ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΝΙΚΑ ΕΝΑΕΡΙΟΣ (KANIKA ENAERIOS COMPLEX) ν. JOLIE FOOD INDUSTRIES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 2127/2012, 26/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2127/2012 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΝΙΚΑ ΕΝΑΕΡΙΟΣ (KANIKA ENAERIOS COMPLEX) Ενάγουσας και
- JOLIE FOOD INDUSTRIES LTD
- ZAMBERI PROPERTIES LIMITED
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΧΧΧ Εναγόμενων Και ως τροποποιήθηκε με βάση διάταγμα ημερομηνίας 27.03.2019 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΝΙΚΑ ΕΝΑΕΡΙΟΣ (KANIKA ENAERIOS COMPLEX) Ενάγουσας και
- JOLIE FOOD INDUSTRIES LTD
- ZAMBERI PROPERTIES LIMITED
- ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΧΧΧ
- H & Z B FOOD TRADING CO LIMITED Εναγόμενων Ημερομηνία: 26.02.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Φ. Τ. Αποστολίδης Για Εναγόμενη 1: κ. Α. Ι. Κίτσιος για Α.Ι. ΚΙΤΣΙΟΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 2: κα Ι. Λοϊζίδου για ΛΕΛΛΟΣ Π. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 3: κ. Μ. Καραΐσκος για MARIOS KARAISKOS LLC Για Εναγόμενη 4: κ. Σ. Βασιλείου για ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή της, η Ενάγουσα, που διαχειρίζεται την κοινόκτητη οικοδομή «CYPRIS HOUSE», Block C, που βρίσκεται στη Λεμεσό («η πολυκατοικία»), ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονται οι Εναγόμενες να μετακινήσουν ή να απομακρύνουν μία μεταλλική κατασκευή και μηχανήματα που είχαν τοποθετηθεί επί του πρόσθιου τοίχου των εφαπτόμενων καταστημάτων 92 και 93, στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ζήτησε την έκδοση διατάγματος για τη μετακίνηση ή απομάκρυνση προέκτασης που εκκινεί από τα δύο καταστήματα και εισέρχεται εντός του κοινόχρηστου χώρου της πολυκατοικίας αλλά και γειτονικής πολυκατοικίας, διατάγματος που να απαγορεύει στις Εναγόμενες να τοποθετούν αντικείμενα μπροστά από την κύρια είσοδο της πολυκατοικίας, και διατάγματος που να τις διατάσσει να επαναφέρουν τους χώρους στην πρότερη τους κατάσταση. Τέλος, ζήτησε ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση ή και για ζημιές και απώλειες ή έξοδα αποκατάστασης, νόμιμους τόκους και έξοδα. Τα δύο καταστήματα είναι ιδιοκτησίας των Εναγόμενων 2 και 3, αντίστοιχα, και τα κατέχει ως ενοικιάστρια η Εναγόμενη 1, εντός των οποίων λειτουργεί επιχείρηση καφετέριας. Το 2019, η Ενάγουσα διαπίστωσε πως την καφετέρια εκμεταλλεύεται και η Εναγόμενη 4, την οποία προσέθεσε στη διαδικασία, χωρίς όμως να παρέχει και πρόσθετες λεπτομέρειες σε σχέση με τη συμπεριφορά της Εναγόμενης
- Ήταν η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας πως, περί τις αρχές Φεβρουαρίου του 2012, η Εναγόμενη 1, με την ανοχή ή συγκατάθεση των Εναγόμενων 2 και 3, είχε παρέμβει παράνομα στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, επεκτείνοντας την καφετέρια, κατασκευάζοντας μεγάλη μεταλλική κατασκευή στον εξωτερικό πίσω τοίχο και μπροστά από την κύριο είσοδο, όπου τοποθέτησε συσκευές κλιματισμού και άλλα μηχανήματα, ενώ τοποθέτησε και άχρηστα αντικείμενα ή αδειανά κιβώτια ή σκυβαλοδοχεία μπροστά από την κύρια είσοδο της πολυκατοικίας. Οι επεμβάσεις της Εναγόμενης 1, κατά τη θέση της Ενάγουσας, ήταν παράνομες, προκαλούσαν οχληρία και εμπόδιζαν την ελεύθερη διακίνηση των κυρίων των μονάδων και την ειρηνική απόλαυση των περιουσιών τους, ενώ οι συσκευές κλιματισμού και τα φουγάρα εξέπεμπαν και θορύβους, πέραν του ότι έχει αλλοιωθεί η εξωτερική εμφάνιση της πολυκατοικίας. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας και τρίτων, δεν υπήρξε συμμόρφωση, με αποτέλεσμα την έγερση της αγωγής, ενώ το κόστος αποκατάστασης υπολογίζονταν από την Ενάγουσα στις 35.000,00 Ευρώ. Οι Εναγόμενες 1, 2, 3 και 4 εμφανίστηκαν στη διαδικασία δια ξεχωριστών δικηγόρων και έχουν καταχωρίσει ξεχωριστές υπερασπίσεις· οι Εναγόμενες 1 και 3 κατόπιν αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για την οποία υπήρξαν εμφανίσεις την 15.10.2012 και την 22.11.2012 όσον αφορά και τις δύο, και την 22.01.2013 όσον αφορά μόνο την Εναγόμενη 1, κατ' επέκταση υπήρξαν και εις βάρος τους έξοδα. Η Εναγόμενη 4, όπως ήδη λέχθηκε, εμφανίστηκε αρκετά μεταγενέστερα στη διαδικασία της αγωγής, μετά την προσθήκη της. Οι Εναγόμενες 2 και 3, παρόλο που είναι οι ιδιοκτήτριες των καταστημάτων, εστίασαν τις υπερασπίσεις τους στη θέση ότι δεν συγκατατέθηκαν σε οποιεσδήποτε επεμβάσεις της Εναγόμενης 1, η δε Εναγόμενη 2, με τη συμφωνία ενοικίασης που είχε συνάψει με την Εναγόμενη 2, απαγόρευε οποιεσδήποτε παράνομες επεμβάσεις και θεωρούσε ότι αυτό αρκούσε, και εν πάση περιπτώσει αρνήθηκαν πως έγιναν τέτοιες επεμβάσεις ή πως προκαλούν την οχληρία ή τη ζημιά που περιέγραψε η Ενάγουσα. Η Εναγόμενη 1 αμφισβήτησε και τη νομιμοποίηση της Ενάγουσας να ενάγει και αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση ή οχληρία. Η Εναγόμενη 4 ανέφερε ότι υπενοικιάζει μερικώς και εκμεταλλεύεται την καφετέρια, ωστόσο αγνοεί τα περί των επεμβάσεων και αρνείται οποιαδήποτε οχληρία ή ζημιά· όσον αφορά τις λεπτομέρειες που εξέθεσε η Ενάγουσα, πρόβαλε μάλιστα θετικό ισχυρισμό ότι η καφετέρια και οι χώροι που αυτή καταλαμβάνει είναι σύμφωνοι με τα σχέδια που υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές και εγκρίθηκαν, ενώ η μεταλλική κατασκευή προϋπήρχε της εισόδου της πολυκατοικίας, εφόσον, με απόφαση της Ενάγουσας, είναι η είσοδος της πολυκατοικίας που μετακινήθηκε. Τα δικόγραφα των Εναγόμενων 1, 2 και 3 ενέχουν μεγαλύτερο βαθμό γενικότητας, συγκριτικά με το δικόγραφο της Εναγόμενης 4, εφόσον στα πρώτα δεν απαντώνται συγκεκριμένα οι λεπτομέρειες, σε σχέση με τη μεταλλική κατασκευή, τα μηχανήματα, και την επέκταση, αλλά η γενική άρνηση κατέστησε επίδικα εάν υπήρχαν καθόλου αυτά τα αντικείμενα στον χώρο ή εάν η Ενάγουσα αναληθώς ανέφερε ότι υπήρχαν, βασίζοντας και την υπόθεσή της σε αυτά. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και πριν το επανάνοιγμα της δικογραφίας με την προσθήκη της Εναγόμενης 4, η αγωγή είχε οριστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για Οδηγίες την 05.06.
- Έκτοτε είχε μια πορεία ενώπιον του Δικαστηρίου, όπου υπήρξαν μεμονωμένες διαταγές για έξοδα υπέρ της μίας πλευράς ή υπέρ της άλλης πλευράς, και άλλοτε δεν υπήρχαν διαταγές για έξοδα. Οι περισσότερες διαταγές ως προς τα έξοδα είναι «έξοδα στην πορεία». Εν τάχει, την 05.06.2013, δόθηκαν Οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων και η αγωγή παρέμεινε για περαιτέρω Οδηγίες την 20.09.2013· τα έξοδα θα ήταν στην πορεία της αγωγής. Η μόνη που δεν συμμορφώθηκε με αυτές τις οδηγίες ήταν η Εναγόμενη 3· ωστόσο, όταν την 20.09.2013 που δόθηκε περαιτέρω χρόνος σε αυτήν να προβεί σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δεν υπήρξε διαταγή για έξοδα, και η υπόθεση ορίστηκε για Οδηγίες την 31.10.
- Την 31.10.2013, δόθηκε άδεια στον συνήγορο της Εναγόμενης 3 να αποσυρθεί από την εκπροσώπησή της, και η υπόθεση παρέμεινε ξανά για Οδηγίες την 15.11.2013, παρά ταύτα χωρίς διαταγή για έξοδα. Διαταγή για έξοδα δεν υπήρξε ούτε την 15.11.2013, που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο νέος δικηγόρος για την Εναγόμενη 3, ενημερώνοντας για την πρόθεσή του να εμφανιστεί, ενώ την 29.11.2013, ημερομηνία μέχρι την οποία δεν είχε γίνει ένορκη αποκάλυψη εγγράφων από την Εναγόμενη 3, ούτε η Εναγόμενη 2 είχε εφοδιάσει με αντίγραφα εγγράφων που αποκάλυψε την αντίδικη της πλευρά, τα έξοδα θα ήταν στην πορεία αλλά όχι εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 και της Ενάγουσας. Μέχρι την 03.02.2014, που ήταν ξανά ορισμένη η υπόθεση, η Εναγόμενη 3 δεν είχε συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και είχε ζητηθεί περαιτέρω χρόνος, ωστόσο δεν υπήρξε διαταγή ως προς τα έξοδα. Την 27.03.2014, η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 02.12.2014, χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. Όταν η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε για την 23.06.2015, λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, τα έξοδα ήταν στην πορεία. Ομοίως, όταν την 23.06.2015 αναβλήθηκε για την 24.05.
- Ομοίως, όταν την 24.05.2016 η αγωγή αναβλήθηκε για την 26.12.2016, την 02.03.2017, την 10.03.2017, την 08.06.2017, την 16.10.2017, την 14.03.2018, και την 25.10.2018 (την 20.04.2018 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων από μέρους της Εναγόμενης 1). Την 25.10.2018, που η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 03.12.2018, δεν είχαν επιδικαστεί έξοδα, ενώ την 03.12.2018, που η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 05.03.2019, τα έξοδα ήταν εις βάρος της Ενάγουσας. Την 23.01.2019, η Ενάγουσα καταχώρισε την αίτηση για προσθήκη της Εναγόμενης 4 και για ανάλογη τροποποίηση, οπότε την 05.03.2019 που ήταν ορισμένη η αίτηση, η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε, τα έξοδα θα ήταν στην πορεία της αίτησης, παρόλο που στην αίτηση οι Εναγόμενοι δεν είχαν ενστεί και ζήτησαν χρόνο για να δουν εάν θα ενστούν, και η αίτηση παρέμεινε την 27.03.
- Την 27.03.2019, εκδόθηκαν σχετικά διατάγματα και η δικογραφία επανάνοιξε, με έξοδα της αίτησης και αυτά που θα προκαλούνταν από την τροποποίηση εις βάρος της Ενάγουσας, η δε αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 16.10.
- Την 16.10.2019, ενώ στο μεταξύ δεν είχαν συμπληρωθεί τα τροποποιημένα δικόγραφα, δόθηκαν εκ νέου οδηγίες για ένορκες αποκαλύψεις εγγράφων, και η αγωγή παρέμεινε για Οδηγίες την 26.11.2019 και έπειτα την 29.11.2019 (λόγω απουσίας του Δικαστηρίου)· τα έξοδα θα ήταν στην πορεία. Την 29.11.2019, υπήρχαν ακόμα ζητήματα σχετικά με την έγγραφη μαρτυρία που αποκαλύφθηκε ή θα έπρεπε να αποκαλυφθεί, και η αγωγή παρέμεινε για Οδηγίες την 12.02.2020· τα έξοδα θα ήταν στην πορεία. Την 12.02.2020, ζητήθηκε χρόνος για διευθέτηση της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε την 27.04.2020, χωρίς διαταγή για έξοδα. Έπειτα, η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες την 14.09.2020, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε πλέον για Ακρόαση την 14.10.2020· έπειτα την 27.11.2020 και την 27.01.2021 και την 26.02.2021, με προοπτική να αρχίσει άμεσα η ακροαματική διαδικασία, μόλις το επιτρέψουν τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα, λόγω και του αριθμού των συμμετεχόντων στη διαδικασία, τα έξοδα σε κάθε περίπτωση θα ήταν στην πορεία. Πριν από τη σημερινή δικάσιμο, το Δικαστήριο ενημερώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 2 έλαβε ελεύθερη κατοχή του καταστήματος 92 και ότι είχε προβεί σε ενέργειες για επαναφορά του χώρου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας εξέφρασε την άποψη πως, ενόψει της «νέας κατάστασης πραγμάτων», εκλείπει το αντικείμενο της αγωγής, συνεπώς, ανέφερε, η Ενάγουσα δεν προτίθεται να συνεχίσει τη διαδικασία, ωστόσο, τίθεται θέμα εξόδων. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 δεν έφεραν ένσταση ως προς το να αποσυρθεί η αγωγή ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Το θέμα των εξόδων είναι που συνιστά το πεδίο της διαφωνίας των συνηγόρων των διαδίκων, για το οποίο δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε μία συμφωνία, και το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Η Ενάγουσα ζητά τα έξοδά της, για τα οποία έχει προβάλει δικούς της υπολογισμούς. Η Εναγόμενη 1 εισηγείται όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Οι Εναγόμενες 2 και 4 εισηγούνται όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα, χωρίς να είναι αρνητικές να διαπραγματευτούν τον διαμοιρασμό τυχόν εξόδων μεταξύ των Εναγόμενων, περιορισμένα, μέχρι 500,00 Ευρώ. Η Εναγόμενη 3 ζητά τα έξοδά της. Υπάρχει επιχειρηματολογία από την κάθε πλευρά που σχετίζεται κυρίως με την πορεία της υπόθεσης. Επιχειρηματολογία που περιλαμβάνει διάφορες εισηγήσεις. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει όσα λέχθηκαν και τα έχει υπόψη του. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα πηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/60 και από την Δ.59,κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Πρέπει να ασκείται δικαστικά (judicially)[1] και όχι ως εργαλείο για διαμόρφωση της ψυχολογίας οποιωνδήποτε εκ των διαδίκων έναντι στο αποτέλεσμα της δίκης[2]. Το να ασκείται δικαστικά δεν σημαίνει πάντως πως το Δικαστήριο πρέπει ή ότι ακόμα μπορεί καθόλου να αναλώνει τον δικαστικό χρόνο για να εκδικάζει πλασματικά διαδικασίες που έχουν, κατά κοινή δήλωση, διευθετηθεί ή το αντικείμενο των οποίων έχει εξαλειφθεί, προκειμένου να διαγνώσει την υποθετική νομική ή ουσιαστική τους βασιμότητα ή αντίστοιχα αβασιμότητα, εάν εκείνες προωθούνταν κανονικά, κατ' επέκταση πώς πιθανόν θα επιδίκαζε τα έξοδα σε τέτοια περίπτωση. Το εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένο ή μη των διαφόρων διαδικαστικών διαβημάτων, εάν αυτό μπορεί καθαρά να προκύψει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, δεν αποκλείεται να λαμβάνεται υπόψη, στο πλαίσιο της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Μια καλά εδραιωμένη πρακτική[3], που ανάγεται σε κανόνα, είναι πως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, εκτός εάν το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνει διαφορετικά. Η απόκλιση από τον κανόνα αυτό χρήζει λογικής αιτιολόγησης. Το «αποτέλεσμα της δίκης» αναφέρεται στο εάν ένας διάδικος δικαιώνεται ή όχι με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου στο οποίο αποτείνεται. Το Δικαστήριο, ευλόγως, δεν μπορεί να υπεισέλθει σε γεγονότα και παράγοντες εκτός της ενώπιον του διαδικασίας. Ασκώντας τη διακριτική του εξουσία σε σχέση με τα έξοδα, λαμβάνει υπόψη στοιχεία που άπτονται της πορείας της δίκης τα οποία αποδείχθηκαν ή δηλώθηκαν ενώπιον του ή τα οποία παρατήρησε κατά την ενώπιον του διαδικασία[4]. Η διαγωγή και συμπεριφορά των διαδίκων, καθώς και η υπαιτιότητά τους στη δημιουργία των εξόδων, είναι παράγοντες που επίσης λαμβάνονται υπόψη[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έγινε δίκη και δεν υπάρχει κάποιο αποτέλεσμά της, που να ανάγει οποιωνδήποτε εκ των μερών σε ουσιαστικά «επιτυχόντα διάδικο». Ούτε η Ενάγουσα είναι επιτυχούσα διάδικος ούτε οποιαδήποτε εκ των Εναγόμενων 1, 2, 3 και
- Μπορεί να ισχύει βεβαίως, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι η ματαίωση της δίκης, κατόπιν αιτήματος της πλευράς ενός ενάγοντος να αποσυρθεί η απαίτησή του, δίνει δυνατότητα να ερμηνεύεται ως ένα αποτέλεσμα της δίκης, που, με την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα, δεν μπορεί να ωφελεί αυτό τον ενάγοντα, εφόσον δεν έχει επιτύχει στην απαίτησή του με βάση απόφαση του Δικαστηρίου, ούτε η αντίδικη πλευρά έχει αποδεχθεί την εκ συμφώνου απόδοση οποιωνδήποτε εκ των θεραπειών που ζητά από το Δικαστήριο. Θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως ένα αποτέλεσμα της δίκης προς όφελος του εναγόμενου, εάν και η υπεράσπισή του ήταν εκ πρώτης όψεως βάσιμη και ο σκοπός της ήταν ακριβώς αυτός, να αποσυρθεί ή να απορριφθεί η απαίτηση, και, εκ του αποτελέσματος, έχει επέλθει. Η ουσιαστική «επιτυχία», όμως, του ενός ή του άλλου διαδίκου, δεν προσδιορίζεται πάντα από τη δικονομική κατάληξη, ούτε ο προαναφερόμενος κανόνας εφαρμόζεται χωρίς έγνοια για το τι συνιστά το δίκαιο. Τι μεσολάβησε που οδήγησε στο να αποσυρθεί η απαίτηση της Ενάγουσας στην προκειμένη περίπτωση, ουσιαστική ικανοποίηση των αναγκών της ή εξάντληση του κύριου σκοπού της αγωγής της, άπτεται επί γεγονότων, που, ακόμα και αν σχετίζονται με κάποια εξωδικαστική συμπεριφορά ή χειρισμούς των διαδίκων αυτής της διαδικασίας, δεν αφορούν ακριβώς την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, για να μπορούν να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο ως δεδομένα αυτής της διαδικασίας, που επιδρούν στην κρίση του επί των εξόδων της με τρόπο καθοριστικό. Από την άλλη, δεν αμφισβητείται ό,τι δηλώθηκε στο Δικαστήριο και βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας, πως ο λόγος απόσυρσης της απαίτησης της Ενάγουσας ήταν η ουσιαστική ικανοποίησή της από την επαναφορά των χώρων της πολυκατοικίας σε μία κατάσταση που η ίδια αποδέχεται, χωρίς να επωμιστεί τελικά το κόστος της επαναφοράς που διεκδικούσε δια της αγωγής της. Δεν σημαίνει βεβαίως πως, εάν εκδικάζονταν η απαίτηση της Ενάγουσας, η Ενάγουσα θα μπορούσε να αποδείξει πως η Εναγόμενη 1 παρεμβαίνει παράνομα ή προκαλεί οχληρία και ότι οι Εναγόμενες 2, 3 και 4 συνεργούν και ότι θα είχε επιτυχία· ότι θα ελάμβανε και δικαστικά ό,τι εξωδικαστικά επιτεύχθηκε. Θα είχε συγκεκριμένο βάρος απόδειξης και παραμένει άγνωστο ποια θα ήταν η έκβαση της υπόθεσης. Ούτε το Δικαστήριο μπορεί να υποθέσει κάτι παραπάνω από αυτό που έχει ενώπιον του, δικόγραφα μέσα από τα οποία μπορεί απλά να παρατηρήσει ότι η αγωγή της Ενάγουσας περιείχε γνωστές στο δίκαιο νομικές βάσεις, και οι υπερασπίσεις των Εναγόμενων, ακόμα κι αν ορισμένες εξ αυτών δεν είχαν την λεπτομέρεια που θα αναμένονταν, έθεσαν υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα της Ενάγουσας να διεκδικεί θεραπείες, δεν έτυχαν διαγραφής ούτε προσβλήθηκαν με κάποιον άλλο τρόπο, και οδήγησαν την υπόθεση σε μια διαδικασία που εκκρεμεί για τόσα χρόνια. Δεν μπορεί να μην αναφερθεί πως το αντικείμενο της αγωγής της Ενάγουσας δεν είχε ακριβώς ή πλήρως «εκλείψει», όπως είναι η θέση της Ενάγουσας. Η πιθανή, ως μη αμφισβητούμενη, άρση όσων η Ενάγουσα θεωρούσε παράνομες επεμβάσεις ή οχληρία, με τον τρόπο που ενδεχομένως να επήλθε, επουδενί εξισώνεται με αποδοχή ή διάγνωση