ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΑΠΕΗΤΕΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΓΡΟΥ - ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1403/2011, 15/1/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2021:A29 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1403/2011 Mεταξύ: ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΕΦΟΡΕΙΑΣ ΑΠΕΗΤΕΙΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΓΡΟΥ - ΛΕΜΕΣΟΥ Ενάγουσας και 1.XXXXX ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ
- XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- XXXXX ΝΕΟΦΥΤΟΥ (των εναγόμενων 2 - 6 ως νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντα XXXXX Χρ. Νεοφύτου) Εναγόμενων Ημερομηνία: 15 Ιανουαρίου 2021 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: Οι κ.κ. Χρ. Χριστοφόρου και Π. Καϊκκης για Χρίστος Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο 1: Ο κ. Ι. Μιχαλάκη και η κα Ε. Πιτσιλλίδου για Μιχαλάκη, Πιτσιλλίδου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η παρούσα αγωγή αφορά τη διεκδίκηση από την ενάγουσα του ½ του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX του Φ/Σχ. 38/57 και με αρ. τεμαχίου XXXXX στην τοποθεσία Λαξίδια του χωριού Αγρός Λεμεσού. Το ως άνω Ακίνητο όπως θα αναφέρεται στη συνέχεια είναι σήμερα εγγεγραμμένο επ' ονόματι του εναγόμενου
- Το ιστορικό του Ακινήτου που ενδιαφέρει τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας διαφοράς, όπως και τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή, ανάγονται στο μακρινό έτος 1943, όταν πάρθηκε η απόφαση για την ανέγερση της Απεήτειου Ανωτέρας Σχολής Αγρού ή του Απεήτειου Γυμνασίου Αγρού (στη συνέχεια «η Σχολή»). Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σε σχέση μόνο με τον εναγόμενο 1 και έτσι η παρούσα απόφαση αφορά μόνον αυτόν. Εναντίον των υπόλοιπων εναγόμενων (2 - 6), έχει ήδη εκδοθεί σε προγενέστερο στάδιο δικαστική απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα την εγγραφή του ½ μεριδίου του Ακινήτου που ανήκε σε αυτούς επ' ονόματι της ενάγουσας. Όλα αυτά όμως θα γίνουν κατανοητά στη συνέχεια της απόφασης όπου θα καταγραφούν κατά σειρά σύνοψη των δικογραφημένων ισχυρισμών, ακολούθως η μαρτυρία και αξιολόγηση της και τα ευρήματα/συμπεράσματα όπως και η κατάληξη μου επί των επίδικων θεμάτων. Σύνοψη των δικογραφημένων ισχυρισμών: Η ενάγουσα ισχυρίζεται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι η κάτοχος και/ή η νόμιμος εκπρόσωπος και/ή η ιδιοκτήτρια της Σχολής, η οποία ανεγέρθηκε κατά ή περί το έτος 1948 εντός των τεμαχίων XXXXX, XXXXX και XXXXX του Φ/Σχ. 38/57 στην τοποθεσία «Λαξίδια» στο χωριό Αγρός της Επαρχίας Λεμεσού. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η ανέγερση της Σχολής έγινε με τη σύμφωνο γνώμη και/ή συγκατάθεση των τότε ιδιοκτητών και/ή των δικαιούμενων σε εγγραφή προσώπων επί των προαναφερθέντων τεμαχίων όπου στο επίδικο Ακίνητο εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν από ½ μερίδιο ο καθένας τους ο XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου δυνάμει του φακέλου του Κτηματολογίου Λεμεσού Α.162/
- Οι ως άνω, κατά ή περί την 26.08.1951 έδωσαν την έγγραφη συγκατάθεση τους η οποία πιστοποιήθηκε δεόντως από τον Κοινοτάρχη του χωριού Αγρού για εγγραφή του Ακινήτου τους επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής και προς τούτο υποβλήθηκε σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού η υπ' αριθμό Α1594/
- Ενώ εκκρεμούσε η αίτηση αυτή ο Μητροπολίτης Κιτίου, ως Πρόεδρος της Επιτροπείας της Σχολής, έδωσε σχετική πιστοποίηση/ εξουσιοδότηση στον XXXXX Ν. Παπαδόπουλο ή XXXXX από τον Αγρό, ως Γραμματέα της Σχολικής Εφορίας της Σχολής, να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο για την έκδοση τίτλου επ' ονόματι της Σχολής. Προβάλλεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα από το έτος 1948 μέχρι το έτος 1987 και εντεύθεν, ήτοι πέραν τριακονταετίας συνεχίζει αδιαλείπτως να κατέχει και καρπούται και/ή χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της Σχολής ολόκληρο το Ακίνητο, χωρίς οποιανδήποτε όχληση και/ή απαίτηση υπό τρίτου προσώπου και/ή των εναγόμενων και/ή των προκατόχων τους και ότι η ενάγουσα είχε την ισχυρή πεποίθηση ότι το Ακίνητο ενεγράφη επ' ονόματι της δυνάμει του Φακ. Α1594/51 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ακόμα ότι η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου απεβίωσε στις 23.06.1982 και προς τούτο υποβλήθηκε αίτηση διαχείρισης της περιουσίας της και χωρίς αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο να ανακαλέσει την έγγραφη συγκατάθεση της με ημερομηνία 26.08.1951 και χωρίς να προβεί στη μεταβίβαση του ½ του Ακινήτου επ' ονόματι της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 στα πλαίσια της ως άνω διαχείρισης δόλια και/ή διά ψευδών παραστάσεων και/ή δι' απάτης και/ή πλάνης περί τα πράγματα και/ή κακόπιστα και/ή λάθος και/ή προς βλάβη των δικαιωμάτων της ενάγουσας και/ή προς παράνομη διεκδίκηση οικονομικού οφέλους προέβη σε ενέργειες στο Κτηματολόγιο, με αποτέλεσμα το ½ μερίδιο του Ακινήτου να εγγραφεί και/ή γίνει αποδεχτή η εγγραφή του επ' ονόματι του με ημερομηνία εγγραφής 8.09.1987, η οποία εγγραφή εξακολουθεί να υφίσταται επ' ονόματι του μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα ως άνω γεγονότα και ισχυρισμούς η ενάγουσα αξιώνει αφενός διάταγμα με το οποίο να ακυρωθεί η εγγραφή του ½ μεριδίου του Ακινήτου επ' ονόματι του εναγόμενου 1, καθώς η ως άνω εγγραφή που έγινε την 8.09.1987 έγινε διά απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλάνης περί τα πράγματα και/ή λάθους και/ή άλλως πως μη δυνάμενη να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και αφετέρου αναγνωριστική απόφαση ότι η ενάγουσα δικαιούται στην εγγραφή ολόκληρου του ως άνω ακινήτου και διάταγμα εγγραφής του ως άνω ½ μεριδίου επ' ονόματι της. Στην έκθεση απαιτήσεως καταγράφονται λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης οι οποίες ουσιαστικά συνίστανται στον ισχυρισμό περί της γνώσης ή ότι όφειλε να γνωρίζει ο εναγόμενος 1 τα ως άνω γεγονότα και ότι γνώριζε ότι σε καμιά περίπτωση δικαιούτο σε εγγραφή και απόκτηση τίτλου στο Ακίνητο στο οποίο ήταν ήδη κτισμένη η Σχολή και ότι δήλωσε αναληθώς και/ή ψευδώς ότι ήταν χωράφι. Ο εναγόμενος 1 στην Υπεράσπισή του αρνείται τα γεγονότα και ισχυρισμούς, όπως αυτοί προβάλλονται από την ενάγουσα, και την καλεί σε αυστηρή απόδειξη τους. Παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς σε σχέση με το ιστορικό του Ακινήτου και αρνείται ότι ενήργησε με δόλο, απάτη ή με ψευδείς παραστάσεις και ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με αυτό το ιστορικό είναι αυτός ο νόμιμος ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του. Ισχυρίζεται ότι οποιανδήποτε τυχόν συγκατάθεση κατέχει η ενάγουσα, όπως ισχυρίζεται, είναι προϊόν δόλου και/ή αποτέλεσμα πλαστογραφίας και/ή πλάνης και ουδέποτε έλαβε αντάλλαγμα και ούτε παρουσιάστηκε αυτός ή η προκάτοχος του στο κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του Ακινήτου. Με την Ανταπαίτηση του αξιώνει όπως η ενάγουσα σταματήσει αμέσως να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο στο Ακίνητο και εγκαταλείψει αυτό αφού αφαιρέσει και κατεδαφίσει τις οικοδομές που ανήγειρε σε αυτό επαναφέροντάς το στην προηγούμενη του κατάσταση. Αξιώνει επίσης διάφορες άλλες μορφές αποζημιώσεων όπως για ζημιές ύψους €50.000,00 για αποκατάσταση και επαναφορά του Ακινήτου στην προηγούμενη του κατάσταση με την κατεδάφιση των κατασκευών που η ενάγουσα ανήγειρε παράνομα και αυθαίρετα για τούτο και αξιώνει και σχετικά διατάγματα για παύση της επέμβασης και εγκατάλειψης του ακινήτου. Ισχυρίζεται ότι η αξία του μέρους του ακινήτου επί του οποίου γίνεται η επέμβαση είναι €350.000,00 ποσό το οποίο και αξιώνει. Αξιώνει επί πλέον αποζημιώσεις για απώλεια και ζημιές και αποζημιώσεις για ζημιά που θα υποστεί για την παράνομη επέμβαση επί του Ακινήτου του. Τα ως άνω προβαλλόμενα από τον εναγόμενο 1 απορρίπτονται από την ενάγουσα με την Απάντηση της στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 επαναλαμβάνοντας επί της ουσίας όσα και στην Έκθεση Απαιτήσεως της εμμένοντας στις αξιώσεις της. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέλυσαν στις αγορεύσεις τους διεξοδικά τη δοθείσα μαρτυρία όπως την αντιλήφθηκαν ο καθένας κάνοντας αναφορά σε νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει από τις οποίες αναδύονται αρχές που εφαρμόζονται σε διάφορα επί μέρους ζητήματα που κατά την άποψη τους άπτονται των επίδικων ζητημάτων. Εισηγήθηκαν όπως το Δικαστήριο επικροτήσει τις δικές τους θέσεις και εισηγήσεις. Έχω μελετήσει με προσοχή όσα εκθέτουν οι δύο πλευρές στις αγορεύσεις τους και λήφθηκαν υπ' όψιν κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που προηγήθηκε και στην εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Ειδικότερα ήταν βασική και καταληκτική θέση και εισήγηση της πλευράς της ενάγουσας ότι θα πρέπει να πετύχει η αξίωση της για έκδοση διατάγματος με το οποίο το Δικαστήριο να διατάξει την ακύρωση εγγραφής του ½ μεριδίου επ' ονόματι του εναγόμενου 1 του επίδικου Ακινήτου το οποίο ενεγράφη όπως κατέδειξε και η δοθείσα μαρτυρία δι' απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλάνης περί τα πράγματα και/ή λάθους μη δυνάμενη να επιφέρει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και επιπλέον να της επιδικαστούν έξοδα υπέρ της. Ήταν δε περαιτέρω η εισήγηση τους όπως η Ανταπαίτηση απορριφθεί καθώς δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης. Από την άλλη, θέση της πλευράς του εναγόμενου 1 ήταν ότι το μερίδιο της αποθανούσας Χριστίνας Χριστοφή Νεοφύτου μεταβιβάστηκε σε αυτόν νόμιμα και παραμένει μέχρι και σήμερα ο νόμιμος και εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης του Ακινήτου. Εισηγείται ότι η προσφερθείσα μαρτυρία εκ μέρους της ενάγουσας δεν κατέδειξε ότι οι αναφερόμενοι XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου έδωσαν οποιαδήποτε συγκατάθεση για εγγραφή του Ακινήτου σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, ουδέποτε μετέβησαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για να εκτελέσουν την αναφερόμενη μεταβίβαση και ότι η οποιαδήποτε συγκατάθεση για μεταβίβαση κατέχει η ενάγουσα όπως ισχυρίζεται, είναι προϊόν δόλου και/ή αποτέλεσμα πλαστογραφίας και/ή πλάνης. Τα αναφερόμενα έγγραφα είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι ποτέ δεν ήταν ικανοποιητικά με βάση τις διαδικασίες που διέπουν το Κτηματολόγιο για να εκτελεστεί η οποιαδήποτε μεταβίβαση και ουδέποτε έλαβαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα και ούτε ποτέ παρουσιάστηκαν στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του επίδικου Ακινήτου, όπως ήταν και η ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία ως προς την μεταβίβαση ακινήτου κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Λόγω ακριβώς της αυθαίρετης και παράνομης και χωρίς την έγκριση του και/ή συγκατάθεση του και/ή των προκατόχων του και/ή συνιδιοκτητών του, κατοχής του Ακινήτου του από την ενάγουσα και/ή τους αντιπροσώπους της, και/ή τους υπηρέτες της και/ή από πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό της, και/ή των προκατόχων του και/ή συνιδιοκτητών του, ο εναγόμενος 1 και/ή οι προκάτοχοι του στο Ακίνητο, υφίστανται απώλειες και ζημιές από τις πιο πάνω παράνομες και αυθαίρετες επεμβάσεις και/ή πράξεις και/ή παραλείψεις της ενάγουσας και εμποδίζεται μέχρι και σήμερα στην αξιοποίηση του Ακινήτου του. Η ενάγουσα από την άλλη μετέβαλε τα φυσικά χαρακτηριστικά του Ακινήτου στερώντας τον επί έτη στην αξιοποίηση του αποκομίζοντας οικονομικά και άλλα οφέλη. Για τούτο και ανταπαιτητικά αξιώνει διαφόρων μορφών αποζημιώσεις για τις ζημιές τις οποίες σύμφωνα με την μαρτυρία που πρόσφερε και η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη για όλα τα χρόνια που η ενάγουσα κατέχει και εκμεταλλεύεται το Ακίνητο. Για τους λόγους δε που αναλυτικά αναφέρουν στην αγόρευση τους εισηγούνται ότι η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει σε καμία περίπτωση την υπόθεση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ως εκ τούτου δεν δικαιούται στην έκδοση απόφασης υπέρ της και ότι από την άλλη ο εναγόμενος 1 με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδείξει την ανταπαίτηση του και ως εκ τούτου δικαιούται στην έκδοση απόφασης υπέρ του σύμφωνα με αυτή. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προσπάθεια μου θα είναι η κατά συνοπτικό τρόπο παράθεση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και αφορά αυστηρά τα επίδικα θέματα με απώτερο σκοπό την αποφυγή επαναλήψεων. Όπου χρειαστεί, σχολιασμός επί μέρους ζητημάτων που προέκυψαν από τη μαρτυρία θα γίνει και στα άλλα μέρη της απόφασης. Τα ως άνω ασφαλώς χωρίς να παραγνωρίζω το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας (προφορικής και έγγραφης) την οποία διεξήλθα και μελέτησα με προσοχή και αντιπαρέβαλα μεταξύ της για να καταλήξω στα απαραίτητα συμπεράσματα/ ευρήματα προς επίλυση των επίδικων θεμάτων τα οποία και θα συνοψιστούν στο τέλος μετά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ενάγουσα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε ως μάρτυρες τον κ. XXXXX Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), Πρόεδρο σήμερα της Σχολικής Εφορίας Αγρού, τον κ. XXXXX Πoλυκάρπου (Μ.Ε.2), Γραμματέα της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Παναγίας του Αγρού, τον κ. XXXXX Παναγή (Μ.Ε.3), Κτηματολογικό Λειτουργό και την κα XXXXX Στεφάνου (Μ.Ε.4), Ανώτερη Μηχανικό στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας. Ο εναγόμενος 1 κάλεσε ως μάρτυρες τον Δικαστικό Γραφολόγο κ. XXXXX Μαρκίδη (Μ.Υ.1), και τον Εγκεκριμένο Εκτιμητή Ακινήτων κ. XXXXX Κουρουσίδη (Μ.Υ.2). Η μαρτυρία για την ενάγουσα: Ο κ. Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1), Πρόεδρος σήμερα της Σχολικής Εφορίας της Σχολής, υιοθέτησε ενόρκως και κατέθεσε τη γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Ο μάρτυς ήταν αγέννητος ακόμα, όταν το 1943 λήφθηκε η απόφαση για τη δημιουργία της Σχολής, καθώς, όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, γεννήθηκε μεταγενέστερα. Υπήρξε όμως μαθητής σε αυτή τη Σχολή από το έτος 1962 μέχρι και το
- Ανέφερε ότι υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της ενάγουσας προέβη σε έρευνα για να διαπιστώσει όλα όσα αφορούσαν τις συνθήκες, το χρόνο και τα τεμάχια γης επί των οποίων θα ανεγειρόταν και ανεγέρθηκε η Σχολή. Η έρευνα του, όπως και αυτή των δικηγόρων της ενάγουσας, όπως ανέφερε, κατέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο είχε παραχωρηθεί από τους XXXXX και XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου ως κληρονόμων του XXXXX Νεοφύτου για ανέγερση της Σχολής όπως είχαν παραχωρηθεί και τα γειτονικά ακίνητα με αριθμούς Τεμαχίου XXXXX και XXXXX του Φ/Σχ. 38/57 που ήταν ιδιοκτησίας της Εκκλησίας της Παναγίας Αγρού. Οι εργασίες άρχισαν το 1944 και ολοκληρώθηκαν το
- Από το 1944 η Σχολή λειτουργούσε στον Αγρό σε υποστατικό πλησίον της εκκλησίας της Παναγίας και από το 1948 η Σχολή άρχισε κανονικά την λειτουργία της στα ανεγερθέντα κτήρια της. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι μέρος της Σχολής είχε ανεγερθεί και επί του επίδικου Ακινήτου δηλαδή στο τεμάχιο XXXXX, με τη συγκατάθεση των κληρονόμων του XXXXX Νεοφύτου δηλαδή του XXXXX και της XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου οι οποίοι έδωσαν τη συγκατάθεση τους για τη μεταβίβαση του Ακινήτου την 26.08.1951 στα πλαίσια της αίτησης που υποβλήθηκε στο Κτηματολόγιο με αρ. φακέλου Α1594/
- Τρία χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών ανέγερσης της Σχολής ήτοι την 22.04.1947, όπου μέρος της ανεγειρόταν και επί του επίδικου Ακινήτου, η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου (μητέρα του εναγόμενου 1) και ο XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου με σχετική αίτηση τους στο κτηματολόγιο Λεμεσού πέτυχαν την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματι τους από ½ μερίδιο έκαστος. Αργότερα ήτοι στις 26.08.1951 οι ως άνω έδωσαν την έγγραφη συγκατάθεση τους η οποία πιστοποιήθηκε δεόντως από τον τότε Κοινοτάρχη Αγρού XXXXX Χρ. Σιηπιλλή για εγγραφή του επίδικου Ακινήτου, δηλαδή του τεμαχίου 220 του Φ/ΣΧ. 38/57 (όπως αναγράφεται σε αυτή), επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής και προς τούτο υποβλήθηκε σχετική αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αρ. φακέλου Α1594/
- Και ενώ εκκρεμούσε η ως άνω αίτηση, ο Μητροπολίτης Κιτίου, ως Πρόεδρος της Επιτροπείας της Σχολής, στις 28.03.1953 έδωσε σχετική εξουσιοδότηση στον XXXXX Ν. Παπαδόπουλο ή XXXXX από τον Αγρό που ήταν ο Γραμματέας της Εφορίας της Σχολής, να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο για την έκδοση τίτλου επ' ονόματι της Σχολής. Ο μάρτυς ισχυρίστηκε ότι η ως άνω αίτηση στο Κτηματολόγιο ουδέποτε ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε και από της έναρξης των εργασιών ανεγέρσεως της Σχολής μέχρι και το 2009 καμία ενόχληση υπήρξε από οποιοδήποτε πρόσωπο ότι το Ακίνητο δεν ανήκε στη Σχολική Εφορία. Η Σχολική Εφορία έλαβε γνώση της αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας του Ακινήτου με την επιστολή του εναγόμενου 1 (Τεκμ. 8), μόλις την 23.01.2009 με την οποία την πληροφορούσε μεταξύ άλλων ότι το Ακίνητο ανήκει στους εναγόμενους δυνάμει τίτλου ιδιοκτησίας. Ο μάρτυς ανέφερε ότι η εγγραφή σε σχέση με τους εναγόμενους 2 - 6 ακυρώθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και έτσι το ½ μερίδιο ενεγράφη ήδη επ' ονόματι της Σχολικής Εφορίας. Η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου, μητέρα του εναγόμενου 1 απεβίωσε στις 23.06.1982 και δεν είχε καθ' οιονδήποτε τρόπο ανακαλέσει την έγγραφη συγκατάθεση της ημερομηνίας 26.08.1951 και ουδέποτε προχώρησε στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του εναγόμενου
- Κατά το έτος 1984 στα πλαίσια της διαχείρισης της περιουσίας της με αριθμό XXXXX/84 Ε.Δ. Λεμεσού, ο εναγόμενος 1 προέβη σε ενέργειες στο Κτηματολόγιο με τον Αρ. Φακ. 5/Α/901562/1986 που είχαν ως αποτέλεσμα το επίδικο ακίνητο με τον αριθμό XXXXX να εγγραφεί επ' ονόματι του την 8.09.1987 και να λάβει τον αριθμό 0/XXXXX (Τεκμ. 9), εγγραφή η οποία εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος 1 με την ως άνω επιστολή του (Τεκμ. 8) πληροφορούσε την ενάγουσα ότι πληροφορήθηκε ότι εντός του Ακινήτου έχει ανεγερθεί η Σχολή χωρίς να γίνει πώληση ή απαλλοτρίωση του και ότι δικαιούται αποζημιώσεις για παράνομη χρήση και κατοχή και ζητούσε από την ενάγουσα αν ήταν διατεθειμένη να αγοράσει το μερίδιο του προσπαθώντας να αποκομίσει παράνομα οικονομικό όφελος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το Ακίνητο ουδέποτε ήταν στην κατοχή της XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου από το 1944 και ότι με την έγγραφη συγκατάθεση τους το παραχώρησαν για τις ανάγκες της Σχολής και ότι τα μέλη της Σχολικής Εφορίας με έκπληξη τους πληροφορήθηκαν ότι το ακίνητο δεν ενεγράφη επ' ονόματι της Σχολικής Εφορίας ως η Αίτηση της του 1951 και ότι αυτό εξακολουθούσε να ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι των προκατόχων των εναγόμενων και ακολούθως επ' ονόματι τους με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Στη βάση των πιο πάνω ο μάρτυς εκφράζει τη θέση ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η εγγραφή του ½ μεριδίου του κτήματος επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και να εγγραφεί επ' ονόματι της Σχολικής Εφορίας Αγρού. Κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασης του και μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις προέβη σε αναφορές, αναγνώριση και σχολιασμό των ακόλουθων εγγράφων τα οποία στη συνέχεια κατάθεσε και χαρακτηρίστηκαν ως Τεκμ. 1 - 11 και στη συνέχεια κατά την αντεξέτασή του τα έγγραφα που χαρακτηρίστηκαν ως Τεκμ. 12 και 13:
- Πρακτικά συνεδρίασης προσωρινής επιτροπείας επί της ιδρύσεως Ανωτέρας Σχολής στον Αγρό.
- Φωτογραφία με το λάβαρο του Απεήτειου Γυμνασίου Αγρού.
- Επιστολή Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερομηνίας 21.04.2017 όσο αφορά το ιστορικό του Ακινήτου από τη Γενική Χωρομετρία μέχρι σήμερα.
- Φωτογραφία στην οποία εμφαίνεται το κτίριο της Σχολής με ημερομηνία
- Απόσπασμα 1ης Γενικής Συνέλευσης. Η εισαγωγική έκθεση του Νέαρχου Κληρίδη για την ίδρυση και λειτουργία Ανωτέρας Σχολής στον Αγρό με ημερομηνία 20.11.
- Φωτοαντίγραφο του Τύπου Ν3Α, εγγράφου κατατεθέντος στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με ημερομηνία 26.08.1951 το οποίο είναι κατατεθειμένο στο φάκελο Α 1594/
- Πιστοποίηση του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Επιτροπείας της Σχολής ημερομηνίας 28.03.1953 με το οποίο εξουσιοδοτείτο ο XXXXX Ν. Παπαδόπουλος ή XXXXX από τον Αγρό ως Γραμματέας της Εφορίας της ως άνω Σχολής να υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο για την έκδοση του τίτλου του Ακινήτου επ' ονόματι της Σχολής.
- Επιστολή του ίδιου του εναγόμενου 1 προς την ενάγουσα ημερομηνίας 23.01.2009 με την οποία προτείνει την αγορά του μεριδίου του οποίου ήταν ιδιοκτήτης στο Ακίνητο.
- Τίτλος Ιδιοκτησίας του Ακινήτου με ημερομηνία έκδοσης 04.05.2018 όπου ο εναγόμενος 1 εμφαίνεται ως ο ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου.
- Αντίγραφο Χωρομετρικού Σχεδίου όπου εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο και οι εντός αυτού κτηριακές εγκαταστάσεις της Σχολής.
- Πιστοποιημένο φωτοαντίγραφο χειρόγραφης σελίδας από το εκκλησιαστικό βιβλίο (βιβλίο πληρωμών) το πρωτότυπο του οποίου στη συνέχεια κατατέθηκε από τον κ. Πολυκάρπου (Μ.Ε.2) ως Τεκμ. 11 Α της Παναγίας Αγρού όπου εμφαίνονται καταχωρήσεις πληρωμών της Εκκλησιαστικής Επιτροπής όπου με ημερομηνία 20.10.1946 στον Α/Α 992 δίπλα από το όνομα XXXXX Χρ. Νεοφύτου αναφέρεται ότι για αγορά του κτήματος 220/37 πληρώθηκε το ποσό των £50.
- Λεύκωμα της Σχολής για την Σχολική Χρονιά 2014 -2015
- Φωτογραφία στην οποία εμφαίνεται το κτήριο της Σχολής. Ο μάρτυς αντεξετάστηκε επί μακρόν για όλα τα ζητήματα για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εναγόμενου 1 έκριναν σκόπιμο και ειδικότερα για όσα έκανε αναφορά κατά την κυρίως εξέτασή του όπως και επί των εγγράφων/τεκμηρίων τα οποία κατάθεσε. Η αντεξέταση του αρχικά εστιάστηκε στη διευκρίνιση της συγγένειας που έχουν οι εναγόμενοι στην παρούσα με τον XXXXX Νεοφύτου, όπου ο μάρτυς, με όσες γνώσεις διέθετε επ' αυτού, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον χρόνο παραμονής του στον Αγρό στον οποίο γεννήθηκε, έδωσε τις κατά τη δική του αντίληψη διευκρινήσεις. Ο μάρτυς παρόλο ότι ανέφερε ότι ο αριθμός 37 που αναγράφεται στην καταγραφή με Α/Α 992 στη σελ. 27 του Τεκμ. 11 θα πρέπει να ήταν ο αριθμός του Φύλλου του τοπογραφικού σχεδίου στο οποίο εντασσόταν το επίδικο Ακίνητο το οποίο τότε έφερε τον αριθμό τεμαχίου XXXXX αν και δεν υπήρχαν τότε, όπως πρόσθεσε Σχέδια. Όταν του υποδείχθηκε, με αφορμή την αμέσως προηγούμενη αναφορά του, ότι τέτοιος αριθμός δεν υπήρχε για Φύλλο από τη Γενική Χωρομετρία του 1905 παρόλο ότι υπήρχαν Φύλλα/Σχέδια προ της ανέγερσης της Σχολής, ο μάρτυς διαφοροποίησε την απάντηση του απαντώντας ότι μπορεί και να υπήρχαν. Τέθηκαν στον μάρτυρα στη συνέχεια διάφορες ερωτήσεις που άπτονταν ακριβώς του προσδιορισμού του επίδικου Ακινήτου επί του Σχεδίου της περιοχής και τι ισχύει γενικά με την αρίθμηση των τεμαχίων επί του ίδιου τοπογραφικού σχεδίου με την επαναλαμβανόμενη τοποθέτηση του μάρτυρος ότι: «δεν είμαι του κτηματολογίου για να ξέρω». Επέμεινε όμως ότι το Τεμάχιο XXXXX υπήρχε στο Σχέδιο της περιοχής και ότι είναι το επίδικο Ακίνητο και σε υποβολή ότι δεν υπήρχε, επέμεινε ότι το 1946 οι άνθρωποι που έκαναν τη σχετική αναφορά «τέτοια ήξεραν, τέτοια έγγραφαν». Ο μάρτυς αντεξετάστηκε επί όλων των τεκμηρίων που κατάθεσε κατά την κυρίως εξέταση του όπως και επί εγγράφων που του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέτασή του και τα οποία όπως προανάφερα κατατέθηκαν ως Τεκμ. 12 και
- Ουσιαστικά η αντεξέταση του μάρτυρος έλαβε τη μορφή υποβολής των θέσεων της Υπεράσπισης λαμβάνοντας υπόψη πάντοτε ως δεδομένο το νόμιμο της εγγραφής του Ακινήτου στο όνομα του εναγόμενου 1, οπότε και οι ενέργειες της ενάγουσας επ' αυτού όπως η κατοχή του και η ανέγερση σε μέρος του σχολικών εγκαταστάσεων της Σχολής δεν μπορούν παρά να χαρακτηριστούν ως αυθαίρετες και παράνομες. Ο μάρτυρας επανειλημμένα απάντησε σε σχετικές ερωτήσεις ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά ή αρνητικά για ό,τι ερωτάτο για κτηματολογικά, πολεοδομικά ή άλλα Διοικητικής φύσεως θέματα όπως και για την αναγκαιότητα εξασφάλισης πολεοδομικής και άδειας οικοδομής, άδειες που ήταν αναγκαίες, όπως του υποβλήθηκε, με δεδομένο ότι το Ακίνητο ήταν ιδιωτικό και όχι δημόσιο όπως και για άλλα ζητήματα τα οποία ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Θα πρέπει να ειπωθεί εξ αρχής, και αυτό αφορά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε από όλους τους μάρτυρες της ενάγουσας, ότι για τα ζητήματα τα οποία οι μάρτυρες αδυνατούσαν να τοποθετηθούν δεν μπορούν να εκληφθεί ως αδυναμία της μαρτυρίας τους ή να εκληφθούν ως ασαφείς, με κενά ή και ως αντιφατικές και εν γένει ως αναξιόπιστες και να δώσουν έρεισμα για απόρριψη τους σύμφωνα με την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων του εναγόμενου
- Και τούτο καθώς είναι κατανοητή η αδυναμία κάποιου που δεν κατέχει τις απαραίτητες γνώσεις ή εμπειρία για τις νενομισμένες διαδικασίες που ακολουθούνται για κτηματολογικά και πολεοδομικά ζητήματα να μη μπορεί να τοποθετηθεί με ευκρίνεια. Παρόμοια και ως προς τις θέσεις περί παράνομης ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων της Σχολής (χωρίς δηλαδή τις απαιτούμενες άδειες), όπως υποβαλλόταν στους μάρτυρες, με δεδομένη πάντοτε τη θέση της Υπεράσπισης ότι αυτές ανεγέρθηκαν επί ιδιωτικού ακινήτου που ανήκε στον εναγόμενο 1 ή τους προκάτοχους του σε αυτό. Επανερχόμενος στη μαρτυρία του κ. Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1), αυτός απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές για όσα ασφαλώς γνώριζε «χωρίς να είναι του κτηματολογίου», όπως επαναλάμβανε με κάθε ευκαιρία. Τοποθετήθηκε όμως θετικά εφόσον γνώριζε γι' αυτό ότι για την ανέγερση των κυβερνητικών κτηρίων δεν απαιτείται πολεοδομική άδεια αλλά μόνο πολεοδομική συναίνεση, κάτι όμως που ήταν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου να την είχε εξασφαλίσει όταν είχε γίνει η αναβάθμιση των κτηριακών εγκαταστάσεων της Σχολής. Διευκρίνισε δε περαιτέρω ότι αυτά τα ζητήματα τα επιλαμβάνονται οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και μόνον εφόσον ολοκληρωθούν οι εργασίες παραδίδονται οι κτηριακές εγκαταστάσεις στις Σχολικές Εφορίες. Παρόμοια αντικρίζεται και η μαρτυρία του για όσα η Υπεράσπιση θέλησε να αναδείξει με έρεισμα κατ' αρχή το περιεχόμενο του Τεκμ. 1, τα πρακτικά δηλαδή που τηρήθηκαν κατά την πρώτη Συνεδρίαση της 18ης 11.1943, της ομάδας η οποία έλαβε την απόφαση για την ίδρυση της Σχολής με σκοπό να αποκαλυφθεί το κόστος ανέγερσης της Σχολής ή της μεταγενέστερης αναβάθμισης της ή της περίφραξης ολόκληρου του Ακινήτου, ζητήματα που θα βοηθούσαν κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους Υπεράσπισης στην απόδειξη των αποζημιώσεων που αξίωνε ο εναγόμενος 1 με την Ανταπαίτηση του και ακολούθως του γεγονότος ότι εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας (Τεκμ. 9) επ' ονόματι του εναγόμενου 1 ή ακόμα κατά πόσο η μητέρα του εναγόμενου 1 Χριστίνα Χριστοφή Νεοφύτου γνώριζε να γράφει ή αν το Τεκμ. 6 που συντάχθηκε το 1951 είναι πλαστογραφημένο ή αν το Τεκμ. 7 που συντάχθηκε το 1953 έχει σχέση με το επίδικο Ακίνητο και αν είναι και αυτό πλαστογραφημένο. Όπως έχω ήδη προαναφέρει ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν το κατάλληλο πρόσωπο να απαντήσει για τα ζητήματα αυτά και για τούτο οι απαντήσεις του εκτός όπου ευθέως επικαλείτο άγνοια, για όσα ζητήματα προσπάθησε να απαντήσει, οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από ασάφεια ή απαντούσε υποθετικά. Επομένως και ως προς αυτά τα ζητήματα η μαρτυρία του δεν μπορεί παρά να αντικριστεί υπό αυτό το πρίσμα. Καταληκτικά κρίνω ότι ο μάρτυρας κατάθεσε συγκροτημένα και ήταν σαφής και απαντούσε τεκμηριωμένα για όσα ζητήματα πληροφορήθηκε κατά την έρευνα που προσωπικά διεξήγαγε ή από αυτήν των δικηγόρων της ενάγουσας των οποίων έλαβε γνώση, όπως ανέφερε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως κατατοπιστική και ειλικρινή χωρίς κανένα ενδοιασμό. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ σε όσα κατάθεσε προφορικά αλλά και στα έγγραφα που κατέθεσε τα οποία θα πρέπει ως προς την βαρύτητα τους να εξεταστούν κάτω από τις πρόνοιες των άρθρων 15, 34 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 που τα αφορούν και τα οποία αποδέχομαι (στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω στο κατάλληλο σημείο στην συνέχεια). Από αυτά κρίνω ότι μπορώ να εξαγάγω ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Ο κ. Πολυκάρπου (Μ.Ε.2), συνταξιούχος ιατρός, είναι σήμερα ο Γραμματέας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Παναγίας του Αγρού. Μοναδικός σκοπός της παρουσίας του ως μάρτυρος ήταν για να επιβεβαιωθεί η σελ. 27 του Βιβλίου Πληρωμών της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού όπου εμφαίνονται οι πληρωμές της εκκλησίας μεταξύ Ιουλίου 1941 και Αυγούστου
- Τελικά κατατέθηκε το ίδιο το Βιβλίο ως Τεκμ. 11 Α. Υπέδειξε σε αυτό καταγραφές για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση στη σελ.
- Από τη μαρτυρία του προέκυψε ότι η εγγραφή στο βιβλίο αυτό με Α/Α 991 με ημερομηνία την 20.10.1946 αφορούσε τα «τιτλικά έξοδα διά χωραφιού Νικόλα Νεοφύτου», όπως αναγράφεται, και πρόκειται για το ποσό των 9 σελινιών και 5 γρόσια τα οποία καταβλήθηκαν στον XXXXX Χρ. Σιηπιλλή, ο οποίος όπως ανέφερε ο μάρτυς ήταν τότε Κοινοτάρχης του Αγρού και ο οποίος διετέλεσε Κοινοτάρχης του Αγρού για 50 περίπου χρόνια. Εξήγησε ότι το πιο πάνω ποσό αφορούσε τα κτηματολογικά έξοδα για τη μεταβίβαση του επίδικου Ακινήτου. Όπως διευκρίνισε εφόσον η πράξη αυτή αφορούσε τη Σχολή είχε αναλάβει αυτή την διευκόλυνση/εξυπηρέτηση, όπως τη χαρακτήρισε, ο Κοινοτάρχης του Αγρού. Ο μάρτυς, ο οποίος γεννήθηκε το 1936 στον Αγρό όπου και διαμένει για όλη του τη ζωή, όπως ανέφερε, έκανε επίσης αναφορά στην αξία του χρήματος κατά τον επίδικο χρόνο ισχυριζόμενος ότι την εποχή εκείνη, συγκρίνοντας και την αμοιβή του ιεροψάλτη για £1,00 το μήνα όπως καταγράφεται πιο πάνω στο ίδιο Τεκμ. 11 Α στην ίδια σελ. 27 με Α/Α 988 οι £50,00 αντιστοιχούσαν σύμφωνα με πρόχειρο υπολογισμό που έκανε στο εδώλιο, με 300 μεροκάματα. Οι μισθοί όπως θυμόταν, καθώς φοιτούσε στο Γυμνάσιο από το 1947, ήταν τέτοιοι τότε και οι εργάτες έπαιρναν 4 σελίνια και οι κτίστες 5 σελίνια με τη λίρα να υποδιαιρείται σε 20 σελίνια. Επέμεινε κατά την αντεξέταση του περί της ορθότητας των εγγραφών στο Τεκμ. 11Α . Σε σχέση ειδικότερα με τον αριθμό 220/37 που αναγράφεται στον Α/Α 992, ανέφερε ότι πιστεύει ότι πρόκειται για το επίδικο κτήμα καθώς γνωρίζει ότι οι αριθμοί τεμαχίου έκτοτε άλλαξαν τρεις με τέσσερις φορές, κάτι εξάλλου που μπορεί να διαπιστωθεί και από χωρομετρικά σχέδια που αφορούν διαφορετικές χρονικές περιόδους. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ενδεχομένως το /37 να αναγράφηκε εκ παραδρομής και ότι ο ορθός αριθμός που θα έπρεπε να αναγραφεί ήταν το /57 διότι φύλλο σχέδιο με αριθμό 37 δεν υπήρχε στον Αγρό και ότι σήμερα το κτήμα αυτό εξακολουθεί να εμπίπτει στο φύλλο σχέδιο 38/
- Ο μάρτυς παρέπεμψε στο εθιμικό δίκαιο όπου οι προφορικές συμφωνίες ίσχυαν στην Κύπρο πριν 70 χρόνια και ότι αυτές καθορίζονταν από το χαρακτηριστικό απόφθεγμα που ανέφερε ότι «Υπήρχε ο λόγος του ανθρώπου». Σε αυτό το πλαίσιο εμπιστοσύνης που χαρακτήριζε επίσης την εποχή εκείνη τις σχέσεις των ανθρώπων, τα κοινωνικοοικονομικά δεδομένα της εποχής αλλά και του σεβασμού και εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών των οικογενειών, δεν ήταν παράλογο ο αδελφός XXXXX να είχε εισπράξει το ποσό που συμφώνησαν να πωλήσουν το Κτήμα στην εκκλησία και για την αδελφή του XXXXX. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν αναδείχθηκε οτιδήποτε το καινούργιο η αξιόλογο που θα βοηθούσε τις θέσεις της Υπεράσπισης ως προς τα υπό κρίση γεγονότα της υπόθεσης, και τούτο καθώς ο ίδιος ο μάρτυρας δεν ήταν προσωπικά γνώστης αυτών και η γνώση του προερχόταν από πληροφορίες που είχε είτε από συγχωριανούς του είτε προέρχονταν από το εκκλησιαστικό βιβλίο (Τεκμ.11 Α). Ο λόγος του κ. Πολυκάρπου (Μ.Ε.2), ήταν απλοϊκός και πηγαίος. Κρίνω ότι ο μάρτυς ήταν ειλικρινής. Διέκρινα στον λόγο γνησιότητα και απλότητα, χαρακτηριστικά που με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ειλικρινής. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως πειστική καθώς προερχόταν από πρόσωπο το οποίο έζησε τα της εκκλησίας της Παναγίας του Αγρού από μικρό παιδί και ακολούθως ως ιατρός σε μια μικρή πληθυσμιακά κοινότητα, απομακρυσμένη από τα αστικά κέντρα, με προσωπική γνώση προσώπων και καταστάσεων, τόσο λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας όσο και ως Γραμματέας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Οι δε αναφορές του στο εθιμικό δίκαιο της εποχής και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης των κατοίκων της πατρίδας μας τότε όπως και οι ενδοοικογενειακές σχέσεις και αλληλοσεβασμός όπως και η αξία του χρήματος τότε γίνονται αποδεκτές για τους ίδιους λόγους που έκρινα τη μαρτυρία του όπως καταγράφεται αμέσως πιο πάνω. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του και να εξαγάγω από αυτή ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Ο κ. Παναγή (Μ.Ε.3), είναι Κτηματολογικός Λειτουργός και εργάζεται στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας στον Κλάδο Επιτόπιων Ερευνών και ασκεί τα καθήκοντα του Βοηθού Κτηματολογικού Λειτουργού. Ο σκοπός που κλήθηκε ως μάρτυρας, όπως ανέφερε, είναι για να παρουσιάσει συγκεκριμένους φακέλους που τηρούνται στο Τμήμα του. Επανέλαβε το περιεχόμενο του Τεκμ. 3 δηλαδή του ιστορικού του Ακινήτου. Ανέφερε ότι με το φάκελο Α1594/51 η Σχολική Εφορία της Σχολής αιτήθηκε για να εκδοθεί ο τίτλος στο όνομα της τόσο για το επίδικο Ακίνητο το τεμάχιο 220 όσο και για το επίσης γειτονικό του το τεμάχιο
- Υπήρχε στο φάκελο του τόσο η αρχική αίτηση όσο και η μεταγενέστερη για να εγγραφεί στο όνομα της εκκλησίας και όχι στην Εφορία όπως είχε αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο από τη Σχολική Εφορία, να εκδοθεί δηλαδή ο τίτλος στο όνομα της εκκλησίας, το οποίο και κατατέθηκε ως Τεκμ. 14 και φέρει ημερομηνία 8.12.
- Ο μάρτυς εξήγησε ότι η αίτηση που υποβλήθηκε αρχικά από τη Σχολική Εφορία με ημερομηνία 25.06.1951 την οποία ακολούθησε η διευκρινιστική επιστολή της 3.07.1951, αφορούσε το παλιό τεμάχιο XXXXX και το γειτονικό του με αριθμό XXXXX, τα οποία ζητούσε να εγγραφούν επ' ονόματι της. Ο μάρτυς διευκρίνισε ότι μετά που υποβλήθηκε η αίτηση από τη Σχολική Εφορία για εγγραφή επ' ονόματι της των κτημάτων όπως και της ίδιας της Σχολής, πραγματοποιήθηκε επιτόπια εξέταση και συντάχθηκε το έντυπο που χρησιμοποιείται σε τέτοιου είδους επιτόπιες εξετάσεις ο Τύπος Ν
- Τα έγγραφα αυτά σημειώθηκαν ως Τεκμ. 15(α) αυτό το οποίο φέρει ημερομηνία 3.07.1951, 15(β) αυτό το οποίο φέρει ημερομηνία 8.06.1951 και 15(γ) αυτό το οποίο φέρει ημερομηνία 25.06.1951 (τόσο φωτοαντίγραφα τους όσο και τα πρωτότυπα τους), το δε έντυπο Τύπος Ν63 σημειώθηκε ως Τεκμ.
- Στα πλαίσια ακριβώς της επιτόπιας έρευνας που διεξήχθη ετοιμάστηκε και σχετικό χωροταξικό σχέδιο το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμ.
- Σε αυτό το σχέδιο ανέφερε ότι εμφαίνονται τα τεμάχια XXXXX και XXXXX όπου είχε ανεγερθεί η Σχολή όπως αποτυπώθηκε και επί του σχεδίου, την οποία ήθελε η Σχολική Εφορία να εγγράψει επ' ονόματι της. Επεξηγώντας το Τεκμ. 16, το οποίο φέρει ημερομηνία 18.08.1951, ο μάρτυς αναφέρθηκε στα σύνορα των τεμαχίων όπου είχε ανεγερθεί η Σχολή και ότι η ισχύουσα τότε εγγραφή του τεμαχίου XXXXX έφερε τον αριθμό XXXXX, του οποίου συνιδιοκτήτες από ½ μερίδιο ήταν ο XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου. Στο ίδιο έντυπο στη συνέχεια φαίνονται ως ιδιοκτήτες αρχικά ο Μητροπολίτης Κιτίου, ως Πρόεδρος της Σχολικής Εφορίας της Σχολής, διορθωμένη έτσι ώστε να φαίνεται μόνον ως η Απεήτειος Ανωτέρα Σχολή Αγρού. Στη στήλη «Title acguired» το επίδικο ακίνητο 220 φαίνεται να το είχε αγοράσει από το 1947 δηλαδή 4 χρόνια προηγουμένως η εκκλησία της Παναγίας του Αγρού από τους ιδιοκτήτες του δηλαδή τον Νικόλα και Χριστίνα Χριστοφή. Οι ως άνω, σύμφωνα με τον Τύπο Ν3Α, τον οποίο κατάθεσε ως Τεκμ. 18, στα πλαίσια της Αίτησης Α 1594/51 έδωσαν την έγγραφη συγκατάθεση τους να εγγραφεί το όλον μερίδιο τους επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής. Στο εν λόγω έντυπο περιγράφονται και οι κτηριακές εγκαταστάσεις της Σχολής. Οι υπογραφές των ως άνω είχαν πιστοποιηθεί από τον Μουχτάρη και έναν Αζά του χωριού Αγρός την 26.08.1951 όπως επιβαλλόταν και αφορούσαν το Τεμάχιο XXXXX με Φύλλο/Σχέδιο 38/
- Ο μάρτυς ανέφερε ότι η Αίτηση Α1594/51 δεν έχει απορριφθεί ποτέ παρέχοντας την ακόλουθη εξήγηση επί λέξη: «Δεν έχει απορριφθεί με την έννοια της απόρριψης, απλά επειδή η τότε Σχολική Εφορία ζήτησε όπως ο τίτλος που θα εκδοθεί να εκδοθεί στο όνομα της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού και υπάρχει και μας έχει προσκομιστεί απόφαση της Σχολικής Εφορίας, εμείς με επιστολή μας προς την Εφορία ζητήσαμε εξηγήσεις για ποιόν λόγο επιθυμεί το σχολείο να εκδοθεί τίτλος στην εκκλησία και όχι επ' ονόματι της. Η υπόθεση έμεινε μέχρι εκεί και ο φάκελος στάλθηκε στην αποθήκη». Στη συνέχεια ο μάρτυς εξήγησε ότι εφόσον δεν έγινε η εγγραφή σύμφωνα με τα πιο πάνω, στη συνέχεια η εγγραφή μεταφέρθηκε με τον φάκελο ΜΑ530/83 (ΑΔΧ) στην εγγραφή 137/72 με ιδιοκτήτες τον XXXXX Χρ. Νεοφύτου στο ½ μερίδιο και στο άλλο ½ μερίδιο στον XXXXX και XXXXX Ονουφρίου ως διαχειριστών της περιουσίας της αποβιώσασας XXXXX Χρ. Νεοφύτου. Η μεταφορά αυτή έγινε για τον λόγο ότι είχε εγγραφεί δρόμος δυνάμει απαλλοτρίωσης και έτσι προέκυψε η συγκεκριμένη εγγραφή με το τεμάχιο να αλλάζει σε
- Στη συνέχεια, οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX, με τον Φάκελο Β1562/86 μεταβίβασαν το μερίδιο της στον XXXXX Κ. Ονουφρίου, ο οποίος ενεγράφη στις 8.09.1987 στο ½ μερίδιο. Το υπόλοιπο ½ μερίδιο με τον Φάκελο Α326/2012 κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ενεγράφη τελικά στη Σχολική Εφορία Απεήτειου Γυμνασίου την 15.06.2012 και αφορούσε το μερίδιο του XXXXX, αδελφού της XXXXX. Στα μητρώα του κτηματολογίου οι ως άνω φαίνονται μέχρι σήμερα οι ιδιοκτήτες. Το Τεμάχιο XXXXX ήταν εγγεγραμμένο ως χωράφι κατά την αρχική Χωρομετρία και ακολούθως, όταν ενεγράφη επ' ονόματι της XXXXX και του XXXXX Χρ. Νεοφύτου με την εγγραφή XXXXX δείχνει ότι υπήρχαν μέσα τρεις ελιές και τέσσερις αμυγδαλιές. Κατά την επιτόπια έρευνα που έγινε στις 18.08.1951 από χωράφι το ακίνητο χαρακτηρίστηκε πλέον ως σχολείο ενώ στον τίτλο (Τεκμ.9) περιγράφεται ως χωράφι. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρος προέκυψε ότι η Σχολή, σύμφωνα με τα έγγραφα που διαθέτει το Τμήμα του, είχε ανεγερθεί από το
- Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασής του αφορούσε και πάλι υποβολή υπό μορφή ερωτήσεων των θέσεων της Υπεράσπισης. Για την αντίκριση της μαρτυρίας αυτής υπό αυτή τη μορφή, παραπέμπω στα σχόλια μου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Κωνσταντινίδη (Μ.Ε.1) και δεν κρίνω σκόπιμο να επανέλθω και να τα επαναλάβω. Παραθέτω όμως ως τέτοια τα ακόλουθα δύο παραδείγματα: α. ο μάρτυς συμφώνησε με τη θέση ότι όταν ανεγερθεί οικοδομή σε ένα ακίνητο τότε υποβάλλονται όλα τα σχετικά έγγραφα και άδειες όπως και σχέδια στο Κτηματολόγιο με σκοπό την εγγραφή των κτηρίων. Στην προκείμενη περίπτωση συμφώνησε ότι η ενάγουσα δεν πήρε άδεια οπότε τα κτήρια δεν είναι νόμιμα και β. ότι το κράτος μόνο με απαλλοτρίωση μπορεί να ανεγείρει οικοδομή εντός ενός ιδιωτικού τεμαχίου. Αυτά ασφαλώς νοουμένου ότι ήθελε κριθεί ότι το Ακίνητο νόμιμα εξακολουθούσε να φαίνεται εγγεγραμμένο στο όνομα του εναγόμενου
- Εξήγησε ότι η πρακτική που ακολουθούσε το Κτηματολόγιο παλιά ήταν να μεταβιβάζει ακίνητα με επιτόπια έρευνα, όπως έγινε και στην προκείμενη περίπτωση με το φάκελο Α 1594/51 και νοουμένου ότι είχε τη γραπτή συγκατάθεση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών. Ο μάρτυς, όταν η αντεξέταση του περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα του πληρεξουσίου που έλαβε ο XXXXX από την Σχολική Εφορία (Τεκμ. 6 και 18), ανέφερε καταληκτικά ότι: «Μέσα από τα έγγραφα προκύπτει ότι, επειδή αγοράστηκε το ακίνητο, κίνησαν τη διαδικασία μέσω του φακέλου που ανέφερα προηγουμένως για εγγραφή του κτηρίου και του ακινήτου προς όφελος της Εφορίας». Παρόλο ότι δεν είχε κανένα έγγραφο στο οποίο να αναφέρεται πόσα πωλήθηκε, εντούτοις παρέπεμψε στο Τεκμ. 16 όπου αναγράφεται ότι το ακίνητο έχει αγοραστεί από την εκκλησία της Παναγίας του Αγρού και αυτό είναι που καταγράφτηκε στην έκθεση που είχε ετοιμάσει ο συνάδελφος του τότε και σύμφωνα με τα στοιχεία που τότε περισυνέλλεξε κατά την επιτόπια εξέταση της Αίτησης στις 18.08.
- Αρνήθηκε υποβολή ότι το Τεκμ. 16 δεν είναι το απαιτούμενο έγγραφο που συμπληρώνεται από νόμιμο αγοραστή για να γίνει μια μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο και ανέφερε επί λέξη: «Είναι το έντυπο που συμπληρώνεται και είναι η ταυτότητα του ακινήτου με τα πλήρη στοιχεία, με τους υφιστάμενους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες, τους νέους ιδιοκτήτες και βάσει αυτού απαιτείται στη συνέχεια η γραπτή συγκατάθεση των εγγεγραμμένων ιδιοκτητών για να εκδοθεί τίτλος επ' ονόματι είτε της εκκλησίας είτε της Σχολικής Εφορίας που ήταν οι αιτητές στο φάκελο του 1951». Η αγοραία αξία του Τεμαχίου 2081 κατά την Γενική Εκτίμηση της 1ης 03.2013 ανέφερε ότι ήταν €73.500,
- Όταν του υποδείχθηκε στο χωροταξικό σχέδιο που επισυνάπτεται στον τίτλο (Τεκμ. 9), εξήγησε ότι δεν εμφαίνεται σε αυτό οποιοδήποτε κτίσμα σε αντίθεση με το τοπογραφικό σχέδιο (Τεκμ. 10), όπου σήμερα όπως είναι η πρακτική του Κτηματολογίου, τοποθετούνται επί του σχεδίου οι οικοδομές είτε έχουν άδειες είτε όχι. Η αντεξέταση του μάρτυρος περιστράφηκε γύρω από τη νομιμότητα ανέγερσης των κτηρίων της Σχολής και αν αυτά είχαν ανεγερθεί κατόπιν των ενδεδειγμένων αδειών και σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανόνες όπως για παράδειγμα αν υποβλήθηκαν σχέδια, λήφθηκαν άδειες, αφέθηκαν οι αναγκαίες αποστάσεις μεταξύ των κτηρίων στα δύο διαφορετικά ακίνητα, με δεδομένη πάντοτε τη θέση της Υπεράσπισης ότι μέρος της Σχολής είχε αναγερθεί επί ιδιωτικού ακινήτου το οποίο ανήκε στον εναγόμενο 1 ο οποίος όπως και η προκάτοχος του σε αυτό ποτέ δεν έδωσαν τη συγκατάθεση τους για ανέγερση στο Ακίνητο των οικοδομών. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει τη συγκατάθεση του XXXXX Γ. Απέητου για να εγγραφεί το κτήριο στην Σχολή ως Τεκμ. 19, Χωροταξικό Σχέδιο ως Τεκμ. 20 και η Έκθεση Επιτόπιας Έρευνας με ημερομηνία 21.11.1983 ως Τεκμ.
- Ο μάρτυς σε σχετική ερώτηση για το Τεκμ. 16 ανέφερε ότι σε αυτό αποτυπώνεται η ταυτότητα του ακινήτου κατά τη διάρκεια μιας επιτόπιας έρευνας που διεξήχθη τότε και ότι ο τίτλος προκύπτει από αυτό το έντυπο. Ο μάρτυς κρίνω ότι ήταν ανεξάρτητος και αντικειμενικός. Η μαρτυρία του βασιζόταν επί των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο του Κτηματολογίου. Όπου δε είχε ερωτηθεί αν συμφωνούσε με τη θέση της Υπεράσπισης σε σχέση με το παράνομο των κτηριακών εγκαταστάσεων που ανεγέρθηκαν επί ιδιωτικού ακινήτου χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, δεν δίστασε να συμφωνήσει νοουμένου ασφαλώς ότι η θέση αυτή περί ιδιωτικού ακινήτου ήταν ορθή. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να καταλήξω στα συμπεράσματα μου. Κατά την παράθεση της ως άνω μαρτυρίας κατατέθηκαν διάφορα έγγραφα τα οποία χρονολογούνται εδώ και δεκαετίες, θεωρώ ότι είναι το κατάλληλο σημείο να αναφερθώ στη νομική πτυχή που διέπει αυτά τα έγγραφα και το βάρος απόδειξης που θα πρέπει να τους προσδοθεί. Θα με απασχολήσει κατ' αρχήν το βιβλίο πληρωμών της Παναγίας του Αγρού το οποίο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για εκκλησιαστικό βιβλίο το οποίο φυλάγεται στο αρχείο της εκκλησιαστικής επιτροπής όπως εξήγησε ο κ. Πολυκάρπου (Μ.Ε.2). Το πιστοποιημένο φωτοαντίγραφο της σχετικής σελίδας 27 του Βιβλίου Πληρωμών (Τεκμ. 11), το οποίο κατάθεσε ο κ. Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.1) και με αναφορά σε αυτό κατάθεσε ο ίδιος. Το τεκμήριο αυτό φέρει την ενδεδειγμένη σφραγίδα του Ιερού Ναού της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού και υπογράφεται από τον Αρχιμανδρίτη Κυπριανό Αψερό ως Πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής. Επομένως καμιά αμφιβολία υπάρχει ως προς τη γνησιότητα του τεκμηρίου. Στη συνέχεια βέβαια κατατέθηκε το ίδιο το πρωτότυπο του (Τεκμ. 11 Α), το οποίο κατέθεσε αρμοδίως ο Γραμματέας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής, ο οποίος έχει την ευθύνη της φύλαξης του. Από το ως άνω βιβλίο σχετικές είναι οι εγγραφές στη σελ. 27 με Α/Α 991 και 992 με ημερομηνία 20.10.
- Το τεκμήριο αυτό αποτελεί μέρος αρχείου εκκλησιαστικής αρχής σύμφωνα με το Άρθρο 35
(1)4 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, το οποίο δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη. Οι εγγραφές που έγιναν σε αυτό το τεκμήριο συνιστούν κατά την αντίληψη μου αποδεκτή μαρτυρία και ως προς το περιεχόμενο τους. Εξίσου σημαντικής αποδεικτικής αξίας για την επίλυση των επίδικων θεμάτων κρίνω ότι είναι και τα Τεκμ. 16 όπως και τα Τεκμ. 6 και 18 που είναι το ίδιο έγγραφο, σε σχέση με τις εγγραφές που έγιναν σε αυτά κατά το έτος 1951 στα πλαίσια της επιτόπιας εξέτασης της Αίτησης Α1594/51 και αποτελούν μέρος του αρχείου του Κτηματολογίου και ως εκ τούτου κατά την αντίληψη μου συνιστούν δημόσια έγγραφα. Το Τεκμ. 16 φέρει ημερομηνία 18.08.1951 και αφορούσε και το επίδικο Ακίνητο το οποίο τότε έφερε αριθμό εγγραφής XXXXX και αριθμό τεμαχίου XXXXX όπου αναγράφεται ότι συνιδιοκτήτες του από ½ μερίδιο ήταν ο XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου. Στο ίδιο έντυπο ως ιδιοκτήτες φαίνονται στη συνέχεια ο Μητροπολίτης Κιτίου, ως Πρόεδρος της Σχολικής Εφορίας της Σχολής με διόρθωση έτσι ώστε να φαίνεται μόνον η Απεήτειος Ανωτέρα Σχολή Αγρού. Σημαντική είναι η σημείωση σε αυτό το έντυπο στη στήλη "Title Acquired", ότι το Ακίνητο το είχε αγοράσει η εκκλησία της Παναγίας του Αγρού το 1947, δηλαδή 4 χρόνια προηγουμένως, από τους κατονομαζόμενους σε αυτό ιδιοκτήτες του XXXXX και XXXXX Χριστοφή. Τα δε Τεκμ. 6 και 18 που είναι το ίδιο έγγραφο, δηλαδή ο ενδεδειγμένος Τύπος Ν3Α που χρησιμοποιείται σε τέτοιου είδους αιτήσεις, όπου υπέγραψαν οι ως άνω ιδιοκτήτες του Ακινήτου και έδωσαν τη συγκατάθεση τους όπως εγγραφεί το όλον μερίδιο τους επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής. Στο ως άνω έντυπο εκτός από τον χαρακτηρισμό του ως «Σχολικό» στην στήλη «Είδος Ακινήτου» περιγράφονται και οι κτηριακές εγκαταστάσεις της Σχολής και οι υπογραφές τους είχαν πιστοποιηθεί δεόντως από τον Μουχτάρη και έναν Αζά του χωριού Αγρός στις 26.08.1951 ημερομηνία που συνάδει με το προηγούμενο τεκμήριο ως προς την χρονική αλληλουχία τους. Αποδέχομαι ότι οι πιο πάνω εγγραφές, σε συνδυασμό ασφαλώς με την υπόλοιπη μαρτυρία, καταδεικνύουν αβίαστα ότι το επίδικο Ακίνητο πωλήθηκε στην εκκλησία της Παναγίας Αγρού περί τον Οκτώβριο του 1946 από τους XXXXX και XXXXX Νεοφύτου οι οποίοι με την αίτηση τους Α1621/46, όπως ήταν η ενδεδειγμένη διαδικασία είχαν καταστεί στη συνέχεια ήτοι την 22.04.1947 οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του και στη συνέχεια όταν διεξήχθη η επιτόπια εξέταση στα πλαίσια της Αίτησης Α1594/51 υπέγραψαν την αναγκαία συγκατάθεση τους για την μεταβίβαση του Ακινήτου (βλ. για την αποδεικτική αξία των εγγράφων αυτών το Άρθρο 152 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9) και σχετική ανάλυση στο Σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη 1η έκδοση σελ.369 όπως και τα Άρθρα 34
(1)(α)3 και 354 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 και σχετική ανάλυση στο ίδιο ως άνω Σύγγραμμα στις σελ. 330 ως μέρος αρχείου δημόσιας αρχής που εν προκειμένω είναι το Κτηματολόγιο). Σε τέτοια περίπτωση δεν χρειαζόταν, όπως κρίνω, οποιαδήποτε καταγραφή σε οποιοδήποτε έγγραφο του τιμήματος αγοράς του και εφόσον ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία στη βάση της Αίτησης Α1594/51 δεν απαιτείτο η μετάβαση τους προσωπικά στο Κτηματολόγιο για να προβούν σε οποιανδήποτε περαιτέρω δήλωση μεταβίβασης όπως η μαρτυρία του κ. Παναγή (Μ.Ε.3). Για τους λόγους αυτούς αποδέχομαι ότι η υπογραφή επί του πιο πάνω Τεκμ. 6 είναι γνήσια υπογραφή της Χριστίνας Χριστοφή και εκφράζει την γνήσια και ελεύθερη πρόθεση της να μεταβιβάσει το μερίδιο της επί του Κτήματος στην ενάγουσα. Η κα Στεφάνου (Μ.Ε.4), εργάζεται από το 2001 στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας και κατέχει τη θέση του Ανώτερου Μηχανικού. Είναι αρχιτέκτονας και είναι υπεύθυνη για τις μελέτες, επεκτάσεις, επιδιορθώσεις στα σχολικά κτήρια. Ανέφερε ότι το Άρθρο 251 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, (Κεφ. 96), εξαιρεί τα κυβερνητικά κτήρια από την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Ακολούθως, ανέφερε ότι η Σχολή είναι δημόσιο κτήριο και έτσι δεν χρειαζόταν τις πιο πάνω άδειες. Ανέφερε ότι σύμφωνα με τους φακέλους που τηρούνται στην Υπηρεσία της έγινε επέκταση των κτιριακών εγκαταστάσεων το 1971 και ακολούθως έγιναν οι αντισεισμικές αναβαθμίσεις (βελτιώσεις, συντήρηση των κτηρίων) οι οποίες θα πρέπει να έγιναν πράγματι κατά τα έτη 2007 και 2008 όπως εξήγησε κατά την αντεξέτασή της. Κατά την αντεξέταση της όταν της υποδείχθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας (Τεκμ. 9), ανέφερε ότι σε αυτόν αναγράφεται το τεμάχιο 2081 και ότι το ½ μερίδιο αυτού ανήκει στον κ. XXXXX Ονουφρίου και το ½ στην Σχολή. Η μάρτυς υπέδειξε στη φωτογραφία της Σχολής (Τεκμ. 13), την επέκταση η οποία έγινε και ότι αυτή ήταν στο δυτικό τμήμα του κτηρίου. Ανέφερε ότι τις ως άνω εργασίες σε σχολικά κτήρια τις αναλαμβάνει το Υπουργείο Παιδείας και όχι η Σχολική Εφορία. Εξήγησε ότι οι Σχολικές Εφορίες αναλαμβάνουν μικροεπιδιορθώσεις εντός των δυνατοτήτων του προϋπολογισμού τους και ότι για τα μεγάλα έργα υπεύθυνο είναι το Υπουργείο Παιδείας. Ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πόσα κόστισε η επέκταση ή η αναβάθμιση στις οποίες προαναφέρθηκε. Οι φάκελοι τους οποίους μπορούσε να συμβουλευτεί και τηρούνται στο Τμήμα της χρονολογούνται από το 2004 και μετά, οι προηγούμενοι φάκελοι βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο τους οποίους είχε ζητήσει ενόψει της μαρτυρίας που κλήθηκε να δώσει αλλά δεν τους είχε πάρει μέχρι την ημερομηνία που έπρεπε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Ανέφερε ότι τα σχέδια για ανέγερση σχολικών κτηρίων θα πρέπει να εκπονούνται επί κρατικής γης και δεν θα μπορούσε να αναγερθεί οτιδήποτε που αφορούσε δημόσιο σχολικό κτήριο σε μη κρατική γη. Όταν της υποδείχθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας (Τεκμ. 9), συμφώνησε ότι το επίδικο Ακίνητο δεν ανήκε στη Σχολική Εφορία ή στη Σχολή. Η ίδια αγνοούσε αν το 1971 που έγινε η επέκταση, το Υπουργείο Παιδείας γνώριζε ότι το ακίνητο δεν ανήκε στη Σχολική Εφορία, δεν διαπίστωσε όμως από τους φακέλους που μελέτησε να υπήρξε αντίδραση από οποιονδήποτε για την επέκταση που έγινε. Παρόμοια με τον προηγούμενο μάρτυρα της ενάγουσας αντικρίζεται και η μαρτυρία της κας Στεφάνου ως ανεξάρτητης και αντικειμενικής. Επαναλαμβάνω τις ίδιες παρατηρήσεις μου σε σχέση με την αντεξέταση της, όπου επίσης της υποβλήθηκαν οι θέσεις της Υπεράσπισης που αποσκοπούσαν στην εκμαίευση απαντήσεων που θα βοηθούσαν ενδεχομένως τον εναγόμενο 1 στη στοιχειοθέτηση των αξιώσεων του για τις αποζημιώσεις που διεκδικούσε με την Ανταπαίτηση του υπό την προϋπόθεση ότι θα γινόταν δεκτή η θέση του ότι είναι αυτός ο νόμιμος ιδιοκτήτης του επίδικου Ακινήτου. Η παραπομπή της στο άρθρο 25 του περί Ρυθμίσεως Οδών Και Οικοδομών Νόμου, (Κεφ. 96), και της διαδικασίας που ακολουθείται από τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας αίρει κάθε αμφισβήτηση της νομιμότητας των οικοδομών και εγκαταστάσεων που κατά καιρούς ανεγέρθηκαν προς εξυπηρέτηση των αναγκών της Σχολής. Η μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους του εναγόμενου 1/ εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντος: Ο κ. Μαρκίδης (Μ.Υ.1), είναι Δικαστικός Γραφολόγος και ετοίμασε γραφολογική μελέτη την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμ.
- Η εκπαίδευση και εμπειρία του, όπως καταγράφονται στις τρεις πρώτες σελίδες της έκθεσης του, δεν αμφισβητήθηκαν όπως δηλώθηκε κατά την αντεξέταση του. Κατά την εκπόνηση της έκθεσης του έλαβε υπόψη του έγγραφα που του δόθηκαν από τον εναγόμενο
- Πρόκειται για το Δελτίο Ταυτότητας της XXXXX Κωνσταντίνου θυγατέρας του XXXXX Νεοφύτου (Τεκμ. 23), η οποία εκδόθηκε το 1969 και σε αυτή φαίνεται το αποτύπωμα του αντίχειρα της σε ειδικό προς τούτο τετραγωνάκι και δεν υπάρχει αντίστοιχο σε σχέση με υπογραφή και το Βιβλιάριο Καταθέσεων της σε τραπεζικό ίδρυμα επ' ονόματι της XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου (Τεκμ. 24), όπου αναγράφεται στη σελίδα με τα στοιχεία της δικαιούχου και με πράσινο χρώμα η λέξη «απεβίωσεν» και στο κάτω μέρος, στο χώρο για το Δείγμα Υπογραφής Δικαιούχου και πάλι με πράσινο χρώμα το γράμμα Χ. Την 13.01.2016 επιθεώρησε στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού "Έγγραφο Μεταβίβασης", όπως το ονομάζει, που βρισκόταν στο φάκελο της αίτησης με αριθμό Α 1594/1951 το οποίο φέρει ημερομηνία 26.08.1951 ως το Τεκμ. 6, το οποίο η XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου φέρεται ότι υπόγραψε και η οποία είναι η αμφισβητούμενη υπογραφή από την Υπεράσπιση. Ο μάρτυς εξήγησε τη μελέτη που διενήργησε και τη μεθοδολογία που ακολούθησε για να καταλήξει στο συμπέρασμα του το οποίο κατέγραψε στη σελ. 10 της έκθεσης του ως ακολούθως: «Σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω ευρήματα, τεκμαίρεται ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή στο όνομα "XXXXX Χριστοφόρου Νεοφύτου", στο Έγγραφο μεταβίβασης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με αριθμό Α 1594/1951, ημερομηνίας 26.08.1951, δεν είναι γνήσια υπογραφή της XXXXX Κωνσταντίνου, με αριθμό Δελτίου Ταυτότητας XXXXX98, εφόσον αυτή δεν είχε την ικανότητα να υπογράφει και αντί υπογραφής έβαζε τα αποτύπωμα της». Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι σήμαιναν τα αρχικά R.T.P. & L.T.P. τα οποία φαίνονται στο Τεκμ. 23 τα οποία του υποβλήθηκαν ότι χρησιμοποιούνταν από την αποικιοκρατική κυβέρνηση στις ταυτότητες και για κάποια χρόνια από την Κυπριακή Δημοκρατία και σήμαιναν τα αρχικά των λέξεων Right Thumb Print και Left Thumb Print και στα ελληνικά αποτύπωμα δεξιού αντίχειρα και αποτύπωμα αριστερού αντίχειρα. Υποβλήθηκε ακόμα στον μάρτυρα ότι την εποχή που εκδόθηκε η ταυτότητα (Τεκμ. 23), οι δικαιούχοι δεν υπέγραφαν αλλά εναπόθεταν το αποτύπωμα τους όπως συνέβη και εν προκειμένω, κάτι που επίσης ο μάρτυρας δεν γνώριζε. Στη συγκεκριμένη ταυτότητα φαίνεται το αποτύπωμα του δεξιού αντίχειρα ενώ είναι διαγραμμένα τα γράμματα L.T.P. Σε σχέση με το Τεκμ. 24 ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν το σημείο Χ με πράσινο χρώμα το τοποθέτησε η δικαιούχος του λογαριασμού. Παραδέχθηκε ότι από πάνω αναγράφεται με το ίδιο πράσινο χρώμα η λέξη «απεβίωσεν». Στο σημείο όπου αναγράφεται Δείγμα Υπογραφής Δικαιούχου ανέφερε ότι υπάρχει το γράμμα Χ με πράσινο χρώμα και στην επόμενη σελίδα υπάρχει σβήσιμο μονογραφής και πάλι με πράσινο χρώμα. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε τουλάχιστον 10 δείγματα υπογραφής της, όπως απαιτείται κατά τη γραφολογική εξέταση, για τη σύγκριση τους με την αμφισβητούμενη υπογραφή, αναφέροντας καταληκτικά ότι: «Ως εκ τούτου λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι η κάθε υπόθεση έχει τα δικά της δεδομένα. Τα στάθμισα και κατέληξα στο συμπέρασμα μου, που εξήγησα». Παραδέχθηκε εν κατακλείδι της αντεξέτασής του ότι αρκετός κόσμος υπογράφει με όνομα επίθετο και πατρώνυμο όπως και στην αμφισβητούμενη υπογραφή. Η μαρτυρία του κ. Μαρκίδη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τον λόγο ότι δεν ήταν πειστική. Τα δύο έγγραφα (Δελτίο Ταυτότητας και Βιβλιάριο Καταθέσεων) της αποβιωσάσης XXXXX Χριστοφή δεν προσφέρονταν προς σύγκριση για τη διενέργεια γραφολογικής εξέτασης της αμφισβητούμενης υπογραφής της όπως αυτή εμφαίνεται επί του Τεκμ.
- Ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι όχι μόνο δεν είχε τα απαιτούμενα 10 δείγματα υπογραφής της ή οποιοδήποτε τέτοιο δείγμα, με τα οποία θα μπορούσε να συγκρίνει την αμφισβητούμενη υπογραφή. Από την άλλη το αποτύπωμα της επί του Δελτίου Ταυτότητας της (Τεκμ. 23) και το χωρίς υπογραφή εκ μέρους της δικαιούχου στο Βιβλιάριο Καταθέσεων (Τεκμ.24), δεν προσφέρονταν προς σύγκριση για την εξαγωγή συμπεράσματος περί πλαστογραφίας της υπογραφής της επί του Τεκμ.
- Το όποιο συμπέρασμα εξήγαγε ότι η αποβιώσασα XXXXX Κωνσταντίνου ή Χριστοφή δεν γνώριζε να υπογράφει και γι' αυτό εναπόθεσε το αποτύπωμα της επί της ταυτότητας της, κρίνω ότι είναι αυθαίρετο. Ο ίδιος ως γραφολόγος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν την εποχή που εκδόθηκε η ταυτότητα της το έτος 1969 δεν απαιτείτο από αυτή ή από οποιονδήποτε δικαιούχο ταυτότητας να υπέγραφε επί του δίπτυχου εντύπου της ταυτότητας αλλά απλώς απαιτείτο η εναπόθεση ανάλογα είτε του αριστερού είτε το δεξιού αποτυπώματος του αντίχειρα τους, όπως έγινε και εν προκειμένω. Παρατηρώ ότι πουθενά επί του δίπτυχου εντύπου της ταυτότητας δεν υπάρχει στήλη ή ειδικός χώρος για υπογραφή από τον δικαιούχο της σε αντίθεση με τα πλαίσια που υπάρχουν σε σχέση με την εναπόθεση του δεξιού ή αριστερού αποτυπώματος του αντίχειρα, επομένως δεν απαιτείτο η υπογραφή σε αυτό. Καταλήγω να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία του περί πλαστογράφησης του εντύπου (Τεκμ. 6) και μάλιστα με την αιτιολογία απλώς και μόνο ότι η XXXXX Χριστοφή δεν γνώριζε γραφή για να υπογράφει. Το Τεκμ. 6 έγγραφο που συντάχθηκε πριν από 70 σχεδόν χρόνια και φέρει την πιστοποίηση της υπογραφής της από τον Κοινοτάρχη και ένα Αζά, η βαρύτητα που θα δοθεί στη μαρτυρία αυτή θα πρέπει να εξεταστεί κατά τις πρόνοιες των άρθρων 152, 343 και 354 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 με την ερμηνεία που μπορεί να δοθεί σε αυτά μετά την κατάργηση του εξ ακοής κανόνα. Ο κ. Κουρουσίδης (Μ.Υ.2), είναι εκτιμητής ακινήτων, μέλος του ΕΤΕΚ από το 2005 και μέλος του Βασιλικού Ινστιτούτου Ορκωτών Εκτιμητών, RICS από το
- Ο μάρτυς ετοίμασε έκθεση εκτίμησης του επίδικου ακινήτου την οποία υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμ.
- Ανάφερε ότι λειτουργεί ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας με βάση τα πρότυπα του RICS (Royal Institute of Chartered Surveyors) της Αγγλίας, είναι μέλος του ΕΤΕΚ και εκτελεί περί τις 2500-3000 εκτιμήσεις το χρόνο κάτι που δείχνει την εμπειρία που διαθέτει. Ο μάρτυς εξήγησε τη μεθοδολογία που ακολούθησε κατά την εκπόνηση της έκθεσης του και τα στοιχεία που έλαβε υπ' όψιν όπως είναι τα χαρακτηριστικά του Ακινήτου και ότι ακολούθησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης για την ενοικιαστική αξία του Ακινήτου κάνοντας τις ανάλογες αναπροσαρμογές. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι υπολόγισε τα ακόλουθα:
- Την απώλεια ενοικιαστικής αξίας του επίδικου Ακινήτου από την 22.04.1947 μέχρι και την 07.09.1987 κατ' αναλογία ½ μεριδίου. Η ημερομηνία 22.04.1947 είναι η ημερομηνία η οποία εκδόθηκε η εγγραφή XXXXX στο όνομα των XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου κατά ½ μερίδιο και στην XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου μητέρα του εναγόμενου 1 κατά ½ μερίδιο. Η ημερομηνία 07.09.1987 είναι η ημερομηνία στην οποία με το Φάκελο Β1562/86 με κληρονομιά και διανομή μέσω διαχείρισης ο εναγόμενος 1 ενεγράφη ως συνιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο. Ως υπολογιζόμενη απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του ½ μεριδίου καθόρισε το ποσό των €269.034,42σ.
- Την απώλεια της ενοικιαστικής αξίας από την 08.09.1987 μέχρι και τον Απρίλιο του 2020 και πάλι κατ' αναλογία του ½ μεριδίου την υπολόγισε στο ποσό των €373.446,89σ. χωρίς τους νόμιμους τόκους.
- Τον υπολογισμό των ζημιών για την αποκατάσταση και επαναφορά του επίδικου Ακινήτου στην προηγούμενη του κατάσταση κατά την 08.09.1987 και κατά την 28.03.2011 και κατά τον Απρίλιο του 2020 την υπολόγισε στα ποσά των €80.400,00, €120.600,00 και €144.720 αντίστοιχα για κάθε χρονική περίοδο.
- Την απώλεια της αγοραίας αξίας κατ' αναλογία ½ μεριδίου του υπό εκτίμηση επίδικου Ακινήτου κατά την 28.03.2011, ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, την υπολόγισε στο ποσό των €350.000,
- Κατά τον υπολογισμό της οποιασδήποτε αξίας η οποία αναφέρεται πιο πάν δεν έχουν υπολογιστεί οι νόμιμοι τόκοι. Κατά την αντεξέτασή του, πλην της αμφισβήτησης της ορθότητας των υπολογισμών του και της μεθοδολογίας που ακολούθησε για κάθε επί μέρους τμήμα της, ήταν σημαντική η τοποθέτηση του ότι την ενοικιαστική αξία του ακινήτου την είχε υπολογίσει όχι ως χωράφι αλλά ως κτήριο. Η μαρτυρία του κ. Κουρουσίδη (ΜΥ2), όπως και η μελέτη και εργασία την οποία αποτύπωσε στην έκθεση του (Τεκμ. 25), θα είχε ασφαλώς σημασία αν κρινόταν ότι το Ακίνητο αυθαίρετα και παράνομα κατεχόταν για τόσα χρόνια από μέρους της ενάγουσας και ενώ νόμιμος ιδιοκτήτης του ήταν η μητέρα του και ακολούθως ο εναγόμενος
- Σε περίπτωση που πετύχαινε η Ανταπαίτηση του εναγόμενου 1, θα αποδεχόμουν για συζήτηση την εκτίμηση του σε σχέση με την απώλεια της αγοραίας αξίας του Ακινήτου και τούτο για τους ακόλουθους δύο λόγους: (α) Ο ένας άπτεται της μη δικογράφησης ειδικά αξιώσεων για αποζημιώσεις για απώλεια της ενοικιαστικής αξίας του εναγόμενου
- Δεν διαφεύγει την προσοχή μου ότι δικογραφείται το ποσό των €1.000,00 μηνιαίως από το 1987 οπόταν ο εναγόμενος 1 έγινε ο ιδιοκτήτης του όπου κατά αόριστο τρόπο διεκδικούνται ειδικές αποζημιώσεις για απώλειες και ζημιές οι οποίες όμως διευκρινίζεται ότι αφορούν παράνομες και αυθαίρετες επεμβάσεις και ενέργειες της ενάγουσας οι οποίες του προκάλεσαν απώλειες και ζημιές από το 1987 ή αποζημιώσεις για μελλοντική ζημιά για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και (β) ο άλλος λόγος είναι ότι τόσο η προκάτοχος του στο Ακίνητο μητέρα του από της ανέγερσης της Σχολής περί το 1948 όσο και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 από το 1987 και μετέπειτα ουδέποτε το κατείχαν και ούτε συνέβαλαν με οποιονδήποτε τρόπο στην ανάπτυξη του Ακινήτου με την ανέγερση σε μέρος του τμήματος της Σχολής. Επισημαίνω ότι η εκτίμηση που διενήργησε έλαβε υπόψη ότι εντός του Ακινήτου υπάρχουν κτηριακές εγκαταστάσεις, όπως παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του. Δεν θα ενδιατρίψω στο σκεπτικό της κατάληξης του μάρτυρος σε σχέση με την αγοραία αξία του ακινήτου έχοντας υπόψη μεταξύ άλλων και τα πιο πάνω δεδομένα. Εξετάζοντας όμως τις συγκριτικές πωλήσεις που παραθέτει στην έκθεση του (Τεκμ. 25) για τις οποίες ειρήσθω εν παρόδω δεν δίδει αρκούντως ικανοποιητικές πληροφορίες, καταλήγω ότι για σκοπούς αποζημίωσης του, σε περίπτωση που αποφασιζόταν κάτι τέτοιο, η εκτιμημένη αξία του κατά τη Γενική Εκτίμηση του 2013 η οποία προσεγγίζει αυτή του μάρτυρος που ήταν για το 2011 και μάλιστα κάποια από τα συγκριτικά να πλησιάζουν ακόμα και να συμπίπτουν, προκρίνω ότι θα ήταν δίκαιη η αποζημίωση του με το ποσό των €73.500,00 στην οποία αναφέρθηκε και ο κ. Παναγή (Μ.Ε.3) και αναγράφεται και επί του τίτλου (Τεκμ. 9), πλέον νόμιμο τόκο από την έγερση της Ανταπαίτησης του ήτοι από την 26.04.2012 μέχρι της πληρωμής και εξόφλησης. ΕΥΡΗΜΑΤΑ/ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Από μελέτη της ως άνω μαρτυρίας προφορικής και γραπτής και της συνακόλουθης αξιολόγησης της και λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των δύο πλευρών, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα/συμπεράσματα: (α) Το 1943 φιλοπρόοδοι κάτοικοι ή πρόσωπα που είχαν την καταγωγή τους από την κοινότητα του Αγρού Λεμεσού, αποφάσισαν την ίδρυση Ανωτέρας Σχολής στην κοινότητα τους. Η Σχολή ιδρύθηκε το 1944 και αρχικά λειτούργησε σε υποστατικά που παραχώρησε η εκκλησία της Παναγίας του Αγρού. (β) Τα κτήρια που θα στέγαζαν τη Σχολή άρχισαν να ανεγείρονται περί το έτος 1944 και ολοκληρώθηκαν περί το 1948 με δωρεά του Γ. Απέητου σε τεμάχια γης που επιλέγηκαν για τον σκοπό αυτό και τα οποία είτε ανήκαν είτε τα απέκτησε στην πορεία η εκκλησία της Παναγίας του Αγρού με δωρεά ή με αγορά και τα οποία παραχώρησε για τον σκοπό αυτό. (γ) Σύμφωνα με το καταγεγραμμένο και αναμφισβήτητο ιστορικό του Ακινήτου σύμφωνα με το αρχείο του Κτηματολογίου, το επίδικο Ακίνητο με αριθμό τεμαχίου 220 από της Γενικής Χωρομετρίας και Εκτίμηση καταχωρήθηκε στο όνομα του XXXXX Νεοφύτου. Με τον Φάκελο Α1621/46 στις 22.04.1947 εκδόθηκε η εγγραφή XXXXX στο όνομα των παιδιών και κληρονόμων του XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου και XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου από ½ μερίδιο με κληρονομιά από τον πατέρα τους και δωρεά από την μητέρα τους. Ακολούθως με τον φάκελο Απαλλοτρίωσης με αρ. ΜΑ 530/83 η εγγραφή XXXXX μεταφέρθηκε στην εγγραφή XXXXX με Φ/Σχ. 38/57 τεμ. XXXXX και εμβαδόν 1747 τ.μ. στα ονόματα των XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου ½ μερίδιο και XXXXX και XXXXX Ονουφρίου ως διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου ½ μερίδιο. Με το φάκελο Β 1562 Κληρονομιά και Διανομή μέσω διαχείρισης και με ημερομηνία 8.09.1987 το ½ μερίδιο της αποβιώσασας XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου ενεγράφη στο όνομα του XXXXX Κωνσταντίνου Ονουφρίου. Με τον φάκελο Α326/2012 και ημερομηνία 15.06.2012 το ½ μερίδιο που ανήκε στον αποβιώσαντα XXXXX Χριστοφή Νεοφύτου ενεγράφη κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής στο όνομα της Σχολικής Εφορείας Απεήτειου Γυμνασίου Αγρού. Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες σήμερα του Ακινήτου είναι ο XXXXX Κωνσταντίνου Ονουφρίου στο ½ μερίδιο και η Σχολική Εφορία Απεήτειου Γυμνασίου Αγρού στο άλλο ½ μερίδιο. (δ) Σύμφωνα με το Βιβλίο Πληρωμών της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού καταβλήθηκε στις 20.10.1947 το ποσό των £50.00 για την αγορά του Κτήματος 220/37 στον XXXXX Χρ. Νεοφύτου για αγορά κτήματος 220/
- Φαίνεται εκ παραδρομής αναγράφηκε ο αριθμός /37 αντί /57 καθώς στον Αγρό ποτέ δεν υπήρξε σχέδιο με αριθμό /
- (ε) Σύμφωνα με το Βιβλίο Πληρωμών της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού την ίδια ημερομηνία δηλαδή την 20.10.1947 καταβλήθηκε στον XXXXX Σιηπηλή (κοινοτάρχη τότε του Αγρού) το ποσό των 9 σελινιών και 5 γροσιών για τα τιτλικά έξοδα της αγοράς του χωραφιού Ν. Νεοφύτου μεταβίβαση η οποία τελικά δεν έγινε ποτέ. (στ) Την 25.06.1951 υποβλήθηκε η Αίτηση 1594/51 στον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού για τιτλοποίηση της Σχολής επ' ονόματι του Παν. Μητροπολίτου Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής. (ζ) Την 3.07.1951 ο Γραμματέας της Σχολής XXXXX Ειρήναρχος ως Γραμματέας της Σχολής επανήλθε με διευκρινιστική επιστολή προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού για την τιτλοποίηση του κτηρίου της Σχολής επ' ονόματι της Σχολικής Εφορίας Αγρού. Σύμφωνα με την αίτηση, το οικόπεδο όπου κτίστηκε το κτήριο αγοράσθηκε από την εκκλησία της Παναγίας και δωρήθηκε στη Σχολή. Το δε κτήριο που κτίστηκε με δαπάνες του εκ Λευκωσίας κ. Γ. Απέητου και δωρίσθηκε στη Σχολή. (η) Ακολούθησε η νενομισμένη διαδικασία εκ μέρους του Κτηματολογίου για την τιτλοποίηση του με την υποβολή της αίτησης εκ μέρους της Σχολικής Εφορείας της Σχολής με αρ. Α1594/51 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. H αίτηση αυτή που εκτός από το επίδικο Ακίνητο περιλάμβανε και το ακίνητο που έφερε αριθμό XXXXX, προωθήθηκε με επιτόπια εξέταση από λειτουργό του Κτηματολογίου η οποία διεξήχθη την 18.08.
- Στα πλαίσια της επιτόπιας εξέτασης συμπληρώθηκε ο ενδεδειγμένος Τύπος που χρησιμοποιείται σε τέτοιου είδους επιτόπιες εξετάσεις Ν
- Στο έντυπο αυτό καταγράφεται ότι το επίδικο Ακίνητο το είχε αγοράσει η εκκλησία της Παναγίας Αγρού από τους XXXXX και XXXXX Χριστοφή. Οι ως άνω σύμφωνα με τον Τύπο Ν3Α, στα πλαίσια του Φακέλου Α 1594/51, έδωσαν την έγγραφη συγκατάθεση τους να εγγραφεί το όλον μερίδιο τους επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Σχολής. Στο εν λόγω έντυπο περιγράφονται και οι κτηριακές εγκαταστάσεις της Σχολής. Οι υπογραφές των ως άνω είχαν πιστοποιηθεί από τον Μουχτάρη και έναν Αζά του χωριού Αγρός την 26.08.1951 και αφορούσαν το Τεμάχιο XXXXX με Φύλλο/Σχέδιο 38/
- Η αίτηση αυτή, μετά που είχαν ζητηθεί κάποιες διευκρινήσεις από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου για τον λόγο που είχε αποφασιστεί η τιτλοποίηση του επ' ονόματι της εκκλησίας της Παναγίας, όταν δεν υπήρξε ανταπόκριση από την άλλη πλευρά σε κάποιο μεταγενέστερο χρόνο χωρίς να απορριφθεί στάλθηκε στην αποθήκη και δεν προωθήθηκε έκτοτε. Εδώ παρεμβάλλω ότι η ευθύνη για την μη προώθηση της αίτησης για δεκαετίες βάραινε όλους τους εμπλεκόμενους κατά καιρούς αρμόδιους όπως την εκκλησία της Παναγίας Αγρού της οποίας η ευθύνη εντοπίζεται στο γεγονός ότι για δεκαετίες δεν επέδειξε οποιονδήποτε ενδιαφέρον για την τιτλοποίηση της Σχολής επ' ονόματι της όπως ήταν το τελικό διάβημα που έγινε στο Κτηματολόγιο, τη Σχολική Εφορία της Σχολής η οποία επίσης λειτουργούσε δημόσιο σχολείο σε οικόπεδα για τα οποία δεν είχε τίτλο, το Υπουργείο Παιδείας το οποίο αποφάσισε επέκταση και αναβάθμιση των κτηριακών εγκαταστάσεων της Σχολής χωρίς να ελέγξει το τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου επί των οποίων θα ανεγείρονταν ή είχαν ανεγερθεί και τέλος το ίδιο το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού το οποίο άφησε μια αίτηση σε εκκρεμότητα τόσα χρόνια και χωρίς να έχει βάλει Σημείωση στα βιβλία του όπου ήταν καταχωρημένο το Ακίνητο έτσι ώστε να μην αφηνόταν να εξελιχθεί η κατάσταση όπως περιγράφεται πιο πάνω με την εκ μέρους του κληρονόμου της XXXXX Χριστοφή ήτοι του εναγόμενου 1 να διεκδικήσει την εγγραφή επ' ονόματι του της ιδιοκτησίας του ακινήτου και τη δημιουργία πλέον προσδοκίας εκ μέρους του εξασφάλισης αποζημιώσεων. (θ) Την 28.03.1953 ο Πρόεδρος της Επιτροπείας της Σχολής εξέδωσε πιστοποιητικό με το οποίο ο XXXXX Ν. Παπαδόπουλλος ή XXXXX από τον Αγρό ως Γραμματέας της Εφορίας της Σχολής θα μπορούσε να υπογράφει κάθε έγγραφο για την έκδοση τίτλου επ' ονόματι της της Σχολής. (ι) Την 8.12.1955 με επιστολή του προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου Λεμεσού, στα πλαίσια του Φακέλου 1594/51, ο ως άνω XXXXX Ν. Παπαδόπουλλος ή XXXXX, υπό την ιδιότητα του Γραμματέα της Σχολής, αιτήθηκε κατόπιν συνεννοήσεως μετά της Επιτροπείας του Ιερού Ναού Παναγίας Αγρού όπως η Σχολή εγγραφεί επ' ονόματι της εκκλησίας της Παναγίας Αγρού η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια της γης όπου είναι κτισμένο το κτήριο της Σχολής. (ια) Καθίσταται επίσης εύρημα μου η απάντηση στο ερώτημα που απασχόλησε κατά την ακροαματική διαδικασία, πως είναι δυνατό δηλαδή, ενώ η Σχολή άρχισε να ανεγείρεται και επί του επίδικου ακινήτου από το 1944, ο XXXXX και η XXXXX Χριστοφή με αίτηση τους που υπέβαλαν το 1946 (Α 1621/46), κατάφεραν και ενέγραψαν από ½ μερίδιο επ' ονόματι τους το Ακίνητο στις 22.04.1947; Η απάντηση είναι απλή. Η σειρά των γεγονότων αποκαλύπτει τα ακόλουθα: Στο κτήμα μέχρι το 1946 δικαιούχος σε εγγραφή - όχι ιδιοκτήτης σε τίτλο - ήταν ο πατέρας των πιο πάνω ο οποίος είχε προαποβιώσει. Ο ως άνω φάκελος δυστυχώς δεν βρέθηκε από τον κ. Παναγή (Μ.Ε.3), για να αντληθούν πληροφορίες και από αυτόν. Σε κάθε περίπτωση, η νενομισμένη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για να προέβαιναν σε οποιανδήποτε ενέργεια σε σχέση με το Ακίνητο οι ως άνω κληρονόμοι του, ήταν να είχε εγγραφεί πρώτα το Ακίνητο στο όνομα τους. Τα όσα στη συνέχεια ακολούθησαν την προαναφερθείσα εγγραφή που έγινε την 22.04.1947, δηλαδή οι καταγραφές στο εκκλησιαστικό βιβλίο (Τεκμ. 11 Α), η επιτόπια εξέταση και όσα αναγράφηκαν επί του Τύπου Ν63 και Ν3Α και όσα αναγράφονται στα έντυπα/ επιστολές που υποβλήθηκαν για την προώθηση της αίτησης Α1594/51, δεν αφήνουν οποιανδήποτε αμφιβολία στο μυαλό μου ότι πράγματι ο XXXXX και η XXXXX Νεοφύτου είχαν πωλήσει το Ακίνητο στην εκκλησία της Παναγίας του Αγρού η οποία στη συνέχεια το παραχώρησαν μαζί με το κτήριο στη Σχολή. Η προσπάθεια αμφισβήτησης της υπογραφής της XXXXX επί του εντύπου Ν3Α ως πλαστογραφημένης απέτυχε όπως εξήγησα κατά την αξιολόγηση του κ. Μακρίδη (Μ.Υ.1). Στη βάση των όσων πιο πάνω έχω εξηγήσει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, καταλήγω και καθίσταται εύρημα μου ότι το τεμάχιο 220 όπως ήταν το 1947 αγοράσθηκε από την εκκλησία της Παναγίας Αγρού έναντι του ποσού των £50.
- Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε στον XXXXX Χρ. Νεοφύτου στις 20.10.1946, πρακτική που σύμφωνα με τον κ. Πολυκάρπου (Μ.Ε.2) κατά τα ήθη της εποχής συνηθιζόταν, αντιπροσωπεύοντας δηλαδή και την αδελφή του XXXXX. Για τούτο και η XXXXX όπως και ο αδελφός της XXXXX Νεοφύτου υπέγραψαν συγκατάθεση σύμφωνα με τα Τεκμ. 6 και 18 για την εγγραφή του όλου μεριδίου του Ακινήτου επ' ονόματι του Μητροπολίτη Κιτίου ως Προέδρου της Σχολικής Εφορίας της Απεήτειου Ανωτέρας Σχολής Αγρού. Τέλος, θα σχολιάσω και το γεγονός ότι κάποια στιγμή οι αρμόδιοι που χειρίζονταν τα της Σχολής την εποχή εκείνη, όπως ήταν και ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου Άνθιμος, ενεργώντας ως Πρόεδρος της Σχολικής Εφορείας της Σχολής, υπέβαλαν αίτημα κατά τον κ. Παναγή (Μ.Ε.3), όπως η Σχολή εγγραφεί επ' ονόματι της εκκλησίας της Παναγίας. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να ξενίζει λαμβάνοντας υπόψη τις σχέσεις που υπήρχαν τότε, επί αποικιοκρατίας, μεταξύ της Εκκλησίας της Κύπρου και των Ελληνοκυπρίων κατοίκων του νησιού και ειδικά στα θέματα Παιδείας. Αυτά τα ζητήματα εξάλλου είχαν θιγεί και στην Ιδρυτική Συνεδρίαση της 18.11.1943 όπως καταγράφονται στο Τεκμ. 1 όσο και στην Εισαγωγική Έκθεση της 1ης Γενικής Συνέλευσης για την ίδρυση της Σχολής (Τεκμ. 5), χωρίς το ζήτημα αυτό εν τέλει να ανάγεται αποκλειστικά σε Δικαστική Γνώση αυτής της σχέσης, εφόσον υπήρξε και επ' αυτού μαρτυρία, η οποία ενδεχομένως οδήγησε σε εκείνη την απόφαση (βλ. το Σύγγραμμα «Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ» του Γ. Π. Κακογιάννη στο Κεφ. 4 σελ. 41- 47 για γεγονότα που μπορούν να ληφθούν υπό δικαστική γνώση και γεγονότα που συχνά γίνονται αντικείμενο δικαστικής γνώσης). Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων και ευρημάτων μου καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει στο επίπεδο που απαιτείται σε αστικής φύσεως υποθέσεις, δηλαδή αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την αξίωση της και για τούτο εκδίδω απόφαση σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου
- Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας στην οποία προέβηκα και τα ευρήματα στα οποία κατέληξα δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος 1 είναι ο νόμιμος εγγεγραμμένος του Ακινήτου. Οι υπερασπίσεις που πρόβαλε δεν έτυχαν θετικής αντίκρισης, η ενάγουσα νόμιμα κατέχει το επίδικο Ακίνητο και νόμιμα ανήγειρε σε αυτό τις εγκαταστάσεις της Σχολής τις οποίες επέκτεινε και αναβάθμισε τα επόμενα χρόνια και έτσι οι αξιώσεις του στην Ανταπαίτηση παρέμειναν χωρίς έρεισμα. Αναπόφευκτα καταλήγω να απορρίψω την Ανταπαίτηση του εναγόμενου
- Εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης της εγγραφής του ½ μεριδίου επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής επ' ονόματι του XXXXX Ονουφρίου με Αρ. Εγγραφής 0/XXXXX του Φ/Σχ.38/57, αριθμός τεμαχίου XXXXX στην Τοποθεσία Λαξίδια του χωριού Αγρός της Επαρχίας Λεμεσού έκτασης 1 Δεκ. και 747 τ.μ. Μερίδιο ½ και εγγραφή αυτού επ' ονόματι της Σχολικής Εφορίας του Απεήτειου Γυμνασίου Αγρού. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Παρόλη την πιο πάνω κατάληξη και την επιτυχία της αξίωσης της ενάγουσας, όπως αυτή προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης της και αποτυχίας της Ανταπαίτησης του εναγόμενου 1, η οποία σημειώνω ότι συνεκδικάστηκε, εντούτοις λαμβάνοντας υπ' όψιν και τις παρατηρήσεις μου στα συμπεράσματα μου για την διαχρονική ευθύνη εκ μέρους των αρμοδίων να μη προωθήσουν την αίτηση Α1594/51 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού και την εγγραφή του Ακινήτου επ' ονόματι της ενάγουσας έδωσε έρεισμα στον εναγόμενο 1 να προβάλει υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. Το ζήτημα της επιδίκασης εξόδων επαφίεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασφαλώς ασκείται με βάση τις καλά καθιερωμένες αρχές από τη νομολογία μας. Ασκώντας επομένως τη διακριτική μου ευχέρεια υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδα της. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αξίωση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η εγγραφή μεριδίου επί ακινήτου επ' ονόματι του σημερινού ιδιοκτήτη του και ανταπαίτηση από πλευράς εναγόμενου για αποζημιώσεις για παράνομη κατοχή του ακινήτου από την ενάγουσα.
- Καμιά διάταξη στο Νόμο αυτό δεν εφαρμόζεται στην Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ή σε οποιοδήποτε Τμήμα της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας.
- Σε oπoιαδήπoτε διαδικασία, πoλιτική ή πoιvική, σε περίπτωση εγγράφoυ πoυ απoδεικvύεται ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv είκoσι ετώv, υπάρχει τo ίδιo τεκμήριo τo oπoίo θα υπήρχε πριv από τηv έvαρξη της ισχύoς τoυ Νόμoυ αυτoύ σε περίπτωση εγγράφoυ τo oπoίo απoδείχτηκε ως παρόμoιoυ χαρακτήρα ή πoυ φέρεται ότι έχει ηλικία όχι μικρότερη τωv τριάvτα ετώv. 334.-
(1)Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενό της - (α) με την προσαγωγή του πρωτότυπου εγγράφου, ή (β) ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτότυπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτότυπου. ...
(5)Έγγραφο αποδεκτό ως μαρτυρία δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται να κατατεθεί από οποιοδήποτε που το έχει στην κατοχή του. 435.-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη. ...
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)Η ανυπαρξία καταχώρισης στο αρχείο επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να αποδειχθεί με ένορκη δήλωση αρμόδιου λειτουργού της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ανάλογα με την περίπτωση.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αρχείο» σημαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή· «δημόσια αρχή» σημαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· «επιχείρηση» περιλαμβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηματικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε με σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· «αρμόδιος λειτουργός» περιλαμβάνει: (α) πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση με τα αρχεία της· (β) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, με βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νομοθεσία, θεωρείται ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο