ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αγωγή αρ. 3943/2014, 15/2/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3943/2014 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Ενάγουσα και ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΟΥ Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 02.07.2020 Ημερομηνία: 15.02.2021 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: Γ. Χριστοδουλίδης Για την Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: Α. Χατζηχαραλάμπους για ΑΝΔΡΕΑΣ Μ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 18.09.2014, η Ενάγουσα ήγειρε την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και αξίωσε την έκδοση δικαστικών αποφάσεων εναντίον του Εναγόμενου, για τα χρεωστικά υπόλοιπα τρεχούμενου λογαριασμού και λογαριασμού δανείου, εκ €7.272,59 και €61.489,71 αντίστοιχα, πλέον τόκους, καθώς και τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας. Ισχυρίστηκε πως ο Εναγόμενος παράβηκε τις συμφωνίες που συνήψε με την Ενάγουσα, βάσει των οποίων του είχε χορηγήσει όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό και στεγαστικό δάνειο, υπερβαίνοντας το όριο και καθυστερώντας τις δόσεις του δανείου, λόγος για τον οποίον η Ενάγουσα τερμάτισε τις συμφωνίες και απαίτησε την πληρωμή ολόκληρων των χρεωστικών υπολοίπων. Επειδή οι πιστωτικές διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν με υποθήκη που παραχώρησε ο Εναγόμενος επί δύο ακινήτων του, η Ενάγουσα αξίωσε και την έκδοση διατάγματος εκποίησής τους με δημόσιο πλειστηριασμό. Την 17.10.2014, ο Εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου, και την 27.11.2014 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Δια του δικογράφου του, παραδέχονταν τη σύναψη των συμφωνιών και την πολυετή λειτουργία τους. Ωστόσο, η θέση του ήταν ότι οι συμφωνίες περιείχαν όρους, σε σχέση με τον τοκισμό και τις χρεώσεις εξόδων της Τράπεζας, που ήταν καταχρηστικοί και παράνομοι, και δημιουργούσαν ελάττωμα στις συμφωνίες. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε πως η Ενάγουσα προέβη και στην πράξη σε χρεώσεις εξόδων της που κατά τη θέση του δεν δικαιούνταν, με αποτέλεσμα, κατά τη θέση του, συνολικό ποσό €15.000,00 να πρέπει να αφαιρεθεί. Ο ίδιος αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονα που ανακατασκεύασε τις καταστάσεις λογαριασμών της Τράπεζας, για να υπολογίσει τα πραγματικά οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα, έναντι αμοιβής €1.500,
- Όσον αφορά την υποθήκευση, παραδέχεται ότι παραχώρησε την υποθήκη προς όφελος της Ενάγουσας, ωστόσο ισχυρίζεται ότι και η σύμβαση υποθήκευσης περιέχει καταχρηστικούς όρους που την καθιστούν ελαττωματική, χωρίς να διευκρινίζει. Με την ανταπαίτησή του, ο Εναγόμενος αξίωσε αναγνωριστικές αποφάσεις ότι οι όροι που περιέχονται στις συμφωνίες του με την Ενάγουσα, που υποδεικνύει, είναι καταχρηστικοί και παράνομοι και δημιουργούν ακυρότητα ή δεν δημιουργούν έννομα αποτελέσματα, το ποσό των €15.000,00 και κατ' επέκταση τη μείωση των χρεωστικών υπολοίπων του κατά το ποσό αυτό, και το ποσό των €1.500,00 ως ειδικές αποζημιώσεις. Αξίωσε, επίσης, παραδειγματικές αποζημιώσεις και τα έξοδα της διαδικασίας. Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρισε η Ενάγουσα την 23.12.2014, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και επέμεινε στη δική της εκδοχή, όπως περιλήφθηκε στην Έκθεση Απαίτησής της. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, η αγωγή ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και έκτοτε οι συνήγοροι των διαδίκων εμφανίζονταν με αιτήματα, περιλαμβανομένων αιτημάτων για χρόνο ώστε να προσπαθήσουν να διευθετήσουν τη διαφορά τους εξωδικαστικά· από την 25.01.2017 έως την 22.11.2018 η αγωγή ορίζονταν για τον σκοπό αυτό. Εν τέλει, η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 21.05.2019 και έπειτα την 30.01.