αδικοπρακτικής ευθύνης οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων. Δεν μπορεί, όμως, και να παραγνωριστεί πως ο λόγος που η Ενάγουσα δεν προωθεί περαιτέρω την απαίτησή της δεν είναι γιατί μεταπείστηκε ως προς τον τρόπο που είχε δει αρχικά τις βάσεις της, βλέποντας άρτιες και ουσιαστικές υπερασπίσεις των Εναγόμενων. Ένας εκ των λόγων που η διαδικασία οδηγήθηκε τελικά σε δίκη, και η προδικασία δεν βοήθησε καθόλου στην επίλυση έστω μερικών από τα επίδικα ζητήματα, μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι και οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Εναγόμενων ήταν γενικοί, η Ενάγουσα δεν χρησιμοποίησε όλα τα δικονομικά εργαλεία που διέθετε, και μέχρι να αρχίσει να πιέζει ο δικαστικός χρόνος ή οι συνθήκες της πανδημίας να επηρεάζουν τη λειτουργία της καφετέριας και να διαμορφώνουν αλλιώς τις ανάγκες των κατόχων, αποφεύχθηκε η ουσιαστική ενασχόληση με το παράπονο της Ενάγουσας. Δεν θεωρώ ότι θα ήταν δίκαιο να επωφεληθεί οποιαδήποτε εκ των Εναγόμενων τα διαδικαστικά έξοδα, ως να ήταν επιτυχούσα διάδικος, απλά εκ του αποτελέσματος, έχοντας υπόψη τον τρόπο συμμετοχής όλων των διαδίκων σε αυτή τη διαδικασία, τις βάσεις και τις θέσεις και τη δικονομική συμπεριφορά τους, και εν τέλει τον δεδηλωμένο λόγο για τον οποίον η Ενάγουσα δεν προωθεί περαιτέρω την απαίτησή της, έστω κι αν έχει ακόμα, νομικά (αν και μπορεί όχι με τόσο ενδιαφέρον πλέον για την ίδια), αντικείμενο. Έχοντας υπόψη και τη συναίνεση των Εναγόμενων στο να αποσυρθεί η αγωγή παρά στο να διαγνωσθεί, με βάση το εναπομείναν αντικείμενο, τυχόν δική τους αδικοπρακτική ευθύνη, που να δικαιολογεί και κάποιο συμπέρασμα δικαίωσης ή «επιτυχίας» τους. Επειδή δεν έγινε δίκη, για να διαγνωστεί η ουσία της υπόθεσης, εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να προσδιοριστεί ότι η συμπεριφορά της Ενάγουσας είναι η γενεσιουργός αιτία των διαδικαστικών εξόδων και όχι η συμπεριφορά των Εναγόμενων, ούτε ότι η συμπεριφορά των Εναγόμενων είναι η γενεσιουργός αιτία των διαδικαστικών εξόδων και όχι η συμπεριφορά της Ενάγουσας. Και η Ενάγουσα είχε το δικαίωμα να προσφύγει στη δικαιοσύνη και οι Εναγόμενοι, και η άσκηση του δικαιώματος αυτού, από αμφότερες τις πλευρές είχε εγγενές κόστος, το αρχικό έστω κόστος, της καταχώρισης της αγωγής, της καταχώρισης και των υπερασπίσεων. Έπειτα, επειδή η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν μακρά και, όπως προαναφέρθηκε, διαταγές για έξοδα υπήρχαν υπέρ ή εναντίον όλων των πλευρών ή δεν υπήρχαν σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ αρκετές προέκυψαν από αναβολές της ακρόασης λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου, δεν διακρίνεται κάποια δικονομική συμπεριφορά, της Ενάγουσας ή οποιασδήποτε εκ των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4, που να συνιστά την αποκλειστική αιτία της επαύξησης των διαδικαστικών εξόδων. Η Ενάγουσα προσέθεσε μεν την Εναγόμενη 4 προς το τέλος της διαδικασίας, ωστόσο και οι Εναγόμενοι προκάλεσαν κόστος και καθυστέρηση στη διαδικασία με άλλους τρόπους, όπως μέχρι να καταχωρίσουν τις υπερασπίσεις τους ή να ολοκληρωθεί η προδικασία. Οι ενδιάμεσες διαταγές του Δικαστηρίου για τα έξοδα, όπου υπάρχουν, αντιμετώπισαν την κάθε στιγμή όπου τέθηκε θέμα εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων σε εκείνους τους χρόνους. Εάν εκείνες δεν ακυρωθούν με κάποια νεότερη διαταγή ως προς τα έξοδα της αγωγής, θα εξακολουθήσουν να ισχύουν. Μία επιλογή, που θα μπορούσε να συνιστά έναν χειρισμό ως προς τα έξοδα, και έτυχε και εισήγησης από τις Εναγόμενες 1, 2 και 4, χωρίς όμως να προκύπτει συμφωνία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να πράξει έτσι, είναι κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα (και προηγούμενες διαταγές ως προς τα έξοδα να ακυρωθούν)· επιλογή που μπορεί να εκλήφθηκε ότι εκφράζει κατά κάποιον τρόπο το διαδικαστικό αποτέλεσμα, ότι ουδείς δικαιώθηκε σε αυτή τη διαδικασία, για να δικαιούται στα έξοδά της με διαταγή του Δικαστηρίου, αλλά που παράλληλα μπορεί να είναι αντιληπτό πως διασφαλίζει καλύτερα και τη δυνατότητα υπολογισμού των εξόδων του κάθε συνηγόρου που είναι πληρωτέα από τον πελάτη του, χωρίς περαιτέρω αίτηση για αναζήτηση τέτοιας διαταγής εξόδων, εάν δεν καταβληθούν με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία. Άλλη επιλογή είναι αυτή που ακολουθήθηκε στη Redcar and Cleveland Borough Council v. PR [2019] EWHC 2800 (Fam) ή στη R (on the application of RL) v Croydon London Borough Council [2018] EWCA Civ 726 ή στη Kupeli v Kibris Turk Hava Yollari Sirketi (trading as Cyprus Turkish Airlines) [2018] EWCA Civ 1264, και αλλού, και διατυπώθηκε από την εγκυκλοπαιδική αναφορά του Halsbury's Laws of England, με δυνατότητα διαμόρφωσης της ως υπο-κανόνα· πως, όπου δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η «επιτυχία» οποιουδήποτε εκ των διαδίκων, για να μπορεί να του δοθεί επιβράβευση (award) δια διαταγής για τα έξοδα (order for costs), ή όπου το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με τρόπο άλλο παρά δια της δικαστικής διαδικασίας, η μόνη κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα εν τέλει είναι «καμία διαταγή για έξοδα» (no order for costs). Η τελευταία επιλογή, που εν τέλει είναι και η μόνη επιλογή που αφήνεται στο Δικαστήριο, εξαιτίας της διαφωνίας των συνηγόρων των διαδίκων, θα εξέφραζε ακόμα πιστότερα το αποτέλεσμα και της συγκεκριμένης δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρθηκε, ούτε η Ενάγουσα μπορεί να θεωρηθεί «επιτυχούσα διάδικος» έναντι οποιουδήποτε εκ των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα - και δεν αρκεί από μόνο του το δεδηλωμένο γεγονός πως η Εναγόμενη 2 προέβη σε ενέργειες επαναφοράς για να εξαχθεί συμπέρασμα αδικοπρακτικής ευθύνης, δική της ή άλλου, ικανής να οδηγήσει και σε αντίστοιχο συμπέρασμα «επιτυχίας» της Ενάγουσας - ούτε οποιαδήποτε εκ των Εναγόμενων είχε τέτοια υπεράσπιση και συμμετοχή στη δικαστική διαδικασία που να την αναδεικνύει με κάποιο εμφανή τρόπο σε «επιτυχούσα διάδικο» αυτής της δικαστικής διαδικασίας. Εξακολουθεί να υφίσταται ως δεδομένο πως προϋπάρχουν σωρεία ενδιάμεσων διαταγών ως προς τα έξοδα, που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν, εφόσον δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να ακυρωθούν. Όπου η ενδιάμεση διαταγή ήταν «έξοδα στην πορεία» ή «έξοδα στην πορεία, αλλά όχι εναντίον» οποιουδήποτε εκ των διαδίκων, τα έξοδα αυτά είχαν επιφυλαχθεί για να καθοριστούν στην πορεία της υπόθεσης, αναλόγως και του αποτελέσματος της διαδικασίας· δεν είχαν επιδικαστεί υπέρ του ενός ή του άλλου. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας σφραγίζεται με αυτή την απόφαση, στην οποία η κατάληξη είναι καμία διαταγή για έξοδα, και όποιες ενδιάμεσες διαταγές για έξοδα ήταν «έξοδα στην πορεία» είναι πλέον «καμία διαταγή για έξοδα». Όπου τα έξοδα, με βάση τις ενδιάμεσες διαταγές του Δικαστηρίου, επιδικάστηκαν μεν προς όφελος του ενός ή του άλλου διαδίκου, αλλά δεν είχαν προσδιοριστεί και σε συγκεκριμένα ποσά, αυτά να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Προς διευκόλυνση: (α) Η Ενάγουσα επωφελείται των εξόδων της αίτησής της ημερομηνίας 04.09.2012 για απόφαση εναντίον των Εναγόμενων 1 και 3, λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για την οποία υπήρξαν οι εμφανίσεις 15.10.2012 και 22.11.2012 (εναντίον της Εναγόμενης 3) και περαιτέρω την 22.01.2013 (εναντίον της Εναγόμενης 1), σε κλίμακα €10.000-€50.000, ως ίσχυε κατ' εκείνο τον χρόνο. (β) Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 επωφελούνται των εξόδων της εμφάνισης για ακρόαση της αγωγής ημερομηνίας 03.12.2018, στην κλίμακα €10.000-€50.000, ως ίσχυε κατ' εκείνο τον χρόνο, και τα έξοδα της αίτησης της Ενάγουσας ημερομηνίας 23.01.2019 για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση, σύμφωνα με τη διαταγή του δικαστηρίου ημερομηνίας 27.03.2019, η οποία περιλαμβάνει τα έξοδα που σπαταλήθηκαν εξαιτίας της τροποποίησης, δηλαδή τα έξοδα ετοιμασίας και καταχώρισης των τροποποιημένων δικογράφων τους, στην ίδια κλίμακα, ως ίσχυε κατ' εκείνο τον χρόνο εφαρμογής της. (γ) Η Εναγόμενη 4 δεν επωφελείται εξόδων με βάση οποιαδήποτε ενδιάμεση διαταγή του Δικαστηρίου. Επειδή τα έξοδα που επιδικάζονται από το Δικαστήριο είναι υπέρ ή εναντίον διαδίκου που επιδικάζονται, και δεν έχουν να κάνουν με την πληρωμή των συνηγόρων για τις υπηρεσίες τους προς τους πελάτες τους, που εκείνα έχουν διακριτή νομική βάση, τη μεταξύ τους συμφωνία, τα έξοδα που επιδικάστηκαν ενδιάμεσα από το Δικαστήριο προς όφελος είτε της Ενάγουσας είτε των Εναγόμενων 1, 2 και 3, ως ανωτέρω αναφέρονται, δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή, εάν και όταν υποβληθούν κατάλογοι εξόδων για τον ακριβή υπολογισμό τους από την Ενάγουσα και τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 αντίστοιχα, τα ποσά που θα προκύψουν μετά τον υπολογισμό τους να συμψηφιστούν, ώστε πληρωτέο ποσό να προκύπτει είτε μόνον από την Ενάγουσα είτε μόνον από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, αναλόγως του αποτελέσματος του υπολογισμού. Για όλους τους λόγους που έχουν εξηγηθεί: Άδεια δίδεται, η αγωγή αποσύρεται και απορρίπτεται ως εξωδίκως διευθετηθείσα. Καμία διαταγή για έξοδα. Οδηγίες ως προς τις ενδιάμεσες διαταγές του Δικαστηρίου σε σχέση με τα έξοδα, ως ανωτέρω. Η ημερομηνία 05.04.2021, κατά την οποία φαίνεται να ορίστηκε αίτηση της Εναγόμενης 4 για περαιτέρω υπεράσπιση, αίτηση η οποία είναι άνευ αντικειμένου και συμπαρασύρεται από αυτό το αποτέλεσμα της αγωγής, ακυρώνεται. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπετε και Annual Practice του 1960, σελ.
- [2] Glykys v. Ioannides (1959 -60) 24 C.L.R.
- [3] Ενδεικτικά, Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12, Ζαβρού v. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477, Αρέστη ν. Λαδόκονου
(1996)1Α ΑΑΔ 646, Χάσικος v. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389, Κυπριανού ν. Πιλλακούρη
(2000)1Γ ΑΑΔ 1873, Κυριάκου v. Φιλικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 416, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Σταυρινού
(2005)1Β ΑΑΔ 1390). [4] Donald Cambell and Co. Ltd v. Pollak [1927] A.C. 732. [5] Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R.65, Saab v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890, Κωνσταντίνου v. Εκδ. Ετ. Δημόκριτος Λτδ κ.α.
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1001, Νικολάου κ.α. ν. Ιακωβίδη, Πολιτική Έφεση 302/2008, ημερομηνίας 08.07.2014, Πουλλά-Μακαρούνα ν. Μιχαήλ κ.ά.
(2014)1(Α) ΑΑΔ 851, Νικολάου ν. Ιακωβίδη
(2014)1 (Β) ΑΑΔ 1482. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο