← Κύπρος

A.B. ν. A.B., Αρ. Αγωγής: 1027/13, 27/1/2021

A.B. ν. A.B., Αρ. Αγωγής: 1027/13, 27/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1027/13 Μεταξύ: XXXX Ενάγοντας και XXXX Εναγόμενου ----------------- Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Κωνσταντίνου για Κ.Μ. Χατζηπιέρα. Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Καλλής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγόμενου ποσό €17.250,00 ως εύλογο και/ή συμφωνηθέν τίμημα και/ή τιμολόγιο, για παροχή αρχιτεκτονικών υπηρεσιών πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Τα Δικόγραφα Η Έκθεση Απαίτησης Ο ενάγων με την έκθεση απαίτησης του ισχυρίζεται ότι είναι αρχιτέκτονας, ο οποίος διατηρεί αρχιτεκτονικό γραφείο στη Λεμεσό, και ασχολείται με την μελέτη και δημιουργία αρχιτεκτονικών σχεδίων και γενικά με όλες τις συναφείς εργασίες αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης μιας καφετέριας με την επωνυμία "XXX" η οποία βρίσκεται στην οδό Ιφιγενείας στη Λεμεσό. Κατά ή περί την 15/06/2010, ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα την εκπόνηση μελέτης για διαμόρφωση του 1ου ορόφου της οικοδομής που στεγάζεται η ως ανω αναφερόμενη καφετέρια, έναντι εύλογου και/ή συμφωνηθέντος τιμήματος. Ο ενάγων ως οι οδηγίες του εναγομένου, διενήργησε όλες τις αναγκαίες εργασίες ήτοι την μελέτη, την ετοιμασία αρχιτεκτονικών προσχεδίων, αρχιτεκτονικών σχεδίων ως και την λήψη προσφορών και μελέτη προσφορών από εργολάβους και υπεργολάβους με κατ' εκτίμηση κόστος €150.000, που ήταν ίσο περίπου με το ύψος των προσφορών που υποβλήθηκαν. Ο εναγόμενος κατά ή περί τον Απρίλιο του 2011, ειδοποίησε τον ενάγοντα ότι επιθυμούσε να αναβληθεί η εκτέλεση του έργου. Ο ενάγοντας απέστειλε στον εναγόμενο τιμολόγιο ημερομηνίας 14/01/2011 για όλες τις προσφερθείσες σε αυτόν υπηρεσίες του μέχρι την ημερομηνία την οποία ο εναγόμενος τον πληροφόρησε για την επιθυμία του να αναβάλει την εκτέλεση του έργου, το οποίο ανέρχετο σε €17.250,00, πλέον νόμιμους τόκους μέχρι την εξόφληση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι €15000 αφορούσαν μελέτη, σχέδια και οδηγίες και €2250 το ΦΠΑ, σύνολο €17,

  1. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η ως άνω χρέωση των €15.000, είναι καθ' όλα εύλογη και δίκαιη και ανταποκρίνετο στην φύση και έκταση της εργασίας του ενάγοντα. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα προς τον εναγόμενο καθώς και την επιστολή του Δικηγόρου του ημερ. 21.11.2011, αυτός αμέλησε και/ή αρνήθηκε να εξοφλήσει τον ενάγοντα για τις προαναφερθείσες υπηρεσίες του και/ή το τιμολόγιο, εξ ου και ο ενάγων αιτείται ως ανωτέρω. Η Υπεράσπιση του Εναγόμενου Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση που καταχώρησε αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως αυτοί αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του, εκτός από εκείνους που ρητά παραδέχεται. Συγκεκριμένα παραδέχεται την ιδιότητα του ενάγοντα, αλλά αρνείται ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης της αναφερόμενης στην έκθεση απαίτησης καφετέρειας και λέγει ότι ιδιοκτήτης της εν λόγω καφετέριας με την επωνυμία 'XXXX", είναι η εταιρεία "XXXX". Τούτου δεδομένου είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του, ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε locus standi στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι ο ενάγων είχε προτείνει στον εναγόμενο να ετοιμάσει απλώς ένα πρόχειρο προσχέδιο για την διαμόρφωση του 1ου ορόφου της καφετέριας "XXXX", μιας και ο ενάγοντας είχε αναλάβει και ολοκληρώσει την ανακαίνιση του ισογείου της εν λόγω καφετέριας και για την οποιαδήποτε εργασία του είχε πληρωθεί και εξοφληθεί στο ακέραιο. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός του ότι για την ετοιμασία του πρόχειρου προσχεδίου ουδέποτε συζητήθηκε θέμα αμοιβής, αφού ο ενάγοντας είχε προτείνει στον εναγόμενο, όπως η οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής γινόταν μόνο εφόσον το πρόχειρο προσχέδιο θα ήταν αρεστό στον εναγόμενο και/ή ο εναγόμενος θα ξεκινούσε και/ή προχωρούσε στην ολοκλήρωση των εργασιών διαμόρφωσης του 1ου ορόφου της εν λόγω καφετέριας και η αμοιβή για την ετοιμασία του πρόχειρου προσχεδίου θα περιλαμβάνετο στο συνολικό κόστος των εργασιών και/ή με την εκπόνηση των τελικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Περαιτέρω ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά και απορρίπτει ότι ο ίδιος έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες στον ενάγοντα για την διενέργεια όλων των εργασιών που αυτός ισχυρίζεται και συγκεκριμένα, την μελέτη, την ετοιμασία και/ή εκπόνηση αρχιτεκτονικών και/ή τελικών σχεδίων ως και την κατ' ισχυρισμόν λήψη προσφορών και μελέτη προσφορών από εργολάβους και υπεργολάβους. Ο Εναγόμενος περαιτέρω, αρνείται κατηγορηματικά και απορρίπτει ότι το κατ'εκτίμηση κόστος ήταν €150.
  2. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγόμενου πως ο ίδιος δεν είχε υπογράψει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή έντυπο και/ή αίτηση που απαιτείτο για την υποβολή και/ή κατάθεση σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή του κράτους για την εκτέλεση και/ή διενέργεια των εργασιών, ως κατ'ισχυρισμόν αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης. Πέραν των πιο πάνω αρνείται κατηγορηματικά και απορρίτπτει ότι ο ενάγοντας διενήργησε τις εργασίες ως αυτές αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης του με εξαίρεση την ετοιμασία ενός πρόχειρου προσχεδίου, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν ήταν αρεστό στον Ενάγοντα. Ισχυρίζεται δε ότι μετά την ετοιμασία του πρόχειρου προσχεδίου από τον ενάγοντα, ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι δεν ήθελε να προχωρήσει με την διαμόρφωση του 1ου ορόφου της εν λόγω καφετέριας. Αρνείται δε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί αποστολής του τιμολογίου στον ίδιο καθώς και τον ισχυρισμό ότι o ίδιος τον πληροφόρησε ότι επιθυμούσε την αναβολή του έργου. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ποσό των €15.000 που άξιοι ο ενάγοντας δεν είναι εύλογο και/ή λογικό και/ή δίκαιο και/ή είναι υπερβολικό και/ή διογκωμένο και/ή δεν έχει υπολογιστεί σύμφωνα με τις αμοιβές και/ή κλίμακες που καθορίζονται από τον Σύνδεσμο Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται από του να άξιοι πληρωμή αμοιβής, μιας και δεν έχει καταρτιστεί προηγουμένως μεταξύ των γραπτή συμφωνία σύμφωνα με τους κανονισμούς του Κώδικα Δεοντολογίας Κ.Δ.Π. 115/
  3. Τέλος ο εναγόμενος ισχυρίζεται προς υπεράσπιση του ότι είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον ενάγοντα, όπου ο τελευταίος είχε αναλάβει την αρχιτεκτονική εργασία για την ανέγερση μιας πολυκατοικίας στην Λεμεσό της οποίας ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος, και για την οποία εργασία ο ενάγοντας είχε πληρωθεί και εξοφληθεί στο ακέραιο. Υπό το φως των πιο πάνω ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Η Απάντηση στην Υπεράσπιση Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγων αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, στο μέτρο που αυτοί είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικότερα αρνείται τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι ιδιοκτήτης της αναφερθείσας καφετέρειας ήταν η εταιρεία XXX και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος στην περίπτωση που με την συναλλαγή του με τον ενάγοντα και τις οδηγίες που του έδωσε, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος τρίτου, απέκρυψε από τον ενάγοντα την εν λόγω ιδιότητα του. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο ενάγων, με τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 16.1.2011 προς τον εναγόμενο, τον κάλεσε, στην περίπτωση που ενεργούσε για λογαριασμό άλλων, να αποκαλύψει τον αντιπροσωπευόμενο του, χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση εκ μέρους του εναγομένου. Η Διαδικασία Προς απόδειξη της αξίωσης του ενάγοντα, κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Για την πλευρά του εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος (ΜΥ1) και επιπλέον κάλεσε ως μάρτυρα και τον XXXX Γρηγορίου (ΜΥ2). Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο πλευρών με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη μαρτυρία και τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Τόσο η μαρτυρία όσο και οι θέσεις των δύο πλευρών είναι καταγραμμένες και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους, χωρίς να χρειάζεται να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Σύνοψη της μαρτυρίας ακολουθεί. Η Μαρτυρία XXXX Σαββίδης - Ενάγων Ο ενάγων καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε ότι είναι αρχιτέκτονας και σε σχέση με την αξίωση του εναντίον του εναγόμενου ανέφερε ότι περί το τέλος του 2009-2010 και σε συνέχεια προηγούμενης ανάθεσης που αφορούσε το ισόγειο του ίδιου κτιρίου (καφετέρια με το όνομα XXXX) και η οποία ανάθεση έγινε από τον εναγόμενο προσωπικά, του ανατέθηκε και ο 1ος όροφος και πάλιν από τον εναγόμενο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι για τις εργασίες που έγιναν στο ισόγειο συμφώνησε με τον εναγόμενο προσωπικά όπως και για τις εργασίες που εκτέλεσε στον 1ο όροφο. Αναφέρθηκε μάλιστα αναλυτικά στις εργασίες που έκανε στον πρώτο όροφο με αναφορά και στα Τεκμήρια 1-5, αλλά και στις προσφορές που λήφθηκαν (βλ. Τεκμήρια 6-12). Συγκεκριμένα όπως ανέφερε επισκέφθηκε το χώρο, έγινε φωτογράφηση, αποτύπωση, έγιναν μετρήσεις και ακολούθως έγινε ένα προσχέδιο που παρουσιάστηκε στον εναγόμενο και στη συνέχεια προχώρησαν με πιο λεπτομερείς μελέτες που αφορούσαν διακόσμηση και διαρρύθμιση του 1ου ορόφου, και τη μελέτη ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων. Κατέθεσε τις φωτογραφίες που έλαβε ως Τεκμήριο 1 και επεξήγησε επίσης τι περιέχει το Τεκμήριο 2, το οποίο περιλαμβάνει τα σχέδια που ετοίμασε για τον 1ο όροφο. Το Τεκμήριο 3 αφορά, όπως υποστήριξε, τις ηλεκτρολογικές εγκατάσεις και συγκεκριμένα σχέδια στα οποία αποτυπώνονται σημεία φωτισμού, σημεία ηλεκτροδότησης, πρίζες, διακόπτες και όλα τα άλλα που αφορούν ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και τα οποία ετοιμάστηκαν από τον σύμβουλο ηλεκτρολόγο μηχανικό. Επίσης σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι είναι "πακέτο" με το προηγούμενο κομμάτι των ηλεκτρολογικών σχεδίων και αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές και οδηγίες εγκατάστασης και δελτίο ποσοτήτων για να συμπληρωθεί από τους μετέπειτα εργολάβους και ηλεκτρολόγους. Κάποιες προδιαγραφές ως ανέφερε είναι τυποποιημένες σύμφωνα με τον ισχύοντα κώδικα, αλλά μεγάλο μέρος αναφέρεται στο συγκεκριμένο κτίριο και αποτυπώνει τη μελέτη του που έγινε για αυτό. Όπως εξήγησε είναι ασυμπλήρωτο διότι το δελτίο με τα σχέδια δίδεται για προσφοροδότηση σε υπεργολάβους ηλεκτρολόγους, αρά συμπληρώνονται από τον προσφοροδότη. Σε σχέση με το Τεκμήριο 5 ανέφερε ότι αφορά τη μηχανολογική εγκατάσταση, αναφέρει τις υποχρεώσεις του μηχανολόγου και περιέχει μέρος που θα πρέπει να τιμολογηθεί από τους υποψήφιους προσφοροδότες. Το Τεκμήριο 6 ως ανέφερε αφορά την προσφορά για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και τους δόθηκε αφού δόθηκαν τα σχέδια για προσφοροδότηση. Είναι ως ανέφερε το αποτέλεσμα της διαδικασίας προσφοροδοτών στην οποία είχαν προβεί με παράκκληση ή απαίτηση του πελάτη τους. Τα δε Τεκμήρια 7, 8, 9, 10,11, 12 αφορούν επίσης προσφορές που λήφθηκαν. Όσον αφορά το Τεκμήριο 13 ανέφερε ότι αποτελεί το ημερολόγιο επισκέψεων στην οικοδομή ή συναντήσεων με τον εναγόμενο. Ως εξήγησε επειδή το Τεκμήριο αυτό περιλαμβάνει και τις εργασίες ισογείου ο ίδιος επικεντρώθηκε από τις 29/4/2010 και έπειτα, οπόταν έγινε η ανάθεση και πήγαν για αποτύπωση, φωτογράφηση και μετρήσεις και ακολουθούν διάφορες επισκέψεις τον Οκτωβριο, Νοέμβριο του 2010 και μετέπειτα τον Μάρτιο και Απρίλιο του
  4. Και τούτο διότι όπως εξήγησε περί τον Νοέμβριο του 2010 ο εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι επιθυμούσε να αναβάλει το έργο και ακολούθως περί τον Απρίλιο του 2011 του ζήτησε να πάνε ξανά για προσφορές, αλλά και πάλι εν τέλει αποφάσισε να μην προχωρήσει με το έργο. Ακολούθως εξήγησε τον τρόπο χρέωσης στο τιμολόγιο Τεκμήριο 14 το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη (α) μελέτη - σχέδια - προδιαγραφές (β) κόστος επίβλεψης. Όπως εξήγησε η χρέωση γίνεται με βάση το κατ' εκτίμηση κόστος της οικοδομής το οποίο στην προκειμένη περίπτωση ήταν €150,000, και αυτό γίνεται με βάση τον όγκο της δουλειάς, την επιφάνεια του υποστατικού και τις τιμές μονάδας της αγοράς και διευκρίνισε πως στην προκειμένη περίπτωση δεν χρεώθηκε κόστος επίβλεψης επειδή δεν έγινε. Επίσης ανέφερε ότι το εν λόγω τιμολόγιο το παρέδωσε στον εναγόμενο, αλλά δεν εξοφλήθηκε. Όσον αφορά την επιστολή Τεκμήριο 15 ανέφερε ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες να σταλεί και ο αριθμός τηλεομοιοτύπου είναι του εναγόμενου. Περαιτέρω ανέφερε ότι στάληκε και δεύτερη επιστολή (βλ. Τεκμήριο 16) χωρίς όμως και πάλιν να ληφθεί οποιαδήποτε απάντηση σε οποιαδήποτε επιστολή. Ερωτηθείς αν του ανέφερε ο εναγόμενος ότι θα πληρωθεί μόνο αν του αρέσουν τα σχέδια απάντησε αρνητικά λέγοντας πως αυτό το στάδιο είχε ξεπεραστεί με την έγκριση του προσχεδίου. Όπως εξήγησε για να προχωρήσουν στην τελική φάση του σχεδιασμού ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών εγκαταστάσεων, ήταν δεδομένο και απαραίτητο να έχουν έγκριση του ιδιοκτήτη και επομένως ήταν αρεστό το σχέδιο από την πρώτη φάση. Ερωτηθείς αν τον ενημέρωσε ο εναγόμενος ότι δεν επιθυμεί τα σχέδια που είχαν ετοιμαστεί, ανέφερε ότι υπήρχε μια περίοδος όταν είχε ετοιμαστεί η προμελέτη όπου του ανέφερε ότι δεν θα ήθελε να προχωρήσει. Επανήλθε μετά από 3-4 μήνες, μετά που είχε αποταθεί σε κάποιους άλλους, οι οποίοι είχαν ζητήσει από τον ενάγοντα να τους δώσει και την αποτύπωση που είχε κάνει και ακολούθως αφού επέστρεψε στον ίδιο (τον ενάγοντα), συνέχισαν με τον τρόπο που ανέφερε, δηλαδή ετοιμάστηκαν τα σχέδια και ζητήθηκαν προσφορές Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2010 και ακολούθως επανήλθε τον Απρίλιο του 2011 οπόταν έγιναν νέες προσφορές και εν τέλει και πάλιν ο εναγόμενος αποφάσισε να μην προχωρήσει με το έργο. Κατά την αντεξέταση του αμφισβητήθηκε εκτενώς η θέση του ότι είχε συμφωνήσει με τον εναγόμενο προσωπικά και επί τούτου αντεξετάστηκε και σε σχέση με τη συμφωνία για τις εργασίες του ισογείου, για να του υποβληθεί ότι και στην πρώτη περίπτωση η συμφωνία ήταν με την εταιρεία και όχι τον εναγόμενο προσωπικά. Προς τούτο του τέθηκε η θέση ότι διάφορες αγορές ή τιμολόγια υπηρεσιών για την πρώτη συμφωνία εκδόθηκαν επ' ονόματι της εταιρείας XXXX, και όχι στο όνομα του εναγόμενου προσωπικά, με τον ενάγοντα να αντικρούει τη θέση αυτή και να αναφέρει ότι αυτά δεν αφορούν τον ίδιο, αλλά αφορούν πληρωμές που έγιναν μετά την κατακύρωση των προσφορών κάτι που δεν μπορεί να αφορά τον ίδιο και ότι σε σχέση με τον ίδιο δεν παρουσιάστηκε ούτε και μια απόδειξη που να αποδεικνύει ότι έγινε οποιαδήποτε συμφωνία με οποιαδήποτε εταιρεία. Περαιτέρω ήταν η θέση του πως και να ενεργούσε ως διευθυντής εταιρείας ο εναγόμενος, τέτοια ιδιότητα δεν του είχε αποκαλυφθεί. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του θα γίνει πιο κάτω προς αποφυγή επαναλείψεων. XXXX - Εναγόμενος (ΜΥ1) Ο εναγόμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Α με την οποία αναφέρει ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν διευθυντής της εταιρείας "XXXX", στην οποία ανήκε η καφετέρια με την επωνυμία "XXXX". Θέση του ήταν ότι ο ενάγων του είχε προτείνει να του ετοιμάσει απλώς ένα πρόχειρο προσχέδιο για την διαμόρφωση του 1ου ορόφου της πιο πάνω καφετέριας του, μιας και ο ενάγων είχε αναλάβει και ολοκληρώσει την ανακαίνιση του ισογείου της καφετέριας του και για την εργασία του έχει πληρωθεί και εξοφληθεί στο ακέραιο από την εταιρεία "XXXX". Κατέθεσε δε σχετικές αποδείξεις και τιμολόγια τα οποία εκδίδοντο επ' ονόματι της πιο πάνω εταιρείας (βλ. Τεκμήρια 19-30) και οι οποίες, με εξαίρεση το Τεκμήριο 30, αφορούσαν το ισόγειο και τα οποία ως η θέση του δεν μπορούσε να εντοπίσει προηγουμένως. Ως περαιτέρω υποστηρίζει για την ετοιμασία του πρόχειρου προσχεδίου ουδέποτε συζητήθηκε θέμα αμοιβής και/ή συμφωνήθηκε οποιαδήποτε αμοιβή, καθ' ότι ο ενάγων του είχε προτείνει όπως η οποιαδήποτε πληρωμή αμοιβής γίνει μόνο εφόσον το εν λόγω πρόχειρο προσχέδιο θα του ήταν αρεστό και/ή ο ίδιος αποφάσιζε να ξεκινήσει και/ή προχωρήσει με την ολοκλήρωση των εργασιών διαμόρφωσης του 1ου ορόφου της καφετέριας και/ή ότι τέτοια αμοιβή για την ετοιμασία του πρόχειρου προσχεδίου θα περιλαμβανόταν στο συνολικό κόστος των εργασιών και/ή με την εκπόνηση των τελικών αρχιτεκτονικών σχεδίων. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως το κατ' εκτίμηση κόστος των εργασιών ύψους €150.000,00- στο οποίο αναφέρθηκε ο ενάγων στην Έκθεση Απαίτησης του είναι ανεδαφικό, υπερβολικό και σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα βάσει του πρόχειρου προσχεδίου που είχε ετοιμάσει. Είναι δε η θέση του πως ουδέποτε έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να διενεργήσει όλες τις αναγκαίες εργασίες και συγκεκριμένα τη μελέτη και/ή την ετοιμασία και/ή την εκπόνηση αρχιτεκτονικών και/ή τελικών σχεδίων ως και την κατ' ισχυρισμόν λήψη και μελέτη προσφορών από εργολάβους και υπεργολάβους. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, υποστηρίζει πως ούτε ο ίδιος, ούτε η εταιρεία έχουν υπογράψει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή έντυπο και/ή αίτηση που απαιτείται για την υποβολή και/ή κατάθεση σε οποιαδήποτε αρμόδια αρχή του κράτους για την εκτέλεση και/ή την διενέργεια εργασιών ως κατ' ισχυρισμόν αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεν πιστεύει πως ο ενάγων έχει προβεί και/ή διενεργήσει οποιεσδήποτε εργασίες από αυτές που ισχυρίζεται παρά μόνο την ετοιμασία ενός πρόχειρου προσχεδίου, το οποίο όταν του το παρουσίασε δεν του ήταν αρεστό. Όταν δε τον πληροφόρησε πως δεν του ήταν αρεστό το πρόχειρο προσχέδιο που ετοίμασε, του ζήτησε να μην προχωρήσει με την διαμόρφωση του 1ου ορόφου της καφετέριας. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, αναφέρει ότι δεν έχει καταρτιστεί προηγουμένως μεταξύ του ενάγοντα και ίδιου ή της εταιρείας του γραπτή συμφωνία σύμφωνα με τους Κανονισμούς του Κώδικα Δεοντολογίας Κ.Δ.Π. 115/78, η οποία να δηλώνει την πρόθεση τους να αναθέσουν στον ενάγοντα την εκπόνηση μελέτης για τη διαμόρφωση του 1ου ορόφου της οικοδομής που στεγάζεται η καφετέρια έναντι εύλογου και/ή συμφωνηθέντος τιμήματος. Περαιτέρω αναφέρει ότι με τον ενάγοντα έχει συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν καθ' ότι είχε αναλάβει την αρχιτεκτονική εργασία για την ανέγερση μιας πολυκατοικίας στην Λεμεσό της οποίας είναι ιδιοκτήτης και/ή δικαιούχος και για την οποιαδήποτε εργασία του έχει πληρωθεί και εξοφληθεί στο ακέραιο από τον ίδιο. Είναι δε η θέση του πως τα ποσά και/ή οι τόκοι που αξιώνει από τον ίδιο ο ενάγων είναι ανεδαφικά, υπερβολικά, αδικαιολόγητα, μη εύλογα και δεν ανταποκρίνονται στην φύση και στην έκταση των υπηρεσιών που πραγματοποίησε όντως ο ενάγων, καθότι το εν λόγω πρόχειρο προσχέδιο σίγουρα δεν κοστίζει €15.000,00-. Βάσει των πιο πάνω, θεωρεί πως δεν είναι προσωπικά υποχρεωμένος να πληρώσει το εν λόγω ποσό στον ενάγοντα, πλέον τόκους, πλέον Φ.Π.Α. όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, αλλά αν κάποιος είναι υπόλογος είναι η εταιρεία "XXXX". Στη βάση των πιο πάνω υποστηρίζει ότι η παρούσα αγωγή είναι νομικά εσφαλμένη και/ή παράτυπη λόγω του ότι ο ίδιος δεν έχει οποιοδήποτε locus standi σε αυτήν. Περαιτέρω με την προφορική του μαρτυρία ανέφερε ότι κατόπιν συνεννόησης με τον κ. Σαββίδη είχε προβεί σε όλες τις αγορές κατόπιν υπόδειξης του και όλες οι αγορές γίνονταν στο όνομα της εταιρείας. Ερωτηθείς ποιο από τα δύο έργα αφορούσαν οι αγορές, ανέφερε το XXXX. Σε υπόδειξη ότι υπήρχαν 2 έργα ,το 1ο και το 2ο, ανέφερε ότι ήταν για το ίδιο έργο. Σε υπόδειξη ότι ο ενάγων επέμεινε ότι δεν είχε να κάνει με την εταιρεία, αλλά τον ίδιο προσωπικά ανέφερε ότι το έργο ανήκε στην εταιρεία XXXX από την πρώτη μέρα που ξεκίνησε. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του. XXXX Γρηγορίου - ΜΥ2 Ο ΜΥ2 καταθέτοντας ενόρκως ανέφερε ότι είναι μηχανολόγος μηχανικός και ως αναφέρει με βάση τα γεγονότα που ακολούθησαν αντελήφθη ότι ο εναγόμενος είναι ο ίδιοκτήτης του χώρου όπου θα γινόταν το εστιατόριο για το οποίο εκπόνησε μελέτη. Όταν δε ανέλαβε την εκπόνηση της εν λόγω μελέτης δεν γνώριζε τον εναγόμενο. Οδηγίες δε προς τούτο έλαβε από τον ενάγοντα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 30 λέγοντας πως είναι το τιμολόγιο που εξέδωσε την 1/12/10 με αρ. Εγγράφου 2010/143 και το οποίο το ετοίμασε με οδηγίες του ενάγοντα εξ ου και αναγράφει "φροντίδι XXXX Σαββίδης". Ερωτηθείς για ποια εταιρεία το ετοίμασε ανέφερε ότι "Ως το XXXX όπως φαινόταν στα σχέδια του XXXX". Ερωτηθείς εάν ήταν οι οδηγίες του ίδιου του ενάγοντα να το ετοιμάσει για τη συγκεκριμένη εταιρεία απάντησε καταφατικά. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι γνωρίζει το χώρο για τον οποίο έγινε η μελέτη διότι ο ενάγων τους κάλεσε και επισκέφθηκαν το χώρο όπου υπολογιζόταν να γίνει η κατασκευή του εστιατορίου. Ερωτηθείς αν γνωρίζει πως λέγεται η συγκεκριμένη καφετέρια ανέφερε ότι "ονομάζεται XXXX όπως φαινόταν στα σχέδια του κύριου Σαββίδη". Περαιτέρω αναγνώρισε τα σχέδια Τεκμήρια 2 και 3 και ανέφερε ότι είναι τα σχέδια που εκπόνησε ο συνέταιρος του ηλεκτρολόγος μηχανικός, ενώ βλέποντας το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι υποθέτει ότι είναι τα σχέδια που εκπόνησε ο ενάγοντας. Ερωτηθείς που σε αυτά τα σχέδια εντοπίζει να αναγράφεται XXXX, ανέφερε ότι όταν ερωτήθηκε, ανέφερε ότι λεπτομέρειες για το XXXX δόθηκαν από τον ενάγοντα όταν εξέδωσε το τιμολόγιο. Σε υπόδειξη ότι κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 30 έγραψε XXXX όπως φαινόταν στα σχέδια του XXXX Σαββίδη και ερωτηθείς αν στα σχέδια που έχει μπροστά του αναγράφεται XXXX, απάντησε αρνητικά. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη σειρά από παράγοντες οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [1]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψη και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Aντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τουναντίον τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ενάγων Ο ενάγων πρέπει να πω ότι άφησε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή συγκροτημένη, με συνοχή, συνέπεια και συνάφεια με τη λογική, ενώ συνήδε και με τα τεκμήρια που κατέθεσε. Ο ίδιος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του παρά την επίμονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε. Ειδικότερα ως προς το κύριο ζήτημα αντιπαράθεσης που ήταν το εάν η συμφωνία τόσο αυτή που αφορούσε το ισόγειο, αλλά κυρίως η μετέπειτα που κατ' ισχυρισμόν του ενάγοντα έγινε ως συνέχεια της συμφωνίας του ισογείου και αφορούσε τον όροφο, έγινε με τον εναγόμενο προσωπικά ή με την εταιρεία XXXX, ο ίδιος παρόλο που δεν θυμόταν τον τρόπο πληρωμής[2], επέμεινε πως το ουσιώδες είναι, ότι δεν είχε να κάνει με καμία εταιρεία και δεν ήρθε σε επαφή με κάποιον ο οποίος να του ανέφερε ότι αντιπροσώπευε την εταιρεία αυτή ή οποιαδήποτε άλλη και ότι ούτως ή άλλως όλες οι συμφωνίες που έκανε διαχρονικά με τον εναγόμενο, ήταν πάντοτε προσωπικές. Στη θέση του αυτή ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερότατος, ενώ παρά τις προσπαθειες που έγιναν για να πληγεί η αξιοπιστία του, αναφορά στις οποίες γίνεται και πιο κάτω, ο ίδιος δεν αμφιταλαντεύτηκε. Το ότι βεβαίως δεν θυμόταν με τί επιταγές τον πλήρωνε ο εναγόμενος στα πλαίσια της συμφωνίας που αφορούσε το ισόγειο, δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός ότι ο μάρτυρας ήταν βέβαιος ότι ήταν προσωπική η συμφωνία τους τόσο για το ισόγειο όσο και για τον όροφο και ότι εν πάση περιπτώσει ουδέποτε είχε γίνει αναφορά σε εταιρεία. Ούτε βέβαια θα μπορούσε να καθορίσει τελεσίδικα τα μέρη της συμφωνίας, το εάν μία ή έστω περισσότερες πληρωμές για το ισόγειο είχαν γίνει από κάποια εταιρεία, αφού πρέπει να είναι σαφές πως μπορεί μεν μια συμφωνία να γίνει μεταξύ δύο προσώπων, πλην όμως την πληρωμή εκ μέρους του ενός μπορεί να διενεργήσει τρίτο πρόσωπο, χωρίς τούτο αφ' εαυτού να διαφοροποιεί το γεγονός ότι η συναλλαγή και συμφωνία είχε συναφθεί και παραμένει δεσμευτική μεταξύ των δύο αρχικών προσώπων. Έγινε επίσης προσπαθεια να πληγεί η αξιοπιστία του σε σχέση με το ζήτημα του ποια μέρη συνήψαν την συμφωνία για τον όροφο, στη βάση του ότι απεστάλη από τους συνηγόρους του το Τεκμήριο 16 με το οποίο ερωτάται ο εναγόμενος να διευκρινίσει εάν ενεργεί εκ μέρους άλλου προσώπου, με την εισήγηση ότι εξ αυτής της ενέργειας του προκύπτει συναφώς πως είχε αμφιβολία για το ζήτημα αυτό. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι είχε σταλεί μια επιστολή προηγουμένως από το δικηγόρο του και δεν απαντήθηκε, και ότι το Τεκμήριο 16 έγινε για νομικούς σκοπούς, και δη για να διευκρινιστεί αν ο λόγος που δεν απάντησε ήταν επειδή θεωρούσε ότι καλύπτετο από κάποια εταιρεία. Δεν θεωρώ ότι η αποστολή αυτής της επιστολής κλονίζει την αξιοπιστία του ενάγοντα, αντίθετα θεωρώ ότι ήταν μια ευκαιρία για τον εναγόμενο εάν και εφόσον το επιθυμούσε να προβάλει τη θέση του και να αμφισβητήσει την οφειλή, την οποία μάλιστα, ως η θέση του, τόσο παράλογα και άδικα ο ενάγων διεκδικούσε από τον ίδιο. Επίσης έγινε προσπάθεια να του υποβληθεί ότι εφόσον ο ίδιος ανέφερε ότι η συμφωνία για τον όροφο ήταν συνέχεια της συμφωνίας που αφορούσε το ισόγειο, σε σχέση με το οποίο ό,τι αγοράστηκε, πληρώθηκε από την εταιρεία XXXX, δεν θα μπορούσε η συμφωνία για τον όροφο να αφορούσε τον ίδιο προσωπικά. Ο ενάγων με ξεκάθαρο τρόπο ανέφερε ότι δεν αφορά τον ίδιο με ποιο τρόπο ο εναγόμενος επέλεξε να πληρώσει τους διάφορους εμπλεκόμενους μετά που κατακυρώθηκαν οι προσφορές για το ισόγειο, αφού όπως πολύ λογικά ανέφερε ο καθένας μπορεί να πληρώνει μέσω όποιας εταιρείας θέλει, και πάντως επανέλαβε ότι ο ίδιος δεν έχει συμβληθεί ποτέ με την εταιρεία XXXX. Παρουσίασε δε τις μόνες αποδείξεις που είχε εντοπίσει εν σχέσει με τη συνεργασία του με τον εναγόμενο σε προηγούμενες περιπτώσεις
(2007), όπου ο εναγόμενος τον είχε πληρώσει προσωπικά (βλ. Τεκμήριο 17). Σε υποβολή μάλιστα ότι κινήθηκε εναντίον του προσωπικά επειδή πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία δεν λειτουργεί και δεν θα είχε πιθανότητες είσπραξης, ο ενάγων με αμεσότητα "αντέστρεψε τα πυρά", λέγοντας ότι είναι οι ίδιοι που επικαλούνται ότι η συμφωνία έγινε με την εταιρεία, για να αποφύγει ο ενάγων να πληρώσει αυτά που εδώ και καιρό οφείλει. Δεν αποδέχομαι τη θέση της υπεράσπισης επί τούτου, αφού όπως και τα ίδια τα γεγονότα μαρτυρούν, ο ενάγων είχε εκδόσει το τιμολόγιο του από τον Ιανουάριο του 2011, δηλαδή πολύ πριν αντιληφθεί ότι ο εναγόμενος, με τον οποίο μέχρι τότε είχε καλή συνεργασία, δεν θα τον πλήρωνε ή ακόμη ότι δεν θα προχωρούσε τελικά με το έργο το οποίο είχε στο στάδιο εκείνο αναβληθεί για πρώτη φορά, για να τίθεται θέμα απόδοσης στον ενάγοντα αλλότριου κινήτρου σε σχέση με το πρόσωπο προς το οποίο εξέδωσε το τιμολόγιο. Έγινε επίσης προσπάθεια να πληγεί η αξιοπιστία του ενάγοντος για το συγκεκριμένο θέμα στη βάση του ότι επί των σχεδίων Τεκμήριο 2, αναγράφεται η λέξη XXXX και όχι το όνομα του εναγόμενου. Κατ' αρχάς πρέπει θα πρέπει να τονιστεί ότι όπως ανέφερε και ο ίδιος ο ενάγων, αυτό που αναγράφεται δεν είναι το όνομα της εταιρείας, αλλά το όνομα της καφετέριας "XXXX", η οποία όπως προέκυψε και από τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου ήταν πολύ γνωστή, γεγονός που εύλογα δικαιολογούσε την αναφορά του ονόματος της στα σχέδια, παρά το όνομα του εναγόμενου. Εξ άλλου και οι προσφορές Τεκμήρια 6-12 αναφέρονται στο έργο που ήταν η καφετέρια "XXXX". Επίσης ο ενάγων προς περαιτέρω επίρρωση της θέσης του ανέφερε και ένα εύστοχο παράδειγμα σε σχέση με την πολυκατοικία που έκανε για τον εναγόμενο, λέγοντας ότι αυτός τον πλήρωνε μέσω μιας εταιρείας, ενώ στα σχέδια έγραφε "XXXX και XXXX Κυπριανού", συμπληρώνοντας ότι δεν γνώριζε σε ποιον ανήκε η εν λόγω εταιρεία/πολυκατοικία, και ούτε θα έπρεπε να το γνωρίζει διότι πληρωνόταν από κάποιον εκ μέρους κάποιου άλλου. Το ουσιώδες βέβαια ήταν αυτό που επανέλαβε πολλάκις στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο ενάγων, ότι δηλαδή δεν γνώριζε τον εναγόμενο ως διευθυντή εταιρείας και ότι εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος δεν του είχε αποκαλύψει κατά τον δεδομένο χρόνο ότι ενεργούσε ως διευθυντής οποιασδήποτε εταιρείας. Το δε τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα του προσωπικά από το 2011 σε ανύποπτο δηλαδή χρόνο και πριν ο ενάγων αντιληφθεί ότι υπήρχε περίπτωση να μην πληρωθεί από τον εναγόμενο, για να μπορεί να λεχθεί ότι επέλεξε να τοποθετήσει το όνομα του εναγόμενου προσωπικά, επειδή δήθεν είχε αντιλφηθεί πως η εταιρεία δεν θα μπορούσε να τον εξοφλήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών. Σε υποβολή δε ότι ο ίδιος εισηγήθηκε στον εναγόμενο με δική του πρωτοβουλία να ανακαινιστεί ο πρώτος όροφος και ότι μάλιστα του είπε να ετοιμάσει τα προσχέδια και αν του αρέσουν να προχωρήσει και να του δώσει συγκεκριμένες οδηγίες, ο ίδιος διαφώνησε και ανέφερε ότι είχε άλλες δουλειές να ασχοληθεί και δεν είχε λόγο να θέλει να εργαστεί στον πρώτο όροφο όπου οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν αρκετά δύσκολες ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 1, εάν δεν θα πληρωνόταν. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς το γεγονός ότι ο ίδιος παρουσίασε τιμολόγιο του Ιανουαρίου του 2011, ενώ τα σχέδια αναφέρουν Απρίλιο 2011 και ο ίδιος με τη μαρτυρία του ανέφερε ότι τον Απρίλιο 2011 λήφθηκαν προσφορές. Επί τούτου ο ενάγων διευκρίνισε τη θέση του κατ' επανάλειψη στα πλαίσια της διαδικασίας εξηγώντας τα εξής: Όταν του δόθηκαν οι οδηγίες περί τον Απρίλιο του 2010 και αφότου έκανε κάποια προμελέτη, ο ενάγων του είπε να μην προχωρήσει διότι μια άλλη εταιρεία τον είχε προσεγγίσει για να αναλάβει να του κάνει τόσο τα σχέδια όσο και την κατασκευή και η εταιρεία αυτή ήδη προσέγγισε και τον ενάγοντα και του ζήτησε να τους δώσει την αποτύπωση και ό,τι προεργασία έγινε για να βασιστούν σε αυτά. Μετά πάροδο κάποιων μηνών ο εναγόμενος επανήλθε στον ενάγοντα (περί τον Οκτώβριο του 2010) και βιαζόταν για να προλάβει τα Χριστούγεννα του 2010, με την έννοια του να γίνουν οι εργασίες για να λειτουργήσει η καφετέρια του έως τότε και να προλάβει τους φοιτητές που θα έρχονταν για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Έτσι ολοκληρώθηκαν τα σχέδια και είχαν ζητήσει προσφορές περί τον Νοέμβριο του 2010 τις οποίες κατέθεσε και παρά ταύτα μετά ο εναγόμενος άλλαξε γνώμη. Όμως όπως εξήγησε ο ενάγων, τα σχέδια είχαν μέχρι τότε ολοκληρωθεί, αφού είχαν ζητηθεί προσφορές το ύψος των οποίων κρίθηκε αποτρεπτικό για τον ενάγοντα, εξ ου και αποφάσισε να αναβάλει το έργο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε δεν νοείτο να είχαν ζητηθεί προσφορές, χωρίς να είχε ολοκληρωθεί το στάδιο της μελέτης και της ετοιμασίας των σχεδίων. Εν ολίγοις δηλαδή προώθησε τη θέση, την οποία αποδέχομαι ως συνάδουσα λογικά αλλά και με τα κατατεθέντα Τεκμήρια (προσφορές), πως το ότι είχαν τότε ζητηθεί προσφορές, επιβεβαιώνει το ότι τα σχέδια είχαν ολοκληρωθεί, εφόσον δεν θα μπορούσαν να ζητηθούν προσφορές χωρίς να ολοκληρωθεί το σχεδιαστικό μέρος. Ούτε και μπορώ βέβαια να αποδεχθώ τη θέση ότι ο ενάγων οριστικοποίησε μόνος του τα σχέδια και άρχισε να ζητά προσφορές χωρίς να έχει γνώση ο εναγόμενος, ο οποίος ας σημειωθεί δέχθηκε ότι είχε λάβει γνώση τουλάχιστον του pro forma τιμολογίου Τεκμήριο 30 που αφορούσε τον όροφο και επομένως σίγουρα είχε γνώση ως προς το ότι η διαδικασία προχωρούσε και δεν είχε σταματήσει στο προσχέδιο, όπως ήταν η θέση που προώθησε. Όπως δε ο ενάγων διευκρίνισε το τιμολόγιο του Ιανουαρίου του 2011 αντιστοιχούσε στην εργασία που έκανε και είχε ολοκληρωθεί περί τον Νοέμβριο του 2010. Ακολούθως και πριν το Πάσχα, (περί τον Απρίλιο του 2011), ο εναγόμενος επανήλθε πάλι και πάλι ζήτησαν προσφορές, οπόταν και πάλιν ο εναγόμενος του ανέφερε ότι δεν θα προχωρήσει με το έργο επειδή στοιχίζει πολλά. Ως προς το γεγονός ότι τα σχέδια που κατατέθηκαν έχουν ημερομηνία του 2011, ενώ ο ενάγων υποστήριξε ότι τα είχε ολοκληρώσει από τον Οκτώβριο του 2010, ο ίδιος και πάλι με περισσή φυσικότητα, αλλά και αμεσότητα ανέφερε ότι δεν έχει σημασία η ημερομηνία που αναγράφεται εκεί και ότι τα σχέδια είχαν πράγματι ολοκληρωθεί από τον Οκτώβριο του 2010, αφού δεν θα μπορούσε να πάρει προσφορές χωρίς σχέδια, προσθέτοντας ότι προφανώς τα σχέδια που υποβλήθηκαν τον Απρίλιο του 2011 ήταν αναθεωρημένα ή έγιναν σε αυτά μικροδιορθώσεις, είτε για να μειώσουν το κόστος ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο πράγμα το οποίο δεν χρεώθηκε. Ερωτηθείς δε γιατί τα επισυνάπτει, ανέφερε ότι αυτά είχε κρατήσει (αφού προφανώς αυτά ήταν τα τελευταία σχέδια που έγιναν) και πρόσθεσε ότι τα οποιαδήποτε προηγούμενα έχουν καταστραφεί. Οι πιο πάνω θέσεις του είχαν πλήρη συνοχή συνάδουν λογικά και τις αποδέχομαι. Βέβαια τέθηκε από πλευράς υπεράσπισης το θέμα ότι στο δικόγραφο του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος ειδοποίησε τον ενάγοντα κατά ή περί τον τον Απρίλιο του 2011 ότι επιθυμούσε να αναβληθεί η εκτέλεση του έργου και ότι ο ενάγων απέστειλε στον εναγόμενο τιμολόγιο ημερ. 14/1/2011 για όλες τις προσφερθείσες σε αυτόν υπηρεσίες του μέχρι την ημερομηνία την οποία ο εναγόμενος τον πληροφόρησε για την επιθυμία του να αναβάλει την εκτέλεση του έργου, η οποία πληροφόρηση σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη αναφορά στο δικόγραφο, έγινε τον Απρίλιο του 2011. Επί τούτου πρέπει να λεχθεί ότι πράγματι εντοπίζεται κάποια ασάφεια στο δικόγραφο η οποία όμως θεωρώ ότι διευκρινίστηκε με την μαρτυρία που προσκομίστηκε και εν πάση περιπτώσει για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω δεν θεωρώ ότι μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία του ενάγοντα ή εν γένει την υπόθεση του. Βοηθητική όσον αφορά την πιο πάνω κατάληξη μου είναι και η απόφαση Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην εν λόγω απόφαση στην έκθεση απαίτησης μεταξύ άλλων υπήρχε ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας είχε τραυματιστεί στο αγρόκτημα των εφεσειόντων στο οποίο εργαζόταν, και ότι το όχημα στο οποίο επέβαινε κατά το συμβάν άνηκε στους εφεσείοντες. Το Δικαστήριο αποδεχόμενο τη μαρτυρία του εφεσίβλητου κατέληξε σε εύρημα ότι το όχημα στο οποίο επέβαινε άνηκε σε τρίτο πρόσωπο. Το Ανώτατο Δικαστήριο μεταξύ άλλων ανέφερε βέβαια ότι η λανθασμένη αναφορά ήταν λάθος του εφεσίβλητου, δια του συνηγόρου του, αλλά δεν υπήρξε οποιοσδήποτε αρνητικός επηρεασμός από αυτά τα γεγονότα εφόσον η μαρτυρία κινήθηκε εξ αρχής πάνω στη δεδομένη γραμμή ότι το όχημα άνηκε σε τρίτο πρόσωπο. Στην παρούσα υπόθεση όπως ήδη ανέφερα και πιο πάνω ο ενάγοντας εξ αρχής ανέφερε κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ότι ο εναγόμενος λίγο μετά που του ανέθεσε την μελέτη και σχεδιασμό του 1ου ορόφου και αφότου έγινε κάποια προμελέτη από πλευράς του ενάγοντα, του ανέφερε να μην προχωρήσει περαιτέρω, με προοπτική να αναλάβει το έργο εταιρεία που μπορούσε να αναλάβει τόσο το σχεδιαστικό όσο και κατασκευαστικό κομμάτι. Ακολούθως επανήλθε περί τον Οκτώβριο του 2010 οπόταν ετοιμάστηκαν τα σχέδια με σκοπό να λειτουργήσει η καφετέρια μέχρι τα Χριστούγεννα, οπόταν και λήφθηκαν και σχετικές προσφορές περί τον Νοέμβριο του 2010, όμως ο εναγόμενος αποφάσισε να αναβάλει το έργο λόγω βασικά του κόστους. Εκδόθηκε στη συνέχεια το τιμολόγιο αρχές Ιανουαρίου του 2011 το οποίο αφορούσε εργασίες μέχρι την ημερομηνία εκείνη και ακολούθως ο ενάγων επανήλθε περί τον Απρίλιο του 2011 όπου λήφθηκαν και πάλιν νέες προσφορές, αλλά και πάλιν ο εναγόμενος αποφάσισε να μην προχωρήσει με το έργο χωρίς όμως - και τούτο είναι το ουσιώδες- να έχει υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω χρέωση για τις όσες ενέργειες είχαν γίνει τον Απρίλιο του 2011 είτε με σκοπό την εξασφάλιση νέων προσφορών είτε με σκοπό την αναθεώρηση των σχεδίων. Εν ολίγοις δηλαδή η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν προχώρησε με το έργο τον Απρίλιο του 2011 είναι ορθή και υποστηρίχθηκε με τη μαρτυρία του ενάγοντα, όπως και το γεγονός ότι το τιμολόγιο του 2011 περιελάμβανε τα όσα έγιναν μέχρι και την αναβολή των εργασιών, η οποία βέβαια ως διευκρινίστηκε έγινε αρχικά τον Νοέμβριο του 2010 οπόταν ο εναγόμενος είχε αποφασίσει να αναβάλει το έργο για πρώτη φορά και αργότερα τον Απρίλιο του 2011 οπόταν έγινε εκ νέου προσπάθεια για να προωθηθεί το έργο, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επιπλέον χρέωση στο μεταξύ, σε σχέση με τα όσα είχαν ήδη χρεωθεί τον Ιανουάριο του
  2. Επομένως κατ' ουσία η χρέωση του τιμολογίου στις 14/1/2011 περιλάμβανε όλη τη χρέωση μέχρι την τελική αναβολή των εργασιών τον Απρίλιο του 2011, δεδομένου ακριβώς του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε επιπλέον χρέωση από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο του 2011 ως ο ενάγων με τη μαρτυρία του επεξήγησε. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν υπήρξε αντίφαση στις θέσεις του ενάγοντος. Εξ άλλου στις πιο πάνω θέσεις του ο ενάγων παρέμεινε σταθερός και τις προέβαλε από την αρχή της μαρτυρίας του έτσι που κατ' αναλογία και των όσων αναφέρθηκαν στην πιο πάνω υπόθεση να μην μπορώ να εντοπίσω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό για την πλευρά του εναγόμενου με τον τρόπο που προώθησε την υπόθεση του ο ενάγων, ούτε βέβαια και λόγο για να κρίνω αυτόν αναξιόπιστο ή τις θέσεις του εκτός δικογράφων. Ως προς τη θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε οποιαδήποτε έγγραφα για να κατατεθούν σε αρμόδια υπηρεσία του κράτους, σημειώνεται ότι και ο ίδιος ο ενάγων δέχθηκε πως δεν κατέθεσε οποιαδήποτε έγγραφα, σε οποιαδήποτε αρμόδια υπηρεσία του κράτους, αφού τέτοια ενέργεια δεν απαιτείτο, δεδομένου του ότι τα σχέδια αφορούσαν εσωτερικές εργασίες και δεν επηρεαζόταν ούτε το μέγεθος του κτιρίου, ούτε και η εξωτερική του εμφάνιση. Ως προς το ζήτημα του ύψους της αμοιβής που αξιώνει, ο ίδιος εξήγησε τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του χωρίς οι θέσεις του αυτές να τύχουν ουσιαστικής αμφισβήτησης και χωρίς εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του επί του προκειμένου να πληγεί στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Το δε γεγονός ότι η συμφωνία ήταν προφορική σε συνάρτηση με τις θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του και δη το αν αυτές μπορούν να αποτελέσουν λόγο που να εμποδίζει την διεκδίκηση από πλευράς εναγόμενου οιασδήποτε αμοιβής επί τη βάση της εν λόγω προφορικής συμφωνίας, θα εξεταστεί πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης, εφόσον αυτό αποτελεί ένα αμιγώς νομικό θέμα. Βέβαια δεν μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία του ενάγοντος ως προς το θέμα του πότε έλαβαν χώρα οι συναντήσεις με σκοπό το διακανονισμό της οφειλής, σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 13, αλλά και τις επιστολές του δικηγόρου και την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, δεν ήταν και τόσο σαφής, όμως δεν θεωρώ το ζήτημα αυτό τόσο ουσιώδες, ενώ με δεδομένο και τον χρόνο που παρήλθε σημειώνω πως δεν μπορώ να θεωρήσω πως αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του θα μπορούσε να κλονίσει τον γενικά αξιόπιστο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε. Εναγόμενος - ΜΥ1 Από την άλλη ο εναγόμενος δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Περιέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ αρκετές από τις θέσεις που προώθησε ακούστηκαν μονόπλευρα για πρώτη φορά στο στάδιο που αυτός κατέθετε, χωρίς να έχουν προηγουμένως τεθεί στον ενάγοντα όταν αυτός κατέθετε, παρότι ουσιώδεις. Κατ΄ αρχάς αντεξετασθείς προέβαλε τη θέση ότι ναι μεν δόθηκε στον ενάγοντα άδεια για να λάβει τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1, αλλά υποστήριξε ότι μέρος αυτών που φωτογραφήθηκαν ήταν αναγκαία για να ολοκληρωθούν οι εργασίες του ισογείου και δεν λήφθηκαν για σκοπούς μελέτης και ετοιμασίας σχεδίων για τον όροφο, ενώ τέτοια θέση δεν τέθηκε στο ενάγοντα ενόσω κατέθετε. Αμφισβήτησε μάλιστα ότι το σχέδιο 1 στο Τεκμήριο 2 αφορά κάτοψη του 1ου ορόφου και γενικά αμφισβήτησε ότι αυτά που παρουσιάστηκαν είχαν σχέση με τον 1ο όροφο, ενώ και πάλιν τέτοια θέση δεν τέθηκε στον ενάγοντα. Επίσης προέβαλε τη θέση ότι συζήτησε με τον ενάγοντα για την επέκταση του café πάντα εκ μέρους της εταιρείας και ο ίδιος του είπε να κάνει μια μελέτη, αλλά εντός της εβδομάδας ο εναγόμενος του είπε να σταματήσει τη μελέτη και μάλιστα ο ενάγων του ανέφερε ότι δεν είχε μέχρι τότε κάνει τίποτε ακόμη, θέσεις που και πάλιν δεν τέθηκαν στον ενάγοντα για να τοποθετηθεί. Παρά δε την ως άνω θέση του εναγόμενου, ότι ο ενάγων δεν έκανε τίποτε, εντούτοις με τη γραπτή του δήλωση του αναφέρει ότι είχε κάνει ένα πρόχειρο σχέδιο. Κληθείς δε να παρουσιάσει το πρόχειρο προσχέδιο που αναφέρει στην παράγραφο 8 της δήλωσης του, ανέφερε ότι δεν το είχε, αλλά επέμεινε ότι δεν έγινε μελέτη, με την έννοια του να κάνει όλη την εργασία και να καταλήξει. Υποστήριξε μάλιστα ότι η θέση του ενάγοντα ότι ο ίδιος ο εναγόμενος είχε αποταθεί και στην εταιρεία Cyfast (μεταξύ Απριλίου του 2010 και Οκτωβρίου του 2010 για να αναλάβουν αυτοί το έργο) είναι ψευδής, επειδή η εν λόγω εταιρεία είναι"παττισμένη" εδώ και 15 χρόνια και δεν θα μπορούσε να κάνει ο,τιδήποτε. Παρά δε ταύτα του υπεδείχθη έγγραφο ημερ. 29/3/2010 (βλ. Τεκμήριο 31) το οποίο αφορά την εν λόγω καφετέρια και αναφέρει CYFAST LIMASSOL, χωρίς να μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση. Η δε θέση του εναγόμενου ότι όλα τα τιμολόγια για το ισόγειο πληρώθηκαν από την εταιρεία και ότι κατ' επέκταση και οι εργασίες του ορόφου που ήταν, ως η θέση του ενάγοντα, συνέχεια των εργασιών του ισογείου, αφορούσαν την εταιρεία και όχι τον ίδιο προσωπικά, θεωρώ και πάλιν ότι ήταν μια αποτυχημένη και απέλπιδα προσπάθεια του εναγόμενου να πείσει για το βάσιμο των θέσεων του και να αποποιηθεί των ευθυνών του, αφού τα τιμολόγια αυτά δεν εκδόθηκαν από τον ενάγοντα και δεν τον αφορούσαν και σε κάθε περίπτωση είχαν εκδοθεί σε χρόνο που δεν είχε ακόμα συναφθεί η συμφωνία για τον όροφο, με εξαίρεση το Τεκμήριο 30 το οποίο αναλύεται πιο κάτω. Σε σχέση δε με τον ενάγοντα δεν παρουσιάσε ούτε ένα τιμολόγιο ή απόδειξη που να αποδεικνύει ότι είχε συμφωνήσει ή έστω λάβει αμοιβή από εταιρεία. Αντίθετα και στο βαθμό που μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση, τα μόνα τιμολόγια που εντοπίστηκαν και παρουσιάστηκαν από την πλευρά του ενάγοντα, έστω και αν ήταν του 2007 τείνουν να υποστηρίξουν τη θέση του ενάγοντα ότι πάντοτε συναλλάσσετο προσωπικά με τον εναγόμενο, αφού τα εν λόγω τιμολόγια αφορούσαν τον ενάγοντα προσωπικά και όχι την οποιαδήποτε εταιρεία. Ακόμα όμως και αν είχε αναλάβει την πληρωμή η εταιρεία XXXX ή οποιαδήποτε άλλη εταιρεία, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η συμφωνία έγινε με την εταιρεία ή ότι ο εναγόμενος αποκάλυψε την ισχυριζόμενη ιδιότητα με την οποία ενεργούσε, ήτοι ως διευθυντής εταιρείας. Ιδιαίτερα τώρα ως προς το Τεκμήριο 30, που αφορούσε pro forma invoice που αφορούσε τον όροφο και εκδόθηκε Νοέμβριο του 2010 και απευθύνεται προς την εταιρεία XXXX, και σε σχέση με το οποίο προωθήθηκε η θέση από τον εναγόμενο πως ο ίδιος δεν γνώριζε τον εκδότη και πως εκδόθηκε στο όνομα της εταιρείας κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα, πράγμα που ως εισηγήθηκε καταδεικνύει και υποστηρίζει τη θέση του πως ο ενάγων γνώριζε πως είχε να κάνει με την εταιρεία, σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς παρόλο που επετράπη η κατάθεση του από τον εναγόμενο χωρίς να έχει αποκαλυφθεί για τους λόγους που λέχθηκαν στα πλαίσα της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, εντούτοις αυτό δεν διαγράφει το γεγονός ότι το έγγραφο αυτό με τον τρόπο που παρουσιάστηκε δεν επέτρεψε στον ενάγοντα να τοποθετηθεί επί αυτού και συνεπώς δεν θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο να προσδοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα, υπό αυτές τις περιστάσεις. Ανεξαρτήτως όμως αυτού επεξηγείται πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ2 που το εξέδωσε, γιατί η συλλογιστική του εναγόμενου όπως αυτή τέθηκε πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε και το εν λόγω Τεκμήριο να βοηθήσει τον εναγόμενο στην προώθηση της θέσης του. Εν ολίγοις με βάση τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα (ΜΥ2) δεν μπορώ να θεωρήσω πως το γεγονός ότι αναφέρεται στην εταιρεία XXXX, σημαίνει ότι αυτό προερχόταν από οδηγίες του ενάγοντα, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω. Αντίθετα θεωρώ ότι το τεκμήριο αυτό επιβεβαιώνει ότι πράγματι ο ενάγων είχε ολοκληρώσει το σχεδιαστικό μέρος και προχώρησε στο επόμενο στάδιο των προσφορών από τον Νοέμβριο του 2010, πράγμα το οποίο υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι καθιστά εκτός λογικής την αποδοχή της θέσης ότι το έκανε, ενώ ο εναγόμενος του είχε πει να μην προχωρήσει. Συγκεκριμένα ερωτηθείς ο εναγόμενος εάν δεν έδωσε οδηγίες στον ενάγοντα να κάνει αυτά τα πράγματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 30 και αν ο ενάγων προχώρησε στις ενέργειες αυτές από μόνος του, απέφυγε να απαντήσει ευθέως στο ερώτημα, ενώ ερωτηθείς αν πήγε ο ενάγων να δώσει αυτή τη δουλειά του ΜΥ2 χωρίς ο ίδιος να του δώσει οδηγίες ανέφερε ότι ο ίδιος είχε να κάνει μόνο με τον ενάγοντα, σπεύδοντας αμέσως να διορθώσει το ολίσθημα του λέγοντας ότι η εταιρεία είχε να κάνει μόνο με τον ενάγοντα και δεν γνώριζε ποιος θα τού έκανε μελέτες και πως το συγκεκριμένο έγγραφο του το έστειλε ο ενάγων με τηλεομοιότυπο, θέση η οποία θεωρώ ότι από μόνη της επιβεβαιώνει ότι ο εναγόμενος ήταν ενήμερος ως προς τι ενέργειες που γινόντουσαν καθώς και το στάδιο των εργασιών. Η όλη δε περί του αντιθέτου μαρτυρία που προσέφερε, ότι δηλαδή εντός της εβδομάδας του είπε να σταματήσει την εργασία του για τον όροφο και ότι μέχρι τότε δεν είχε κάνει τίποτε ή ότι έκανε μόνο ένα προσχέδιο, αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις και θέσεις του και μάλιστα αντιφατικές, οι οποίες προωθήθηκαν με μόνο σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να αποφύγει τις ευθύνες του. Περαιτέρω αξιοσημείωτο στη μαρτυρία του εναγόμενου ήταν και το γεγονός ότι παρόλο που δέχθηκε ότι δεν είναι αρχιτέκτονας ή μηχανικός, εντούτοις αμφισβήτησε τη χρέωση και την εκτίμηση του κόστους, διότι ως ανέφερε θα έπρεπε να εκτιμηθεί με βάση το budget του που δεν υπήρχε, θέση η οποία για να πω το ολιγότερον στερείται σοβαρότητας και δεν δύναται να πείσει. Ερωτηθείς αν μπορεί να αμφισβητήσει το ποσό που υπολογίστηκε ως το κόστος των εργασιών από τον ενάγοντα €150.000 περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι δεν ήξερε ο ίδιος τέτοιο ποσό, θέση την οποία υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας του και των αντιφάσεων αλλά και των μονόπλευρων θέσεων που κατ' επανάλειψη προωθούσε, θεωρώ ότι δεν μπορώ να αποδεχθώ. XXXX Γρηγορίου - ΜΥ2 Όσον αφορά τον ΜΥ2 αυτός εμφανώς κλήθηκε για ένα καταθέσει αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξέδωσε το Τεκμήριο 30 στο όνομα της εταιρείας και όχι του εναγόμενου προσωπικά. Ο μάρτυρας παρά το σύντομο της μαρτυρίας του, δεν έπεισε σε σχέση με το ότι η έκδοση του εν λόγω εγγράφου στο όνομα της εταιρείας ήταν αποτέλεσμα οδηγιών του ενάγοντα (ως προς το όνομα), στον οποίο θυμίζω ότι λόγου του τρόπου ή καλύτερα του χρόνου με τον οποίο παρουσιάστηκε στη διαδικασία το εν λογω έγγραφο δεν δόθηκε η ευχέρεια να θέσει τη δική του θέση σε σχέση με αυτό. Επί τούτου αρχικά ερωτηθείς ο ΜΥ2 για ποια εταιρεία το ετοίμασε, ανέφερε "Ως το XXXX όπως φαινόταν στα σχέδια του XXXX Σαββίδη", χωρίς όμως ο ίδιος να παρουσιάσει τα σχέδια στα οποία αναφέρθηκε και χωρίς στα σχέδια που κατατέθηκαν από τον ενάγοντα να διακρίνεται τέτοια αναφορά. Βέβαια δεν μου διαφεύγει ότι κατά την κυρίως εξέταση του ερωτηθείς εάν ήταν οι οδηγίες του ίδιου του ενάγοντα να το ετοιμάσει για τη συγκεκριμένη εταιρεία, απάντησε καταφατικά αφήνοντας να εννοηθεί πως ο ενάγοντας του είπε συγκεκριμένα να το ετοιμάσει για την εν λόγω εταιρεία. Τη θέση αυτή δεν την αποδέχομαι όχι μόνο διότι προήλθε μετά από την υποβολή μιας πλήρως καθοδηγητικής ερώτησης στο πιο ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας του, στοιχείο που σίγουρα λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια της αξιολόγησης, αλλά και διότι δεν συνάδει με την αρχική θέση που προέβαλε στη μαρτυρία του ο ΜΥ2, ότι δηλαδή κατέγραψε την εταιρεία επειδή αυτό κατ' ισχυρισμόν φαινόταν στα σχέδια που είδε, χωρίς στο Δικαστήριο να έχουν παρουσιαστεί τέτοια σχέδια. Περιπλέον δεν μου διαφεύγει ότι ο ίδιος ερωτηθείς πως ονομαζόταν ο χώρος ανέφερε "XXXX", γεγονός το οποίο καθόλου δεν αποκλείει ο ίδιος να κατέγραψε XXXX στο τιμολόγιο, θεωρώντας πως με αυτό τον τρόπο κατέγραφε το όνομα της καφετέρειας δηλαδή του έργου στο οποίο αφορούσαν τα σχέδια, όπως δηλαδή ακριβώς έπραξαν και οι λοιποί προσφοροδότες οι οποίοι στις προσφορές τους αναφέρονται στο έργο, XXXX. Σε κάθε δε περίπτωση τονίζεται πως πρόκειται για pro forma invoice και όχι προφανώς για το τελικό τιμολόγιο, πράγμα το οποίο σε συνδυασμό και με την απουσία τοποθέτησης από πλευράς ενάγοντα ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε να μην επιτρέπουν την κατάληξη ότι εκδόθηκε στο όνομα της συγκεκριμένης εταιρείας επειδή ο ενάγων το είχε ζητήσει και ότι κατ' επέκταση γνώριζε για την εταιρεία και είχε συναλλαχθεί με αυτήν και όχι τον εναγόμενο προσωπικά. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Ο ενάγων σε συνέχεια της προηγούμενης συνεργασίας του με τον εναγόμενο η οποία έγινε σε προσωπικό επίπεδο και η οποία αφορούσε το ισόγειο της καφετέρειας XXXX, συμφώνησε και πάλιν προφορικά με τον εναγόμενο να εκπονήσει σχέδια και μελέτες για τον 1ο όροφο και προς τούτο προέβη σε όλες τις ενέργειες που ανέφερε στην μαρτυρία του. Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν περί τον Απρίλιο 2010 και ακολούθως ο ενάγων του είπε να μην προχωρήσει επειδή εξηύρε εταιρεία που θα προχωρούσε τόσο με το σχεδιαστικό όσο και το κατασκευαστικό κομμάτι, η οποία μάλιστα επικοινώνησε με τον ενάγοντα για να τους αποστείλει ο τελευταίος τις εργασίες αποτύπωσης στις οποίες προέβη. Ακολούθως μετά από κάποιους μήνες ο εναγόμενος επανήλθε στον ενάγοντα ζητώντας του να συνεχίσει ο ίδιος τη μελέτη και εκπόνηση σχεδίων για τον όροφο πράγμα το οποίο ο ενάγων έπραξε, και έχοντας ήδη ολοκληρώσει τα σχέδια τον Οκτώβριο- Νοέμβριο του 2010 αποτάθηκε για προσφορές οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5-
  3. Στη συνέχεια ο εναγόμενος τον ενημέρωσε πως επιθυμούσε να αναβάλει το έργο λόγω του κόστους. Ο ενάγων εξέδωσε το τιμολόγιο ημερ.11/1/2011 χωρίς να εξοφληθεί. Ο εναγόμενος επανήλθε περί τον Απρίλιο του 2011 όπου πιθανώς να αναθεωρήθηκαν σε μικρό βαθμό τα σχέδια χωρίς όμως να υπάρξει περαιτέρω χρέωση και αποτάθηκε και πάλι για προσφορές, με τον εναγόμενο να αποφασίζει και πάλι να μην προχωρήσει με το σχέδιο. Ακολούθησε η αποστολή των επιστολών Τεκμήρια 15 και 16 καθώς και προσπάθειες και συναντήσεις για να εξευρεθεί συμβιβαστική λύση για εξόφληση της οφειλής, χωρίς όμως να εξευρεθεί λύση και χωρίς το επίδικο τιμολόγιο να έχει μέχρι σήμερα πληρωθεί. Η αξία των εργασιών του ανερχόταν στο ποσό των €17,250 συμπεριλαμβανομενου του ΦΠΑ ως η μαρτυρία του ενάγοντα και τούτο παραμένει ανεξόφλητο μέχρι σήμερα. Νομική Πτυχή Ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του σε προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο για την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων για τον πρώτο όροφο του κτιρίου όπου στεγάζετο η καφετέρια XXXX, την οποία για όλους τους λόγους που προκύπτουν από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνω ότι απέδειξε με τη μαρτυρία του. Η θέση του πως η όποια συμφωνία έγινε έγινε με την εταιρεία XXXX, δεν κρίθηκε αποδεκτή. Με βάση δε τα ευρήματα μου ως ανωτέρω αναφέρθηκαν καταλήγω ότι ο εναγόμενος έχοντας προβεί στις ενέργειες που ανέφερε σε σχέση με τον 1ο όροφο, είχε εκπληρώσει τις σχετικές υποχρεώσεις του και επομένως δικαιούτο στην καταβολή της αμοιβής την οποία χρέωσε στη βάση της συμφωνίας και η οποία επίσης κρίθηκε αποδεκτή για λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Ανεξαρτήτως αυτού ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος ενεργούσε ως διευθυντής και εκ μέρους της εταιρείας που αναφέρθηκε, σε κάθε περίπτωση και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου διαπιστώνω πως δεν υπήρξε αποκάλυψη αυτής της ιδιότητας του προς τον ενάγοντα με όλες τις νομικές συνέπειες που αυτό έχει για τον εναγόμενο. Παραπέμπω σχετικά στο άρθρο 142 του Κεφ. 149 το οποίο προβλέπει τα εξής:
  4. "Αντιπρόσωπος" είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαµβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασµό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές µε τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασµό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται µε τον τρόπο αυτό, καλείται "αντιπροσωπευόµενος". Τα δε άρθρα 191-193 του ίδιου Νόμου προβλέπουν τα εξής: «191.—
(1)Αν ο αντιπρόσωπος καταρτίσει σύµβαση µε πρόσωπο που δεν γνωρίζει, ούτε έχει λόγο να υποπτεύεται ότι αυτό ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου, ο αντιπροσωπευόµενος δύναται να απαιτήσει την εκπλήρωση της σύµβασης· ο άλλος συµβαλλόµενος έχει έναντι του αντιπροσωπευόµενου τα ίδια δικαιώµατα τα οποία θα είχε έναντι του αντιπροσώπου, αν αυτός ενεργούσε για δικό του λογαριασµό. .
  1. Αν πρόσωπο καταρτίσει σύµβαση µε άλλο, χωρίς να γνωρίζει και χωρίς να έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται ότι ο αντισυµβαλλόµενος ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου, ο αντιπροσωπευόµενος, αν απαιτήσει εκπλήρωση της σύµβασης, δύναται να επιτύχει αυτήν µόνο υπό την επιφύλαξη των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που υπάρχουν µεταξύ του αντιπροσώπου και του αντισυµβαλλόµενου.
  2. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη, το πρόσωπο που συναλλάσσεται µε αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόµενου, είτε εναντίον και των δύο.» Επομένως και αν ακόμα γινόταν δεκτό πως ο εναγόμενος ενεργούσε στην προκειμένη περίπτωση ως αντιπρόσωπος της εταιρείας XXXX εν τούτοις και με βάση τη μαρτυρία του ενάγοντα η οποία κρίθηκε αποδεκτή, τούτο έγινε χωρίς όμως να αποκαλύψει αυτή του την ιδιότητα στον τελευταίο, ο οποίος δεν προέκυψε να είχε κάποιο λόγο να υποψιαστεί κάτι διαφορετικό. Συνεπώς έπεται ότι ο ενάγων με βάση και τις πιο πάνω πρόνοιες θα είχε ούτως ή άλλως τα ίδια δικαιώματα εναντίον του εναγόμενου, δηλαδή ως εάν αυτός ενεργούσε για δικό του λογαριασμό δυνάμει του άρθρου
  3. Σύμφωνα δε με το άρθρο 193 το πρόσωπο που συναλλάσεται με αντιπρόσωπο που έχει προσωπική ευθύνη δύναται να στραφεί είτε εναντίον του, είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου είτε εναντίον και των δύο. (βλ. και Ιάκωβος Γεωργιάδης v. The Bernoulli Trading Co Ltd
(1994)1 AAΔ 629). Έπεται λοιπόν πως η αγωγή μπορεί θα μπορούσε να επιτύχει ακόμα και αν αποδεχόμουν ότι πράγματι ενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας ο εναγόμενος δεδομένης ακριβώς της μη αποκάλυψης αυτής του της ιδιότητας. Όμως ο συνήγορος του εναγόμενου πέραν των λοιπών θέσεων που προώθησε, με την αγόρευση του προώθησε και τη θέση ότι ο ενάγων εμποδίζεται από του να διεκδικεί αμοιβή δεδομένου του ότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία και επικαλείται προς τούτο τους Περί Δεοντολογίας Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Κανονισμούς ΚΔΠ 115/78 και συγκεκριμένα ως αναφέρει στην αγόρευση του το άρθρο 4Β(β) της εν λόγω ΚΔΠ όπου ως υποστηρίζει ρητά προβλέπεται ότι η ανάθεση του έργου συντελείται "μόνον άμα τη εγγράφω εξουσιοδοτήσει υπό του εργοδότου εις την οποίαν έγγραφον εξουσιοδότηση αναφέρεται απαραιτήτως και η αμοιβή", κάτι το οποίο δεν έγινε και συνεπώς ο ενάγων ενήργησε παράνομα. παράτυπα και κατά παράβαση των Περί Δεοντολογίας των Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Κανονισμών. Ο συνήγορος του ενάγοντα από την άλλη ισχυρίζεται πως εάν ο εναγόμενος ήθελε να επικαλεστεί παρανομία της σύμβασης όφειλε να το δικογραφήσει πράγμα που δεν έπραξε και παραπέμπει σχετικά στη Δ.19 Θ. 13 καθώς και στην σχετική νομολογία για να εισηγηθεί πως τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί στην προκειμένη περίπτωση. Ανεξαρτήτως αυτού επί της ουσίας της εισήγησης αναφέρει ότι η εν λόγω ΚΔΠ εκδόθηκε που επικαλείται ο εναγόμενος εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 17 (στ) του Περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου του 1962. Ως δε περαιτέρω ισχυρίζεται το νομοθέτημα που ισχύει σήμερα είναι ο Περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμος του 1990 (Ν. 224/1990), ο οποίος στο άρθρο 32(δ) παρέχει την εξουσιοδότηση στο επιμελητήριο να εκδίδει κανονισμούς για την καλύτερη εφαρμογή του πιο πάνω Νόμου, βάση της οποίας εκδόθηκαν οι Περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμοί του 1996 στο άρθρο 4
(2)των οποίων αναφέρεται ότι: "Η ανάθεση έργου συντελείται μόνο με την έγγραφη εξουσιοδότηση από τον εντολέα, στην οποία αναφέρεται απαραίτητα και η αμοιβή". Η θέση του συνηγόρου του ενάγοντα είναι πως οι πιο πάνω διατάξεις ρυθμίζουν τη δεοντολογία των μελών του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους, την πειθαρχική διαδικασία αλλά και τις ποινές που μπορεί να επιβληθούν σε περίπτωση παράβασης. Περαιτέρω εισηγείται πως πουθενά στο Νόμο ή στους κανονισμούς δεν προβλέπεται πως οποιαδήποτε συμφωνία δεν είναι γραπτή είναι άκυρη ή παράνομη. Αυτό άλλωστε θα ερχόταν σε αντίθεση με το πνεύμα του Κεφ. 149 και δη το άρθρο 10 στο οποίο προβλέπεται πως μια σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί είτε προφορικά είτε γραπτά είτε εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτά. Σε κάθε περίπτωση είναι η θέση της πλευράς του ενάγοντα πως πουθενά δεν εντοπίζεται παρανομία στη συμφωνία μεταξύ των μερών και σε σχέση με το θέμα της προφορικής συμφωνίας των μερών σε συμβάσεις που συνάπτουν μέλη του ΕΤΕΚ παραπέμπει στις πρωτόδικες αποφάσεις Α/φοι Μ &Κ Μιχαήλ v. Μάριος Κυριάκου κ.α. Αρ. Αγωγής 2100/08 ημερ. 22/5/2015 και Θεοχάρης Στυλιανού v. Κυριάκος Κυριάκου Αρ. Αγωγής 1267/05 ημερ. 12/6/2009. Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό με αναφορά στη δικογραφία, θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι πράγματι ο εναγόμενος δεν νομιμοποιείται στην προώθηση θέματος παρανομίας της σύμβασης, εφόσον ό,τι ισχυρίζεται με την υπεράσπιση του είναι μόνον ότι ο ενάγων εμποδίζεται να απαιτεί στη βάση της προφορικής συμφωνίας επικαλούμενος τον κώδικα δεοντολογίας που αναφέρθηκε πιο πάνω. Η δε Δ.19 Θ. 13 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών επιβάλλει, ως ορθά ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, όπως ζήτημα παρανομίας εγείρεται ρητά στα δικόγραφα, επιταγή η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν θεωρώ ότι έχει τηρηθεί. Βέβαια όπως επεξηγείται στην υπόθεση Αρκαδίου v. Porto Lara Estates Ltd
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 2035, το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης εξέτασης τέτοιου ζητήματος, εκεί όπου η παρανομία προκύπτει κατά έκδηλο τρόπο, είτε από την ίδια τη σύμβαση, είτε από τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα όπου λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: "Το ζήτημα της παρανομίας δεν ηγέρθηκε στην υπεράσπιση παρά μόνο στην αγόρευση του συνηγόρου της εφεσίβλητης. Έχει αποφασιστεί ότι η υπεράσπιση της παρανομίας θα πρέπει να εγείρεται ρητά στη δικογραφία προς ικανοποίηση και των επιταγών της Δ.
  1. Θ.
  2. Η ορθή δικογράφηση όπως αναφέρεται και στο Bullen & Leake & Jacob's: Precedents of Pleadings 2η έκδοση σελ. 1106, επιβάλλει να καταγράφονται ρητά τα γεγονότα που οδηγούν στην παρανομία και να αναδεικνύονται τα δεδομένα εκείνα που καθιστούν το σκοπό παράνομο. Εάν η παρανομία όμως προλύπτει κατά έκδηλο τρόπο από την ίδια τη σύμβαση ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν, τότε σύμφωνα και με την απόφαση Ιωάννου κ.α. v. Μουσκάλλή κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1595,(δεστε και Snell v. Unity Finance Ltd
(1963)3 ALL ER 50) το Δικαστήριο έχει αυτεπάγγελτο καθήκον που απορρέει από την εγγενή φύση της λειτουργίας του να εξετάσει το ζήτημα ώστε να μην καταστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο αρωγός στην παρανομία." Στην προκειμένη περίπτωση υπό οποιαδήποτε σκοπιά και αν ιδωθεί το ζήτημα δεν μπορεί να λεχθεί πως διαπιστώνεται έκδηλη παρανομία από την ίδια τη σύμβαση ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν, με την έννοια δηλαδή πράξης που αφ' εαυτής συνιστά παρανομία όπως για παράδειγμα θα ήταν η περίπτωση συμφωνίας προς διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος, ώστε να ενεργοποιείται το αυτεπάγγελτο καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει το ζήτημα σύμφωνα και με την ανωτέρω νομολογία. Παρ' όλα ταύτα ακόμα και εάν εξέταζα το θέμα με αναφορά στους κανονισμούς που επικαλείται ο εναγόμενος[3] ή ακόμα και με βάση αυτούς που ως η θέση του ενάγοντος τυγχάνουν εφαρμογής (οι οποίοι ας σημειωθεί ότι έχουν ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο) και πάλι η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια. Και τούτο διότι οι εν λόγω κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής εφόσον υποβληθεί παράπονο και συνεπάγονται την επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων. Όμως η εφαρμογή τους δεν θεωρώ ότι μπορεί να κριθεί ότι συνεπάγεται και περιορισμό του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι με την έννοια της απαγόρευσης κατάρτισης σύμβασης με αρχιτέκτονα, εάν η εν λόγω σύμβαση δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στον σχετικό Κανονισμό. Εν πάση δε περιπτώσει δεν είναι αντιληπτό που εντοπίζεται η παρανομία δεδομένου του ότι ο ενάγων δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι νομίμως εγγεγραμμένος αρχιτέκτονας και συμφώνησε να παράσχει και εν τέλει σύμφωνα με τα ευρήματα μου παρείχε αρχιτεκτονικές υπηρεσίες. Σχετικά με το θέμα είναι και τα όσα συζητήθηκαν στην πρωτόδικη απόφαση Θεοχάρης Στυλιανού v. Κυριάκος Κυριάκου Αρ. Αγωγής 1267/05 ημερ. 12/6/2009, με τα οποία συμφωνώ και τα οποία παραθέτω πιο κάτω αυτούσια: "Όσον αφορά το θέμα της παρανομίας σε σύμβαση και τις συνέπειες αυτής καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Το βασικό ερώτημα στο οποίο κλήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο να απαντήσει στην υπόθεση αυτή ήταν το κατά πόσο η σχετική σύμβαση, που φαίνεται ότι καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του άρθρου 12(Α) του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου 41/62, ήταν παράνομη κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 23 του Κεφ.
  2. Τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή με αναφορά τόσο στην αγγλική και κυπριακή νομολογία όσο και σε αγγλικά συγγράμματα μπορεί να συνοψισθούν στα ακόλουθα:
  3. Η παρανομία που μπορεί να εντοπιστεί στις συμβάσεις είναι ένα αρκετά δύσκολο θέμα και οι επιπτώσεις της δεν μπορούν να καθοριστούν με ευκολία. Αυτό γιατί η έκταση και η σοβαρότητα της παρανομίας διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση. Οι παράνομοι σκοποί μπορεί να συμπεριλαμβάνουν περιπτώσεις όπου διαφαίνεται μεγάλη φαυλότητα ή διαφθορά (π.χ. φόνου) ή περιπτώσεις όπου η παραβίαση μιας νομοθετικής πρόνοιας είναι τυπική (π.χ. η παράλειψη να παρουσιάσει ένας πωλητής αγαθών τη σχετική άδεια πώλησης).
  4. Σύμφωνα με τη σχετική με το άρθρο 23 του Κεφ. 149 νομολογία η διαπίστωση της ύπαρξης παρανομίας σε μια σύμβαση καθιστά ολόκληρη τη σύμβαση άκυρη. Η παρανομία σε μια σύμβαση παρατηρείται στη συνομολόγηση της ή στην εκτέλεση της. Αν η παρανομία επισημαίνεται στη συνομολόγηση της με απώτερο σκοπό τη διάπραξη ενός αδικήματος, η σύμβαση είναι ανεφάρμοστη. Αν η παρανομία προέρχεται και από τους δύο διαδίκους η πρόθεση κατά τη διάρκεια της συνομολόγησης είναι ουσιώδης και τούτο γιατί αν η πρόθεση είναι αμοιβαία η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. Αν όμως η παρανομία προέρχεται από ένα συμβαλλόμενο, η σύμβαση δεν μπορεί να εκτελεστεί από το συμβαλλόμενο που είχε την παράνομη πρόθεση.
  5. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το Δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο: I. Όταν μια σύμβαση απαγορεύεται ρητά από μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ο παράνομος χαρακτήρας της σύμβασης δεν μπορεί να τεθεί σε αμφισβήτηση. Η σύμβαση είναι εμποτισμένη με την παρανομία και δεν μπορεί να εκτελεσθεί. II. Όταν όμως ένα νομοθέτημα δεν περιέχει οποιαδήποτε απαγορευτική διάταξη για πρόσβαση στα Δικαστήρια για διεκδίκηση αποζημιώσεων και υποβάλλεται εισήγηση ότι η απαγόρευση είναι εξυπακουομένη, η απάντηση βασίζεται πάνω στην ερμηνεία του σχετικού νόμου. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εφαρμοσθούν διαφορετικά κριτήρια. Αν ο μόνος σκοπός του νομοθετήματος είναι η αύξηση των εσωτερικών προσόδων, όπως π.χ. όταν ο Νόμος απαιτεί τη χορήγηση μιας άδειας σε ένα επιχειρηματία για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων εργασιών, η σύμβαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράνομη. Όμως τα περισσότερα νομοθετήματα σκοπεύουν στην προστασία του κοινού ή στην υλοποίηση ενός σκοπού γενικής πολιτικής. Στην περίπτωση που ο Νόμος στοχεύει στην προστασία του κοινού, όπως π.χ. με την απαγόρευση εξάσκησης ενός επαγγέλματος από πρόσωπα που δεν είναι προσοντούχα, τότε η σύμβαση που συνάπτει ένα τέτοιο μη προσοντούχο πρόσωπο είναι παράνομη και δεν μπορεί να εφαρμοστεί. Όταν ένα πρόσωπο κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης μιας σύμβασης ενεργεί με τρόπο που παραβιάζει μια νομοθετική πρόνοια, η συμπεριφορά του αυτή δεν μπορεί να του αποστερήσει ταυτόχρονα και το δικαίωμα να προσφύγει στα Δικαστήρια. Μια αυστηρή ερμηνεία των νομοθετικών προνοιών που έχει σαν αποτέλεσμα την, σε περίπτωση διάπραξης οποιασδήποτε παράνομης πράξης κατά την εκτέλεση μιας σύμβασης, δίχως άλλο αποστέρηση από τον αδικοπραγούντα όλων των θεραπειών που έχει με βάση τη σύμβαση και κατ' επέκταση την αποστέρηση προσφυγής του στα Δικαστήρια, μπορεί να οδηγήσει σε παράλογα αποτελέσματα. Με βάση τα πιο πάνω το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στα ακόλουθα: «Στην παρούσα περίπτωση η εφεσίβλητη ήταν προσοντούχος αρχιτέκτονας και είχε εγγραφεί στο σχετικό μητρώο των αρχιτεκτόνων του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο που είχε αναλάβει την εκπόνηση των σχεδίων των εφεσειόντων δεν ήταν κάτοχος της ενιαυσίας άδειας όπως προνοεί το άρθρο 12(Α) του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου Αρ. 41/62, την οποία όμως απέκτησε εκ των υστέρων. Μια προσεκτική εξέταση των προνοιών του πιο πάνω άρθρου δείχνει ότι ο μη κάτοχος της ενιαυσίας άδειας δεν εμποδίζεται ούτε ρητά ούτε με εξυπακουόμενο τρόπο να διεκδικήσει την αμοιβή του. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται με την αντιπαράθεση του άρθρου 10 του ιδίου Νόμου, το οποίο τιμωρεί ρητά και απαγορεύει ρητά την είσπραξη αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Αν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απαγόρευση της είσπραξης αμοιβής από αρχιτέκτονες ή πολιτικούς μηχανικούς που δεν είναι κάτοχοι ενιαυσίας άδειας, τότε αναμφίβολα θα συμπεριλάμβανε μια ανάλογη προς το άρθρο 10 του Νόμου πρόνοια. Χαρακτηριστικά είναι τα επακόλουθα της παραβίασης των πιο πάνω άρθρων. Καταστρατήγηση του άρθρου 10 επιφέρει επιβολή ποινής φυλάκισης μέχρι τρεις μήνες και/ή επιβολή προστίμου μέχρι £100, ενώ καταστρατήγηση του άρθρου 12(Α) μπορεί να επιφέρει μόνο ποινή προστίμου μέχρι £
  6. Η πιο πάνω διαφορά δεν μπορεί παρά να ενισχύσει την άποψη ότι οι πρόνοιες του άρθρου 12(Α) είναι διαδικαστικής φύσης και δεν μπορεί να προσδώσουν παράνομο χαρακτήρα σε μια σύμβαση που δεν θα επέτρεπε την προσφυγή στα Δικαστήρια. Δεν πιστεύουμε ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος ενός αρχιτέκτονα ή πολιτικού μηχανικού να απαιτήσει την αμοιβή του, επειδή αυτός παρέλειψε να ανανεώσει την εγγραφή του στο σχετικό μητρώο για να του εκδοθεί η ενιαυσία άδεια του. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν παράλογη και θα επέφερε μια μεγάλη αδικία. Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν η αποστέρηση του δικαιώματος διεκδίκησης της αμοιβής θα το έκαμνε με ρητή νομοθετική πρόνοια, όπως και στην περίπτωση των περί Δικηγόρων Νόμων, όπου το άρθρο 11
(4)(α) των πιο πάνω Νόμων προνοεί ότι το πρόσωπο που ασκεί την δικηγορίαν χωρίς να είναι κάτοχος ετήσιας άδειας, κωλύεται να εγείρει ή συνεχίσει αγωγή για είσπραξη δικαιώματος αμοιβής». Στην ΕΥΧΡΙΣΩ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Θεμιστοκλέους, Πολιτική Έφεση 313/2006, ημερ. 17.4.2008 οι εφεσείοντες, ως εργολάβοι οικοδομών, συμφώνησαν προφορικά με τον εφεσίβλητο για την ανέγερση της κατοικίας του. Η αμοιβή τους θα προέκυπτε στη βάση συμφωνημένων τιμών μονάδος και κατά τον ισχυρισμό τους ανερχόταν στις Λ.Κ.96,046.46 και αξίωσαν ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.14,046. Στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στο άρθρο 38
(1)του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29(Ι)/2001 το οποίο προβλέπει ρητά ότι κάθε σύμβαση βάση της οποίας εγγεγραμμένος εργολήπτης αναλαμβάνει από μόνος του ή μαζί με άλλους να εκτελέσει οικοδομικό ή τεχνικό έργο αξίας μεγαλύτερης των δέκα χιλιάδων λιρών Κύπρου δε θα είναι έγκυρη και νομικά εκτελεστή εναντίον του αντισυμβαλλομένου για λογαριασμό του οποίου θα εκτελεστεί το έργο εκτός αν η σύμβαση είναι γραπτή. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε σχετικά τα ακόλουθα: «Το άρθρο 38 δεν περιορίζεται στο να καταστήσει άκυρη και μη νομικά εκτελεστή την προφορική συμφωνία. Με την παράγραφο 4 η παράβαση της παραγράφου 1 καθίσταται ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή. .................................................................................................................. Οι εφεσείοντες αναφέρθηκαν, βεβαίως, στην παράγραφο 4. Με την εισήγηση, όμως, πως δεν προκύπτει από αυτή πως ήταν σκοπός του νομοθέτη να καταστήσει παράνομη τη συμφωνία εργολαβίας που δεν γίνεται γραπτώς. Σκοπός του ήταν, όπως εισηγούνται με αναφορά και στις παραγράφους 2 και 3, «να καθιερώσει ένα είδος ελέγχου από το Συμβούλιο, προς τα μέλη του ..». Με την πρόσθετη εισήγηση πως, αν ο Νόμος ήθελε να απαγορεύσει την είσπραξη αμοιβής, θα το έκαμνε ρητά, όπως έγινε με άλλους νόμους. Παραπέμπουν σ' αυτό το πλαίσιο στην Αγαθοκλέους κ.α. ν. Λάππα
(1998)1 Α.Α.Δ. 2202, και στην Shaw v. Groom [1970] 1 All ER 702 και σε αγγλική βιβλιογραφία που αναφέρεται σ' αυτή, όπως και σε σειρά άλλων πάνω στις ίδιες γραμμές. (βλ. Πισιάρας κ.α. ν. Μιχαηλίδη κα
(2000)1(Β) ΑΑΔ 817, Σκουτέλας ν. Αγαπίου
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 338). Αυτές, όμως οι υποθέσεις είναι άλλης φύσης ζήτημα που εξετάζουν. Ειδικά, το κατά πόσο πρόνοια σε νόμο που καθιστά ορισμένη ενέργεια παράνομη, έχει επίπτωση και στο κύρος της συναφούς σύμβασης. Τέτοιο θέμα δεν υφίσταται εδώ. Ρητά ο Νόμος καθιστά άκυρη και μη νομικά εκτελεστή τη σύμβαση. Ενώ, η παράβαση των παραγράφων 2 και 3 που επίσης καθίσταται ποινικό αδίκημα, όπως επίσης ρητά προβλέπεται με την παράγραφο 5, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των συμβάσεων. Εν προκειμένω, λοιπόν, έχουμε και τα δυο. Η προφορική σύμβαση ρητά καθίσταται παράνομη αφού η σύναψή της συνιστά ποινικό αδίκημα και, περαιτέρω, είναι άκυρη και μη νομικά εκτελεστή». Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι το ίδιο με την παρούσα θέμα εξετάστηκε και κρίθηκε στην υπόθεση Perdikis and others v. Lofitis
(1986)1 JSCC 13 σε σχέση με την πρόνοια του Κανονισμού 4(vii) (B)(b) του «The Etiquette of Architects and Civil Engineers Regulation of 1978», η οποία ήταν ακριβώς η ίδια με την πρόνοια του υπό εξέταση Κανονισμού 4
(2). Λαμβάνοντας υπόψην τα ανωτέρω θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα ως εγείρεται στην παρούσα. Οι Κανονισμοί στους οποίους στηρίζει τη θέση της η υπεράσπισης εκδόθηκαν από το Επιμελητήριο δυνάμει του άρθρου 32
(2)(δ) του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου 224/90, το οποίο άρθρο παρέχει εξουσία στο Επιμελητήριο να εκδίδει Κανονισμούς οι οποίοι «να ρυθμίζουν την επαγγελματική δεοντολογία των μελών του και να καθορίζουν την έννοια της επονείδιστης, δόλιας ή ασυμβίβαστης προς το επάγγελμα διαγωγής». Αναφέρονται δε στο προοίμιο τους ως οι περί Δεοντολογίας των Μελών του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Κανονισμοί του 1996. Από το περιεχόμενο των Κανονισμών είναι εμφανές ότι αυτοί ρυθμίζουν τη δεοντολογία των μελών του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους τόσο γενικά όσο και σε σχέση με τους πελάτες τους και με τα άλλα μέλη (Κανονισμοί 3-9) καθώς και τη πειθαρχική διαδικασία σε όλα τα στάδια της και τις ποινές που μπορεί να επιβληθούν σε περίπτωση που κάποιο μέλος κριθεί ένοχος πειθαρχικού παραπτώματος (Κανονισμοί 10-18). Ο Κανονισμός 4 των υπό αναφορά Κανονισμών, ο οποίος φέρει ως πλαγιότιτλο «Σχέσεις με τους εντολείς», προβλέπει στην παράγραφο 2 αυτού τα ακόλουθα: «Η ανάθεση έργου συντελείται μόνο με την έγγραφη εξουσιοδότηση από τον εντολέα, στην οποία αναφέρεται απαραίτητα και η αμοιβή». Παράβαση του Κανονισμού 4
(2)ενδεχόμενα αποτελεί, ως φαίνεται από τους υπό αναφορά Κανονισμούς, πειθαρχικό παράπτωμα και σε περίπτωση καταδίκης προσώπου με βάση αυτό μπορεί να του επιβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 18 κάποια από τις πειθαρχικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 23 του Νόμου 224/90. Πέραν όμως αυτού ούτε οι υπό αναφορά Κανονισμοί αλλά ούτε και ο Νόμος 224/90, δυνάμει του οποίου αυτοί εκδόθηκαν, προβλέπουν ότι η συμφωνία είναι άκυρη ή μη εκτελεστή αλλά ούτε και εμποδίζουν είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα το μέλος το οποίο ανέλαβε και εκτέλεσε εργασία για κάποιο εντολέα να διεκδικήσει την αμοιβή του σε περίπτωση που δεν γίνει η έγγραφη εξουσιοδότηση από τον εντολέα. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται σε αντιπαράθεση με το άρθρο 25 του Νόμου 224/90 το οποίο όχι μόνο καθιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρεί ρητά την άσκηση του επαγγέλματος σε οποιοδήποτε κλάδο μηχανικής επιστήμης από πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένος δυνάμει του Νόμου ή του επιβλήθηκε ποινή αναστολής της άδειας άσκησης επαγγέλματος (βλ. παράγραφο 4) αλλά και απαγορεύει ρητά στα πρόσωπα αυτά την είσπραξη οποιασδήποτε αμοιβής για υπηρεσίες που προσέφεραν υπό την ιδιότητα τους ως επιστήμονες μηχανικοί (βλ. παράγραφο 5). Εάν λοιπόν η πρόθεση του Νομοθέτη με τις πρόνοιες του Κανονισμού 4
(2)ήταν η απαγόρευση είσπραξης αμοιβής και κατ' επέκταση η απαγόρευση προσφυγής στο Δικαστήριο για το σκοπό αυτό, τότε θα το έκανε ρητά όπως έπραξε στην περίπτωση του άρθρου 25 που αναφέρθηκε ανωτέρω ή θα έδιδε ρητά σχετική εξουσία στο Επιμελητήριο να το προβλέψει σε Κανονισμό, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Περαιτέρω από τα όσα λέχθηκαν ανωτέρω σε σχέση με τους υπό εξέταση Κανονισμούς όσον αφορά τη νομοθετική εξουσιοδότηση βάση της οποίας εκδόθηκαν και το περιεχόμενο τους, συνάγεται ότι αυτοί θεσπίστηκαν με μοναδικό σκοπό τη ρύθμιση και τον έλεγχο της τήρησης της δεοντολογίας των μελών του Επιμελητηρίου κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους και τις σχετικές σε περίπτωση παράβασης της, πειθαρχικής φύσεως, διαδικασίες και κυρώσεις. Δεν φαίνεται πουθενά στο Νόμο 224/90 συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας που παρέχει στο Επιμελητήριο να εκδίδει Κανονισμούς, να υπήρξε πρόθεση του Νομοθέτη να επιβάλει συγκεκριμένο τύπο σε συμφωνίες των μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. με τους πελάτες τους. Εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν αυτή θα το έκανε με ρητή νομοθετική πρόνοια, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 38
(1)του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών Οικοδομικών και Τεχνικών Έργων Νόμου 29(Ι)/2001. Από όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν συνάγεται πρόθεση του Νομοθέτη στη περίπτωση που δεν γίνει η έγγραφη εξουσιοδότηση που προβλέπει ο Κανονισμός 4
(2)να αποστερήσει από τα μέλη του Ε.Τ.Ε.Κ. το δικαίωμα τους να απαιτήσουν την αμοιβή τους και κατ' επέκταση να προσφύγουν στο Δικαστήριο για υπηρεσίες που πρόσφεραν σε πελάτες τους. Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν υπό τις περιστάσεις παράλογη και θα επέφερε μεγάλη αδικία. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μη παροχή της έγγραφης εξουσιοδότησης που προβλέπεται στον Κανονισμό 4
(2)των υπό αναφορά Κανονισμών στην παρούσα δεν καθιστά τη συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου παράνομη και άρα άκυρη και άνευ αποτελέσματος. Συνεπώς η συμφωνία αυτή είναι εκτελεστή μεταξύ των μερών." Ως προς την αμοιβή που αξιώνει ο ενάγων αυτό φαίνεται με βάση τα λεχθέντα του ενάγοντα ότι είχε συμφωνηθεί στο 10% του τελικού κόστους το οποίο είχε υπολογιστεί στις €150,000. Δεν μου διαφεύγει ότι το κόστος αυτό ουδέποτε κατέστη πραγματικό εφόσον το έργο δεν αποπερατώθηκε εξ ου και ζητείται η αμοιβή στη βάση του αρχικά υπολογισθέντος κόστους, για να μπορέσει να διεκδικήσει υπό τις περιστάσεις ο ενάγων την αμοιβή που δικαιούται και την οποία ο εναγόμενος αρνείται να του καταβάλει. Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €17,250 πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής 1/3/2013 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ....................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητης [1] Στη σελίδα 216 αναφέρονται τα εξής:"A witness may either be believed or disbelieved wholly or in part according to the view taken of his credibility". [2] (π.χ. αν ήταν με επιταγές εταιρείας ή δικές του ή με άλλον τρόπο) [3] οι οποίοι ας σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να έχουν καταργηθεί είτε αυτοί είτε το νομοθέτημα στη βάση της οποίας εκδόθηκαν ως ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.