- Την 30.01.2020, ο Εναγόμενος ήταν παρών στο Δικαστήριο, όταν δόθηκε η άδεια στον δικηγόρο του να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος ζήτησε αναβολή της ακρόασης, για να του δοθεί χρόνος να διορίσει νέο δικηγόρο, το αίτημά του εγκρίθηκε, οπότε η αγωγή ορίστηκε για Ακρόαση την 18.06.2020 και ώρα 11:00 π.μ.. Την 18.06.2020 και ώρα 11:15 π.μ., η συνήγορος της Ενάγουσας εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, πλην όμως ο Εναγόμενος δεν εμφανίστηκε, ούτε επικοινώνησε με το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος ήταν ενήμερος για την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον ήταν παρών κατά την 30.01.2020, αλλά δεν εμφανίστηκε, η Ενάγουσα ζήτησε να οριστεί η απαίτησή της για Απόδειξη σε μία νέα ημερομηνία, οπότε και η απαίτηση ορίστηκε για Απόδειξη την 24.06.
- Δεν φαίνεται από οποιοδήποτε πρακτικό να έχει απορριφθεί η ανταπαίτηση του Εναγόμενου λόγω παράλειψης προώθησης. Την 24.06.2020, η Ενάγουσα καταχώρισε ένορκη δήλωση απόδειξης της απαίτησής της, η οποία συμπληρώθηκε την 25.06.2020, οπότε και το Δικαστήριο, έχοντας ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα, εξέδωσε απόφαση υπέρ της και εναντίον του Εναγόμενου ως η απαίτησή της, πλέον για τα έξοδα της διαδικασίας της απαίτησης, όπως στη συνέχεια υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Εξέδωσε και διάταγμα εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Την 02.07.2020, ο Εναγόμενος καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό (set aside) της εναντίον του απόφασης και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει δίκαιη το Δικαστήριο. Σχετική δικονομική βάση της αίτησής του είναι η Δ.33,κ.5 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). Στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, δικηγορικής υπαλλήλου από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο σε αυτή την αίτησή του, η οποία υποστηρίζει την αίτηση του Εναγόμενου, αναφέρεται πως ο Εναγόμενος την 01.07.2020 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής καρδιάς και νοσηλεύεται στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, λόγος για τον οποίον εξουσιοδότησε την ίδια να ορκιστεί τα γεγονότα. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ, ο Εναγόμενος, ο οποίος στο μεταξύ αντιμετώπιζε το πρόβλημα υγείας του, δύο ημέρες πριν από την ακρόαση της 18.06.2020, επικοινώνησε με τον δικηγόρο του, κύριο ΧΧΧΧ, και τον ρώτησε κατά πόσο θα έπρεπε να παρουσιαστεί ο ίδιος προσωπικά ή ο δικηγόρος του κατά την ακρόαση της αγωγής. Ο δικηγόρος ανέφερε στον Εναγόμενο ότι, λόγω της πανδημίας, δεν λειτουργεί ομαλά το Δικαστήριο και δεν γίνονται εμφανίσεις ενώπιον του, παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και ότι οι υποθέσεις αναβάλλονται σε νέες ημερομηνίες. Την 29.06.2020, που ο δικηγόρος του επικοινώνησε με τους συνήγορους της Ενάγουσας, για να ενημερωθεί για κάποια νέα ημερομηνία ακρόασης, έλαβε και την ενημέρωση ότι εκδόθηκε απόφαση λόγω μη εμφάνισης του Εναγόμενου. Η θέση της ενόρκως δηλούσας, την οποίαν εκφράζει με διάφορους χαρακτηρισμούς της συμπεριφοράς των συνηγόρων της Ενάγουσας, είναι πως η Ενάγουσα εκμεταλλεύτηκε τις περιστάσεις για να εξασφαλιστεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου, ο οποίος για τόσα χρόνια εμφανίζονταν κανονικά στη διαδικασία και δεν είχε επιδείξει αδιαφορία για την υπόθεσή του. Η αίτηση του Εναγόμενου προκάλεσε την ένσταση της Ενάγουσας, η οποία προβάλλει οκτώ λόγους, για τους οποίους, κατά τη θέση της, η αίτηση του Εναγόμενου θα πρέπει να απορριφθεί. Δι' αυτών, η Ενάγουσα αποδίδει την παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί κατά τη 18.06.2020 σε από μέρους του περιφρόνηση της διαδικασίας και των δικαιωμάτων της, ειδικότερα του δικαιώματός της να διαγνωστεί ταχέως η απαίτησή της. Η Ενάγουσα θεωρεί την αίτηση νομικά λανθασμένη και πραγματικά αστήρικτη, που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν για να επιτευχθεί ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης. Ο κύριος ΧΧΧΧ, λειτουργός στις υπηρεσίες της Ενάγουσας, που με ένορκη δήλωσή του υποστηρίζει την ένσταση της Ενάγουσας, ζητά να μην ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο η ένορκη δήλωση της κυρίας ΧΧΧΧ γιατί θεωρεί πως δεν μπορεί να ορκίζεται θετικά γεγονότα που δεν γνωρίζει ουσιαστικά, ενώ δεν επισυνάπτει και ιατρικό πιστοποιητικό που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος είναι κλινήρης. Θίγει ότι από την 30.01.2020 μέχρι την 18.06.2020, εάν ο Εναγόμενος έδειχνε έγνοια για την υπόθεσή του, θα διόριζε δικηγόρο και θα εμφανίζονταν στη διαδικασία, όπως άλλωστε είχε ενημερώσει το Δικαστήριο κατά την 30.01.
- Το Δικαστήριο, όπως λέει, είχε ενημερώσει τους δικηγόρους της Ενάγουσας να είναι παρόντες δύο ημέρες πριν από την ακρόαση, για να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Ο Εναγόμενος συνέχισε να επιδεικνύει αδιαφορία για την υπόθεση, εφόσον όχι μόνο τότε, αλλά ούτε και αμέσως μετά την ακρόαση φρόντισε να πληροφορηθεί ότι ορίστηκε για Απόδειξη σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Αρνείται τους ισχυρισμούς περί δόλου, και εκφράζει την άποψη πως η επίκληση της πανδημίας, της υγείας του, και της συμπεριφοράς των δικηγόρων της Ενάγουσας, που όμως ενήργησαν ορθά, είναι για να δικαιολογηθεί η δική του αδράνεια και αδιαφορία και η όλη συμπεριφορά του δεν δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς αντεξετάστηκε. Οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και έχω υπόψη μου ό,τι έχει λεχθεί σε αυτές. Η Δ.33,κ.5 ΚΠΔ προβλέπει ότι οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εκδόθηκε κατόπιν μη εμφάνισης κατά τη δίκη μπορεί, σε κατάλληλη περίπτωση, να παραμεριστεί από το Δικαστήριο, υπό τέτοιους όρους που αρμόζουν. Η Δ.33,κ.5 ΚΠΔ προϋποθέτει την υποβολή αίτησης εντός 15 ημερών μετά τη δίκη. Η αίτηση του Εναγόμενου υποβλήθηκε παραδεκτά εντός 15 ημερών από τη δίκη της 18.06.2020 και το Δικαστήριο μπορεί να την εξετάσει. Γεγονότα που φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου δεν χρειάζεται να αποδεικνύονται με μαρτυρία. Δεν χρειάζονταν, μάλλον, και οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δόλου, εάν συνιστά απλά δικαίωμα της πλευράς της Ενάγουσας, κατά τη Δ.33,κ.3 ΚΠΔ, εφόσον δεν υπάρχει εμφάνιση του Εναγόμενου κατά τη δίκη για την οποίαν είναι ενήμερος, να προσκομίζει μαρτυρία για να αποδείξει την υπόθεσή της. Αυτό το δικαίωμα δεν αναστάλθηκε καθόλου κατά τη διάρκεια ισχύος των περιοριστικών υγειονομικών μέτρων. Είναι βεβαίως κάπως συγκεχυμένοι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου. Από τη μία, ισχυρίζεται πως, όντως, παρέλειψε να εμφανιστεί κατά τη δίκη στις 18.06.2020, και γι' αυτό αιτείται θεραπεία και στη βάση της Δ.33,κ.5 ΚΠΔ, προβάλλοντας λόγους τέτοιας παράλειψης, για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια να παραμερίσει την απόφαση. Από την άλλη, λέει πως κακώς εμφανίστηκε η Ενάγουσα στο Δικαστήριο και θεωρήθηκε απών από το Δικαστήριο ο Εναγόμενος κατά την 18.06.2020, λόγω των υγειονομικών μέτρων, και ότι θα έπρεπε απλά να αναβληθεί η ακρόαση και όχι να απολήξει σε δικαστική απόφαση εναντίον του. Είναι γεγονός πως μετά την 30.01.2020, που είχε οριστεί η αγωγή για Ακρόαση, ολόκληρη η ανθρωπότητα ήρθε εντονότερα αντιμέτωπη με την πανδημία του Covid-19, μη εξαιρουμένης της Κύπρου. Η πανδημία είχε επίδραση στον τρόπο διεξαγωγής των δικαστικών διαδικασιών, με διάφορες διακυμάνσεις, αναλόγως των εκάστοτε περιοριστικών υγειονομικών μέτρων που επιβλήθηκαν από τις αρμόδιες υγειονομικές αρχές. Μιλώντας για εκείνη την περίοδο, με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό και μετέπειτα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό που δημοσιεύθηκε την 30.04.2020, είχαν ανασταλεί προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών διαβημάτων, που όμως με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Διαδικαστικό Κανονισμό, που δημοσιεύθηκε την 22.05.2020, επανήλθαν. Ουδόλως μπορεί να λεχθεί πως τα περιοριστικά υγειονομικά μέτρα οδήγησαν τα Δικαστήρια οποτεδήποτε σε παύση της λειτουργίας τους. Την 18.06.2020, που η αγωγή ήταν ορισμένη για Ακρόαση, ήταν περίοδος χαλαρώσεων και των υγειονομικών μέτρων, όπως άλλωστε φαίνεται από τις Κ.Δ.Π. 254/2020 ημερομηνίας 05.06.2020 και Κ.Δ.Π. 258/2020 ημερομηνίας 12.06.2020, και τις μετέπειτα κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν με βάση τον περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο Κεφ.
- Κατά την 18.06.2020, ειδικότερα, δεν φαίνεται να υπήρχε οποιοσδήποτε περιορισμός στις μετακινήσεις. Εκείνη την περίοδο, όσον αφορά τις διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, είχε εκδοθεί η ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.2020 και η συναπόφαση του Δικηγορικού Συλλόγου Λεμεσού με τη διοίκηση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 08.05.
- Σύμφωνα με την προαναφερόμενη συναπόφαση, η οποία εκδόθηκε σε πνεύμα συνεργασίας των δικηγόρων με το Δικαστήριο, οι πρώτες εμφανίσεις (όπου ήταν εφικτό) θα διεκπεραιώνονταν χωρίς τη φυσική παρουσία των δικηγόρων, και η ενημέρωση γι' αυτές θα γίνονταν ηλεκτρονικά, μέσω του συλλόγου τους, εκτός εάν το Δικαστήριο έδινε διαφορετικές οδηγίες. Ακροάσεις θα άρχιζαν ή θα συνέχιζαν κατόπιν προηγούμενης επικοινωνίας με το Δικαστήριο, ειδάλλως οι δικηγόροι θα εκλάμβαναν ότι αυτές θα αναβάλλονταν. Το νόημα αυτής της ρύθμισης ήταν να μην προσέρχονται στο Δικαστήριο οι δικηγόροι άδικα ή άσκοπα και να εκθέτουν σε κίνδυνο την υγεία τους ή και τη δημόσια υγεία, εάν η υπόθεσή τους θα αναβάλλονταν για οποιονδήποτε λόγο, ενώ, εάν το Δικαστήριο θα μπορούσε και έπρεπε να αρχίσει ή να συνεχίσει μίαν ακρόαση, οπότε και θα ήταν υποχρέωσή τους να είναι παρόντες στο Δικαστήριο, να το γνωρίζουν εκ των προτέρων, για να προετοιμάζονται ανάλογα. Τα στοιχεία επικοινωνίας των δικηγόρων με τον κάθε Δικαστή είχαν κοινοποιηθεί. Μετά την απόσυρση του δικηγόρου του Εναγόμενου την 30.01.2020, και καθ' όλη τη μετέπειτα πορεία, μέχρι και σήμερα, δεν κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να δείχνει είτε την εκπροσώπηση του Εναγόμενου από άλλο δικηγόρο (που δεν είναι υποχρεωτική) είτε κάποια νέα διεύθυνση επίδοσης στον Εναγόμενο και τα στοιχεία επικοινωνίας μαζί του, δηλωτικά και της συνέχισης της δικονομικής του παρουσίας. Την 18.06.2020, ουδείς θα μπορούσε να γνωρίζει εάν ο Εναγόμενος εξακολουθεί να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στην υπόθεση ή εάν εγκατέλειψε την υπόθεσή του. Δεν φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου να υπήρξε ειδοποίηση προς οποιονδήποτε ότι θα άρχιζε η ακροαματική διαδικασία. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν διόρισε στο μεταξύ δικηγόρο και δεν επικοινώνησε και με το Δικαστήριο ή με την πλευρά της Ενάγουσας πριν από την ακρόαση, οδηγούσε και στην πιθανότητα να μην εμφανίζονταν πλέον στην υπόθεση. Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία αυθημερόν, αλλά ζήτησε χρόνο για να το πράξει. Ο χρόνος που θα μεσολαβούσε θα διασφάλιζε περαιτέρω την περίπτωση όπου ο Εναγόμενος άθελά του δεν εμφανίστηκε την 18.06.2020, να φροντίσει να λάβει ενημέρωση για το τι έλαβε χώρα την 18.06.2020, και μέχρι την 24.06.2020, οπότε, εάν τελικά εξακολουθεί να εμφανίζεται δικονομικά στη διαδικασία, να εμφανιστεί την 24.06.
- Ούτε την 24.06.2020 υπήρξε εμφάνιση ή με άλλο τρόπο επικοινωνία του Εναγόμενου με το Δικαστήριο. Κατ' αρχάς, η μαρτυρία που προσκομίζεται από πλευράς Εναγόμενου θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, γιατί δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη ο ισχυρισμός του κύριου ΧΧΧΧ, εκ μέρους της Ενάγουσας, ότι θα έπρεπε να προσκομιστεί και πιστοποιητικό ασθενείας του Εναγόμενου, προκειμένου να δικαιολογείται η μαρτυρία της κυρίας ΧΧΧΧ, ως προς γεγονότα. Πέραν του ότι θα ήταν δυσανάλογη υπό τις περιστάσεις η περαιτέρω ενασχόληση με τα δεδομένα υγείας του Εναγόμενου, προκειμένου απλά να δικαιολογηθεί η εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσας, τα περισσότερα από τα γεγονότα που δεν φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου σχετίζονται και με την εμπλοκή του δικηγορικού γραφείου στο οποίο εργάζεται η ίδια η ενόρκως δηλούσα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί πιο κατάλληλη μάρτυρας από τον ίδιο τον Εναγόμενο, για να εξηγήσει γιατί, ενώ ο Εναγόμενος ήρθε σε επικοινωνία μαζί με τον δικηγόρο του πριν από την ακρόαση, υπήρξε μια τέτοια εξέλιξη. Κάτι, όμως, που δεν εξηγεί επαρκώς. Ακόμα κι αν ο δικηγόρος του δεν είχε εξασφαλίσει διοριστήριο, για οποιονδήποτε λόγο, σχετικό ή όχι με την πανδημία, θα ήταν χρήσιμο ενδεχομένως να επικοινωνούσε με το Δικαστήριο, αλλά και με την πλευρά της Ενάγουσας, πριν από την ημέρα και ώρα της ακρόασης, να ενημερώσει για την πρόθεσή του να εμφανιστεί και να εκπροσωπήσει τον Εναγόμενο ή για οποιοδήποτε ζήτημα, όπως και για τυχόν ανάγκη να δοθεί χρόνος για να τακτοποιήσει διαδικαστικά την εμφάνισή του ή για να προετοιμαστεί για την ακρόαση. Σε μια τέτοια περίπτωση, ούτε η πλευρά της Ενάγουσας θα έμπαινε μάλλον στη διαδικασία να εμφανιστεί στον χώρο του Δικαστηρίου κατά την 18.06.2020, ούτε το Δικαστήριο να θεωρήσει τον Εναγόμενο απών από τη διαδικασία. Ουδείς, όμως, την 18.06.2020, θα μπορούσε να υποθέσει είτε ότι ο Εναγόμενος που δεν εμφανίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο ενδιαφέρεται για την υπόθεσή του και επικοινώνησε με δικηγόρο, είτε ότι κάποιος δικηγόρος, που όμως δεν εμφανίζεται στη διαδικασία και επίσης δεν έχει επικοινωνήσει με οποιονδήποτε, θα είχε κάποιο διαφορετικό αίτημα. Υπήρξε παράλειψη του Εναγόμενου να εμφανιστεί κατά την ακρόαση την 18.06.2020 και όχι λανθασμένη εμφάνιση από τη συνήγορο της Ενάγουσας ούτε λανθασμένος χειρισμός από το Δικαστήριο. Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 25.06.2020 εκδόθηκε νομότυπα και δεν υπόκειται σε ακύρωση, ως λανθασμένη, που δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί. Για την παράλειψη αυτή του Εναγόμενου να εμφανιστεί την 18.06.2020, δεν διακρίνεται από τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο δόλος της Ενάγουσας ή των συνηγόρων της. Ο μόνος που ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι δεν χρειάζεται να εμφανιστεί στο Δικαστήριο ή να πράξει άλλως πώς γιατί οι υποθέσεις αναβάλλονται από μόνες τους είναι ο δικός του δικηγόρος· ίσως υπό κάποια πεποίθηση πως ό,τι ισχύει για τους δικηγόρους, κατόπιν συμφωνίας του συλλόγου που τους εκπροσωπεί με το Δικαστήριο, ισχύει και για τους πολίτες που εμφανίζονται αυτοπροσώπως. Εάν υπήρχε δόλος οποιουδήποτε, για την ακύρωση και κατ' επέκταση παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 25.06.2020, κατάλληλο θα ήταν το ένδικο διάβημα της αγωγής, στην οποία να εκτίθενται και όλες οι σχετικές λεπτομέρειες δόλου. Χρειάζεται όμως και λίγη προσοχή όταν δικηγόροι επικαλούνται δόλο συναδέλφων τους, γιατί μπορεί να μην και είναι αναγκαίο κάτι τέτοιο, απλά για να δικαιολογήσουν δικονομικές παραλείψεις που μπορεί να συμβούν στη δικαστηριακή πρακτική. Γι' αυτό άλλωστε υπάρχει η θεσμοθετημένη δυνατότητα χρησιμοποίησης της Δ.33,κ.5 ΚΠΔ σε περίπτωση μιας τέτοιας παράλειψης εμφάνισης κατά τη δίκη που καταλήγει σε έκδοση δικαστικής απόφασης. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, η πρόνοια της Δ.33,κ.5 ΚΠΔ προσαρμόζεται απόλυτα με την πρόνοια της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ που ισχύει για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, όπως και με την πρόνοια της Δ.26,κ.14 ΚΠΔ που ισχύει για τον παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Κατά συνέπεια, και στην Δ.33,κ.5 ΚΠΔ, πέρα από τη δικαιολόγηση της παράλειψης εμφάνισης κατά την ημέρα της δίκης, θα πρέπει, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για τον παραμερισμό, να εξηγείται και η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, που να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Τούτο ασχέτως εάν είχε ήδη καταχωριστεί δικόγραφο έκθεση υπεράσπισης και βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου ή εάν το Δικαστήριο γνωρίζει περί της ύπαρξης υπεράσπισης δια άλλης διαδικασίας. Στη Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129, για παράδειγμα, προϋπήρχε απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί αίτηση για συνοπτική απόφαση, στη βάση του ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως εύλογη υπεράσπιση, ωστόσο αυτή η συνθήκη δεν αναιρούσε εκ προοιμίου την υποχρέωση, κατά την αίτηση για παραμερισμό απόφασης που μετέπειτα εκδόθηκε λόγω παράλειψης εμφάνισης κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής, με χρήση της Δ.33,κ.5 ΚΠΔ, να αναφερθεί η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης, και δη όχι λεκτικά, αλλά να εξηγηθεί. Εκεί, βεβαίως, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με εκείνη τη πτυχή, είναι γιατί δεν χρειάστηκε, έχοντας ήδη καταλήξει ότι δεν πληρούνταν η πρώτη προϋπόθεση, του δικαιολογημένου της παράλειψης εμφάνισης. Η νομολογία[1] που δομήθηκε στη βάση της Δ.17,κ.10 ΚΠΔ και ισχύει και όσον αφορά τη Δ.33,κ.5 ΚΠΔ και συνοψίστηκε και σε αρκετές πιο πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις, μεταξύ των οποίων η Wakeham v. Bhatti, ECLI:CY:AD:2016:A255, Πολιτική Έφεση 49/2011, ημερομηνίας 25.05.2016, η Χρυσόδοντας ν. Ακουολογικό Κέντρο Λάρνακας Γιώργος Παναγιώτου Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε10/2013, ημερομηνίας 06.06.2018, και η Jurgen κ.α. ν. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 80/2014, ημερομηνίας 01.06.2020 είναι ότι το Δικαστήριο ελέγχει εάν συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις, σωρευτικά: (α) Εάν έχει διαφανεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, με τη ουσιαστική μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό, χωρίς να απαιτείται υπάρχει εκτεταμένη αναφορά· αυτή είναι και η ουσιωδέστερη προϋπόθεση[2]. Στο πλαίσιο της αίτησης παραμερισμού, το Δικαστήριο δεν εξετάζει τη μαρτυρία για να την αξιολογήσει όπως σε κανονική δίκη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν την κοιτάζει ώστε να διακριβώσει κατά πόσο παρατίθεται με έναν τρόπο συνεκτικό και κυρίως πειστικό· ότι δεν είναι «απογυμνωμένη νομιμοποιητικού ερείσματος», όπως ήταν η έκφραση στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Η υπεράσπιση πρέπει να είναι «συζητήσιμη», άρα «λογικοφανής», όπως αναφέρθηκε στη NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
- (β) Εάν έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση τόσο στην καταχώριση εμφάνισης όσο και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό[3]· Για την παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης, θα πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως για παράδειγμα ότι η διαδικασία δεν περιήλθε σε γνώση του αιτητή, δίδοντας γι' αυτό συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις[4]. Η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό, εάν προκύπτει από αυτήν αδιαφορία και περιφρόνηση, σε τέτοιο βαθμό που να επισκιάζει ξεκάθαρα τη σημαντικότητα της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ώστε εάν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης, παρά την επιλήψιμη δικονομική διαγωγή, να πλήττεται σοβαρότερα το θεμέλιο της δικαιοσύνης, απ' ότι εάν δεν επιτραπεί η ακρόαση της υπεράσπισης[5]. Προφανώς, η συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων ελέγχεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο ζυγίζει, από τη μια, την αρχή ότι είναι προς το συμφέρον του συνόλου της κοινωνίας να τερματίζονται οι αντιδικίες το συντομότερο δυνατόν (interest repuplicae ut sit finis litium), από την άλλη, την αρχή ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα να ακούγεται· δικαίωμα που δεν πρέπει να του αφαιρείται με μεγάλη ευκολία ή με ζήλο[6]. Όπως επισημαίνεται και στη Jurgen (ανωτέρω), δεν υπάρχουν στεγανά στην εξέταση μιας τέτοιας αίτησης, αλλά κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των δικών της τυχόν διαφορετικών γεγονότων. Στη Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, ο αιτητής ήταν πρόσωπο που γνώριζε τι έπρεπε να πράξει και δεν είχε άγνοια των διαδικασιών, όπως και των συνεπειών μη καταχώρισης εμφάνισης σε μία αγωγή, ωστόσο επικαλέστηκε το γεγονός ότι γίνονταν διαπραγματεύσεις και ότι η εντύπωση ήταν πως δεν θα προωθείτο η αγωγή. Δεν ενέχει σημασία η "εντύπωση" με την οποία αφέθηκαν οι εφεσείοντες, κατά το δικό τους ισχυρισμό, ότι οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν ή ότι δεν θα λαμβάνονταν περαιτέρω μέτρα, λέχθηκε. Από την άλλη, στην Κοστανιάν ν. Βασιλείου, ECLI:CY:AD:2020:A73, Πολιτική Έφεση 168/2013, ημερομηνίας 25.2.2020, λέχθηκε ότι: ...τυχόν επιπόλαιοι χειρισμοί ενός εναγομένου, που οδηγούν στην έκδοση απόφασης εναντίον του, δεν θεωρούνται, χωρίς άλλο, από τη νομολογία ως καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, οποιασδήποτε μορφής. Στην Κοστανιάν (ανωτέρω), όπου κρίθηκε ότι θα έπρεπε να παραμεριστεί η ερήμην απόφαση, η εφεσείουσα, όταν παρέλαβε κλητήριο που αφορούσε διαφορά επί διαμερισμάτων για την οποία δεν γνώριζε πληροφορίες, παρέδωσε το κλητήριο στο συνεναγόμενο της, ο οποίος την προέτρεψε να του το δώσει για να ενεργήσει όπως και ο ίδιος, παραδίδοντας το στον δικηγόρο του για διευθέτηση. Όμως ο συνεναγόμενος δεν ενήργησε όπως αντιλήφθηκε η εφεσείουσα και εκδόθηκε απόφαση λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Από τη συγγνωστή επιπολαιότητα έως την ασύγγνωστη αδιαφορία υπάρχει μια απόσταση, πραγματική. Η Jurgen (ανωτέρω), για παράδειγμα, διαφοροποιήθηκε από την Κοστανιάν (ανωτέρω) στη βάση του ότι οι εφεσείοντες ήταν οργανισμός με εμπειρία σε δικαστικές διαδικασίες που γνώριζε περί των διαδικασιών και η ιδιότητα τους ενείχε τη δική της σημασία. Με διαφορετικό τρόπο εμπλοκή της ιδιότητας των αιτητών και της πρακτικής δυνατότητας να καταχωρίσουν εμφάνιση υπήρχε στη Sokollow S.A. Oddzial Zaklady Miesne W Kole v. Lope Enterprises Ltd
(2014)1 Α.Α.Δ. 2555, στην οποία δεν κρίθηκε ως δικαιολογημένη η παράλειψη των εφεσειόντων, δια των αλλοδαπών δικηγόρων στους οποίους είχαν αποταθεί, να ακολουθήσουν τη δέουσα διαδικασία εμφάνισης, ενδεχομένως κατόπιν συμβουλής από Κύπριους δικηγόρους, αλλά να πράξουν κατά το δοκούν, αποστέλλοντας έγγραφα υπεράσπισης στο Πρωτοκολλητείο. Το απαύγασμα αυτής της νομολογιακής σειράς είναι πως οι υποθέσεις, οι εντυπώσεις και άλλες υποκειμενικές καταστάσεις δεν προσδίδουν βαρύτητα στους λόγους μη εμφάνισης. Σημασία έχουν τα αντικειμενικά δεδομένα. Στην Wakeham (ανωτέρω) δεν τίθετο υπό αμφισβήτηση η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, ενώ ο εφεσείων παρείχε αρκούντως καλό λόγο μη εμφάνισης και καθυστέρησης υποβολής της αίτησης (περίπου τρείς μήνες), που δεν αμφισβητήθηκε: εξέτιε ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές, από όπου δύσκολα μπορούσε να επικοινωνεί, ενώ αντιμετώπιζε και προβλήματα υγείας. Ως σύνολο, οι περιστάσεις του, σε συνάρτηση με την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό. Εξ ου και λέχθηκε πως: Όπου η διαδικασία έχει εξελιχθεί κανονικά και έχει οδηγηθεί στην έκδοση απόφασης λόγω αβλεψίας και/ή παράλειψης εναγόμενου να εμφανισθεί, το Δικαστήριο είναι δυνατό να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνισή του ήταν, υπό τις περιστάσεις, δικαιολογημένη. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αναφέρεται οτιδήποτε στη μαρτυρία που προσκομίζεται από πλευράς Εναγόμενου για την ύπαρξη καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Είναι σαν να μην έχει θεωρήσει αναγκαίο, ο Εναγόμενος, να ασχοληθεί καθόλου με αυτή την προϋπόθεση, επειδή έχει καταχωρισμένο δικόγραφο και η παράλειψη εμφάνισης ήταν παράλειψη εμφάνισης κατά τη δίκη. Η ύπαρξη καταχωρισμένου δικογράφου έκθεσης υπεράσπισης, όμως, δεν εξισώνεται με εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, η οποία είναι την ύπαρξη δικαστικής απόφασης που πλέον αντιμάχεται. Όταν δεν υπάρχει καθόλου ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για παραμερισμό περί ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ή όταν υπάρχει και δεν συνοδεύεται από κάποια υποτυπώδη μαρτυρία, που να καθιστά πειστική την ύπαρξη της υπεράσπισης ως επιχειρημάτων που μπορούν, εάν αποδειχθούν, να επιδράσουν στην απαίτηση της Ενάγουσας (όχι απλά καταχωρισμένου δικογράφου), το Δικαστήριο δεν ανατρέχει από μόνο του σε κάποιο υφιστάμενο δικόγραφο ή σε άλλο υλικό του φακέλου, για να διερευνήσει εάν προκύπτει από αλλού εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ούτε καταλήγει σε τέτοιο συμπέρασμα εκ του γεγονότος ότι υφίσταται καταχωρισμένο δικόγραφο που δεν είχε διαγραφεί και οδηγήθηκε σε δίκη. Είναι υποχρέωση του Εναγόμενου που αιτείται τον παραμερισμό να αποδεικνύει, με σχετική μαρτυρία, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του. Η μαρτυρία του Εναγόμενου περιορίζεται στην προσπάθεια να εξηγήσει τους λόγους μη εμφάνισης του κατά την 18.06.2020. Και αυτοί οι λόγοι, όμως, αποδίδονται γενικευμένα στην πανδημία ή στο ότι ήταν επιφορτισμένος γενικά να αντιμετωπίσει το πρόβλημα υγείας του και εν τέλει στην παράλειψη των δικηγόρων στους οποίους αποτάθηκε να προβούν στα ανάλογα διαβήματα. Δεν θεωρώ ότι η επίκληση της πανδημίας γενικά και των περιοριστικών υγειονομικών μέτρων κατέστησαν αδύνατη την εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου την 18.06.2020 ή την 24.06.2020 ή την 25.06.2020, με οποιονδήποτε από τους διαθέσιμους τρόπους, με φυσική παρουσία ή ηλεκτρονικά. Η παράλειψη του Εναγόμενου ή των δικηγόρων του να εμφανιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία, υπό τις περιστάσεις, δεν είναι δικαιολογημένη, και, ως προβλήθηκε, αγγίζει και εκείνα τα όρια της αδιαφορίας για τη δικαστική διαδικασία, ώστε, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου δεν διατίθεται παράλληλα και εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, αναπόφευκτα οδηγείται το Δικαστήριο στο να μην μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού. Με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος, με την αίτησή του, δεν απέδειξε τη σωρευτική συνδρομή των προϋποθέσεων που θα πρέπει να ισχύουν με βάση τη Δ.33,κ.5 ΚΠΔ ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 25.06.2020, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι η ανταπαίτηση (πλέον απαίτηση) του Εναγόμενου εναντίον της Ενάγουσας ουδέποτε απορρίφθηκε και φαίνεται να εκκρεμεί, χωρίς όμως να έχει οριστεί, η υπόθεση θα οριστεί για προγραμματισμό, ούτως ώστε τα μέρη να ενημερώσουν το Δικαστήριο τι προτίθενται να πράξουν αναφορικά με την ανταπαίτηση. (Υπ.)............ Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε ενδεικτικά και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, Αργυρού ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 229, Τρύφωνος ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης
(2014)1 Α.Α.Δ. 1080. [2] Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. Unigoods Trading Co. Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774. [3] Χριστοφόρου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 86. [4] Iason Travel & Tours Ltd ν. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ.
- [5] NSM Democars Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010, ημερομηνίας 14.10.
- [6] Δέστε και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο