προσθήκη της αξίωσης που ζητούν οι Ενάγουσες δεν προσανατολίζεται προς τον σκοπό του καλύτερου καθορισμού του πλαισίου της διαφοράς μεταξύ των συγκεκριμένων προσώπων, σε επίπεδο δικογράφων, αλλά στη διόρθωση του λάθους που έγινε, της έγερσης ξεχωριστών αγωγών, που εν μέρει διορθώθηκε με την αναστολή ή απόρριψη των άλλων αγωγών, αλλά όχι πλήρως, εφόσον οι αξιώσεις εκείνων των αγωγών δεν περιλήφθηκαν στην εναπομείνασα υπόθεση, δηλαδή στην παρούσα. Ότι οι ρυθμοί με τους οποίους κινήθηκαν οι Ενάγουσες ήταν δυσανάλογα αργοί, αυτό είναι και το μόνο που προβληματίζει το Δικαστήριο κάπως εντονότερα, για το εάν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, με βάση τη Δ.25,κ.5, ή όχι. Γιατί το νομικό ή δικονομικό λάθος, όντως, υποδείχθηκε από τους Εναγόμενους δια των δικογράφων τους από την πρώτη στιγμή, οι δε αποφάσεις επί των άλλων υποθέσεων εκδόθηκαν τα τέλη του 2017 με αρχές του 2018, και δεν έγινε οποιοδήποτε διάβημα για άμεση διόρθωση. Η δικαιολογία που πρόβαλαν οι Ενάγουσες για τη δικονομική αδράνεια είναι πως γίνονταν προσπάθειες διευθέτησης, δικαιολογία που έδωσαν με σχετική αοριστία και γενικότητα, αλλά και που αμφισβήτησαν σφόδρα οι Εναγόμενοι, με αποτέλεσμα το πραγματικό ζήτημα, εάν έγιναν ή δεν έγιναν τέτοιες προσπάθειες και τι προσπάθειες ήταν που αναχαίτισαν την ανάγκη για διόρθωση για τόσο χρονικό διάστημα, να έμεινε να αιωρείται αναπόδεικτο, με τρόπο που δεν βοηθά τις Ενάγουσες να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα δεν αιτήθηκαν εκ των προτέρων. Δεν είναι ότι η υπόθεση βρίσκεται σε ένα στάδιο που δεν είναι δυνατόν να διορθωθεί το λάθος· η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, και παρά τον κόπο και το κόστος που θα δημιουργούσε το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης με έξι εναγόμενους, με ξεχωριστές υπερασπίσεις, θα ήταν εφικτό να συμβεί. Είναι ότι η καθυστέρηση, ως δικονομική συμπεριφορά, ιδωμένη και σε συνάρτηση με όλα τα προαναφερόμενα που το καθένα από μόνο του δεν είναι ικανό να εμποδίσει τη διόρθωση, το είδος του λάθους, τη σοβαρότητά του, τη φύση της υπόθεσης και τον βαθμό επιμέλειας που ευλόγως θα αναμένονταν για την προώθησή της στο Δικαστήριο (συνιστά κοινωνική απαίτηση το δικηγορικό έργο να ασκείται με τη δέουσα επιμέλεια), τον χρόνο που κατέστη γνωστό το λάθος, τον επηρεασμό των Εναγόμενων, τον τρόπο που οι Ενάγουσες αιτούνται ενώπιον του Δικαστηρίου την τροποποίηση, ως ένα σύνολο δεδομένων, διαμορφώνει την εικόνα πως ό,τι εν τέλει ζητείται από το Δικαστήριο είναι να υπερβεί τα δικά του όρια διαχείρισης των ενώπιον του υποθέσεων, εντός των οποίων μπορεί να διορθώνει τις διαδικασίες. Ο χρόνος που παρήλθε κατέστησε πραγματικότητα για τους Εναγόμενους, που αρχικά είχαν εκτεθεί στο σύνολο των απαιτήσεων των οικείων του αποβιώσαντος δια ξεχωριστών αγωγών, ότι τελικά θα περιοριστούν εκτεθειμένοι στην αποζημίωση της απώλειας (bereavement) και των ειδικών ζημιών. Μια πραγματικότητα που ενισχύεται και από το γεγονός που αφήνεται να διαφανεί στο Δικαστήριο, ότι ουδέποτε τους δόθηκαν και λεπτομέρειες εξάρτησης ή κάποιας άλλης ζημιάς εξαρτώμενων, είτε δια των εκθέσεων απαίτησης των άλλων αγωγών (Τεκμήριο 1 στην αίτηση των Εναγουσών), είτε άλλως πώς. Ενώ δεν τίθεται ακριβώς θέμα παραγραφής, αυτό που θίγει ο όλος δικονομικός και νομικός χειρισμός και προκαλεί κάποιαν αντίδραση και από την πλευρά των Εναγόμενων είναι το δικαίωμά τους να γνωρίζουν τι ακριβώς έχουν να αντιμετωπίσουν σε σχέση με αυτό τον θάνατο, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, την ανάγκη τους να βεβαιώσουν τα ενδεχόμενα που έχουν να αντιμετωπίσουν, και αυτά να μην εκλαμβάνεται ότι εξαρτώνται από αλλαγές που επιφέρουν οι Ενάγουσες ανά πάσα στιγμή, ως να ήταν απλά δικαιωματικές. Όσο ψυχοφθόρο μπορεί να είναι για τους οικείους του αποβιώσαντος να διεκδικούν δικαστικά αποζημιώσεις για τον θάνατο του δικού τους ανθρώπου, άλλο τόσο είναι γι' αυτούς που ενάγονται για τον θάνατο αυτό, και βρίσκονται σε μία πολύ σοβαρή θέση, να μην γνωρίζουν την έκβαση της υπόθεσης για τόσα χρόνια, εάν και πώς θα τους επηρεάσει, και πρόσθετα να διαιωνίζεται η ασάφεια ως προς το εύρος των αξιώσεων, και εκεί που διαμορφώνονται δικονομικά τα πράγματα με έναν τρόπο, και περνούν και χρόνια, και οδεύουμε προς την ακρόαση της υπόθεσης, να γίνεται αυτή η επιστροφή στα δικόγραφα, με αυτό τον τρόπο[4]. Το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με βάση τη Δ.25,κ.5, όπως και με βάση την Δ.25,κ.1, με σκοπό τη δίκαιη, γρήγορη και με το λιγότερο δυνατό κόστος επίλυση των ενώπιον του ζητημάτων. Αυτά συνθέτουν το συμφέρον της δικαιοσύνης στη σύγχρονη εποχή, και το προσανατολίζουν ανάλογα. Έχοντας καταγράψει όλο τον συλλογισμό που ακολουθήθηκε, κρίνω πως, υπό όλες τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η αίτηση, δυστυχώς, δεν μπορεί να επιτύχει, είτε στη βάση της Δ.25,κ.1 είτε στη βάση της Δ.25,κ.
- Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον των Εναγουσών, όπως αυτά τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. [Η αγωγή ορίζεται για Ακρόαση] (Υπ.)............. Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, Preece κ.α. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Kayat Trading Limited ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Kyriacos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd κ.α. ν. Highway Gardens City Ltd, Πολ.Έφ. 106/2012, ημερομηνίας 18.4.2018). [2] Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 Α.Α.Δ. 33. [3] Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.
- [4] Βλέπετε και Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1987] 1 AC 189 σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο