ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ MAIROZA 10 ν. NAKONECHNA, Αρ. Αγωγής: 2073/2019, 4/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον Αρ. Αγωγής: 2073/2019 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ MAIROZA 10 Ενάγουσας και XXXX NAKONECHNA Εναγόμενη Αίτηση ημερομηνίας 04.11.2020 (για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) Ημερομηνία: 04.01.2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: Ν. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Ν.Ε. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 12.11.2019, εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της Εναγόμενης, ιδιοκτήτριας διαμερίσματος σε κοινόκτητη οικοδομή (πολυκατοικία), διαχειρίστρια της οποίας είναι η Ενάγουσα, για 9.603,00 Ευρώ, ως τέλη που αναλογούν στη μονάδα της, για έξοδα ανακαίνισης της πολυκατοικίας. Η δικαστική απόφαση εκδόθηκε ερήμην της Εναγόμενης, λόγω παράλειψής της να εμφανιστεί στη διαδικασία της αγωγής. Την 14.01.2020, η Ενάγουσα υπέβαλε αίτηση για έκδοση διατάγματος εκποίησης του διαμερίσματος της Εναγόμενης που στο μεταξύ είχε επιβαρύνει με την εγγραφής της δικαστικής απόφασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με το ΜΕΜΟ ΕΒ XXXX/2019. Η Ενάγουσα επέδωσε στην Εναγόμενη την αίτηση για εκποίηση του ΜΕΜΟ με υποκατάστατη επίδοση. Η Εναγόμενη, την 04.11.2020, υπέβαλε αίτηση για παραμερισμό (set aside) της δικαστικής απόφασης, για ακύρωση του ΜΕΜΟ, και για απόρριψη της αίτησης για εκποίησή του. Την ίδια ημέρα, 04.11.2020, καταχώρισε και την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά από το Δικαστήριο προσωρινά διατάγματα με τα οποία να αναστέλλεται κάθε υφιστάμενο μέτρο εκτέλεσης, να απαγορεύεται στην Ενάγουσα να λάβει οποιοδήποτε περαιτέρω μέτρο εκτέλεσης και να αναστέλλεται η εκδίκαση της αίτησης εκποίησης του βεβαρημένου ακινήτου, μέχρι την εκδίκαση της αίτησής της για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Η τελευταία αυτή αίτηση υποβλήθηκε μονομερώς, ωστόσο την 06.11.2020, που ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έκρινε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί, επομένως η αίτηση αυτή κατέστη δια κλήσεως. Η αίτηση της Εναγόμενης έχει ως νομική της βάση, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 («Νόμος 14/1960») και τη Δ.40,κ.7 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας («ΚΠΔ»). Η Εναγόμενη υποστηρίζει την αίτησή της με ένορκη δήλωση, μεταφρασμένη στην Ελληνική γλώσσα από την κυρία XXXX. Η Εναγόμενη αναφέρει τις προσωπικές περιστάσεις της, τους λόγους για τους οποίους δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας για να εμφανιστεί σε αυτήν, και ο τρόπος με τον οποίον εν τέλει την αντιλήφθηκε και πληροφορήθηκε και για την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον της. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι η μητρική της γλώσσα είναι η Ρωσική, ότι δεν θυμάται να της επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, αλλά και να το έλαβε, δεν αντιλήφθηκε περί τίνος πρόκειται· σε καμία όμως περίπτωση δεν περιφρόνησε τη δικαστική διαδικασία. Όσον αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας για την οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό, αλλά ότι εξόφλησε κάθε ποσό και μερίδιο που της αναλογεί, καταβάλλοντας στην Ενάγουσα συνολικά 11.000,00 Ευρώ. Μάλιστα, ενώ η Ενάγουσα είχε υποσχεθεί ότι, εάν δεν κατέβαλλαν όλοι οι ιδιοκτήτες το ποσό που αναλογεί στις μονάδες τους, δεν θα άρχιζαν οι εργασίες ανακαίνισης και θα επιστρέφονταν τα χρήματα, οι εργασίες είχαν αρχίσει με τα χρήματα που καταβλήθηκαν ήδη, περιλαμβανομένου του μεριδίου της Εναγόμενης, και εν τέλει έμειναν στην μέση. Συναφώς, η Εναγόμενη προβάλλει και δική της απαίτηση εναντίον της Ενάγουσας ότι, λόγω των ατελών κατασκευαστικών εργασιών, τους κινδύνους που δημιούργησαν στον χώρο, η ίδια υπέστη σωματικό τραυματισμό. Κατ' επέκταση, το να έχει εξοφλήσει, να έχει τραυματιστεί και ταλαιπωρηθεί, και να κινδυνεύει να χάσει και το διαμέρισμά της το βιώνει με προφανή ένταση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε είχε λάβει χώρα έγκυρη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης για τη λήψη σχετικών αποφάσεων διαχείρισης, αλλά κάθε φορά γίνονταν άτυπες συζητήσεις ορισμένων μόνον ιδιοκτητών, χωρίς καν απαρτία, στις οποίες υπήρχαν εντάσεις και συζητήσεις σε διάφορες γλώσσες, και ουδείς καταλάβαινε. Κατ' επέκταση, η Εναγόμενη αμφισβητεί και το συνολικό κόστος για την επιδιόρθωση της πολυκατοικίας, θεωρώντας ότι η Ενάγουσα δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να συμβληθεί με τη συγκεκριμένη κατασκευαστική εταιρεία, για το συνολικό ποσό των 207.000,00 Ευρώ, το οποίο είναι υπέρογκο, και το οποίο, επίσης, δεν κατανεμήθηκε ούτε ορθά στις μονάδες. Στη συνέχεια, ουδέποτε έλαβε και ειδοποίηση για πληρωμή κάποιου ποσού και θεωρεί ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Όσον αφορά την προσπάθεια της Ενάγουσας να πωλήσει το διαμέρισμα της Εναγόμενης, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι θα ήταν άδικο και ανεπιεικές να εκδικαστεί η αίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση πριν να εκδικαστεί η αίτηση της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Το διαμέρισμα που η Ενάγουσα επιδιώκει να εκποιηθεί συνιστά την κύρια κατοικία της Εναγόμενης και το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο, την απώλεια του οποίου θεωρεί καταστροφική για την ίδια, ειδικά υπό τις δυσκολίες που διανύει, ούσα άνεργη και εν μέσω πανδημίας. Στη βάση όσων αναφέρει η Εναγόμενη, επιχειρηματολογεί και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Η Ενάγουσα πρόβαλε, δια σχετικής δικονομικής βάσης, συνολικά 11 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση της Εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί. Συνοπτικά, θεωρεί την αίτηση της Εναγόμενης νομικά και πραγματικά αβάσιμη, καθυστερημένη, κακόπιστη και καταχρηστική, και ότι δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων του είδους που ζητά. Η ένσταση της Ενάγουσας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κύριου XXXX, προέδρου της Ενάγουσας, ο οποίος αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και ισχυρίζεται ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής επιδόθηκε προσωπικά στην Εναγόμενη και εκείνη δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για εμφάνιση στην αγωγή. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσής του, ο κύριος Χριστοδούλου αναφέρει ότι η Εναγόμενη πλήρωσε ποσό 9.000,00 Ευρώ έναντι της οφειλής της στην Ενάγουσα, συνάγοντας έτσι πως γνώριζε ή θα έπρεπε να γνωρίζει τα γεγονότα της απαίτησης της Ενάγουσας και τα αποδέχονταν, όπως και το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Θεωρεί έτσι ότι ο σκοπός καταχώρισης της αίτησης της Εναγόμενης είναι για να καθυστερήσει την από μέρους της εξόφληση του χρέους της. Θεωρεί, ο ενόρκως δηλών, ότι όσα αναφέρει η Εναγόμενη σχετικά με την παράλειψη εμφάνισής της δεν είναι ικανοποιητικά. Τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη ως υπεράσπισή της, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι κακώς τα προβάλλει σε αυτό το στάδιο. Κατά τη δική του θέση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων του είδους που ζητά η Εναγόμενη. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση της Εναγόμενης και αντίστοιχα την ένσταση της Ενάγουσας. Ουδείς αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της κάθε πλευράς. Έχω υπόψη μου ό,τι έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο. Η αίτηση της Εναγόμενης περιέχει σχετική νομική βάση, τα άρθρα 32 και 47 του Νόμου 14/1960 και τη Δ.40,κ.7 ΚΠΔ και το Δικαστήριο μπορεί να την εξετάσει σε αυτές τις βάσεις. Συνεπώς, δεν θα υπάρξει ενασχόληση με όσα υποδεικνύονται στην ένσταση της Ενάγουσας ως ελλείψεις ή λάθη στη νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης. Έπειτα, ασχέτως της μη διαφοροποίησης του τύπου της μονομερούς αίτησης, όταν εκείνη κατέστη δια κλήσεως, ώστε να περιληφθεί σε αυτήν η σχετική κλήση, η Ενάγουσα εμφανίστηκε στη διαδικασία της αίτησης και υπέβαλε την ένστασή της και ακούγεται, συνεπώς καμία τυπική απόκλιση δεν φαίνεται ικανή να αποτρέψει το Δικαστήριο από το να εξετάσει την ουσία της αίτησης της Εναγόμενης. Πρόκειται, εξάλλου, για μία αίτηση που καταχωρίστηκε την 04.11.2020, στο πλαίσιο αίτησης της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που είχε υποβληθεί την ίδια ημέρα, 04.11.2020, και δεν παρουσιάζεται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για αναζήτηση τέτοιας ενδιάμεσης θεραπείας. Όσον αφορά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, αυτός θα εξεταστεί στον κατάλληλο χρόνο, που είναι ο χρόνος της εκδίκασης εκείνης της αίτησης. Το άρθρο 32 § 1 του Νόμου 14/1960 προβλέπει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου, κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα, ακόμα και αν δεν αξιώνονται και δεν χορηγούνται μαζί και αποζημιώσεις ή άλλες θεραπείες, εάν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. Το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 32 § 1 και το άρθρο 32 § 2 προβλέπουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να εκδοθεί ένα παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές αναλύθηκαν και στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, όπως και σε αρκετές άλλες αποφάσεις. Νοουμένου πάντοτε ότι το Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία επί του εναγόμενου, θα πρέπει ο διάδικος που αιτείται παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος να αποδείξει ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, που αφορά σε συγκεκριμένο πράγμα, σε χρέος ή αποζημίωση, ορισμένα ή οριστά. Το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση διαπιστώνεται με βάση τα καταχωρισμένα δικόγραφα ή, όπου δεν υπάρχουν, την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Ό,τι εξετάζεται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση, είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία, η οποία, εάν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας[1]·
- υπάρχει καλή βάση και καλές πιθανότητες ο διάδικος που αιτείται να δικαιούται σε θεραπεία και έκδοση προς όφελός του δικαστικής απόφασης. Όπως υποδείχθηκε, μεταξύ άλλων, και στην T.A. Micrologic Comp. Conlsut. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Απαιτείται κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα, υπό την πιο πάνω έννοια· 3. εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα, να υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, οπότε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αυτή η προϋπόθεση έχει την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή[3]. Όπως γνωρίζουμε από την C. Phasarias (Automotice Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, δεν υπάρχει ανάγκη να προσάγεται μαρτυρία ότι πράγματι υπάρχει πρόθεση για αποξένωση ή επιβάρυνση και εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Η Εναγόμενη υπέβαλε την αίτηση για έκδοση διαταγμάτων στο πλαίσιο αίτησής της για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Ασχέτως του προφανούς λάθους στη δικονομική βάση εκείνης της αίτησης, με την αναγραφή της Δ.27,κ.10 ΚΠΔ (ανύπαρκτη) αντί της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ, που επισήμανε και ο συνήγορος της Εναγόμενης, έχοντας αιτηθεί ήδη διόρθωσης (αίτημα που θα εξεταστεί κατά την εξέταση εκείνης της αίτησης), πρόκειται για αίτηση γνωστή στο δίκαιο, δια της οποίας η Εναγόμενη αποσκοπεί σε συγκεκριμένη προς όφελός της θεραπεία, που είναι ο παραμερισμός της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην της, και άλλες θεραπείες (υπό τα σημεία Β και Γ της αίτησής της) που βασικά έπονται του παραμερισμού, εάν εκείνος κριθεί ότι δικαιολογείται. Θέτει, έτσι, ένα συζητήσιμο θέμα. Η αίτησή της εκείνη, με δεδομένη και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να θεωρήσει το λάθος στη νομική της βάση θεραπεύσιμο υπό τις περιστάσεις, εφόσον δεν έχει επηρεάσει και δικαιώματα της Ενάγουσας, υποστηρίζεται από μαρτυρία, που, χωρίς να αξιολογείται σε αυτό το στάδιο, στην όψη της μόνο, δεν αποκλείεται εκ προοιμίου, για λόγο τόσο έκδηλο ώστε χωρίς ακρόασή της να οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, να πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ. Θεωρώ ότι, για τους σκοπούς αυτής μόνον της διαδικασίας, υπάρχει ορατή πιθανότητα, πέραν της απλής δυνατότητας, η Εναγόμενη να δικαιούται στη θεραπεία που αιτείται με την κυρίως αίτησή της, χωρίς φυσικά να σημαίνει ότι τέτοια θεραπεία, εάν η Ενάγουσα ενστεί και εκδικαστεί εκείνη η αίτηση, θα μπορέσει και να της αποδοθεί. Σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν θα μπει στη διαδικασία να εξετάσει εις βάθος τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης σε συνάρτηση με τις προϋποθέσεις της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ, ούτε εάν πληρούνται ή όχι αυτές οι προϋποθέσεις που είναι το αντικείμενο της κυρίως αίτησης της Εναγόμενης, αλλά διαπιστώνει ότι πρόκειται για αίτηση που υποβλήθηκε σε ένα τέτοιο πλαίσιο, με περιεχόμενο που επιχειρεί να αγγίξει εκείνες τις προϋποθέσεις, και αυτό αρκεί, αφενός για να μην προδικαστεί η αίτηση παραμερισμού, αφετέρου για να θεωρηθεί ότι το επίπεδο της απλής δυνατότητας μπορεί να το αγγίξει η Εναγόμενη, με την έννοια της μη ύπαρξης έκδηλου λόγου απόρριψης της αίτησης εκείνης. Αυτό για το οποίο δεν έχει πειστεί το Δικαστήριο, τουλάχιστον όσον αφορά το πλαίσιο του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, είναι για το ενδεχόμενο η Εναγόμενη να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά· για το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα που αιτείται η Εναγόμενη ή οποιαδήποτε εξ αυτών ως προσωρινά διατάγματα με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Η εγγραφή της δικαστικής απόφασης στο Κτηματολόγιο (ΜΕΜΟ) επί του μοναδικού ακινήτου της Εναγόμενης, ως μέτρο εκτέλεσης που εξαντλεί την επίδρασή του στη δέσμευση του ακινήτου, είναι ήδη ειλημμένο, και δεν αναστέλλεται με κάποια γνωστή διαδικασία και έννοια· είτε παραμένει εγγεγραμμένη η δικαστική απόφαση στο Κτηματολόγιο ως δημόσια ορατό βάρος επί του ακινήτου με συγκεκριμένη σειρά είτε ακυρώνεται η υφιστάμενη εγγραφή της, και δεν υπάρχει κάποια ενδιάμεση ή υπό αίρεση κατάσταση. Η αίτηση της Ενάγουσας για εκποίηση του βεβαρημένου ακινήτου, ως διακριτό διάβημα, εκκρεμεί, αλλά δεν υφίσταται οποιοσδήποτε άμεσος κίνδυνος απώλειας της ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης, εάν δεν αποδειχθεί η αίτηση, στην εκδίκαση της οποίας συμμετέχει και η Εναγόμενη, και εάν δεν εκδοθεί σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο. Στο μεταξύ, είναι μέσα στο πλαίσιο διαχείρισης των ενώπιον του Δικαστηρίου αιτήσεων να επιληφθεί πρώτα της αίτησης της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, η οποία είναι ήδη ορισμένη την 24.02.2021 και να την αποφασίσει πριν από την εκδίκαση της αίτησης της Ενάγουσας για εκποίηση του ΜΕΜΟ, χωρίς να χρειάζεται και η έκδοση κάποιου απαγορευτικού ή άλλου διατάγματος. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το διαμέρισμά της είναι και το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο, ότι είναι άνεργη, ανήμπορη, χωρίς άλλες οικονομικές δυνατότητες. Οι ισχυρισμοί αυτοί, σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα της Εναγόμενης, δεν είναι απόλυτα σχετικοί με το αίτημά της και έπειτα με το εδώ ζητούμενο, της ικανοποίησης και της προϋπόθεσης της αδυναμίας ή δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η αναγκαστική εκτέλεση επί κινητής περιουσίας ρυθμίζεται στο δίκαιο μας με τρόπο που εξασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση του καθ' ου η εκτέλεση, και εάν η ίδια η Εναγόμενη δεν διαθέτει και κινητή περιουσία υποκείμενη σε εκτέλεση, δεν δημιουργείται ο κίνδυνος που εκθέτει η Εναγόμενη, να καταστραφεί, όπως η ίδια ισχυρίζεται, για να χρειάζεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου με έκδοση απαγορευτικού διατάγματος βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Κρίνω ότι δεν είναι αδύνατον ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη, εάν δεν εκδοθούν τα προσωρινά διατάγματα που αιτείται η Εναγόμενη, στο πλαίσιο της αίτησής της για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, και γι' αυτό ότι δεν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 για να εκδοθούν τέτοια διατάγματα. Καταλήγοντας σε αυτό το συμπέρασμα, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει οτιδήποτε άλλο σχετίζεται με τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας. Εξακολουθεί, όμως, να έχει τη δυνατότητα να αναστείλει την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.
- Ειδικότερα, η Δ.40,κ.7 ΚΠΔ δίνει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, όταν αυτό είναι αναγκαίο, και για τέτοιο χρόνο που θεωρεί δέον. Τέτοια δυνατότητα δίνει και το άρθρο 47 του Νόμου 14/
- Η συνανάγνωση των δύο ρυθμίσεων, που εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας, συμβαίνει γιατί στη μία περίπτωση έχουμε απλά έναν διαδικαστικό κανονισμό και στην άλλη περίπτωση μια πρόνοια νόμου. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα είναι διακριτικό και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να ασκείται με άξονες, από τη μια, την προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που έχει επιτύχει την έκδοση μίας προς όφελός του δικαστικής απόφασης σε συνάρτηση με τη δεσμευτικότητα των δικαστικών αποφάσεων και ό,τι αυτή διασφαλίζει σε σχέση με την τελεσιδικία αλλά και την αρχή της νομιμότητας, από την άλλη, την προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που αξιώνει την αναστολή εκτέλεσης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο και τις περιστάσεις του αιτήματός του και τις συνέπειες της άμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης. Η νομολογία επί της Δ.35,κ.18 ΚΠΔ, που αφορά σε αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης σε περίπτωση εκκρεμοδικίας έφεσης[4], δίδει κατεύθυνση ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήματα αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων[5], αν και δεν δίνει πλήρη κατεύθυνση, με δεδομένες τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες εκείνη εφαρμόζεται. Σε κάθε περίπτωση, η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, συνιστά ένα εξαιρετικό μέτρο γιατί οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται, είτε κατόπιν ακρόασης είτε ερήμην, για να μπορούν να εκτελούνται και να πραγματώνεται το δίκαιο που περιέχουν. Η εξαιρετικότητα του μέτρου αναζητά και την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την απόκλιση από τον κανόνα ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται για να εκτελούνται. Στην προκειμένη περίπτωση, η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 12.11.2019 εκδόθηκε ερήμην της Εναγόμενης, η οποία αιτήθηκε του παραμερισμού της, για τους λόγους που εκθέτει στην αίτησή της εκείνη, και που δεν θα εξεταστούν στην ουσία τους επί του παρόντος. Αυτοί, στην όψη τους θεωρούμενοι, περιλαμβάνουν και τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη εξόφλησε το ποσό που της αναλογούσε για τις εργασίες ανακαίνισης, καταβάλλοντας συνολικά 11.000,00 Ευρώ στην Ενάγουσα, και ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό, περιλαμβανομένου του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, που υπερβαίνει τις 9.000,00 Ευρώ. Μέχρι την εκδίκαση της αίτησης της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, η Εναγόμενη προωθεί αίτηση για εκποίηση ΜΕΜΟ, ενώ έχει και τη δυνατότητα λήψης περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης, για να εξαναγκάσει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η Εναγόμενη εμφανίζεται στην αίτηση για εκποίηση ΜΕΜΟ. Λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για εκποίηση του ΜΕΜΟ είναι υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να την αποφασίσει μετά από την αίτηση της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, και γι' αυτό κρίνω ότι δεν χρειάζεται να ανασταλεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης όσον αφορά το ήδη υφιστάμενο μέτρο εκτέλεσης, ήτοι το ΜΕΜΟ και την αίτηση για εκποίησή του, με κάποιο διάταγμα. Εξάλλου, πέραν αυτού που προαναφέρθηκε, ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης στο Κτηματολόγιο (ΜΕΜΟ) δεν «αναστέλλεται» με κάποια γνωστή διαδικασία και έννοια, αλλά είτε υφίσταται είτε ακυρώνεται, εάν η Εναγόμενη αιτείται με την κυρίως αίτησή της ακύρωσης του ΜΕΜΟ και κατ' επέκταση απόρριψης της αίτησης για εκποίησή του, ως μέτρα επακόλουθα τυχόν παραμερισμού της δικαστικής απόφασης, το να διαταχθεί αναστολή αυτών επί του παρόντος (κατά κύριο λόγο της αίτησης για εκποίηση του ΜΕΜΟ) θα δημιουργούσε στην πράξη μια κατάσταση ασαφή, που δυσκολότερα θα τύγχανε παρακολούθησης (και επαναφοράς, εάν χρειαστεί) από ότι εάν η αίτηση για εκποίηση του ΜΕΜΟ εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου και παρακολουθεί την πορεία της αίτησης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Τέτοια ασάφεια, με μια διαταγή περί αναστολής, δεν θεωρώ ότι χρειάζεται. Λαμβάνω, όμως, υπόψη και τη δυνατότητα της Ενάγουσας να λάβει περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους εναντίον κινητής περιουσίας της Εναγόμενης, κάτι που δικαιούται να πράξει, εάν δεν το πράττει με καταχρηστική πολλαπλότητα· τις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις της Εναγόμενης, όπως τις εξέθεσε σε συνάρτηση και με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους· τον χρόνο που χρειάζεται για την εκδίκαση της αίτησης της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που είναι ελέγξιμος και περιορισμένος· την πιθανότητα τυχόν προσπάθεια λήψης περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης τη δεδομένη χρονική στιγμή να δημιουργήσει αχρείαστη περιπλοκή και έξοδα και να ενισχύσει την αβεβαιότητα ως προς τι οφείλει να πράξει το κάθε μέρος. Γι' αυτούς τους λόγους, κρίνω ότι η αναστολή εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.2019, όσον αφορά οποιαδήποτε άλλα νέα μέτρα εκτέλεσης, από σήμερα μέχρι και την έκδοση απόφασης επί της αίτησης της Εναγόμενης ημερομηνίας 04.11.2020 για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.2019, θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Θα διατηρούσε την κατάσταση σε αμφότερες τις πλευρές σταθερή, για τον περιορισμένο χρόνο που το Δικαστήριο χρειάζεται για να ακούσει και να αποφασίσει την αίτηση της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Δεν θα έβλαπτε την Ενάγουσα η μη λήψη περαιτέρω μέτρων εκτέλεσης, ενώ η Ενάγουσα, ούτως ή άλλως, προωθεί την αίτησή της για εκποίηση ΜΕΜΟ, ως θα την προωθούσε και εάν δεν υφίστατο η αίτηση της Εναγόμενης, με ενδεχόμενο, σε περίπτωση αποτυχίας της προσπάθειας της Εναγόμενης να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση, να έχει και η ίδια η Ενάγουσα άμεση απόφαση επί της δικής της αίτησης. Ασχέτως αυτής της διαχείρισης, που γίνεται για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί προηγουμένως, δεν μπορεί να παραληφθεί η αναφορά πως έναντι στη δικαστική απόφαση, ενόσω αυτή υφίσταται και δεν είναι επί του παρόντος γνωστό εάν θα παραμεριστεί ή όχι, η Εναγόμενη οφείλει σεβασμό· ανεξαρτήτως των όποιων προσπαθειών της να την παραμερίσει, για να ακουστεί στη διαδικασία της αγωγής, η ίδια θεωρώντας ότι αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει. Υπενθυμίζεται συναφώς πως ό,τι αιτείται η Εναγόμενη με την κυρίως αίτησή της είναι ο παραμερισμός και όχι η ακύρωση της δικαστικής απόφασης (π.χ. ως αυτή να μην έπρεπε να είχε εκδοθεί καθόλου). Στο πλαίσιο μιας διαδικασίας παραμερισμού, κατά κανόνα, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η Εναγόμενη, για τους λόγους που εκθέτει και ζητά να κριθούν από το Δικαστήριο ως δικαιολογημένοι, είχε παραλείψει να εμφανιστεί στην διαδικασία της αγωγής, ενώ η επίδοση της αγωγής είναι υφιστάμενη στον φάκελο του Δικαστηρίου διαδικαστική πράξη (και δεν προσβάλλεται με σχετική διαταγή ως μη νομότυπη διαδικαστική πράξη), με αποτέλεσμα, κατά τεκμήριο επί παρόντος, νομότυπα, βάσει των διαδικαστικών κανονισμών, να θεωρείται πως είχε εκδοθεί και η δικαστική απόφαση στην απουσία της Εναγόμενης. Σε ένα πλαίσιο τέτοιου σεβασμού, διατηρώντας φυσικά την προσδοκία ότι μπορεί να επιτύχει τη διεκδικούμενη θεραπεία, του παραμερισμού, δεν θα πρέπει να θεωρεί δεδομένο ότι η Ενάγουσα θα πρέπει να αποστερηθεί τη θεραπεία που στο μεταξύ η ίδια ήδη έλαβε, της πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Η οικειοθελής πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, όπου βεβαίως υπάρχει η οικονομική δυνατότητα, δεν επηρεάζει την προσπάθεια παραμερισμού της δικαστικής απόφασης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί και να αξιολογείται ως ενδεικτική των προθέσεων του εναγόμενου που επιδιώκει τον παραμερισμό μιας εναντίον του εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Η αναστολή εκτέλεσης στην οποίαν εν τέλει καταλήγει το Δικαστήριο βάσει της Δ.40,κ.7 ΚΠΔ ουδόλως επηρεάζει την αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 14.01.2020 για εκποίηση του ΜΕΜΟ κατά περιεχόμενο ή και τη δικονομική της πορεία, εάν η Ενάγουσα επιθυμεί να την προωθήσει. Της τελευταίας, όμως, θα προηγηθεί η απόφαση του Δικαστηρίου επί της αίτησης της Εναγόμενης ημερομηνίας 04.11.2020 για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.
- Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.2019, όσον αφορά οποιαδήποτε νέα μέτρα εκτέλεσης (πλην του ΜΕΜΟ ΕΒ XXXX/2019 και της αίτησης ημερομηνίας 14.01.2020 για εκποίησή του), από σήμερα μέχρι και την έκδοση δικαστικής απόφασης από το παρόν Δικαστήριο επί της αίτησης της Εναγόμενης ημερομηνίας 04.11.2020 για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12.11.
- Όσον αφορά το ΜΕΜΟ XXXX/2019 και την αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 14.01.2020 για εκποίησή του, η τύχη τους ευνόητα εξαρτάται από το εάν θα παραμεριστεί η δικαστική απόφαση ή όχι. Όπως αναφέρθηκε, η αίτηση για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης είναι ορισμένη την 24.02.2021, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο θα της επιληφθεί. Η αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 14.01.2020, η οποία φαίνεται να επιδόθηκε στην Εναγόμενη την 27.10.2020 και ο ορισμός της οποίας επιφυλάχθηκε, εν αναμονή της εξέλιξης της υπό εξέταση αίτησης, ορίζεται για Οδηγίες την ίδια ημέρα, 24.02.2021 ώρα 8:30 π.μ.. Η αίτηση της Εναγόμενης θα μπορούσε να θεωρηθεί πως είχε επιτυχία, εφόσον το αποτέλεσμα είναι να εκδοθεί ένα διάταγμα αναστολής εκτέλεσης, έστω όχι ακριβώς όπως ζητούσε η Εναγόμενη. Το αποτέλεσμα της αναστολής, όμως, εξυπηρετεί τις ανάγκες ακρόασης της αίτησης της Εναγόμενης για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, το αποτέλεσμα της οποίας δεν είναι γνωστό επί του παρόντος, αλλά και σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποδεχθεί ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί, τότε θα ισχύει ο αντίστροφος κανόνας, ότι τα έξοδα της διαδικασίας παραμερισμού (πιθανότατα νομότυπα εκδοθείσας απόφασης) και τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο ενάγων εξαιτίας της παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία επιβαρύνουν τον εναγόμενο που αιτείται του παραμερισμού. Συναφώς, η επιδίκαση εξόδων της παρούσας αίτησης προς όφελος της Εναγόμενης, ως αυτή να ήταν ο επιτυχών διάδικος, θα ήταν πρόδηλα ασυνεπής σε ό,τι ισχύει γενικά για τα έξοδα σε διαδικασίες παραμερισμού, στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται η παρούσα αίτηση. Έχοντας υπόψη τα προαναφερόμενα, αλλά και το γεγονός πως η ένσταση της Ενάγουσας επί της αίτησης της Εναγόμενης, ως η αίτηση της Εναγόμενης υποβλήθηκε και αναπτύχθηκε, περισσότερο στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960, δεν ήταν και εντελώς αδικαιολόγητη, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι, ακόμα κι αν επιτύχει ο παραμερισμός που επιδιώκει η Εναγόμενη, τότε η Ενάγουσα ενδεχομένως να δικαιούται σε έξοδα (όπως όμως και σε περίπτωση που αποτύχει ο παραμερισμός), θεωρώ πως είναι δικαιότερο τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως πιθανόν συναρτώμενα με την παράλειψη της Εναγόμενης να εμφανιστεί στη διαδικασία της αγωγής, να επιφυλαχθούν, ώστε να επιδικαστούν με την απόφαση ή τη διαταγή που θα εκδοθεί επί της αίτησης παραμερισμού και αναλόγως της εξέλιξης και του περιεχομένου εκείνης της διαδικασίας. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504· Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598. [2]Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201. [3]Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. [4] Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 591, BP Holdings Ltd, και ΄Αλλος ν. Κιταλίδη και Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ 287, Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978, και άλλες. [5] Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)JSC 325, Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1983)2 J.S.C.544 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο