← Κύπρος

ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΑΡΜΑΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3586/2012, 27/1/2021

ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΧΑΡΜΑΝΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3586/2012, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3586/2012 ΜΕΤΑΞΥ: ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενάγοντος και

  1. XXX ΧΑΡΜΑΝΗ
  2. XXX ΘΕΟΚΛΕΙΤΟΥ Εναγόμενων ------------------ Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου,2021 Για ενάγοντα: Ο κ. Ν. Μουκταρούδης για Ν. Μουκταρούδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενο 1: Ο κ. Αλ. Μιχαήλ Για εναγόμενο 2: Ο κ. Αλ. Νεοκλέους για Ν.Ε. Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η διαφορά που απασχόλησε στην παρούσα υπόθεση ανάγεται στη συμφωνία που υπογράφτηκε την 18.01.2011 (στη συνέχεια «η Συμφωνία»), μεταξύ του Ναυτικού Ομίλου Λεμεσού (στη συνέχεια «ο Όμιλος») ως του ιδιοκτήτη και/ή κατόχου και/ή ενοικιαστή των υποστατικών του Ομίλου και των δύο εναγόμενων οι οποίοι θα ενεργούσαν από κοινού ως οι διαχειριστές του Καφεστιατορίου ευρισκομένου στο ισόγειο του Οικήματος του Ομίλου. Της Συμφωνίας αυτής είχαν προηγηθεί ακόμα δύο γραπτές συμφωνίες, η 1η την 2.12.2003 και η 2η την 22.04.
  3. Αναφέρονται εδώ όχι για οποιανδήποτε νομική σημασία μπορεί να ενέχουν ως προς τα υπό επίλυση ζητήματα αλλά για τον λόγο αφενός ότι γίνεται αναφορά σε αυτές στην ίδια την επίδικη Συμφωνία όπου στον όρο 14.1 αυτής διαλαμβάνεται ότι: «οι αδειούχοι (οι διαχειριστές δηλαδή) συμφώνησαν όπως άμεσα εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό προς τον Όμιλο βάση της συμφωνίας 2.12.2003 και/ή 22.04.2010» και αφετέρου γιατί αυτές κατατέθηκαν ως τεκμήρια και γινόταν και λόγος σ' αυτές κατά την παράθεση της μαρτυρίας στην προσπάθεια και των δύο πλευρών να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Ο ενάγων με την αγωγή του αξιώνει από τους εναγόμενους το ποσό των €117.330,00 ως απώλεια εσόδων και/ή ζημιά, πλέον έξοδα και νόμιμο τόκο, λόγω παράνομης κατοχής και/ή επέμβασης από αυτούς στο Καφεστιατόριο ή και σε άλλους χώρους του Οικήματος. Ισχυρίζεται ότι οι ως άνω ενέργειες των εναγόμενων προκάλεσαν την αδυναμία του Ομίλου να εκμεταλλευτεί τα ως άνω υποστατικά του παραχωρώντας άδεια διαχείρισης τους σε τρίτους. Οι αξιώσεις του επίσης όταν είχε καταχωριστεί η αγωγή αφορούσαν και την έκδοση διαταγμάτων για την άμεση εγκατάλειψη από τους εναγόμενους των ως άνω υποστατικών τους και την παράδοση ελεύθερης της κατοχής τους και σε περίπτωση που δεν το έπρατταν αποζημιώσεις για όσο χρόνο θα διαρκούσε η αυθαίρετη κατοχή τους από τους εναγόμενους. Σημειώνεται ότι με τη πάροδο των χρόνων και ενώ εκκρεμούσε η αγωγή, η κατοχή των υποστατικών περιήλθε στον ενάγοντα αν και προβλήθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας ότι ακόμα σε κάποιο γραφείο, στο ισόγειο του Οικήματος παρέμεναν ακόμα διάφορα περιουσιακά στοιχεία των εναγόμενων καθιστώντας αδύνατη τη χρήση του. Σε κάθε περίπτωση οι σχετικές αξιώσεις για έκδοση συναφών διαταγμάτων εγκαταλείφθηκαν. Οι εναγόμενοι στις χωριστές υπερασπίσεις τους, πλην της άρνησης των ισχυρισμών του Ομίλου περί της παράβασης της Συμφωνίας εκ μέρους τους, ισχυρισμοί οι οποίοι είχαν δώσει το έρεισμα στον Όμιλο να τερματίσει, κατ' ισχυρισμό του, τη Συμφωνία και να αξιώνει ως η αγωγή του, προβάλλουν τη δική τους εκδοχή με την οποία επιρρίπτουν την ευθύνη για παράβαση της Συμφωνίας στον Όμιλο κατά τρόπο που δίδει το δικαίωμα στον εναγόμενο 1 να ανταξιώνει από αυτόν αποζημιώσεις. Αυτές συνίστανται σε απώλεια εισοδημάτων του και/ή διαφυγόντα κέρδη και/ή απώλεια οικονομικού κέρδους που προσδοκούσε και οφειλόταν στην αντισυμβατική συμπεριφορά και ενέργειες του Ομίλου. Αυτές τις υπολογίζει στο ποσό των €400.000,00 καθώς αφορούν πρόκληση ζημιάς στο καλό όνομα και τη φήμη της επιχείρησης. Επιπρόσθετα ζημιά ύψους €30.000,00 που ήταν το ποσό που κατέβαλαν για να διαμορφώσουν χώρο του Οικήματος προς εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών του Ομίλου. Οι ως άνω ζημιές προκλήθηκαν συνεπεία της άρνησης του Ομίλου να υπογράψει τα απαιτούμενα έγγραφα και/ή έντυπα και/ ή αιτήσεις για την έκδοση των αδειών λειτουργίας της επιχείρησης τους. Περαιτέρω ο εναγόμενος 1 επιφύλασσε τα δικαιώματα του για μελλοντικές ζημιές και/ή απώλεια εισοδημάτων και/ή κερδών λόγω της συνεχιζόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Ομίλου. Επί πλέον, αξιώνει από τον Όμιλο τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για αντισυμβατικές του ενέργειες όπως ήταν η αλλαγή κλειδαριών του Οικήματος. Ήταν η θέση τους ότι τη Συμφωνία την υπέγραψαν υπό την προσωπική τους ιδιότητα ο καθένας στα πλαίσια συνεργασίας τους και όχι υπό τον μανδύα κάποιας νομικής οντότητας (συνεταιρισμού ή εταιρείας). Περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης διαχείρισης εκ μέρους τους και κατόπιν προφορικής συνεννόησης με εκπροσώπους του Ομίλου ή/ και ανοχής του, όροι των συμφωνιών τους είχαν τροποποιηθεί έτσι που τους επέτρεπαν την απρόσκοπτη συνέχιση της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκε με την αγωγή. Πριν ακόμα την λήξη της Συμφωνίας είναι ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι ο εναγόμενος 2 αποχώρησε από τη συν διαχείριση των ως άνω υποστατικών, κάτι που γνωστοποίησε στον ενάγοντα με επιστολή του και επομένως η αγωγή δεν θα έπρεπε να είχε εγερθεί και εναντίον του ή θα έπρεπε στη συνέχεια να αποσυρθεί καθ' ότι βασική υπεράσπισή του ήταν ότι δεν υφίστατο οποιαδήποτε νομική ή άλλη υποχρέωση του έναντι του Ομίλου, θέση η οποία υποβλήθηκε και στον κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.1), κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του. Στη βάση του πιο πάνω περιγράμματος γίνεται αντιληπτό ότι τα επίδικα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασιστούν είναι το κατά πόσον υπήρξε παραβίαση όρου ή όρων της Συμφωνίας από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων σε αυτή, αν ο τερματισμός της από τον ενάγοντα έγινε σύμφωνα με τη Συμφωνία και εδικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις και αν τέλος, ανάλογα με την απόφανση μου σε σχέση με τα πιο πάνω, δικαιούται οποιασδήποτε μορφής αποζημιώσεις οποιοσδήποτε από τους διαδίκους. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η μαρτυρία που προσφέρθηκε από όλες τις πλευρές ήταν σχετικά σύντομη. Για την πλευρά του Ομίλου κατάθεσε ο κ. XXX Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος του Ομίλου όταν κατάθεσε και Αντιπρόεδρος καθ' όλους τους επίδικους χρόνους, σχετικό είναι το πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού του Συμβουλίου του Ομίλου το οποίο κατάθεσε στο τέλος της κυρίως εξέτασης του και σημειώθηκε ως Τεκμ.
  4. Ο εναγόμενος 1 κατάθεσε ο ίδιος ενώ ο εναγόμενος 2 δεν πρόσφερε οποιανδήποτε μαρτυρία. Προσπάθεια μου στη συνέχεια θα είναι η καταγραφή κατά συνοπτικό τρόπο της μαρτυρίας καθώς όπου χρειαστεί θα γίνουν ειδικές αναφορές σε σημεία της στη συνέχεια κατά την ανάλυση, αξιολόγηση και καταγραφή των ευρημάτων μου που θα ακολουθήσει. Ο κ. Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α), πέραν της πιο πάνω ιδιότητας υπό την οποία κατάθεσε και ως εκ τούτου της προσωπικής γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης, δήλωσε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από τον ενάγοντα να δώσει μαρτυρία αλλά και το ίδιο το καταστατικό του Ομίλου του παρείχε αυτή τη δυνατότητα. Κατάθεσε ως Τεκμ. 1 το πιστοποιητικό εγγραφής του Ομίλου ως Σωματείου. Ανέφερε ότι το Οίκημα του Ομίλου βρίσκεται στην παραλιακή Λεωφόρο Λεμεσού και σ' αυτό στεγάζονται και τα γραφεία του. Στο ισόγειο λειτουργούσε το Καφεστιατόριο για εξυπηρέτηση των μελών του αλλά και του κοινού. Αναφέρθηκε στο ιστορικό των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών αρχής γενομένης από τη συμφωνία της 2.03.2003 (Τεκμ. 2). Επεσήμανε τον όρο 22 της συμφωνίας αυτής ότι οι εναγόμενοι αναλάμβαναν από κοινού και αλληλέγγυα τις υποχρεώσεις που πήγαζαν από αυτή όπως παρόμοια επαναλαμβάνεται και στο εισαγωγικό μέρος της επίδικης Συμφωνίας. Οι διάδικοι υπέγραψαν νέα συμφωνία την 22.04.2010 (Τεκμ. 3), σε αυτή συμπεριλήφθηκε και όρος ότι οι εναγόμενοι θα εκπλήρωναν και τις υποχρεώσεις τους που πήγαζαν από την προηγούμενη τους συμφωνία τις οποίες δεν είχαν εκπληρώσει όπως αναγνωριζόταν. Ακολούθησε η επίδικη Συμφωνία της 18ης.01.2011 (Τεκμ. 4). Μεταξύ άλλων, ουσιώδης όρος της Συμφωνίας ήταν ότι η διάρκεια της θα ξεκινούσε την ημέρα της υπογραφής της και θα έληγε την 31.01.
  5. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης της άδειας διαχείρισης του Καφεστιατορίου οι εναγόμενοι υποχρεούνταν στην καταβολή του ποσού των €47.160,00 πληρωτέου σε δώδεκα μηνιαίες δόσεις των €3.930,00 κάθε μιας. Στη Συμφωνία, παρόμοια, συμπεριλήφθηκε ο όρος της παρ. 14.1 ότι οι υποχρεώσεις των εναγόμενων από τις προηγούμενες συμφωνίες συνέχιζαν να υφίστανται και οι εναγόμενοι αναλάμβαναν όπως άμεσα εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο από αυτούς ποσό, υποχρεώσεις που αναγνωρίστηκαν, όπως εξήγησε, ότι ήταν και υποχρεώσεις αυτής της Συμφωνίας. Διευκρίνισε ότι οι όροι αυτοί σχετίζονταν και αποσκοπούσαν στην εκπλήρωση της υποχρέωσης των εναγόμενων να καταβάλουν ποσά και να εκπληρώσουν υποχρεώσεις που εκκρεμούσαν από τις προηγούμενες συμφωνίες τους. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι λόγω της επανειλημμένης παραβίασης όρων της Συμφωνίας εκ μέρους των εναγόμενων, και αφού τους είχαν προειδοποιήσει προφορικά αλλά και με επιστολές τους [Τεκμ. 6(α) και (β)], χωρίς και πάλι να συμμορφωθούν, ο Όμιλος αναγκάστηκε να την τερματίσει σύμφωνα με τον όρο της παρ. 14.22 με επιστολή των δικηγόρων του με ημερομηνία 17.10.2011 (Τεκμ. 5). Οι παραβάσεις της Συμφωνίας αναφέρονταν με λεπτομέρεια στις ως άνω επιστολές όπως και στην επιστολή τερματισμού. Ενδεικτικά επεσήμανε ως τέτοιες παραβάσεις τη μη εξασφάλιση τραπεζικής εγγύησης, την τοποθέτηση πινακίδων και τη χρήση του Οικήματος αντίθετα από τη συμφωνημένη χρήση του αλλά και κατά παράβαση του ίδιου του νόμου και τούτο καθώς χωρίς να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες άδειες λειτουργίας και χωρίς να εξασφαλίσουν πολεοδομική άδεια για αλλαγή χρήσης, λειτουργούσαν νυκτερινό κέντρο (club) αντί για εστιατόριο, προκαλούσαν οχληρία και ενόχληση σε γειτονικά υποστατικά όπως σε πελάτες γειτονικού ξενοδοχείου σύμφωνα με παραστάσεις τους των οποίων ήταν αποδέχτες (Τεκμ. 7) και ουδέποτε προμηθεύτηκαν ή λειτουργούσαν σύστημα compactor υγιεινής απόρριψης σκυβάλων. Η επιστολή τερματισμού επιδόθηκε στους εναγόμενους διά χειρός την 31.10.2011 αλλά και με τηλεομοιότυπο στους δικηγόρους τους την 3.11.
  6. Με την επιστολή τερματισμού καλούσαν τους εναγόμενους να εγκαταλείψουν τα υποστατικά και να τους παραδώσουν την κατοχή τους όπως και του εξοπλισμού του μέχρι την 31.01.2012 - ημερομηνία που συνέπιπτε με τη λήξη της - και εξοφλήσουν κάθε οφειλή τους προς τον Όμιλο. Ο Όμιλος στη συνέχεια της επιστολής τερματισμού εξέδωσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την υποβολή προσφορών από ενδιαφερόμενους για τη διαχείριση του Καφεστιατορίου (Τεκμ. 8), που είχε ως αποτέλεσμα την επίδειξη ενδιαφέροντος από διάφορα πρόσωπα αλλά όχι από τους εναγόμενους. Ο εναγόμενος 2 μάλιστα τους είχε αποστείλει επιστολή με ημερομηνία 4.01.2012 με την οποία δήλωνε ότι δεν επιθυμούσε να εξασκήσει το δικαίωμα ανανέωσης της Συμφωνίας (Τεκμ. 9). Κοινός δικηγόρος όμως των εναγόμενων συνέχιζε με επιστολές του να τους ενημερώνει ότι οι εναγόμενοι συνέχιζαν να παραμένουν στο χώρο των υποστατικών και ζητούσαν την άδεια συνέχισης της χρήσης τους και από τους δύο εναγόμενους. Κατάθεσε τη σχετική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε ως [Τεκμ. 10 (α) - (στ)]. Επεσήμανε μάλιστα στην επιστολή Τεκμ. 10 (δ) με ημερομηνία 23.05.2012, το γεγονός ότι υπήρχε ρητή άρνηση εκ μέρους του εναγόμενου 2 ότι εξέφρασε ποτέ την πρόθεση να φύγει από τη διαχείριση του Καφεστιατορίου. Οι εναγόμενοι ακόμα και μετά την πάροδο της προθεσμίας που τους δόθηκε την 31.01.2012 συνέχισαν παράνομα να κατέχουν το Καφεστιατόριο και χώρους του Οικήματος. Είχαν δε αφήσει κινητή περιουσία τους όπως δύο μεγάλα εμπορευματοκιβώτια (containers), στο χώρο του Οικήματος και αρνούνταν να τα απομακρύνουν ακόμα και μετά την καταχώρηση της αγωγής. Αυτό καταδεικνύεται και από το περιεχόμενο σχετικής αλληλογραφίας που στο μεταξύ ανταλλάχθηκε [Τεκμ. 11 (α) - (δ)], η οποία κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Μετά την 01.02.2014 οπότε και η διαχείριση του καφεστιατορίου παραχωρήθηκε σε τρίτους, οι εναγόμενοι συνέχισαν να διατηρούν παράνομα τα εμπορευματοκιβώτια σε χώρο του Οικήματος προκαλώντας πρόσθετες οικονομικές ζημιές στον Όμιλο όπως πληροφορούσαν τον νέο δικηγόρο του εναγόμενου 1 οι δικηγόροι του ενάγοντος με επιστολή τους με ημερομηνία 14.02.2014 [Τεκμ. 11(δ)]. Ο μάρτυς υπολόγισε ότι η άδεια διαχείρισης θα απέφερε στον Όμιλο το ποσό των €8.000,00 το μήνα. Προς δικαιολόγηση αυτού του υπολογισμού του παρέπεμψε στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ. 12) και υπολόγισε το ποσό αυτό λαμβάνοντας υπόψη τις μεταγενέστερες συμφωνίες που υπέγραψε ο Όμιλος με τους νέους διαχειριστές των υποστατικών τους, οι δε εναγόμενοι κατέβαλαν συνολικά μόνο το ποσό των €74.670,
  7. Ο μάρτυς δικαιολογώντας περαιτέρω τη θέση του αυτή περί ζημιάς την οποία υπέστη ο Όμιλος συνεπεία της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγόμενων, αναφέρθηκε στη μεταγενέστερη συμφωνία που σύναψε ο Όμιλος με τρίτη εταιρεία για τη διαχείριση των υποστατικών του που ήταν για το ποσό των €5.000,00 μηνιαίως και στη συνέχεια το ποσό αυτό θα αυξανόταν στα €10.000,00 [Τεκμ. 14 (α) και (β)]. Υπολόγισε την απώλεια του Ομίλου σε €117.330,00 που αντιστοιχεί στο ποσό των €8.000,00 για κάθε μήνα επί 24 μήνες συνολικά €192.000,00 από το οποίο αφαίρεσε το ποσό των €74.670,00 που εισπράχθηκε. Ισχυρίστηκε ότι κανένα άλλο ποσό δεν κατέβαλαν οι εναγόμενοι τα δε ποσά που εισπράχθηκαν ήταν από τρίτους που ανέλαβαν τη διαχείριση και όχι τους εναγόμενους μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και εισπράττονταν άνευ βλάβης κάτι που φαίνεται και στη δέσμη των αντιγράφων των αποδείξεων είσπραξης (Τεκμ. 13). Ο κ. Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), αναφέρθηκε και σε διάφορους άλλους όρους της Συμφωνίας μεταξύ των οποίων και στον όρο 20 αυτής όπου προνοείται ότι, ο παραβάτης οποιουδήποτε όρου της θα υποχρεούται σε πληρωμή νόμιμων αποζημιώσεων. Ο μάρτυς απαντώντας στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στις Υπερασπίσεις των εναγόμενων, εξήγησε ότι ο ισχυρισμός ότι η διαχείριση του Καφεστιατορίου γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τους ίδιους τους εναγόμενους είναι αδιάφορος για τον ενάγοντα και σε κάθε περίπτωση ο όρος 14.20 απαγόρευε την εκχώρηση της άδειας διαχείρισης σε τρίτους. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων περί ανανέωσης της Συμφωνίας δεν ισχύει εφόσον αυτή ήδη είχε τερματιστεί με την επιστολή τερματισμού της 17.10.2012, θέτοντας καταληκτική προθεσμία παράδοσης του Οικήματος την 31.01.2012 παρέχοντας τους προς τούτο λογική προειδοποίηση. Ο ισχυρισμός περί μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων από τον Όμιλο κατά τα έτη 2012 και 2013 με τη μη υπογραφή/συγκατάθεση του για την εξασφάλιση αδειών λειτουργίας, είναι ανυπόστατος καθώς η Συμφωνία είχε ήδη τερματιστεί και οι εναγόμενοι ποτέ δεν είχαν εξασφαλίσει τις αναγκαίες πολεοδομικές άδειες. Ούτως ή άλλως ο Όμιλος δεν είχε τέτοια υποχρέωση εφόσον οι εναγόμενοι κατά παράβαση της Συμφωνίας λειτουργούσαν το Καφεστιατόριο ως νυκτερινό club και ό,τι εισέπρατταν το εισέπρατταν ως τέλη διαχείρισης και όχι ως ενοίκια και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, αναφέροντας ότι όπου αναγραφόταν σε αποδείξεις ότι εισπράττονταν ως ενοίκια ήταν εκ παραδρομής εφόσον η πραγματική πρόθεση τους ήταν η είσπραξη τελών διαχείρισης. Ανέφερε ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν τη διαχείριση μόνο από τον εναγόμενο 1 και χωρίς τον εναγόμενο 2 και επομένως η ευθύνη τους ήταν κοινή και αλληλέγγυα απέναντι τους. Διαφώνησε επίσης ότι είχαν συμφωνήσει προφορικά για τροποποίηση του όρου που προνοούσε για παροχή τραπεζικής εγγύησης. Ο μάρτυς απέρριψε τις αξιώσεις του εναγόμενου 1 για ζημιές δήθεν που υπέστη με ευθύνη του Ομίλου ή ότι αυτός είχε απώλεια κερδών ειδικά κατά τον επίδικο χρόνο. Ο μάρτυς κατά την αντεξέτασή του εξήγησε ότι για να ανανεωνόταν η Συμφωνία θα έπρεπε και οι δύο αντισυμβαλλόμενοι (διαχειριστές) του Καφεστιατορίου να είχαν εκφράσει την πρόθεση τους για ανανέωση, κάτι που δεν έκαναν. Στο έγγραφο (Τεκμ. 16) που του υποδείχθηκε, αναγνώρισε την πρόθεση για ανανέωση της Σύμβασης παρατηρώντας όμως ότι αυτό φέρει ημερομηνία 29.10.2010 και ήταν προγενέστερο της επίδικης Συμφωνίας. Εξήγησε ακόμα ότι οι πληρωμές που γίνονταν μετά τον τερματισμό της Σύμβασης προέρχονταν από προσωρινή διαχείριση που είχε ανατεθεί σε νέους διαχειριστές και όχι από τους εναγόμενους και αυτό γινόταν μέχρι να γίνουν οι αναγκαίες διαδικασίες για σύναψη οριστικής συμφωνίας όπως και έγινε στη συνέχεια με τους σημερινούς διαχειριστές οι οποίοι επελέγησαν μεταξύ τεσσάρων που είχαν επιδείξει ενδιαφέρον. Ο Όμιλος δεν γνώριζε για οποιανδήποτε συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου 1 και των εταιρειών που ανέλαβαν την προσωρινή διαχείριση. Επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι είχαν μετατρέψει το καφεστιατόριο σε Club περί το 2008, κάτι που δεν αποδέχθηκε ο Όμιλος στο επόμενο χρονικό διάστημα και προς τούτο καλούσαν τους εναγόμενους προφορικά και στη συνέχεια από το 2011 γραπτώς να το επαναφέρουν στην προηγούμενη του λειτουργία. Ο μάρτυρας δεν γνώριζε αν οι εναγόμενοι είχαν ξοδέψει πέραν των €300.000,00, όπως του υποβλήθηκε, στα υποστατικά του Ομίλου και αρνήθηκε υποβολή ότι αυτά ήταν εγκαταλειμμένα όταν τα παρέλαβαν οι εναγόμενοι και ότι τα ανοικοδόμησαν εξ υπαρχής. Ο μάρτυς αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία με τους εναγόμενους μέχρι να βρεθούν νέοι διαχειριστές. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν για να παρουσιάσει μια παραπλανητική εικόνα και επέμεινε ότι οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να κατακρατούν ένα γραφείο στο ισόγειο του Οικήματος όπου υπάρχουν προσωπικά τους αντικείμενα και Η/Υ τα οποία μάλιστα εξακολουθούσαν και βρίσκονταν εκεί μέχρι και την ημέρα που αντεξεταζόταν δηλαδή την 28.11.2019, τα δε container τα απομάκρυναν μόλις το
  8. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του εναγόμενου 2 επανέλαβε ότι είχαν συναφθεί τρεις γραπτές συμφωνίες που είναι τα Τεκμ. 2, 3 και
  9. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε καμιά πρόθεση να ανανεώσει τη Συμφωνία, ανέφερε ότι κατά την αντίληψη του, επειδή η Συμφωνία είχε υπογραφεί και από τους δύο είναι γι' αυτό που αποδίδεται συμβατική ευθύνη και στους δύο. Όταν του υποβλήθηκε ότι σύμφωνα με το Τεκμ. 9 ο εναγόμενος 2 δεν είχε πρόθεση για ανανέωση της Συμφωνίας, ανέφερε ότι η Σύμβαση αφορούσε και τους δύο εναγόμενους και δεν εκδήλωσαν ενδιαφέρον και οι δύο μαζί για ανανέωση της, οπότε έληξε με την προθεσμία που δόθηκε με την επιστολή τερματισμού. Σε περαιτέρω ερωτήσεις και σχολιάζοντας την παρ. 8 του Τεκμ. 4 σε συνδυασμό με το Τεκμ. 9, επέμεινε ότι δεν υπήρξε ενδιαφέρον ανανέωσης της Συμφωνίας και από τους δύο ως τους αντισυμβαλλόμενους του Ομίλου και ως θα έπρεπε σύμφωνα με τη Συμφωνία. Σχολιάζοντας την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 5), ανέφερε ότι γνώριζε ότι επιδόθηκε προσωπικά και στον εναγόμενο 1 όπως εξάλλου φαίνεται στην επισυναπτόμενη ένορκη δήλωση στο Τεκμ. 5 για τον εναγόμενο
  10. Παρόλα αυτά, επανέλαβε ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν να κατακρατούν τα υποστατικά χωρίς να πληρώνουν και μέχρι σήμερα διατηρούν προσωπικά αντικείμενα στο γραφείο του Καφεστιατορίου. Σε υποβολές ότι ο εναγόμενος 2 εγκατέλειψε το χώρο ανέφερε ότι δεν γνώριζε τις σχέσεις μεταξύ των εναγόμενων ούτε πότε άλλαξαν δικηγόρο εφόσον αρχικά εκπροσωπούνταν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο και ούτε μπορούσε να σχολιάσει τις μεταξύ τους σχέσεις. Σε υπόδειξη ότι οι επιστολές [Τεκμ. 11(α) - (δ)], απευθύνονται μόνο στον εναγόμενο 1 και σε ερώτηση αν υπάρχουν αντίστοιχες και προς τον εναγόμενο 2, ανέφερε ότι δεν θεωρούσε ότι ήταν ανάγκη εφόσον αυτές απευθύνθηκαν σε έναν από τους συνεταίρους και κατά την άποψη του δεν χρειαζόταν να απευθυνόταν και στον άλλο. Σε υποβολή ότι αυτό έγινε επειδή ο εναγόμενος 2 είχε διαχωρίσει τη θέση του και για αυτό δεν απευθύνονταν πλέον οι επιστολές προς αυτόν, ανέφερε ότι αυτή ήταν η δική του άποψη την οποία όμως δεν συμμεριζόταν. Ο εναγόμενος 1 και εξ ανταπαιτήσεως ενάγων κ. Χαρμανής (Μ.Υ.1), υιοθέτησε ενόρκως τη Γραπτή Δήλωση του η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή, πέραν της προσωπικής γνώσης του των γεγονότων της υπόθεσης, κάνει και αυτός αναφορά στις κατά καιρούς συμφωνίες που υπεγράφησαν με τον Όμιλο. Ισχυρίστηκε ότι η αρχική συμφωνία αυτή της 2.12.2003 είχε τροποποιηθεί προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εύρυθμης λειτουργίας του Καφεστιατορίου. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε σε υπενοικίαση από αυτούς προς τρίτους το έτος 2008 (Τεκμ. 17), η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε ούτε και με την επιστολή τερματισμού της 17.10.2011 η οποία ισχυρίστηκε ότι εν πάση περιπτώσει ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι από το Δεκέμβριο του 2003 μέχρι και τη 18.01.2011 οι σχέσεις τους με τον Όμιλο ήταν άριστες και είχαν γίνει αρκετές προφορικές τροποποιήσεις της αρχικής τους συμφωνίας προς διευκόλυνση της επιχείρησης στα υποστατικά του Ομίλου. Το ότι υπήρξαν αρκετές προφορικές τροποποιήσεις αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο Όμιλος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο που λειτουργούσαν. Ισχυρίστηκε ότι προέβηκαν σε ανακαινίσεις λόγω της κακής κατάστασης των υποστατικών όταν τα παράλαβαν που τους κόστισε τότε άνω των £100.000,
  11. Ισχυρίστηκε ότι το υποστατικό κατά το 2004 υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή την οποία αποκατέστησαν οι εναγόμενοι με έξοδα τους και μάλιστα προς τούτο έτυχαν διευκολύνσεων στην καταβολή των ενοικίων από τον Όμιλο μέχρις ότου μπορέσει η επιχείρηση τους να τεθεί ξανά σε πλήρη λειτουργία. Για να καταδείξει τον ισχυρισμό του περί τροποποίησης της Συμφωνίας αναφέρθηκε στη συμφωνία του 2008 που οι ίδιοι υπέγραψαν με την εταιρεία ALDESTA VENTURES LIMITED (Τεκμ. 17), η οποία έχει υπό την ιδιοκτησία της το εστιατόριο FAT FISH στην οποία είχαν παραχωρήσει μέρος του υποστατικού για να το χρησιμοποιεί ως εστιατόριο εν γνώσει του Ομίλου ο οποίος και δεν έφερε ένσταση με οποιονδήποτε τρόπο. Ο μάρτυρας διέψευσε τη θέση του κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.1), ο οποίος επικαλέστηκε άγνοια αυτού του γεγονότος όταν οι αποδείξεις τις οποίες κατάθεσε ο ίδιος ως Τεκμ. 13 αναφέρουν αυτό και μάλιστα πριν από τη λήξη της Συμφωνίας. Ανέφερε ότι τα έγγραφα (Τεκμ. 12 και 13), αφορούσαν πληρωμές και αποδείξεις πληρωμής που εκδίδονταν στο όνομα των πιο πάνω ALDESTA VENTURES LIMITED και FAT FISH καταδεικνύουν την προφορική τροποποίηση της Συμφωνίας η οποία αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η διαχείριση του Καφεστιατορίου διενεργείτο επί σειρά ετών υπό το μανδύα της εταιρείας SEA VEST RESTAUTRANT LTD επίσης και από τα έξοδα και έσοδα αυτής της εταιρείας. Η εν λόγω εταιρεία «παύθηκε», όπως ανέφερε, κατά το 2005 και η διαχείριση των υποστατικών του Ομίλου συνεχίστηκε από τους εναγόμενους ως φυσικά πρόσωπα μέχρι το
  12. Καθ' όλο αυτό το διάστημα δεν αντιμετώπισαν και/ή ανέκυψε οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με τη Συμφωνία και τους όρους της, αντίθετα η έως τότε συνεργασία τους ήταν αγαστή και η καλύτερη δυνατή που θα μπορούσε να υφίσταται. Ισχυρίστηκε ότι κατά το 2011 λόγω προσωπικών και οικονομικών προβλημάτων εισήλθε ως στρατηγικός συνεργάτης στη διαχείριση της επιχείρησης τους η εταιρεία υπό την ονομασία GYS WAVES LTD, γεγονός το οποίο προφορικά το πληροφορήθηκε ο Όμιλος και τα μέλη του και το αποδέχθηκαν. Ο ισχυρισμός του δε αυτός αποδεικνύεται από το Τεκμ. 18 σύμφωνα με το οποίο μέρος της εγγυητικής αποπληρώθηκε από την εν λόγω εταιρεία χωρίς και πάλι ο Όμιλος να φέρει οποιανδήποτε ένσταση ο οποίος λάμβανε επιταγές και πάλι χωρίς ένσταση εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις. Παρόμοια οι αποπληρωμές του ενοικίου/ διαχείρισης για 6 από τους 12 μήνες του έτους από το 2013 αποπληρώνονταν από την ALDESTA [Τεκμ. 19

(1)-17)], δυνάμει της υπενοικίασης στην οποία ήδη έκανε λόγο. Ο εναγόμενος 1 επικαλέστηκε τον ρητό όρο της Συμφωνίας σύμφωνα με τον οποίο διατηρούσαν το μονομερές, όπως το χαρακτήρισε, δικαίωμα ανανέωσης της Συμφωνίας και συγκεκριμένα από 1.02.2012 μέχρι 31.01.2013 με δικαίωμα μονομερούς και πάλι ανανέωσης της για ακόμα ένα έτος από 1.02.2013 μέχρι 31.01.2014 νοουμένου ότι θα προέβαιναν σε σχετική γραπτή ειδοποίηση δύο
(2)μήνες πριν την λήξη της κάθε περιόδου όπως και έκανε την 18.10.2011. Κατάθεσε ως Τεκμ. 20 σχετική ειδοποίηση ανανέωσης προς συμμόρφωση τους με την πιο πάνω υποχρέωση τους παραδίδοντας γραπτή ειδοποίηση με την οποία ενημέρωνε τον Όμιλο για την επιθυμία τους να ανανεώσουν την περίοδο διαχείρισης. Απέδωσε σε αντιπροσώπους του Ομίλου παράνομες ενέργειες καθώς τον Μάιο του 2012 εισήλθαν παράνομα στα υποστατικά του Ομίλου και άλλαξαν τις κλειδαριές προκειμένου να τους εμποδίσουν την είσοδο, ζήτημα που επιλύθηκε μετά την παρέμβαση της αστυνομίας και μετά από αμοιβαία συνεννόηση. Παρόλα αυτά ο Όμιλος έβρισκε διάφορες αφορμές προκειμένου να μη συνεχιστεί η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης τους όπως αναφέρεται στην επιστολή του δικηγόρου τους (Τεκμ. 21) και τούτο παρόλο ότι εξακολουθούσε σύμφωνα με το Τεκμ. 19 να λαμβάνει τα ενοίκια παρά την αποχώρηση του εναγόμενου 2 από το 2012 αποδεχόμενοι ότι ο ίδιος ο εναγόμενος 1 θα συνέχιζε τη διαχείριση του Καφεστιατορίου με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε περαιτέρω ότι οι προφορικές συμφωνίες προνοούσαν μεταξύ άλλων ότι αντί εγγυητικής να κατέβαλλαν €5.000,00 ετησίως για 4 συνεχόμενα χρόνια όπως και πράγματι κατέβαλαν περί τον Ιούνιο του 2011 (Τεκμ. 18), και ότι παρά τον ισχυριζόμενο τερματισμό της Συμφωνίας της 17.10.2011, ο Όμιλος την 18.10.2011 παρέλαβε νόμιμα μονομερή εκδήλωση του ενδιαφέροντος του για την ανανέωση της διαχείρισης από τον ίδιο όπως προβλεπόταν στη Συμφωνία και συνέχισαν να λαμβάνουν τα ενοίκια μέχρι και το 2014. Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί της παράβασης εκ μέρους τους της Συμφωνίας και ισχυρίστηκε ότι τουναντίον αυτοί πάντοτε από το 2003 μέχρι και το 2014 συμμορφώνονταν με τα εκάστοτε συμφωνηθέντα. Δεν προκάλεσαν ποτέ οχληρία αλλά αυτή προκλήθηκε από συγκεκριμένο παραθαλάσσιο πάρτι το οποίο οργανώθηκε από τρίτους και ότι δεν ήταν σε χώρους του Καφεστιατορίου, πινακίδες τοποθέτησαν μετά από ενημέρωση του Προέδρου του Ομίλου και ποτέ δεν χρησιμοποίησαν το υποστατικό ως νυκτερινό κέντρο, η μουσική που μεταδιδόταν ήταν στα πλαίσια λειτουργίας του εστιατορίου και οποιοιδήποτε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί δεν είναι αληθείς. Ανέφερε περαιτέρω ότι παρόλο ότι υπήρχε πάντοτε πλήρης συμμόρφωση τους με τους όρους των εκάστοτε ισχυόντων συμφωνιών τους και με την καταβολή των ενοικίων, εντούτοις ο Όμιλος κατέβαλλε προσκόμματα σε αυτούς και δεν υπέγραφε τα αναγκαία έγγραφα για την εξασφάλιση των απαιτούμενων αδειών με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά πέραν των €400.000,00 η οποία συνίσταται σε ενοίκια που κατέβαλε χωρίς να είναι σε θέση να εκμεταλλευτεί όπως έπρεπε τα υποστατικά καθώς η επιχείρηση αν λειτουργούσε εύρυθμα θα είχε συνεχή οικονομική άνοδο και κερδοφορία. Προς τούτο παρέπεμψε στο Τεκμ. 22 που είναι δύο σελίδες από το βιβλίο με τα Έσοδα και Έξοδα. Η αγωγή ισχυρίστηκε εν τέλει αποσκοπούσε στην απομάκρυνση τους από τη διαχείριση της επιχείρησης εξυπηρετώντας αλλότρια κίνητρα και όλοι οι ισχυρισμοί εκ μέρους του ενάγοντος είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων και γι' αυτό για ολόκληρη τη ζημιά που υπέστη φέρει ευθύνη ο Όμιλος. Ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε επί όλου του φάσματος της μαρτυρίας του παραδεχόμενος ότι ενώ ίσχυε η αρχική συμφωνία αλλά και μετά τον τερματισμό της είχαν υπενοικιάσει το Καφεστιατόριο, υποστηρίζοντας όμως ότι ήταν σε γνώση του Ομίλου καθώς δεν αντιδρούσε με οποιονδήποτε τρόπο. Το Τεκμ. 17 εξήγησε είναι ανυπόγραφο καθώς το πρωτότυπο του είναι στην κατοχή του πρώην δικηγόρου του που χειριζόταν την αγωγή που ήγειρε εναντίον της υπενοικιάστριας εταιρείας και για να του επιστρεφόταν και να παραλάμβανε τον φάκελο της υπόθεσης θα έπρεπε προηγουμένως να τον πληρώσει κάτι που δεν μπορούσε τότε να κάνει. Αναφέρθηκε σε έκταση και με λεπτομέρειες στα πρόσωπα (νομικά και φυσικά) που κατά καιρούς αναμίχθηκαν στη διαχείριση του Καφεστιατορίου σε γνώση πάντοτε, όπως ισχυρίστηκε, του Ομίλου. Ο μάρτυς αναγνώρισε επιστολή την οποία απέστειλαν οι δικηγόροι του Ομίλου με ημερομηνία 29.07.2010 οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμ. 23 όπου και πάλι αναφέρονταν ήδη από τότε παραβάσεις όρων της τότε ισχύουσας συμφωνίας τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης να δω, να ακούσω και γενικά να παρακολουθήσω τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν. Σύγκρινα τα όσα ανέφεραν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου με τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και έχοντας περαιτέρω κατά νούν τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, τις οποίες μελέτησα με προσοχή και τις οποίες λαμβάνω υπ' όψιν μου προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και στην εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Εξετάζοντας στο ως άνω πλαίσιο τη μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη (ΜΕ1), κρίνω ότι αυτός ήταν μάρτυρας ειλικρινής. Όσα ανέφερε προφορικά και αφορούν τις σχέσεις των διαδίκων συνάδουν με τα έγγραφα/τεκμήρια τα οποία κατάθεσε και διέπουν τις σχέσεις των διαδίκων. Όσα ανέφερε και άπτονταν νομικών κρίσεων αντικρίζονται ακριβώς υπό αυτόν το φακό λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι ο ίδιος δεν είναι νομικός. Η αντίληψη του ότι οι επιστολές [Τεκμ. 11 (α) - (δ)] κάτω από τη νομική σχέση που χαρακτήριζε τους εναγόμενους και τον ενάγοντα, όπως αυτή καθορίστηκε στην ίδια τη Συμφωνία, δεν απαιτείτο να είχαν αποσταλεί και στους δύο και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που του υποβλήθηκε το ζήτημα, χωρίς να του υποδειχθεί ότι επρόκειτο για αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, κάτι ασφαλώς το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί και να έχει οποιανδήποτε επίδραση επί της μαρτυρίας του η οποία παρέμεινε ως προς το ως άνω μέρος της αξιόπιστη. Εξάλλου το ως άνω ζήτημα ως αυστηρώς νομικό, αξιολογείται ως τέτοιο και κατά την κρίση μου το ότι αυτές αναφέρονταν μόνο στον εναγόμενο 1 δεν απαλλάσσουν τον εναγόμενο από οποιανδήποτε ευθύνη του για τήρηση των όρων της Συμφωνίας ευθύνη που βάραινε από κοινού αλλά και χωριστά και τους δύο εναγόμενους ως τους αντισυμβαλλόμενους σε αυτή. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του αναφορικά όπως εξήγησα πιο πάνω με τις σχέσεις των διαδίκων και από αυτή κρίνω ότι μπορώ να αντλήσω τα συμπεράσματα μου προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Όπως θα εξηγήσω και σε άλλο μέρος της απόφασης μου δεν με βρίσκει σύμφωνο ο υπολογισμός της ισχυριζόμενης ζημιάς που υπέστη ο Όμιλος μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και μέχρι που ανέλαβαν τη διαχείριση του Καφεστιατορίου νέοι διαχειριστές αρχές του 2004 διότι έγινε επί υποθετικού σεναρίου αλλά και για το ότι δεν προήλθε από ειδικό εκτιμητή. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ομίλου με την Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β) όσο και με τα όσα κατέθεσε διευκρινιστικά από το εδώλιο του μάρτυρος κατά την αντεξέτασή του σχολιάζοντας και τη μαρτυρία του κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.1). Οφείλω όμως να πω ότι δεν μου προκάλεσε καλή εντύπωση εφόσον ήταν εμφανής η προσπάθεια που κατέβαλλε να ανασκευάζει γεγονότα τα οποία όμως δεν βοηθούσαν την υπόθεση του. Η μαρτυρία του εκτός του ότι σε σημεία της ήταν εκτός του δικογράφου της Υπεράσπισης του ή ακόμα και σε αντίθεση με αυτή έβριθε και από ανακρίβειες, αντιφάσεις, ανακολουθία και κενά στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια: (α) Από τη μια ο μάρτυρας προσπαθούσε να απαλλάξει τον εναγόμενο 2 από οποιανδήποτε ευθύνη της τήρησης των όρων της Συμφωνίας καθώς αυτός είχε δηλώσει ότι δεν προτίθετο να ασκήσει το δικαίωμα του για ανανέωση της Συμφωνίας. Όμως αυτή η θέση ανατρέπεται με όσα αργότερα ο κοινός τους δικηγόρος πληροφορούσε τον Όμιλο αλλά και με άλλες αναφορές του ίδιου κατά τη παράθεση της μαρτυρίας του όπως για παράδειγμα όταν μιλούσε στον πληθυντικό για τη διαχείριση στην οποία προέβαιναν μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας και την ανάμιξη και άλλων νομικών προσώπων σε αυτή μέχρι και τις αρχές του 2014. Για τα ως άνω γίνεται παραπομπή στο Τεκμ. 20 το οποίο επικαλέστηκε ως απόδειξη της εκδήλωσης του ενδιαφέροντος του, όπως ανέφερε, για τη συνέχιση της διαχείρισης του Οικήματος όταν αυτό φέρεται ότι απεστάλη και από τους δύο οι οποίοι και το προσυπογράφουν. Το τεκμήριο όμως αυτό το οποίο κατάθεσε ο ίδιος δεν είχε αναγνωριστεί από τον κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.1) του οποίου στο σημείο αυτό αποδέχομαι τη μαρτυρία ότι δηλαδή αυτό ήταν άγνωστο κατά τον επίδικο χρόνο στον Όμιλο. Και τούτο καθώς εάν πράγματι είχαν εκδηλώσει τέτοιο ενδιαφέρον οι εναγόμενοι, πριν ακόμα τους επιδοθεί η επιστολή τερματισμού, ασφαλώς θα ήταν ζήτημα που θα απασχολούσε τον Όμιλο και δεν θα έβγαινε χωρίς άλλο σε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. (β) Ο εναγόμενος 1, όπως και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντος, προσπάθησε να εισαγάγει νέους μη δικογραφημένους ισχυρισμούς και ως προς τις ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη και τις οποίες αν και δεν δικογραφεί λεπτομερώς ή εξειδικεύει στον βαθμό που απαιτείται στο δικόγραφό του, όπου έκανε αναφορά σε ποσά αυτά διέφεραν από αυτά που είχε δικογραφήσει και σε κάθε περίπτωση δεν παρουσίασε οποιανδήποτε ή τέτοια μαρτυρία που να τα αποδείκνυε και τούτο λαμβάνοντας υπόψη και την επαγγελματική του ιδιότητα ως λογιστή. (γ) Η μαρτυρία του όμως παρουσιάζει και σημεία τα οποία αποδεικνύουν την εν γένει αντισυμβατική διαγωγή του κατά τρόπο που έδιδε το δικαίωμα στον ενάγοντα να τερματίσει καθ' όλα νόμιμα την επίδικη Συμφωνία. Μάλιστα, κατά την αντεξέτασή του εναγόμενου 1 διαφάνηκε ότι εκκρεμεί πολιτική αγωγή που καταχώρησαν οι εναγόμενοι εναντίον κάποιων τρίτων, με την οποία αξιώνουν και αποζημιώσεις οι οποίες κατά παραδοχή του μπορεί να ταυτίζονται με κάποιες από αυτές που ανταπαιτεί εναντίον του Ομίλου με την παρούσα αγωγή. Σε κάθε περίπτωση, η εισαγωγή της μαρτυρίας σχετικά με τα όσα λέχθηκαν περί δήθεν συμφωνίας των εναγόμενων με τρίτους φανερώνει την αντισυμβατική διαγωγή τους κατά τον χρόνο που ίσχυε η επίδικη Συμφωνία. Ενδεικτικά ως τέτοιες παραβιάσεις θα μπορούσαν να αναφερθούν οι ακόλουθες νοουμένου ότι οποιαδήποτε συμφωνία υπενοικίασης, εκχώρησης δηλαδή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συμφωνία απαγορευόταν ρητά κατά τον όρο 4.2. (
  1. i)Στον όρο 6 (δ) της συμφωνία (Τεκμ 17) την οποία επικαλέστηκε ο ίδιος φαίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονται περί δήθεν μη λειτουργίας νυκτερινού κέντρου και/ή club στο Οίκημα (κάτι το οποίο ισχυρίζονται τόσο με την Υπεράσπιση του εναγόμενου 1 όσο και με την μαρτυρία του), προκύπτει η αληθινή φύση της επιχείρησης, ότι δηλαδή λειτουργούσαν νυκτερινό κέντρο και/ή club, αφού με το εν λόγω ανυπόγραφο κείμενο συμφωνίας, δεσμεύονται ότι η μετάδοση μουσικής στον χώρο της επιχείρησής τους (στο Εστιατόριο) θα γινόταν μετά τις 11μ.μ. και μάλιστα γίνεται αναφορά στα μεγάφωνα μεγάλης ισχύος που υπήρχαν εντός του χώρου. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται στην Υπεράσπισή του ο εναγόμενος 1 περί μη χρησιμοποίησης του Καφεστιατορίου ως νυκτερινού κέντρου αλλά και όσα είπε κατά την δίκη δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια ως συνάγεται από το τεκμήριο που ο ίδιος προσκόμισε. (
  2. ii)Προκύπτει από την ως άνω συμφωνία επίσης ότι θα γινόταν διπλή χρήση του χώρου με διαφορετική λειτουργία, με κυρίαρχο στοιχείο την μετάδοση ηχογραφημένης δυνατής μουσικής, κατά την περίοδο που θα λειτουργούσαν τον χώρο οι εναγόμενοι 1 και 2. (iii) Προκύπτει ακόμα από την μαρτυρία του εναγόμενου 1 ο οποίος είπε ότι εκκρεμεί άλλη αγωγή εναντίον της εταιρείας Aldesta Ventures ltd (Fat Fish) με την οποία είχαν συμφωνία υπενοικίασης και ότι προέκυψε μεταξύ τους διαφορά ότι δεν μπορεί παράλληλα να ανταξιώνει στα πλαίσια και της παρούσας αγωγής αποζημιώσεις που αφορούν το ίδιο αντικείμενο. Οι αξιώσεις που ανταπαιτεί εναντίον του Ομίλου για χρόνο μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας δεν μπορεί παρά να είναι αβάσιμες και εκδικητικές, αφού οι ζημιές του (τις οποίες επαναλαμβάνω δεν δικογραφεί), είναι αδιάφορες για την παρούσα. Είναι δηλαδή αδιάφορο για τις συμβατικές του και/ή νομικές υποχρεώσεις του στην παρούσα αγωγή αν προέβη σε επιχειρηματικές κινήσεις και/ή συμβόλαια με τρίτους εν αγνοία του ενάγοντος και οι οποίες απέτυχαν και/ή ήταν οικονομικά ζημιογόνα για τους εναγόμενους 1 και 2. (ιv) Ο εναγόμενος 1 ανέφερε κατά την αντεξέτασή του ότι συνέχισε να «εκμεταλλεύεται» το Καφεστιατόριο μέχρι την «αναγκαστική» του φυγή τον Ιανουάριο του 2014 παραγνωρίζοντας όσα αμέσως πιο πριν ανέφερε κατά την μαρτυρία του ότι δηλαδή δεν τους επιτράπηκε η απερίσπαστη λειτουργία της επιχείρησης τους αφού ο ενάγοντας δεν τους υπέγραφε τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. Παραδέχεται ουσιαστικά την κατοχή του Καφεστιατορίου μέχρι τον Ιανουάριο του 2014. Από την άλλη όμως και αντιφατικά εγείρει ανταξίωση εναντίον του ενάγοντος για ζημιές που δήθεν υπέστη για την ίδια περίοδο και ενώ η Συμφωνία τους είχε τερματιστεί. Οι θέσεις του Ομίλου όπως αυτές προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία όπως τις αποδέχομαι μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες οι οποίες ταυτόχρονα καθίστανται και ευρήματα μου: (α) Ο Όμιλος είναι εγγεγραμμένο σωματείο, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και κάτοχος του Οικήματος, του οποίου το Καφεστιατόριο που βρίσκεται στο ισόγειο το παραχώρησε για τη διαχείριση του από κοινού και προσωπικά στους εναγόμενους δυνάμει των συμφωνιών άδειας διαχείρισης. Πρόκειται για τις συμφωνίες με ημερομηνία 02.12.2003 (Τεκμ. 2), 22.04.2010 (Τεκμ. 3) και 18.01.2011 η επίδικη Συμφωνία (Τεκμ. 4). (β) Οι εναγόμενοι παράβηκαν με διάφορους τρόπους όχι μόνο τις συμφωνίες που προηγήθηκαν της επίδικης αλλά και την ίδια την επίδικη Συμφωνία και έτσι ο Όμιλος προέβη σε επανειλημμένες προειδοποιήσεις τόσο προφορικά όσο και γραπτά, όπως φαίνεται στις επιστολές που απέστειλαν οι δικηγόροι του Ομίλου στους εναγόμενους [Τεκμ. 6 (α) και 6(β)] και οι οποίες περιλαμβάνουν τις παραβάσεις των εναγόμενων. Εδώ παρεμβάλλω ότι δυνάμει ουσιωδών όρων της επίδικης Συμφωνίας, οι παραβάσεις περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την μη εξασφάλιση της απαιτούμενης τραπεζικής εγγύησης, την παράνομη χρήση του εστιατορίου (δηλαδή ως νυκτερινό κέντρο αντί για εστιατόριο), την επαναλαμβανόμενη πρόκληση οχληρίας σε γειτονικά υποστατικά (Τεκμ. 7). Οι ουσιώδεις όροι της επίδικης Συμφωνίας, που επανειλημμένα παραβιάστηκαν από τους εναγόμενους περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στον όρο 14 της Επίδικης Συμφωνίας, ενώ, ο όρος 15 διαλαμβάνει ότι μόνον «εφόσον οι Αδειούχοι τηρούν τους όρους και πρόνοιες του παρόντος συμφωνητικού εγγράφου, θα διαχειρίζονται και θα λειτουργούν ανενόχλητα, κατά τη διάρκεια της περιόδου διαχείρισης.». (γ) Συνεπεία των ανωτέρω και μετά τις επαναλαμβανόμενες προφορικές και γραπτές προειδοποιήσεις [Τεκμ. 6(α) και 6(β)], που έδωσε ο ενάγων στους εναγόμενους, τερμάτισε τη Συμφωνία με την επιστολή Τερματισμού (Τεκμ. 5) και ζήτησε όπως οι εναγόμενοι του παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή του Καφεστιατορίου και του Οικήματος μέχρι την 31.01.2012. (δ) Παρόλα αυτά και όπως παραδέχεται ο εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι 1 και 2 συνέχισαν να κατέχουν το Καφεστιατόριο αλλά και άλλους χώρους του Οικήματος, μετά την ημερομηνία τερματισμού. Ακόμα τέτοια παραδοχή υπάρχει και στην παράγραφο 4 της τροποποιημένης Υπεράσπισης του εναγόμενου 1 που είχε καταχωριστεί την 26.06.2017 όπου ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι «από τον Δεκέμβριο του 2003 μέχρι και σήμερα», οι εναγόμενοι 1 και 2 «είχαν την διαχείριση και κατοχή του ισογείου χώρου και/ή του πρώτου ορόφου» του Οικήματος του Ομίλου. Η Υπεράσπιση σημειώνεται ότι είχε καταχωριστεί στις 5.07.2013 και παρόλο ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντος, την οποία όπως εξήγησα πιο πάνω αποδέχομαι, την 1.01.2014 πλέον η διαχείριση του Οικήματος αναλήφθηκε από τρίτους, εντούτοις διατηρήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου 1 ακόμα και στο τροποποιημένο δικόγραφο του. (ε) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέμειναν παράνομα στο Καφεστιατόριο και Οίκημα του Ομίλου και μεταγενέστερα της ημερομηνίας καταχώρησης της Αγωγής, δηλαδή την 03.08.2012. Μάλιστα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 22 της Γραπτής Δήλωσης του (Έγγραφο Α), ο Πρόεδρος του Ομίλου ο κ. Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), οι εναγόμενοι παρέμειναν στους χώρους του Οικήματος παράνομα και είχαν αφήσει κινητή περιουσία (συμπεριλαμβανομένων δυο μεγάλων εμπορευματοκιβωτίων) στον χώρο του Οικήματος τα οποία αρνούνταν να απομακρύνουν. Από τις επιστολές Τεκμ.11[(α) - 11(δ)], συνάγεται ότι τουλάχιστον μέχρι την 27.12.2013 οι εναγόμενοι συνέχιζαν να επεμβαίνουν στο Οίκημα του Ομίλου. Ουσιαστικά, οι εναγόμενοι παράνομα επενέβαιναν και/ή κατείχαν υποστατικά ή χώρους του Οικήματος του Ομίλου μέχρι τον Ιανουάριο του 2014, αφού δεν είχαν την συγκατάθεση του Ομίλου, κάτι το οποίο φαίνεται και από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και από την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο ενάγων επέμενε στην απομάκρυνση των εναγόμενων από το Οίκημα του και αυτό αποδεικνύεται από την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε ακόμα και μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας ακόμα και μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. (ε) Ο Όμιλος, εξασκώντας το δικαίωμά του σύμφωνα με την παράγραφο 14.22 της Συμφωνίας προχώρησε, ως είχε δικαίωμα, και δίδοντας κατάλληλη προθεσμία με την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 5) και τερμάτισε τη Συμφωνία μετά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που είχαν αποσταλεί στους εναγόμενους [Τεκμ. 6(α) και 6(β)], στις οποίες λεπτομερώς φαίνονται οι παραβάσεις της Συμφωνίας. Εδώ παρεμβάλλω ότι ενόψει της επιστολής των δικηγόρων των εναγόμενων (Τεκμ. 21) αμέσως μετά την επίδοση της επιστολής τερματισμού στον εναγόμενο 2 όπως δεικνύει σχετική ένορκη δήλωση επισυνημμένη στο Τεκμ.5 δεν τίθεται πλέον ζήτημα μη έγκαιρης πληροφόρησης τους για τον τερματισμό. (στ) Ενώ ο Όμιλος μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας εξέδωσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη διαχείριση του καφεστιατορίου (Τεκμ. 8), στην οποία διάφορα πρόσωπα εκδήλωσαν πρόθεση να διαχειριστούν το Καφεστιατόριο και μάλιστα να επενδύσουν σημαντικό χρηματικό ποσό για την αναβάθμιση του Οικήματος του Ομίλου. Οι εναγόμενοι δεν υπέβαλαν σχετική δήλωση ενδιαφέροντος. Και ενώ ο εναγόμενος 2 απέστειλε επιστολή ότι δεν επιθυμούσε να εξασκήσει το δικαίωμα ανανέωσης της Επίδικης Συμφωνίας αργότερα, μέσω των δικηγόρων του (Τεκμ. 10 (δ), αρνήθηκε ότι έστειλε την εν λόγω επιστολή. Η πιο πάνω θέση αποσκοπούσε στη δικαιολόγηση της άρνησης τους να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή και απαιτούσαν την συνέχιση της Επίδικης Συμφωνίας, προς όφελος και των δύο. Επομένως, κατά την αντίληψη μου η θέση του που προβάλλει στην Υπεράσπισή του ο εναγόμενος 2 ότι είχε φύγει από την διαχείριση δεν μπορεί να είναι ειλικρινής αλλά είναι αντιφατική πέραν του ότι κωλύεται λόγω παραστάσεων να την προβάλλει ενόψει του του περιεχομένου του Τεκμ. 10(δ) αλλά και όλων των άλλων παραστάσεων από του εναγόμενου 1. (ζ) Ο Όμιλος προς στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του περί παράνομης κατοχής και/ή επέμβασης στο Οίκημα του επικαλέστηκε το περιεχόμενο των Τεκμ.11(α) - (δ). Από αυτές προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι παρά τον τερματισμό της Συμφωνίας οι εναγόμενοι επέμεναν να επεμβαίνουν επί του Οικήματος. (η) Το Τεκμ. 20 περί της πρόθεσης τους για ανανέωση της Συμφωνίας κρίνω ότι ήταν άγνωστο στον ενάγοντα μέχρι που υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του στον κ. Χαραλαμπίδη ο οποίος δεν αναγνώρισε και ούτε το είχε ξαναδεί. (θ) Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 περί δήθεν συμφωνίας «υπενοικίασης» των εναγόμενων 1 και 2 μαζί με κάποια εταιρεία με την επωνυμία SEA VEST RESTAURANTS LTD και κάποιους τρίτους, ο κ. Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου του εναγόμενου 1, αρνήθηκε ότι γνώριζε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Παρεμβάλλω εδώ και επισημαίνω ότι τέτοιος ισχυρισμός για ύπαρξη τέτοιου κειμένου και/ή δήθεν συμφωνίας δεν δικογραφείται στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 1. Μάλιστα, το εν λόγω (Τεκμ. 17) είναι ανυπόγραφο, αφού προφανώς ουδέποτε υπογράφηκε τέτοια συμφωνία και η δικαιολογία που ο εναγόμενος 1 έδωσε για την μη παρουσίαση υπογεγραμμένου αντιτύπου της, ότι δηλαδή το κατείχε ο πρώην δικηγόρος του και για να του το έδιδε έπρεπε να τον πλήρωνε, δεν ήταν πειστική και απορρίπτεται. Επομένως δεν προσδίδεται οποιαδήποτε σημασία στο εν λόγω έγγραφο. (ι) Αντίθετα από τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1, δηλαδή ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είχαν προγενέστερα του τερματισμού δήθεν γραπτή συμφωνία με τρίτους (δηλαδή συνεταιρισμό που αργότερα ισχυρίστηκε o εναγόμενος 1, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας για υποστήριξη της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του, ότι θα ήταν η εταιρεία Aldesta Ventures Ltd (Fat Fish), ο κ.Χαραλαμπίδης (Μ.Ε.1), δήλωσε ότι, λόγω της παράνομης κατοχής και επέμβασης στο Οίκημα από τους εναγόμενους, ο Όμιλος, αφού εξέδωσαν την ανωτέρω εκδήλωση ενδιαφέροντος, προέβη αναγκαστικά σε προφορική συμφωνία με τρίτους, δηλαδή την Aldesta Ventures Ltd (Fat Fish), για την περίοδο μεταγενέστερα του τερματισμού και μέχρι την 01.02.2014. Όπως είπε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας, υπήρχε ενδιαφέρον και από τέσσερις άλλες εταιρείες, αλλά τελικά η διαχείριση δόθηκε στην Aldesta Ventures (Fat Fish). Κατά τον κ. Χαραλαμπίδη (Μ.Ε.1), οι εναγόμενοι αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις εγκαταστάσεις του Οικήματος, χρησιμοποιούσαν παράνομα γραφείο στο ισόγειο του Οικήματος και αρνούνταν να μετακινήσουν δύο μεγάλα κοντέινερς αλλά και άλλα αντικείμενα ιδιοκτησίας τους, για να εξασφαλίσουν συνέχιση της παρουσίας τους στο Οίκημα, αν και η στάση τους αυτή τους καθιστούσε παράνομα επεμβαίνοντες. (ια) Το περιεχόμενο όλων των επιστολών που κατατέθηκαν ως τεκμήρια στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και ο συνδυασμός τους με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2011 ο Όμιλος προειδοποίησε και γραπτώς και προφορικώς τους εναγόμενους σύμφωνα με τα [Τεκμ. 6 (α), 6 (β)] και 21 και οι εναγόμενοι αρνούνταν να συμμορφωθούν. Παράνομα εξακολουθούσαν να επεμβαίνουν από την ημερομηνία που έπρεπε να παραδώσουν ελεύθερη κατοχή, δηλαδή την 31.01.2012 μέχρι και το τέλος του 2013. Κρίνω εν προκειμένω ότι ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας ήταν σύμφωνος με τις πρόνοιες της Συμφωνίας και νόμιμος. (ιβ) Η απόδειξη με ημερομηνία 30.04.2011 με την ένδειξη "έναντι εγγυητικής", για το ποσό των €2.000,00 που εξέδωσε ο Όμιλος (Τεκμ. 18), δόθηκε σε χρόνο πριν τον τερματισμό φαίνεται στην προσπάθεια των εναγόμενων να συμμορφωθούν με την υποχρέωση τους για παροχή εγγυητικής που συνιστούσε έναν από τους ουσιώδεις όρους στους οποίους έπρεπε να συμμορφώνονταν, αυτό από μόνο του, έστω και αν θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταγενέστερη προφορική συμφωνία, δεν αναιρεί την υποχρέωση συμμόρφωσης σε όλους τους υπόλοιπους όρους της Συμφωνίας. (ιγ) Στην επιστολή Τεκμ. 21 η οποία προέρχεται από τους δικηγόρους των εναγόμενων 1 και 2, γίνεται εμμέσως παραδοχή ότι μέχρι την 17.10.2011 την ημερομηνία δηλαδή της επιστολής τερματισμού, οι εναγόμενοι 1 και 2 παρέλαβαν 3 επιστολές (δύο προειδοποιήσεις και την επιστολή τερματισμού), εφόσον η εν λόγω επιστολή των δικηγόρων τους απαντά στις επιστολές του Ομίλου. Επίσης, στην Υπεράσπισή του, ο εναγόμενος 1 δεν αρνείται την πρόκληση οχληρίας την οποία αποδίδει στη συνήθη λειτουργία της επιχείρησης και δεν την αποδίδει σε τρίτους όπως ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος 1 και εν τέλει έρχεται σε αντίφαση με τη θέση του ότι ήταν συνεπείς με τους όρους της Συμφωνίας, πάντα νομοταγής και ουδέποτε προκαλούσε οχληρία όπως συνάγεται από την επιστολή των δικηγόρων του Ομίλου ήδη από τις 29.07.2010 (Τεκμ. 23). Ο εναγόμενος 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία και η βασική του θέση στην Υπεράσπιση του ήταν ότι είχε αποχωρήσει από το Οίκημα του Ομίλου και άρα δεν έφερε πλέον οποιανδήποτε ευθύνη δεν υποστηρίχθηκε. Από την άλλη όμως υπήρξε αρκούντως ικανοποιητική μαρτυρία εκ μέρους του ενάγοντος την οποία αποδέχθηκα όπως αναφέρω πιο πάνω ότι και οι δύο εναγόμενοι εξακολουθούσαν να κατέχουν το Οίκημα και μετά τον σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας νόμιμο τερματισμό της. Επομένως ο ενάγων είχε νόμιμη αιτία αγωγής και εναντίον του όταν στις 3.08.2012 καταχώρησε την αγωγή του αξιώνοντας τόσο την απομάκρυνση τους όσο και αποζημιώσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα μου καταλήγω στα ακόλουθα: (α) Ο ενάγων με την μαρτυρία που προσκόμισε δεν απόδειξε οποιανδήποτε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της παράβασης της Συμφωνίας από τους εναγόμενους με την επιμονή τους να παραμένουν στο Οίκημα του Ομίλου ή τουλάχιστον να μην απομακρύνουν δικά τους περιουσιακά στοιχεία από τους χώρους του. Ο κ. Χαραλαμπίδης προς τούτο εξήγησε ότι μέχρι να ανατεθεί σε τρίτο πρόσωπο η διαχείριση του Οικήματος μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας αποδέχθηκαν μια ενδιάμεση διαχείριση από κάποια εταιρεία προς την οποία και εξέδιδαν αποδείξεις είσπραξης των συμφωνηθέντων ποσών. Είναι δε αδιάφορη η εμπλοκή του εναγόμενου 1 σε αυτή. Είναι δε αδιάφορη η θέση του ο κ. Χαραλαμπίδη ότι ο Όμιλος εισέπραττε ποσά για τη διαχείριση που ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο, ποσά τα οποία στις αποδείξεις που εξέδιδε κατέγραφε ότι εκδίδονταν για είσπραξη ενοικίων και όχι ως τέλη διαχείρισης έστω και αν κάποιες από αυτές έφεραν την ένδειξη "άνευ βλάβης". Ο υπολογισμός της ζημιάς του ενάγοντος όπως τον προσδιόρισε στη μαρτυρία του εκτός του ότι δεν είναι πειστικός δεν τεκμηριώθηκε ικανοποιητικά και για τούτο απορρίπτεται. Αφορούσε μια προσδοκία επί υποθετικού σεναρίου. Αρκεί να αναφέρω ως προς τη θεώρηση του για να καταλήξει στο ποσό της αποζημίωσης που κατά την άποψη του δικαιούται ο Όμιλος, ότι δεν μπορεί κάποιος χωρίς την προσκόμιση μαρτυρίας από ειδικό εκτιμητή να αξιώνει υποθετικά ότι θα είχε τέτοια ενοίκια για όσους μήνες παρέμεναν στο υποστατικό οι εναγόμενοι παρά την παρέλευση του χρόνου που είχε ταχθεί σε αυτούς με την επιστολή τερματισμού της Συμφωνίας. (β) Έκρινα ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας εκ μέρους του Ομίλου ήταν δικαιολογημένος εφόσον οι εναγόμενοι δεν συμμορφώνονταν με ουσιώδεις όρους της Συμφωνίας. Με αυτό ως δεδομένο ο εναγόμενος ως υπαίτιος του τερματισμού δεν δικαιούται οποιασδήποτε αποζημίωσης για ζημιά που κατ' ισχυρισμό του υπέστη. Ούτως ή άλλως όμως ούτε ο εναγόμενος 1 απέδειξε οποιανδήποτε ζημιά καθώς η μαρτυρία που προσκόμισε ως προς τούτο ήταν αόριστη, στερείτο πειστικότητας εφόσον κανένα αξιόπιστο στοιχείο προσκόμισε προς τον σκοπό αυτό. Επομένως οι αξιώσεις του για οποιασδήποτε μορφής αποζημιώσεις θα απορρίπτονταν και για τον λόγο ότι αυτές παρέμειναν αναπόδεικτες. (γ) Η συνέχιση της επέμβασης εκ μέρους των εναγόμενων στο Οίκημα του Ομίλου μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας κρίνω ότι παρείχε το δικαίωμα στον ενάγοντα να εγείρει την παρούσα και να αξιώνει διατάγματα απομάκρυνσης τους από το Οίκημα και παράδοσης της ελεύθερης της κατοχής του και συναφείς αποζημιώσεις ανεξάρτητα αν στην πορεία της αγωγής τα διατάγματα εγκαταλείφθηκαν εφόσον η κατοχή του Οικήματος περιήλθε στην κατοχή του Ομίλου. ΕΞΟΔΑ: Σύμφωνα με όσα ανέφερα στην πιο πάνω κατάληξη μου ο ενάγων όταν είχε εγείρει την παρούσα αγωγή το 2012 εύλογα πίστευε ότι είχε έννομο συμφέρον να εγείρει την αγωγή εναντίον και των δύο εναγόμενων οι οποίοι με παραστάσεις τους τόσο προσωπικά όσο και μέσω των δικηγόρων τους δήλωναν ότι κατείχαν ακόμα το Οίκημα του Ομίλου παρά τον νόμιμο εκ μέρους του Ομίλου τερματισμό της Συμφωνίας. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η αγωγή έχει πετύχει και δεν βλέπω τον λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα του. Επομένως επιδικάζονται έξοδα υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγόμενων ομού και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.